Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Λύκος

  • Ο Λύκος

  • Από τον αείμνηστο χαρισματικό Ευρυτάνα συγγραφέα Στέφανο Γρανίτσα (1880-1915), και μέσα από το εξαιρετικό βιβλίο του με τίτλο: "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου", εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, πάμε να γνωρίσουμε το Λύκο!

  • Ιδού:

  • ==================
  • https://eyrytixn.blogspot.com/
  • Ο Λύκος 

  • Η παράδοσις: Άμα ο Χριστός έπλασε τα πρόβατα και βγήκε στα βουνά να τα βοσκήση, τόσο χάρηκεν η ψυχή του, που έκοψε ένα ξύλο, το έφκιασε μια μεγάλη φλογέρα κι άρχισε να λαλή. Άκουσε ο Σατανάς τα λαλήματα και τα βελάσματα, πήγε κοντά, είδε τα πρόβατα και μαύρισε η ψυχή του.

  • -Τι παράμορφα πλάσματα είναι τούτα που ’καμε ο Χριστός!!! είπε. Κι ο νους του πήγε πως να του τα χαλάση. Παραμέρισε στο λόγγο, έκοψε μία αγριαπιδιά κι άρχισε να φκιάνη τον Λύκο. Γι’ αυτό που ’ναι φκιασμένο απ’ αγριαπιδιά, δεν λυγίζει καθόλου αυτό το πλάσμα του Σατανά. Μα άμα τον απόφκιασε το Λύκο και πήγε να τον στήση, είδε πως δεν μπορούσε να σταθή στα ποδάρια του το έργο του. Αφού είδε και αποείδε πως δεν θα στυλώση τον Λύκο, πήγε στο Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε:

  • -Αφέντη, θέλησα κι εγώ να κάμω ένα πλάσμα σαν τα δικά σου, μα γιατί δεν στέκει στα πόδια του; Αξίωσέ με να το ιδώ όρθιο και θα προσκυνώ τ’ ό­νομά σου.

  • Ο Χριστός του είπε:

  • -Πήγαινε να του φωνάξης: Σήκω έργο μου και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.

  • Ο Σατανάς γνοιάστηκε.

  • Κι αν το πρόσταξε ο Χριστός να με φάη; είπε.

  • Πήγε γρήγορα, έκανε ένα λάκκο κοντά στο λύκο, κρύφτηκε μέσα κι αφήνοντας έξω το ένα ποδάρι του μόνο φώναξε:

  • -Σήκω έργο μου, και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.

  • Ο Λύκος πήδησεν επάνω, άρπαξε το ποδάρι του Σατανά και το έφαγε. Γι’ αυτό λένε ότι ο αρχιδαίμονας είναι κουτσός.

  • Η πονηρία του: Επειδή γνωρίζει ότι η οσμή του χτυπά τα προβατόσκυλα, άμα πηγαίνη στη στάνη βα­δίζει από το μέρος που έχει αντίθετο αέρα. Αν έχη ρέμα χώνει το ρύγχος του στο νερό. Αν είναι μέρα ποτέ δεν βαδίζει σε γυμνό τόπο. Προτιμά πάν­τοτε τ’ απόσκια, για να μη διακρίνεται εύκολα. Αν είναι συμμορία χωρίζονται εις δύο μπουλούκια. Οι μεν πηγαίνουν από το μέρος που φυσά, ώστε να μη τους αντιληφθούν τα σκυλιά και τους πάρουν από κοντά. Άμα κατ’ αυτόν τον τρόπον απομακρυν­θούν τα σκυλιά, ορμούν οι άλλοι στο κοπάδι και σφάζουν. Πόσα;

  • Πιστεύουν, ότι άμα μπη στο κοπάδι σφάζει κάθε Λύκος έως 99. Άμα φθάση τα 100 λέγουν ότι σκά­ζει. Η αλήθεια είναι ότι ένας Λύκος σφάζει όσα προφθάση. Να χορτάση δεν υπάρχει φόβος. Μήπως τρώγη κρέας; Ανοίγει μια φλέβα στο λαιμό και πίνει το αίμα. Γι’ αυτό λέγουν: Άμα έχει ένας Λύκος, έχουν εκατό κοράκια. Άμα έχουν εκατό κοράκια δεν έχει ένας Λύκος.

  • «Μπήκε ο Λύκος στο κοπάδι, αλλοιά πώχει το ένα». Βεβαιωμένο πράγμα είναι, ότι αν σ’ ένα κοπάδι είναι πεταμένα ένα ή λίγα πρόβατα κανενός συμμορίτη, εκείνα θα πρωτοπάρη ο Χάρος. Ο λόγος είναι ο εξής.

  • Κάθε μπουλούκι είναι σαν από ιδιαίτερα πάστα φκια­σμένο. Αν σμίξετε πέντε μπουλούκια, θα έχετε μεν ένα μεγάλο κοπάδι, αλλά με την πρώτη ταραχή σχί­ζονται κατά μπουλούκια, όπως όταν ήταν χωρισμένα. Αν λοιπόν στο κοπάδι είναι ένα μοναχό πρόβατο θα ξεκόψη και ίσως γλυτώσουν τα άλλα από τα σκυλιά, τα οποία, ως μυαλωμένα, θα τρέξουν να γλυτώσουν τα περισσότερα, αλλά το ένα σπάνιο να σωθή.

  • Επειδή με το αίμα ενός προβάτου δεν μπορεί βέ­βαια να χορτάση, ούτε επί τόπου είναι εύκολον να το καταπιή, αναγκάζεται να το παίρνη μαζί του, και ιδού πως. Αν μεν είναι μικρό το πετά στην πλάτη του και φεύγει, σαν να έχη επανωφόρι ριγμένο στους ώμους του. Αν είναι μεγάλο το δαγκάνει από το αυτί, το ζώνει με την ουρά του στη μέση και τοιουτοτρόπως πηγαίνουν αλαμπράτσο.

  • Αν είναι άλογο, το πιάνει από τ’ αδύνατα μέλη του σώματός του. Αν είναι βόδι, πηδά στο λαιμό του και με την ουρά του το διευθύνει όπου θέλει σαν καβαλάρης με το καμτσίκι του. Αν είναι μουλάρι πιάνει τη στράτα και κάνει τον πεθαμένο. Το μουλάρι, κατά την περιέργειά του, πηγαίνει να τον μυρίση και άμα πλη­σιάση τη μύτη του τ’ αρπάζει απ’ αυτή και το σκά­ζει. Αν είναι δυνατό το μουλάρι τον σηκώνει επάνω και τον βροντά κάτω σαν χταπόδι. Οι μουλαροτρόφοι, για να σώσουν την υπόληψιν της ράτσας των, λέγουν ότι ο Λύκος τρώγει προηγουμένως άμμο για να βαρύνη και γι’ αυτό ως επί το πολύ δεν μπορούν να τον σηκώσουν τα μουλάρια.

  • Αλλοίμονο, αν έκοβαν όλοι οι Λύκοι, λέγει μια πα­ροιμία. Κόβει μόνον ο Μονιάς. Τι είναι ο Μονιάς; Το μεγαλύτερο παιδί των ο Λύκος και η Λύκαινα το χωρίζουν άμα γεννηθή. Το τρέφουν και το εκπαιδεύουν ιδιαιτέρως. Εις αυτό εμπιστεύονται όλην την τέχνην την οποίαν του διδάσκουν με την επιμέλειαν της Αλεπούς. Κουβαλούν πρόβατα και γίδια ζωντανά στην φωλιά του Μονιά χάριν της υποδειγματικής του διδασκαλίας. Μεθ’ ο οδηγείται στα κοπάδια, προς τελειοποίησιν των σπουδών του.

  • Όρος απαράβατος: Από κοπάδια που είναι γύρω από την φωλιά του ποτέ δεν κλέβει ο Λύκος. Επι­θυμεί να μην ευρίσκεται εις παρεξηγήσεις με τους γειτόνους του, τουλάχιστον εφ’ όσον έχει τα μικρά του εις κατάστασιν ανηλικότητος.

  • Αφ’ ότου έρχεται ο Αγγλικός στόλος στον Αστακό, η πεδινή Ακαρνανία ησύχασε. Αι προβολαί των ηλεκτρικών εφόβισαν τον Λύκο πολύ, ώστε να φύγη. Άλ­λοτε τον είχε τρομάξει η λοκομοτίβα του σιδηροδρό­μου Κρυονερίου - Αγρινίου τόσον, ώστε έφυγαν όλοι και επέρασαν εις τους ορεινούς δήμους της Ακαρνανίας. Ο μακαρίτης ο Τρικούπης εμαυρίσθη τότε εξαιρετι­κώς από τους ποιμένας, διότι «του διαβόλου το σιδη­ρικό έρριψε τους λύκους μέσα στη στάνη τους».

  • Η επικήρυξις του Λύκου είναι από τα κυριώτερα ποιμενικά έθιμα. Αν δεν απατώμαι, μόνον εις την Ελλάδα δεν είναι επικεκηρυγμένοι οι Λύκοι. Εις όλα τα άλλα κράτη ζη η νομοθεσία του Σόλωνος, του πρώτου επικηρύξαντος τους Λύκους. Εις τον περυσινόν Γαλλικόν προϋπολογισμόν της Γεωργίας βλέπομεν την εξής κλίμακα αμοιβών:

  • Λύκαινα εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν 75 φράγκα          
  • Λύκος                                                       50      »
  • Λυκόπουλο                                               20      »
  • Λύκος που έφαγε άνθρωπο                      100     »

  • Ο νόμος του 1882 έχει διπλασίας τιμάς, έφερε δε ως αποτέλεσμα, όπως βλέπομεν εις το ίδιον τεύχος του περυσινού προϋπολογισμού, ότι από 1336 Λύκους, που ηρίθμει τότε η Γαλλία, σήμερον, δηλαδή πέρυσιν, έμειναν μόνον 72.

  • Ζη επίσης η πρόληψις την οποίαν αναφέρει ο Βιρ­γίλιος, ότι αν σε ιδή ο Λύκος «χαβώνεσαι», τουτέστι μένεις άλαλος.

  • Αι καταστροφαί που κάνει στην Ελλάδα υπολογί­ζονται εις εκατοντάδας χιλιάδων. Γι’ αυτό ο σκοτώνων ή ο συλλαμβάνων Λύκον ανεπικήρυκτον ακόμη τον περιφέρει στα χωριά και παίρνει δώρα. Αν ο Λύκος είναι ζωντανός του γίνεται μεγάλη διαπόμπευσις. Τον γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι, με μάσιο, με ντέλφια και σφυρίγματα.

  • Ο Γύφτος δεν έχει πρόβατα κι απ’ αυτόν το βρί­σκει ο Λύκος. Το δέρμα του είναι για νταούλια και για ντέλφια.

  • Κάποτε δίκαζαν ένα Λύκο, λέγει ο μύθος. Ο Γύ­φτος εφώναξε περισσότερο από τους άλλους εναντίον του. Και ο Λύκος που δεν μιλούσε εφ’ όσον τον κα­τηγορούσαν οι άλλοι, βλέποντας τον Γύφτο να κόβε­ται εναντίον του, εγύρισε και του είπε:

  • -Καλά μωρέ Γύφτε, όλου του κόσμου του ’χω κά­μει ζημιά, αλλ’ εσένα τ’ αμόνι σώφαγα, π'ανάθεμά σε παλιόγυφτε...

  • Όταν άλλη μια φορά τον κατηγόρησαν τα ζώα ότι τρώγει πρόβατα και γίδια απήντησε:

  • -Εγώ μωρέ πειράζω τα γιδοπρόβατα; Αμ’ αν έτρωγα πράματα θα γύριζα χειμώνα καιρός γυ­μνός; Δεν θα 'φκιανα με τα μαλλιά τους μία κάπα να μη με δέρνη η βροχή;

  • Κάποτε η Αλεπού έστειλε και του εζήτησε λίγα μαλλιά γιατί δεν της έφθαναν τα δικά της να αποσώση τον αργαλειό της. Ο Λύκος κατάλαβε τι του ζητούσε και της γύρισε ένα κομμάτι κρέας.

  • -Πέστε της, είπε, άμα τελειώση τα δικά της υφά­δια να βάλη κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες για μένα...

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Ο Δεσκατιώτης ποιητής Χρήστος Μπράβος και οι δεσμοί χώματος και αίματος

Ο Δεσκατιώτης ποιητής Χρήστος Μπράβος και οι δεσμοί χώματος και αίματος


Η Δεσκάτη, πατρίδα του ποιητή Χρήστου Μπράβου και ιδεολογική τοπογραφία στην ποίησή του.
Ήταν μια συγκινητική, αποκαλυπτική και μυσταγωγική βραδιά η παρουσίαση  της συγκεντρωτικής έκδοσης του έργου τού πρόωρα χαμένου ποιητή  Χρήστου Μπράβου ‘’Βραχνός προφήτης, Ποιήματα και Κριτικά κείμενα 1981-1987’’ στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο την Παρασκευή (15.2.19). Μίλησαν φιλόλογοι  μελετητές του έργου του (Χρήστος Δανιήλ, Άννα Μπίσμπα), φίλοι και συνοδοιπόροι (Πάρις Παρασχόπουλος, Βασίλης Νιτσιάκος) και νέοι ποιητές (Χρήστος Κολτσίδας, Κυριάκος Συφιλτζόγλου) και  ακούστηκαν τραγούδια των Χρήστου Διαμαντή, Θανάση Παπακωνσταντίνου και Πάρη Παρασχόπουλου σε ποίηση του τιμώμενου. Για μένα, η νέα και καλαίσθητη συνοπτική έκδοση από το  ‘’Μελάνι’’,  με κριτική αποτίμηση και εργογραφία του ποιητή από τον  φιλόλογο Χρήστο Δανιήλ, ήταν  αφορμή για αναζωπύρωση μνημών και συναισθηματικών  δεσμών με το έργο του ποιητή  και τον κοινό ιδεολογικό, κοινωνικό και τοπογραφικό περίγυρο, που αποτελούν τον άξονα και τα βιωματικά  βάθρα της ποίησης του.
ο ποιητής Χρήστος Μπράβος (1948-1987). Πέθανε σε ηλικία 39 χρόνων.
‘Οταν το 1983 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του Χρήστου Μπράβου ‘’Ορεινό καταφύγιο΄΄ με ξάφνιασε η ιδιαίτερη ποιητική γραφή του. Μιλούσε για τα μέρη μου, την περιοχή των Χασίων όπου ανήκει και το χωριό μου, με τη σκληρότητα της γης, τις ανοιχτές πληγές από το Εμφύλιο και τα κοινά  σχεδόν βιώματα από τους μύθους της περιοχής, το δημοτικό τραγούδι και τις αφηγήσεις των πατεράδων και  των γιαγιάδων μας. Το συναισθηματικό και βιωματικό πλαίσιο,  αλλά και το ψυχικό πορτρέτο του ποιητή, συμπληρώθηκε με τη δεύτερη και αρτιότερη συλλογή  του ‘’Με των αλόγων τα φαντάσματα ‘’ δυο χρόνια αργότερα, το 1985. Ρουφούσα τα ποιήματά του, πρόβαλλε  ένας από τους καλύτερους ποιητές  της  γενιάς του ’70, που δεν κλαψούριζε το σύνδρομο του ‘’ηττημένου’’ με τα στερεότυπα των αριστερών ποιητών, αλλά  επιχειρούσε να προσεγγίσει την εμφυλιοπολεμική γάγγραινα μέσα από την αναπόληση της  καθολικής τραυματικής μνήμης.  ΄Ηταν ο   συντοπίτης ποιητής μου, ο ‘’ποιητής της μητριάς πατρίδας’’ και ‘’της ηπειρωτικής ενδοχώρας’’ όπου τον ενέταξαν οι κριτικοί,  με συναγωνιστή και  άγγελο φύλακα της μνήμης του τον Ηπειρώτη ποιητή Μιχάλη Γκανά.
Η Δεσκάτη Γρεβενών, γενέθλιος τόπος του ποιητή  και η Κρανιά Ελασσόνας, η γενέτειρά μου, ανήκουν  στην ίδια γεωφυσική και κοινωνιολογική  ενότητα, τα Χάσια, στο ορεινό ‘’τριεθνές’’  της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Η πείρου. Τα δυο κεφαλοχώρια, που ανήκουν σε διαφορετικές διοικητικές περιφέρειες,  αλλά στην ίδια εκκλησιαστική διοίκηση,  απέχουν μεταξύ τους δεκαοχτώ χιλιόμετρα και  οι κάτοικοί τους έχουν διαχρονικές σχέσεις και  επαφές.  Και γω από μια τυχαία σύμπτωση πήγα στο γυμνάσιο  Ελασσόνας αντί για το ημιγυμνάσιο Δεσκάτης που με προόριζε ο πατέρας μου. Τα βιώματα και οι μνήμες, εξάλλου,  είναι της ίδιας γενιάς, σοδειά του Εμφυλίου και οι δυο, το 1948 ο ποιητής, το 1945 η αφεντιά μου.  Η Δεσκάτη δεν αναφέρεται στα ποιήματα αλλά ο περίγυρός της είναι παρών και  ταυτοποιημενος. Μνήμη και οσμή του θανάτου παντού:
=ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΤΟΠΟΣ, Πατρίδα των απόντων./ Οι φράχτες και οι φωλιές των βράχων/ κρατούν ακόμη βογκητά./ Ο χρόνος μετριέται/ με τα Ψυχοσάββατα.   
=ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ, Μην περπατήσεις/ τούτα τα βουνά/ η μάνα λέει/ δεν κάνει  να πατάμε/ πεθαμένους.
=Όμως το πιο γλυκό βιολί/ το παίζει ο θάνατος.
=Με κόσκινο εμάζεψαν το αίμα. Άλλοι είπαν τον είδαν νεκρό στο Βίτσι/ άλλοι ζωντανό στην Τασκένδη./Ο πατέρας. Ενθύμιον λύπης…’’  

‘’Ενθύμιον λύπης’’, στίχος του Μπράβου, είναι ο υπότιτλος του αφηγήματός μου ‘’Το ξενάχωμα’’ στην πρώτη έκδοση του 1996. Γράφτηκε με τη συναισθηματική συντροφιά και την ιδεολογική και ποιητική αύρα του ποιητή, καθώς καταγράφονται πεζολογικά  παρόμοια βιώματα και μνήμες με τον  Χασιώτη ποιητή. Ένα  απόσπασμά του αναφέρεται στον περίγυρο, στα βουνά,  τα περάσματα και τα φαντάσματα που έβλεπε ποιητικά ο Μπράβος.
‘’Μασουλώντας με αργές κινήσεις τα κόλλυβα, βαριόθυμοι θωρούσαν τον τόπο ενάγυρο, το πετρόχτιστο χωριό που χάλασε από τις κακουχίες και την εγκατάλειψη, πέρα μακριά  τον συννεφιασμένο Όλυμπο και τον χλομό  Αμάρμπεη. Όσο απομακρύνονταν τα μέρη, τόσο γίνονταν πιο όμορφα και νοσταλγικά, όπως οι άνθρωποι που φεύγουν και δεν βλέπονται, δεν έχουνε την αγριάδα και το ψυχοβγάλσιμο  των κοντινών τόπων. Γύρω τα βουνά των Χασίων μαυρίζουν το μάτι, παντού κριάκουρα, βράχια  και γκρεμοί, σάρες και πέτρινες πλαγιές γεμάτες αγριόπετρες και λιανολίθι, βαθιές νεροσυρμές  και ορμητικοί χείμαρροι που παρασέρνουν μάρμαρα και ασβεστόλιθους, ξεθάβουν ζωγραφιστά θραύσματα αρχαίων κεραμικών , ασπρισμένα κόκαλα και κρανία ανώνυμων αγωνιστών.  Όπου να κοιτάξεις βουβαίνεσαι, σαν να βγαίνουν από το χώμα φαντάσματα και σου κόβουν τη μιλιά….
Καθισμένοι μετά το ξενάχωμα στα σκαλοπάτια του ξωκλησιού και τους  γρανίτες της νεκροπλαγιάς, αναπολώντας με σφιχτά χείλια χαρές και λύπες, γλέντια και γάμους, κηδείες και μοιρολόγια, καημούς ζώντων και τεθνεώτων , ερασιτέχνης  φωτογράφος της οικογένειας τράβηξε τρεις φωτογραφίες με την αυτόματη  μηχανή του ως ενθύμιον λύπης…
Το βιβλίο μου, που ήταν αφιερωμένο ‘’στη μνήμη των αφανών της αδερφοσφαγής’’,  είχε επισέλιδο μότο  ένα απόσπασμα από  τη συλλογή του Μπράβου ‘’Με των αλόγων τα φαντάσματα’’ που είχε να κάνει με τη ζοφερή μνήμη, κοινό κλίμα  της ποίησης του Μπράβου και του ‘’Ξεναχώματος’’:
Όταν χτυπά η βροχή  στους τσίγκους/ και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια/ έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι/σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν. 
Εντύπωση μού είχε κάνει ένα ποίημά του  με μακρόσυρτο τίτλο, το μόνο ίσως επώνυμο του Μπράβου – ανάμεσα στους  ανώνυμους ‘’λυπημένους’’ ,  ‘’παράνομους’’ και  ‘’χαροκαμένους’’ – για τον διαβόητο λήσταρχο της περιοχής μας Θωμά Γκαντάρα (είχα ομώνυμο συμμαθητή της οικογένειας) και τον περίφημο φωτογράφο των Τρικάλων Α. Μάνθο, που μελοποιήθηκε από τον μουσικό Θανάση Παπακωνσταντίνου:
Τίτλος: Όπου, στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας,
ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί

Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος/ έπαιρνε νύχτα τα στενά για το Βαρούσι./ Τους γάμους θα σκεφτόταν ως το σπίτι του/  και τους θανάτους, που εκράτησε για πάντα./ Μα πιο πολύ στο βράδυ εγυρνούσε του Αυγούστου/ που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά/ κλέφτης μην έρθει κι έπεσε/  για τον δίκαιο τον ύπνο.
Δεν άκουσε σκυλί, πόρτα να τρίξει/ κι απ’ τον φεγγίτη της σκεπής/  τον είδε που γλιστρούσε -/ άγγελος,  με τα δόντια στο μαχαίρι.
Η ποίηση του Μπράβου έγινε γνωστή στο πλατύτερο κοινό με τη μελοποίηση ποιημάτων του με τίτλο ‘’Βραχνός προφήτης’’ (φράση του ποιητή) από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου το 2000, από τη ‘’Λύρα’’. Δεν είναι τυχαίο, γιατί ο συνθέτης έχει βιωματική συγγένεια με τον ποιητή και την περιοχή του, καθώς έχει καταγωγή από την Κρανιά και το γειτονικό χωριό Λουτρό.
Δεν έτυχε να συναντηθούμε από κοντά με τον ποιητή, δεν ταίριαξε, παρόλο που τον αναζήτησα αρκετές φορές. Ήταν όμως ωσεί παρών, με τα βιβλία του μόνιμα στο κομοδίνο μου. ‘’Ξανασυναντήθηκα’’ με τον ‘’Βραχνό προφήτη’’, ύστερα από χρόνια,  τον Φλεβάρη του Δεκαεννιά, συγκινημένος κι ανταριασμένος στην  θερμή παρουσίαση του συγκεντρωμένου έργου του από τις εκδόσεις  ‘’Μελάνι’’ στη Θεσσαλονίκη. Πέρα από τις παλιές συλλογές και τα νέα ποιήματα που περιλαμβάνει η συγκεντρωτική έκδοση, είδα με χαρά και τη βαθιά φιλολογική γνώση και αίσθηση  στις δημοσιευμένες κριτικές του για την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη και του Γιάννη Δάλλα, μεγάλων ποιητών  που είχε ως δασκάλους και πρότυπα στην αρτίωση της ποίησής του.

Όσο για τα βιογραφικά του, παραθέτω ένα δικό του ιδιότυπο αυτοβιογραφικό:        Γεννήθηκα στη Δεσκάτη το 1948. Τις νύχτες του χειμώνα η γιαγιά   μου μού ’λεγε δημοτικά τραγούδια –  ακούω ακόμα τον «Πραματευτή». Ο Πατέρας μού διηγιόταν ιστορίες από το αντάρτικο. Θυμάμαι εξόριστους να γυρίζουν  – με τον X. Ν. λύνουμε σταυρόλεξα τα καλοκαίρια. Ο καλύτερος, ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα –  σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49. Τα καλοκαιριάτικα βράδια λέγαμε ιστορίες για φαντάσματα – μερικοί τολμηροί κατηφόριζαν ως το νεκροταφείο και γύριζαν με κρανία ή κόκαλα. Από το 1976 ζω στην Αθήνα. Χρήστος Μπράβος, 31 Μαρτίου 1982»
Συμπληρωματικά: Σπούδασε μαθηματικά στην Πάτρα και εργαζόταν στο υπουργείο Οικονομικών. Πέθανε το 1987  σε ηλικία μόλις 39 χρόνων, από ύπουλη και καλπάζουσα ασθένεια, χωρίς να προλάβει να απλώσει το ταλέντο του. Άφησε δυο παιδιά και τη γυναίκα του Ερμιόνη, που κρατάει έμπρακτα τη μνήμη του και παραβρέθηκε συγκινημένη στην εκδήλωση της Θεσσαλονίκης.
Χ.ΖΑΦ.
-Ακούστε τον Χρήστο Μπράβο να απαγγέλλει ποιήματά του.  

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

εθισμός στην ανομία

Ένα σπρώξιμο. Ή: Γιατί έχουμε τόσο κακή σχέση με τον νόμο;

ANADOLU AGENCY VIA GETTY IMAGES
Πρόσφατα δόθηκε στη δημοσιότητα ένα σύντομο βίντεο από την εισβολή μαθητών στο γραφείο του Υπουργού Παιδείας. Σε αυτό φαίνεται ένας μαθητής να σπρώχνει προς την έξοδο αξιωματικό της Αστυνομίας. Κάποιοι έγραψαν πως ήταν αστυνομικός υποδιευθυντής, δεν γνωρίζω. Και δεν έχει πολλή σημασία.
Το περιστατικό αυτό είναι προφανώς ασύμβατο με ευρωπαϊκή χώρα, με κράτος που έχει υιοθετήσει στοιχειώδεις αρχές δικαίου, ίσως και με οποιαδήποτε συντεταγμένη κοινωνία. Δυστυχώς δεν σοκάρει όσο θα έπρεπε επειδή έχει προηγηθεί μακρόχρονος εθισμός στην ανομία.
Η ανομία είναι διαφορετικό πράγμα από την παρανομία, η οποία αποτελεί την παραβίαση του νόμου από κάποιον που γνωρίζει πως είναι παράνομος. Ανομία όμως είναι η κατάργηση του θεσμισμένου νόμου ως ψυχικού γεγονότος, η εξέγερση του ψυχισμού απέναντι στον νόμο ως έκφραση της κοινωνίας, η ερήμωση του κοινωνικού συμβολικού.
Με αυτές τις εκφράσεις προσπαθώ να περιγράψω την πλημμελή εσωτερίκευση, συνεπώς και ελλειμματική ψυχική αποδοχή, εκείνων των αρχών λειτουργίας της κοινωνίας τις οποίες καθορίζει ο συμβατικός ανθρώπινος νόμος. Δεν πρόκειται για την κατάργηση κάθε αρχής, δεδομένου ότι άλλες αρχές, επηρεαζόμενες από άγραφους ‘νόμους’, οικογενειακές αξίες, συλλογικά συμφέροντα κτλ. ενδέχεται να παραμένουν ισχυρές. Με άλλα λόγια, η άνομη ελληνική κοινωνία δεν είναι μια κοινωνία χωρίς αρχές, δεν είναι δηλαδή χαοτική και αποδιοργανωμένη, αλλά μια κοινωνία η οποία στην μεγάλη της πλειονότητα είναι απρόθυμη να τηρεί τους νόμους τους οποίους θεσπίζει και προτιμά αρχές οι οποίες εμπνέονται συνήθως είτε από συγγενικούς είτε από συντεχνιακούς δεσμούς.
Η ελληνική ανομία αποτελεί ιδιότυπο φαινόμενο. Δεν είναι έκφραση ιδεολογικού μηδενισμού, αλλά ακύρωση της κοινωνίας και του κράτους προς όφελος ιδιωτικών πηγών έμπνευσης. Αυτός που εξασκεί την ανομία δίνει προτεραιότητα στο ατομικό του συμφέρον, στην οικογενειακή ιδιοτέλεια, στο όραμα του γκρουπούσκουλου στο οποίο ανήκει κ.ο.κ. Ο μπαχαλάκης των Εξαρχείων και ο ‘νοικοκύρης’ που κλέβει το δημόσιο για να αποκαταστήσει οικονομικά τα παιδιά του έχουν πολύ λιγότερες διαφορές από όσες φαντάζονται. Οι αξίες τους ενδέχεται να είναι αντιδιαμετρικές, οι τρόποι τους οποίους μετέρχονται διαφέρουν εντυπωσιακά, όμως αμφότεροι αρνούνται την ισχύ του νόμου και τον επικαλούνται όταν τους συμφέρει.
Ο Έλληνας δεν φαίνεται να πάσχει από έλλειψη νοήματος: απλά το νόημα ζωής του δεν περνά μέσα από το κοινό καλό. Λογοδοτεί, με άλλα λόγια, στο ιδιωτικό του σύμπαν μόνο. Η κοινωνικοποίησή του είναι ιδιόμορφη και παρουσιάζει στοιχεία προνεωτερικά, δηλαδή εποχής κατά την οποία δεν υπήρχε συνείδηση πολίτη. Πάντως αξιοσημείωτη παραμένει η ικανότητά του να προσαρμόζεται εύκολα στην τάξη του νόμου όταν διαβιώνει σε δυτικές κοινωνίες. Το στοιχείο αυτό συνηγορεί υπέρ της υπόθεσης πως η ανομία του δεν αποτελεί ‘ουσιοκρατικό’ συστατικό του, αλλά ότι συνίσταται σε μια πολιτισμική κατασκευή, σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο ανομικής κουλτούρας.
Αξίζει να μνημονεύσουμε εδώ και την αξιοσημείωτη αντίσταση του νεοέλληνα στον διαχωρισμό του δημόσιου από το ιδιωτικό, χαρακτηριστική της κοινωνικοπολιτικής μας ζωής και συνυπεύθυνη (μεταξύ άλλων αιτίων) και για την εκτεταμένη και βαθειά διαφθορά. Πολλοί αποφασίζουν να αναλάβουν δημόσια αξιώματα βλέποντάς τα ως προέκταση του ζωτικού χώρου και των συμφερόντων του ιδιωτικού τους μικρόκοσμου˙ στην περίπτωση αυτή η εμπλοκή με τα κοινά δεν γίνεται συνήθως με κίνητρο την προσφορά, αλλά αντίθετα με όρους χρήσης. Το δημόσιο, με τις ποικίλες λειτουργίες του, γίνεται αντικείμενο ‘πειρατείας’ προς ιδιωτικό όφελος. Αυτή είναι μια τυπικά ναρκισσιστική στάση, παρ’ όλο που συχνά δεν γίνεται αντιληπτή ως τέτοια.
Είναι χρήσιμο να σημειωθεί εδώ ότι ο ναρκισσιστικός πειρασμός ενδέχεται να λάβει και τη μορφή, όχι της περιφρόνησης προς τον νόμο, αλλά μιας ψευδεπίγραφης εξύμνησης του λαού ως πηγής του νόμου. Η λαϊκιστική αυτή εκδοχή οδηγεί εξ ίσου σε ανομία διότι ο λαός εκλαμβάνεται ως υπερκείμενος του νόμου: αφού αυτός τον διαμορφώνει κατά βούληση (διάβαζε: οι ηγέτες του) εύλογα δεν υπόκειδται σε αυτόν. Είναι περιττό να τονίσω την εκ του πονηρού προέλευση αυτής της στρέβλωσης, η οποία επιτρέπει στους λαϊκιστές ηγέτες που την εμπνεύσθηκαν να επωφελούνται πρώτοι από την απάρνηση του νόμου.
Το δυστύχημα είναι πως στη χώρα μας η ανομία εμφανίστηκε εδώ και πολλά χρόνια στη μικροκλίμακα της καθημερινότητας και μάλιστα σε νεαρές ηλικίες. Μιλώ για τις καταλήψεις σχολείων. Στην αρχή πίσω τους βρίσκονταν παρατάξεις, δηλαδή κόμματα, στην πορεία όμως οι καταλήψεις αυτονομήθηκαν ως συνήθεια και απέκτησαν λαϊκή ‘ερασιτεχνική’ βάση. Έτσι γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με το αυτονόητο ότι μπορεί να διακόπτεται η εκπαιδευτική λειτουργία χωρίς συνέπειες. Αυτό συνοδεύτηκε από την φασιστική νοοτροπία ότι όποιοι θέλουν έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στη ζωή άλλων ανθρώπων και να τους στερούν από ένα κοινό αγαθό. Το οποίο, μάλιστα, πληρώνεται από δαπάνες των φορολογουμένων˙ άλλη μια πτυχή της ανώριμης εθελοτυφλούσας στάσης του λαού μας ότι τα χρήματα είναι ανεξάντλητα.
Ανομία βλέπουμε επίσης και στους δρόμους. Θα άξιζε να μάθουμε αν υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία τόσοι οδηγοί δικύκλων κυκλοφορούν χωρίς κράνος. Ενίοτε και δίπλα στους αστυνομικούς (!) οι οποίοι παρακολουθούν μακάριοι, όντες εθισμένοι στην ανομία, πιθανόν εφαρμόζοντάς την και οι ίδιοι εκτός υπηρεσίας. Η οδήγηση χωρίς κράνος (θα έπρεπε να είναι περιττό να το αναφέρω) αποτελεί αντικοινωνική πράξη, αφού σε ένα ατύχημα δημιουργείται σοβαρότερη σωματική βλάβη, ή και θάνατος, κάτι το οποίο επιβαρύνειοικονομικά και ψυχολογικά πολλούς άλλους.
Κάθε μορφή ανομίας είναι αντικοινωνική, αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το μυστικό. Ο σύγχρονος Έλληνας δεν είναι αντικοινωνικός, αλλά δεν αποτελεί η κοινωνία και το κράτος το πεδίο της κοινωνικής του αναφοράς. Ο σύγχρονος Έλληνας λογοδοτεί ψυχικά μόνο στους συγγενείς και φίλους του, οπότε η κοινωνία και το κράτος γίνονται αντιληπτά είτε ως εμπόδια και εχθροί, είτε ως βολικά μέσα για εκμετάλλευση.
Η ιδιότητα του πολίτη, όμως, συνεπάγεται α) ψυχική αποδοχή του νόμου ως αυτοπεριορισμού, β) νομιμοποίηση του κράτους στην συνείδηση, γ) υπευθυνότητα απέναντι στην κοινωνία. Και στα τρία οι επιδόσεις μας είναι πολύ φτωχές. Την ίδια στιγμή, όμως, στις προσδοκίες του από τους πολιτικούς ο νεοέλληνας παραμένει βαθιά πολιτικό όν, είναι έντονα πολιτικοποιημένος. Αυτή η αντίθεση ακριβώς φανερώνει ότι το κράτος και η πολιτική στον τόπο μας εκλαμβάνονται ιδιοτελώς, ως προστάτης συμφερόντων˙ να η πηγή της περίφημης πελατειακής σχέσης!
Με άλλα λόγια, ο νεαρός ο οποίος απώθησε τον αξιωματικό της Αστυνομίας έχει απαίτηση (και καλά κάνει) να τον προστατέψει αυτός όταν στον δρόμο κάποιοι του ληστέψουν τα χρήματα και το κινητό, ή όταν γίνει διάρρηξη στο σπίτι του. Διαχωρίζοντας, όμως, μια περιοχή ‘αβάτου’, δηλαδή μη αναγνωρίζοντας δικαιοδοσία στην Αστυνομία εκεί που ο ίδιος παραβαίνει τον νόμο, αρνείται στον εαυτό του την ιδιότητα του πολίτη και αποκαλύπτει ότι χρησιμοποιεί το κράτος ναρκισσιστικά. Ψυχολογικά, ο ναρκισσιστής δεν υπακούει σε νόμο καθολικά αποδεκτό, επειδή νόμος είναι η επιθυμία του.
Η σκηνή αυτού του σπρωξίματος συνιστά όντως ‘ύβρη’ με την αρχαιοελληνική έννοια, και όχι μόνο επειδή ο αξιωματικός είχε την ηλικία του πατέρα του. Χρειάζεται, όμως, να μην τη βλέπουμε απομονωμένη, αλλά ως γεγονός το οποίο αποκαλύπτει τη γενικότερη ‘ύβρη’ μας, δηλαδή τον σφετερισμό της κοινωνίας και του κράτους από έναν ψυχισμό ο οποίος θέλει να αντλήσει τα μέγιστα από αυτά, χωρίς όμως να αποτελεί μέρος τους.www.huffingtonpost.gr/
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες