το χωριο μας

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ψηφιακή γενιά

Γράφει η Δώρα Μακρή makrinaria.blogspot.gr


Ψηφιακή γενιά

Χάσμα; Ποιό χάσμα; Χάσμα είχαμε με τη μάνα μας και ορκιζόμασταν μερόνυχτα ότι ποτέ μα ποτέ δεν θα γινόμασταν όπως εκείνη. Μεγαλώνοντας όμως ανακαλύπτουμε μια χασματάρα τεράστια. Οχι με τη μάνα μας πια, διότι κάθε μέρα της μοιάζουμε όλο και περισσότερο- αδιανόητη συνθήκη αυτή κάποτε- αλλά με τα παιδιά μας.

Και ναι. Μπορεί στο θέμα των σχέσεων να υπήρξαμε μεγαλώνοντάς τα λίγο πιο απελευθερωμένοι απ ´οτι υπήρξαν οι γονείς μας, τα βοηθήσαμε με τις έννοιες της ελευθερίας, της επιλογής, του ανθρωπισμού κλπ κλπ. Γνωρίσαμε τα αγόρια ή τις κοπέλες τους, τα καλέσαμε και σπίτι - όχι με "σκοπό το γάμο" φυσικά. Κάναμε κι άλλα πολλά απελευθερωμένα, όπως ισχυριζόμασταν, με μόνο στόχο καθόλου να μη μοιάσουμε στους γονείς μας που σχετικώς μας περιόριζαν. Άλλες εποχές, τότε...

Η χασματάρα που δημιουργείται τώρα είναι ότι έχουμε να κάνουμε με παιδιά που τα πάντα τα ανακαλύπτουν στο διαδίκτυο, αυτά τα παιδιά της ψηφιακής γενιάς, τα οποία όμως αποφεύγουν όλο και περισσότερο τα κοινωνικά δίκτυα όπου εμείς πέσαμε με τα μούτρα. Και παλεύουμε μερόνυχτα ή να παρηγορήσουμε τις μοναξιές μας ή να ενημερωθούμε ή απλά να εκτονωθούμε. Εκείνα όμως, είναι τα παιδιά της παγκοσμιοποίησης, που γειτονιά τους είναι ο κόσμος όλος. Μας τον φέρνουν πιο κοντά μας ανά πάσα στιγμή. Τόχουν ευκολάκι να παίρνουν τη μία πτήση πίσω από την άλλη και να τρέχουν στη Νικαράγουα και την επομένη σε ένα αφρικανικό χωριό. Η να είναι παντελώς αδιάφορα για την τηλεόραση με την οποία εμείς γαλουχηθήκαμε. Τη θεωρούν γερασμένη και οπισθοδρομική. Εμείς, εξακολουθούμε να τη βλέπουμε.

Μας μιλούν για επαναστατικές εφαρμογές, βιάζονται ή δυσανασχετούν όταν είναι να μας δείξουν ότι το λάπτοπ μας πάει αργά διότι το πληκτρολόγιό του διαθέτει πολλά περισσότερα και "έξυπνα" πλήκτρα απ όσα έχουμε μάθει εμμονικά να χρησιμοποιούμε. Αντιδρούν στην προσήλωσή μας να ασχολούμαστε με μία γερασμένη και κομματική πολιτική που για τα ίδια είναι ανερμάτιστη διότι ο δικός τους λογισμός τρέχει σε πολλά άλλα θέματα απολύτως αφαιρετικά και χωρίς τα δικά μας καλούπια. Επιλέγουν δε κάτι επαγγέλματα τα οποία καθόλου δεν καταλαβαίνουμε τι είναι και βαθιά μέσα μας πιστεύουμε ότι ποτέ δεν θα επιζήσουν με αυτά. Επιπλέον δεν καταλαβαίνουμε καν το αντικείμενό τους. Κι ας μη μας λες και αμόρφωτους όπως ενδεχομένως ήταν οι γονείς μας. Ούτε και ακαλλιέργητους. Παρόλ´ αυτά όμως, μια ώρα συζήτησης μαζί τους, είναι ικανή να τροφοδοτήσει με ιδέες το μυαλό μας, που σκάλωσε σε στερεότυπα.

Η χασματάρα υπήρχε και θα υπάρχει στον αιώνα τον άπαντα κι ας το αρνούμαστε με κάθε τρόπο. Κλαιγόμαστε νυχθημερόν ότι τους παραδίνουμε έναν σκάρτο κόσμο κι αυτά έρχονται και μας λένε ότι δεν είναι έτσι και " ναι τα κάνατε λίγο σαλάτα αλλά μη μας υποτιμάτε". Κι εμείς κολλάμε στη βελόνα της ανεργίας αλλά αυτά δεν σκέφτονται ποτέ τη σύνταξη διότι δεν ξέρουν καν αν θα συνταξιοδοτούνται ούτε και στα 70 τους . Εμείς μάθαμε να είμαστε τυφλοί στο " παραπέρα" κι εκείνα ήδη το έχουν προσπεράσει. Μάθαμε να τους μιλάμε με όρους πεπερασμένους κι εκείνα χρησιμοποιούν άλλους τρόπους έκφρασης. Κι όταν έρχεται εκείνο το βλέμμα της συγκατάβασης από μεριά τους, ίδιο κι απαράλλαχτο με το δικό μας προς τους γονείς μας, καταλαβαίνουμε ότι μεγαλώσαμε. Και η ακατανοησία μπαίνει ανάμεσά μας...

Τηλεφωνώ στη μαμά μου.
Τι ωραία που συννενοούμαστε πλέον! Η χασματάρα μας είναι παρελθόν.


Δώρα Μακρή
Μαδρίτη

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

η ξυλόσομπα

Ο χειμώνας γύρω από τη σόμπα


Για δεκάδες χρόνια η ξυλόσομπα είχε χαθεί από το προσκήνιο. Επανήλθε τελευταία λόγω οικονομικής κρίσης.
Υπήρχαν εποχές που η ξυλόσομπα ήταν μεγάλο απόχτημα. Προσπαθούσε να ζεστάνει τα σπίτια, που στα περισσοτερα, από τις χαραμάδες στις πόρτες και στα παράθυρα άκουγες μέσα τον αέρα να σφυρίζει τα χειμωνιάτικα βράδια. Εκτός από ζεστασιά δημιουργούσε θαλπωρή αφού όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη τριγύρω της.
Πριν φτάσει στο σπίτι του φτωχού είχε ήδη φτάσει στο καφενείο του χωριού. Στα δικά μας χωριά αντικατέστησε το «τζάκι» και θεωρούνταν μεγάλη πρόοδος και εξέλιξη για την εποχή. Με τα ξύλα που δεν έλειπαν από κανένα σπίτι, εκτός ζεστασιά παρείχε μαγείρεμα και ψήσιμο.
Οι φωτογραφίες που δανειστήκαμε από το: Φωτογραφίες Μνήμες Παράδοση, αναφέρονται σε παλιότερες και πολύ δυσκολότερες εποχές.

Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel
…για το περιοδικό LIFE


Ελλάδα 1948, Φωτογραφία από Dimtri Kessel
…για το περιοδικό LIFE







Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών στον σύγχρονο βίο



H βλακεία, ως αντίθετο της ευφυΐας, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ορισμένους τύπους και ομάδες ανθρώπων που βλέπουν την εξουσία σαν πηγή εξυπηρέτησης ιδιοτελών συμφερόντων και πελατειακών διασυνδέσεων. Έτσι οι «βλάκες», εν αντιθέσει προς τους ευφυείς, επιδιώκουν, συνήθως με ανέντιμα, αθέμιτα ή και παράνομα μέσα, να εξυπηρετήσουν ιδιοτελή συμφέροντα εις βάρος του κοινού αγαθού. Το πρόβλημα τους ομως είναι ότι δεν διαθέτουν την διανοητική ικανότητα να διακρίνουν τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των ενεργειών τους στην κοινωνία και στον ίδιο τους τον εαυτό. Ο κύριος στόχος της μελέτης, η οποία διατρέχεται από ένα πολύ ιδιάζον χιούμορ, είναι να αναδείξει ουσιώδεις διαστάσεις και όψεις της παθογένειας της νεοελληνικής κοινωνίας, οι οποίες φαίνεται να είναι διαχρονικές και οπωσδήποτε σύγχρονες.
Ο κοινωνιολόγος Ευάγγελος Λεμπέσης διετέλεσε πολιτικός σχολιαστής, αρθρογράφος, καθηγητής Παντείου, αρχισυντάκτης πολλών εντύπων, διευθυντής ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών και πολλά άλλα, από το 1930 μέχρι το 1956 περίπου.  Γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1906 και σπούδασε στη Γερμανία. Το δοκίμιο αυτό, που γράφτηκε στην αρχική του μορφή στην καθαρεύουσα το 1941, δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Σεπτέμβριο του 1941 στο νομικό περιοδικό «Εφημερίς των Ελλήνων Νομικών» και αναδημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 1976 στο νομικό περιοδικό «Διοικητική Δικαιοσύνη», αποτελεί μια κοινωνική κριτική εναντίον της διαφθοράς και της αναξιοκρατίας, και σήμερα κυκλοφορεί τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή. 
ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ

Οι βλάκες ταξινομούνται σε δύο κύριες μεγάλες ομάδες, τελείως αντίθετες μεταξύ τους, και ακόμη άλλες τρείς παραλλαγές. Η πρώτη ομάδα βρίσκεται στις κατώτερες κοινωνικές βαθμίδες, κατέχει τις υποδεέστερες κοινωνικές θέσεις και αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης. Το ενδιαφέρον εστιάζεται κυρίως στη δεύτερη ομάδα, οι βλάκες της οποίας  κατέχουν σπουδαίες θέσεις στην κοινωνία. Με βάση την αρχή της ελαχίστης προσπαθείας, συνασπίζονται για να αντιμετωπίσουν μια ισχυρότερη δύναμη στο πρόσωπο των ολίγων ή του ενός, και οργανώνονται σε ομάδες, οι οποίες στην κοινωνιολογία ονομάζονται «κλίκες».
Αυτός ο τύπος ανθρώπου έχει μία μανία, να ανήκει σε οργανώσεις, πάσης φύσεως και όσο το δυνατό περισσότερες. Αυτό εξηγείται πρώτα πρώτα από την έλλειψη ατομικότητας, η οποία συνεπάγεται μία μεγάλη ευκολία αγελοποίησης. Εκτός τούτου, διακατέχεται συνεχώς από φόβο και πανικό μήπως περιέλθει σε οποιοδήποτε «περιθώριο». Αποτέλεσμα: Δημιουργείταιαυτόματη συρροή βλακών σε πάσης φύσεως οργανώσεις. Και εάν μεν οι οργανώσεις αυτές είναι συμφεροντολογικές, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων τους. Εάν όμως είναι πνευματικές, συν τω χρόνω, περιέρχονται σε πλήρη βλακοκρατία.
Κατόπιν όλων τούτων επόμενο είναι ότι οι λεγεώνες των βλακών ωθούνται και υφίστανται ακατανίκητη έλξη από τις παντός είδους αγελαίες, αντιατομιστικές και ομαδιστικές οργανώσεις και θεωρίες, καθώς επίσης και από πάσης φύσεως παρεμβατισμό ή διευθυνομένη οικονομία. Έτσι εξηγείται και η ατελείωτη επιλογή βλακών στα ομαδικά συστήματα, η οποία με την βοήθεια μιας πολιτικής βίας κατοχυρώνεται και σαν πολιτικό και κοινωνικό καθεστώς. Η ελευθερία της σκέψης (χρήσιμη μόνον σε εκείνους που διαθέτουν σκέψη) είναι για τους βλάκες ιδιαίτερα αντιπαθητική, διότι ασκούμενη από άλλους στρέφεται εναντίον τους, εναντίον των συμφερόντων τους και εναντίον των εξουσιαστικών θέσεων τις οποίες κατέχουν.
Με βάση τα παραπάνω είναι εύκολο να ερμηνευτεί και η ακατανίκητη τάση των βλακών προς πάσης φύσεως αγελαίες εμφανίσεις, κοσμικές συγκεντρώσεις, προβολή από τα Μ.Μ.Ε, διακρίσεις, τίτλους, «διπλώματα» και κάθε είδους «παράσημα». Και εδώ προκύπτει ένα μεγάλο ερώτημα: Από πού κι’ ως πού είναι δεδομένη η δυνατότητα της βλακικής αγέλης να δράσει με τρόπο αποτελεσματικό; Αυτό συμβαίνει κατά πρώτον διότι ωρισμένοι βλάκες κατέχουν θέσεις υποδεέστερες μεν, αλλά εντελώς «μοιραίες» στον κοινωνικό οργανισμό, ο οποίος στην πράξη βασίζεται στις κατώτερες του βαθμίδες. Στην πράξη, τα πρόσωπα των ανωτέρων βαθμίδων  εξαρτώνται από τα κατώτερα και μερικές φορές μάλιστα αυτή η εξάρτηση παίρνει μορφές καθαρά εκβιαστικές. Για παράδειγμα, ένας υπάλληλος μπορεί να προωθήσει ή να ενταφιάσει μία υπόθεση σε μία υπηρεσία ή να καλύψει έναν εγγληματία σε μία αστυνομική αρχή, σε περίπτωση που τα κατώτερα πρόσωπα της ιεραρχίας είναι αλληλέγγυα προς αυτόν. Κατά δεύτερον οι «κλίκες» μπορούν να προωθήσουν τα μέλη τους σε ανώτερες βαθμίδες και να αναδείξουν τον εαυτόν τους, παρακωλύοντας αντίθετες ενέργειες υπερκειμένων παραγόντων για την προώθηση προσώπων αξίων και ικανών. Έτσι, τα δεδομένα της βλακοκρατείας κλιμακώνονται και η καταστάσεις διαιωνίζονται. Ενός βλακός ερχομένου, μύριοι έπονται. Διότι ένας βλάξ, εφόσον ανέλθει, θα προωθήσει πρόσωπα μόνον κατώτερα από τον εαυτόν του.
Οι βλάκες ταξινομούνται σε τρείς μεγάλες υποομάδες ή παραλλαγές. Η πρώτη παραλλαγήπεριλαμβάνει βλάκες και ανίκανους οι οποίοι ανέρχονται και επικρατούν ατομικά και καταλαμβάνουν θέσεις στις οποίες η ανεπάρκεια τους είναι τουλάχιστον ανεκτή αν όχι και πλεονεκτική. Πολλές φορές οι άνθρωποι αυτοί καταλαμβάνουν αξιώματα με τα οποία ουδέποτε θα καταδεχόταν να ασχοληθεί ένας σοβαρά απασχολούμενος άνθρωπος. Άλλοτε όμως μπορεί να γίνουν ακόμη και σοβαροί παράγοντες μίας κυβέρνησης ή ακόμη και πρόεδροι μίας Δημοκρατίας. Και βέβαια όλα τα αξιώματα διανθίζονται με διακρίσεις, παράσημα, δεξιώσεις κ.ο.κ. Για μία τέτοιου είδους άνοδο απαιτούνται ειδικά προσόντα: Πρώτον παντελής έλλειψη προσωπικότητας. Αυτή εκδηλώνεται με μόνιμη απουσία γνώμης πάνω στο οποιοδήποτε ζήτημα, με το φόβο της σύγκρουσης και της διαφωνίας, καθώς επίσης και με μία ολιγόλογη ανιαρότητα, η οποία μπορεί να εκληφθεί και σαν βαθύνοια ή σοβαρότητα, στην πραγματικότητα όμως οφείλεται απλά και μόνον στην απόλυτη έλλειψη πνεύματος. Με λίγα λόγια αυτού του τύπου οι βλάκες είναι σοβαροφανείς και διακρίνονται σε δύο υποομάδες: Αυτούς που «ψωνίζουν», δηλαδή αγοράζουν αλλά δεν πουλάνε, και αυτούς που «σνομπάρουν».
Αυτοί που «ψωνίζουν» έχουν έκδηλη στο πρόσωπο την βλακώδη πονηρία. Η εξυπνάδα ενός τέτοιου βλάκα συνίσταται στην πεποίθηση της ικανότητας του να κρύβει με μεγάλη επιμέλεια την ίδια του την εξυπνάδα. Έτσι λοιπόν αποφεύγει να μιλάει και περιορίζεται να ακούει τα λεγόμενα των άλλων, τα οποία μάλιστα συνοδεύει και με ένα εξυπνώδες ηλίθιο μειδίαμα. Αποφεύγει να απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» για να εκτεθεί. Κατ’ αρχήν θεωρεί τον κάθε άνθρωπο εχθρό, ο οποίος καραδοκεί να του αρπάξει, με σκοπό να τον εκθέσει, όποια τυχόν εκδήλωση του ξεφύγει κατά λάθος. Γι’ αυτό και ένας τέτοιος τύπος είναι όλη την ώρα ιδιαίτερα προσεκτικός. Τον καθένα που εκφράζεται με γνώμες και απόψεις τον θεωρεί αναμφισβήτητα βλάκα, ενώ ο ίδιος φροντίζει να κρύβει με επιμέλεια την ευφυϊα του πίσω από ένα συγκαταβατικό μειδίαμα. Για τους διανοούμενους, και ιδίως για αυτούς που αγωνίζονται, τρέφει απέραντη περιφρόνηση και τους αντιμετωπίζει με συγκρατημένη αυτοπεποίθηση, συγκατάβαση και μετριόφρονα υπεροχή.
Αυτοί που «σνομπάρουν» αποτελούν μία πραγματική κοινωνική μάστιγα. Αυτοί, ως επί το πλείστον, μιλούν πολύ και περιπλέκουν με υπέρμετρο στόμφο πράγματα μικρά, προφανή και αυτονόητα που τα παρουσιάζουν για μεγάλα, δυσνόητα και σπουδαία. Διανθίζουν μάλιστα και το πομπώδες ύφος τους με μία στάση προστατευτική, η οποία ζητά να κατακτήσει την συμπάθεια του κόσμου, ενώ στην πραγματικότητα μοναδικό σκοπό έχει να υποτιμήσει τους άλλους.
Στη δεύτερη παραλλαγή εντάσσονται οι λεγόμενες χρυσές μετριότητες, οι οποίες μέσα σε μία στοιχειώδη εξυπνάδα αποφασίζουν να υποδυθούν ότι είναι βλάκες, να κάνουν δηλαδή την «πάπια», όπως λέει και ο λαός. Είναι δηλαδή κάποιοι στοιχειωδώς ευφυιείς οι οποίοι υποκρίνονται, διότι, ζώντας ανάμεσα σε τελείως βλάκες, ξέρουν ότι, αν η στοιχειώδης ευφυία τους αποκαλυφθεί, η παρουσία τους κινδυνεύει να γίνει ασύμφορα προκλητική. Αυτός ο ρόλος βέβαια είναι ιδιαίτερα δύσκολος. Πρώτα πρώτα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κρύψει κανείς την οποιανδήποτε πνευματική ή ψυχική ζωή του και τις αναπόφευκτες αντανακλάσεις της όποιας εσωτερικότητας στην εξωτερική του εμφάνιση. Έτσι η παρουσία ενός στοιχειωδώς ευφυιούς, που δεν διαθέτει και ιδιαίτερο υποκριτικό ταλέντο και προσπαθεί να κάνει την «πάπια», εκπέμπει μία αύρα ανθρώπου σε κατάσταση άμυνας ή φυγής και στη χειρότερη περίπτωση ζώου σε κατάσταση πανικού. Τα αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα της απέχθειας και του φόβου για τους απέναντι, της αποφασιστικότητας να ξεπεράσει τον εαυτό του αλλά και της αυτοαπόρριψης για τον συμβιβασμό που κάνει, προδίδουν την επί της ουσίας αδυναμία του να συναγωνιστεί τους «άλλους». Άλλωστε, οι άλλοι, ως γνήσιοι βλάκες, δηλαδή φτωχοί στο πνεύμα και επίπεδοι στο συναίσθημα, διαθέτουν τέτοιο ένστικτο καχυποψίας, εξ αιτίας του οποίου η κάθε προσπάθεια του στοιχειωδώς ευφυϊούς για να υποκριθεί ματαιώνεται και η κάθε πραγματική του ειλικρίνεια εκλαμβάνεται σαν υποκρισία.
Ο βλάκας έχει την ένστικτη καχυποψία τόσο ανεπτυγμένη, ώστε αδυνατεί να αναγνωρίσει και να εννοήσει συλλογισμούς και ευφυϊείς υπολογισμούς  που βασίζονται στην διάννοια. Για τον βλάκα ο μηχανισμός της διάννοιας είναι ξένος και νοητικά απροσπέλαστος. Απέναντι στη σκέψη των άλλων αισθάνεται άοπλος και ανυπεράσπιστος. Έτσι, μία μόνον άμυνα διαθέτει, όπως ακριβώς ένα άγριο ζώο ή ένας πρωτόγονος άνθρωπος:  Την ένστικτη καχυποψία. Η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονηρία λειτουργούν τελικά αντίθετα από την διάννοια και κόντρα σε αυτήν, παρά το γεγονός ότι, εξελικτικά, η διάννοια δεν είναι κάτι το οποίο αναπτύσσεται αντίθετα ή ανεξάρτητα από το ένστικτο, αλλά αποτελεί εμπλουτισμό του ενστίκτου με λογικά μέσα. Πονηρία είναι η ενεργητική όψη και το δεύτερο στάδιο της καχυποψίας, η πονηρία δηλαδή συνεπάγεται δράση. Δράση όμως κατά κύριον λόγο αμυντική, η οποία προϋποθέτει ένα ζώο πνευματικά αμήχανο και ενστικτωδώς πανικόβλητο. Ως εκ τούτου δε, και εξαιρετικά επικίνδυνο. Η βλακώδης ποιότητα συλλογισμών και συμπερασμάτων προάγει την παθητική άμυνα που λέγεται καχυποψία σε ενεργητική άμυνα και δράση εναντίον «υπόπτων»… Εκτός αυτού, βλακώδεις συλλογισμοί και συμπεράσματα έρχονται να τεθούν σε πρακτική εφαρμογή και να δραστηριοποιήσουν μεθόδους ανάλογης πνευματικής υποστάθμης, όπως κολακεία, ψεύδος, ραδιουργία, κλάψα και επαιτεία, προσφορά υπηρεσιών με ανήθικο περιεχόμενο, χαφιεδισμό, χειροφιλήματα, εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων και ό,τι άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ανάλογα με την περίσταση. Αυτή η τελευταία θετική και προσοδοφόρα χρησιμοποίηση της πονηρίας ονομάζεται επιτηδειότης. Και εδώ συμβαίνει και πραγματοποιείται το εξής καταπληκτικό: Η ευτέλεια και η διανοητική κατωτερότητα των κολακευομένων προσδίδει μεγάλη δύναμη στα βλακώδη μέσα, τόσο μεγάλη ώστε οι βλάκες, με την λεγόμενη επιτηδειότητά τους, καταφέρνουν τελικά και πετυχαίνουν τον σκοπό τους, προωθούνται και επικρατούν.
Εδώ βεβαίως τίθεται ένα πάρα πολύ μεγάλο ερώτημα: Ποιά υποκατηγορία βλακών είναι η πλέον επικίνδυνη για την κοινωνία, αυτή που διαπράττει όλα όσα αναφέραμε παραπάνω ή εκείνη που θεωρεί ως ευφυείς όλους αυτούς τους επιτήδειους βλάκες; Με άλλα λόγια ποιός είναι περισσότερο βλάξ, ο κολακεύων ή ο κολακευόμενος; Όπως όμως και να έχει το ζήτημα, βέβαιον είναι ότι όλα τα μέσα της λεγόμενης επιτηδειότητας είναι εντελώς άσχετα με την ευφυϊα και ότι κανένας πραγματικά ευφυής δεν έχει καμία απολύτως ανάγκη να τα χρησιμοποιήσει από την στιγμή που η ευφυϊα αναμφισβήτητα δίνει στον κατέχοντα την δυνατότητα να πολεμήσει και να επικρατήσει με την αξία του. Ότι τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούν οι επιτήδειοι είναι ευκολώτερα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστέψει στην ειλικρίνεια του επιτηδείου είναι βλάξ, επίσης δεν αμφισβητείται. Είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι, εαν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ θα είναι και αναγκαστικά και αυτός ο οποίος τον πείθει; Αλλοίμονο… Κανένας ευφυής δεν έχει μέχρι τώρα κατορθώσει να πείσει έναν βλάκα και καμία συνεννόηση δεν έχει επιτευχθεί μεταξύ ετερογενών εγκεφάλων. Δύο κεφαλές, για να συνεννοηθούν, πρέπει να είναι ή εξ ίσου κενές ή εξ ίσου πλήρεις. Κλασσική είναι η αποτυχία των ευφυών οι οποίοι κατά καιρούς αποπειράθηκαν να εισέλθουν στον ψυχοδιανοητικό κόσμο των βλακών. Και αλλοίμονο… Εάν οι βλάκες τυχαίνει κάποτε να είναι και ισχυροί εξουσιαστές των υψηλών αξιωμάτων, τραγική είναι η μοίρα των αποτυχόντων ευφυών. Τόσο τραγική μέχρι του σημείου να οδηγηθούν αυτοί οι άτυχοι στην απελπισία και καμιά φορά και στον τερματισμό της σταδιοδρομίας τους ή ακόμα και της ζωής τους. Αντιθέτως, ούτε ένα νέφος δεν διατάραξε ποτέ την σύμπνοια μεταξύ των ομοειδών εκείνων βλακών οι οποίοι θεωρούν τους ατυχήσαντες αυτούς ευφυείς αναμφισβητήτως βλάκες.
Η τρίτη παραλλαγή αποτελεί μία προχωρημένη μορφή της προηγουμένης. Εδώ εντάσσονται κάποιοι βλάκες-απατεώνες, συνοδευόμενοι μάλιστα από μία ακόμη βλακώδη υποομάδα, τους βλάκες-θαυμαστές των απατεώνων. Οι πρώτοι δεν διστάζουν να διακηρύττουν με κομψότητα, βάσει κάποιου λεγόμενου ωφελιμισμού, ότι η τιμιότητα είναι βλακεία. Όμως, αν ένας βλάκας καταφεύγει στην επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματικών του μέσων, εξ αιτίας της ίδιας πενίας και έλλειψης θα καταφύγει και στην απάτη. Ως γνωστόν, απάτη είναι είτε η παρουσίαση ψευδών πραγμάτων ως αληθών, είτε και η απλή αποσιώπηση της αλήθειας. Από έναν τέτοιον ορισμό προκύπτει η επικρατέστερη άποψη των συνηθισμένων ανθρώπων ότι η απάτη επιτυγχάνει αφ ενός μεν λόγω της ευφυϊας του απατεώνα, αφ ετέρου δε λόγω της ευπιστίας του θύματος. Όμως, ο καθένας, ακόμη και ένας βλάκας, μπορεί να παρουσιάσει ψεύτικα πράγματα ως αληθινά. Η απάτη είναι ο διανοητικά ευκολώτερος δρόμος, γι’ αυτό και καταφεύγει σε αυτήν ο στερημένος από άποψη ευφυϊας. Αντιθέτως τα έντιμα μέσα είναι δυσκολώτερα, διότι προϋποθέτουν διανοητική ενέργεια και πραγματική ατομική αξία. Παρόλα ταύτα, μεταξύ των θαυμαστών των απατεώνων είναι ευρύτατα διαδεδομένη η αντίληψη ότι ένας απατεώνας όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάκας, αλλά οπωσδήποτε είναι ευφυής. Αυτή η αντίληψη προέρχεται από την «θεωρία» των βλακών περί της ευπιστίας. Πράγματι, είναι αλήθεια ότι ο βλακωδέστερος των βλακών θα μπορούσε να εξαπατήσει έναν Κάντ ή έναν Μπετόβεν. Κι’ αυτό διότι η ευπιστία, θεωρώντας εκ των προτέρων τα άλλα άτομα ως έντιμα και συνεπώς ευφυή, είναι το μεγαλύτερο τεκμήριο πνευματικής ανάπτυξης και πολιτισμού. Όμως οι βλάκες είναι εθισμένοι να «σκέπτονται» όχι με τον νοητικό μηχανισμό, τον οποίον άλλωστε δεν διαθέτουν, αλλά με χονδροειδείς και μόνον εξωτερικές εντυπώσεις. Δεν ερευνούν τις αιτιοκρατικές σχέσεις, αλλά εντυπωσιάζονται από το μεμονωμένο γεγονός μιας επιτυχημένης απάτης, και από ένα τέτοιο γεγονός συνάγεται με συνοπτικές διαδικασίες αφ ενός μεν η βλακεία του θύματος, αφ ετέρου δε η ευφυϊα του απατεώνος.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΒΛΑΚΩΝ
Eύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η παραγωγή βλακών δεν είναι ταξική. Η φύση δεν έδωσε σε μία ωρισμένη κοινωνική τάξη το επίζηλο αυτό προνόμιο. Καμία κοινωνική τάξη δεν στερήθηκε τους βλάκες και τον ιδιαίτερο κοινωνικό τους ρόλο. Η βλακεία δεν έχει ταξική πατρίδα. Ψυχολογικές είναι οι διαφορές που δημιουργούν τις ποικιλίες και τις παραλλαγές μεταξύ των βλακών που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις και η εκάστοτε ανώτερη τάξη φαίνεται ότι έχει προικιστεί πλουσιοπάροχα με τους πλέον διασκεδαστικούς από τους τύπους αυτούς. Ο βλάκας της ανώτερης τάξης, με την φυσική ατροφία στον βουλητικό του κόσμο και χωρίς καμία δικιά του πνευματικότητα, λαμβάνει πολύ σοβαρά υπ’ όψιν του την ατελείωτη σειρά από τα «πρέπει» και τις απαγορεύσεις που του επιβάλλει η ευπρεπής του οικογένεια. Έτσι, μέσα στον ταξικό του κύκλο κερδίζει τον τίτλο του «καλού παιδιού», ενώ στην αντικειμενική διάλεκτο θα μπορούσε να αποκληθεί με επιείκεια «ευπρεπής» ή «καθώς πρέπει βλάξ». Αντίθετα, ένα παιδί του λαού ονομάζεται σε αντίστοιχη περίπτωση, κατά κυριολεξία και χωρίς επιείκεια, πολύ απλά και πολύ λαϊκά και εντελώς απερίφραστα «κόπανος». Και στα πλαίσια της κατώτερης κοινωνικής τάξης τα πράγματα είναι για τον βλάκα πάρα πολύ πιο δύσκολα. Ένας βλάκας ανώτερης κοινωνικής τάξης απολαμβάνει στην μαθητική του ηλικία όλη την μορφωτική αγωγή και περιποίηση, που τον κάνουν να παραμένει ψυχολογικά αμείωτος. Αυτό όμως σε πρεσβύτερη ηλικία επαυξάνει την γελοία του αυτοπεποίθηση, του δίνει την δυνατότητα να φτάσει ανενόχλητος σε υψηλά κοινωνικά αξιώματα και η ατομική του ύπαρξη, ως μη ώφειλε, είναι γνωστή στην κοινωνία. Αντίθετα ένας βλάκας-παιδί του λαού χειραγωγείται πολύ σκληρά, τόσο από τους γονείς του, όσο και από τους δασκάλους του και τους συμμαθητές του στο σχολείο. Και αυτή η σκληρότητα μπορεί να τον φτάσει μέχρι την πλήρη ψυχολογική εξουθένωση με την υποτίμηση, τους προπηλακισμούς, τις φάρσες, τις ύβρεις και τις βιαιοπραγίες. Μετά από όλα αυτά βέβαια ο βλάξ των λαϊκών τάξεων είναι πάρα πολύ δύσκολο να ανέλθει στην κοινωνική κλίμακα, γι’ αυτό και, σε σύγκριση με τον γεμάτο αυτοπεποίθηση και έπαρση βλάκα των ανωτέρων τάξεων, είναι πολύ λιγώτερο γελοίος, συμπαθέστερος, σεμνότερος, εν πολλοίς άγνωστος και βεβαίως ακινδυνώτερος. Όπως και να έχουν τα πράγματα όμως, το πνευματικό προλεταριάτο πάσης ταξικής καταγωγής είναι ένα και ενιαίο.
ΤΕΛΙΚΑ ΜΗΠΩΣ Η ΤΙΜΙΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΒΛΑΚΕΙΑ;
Μετά από όλη αυτήν την θεώρηση των πραγμάτων, ένα μεγάλο ζήτημα που προκύπτει είναι η σχέση μεταξύ του βλάκα και του επιτήδειου ή και του απατεώνα. Με άλλα λόγια, η σχέση ανάμεσα στην τιμιότητα και την βλακεία ή ανάμεσα στην ανηθικότητα και την ευφυϊα. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι θεωρούν τον επιτήδειο και τον απατεώνα ενδεχομένως ανήθικους, τους κατατάσσουν όμως αναμφισβήτητα μεταξύ των ευφυϊών. Οι περισσότεροι συνηθισμένοι άνθρωποι διαχωρίζουν την ανηθικότητα από την βλακεία και το ήθος από την ευφυϊα. Όμως συμβαίνει εντελώς το αντίθετο: Ο επιτήδειος και ο απατεών είναι απλά και μόνον υποδιαιρέσεις του βλακός. Και ιδού πώς: Κανένας άξιος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Κανένας άνθρωπος με πραγματική αξία δεν έχει ανάγκη να γίνει επιτήδειος ή απατεών. Η πονηρία αποτελεί φυσική ιδιότητα των βλακών και αναπτύσσεται σαν η μόνη εφικτή άμυνα, στην οποία η φυσική ατροφία του νοητικού μηχανισμού των βλακών επιτρέπει να αναπτυχθεί. Από αυτήν και μόνον την διαπίστωση προκύπτει ότι μόνον ένας άνθρωπος πνευματικά ανάπηρος έχει ανάγκη την επιτηδειότητα και την απάτη για να προωθηθεί και να επικρατήσει. Απόλυτη συνέπεια τηςπνευματικής αναπηρίας ενός βλάκα είναι άλλωστε όχι μόνον η αγελαία του τάση, όχι μόνον ηπροώθησή του, πλάτη με πλάτη, με την λεγεώνα των ομοίων του, αλλά και η έλλειψη αντίθετης γνώμης, η αποφυγή κάθε σύγκρουσης και κάθε μάχης, και η προσφυγή, αντί όλων αυτών, στα ευτελέστερα και ευκολώτερα μέσα της κολακείας, των  εκδουλεύσεων, τηςεπιτηδειότητας και της απάτης. Εξ’ ού και έπεται το ακλόνητο τούτο δόγμα: Η ανηθικότητα αποτελεί αποκλειστικό προϊόν βλακείας.

Συγγραφέας: Ευάγγελος Λεμπέσης

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Θα αγοράζατε ένα αυτοκίνητο που έχει προγραμματιστεί να σας σκοτώσει αν πρέπει να σώσει δύο ή περισσότερους πεζούς;

Ποιoν θέλεις να σκοτώσει το αυτόματο αυτοκίνητό σου;


Θα αγοράζατε ένα αυτοκίνητο που έχει προγραμματιστεί να σας σκοτώσει αν πρέπει να σώσει δύο ή περισσότερους πεζούς; Το φαινομενικά υποθετικό αυτό ερώτημα απασχολεί τα τελευταία χρόνια κυβερνήσεις, φιλοσόφους και αυτοκινητο­βιομηχανίες σε όλο τον κόσμο. Και απάντηση δεν βρίσκουν…

Τα αυτόνομα αυτοκίνητα δεν έχουν αυτογνωσία. Δουλειά τους είναι να οδηγούν, όχι να σκέφτονται

Ερικ Σμιτ - πρώην CEO της Google
Το έτος 2030 κινείστε σε έναν ορεινό επαρχιακό δρόμο με το αυτόνομο αυτοκίνητό σας -χωρίς οδηγό- όταν πετάγονται στον δρόμο τρία παιδάκια. Σε δέκατα του δευτερολέπτου το σύστημα ελέγχου του αυτοκινήτου πρέπει να αποφασίσει αν θα στρίψει απότομα οδηγώντας σας σε βέβαιο θάνατο ή θα κινηθεί ευθεία σκοτώνοντας τα παιδιά.
Η απόφασή του θα εξαρτηθεί από έναν αλγόριθμο που έχει δημιουργήσει η κατασκευάστρια εταιρεία και ο οποίος θα πρέπει να συνυπολογίσει τα οφέλη και τις απώλειες σε υλικές ζημιές και ανθρώπινες ζωές.
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι προγραμματιστές του συγκεκριμένου αλγόριθμου απασχολεί εδώ και δεκαετίες την Ηθική. Ουσιαστικά αποτελεί μια ακόμη παραλλαγή του περίφημου «προβλήματος του τραμ» που διατυπώθηκε τη δεκαετία του '60: ένα τραμ κινείται εκτός ελέγχου σε μια σιδηροτροχιά όπου βρίσκονται δεμένα πέντε άτομα.
Ενας εξωτερικός παρατηρητής μπορεί να αλλάξει τη σύνδεση των γραμμών σε μια διασταύρωση ώστε το τραμ να περάσει σε άλλη γραμμή. Εκεί όμως θα σκοτώσει έναν ανυποψίαστο εργάτη που πραγματοποιεί εργασίες συντήρησης.
Ερευνες απέδειξαν ότι το 90% των ερωτηθέντων υποστηρίζει ότι ο παρατηρητής πρέπει να θυσιάσει τον εργάτη προκειμένου να σώσει τα πέντε άτομα.
Σε μια πιο σύνθετη παραλλαγή του προβλήματος, που παρουσίασε η Αμερικανίδα φιλόσοφος Τζούντιθ Τζάρβις Τόμσον, ο εξωτερικός παρατηρητής μπορεί να σώσει τα πέντε άτομα μόνο αν σπρώξει στις γραμμές ένα βαρύ αντικείμενο. Και το μόνο που του βρίσκεται είναι ένας χοντρός κύριος που στέκεται δίπλα του.
Θα αναλάβει όμως να σκοτώσει έναν άνθρωπο με τα ίδια του τα χέρια για να σώσει πέντε άλλους; Και πώς θα επηρεάσει την απόφασή του το αν γνωρίζει προσωπικά τον χοντρό κύριο, αν αυτός είναι καλός άνθρωπος ή αν είναι ο δράστης που έδεσε τα πέντε άτομα στις ράγες;
Η Τόμσον παρουσίασε και μια ακόμη πιο ακραία εκδοχή (χωρίς τραμ) στην οποία ένας γιατρός έχει πέντε ετοιμοθάνατους ασθενείς που χρειάζονται μεταμοσχεύσεις οργάνων.
Οταν χτυπά την πόρτα του ένας άγνωστος στην περιοχή τουρίστας (που συμπτωματικά είναι συμβατός δότης για όλους τους ασθενείς) ο γιατρός αναρωτιέται εάν θα έπρεπε να τον σκοτώσει για να σώσει τους πέντε ασθενείς του.
Οσο πιο σύνθετο είναι το «πρόβλημα του τραμ» τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι δεν υπάρχουν προκαθορισμένες ηθικές απαντήσεις – άλλωστε η ίδια η ηθική, όπως μας δίδασκε και ο Λένιν, μεταβάλλεται από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή όταν αλλάζουν οι κοινωνικές συνθήκες και εν τέλει οι παραγωγικές σχέσεις.
Εχουν όμως αυτά κάποια σχέση με τα νέα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό ή μήπως αποτελούν νοητικές ασκήσεις για να κρατάμε απασχολημένους τους φιλοσόφους μας;
Στην περίπτωση του αυτοκινήτου, όπως είπαμε, το ερώτημα είναι ποιος θα καθορίσει τον αλγόριθμο. Δηλαδή σε ποιον θα δώσουμε την εξουσία να αποφασίζει ποιος ζει και ποιος πεθαίνει.
Αν λόγου χάρη αποφασίζει μια ασφαλιστική εταιρεία, θα προτιμά να προκαλεί δυστυχήματα με το μικρότερο οικονομικό κόστος. Αντίθετα μια αυτοκινητοβιομηχανία θα έχει στόχο να προστατεύσει τους επιβάτες του οχήματος και όχι τους πεζούς ή τους άλλους οδηγούς.
Διαφορετικά κανείς δεν θα αγοράσει ένα αυτοκίνητο εάν γνωρίζει εκ των προτέρων ότι ενδέχεται να τον «θυσιάσει» προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.
Σχετικές έρευνες μάλιστα έδειξαν ότι οι ίδιοι άνθρωποι που απαντούσαν ότι είναι καλύτερο να σκοτωθεί ένα άτομο αντί για πέντε δήλωναν ότι δεν θα αγόραζαν ένα αυτοκίνητο που θα λάμβανε αυτήν την απόφαση.
Είναι επίσης αφελές να πιστεύει κανείς ότι η νέα τεχνολογία θα φέρει την ισότητα σε ένα σύστημα που τρέφεται από τις ανισότητες και πως οι πλούσιοι οδηγοί δεν θα έχουν ένα τρόπο να παρακάμπτουν έναν αλγόριθμο που μπορεί να τους σκοτώσει. Αφήνοντας λοιπόν την απόφαση στις δυνάμεις της αγοράς είναι πιθανότερο να θρηνούμε περισσότερα θύματα.
Θεωρητικά τον τελικό λόγο θα πρέπει να έχει κάποια κρατική αρχή η οποία θα προτιμήσει την επιλογή με τα λιγότερα θύματα. Αυτό βέβαια προϋποθέτει ότι το κράτος αντιμετωπίζει τους πολίτες του ισότιμα και αποδίδει την ίδια αξία σε κάθε ανθρώπινη ζωή – γεγονός που όπως εμπειρικά γνωρίζουμε δεν ισχύει σχεδόν σε καμία περίπτωση.
Το σημαντικότερο βέβαια πρόβλημα, θα υποστηρίξουν ορισμένοι, είναι ότι από τη στιγμή που και το κράτος δεν είναι παρά ένα εργαλείο που διασφαλίζει την κυριαρχία της εκάστοτε οικονομικής ελίτ είναι πολύ πιθανότερο να υποκύψει στα αιτήματα των ισχυρότερων λόμπι του χώρου.
Πριν τους κατηγορήσουμε συλλήβδην για συνωμοσιολογία να θυμηθούμε ότι ο πρώην επικεφαλής στρατηγικού σχεδιασμού του Ομπάμα, Ντέιβιντ Πλουφ, μεταπήδησε στην εταιρεία Uber, όταν αυτή αντιμετώπιζε προβλήματα με τις αμερικανικές αρχές για τους κανόνες που διέπουν τις υπηρεσίες της.
Σήμερα η Uber πρωτοστατεί μαζί με την Google στις έρευνες για τα αυτοκίνητα χωρίς οδηγό και σύντομα θα χρειαστεί ανθρώπους που ξέρουν πώς να κινούν τα νήματα στους διαδρόμους της Ουάσινγκτον.
Η τεχνολογία είναι λοιπόν και πάλι εδώ για να κάνει τη ζωή μας ευκολότερη και ασφαλέστερη. Το θέμα είναι με ποιον θα μοιραζόμαστε τα κλειδιά του νέου μας «ΙΧ» αυτοκινήτου.
efsyn

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

καφενεία...

7 τύποι που συναντάς πάντα στα καφενεία...

7 τύποι που συναντάς στα καφενεία
Τα καφενεία, θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η σύγχρονη εκκλησία του δήμου. Μπορεί η αυθεντική να έμεινε στην ιστορία για κάτι δημοκρατίες και άλλα τέτοια χαζά, αλλά στα καφενεία  δημιουργούνται συνειδήσεις. 
Εμείς αυτά τα έχουμε φάει και με το κουτάλι και με το πιρούνι και με τα χέρια. Έτσι θεωρήσαμε χρέος μας να σου περιγράψουμε τι ακριβώς βλέπεις γύρω σου κάθε φορά. 
Αυτοί είναι οι 7 τύποι που συναντάς πάντα στα καφενεία....


Τον συγκεκριμένο τύπο τον καταλαβαίνεις πάντα από την εφημερίδα. Είτε κρατάει Ελεύθερη Ώρα είτε κάποια καμμένη εφημερίδα της επαρχίας με τεράστιους τίτλους και 11 διαφορετικές γραμματοσειρές στο ίδιο πρωτοσέλιδο. Στα κλειδιά του δεσπόζει μπρελόκ με το "πουλί" της χούντας και ο ίδιος πάντα αναπαράγει τις κλασικές πίπες που λένε οι χουντικοί. Είναι ψηλός, αντιπαθητικός και θεωρεί τον εαυτό του απόγονο των αρχαίων ελλήνων. Κάνει μόνο κρύα αστεία ενώ την πέφτει ελεεινά στη σερβιτόρα με ατάκες Στάθη Ψάλτη την ίδια στιγμή που πιστεύει ότι είναι γκόμενος. Δεν τον συμπαθεί κανείς, αλλά έχει φράγκα από τη μούφα σύνταξη που του έβγαλε το ΠΑΣΟΚ και τους κερνάει όλους, οπότε απλά τον ανέχονται. 

Πρώην δημόσιος υπάλληλος, πρώην συνδικαλιστής, πρώην μέλος κλαδικής, νυν νοσταλγός του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Πασόκος όπως κατάλαβες από το όνομά του, είναι ένας κλασικός πρασινοφρουρός που έχει αφιερώσει τη ζωή του στα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Πίνει μπύρα ΜΟΝΟ σε χαμηλό ποτήρι "ινοποιήματα", γκρινιάζει γιατί ο μεζές είναι λίγος και έχει ψωμοτύρι τη φράση "με τον Αντρέα δε θα γινόντουσαν αυτά". Ο Πασόκος θα τσακωθεί με τους "αλλόθρησκους" του καφενείου όταν θίξουν την πασοκάρα ΚΑΙ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΔΙΚΙΟ. ΝΤΑΞΕΙ; 

Αυτός είναι ο κλασικός παππούλης που δεν έχει μαντήλι να κλάψει, αλλά δεν του πάει η καρδιά να κάτσει σπίτι με τη γυναίκα του. Έτσι θα πάρει το πανάρχαιο αυτοκίνητό του και θα κατηφορίσει προς το καφενείο ελπίζοντας πως κάποιος θα τον κεράσει ή τουλάχιστον οι διπλανοί του θα πάρουν πολλούς μεζέδες. Παίζει δηλωτή με τον μεγαλύτερο μπεκρή του καφενείου και όταν εκείνος μετράει τα φύλλα, ο Τσάμπας βουτάει σαρδελίτσα, την οποία και καταπίνει αμάσητη για να μην καρφωθεί ότι την τσίμπησε. Όταν τον ρωτήσουν αν θέλει κάτι, απαντάει: "για λίγο ήρθα, περιμένει η κυρά σπίτι".
Ο Παππούλης είναι εκείνος ο κύριος που σκάει στο καφενείο πάντα με τον 4χρονο εγγονό του, οποίος φυσικά έχει και το δικό του όνομα. Παραγγέλνει ελληνικό με ολίγη "και μια πορτοκαλάδα για τον μικρό, ζεστή ε" ενώ δεν παραλείπει να ζητάει τακτικά από τον εγγονό να... "πες στον κύριο τι ομάδα είμαστε". Όταν από κάποιο άλλο τραπέζι ακουστεί μπινελίκι, ο Παππούλης θα το παίξει νευριασμένος και θα τους ζητήσει να μη βρίζουν γιατί παίζουν και παιδιά μέσα στο καφενείο. Όταν ο Παππούλης παίζει χαρτιά, έχει τον μπόμπιρα στα πόδια του και συζητάνε τα φύλλα του (ο μικρός δείχνει και ο παππούς κάνει "σσσσουουουτ"), την ίδια ώρα που συμπαίκτες και αντίπαλοι τον γαμωσταυρίζουν από μέσα τους.
Ο Νταής είναι εκείνος ο κύριος που τρώει ξύλο μέσα στο σπιτάκι του από την ίδια του τη γυναικούλα και πηγαίνει στο καφενείο για να ξεσπάσει τα νεύρα του και να δείξει το νταηλίκι του. Πίνει πολύ, λέει μόνο σεξιστικά αστεία και βάζει στοίχημα με τους γύρω του για το αν μπορεί να πηδήξει την κοπέλα που περνάει απ'έξω, στα επόμενα 4 δευτερόλεπτα. Διαλαλεί στο καφενείο ότι τη γυναίκα του την έχει σούζα ενώ μόλις εκείνη τον καλέσει, ο Νταής κάνει την πάπια στην αρχή και μόλις εκείνη κλείσει το τηλέφωνο, αυτός το κρατάει στο αυτί και αρχίζει να τη μπινελικώνει για να γίνει πιο πιστευτός στους γύρω. Φυσικά δεν γίνεται.
Η πιο συνηθισμένη φιγούρα έλληνα ψηφοφόρου και φανατικού τηλεθεατή. Μπορεί να μην πιστέψει ότι η γη γυρίζει απλά και μόνο επειδή έτσι άφησε να εννοηθεί ο Λιακόπουλος στην τελευταία του εκπομπή, αλλά πιστεύει κάλλιστα ότι η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια επειδή ήθελαν να μας τιμωρήσουν τα γιγάντια ρακούν που κυβερνούν τον κόσμο και δε γουστάρουν τους έλληνες. Στο καφενείο, ο Ψεκασμένος το παίζει προφέσορας και παραδίδει μαθήατα ιστορίας, πολιτικής, αθλητικών, οικονομίας και αστρονομίας, γιατί δε θέλει να βλέπει τους συμπολίτες του πρόβατα. Ο Ψεκασμένος είναι φανατικός χριστιανός ορθόδοξος.
Ο Λαίμαργος είναι ο πιτσιρίκος της παρέας, θεωρητικά. Γιατί στην πράξη, ο Λαίμαργος είναι ένας 80χρονος φυλακισμένος στο σώμα ενός 25χρονου. Συχνάζει στο καφενείο γιατί ξέρει πως εκεί παίζουν γαμάτοι μεζέδες και μάλιστα σε καλή τιμή. Αφού ρίξει το απογευματινό του ΚΙΝΟ, και παρκαρεί το ταξί στο οποίο μόλις έπιασε δουλειά (με στόχο να γίνει Ψεκασμένος όταν μεγαλώσει), θα μπει στο καφενείο με την παρέα του και θα παραγγείλει 620 μεζέδες για τον εαυτό του και 3 μπύρες για τους υπόλοιπους. Θα τα καταβροχθίσει γρήγορα και έτσι οι άλλοι θα μείνουν να πίνουν σκέτη μπύρα και να μπινελικώνουν τον λαίμαργο. ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΔΙΚΙΟ.aristofanis.blogspot.g

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2016

Σε ευχαριστούμε Φιντέλ

http://pitsirikos.net/2016/11/%cf%83%ce%b5-%ce%b5%cf%85%cf%87%ce%b1%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%bf%cf%8d%ce%bc%ce%b5-%cf%86%ce%b9%ce%bd%cf%84%ce%ad%ce%bb/

fidel-castroΑισθάνομαι πολύ λίγος για να γράψω για τον Φιντέλ Κάστρο. Υπάρχουν οι άνθρωποι, υπάρχουν και οι θρύλοι. Ο Φιντέλ Κάστρο ήταν -και θα είναι πάντα- θρύλος.
Το να ξεκινάς με 82 ανθρώπους για να ανατρέψεις το καθεστώς που έχει διαλύσει την πατρίδα σου, να σκοτώνονται μετά την πρώτη μάχη σχεδόν όλοι, να μην μένουν ούτε είκοσι, κι εσύ να καταφέρνεις να μπαίνεις νικητής στην Αβάνα, ως ηγέτης πια μιας λαϊκής επανάστασης, δεν πρέπει να έχει προηγούμενο ή επόμενο στην παγκόσμια ιστορία.
Αυτό έκανε ο Φιντέλ Κάστρο, έχοντας στο πλευρό του τον Τσε Γκεβάρα.
Και μετά, ο Φιντέλ Κάστρο και οι σύντροφοί του βρέθηκαν μπροστά στο αμείλικτο ερώτημα «Τι κάνουμε μετά από μια νικηφόρα επανάσταση;».
Την πετάμε, επιστρέφουμε στο παλιό καθεστώς και περιμένουμε «να ωριμάσουν οι συνθήκες»;
Περιμένουμε να επαναστατήσουν και οι άλλοι λαοί;
Κι αν δεν επαναστατήσουν ποτέ;
Το ίδιο ερώτημα κλήθηκαν να απαντήσουν ο Λένιν -όσο πρόλαβε γιατί πέθανε- και οι δικοί του σύντροφοι.
Διαρκής επανάσταση έλεγε ο Τρότσκι.
Ναι, αλλά πρέπει να νικάει η επανάσταση.
Όλα θα ήταν διαφορετικά στον πλανήτη αν και οι Γερμανοί κομμουνιστές είχαν νικήσει.
Αλλά δεν νίκησαν. Ήττήθηκαν.
Όλα θα ήταν διαφορετικά, αν ο Τσε Γκεβάρα -που προσπάθησε να συνεχίσει την επανάσταση στη Λατινική Αμερική- δεν είχε δολοφονηθεί στη Βολιβία.
Ο Φιντέλ Κάστρο ήταν ο ηγέτης μιας νικηφόρας επανάστασης σε εποχή Ψυχρού Πολέμου.
Το βλακώδες εμπάργκο των ΗΠΑ, που συνεχίζεται 56 χρόνια μετά, στέλνει τον Φιντέλ Κάστρο στην παρέα της Σοβιετικής Ένωσης -ο Κάστρο δεν ήταν κομμουνιστής όταν έμπαινε νικητής στην Αβάνα το 1959, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας ιδρύεται το 1965- και την Κούβα να προσπαθεί να κρατήσει τις σωστές αποστάσεις και να βρει τον δικό της δρόμο για τον σοσιαλισμό.
Δύσκολα πράγματα αυτά. Ειδικά, για μια μικρή χώρα που βρίσκεται δίπλα στην πιο ισχυρή χώρα του κόσμου και την πιο καπιταλιστική.
Δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός σε μια μόνο χώρα, όσο μεγάλη κι αν είναι αυτή, όπως έγραψε ο Μαρξ.
Σοσιαλισμός, ή παντού, ή πουθενά.
Για την ώρα, πουθενά. Η σοσιαλδημοκρατία έγινε κι αυτή νεοφιλελέ.
Δεν πέθανε ο Φιντέλ Κάστρο. Ο Φιντέλ Κάστρο έζησε. Στα όρια.
Εμείς είμαστε πεθαμένοι και δεν το ξέρουμε.
Σε κάθε περίπτωση, είναι εντελώς γελοίο να ζει κάποιος σε ένα προτεκτοράτο, όπως είναι η Ελλάδα, και να κάνει κριτική στον Φιντέλ Κάστρο.
Ο Κάστρο δεν έκανε εκλογές λένε κάποιοι.
Γιατί, εσύ που έκανες εκλογές, τι κατάλαβες;
Άλλα ψηφίζεις, άλλα γίνονται. Τα αντίθετα ακριβώς.
Ένα δημοψήφισμα το θυμάσαι; Ή το ξέχασες κι αυτό;
Καλό είναι σε αυτή τη ζωή να έχεις λίγη αυτογνωσία.
Καλό είναι να μπορείς να αντιληφθείς ποιος είσαι εσύ και ποιος είναι ο άλλος.
Όσο δύσκολο και επώδυνο κι αν σου είναι αυτό.
Αντίο Φιντέλ.
Ας είναι ελαφρύς ο βούρκος που μας πλακώνει.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Κάποιες φορές να λες: Δε γαμιέται



http://sanejoker.info/2016/10/so-fucking-what.\

de

Δύο άνθρωποι στο δάσος αποφάσισαν να κάνουν ένα διαγωνισμό κοψίματος ξύλων. Πήραν από ένα πριόνι και ξεκίνησαν να κόβουν κορμούς.
Όμως ο ένας από αυτούς κάθε τόσο σταματούσε το κόψιμο, έπαιρνε το πριόνι και έμπαινε στην καλύβα του. Έβγαινε μετά από δέκα λεπτά και συνέχιζε. Ο άλλος δεν σταματούσε να πριονίζει, και χαμογελούσε, βέβαιος για τη νίκη του.
Όταν τελειώσανε δεν χρειαζόταν καν να μετρήσουν τα κομμένα ξύλα. Ο σωρός εκείνου που κάθε τόσο σταματούσε ήταν εμφανώς μεγαλύτερος.
– Πώς έγινε αυτό; τον ρώτησε ο ηττημένος. Εγώ δεν σταμάτησα στιγμή να πριονίζω, ενώ εσύ κάθε τόσο έμπαινες στην καλύβα σου.
– Ναι, αλλά εγώ, όταν έμπαινα μέσα, ακόνιζα το πριόνι μου, του απάντησε ο νικητής.
~~
Αυτή την ιστορία τη διάβασα πριν πολλά χρόνια σ’ ένα βιβλίο του Στίβεν Κόβεϊ. Αυτός είναι (ήταν, σκοτώθηκε κάνοντας ποδήλατο) σύμβουλος επιχειρήσεων στη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού.
Μάθαινε τους διευθυντές πώς θα κάνουν τους εργαζόμενους να αποδίδουν τα μέγιστα. Τι τους έλεγε; (με λίγα λόγια): «Πληρώστε τους καλά, αφήστε τους να ξεκουραστούν, δώστε τους ελευθερία κινήσεων, κάντε τους ν’ αγαπήσουν την εργασία τους, να νιώσουν υπεύθυνοι και περήφανοι για όσα καταφέρνουν».
Όμως το ακόνισμα του πριονιού, που αναφέρει κάθε τόσο μέσα στο βιβλίο του, δεν αφορά στην βελτίωση των ικανότητών τους, σε κάποια δια βίου και αέναη μάθηση.
Πιο πολύ, ο Κόβεϊ, στοχεύει στην ανάπτυξη της πνευματικότητας -όσο παράξενο και ν’ ακούγεται αυτό για έναν σύμβουλο διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού.
Τι εννοεί όταν αναφέρεται στην πνευματικότητα; Ποιο είναι το αληθινό ακόνισμα του πριονιού;
Εν συντομία μπορούμε να πούμε ότι «ακονίζουμε το πριόνι μας», κάθε φορά που αποδεσμευόμαστε απ’ τη ρουτίνα της καθημερινότητας, κάθε φορά που αφήνουμε πίσω τα προβλήματα, ίσως και τον εαυτό μας (εκείνον τον τύπο με ονοματεπώνυμο, ΑΦΜ, χρέη και υποχρεώσεις)
Για έναν θρήσκο άνθρωπο είναι κάτι εύκολο. Αρκεί να προσευχηθεί για λίγη ώρα στον θεό του. Κάποιος άλλος, μη-θρήσκος, μπορεί να αφιερώσει λίγο χρόνο στο διαλογισμό.
Μπορεί να περπατήσει για λίγο στο δάσος ή να κάτσει στην παραλία και να κοιτάξει τα κύματα. Μπορεί απλώς να καθίσει στο μπαλκόνι και να μην κάνει τίποτα.
Το μόνο που έχει σημασία, είναι ότι για λίγο πρέπει να ξεχάσει τον εαυτό του, τη ζωή του. Το καλύτερο θα ήταν αν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να συγκεντρωθεί στο τίποτα.
Σαν σκηνοθέτης στην ταινία της ζωής του να κάνει ένα άνοιγμα του φακού, να σταματήσει να εστιάζει στο πρόσωπο του και να δει τον κόσμο όπου ζει, να προσπαθήσει να αντιληφθεί την ολότητα -και πόσο μικρός, πόσο ασήμαντος είναι ο ίδιος μέσα στο Σύμπαν.
Να ξεκουράσει την αγχωμένη ψυχή του, που αγωνιά να καταφέρει όλα όσα πρέπει να καταφέρει. Να πει, έστω για λίγο, ένα «δε γαμιέται;» ή έστω ένα αγγλικό «so fucking what?»
Να νιώσει ότι δεν υπεύθυνος για όλα όσα (καλά και κακά) συμβαίνουν. Να σταματήσει να είναι μέρος της κοινωνίας και των επιταγών της, να τραβηχτεί πίσω και να μείνει αιωρούμενος κάπου ανάμεσα στο μηδέν και στο είναι.
Και να το κάνει κάθε μέρα, έστω για λίγα λεπτά.
Να πατάει φρένο και να λέει: «Τέλος. Τώρα δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα, δεν θέλω να με απασχολεί κανένας, δεν θέλω να προσπαθώ για κάτι. Δεν είμαι εδώ».
Μια παύση για ν’ ακονίσει το πριόνι.
Γιατί πριόνι είναι το μυαλό μας, το σώμα κι η ψυχή μας (όπως και να τη ορίσουμε αυτή). Πριόνι είναι και στομώνει απ’ την υπερβολική χρήση.
Θα καταφέρουμε περισσότερα από εκείνα που θέλουμε να καταφέρουμε αν για λίγο σταματάμε να προσπαθούμε για οτιδήποτε. Και ίσως, με αυτή την παύση, να καταλάβουμε ότι αυτά που αγωνιζόμαστε να κάνουμε δεν είναι τόσο σημαντικά όσο νομίζουμε, όταν μας διακατέχουν, όταν μας εξουσιάζουν.
Τελικά αυτό το διάλειμμα, αν μάθεις να το κάνεις μέρος της ζωής σου, σε βοηθάει να κατανοήσεις ότι η ζωή σου δεν είναι τόσο βαριά, όσο πιστεύεις όταν την κουβαλάς.
Ένα διάλειμμα είναι κι αυτή.
Κάνε ό,τι μπορείς με όσα έχεις, αλλά μην ξεχνάς πως είσαι περαστικός. Βάλε το λιθαράκι σου, πιες το κρασάκι σου, αγάπα όσο αντέχεις, κι ύστερα κλείσε τα μάτια σου, χωρίς τύψεις.
Ο κόσμος θα συνεχίζει ν’ αλλάζει, αλλά εσύ δεν θα είσαι εκεί να το δεις.
Και στο τέλος δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, όσα ξύλα κι αν κόψεις.

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

H ψυχολογία των αναρτήσεων


Του Θανάση Πάνου http://fractalart.gr/thanasis-panou-8/

f6


Κατεβαίνεις, βυθίζεσαι στις αναρτήσεις, βλέπεις και βλέπεις εικόνες, διαβάζεις και διαβάζεις και προσποιείσαι ότι διαβάζεις. Συνηθίζεις την κατάδυση στην οθόνη, στις εικόνες αγάπης, φρίκης, μεγαλομανίας, κακεντρέχειας, ζήλιας, παλιομοδίτικης προκατάληψης, προτροπής και ώσπου να φτάσεις στον απαραίτητο βαθμό παραίτησης , συνηθίζεις σε όλα. Πού και πού ξεπηδούν μικρά ευπρόσδεκτα μουσικά νησιά για να ξεκουράσουν την όραση και την ακοή και πότε-πότε μέσα στο κενό αέρος ευχών και λέξεων βουβών, πέφτεις σε κάποια νέα πρόταση όπου μπορείς να καθίσεις και να συλλογιστείς. Αλλά όχι για πολύ! Η Ανήλεη κατάδυση κυλάει δίχως σταματημό και σαρώνει τον χρόνο. Είναι βέβαια αξιοθαύμαστο πως αυτή η ψυχική πολυμορφία ασκεί μια μονότονη και υπνωτική επίδραση. Τίποτα δεν έρχεται να συναντήσει την δράση, όλα απομακρύνονται, ξεμακραίνουν στο αποπνικτικό πυκνό του διαδικτυακού σύμπαντος. Τίποτα δεν έρχεται να συναντήσει εσένα αληθινά, όλα κυλούν ειρωνικά, σαρδόνια αποστραγγίζοντας την ενέργεια. Πραγματικά νοιώθεις ότι τίποτα δεν συμβαίνει, ότι όλα είναι τρομερά οικία και τίποτα δεν είναι αληθινό, και παρόλα αυτά υπάρχει μια κρυφή προσδοκία ότι κάτι θα βρεθεί για να αγγίξει τον δικό σου κόσμο. Ένας συνεπής «αναρτητής», βέβαια, δεν θα έπρεπε ποτέ να τρίβει στα μούτρα των άλλων την ίδια του την απομόνωση τα ψυχικά του αδιέξοδα την ηλιθιότητά του και αυτό προσπαθεί να κάνει πολλές φορές φωνάζοντας εκνευριστικά, ότι είναι, αυτό που η ανάρτηση δείχνει. Οι ερωτικές, οικογενειακές, πολιτικές, θρησκευτικές, καταξίωσης και παγερού εγωισμού αναρτήσεις, γίνονται έτσι, σκαλωσιές για όλα τα ψυχικά συμβάντα.
Η νοητική δημιουργική ορατότητα επηρεάζεται από αυτά τα δεδομένα αλλά και την εσωτερίκευσή τους. Έτσι η διερεύνηση του «ιδιοκτησιακού» εξοπλισμού από ψυχολογικής σκοπιάς έχει ιδιαίτερη σημασία. Με την ανάρτηση γίνεσαι κάτοχος ενός κομματιού- έστω μικρού-του σύμπαντος κυβερνοχώρου. Επιβεβαιώνεις την ύπαρξή σου με την ιδιοκτησία αυτού του χώρου. Τα πνευματικά δικαιώματα σου ανήκουν και έτσι καλείς και διώχνεις όποιον δεν επιθυμείς. Ο Αναρτητής χαρακτηρίζεται έτσι, από τον προσωπικό του ιδιοστασιακό εξοπλισμό και ζει, κινείται και δρα μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον της οθόνης. Μπορεί να ανήκει στην πραγματική ζωή σε διάφορες πολιτικές, αισθητικές, εικαστικές-λογοτεχνικές, πολιτιστικές και γενικά κοινωνικές ομάδες, μπορεί να ασκεί διαφορετικούς ρόλους με διαφορετικό κύρος, να ανήκει σε μια οικογενειακή, μία εθνική, πολιτισμική και φυλετική ομάδα, αλλά στο διαδίχτυο δέχεται τις επιδράσεις όλων αυτών των στοιχείων, όπως και τις επιδράσεις της οργανωμένης προπαγάνδας με τη μορφή των θεσμοθετημένων κανόνων πλεύσης με αυτό το συμπαντικό όχημα. Η αποδοχή ή και απόρριψη είναι γι’ αυτό σημαντική και ασκεί μια συνεχή ψυχολογική πίεση.
Και όσο για τον αληθινό δημιουργό, αυτόν που υφαίνει και προσφέρει απλόχερα την δημιουργία του; Η δημιουργία γνωρίζουμε ότι είναι ένα εξερευνητικό ταξίδι που απαιτεί να ξανοιχτεί η νόηση και η συναίσθηση, σε θάλασσες απάνεμες αλλά και φουρτουνιασμένες. Αυτό το διαδικτυακό ταξίδι όμως έχει και όλα τα στοιχεία του τυχοδιωκτισμού. Εκτίθεται η ανάρτηση και μέσω αυτής ο δημιουργός γίνεται υποκείμενο της απανταχού κριτικής από ένα ανομοιογενές κοινό, από τυχαίους περαστικούς που μπορούν καλυμμένοι πίσω από την ανωνυμία και την τρέλα τους να πυροβολούν προς όλες τις κατευθύνσεις. Βέβαια κάποιες στιγμές καταλαβαίνουμε, πως ένας στίχος, μια λέξη μια εικόνα ή ένα σκίτσο, μας βάζουν στην καρδιά της δημιουργίας ή και της γυμνής αλήθειας. Χρειάζεται όμως η σωστή αξιοποίηση του χρόνου. Η στενή ομοαίματη σχέση του λόγου της γραφής και της εικαστικής έκφρασης αποκαλύπτεται και ενισχύεται ολοένα αν ανοίξουμε τα μάτια και το νου σε αυτά που μας περιβάλουν, να αφουγκραστούμε την φωνή τους , αρκεί βέβαια να θέλουμε και να έχουμε χρόνο, που όμως δεν υπάρχει.
Τελικά, το μυστικό της συνεχούς κατάδυσης είναι ότι καμιά ανάρτηση δεν μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη, ωστόσο μπορεί κανείς εύκολα να τις μπερδέψει μεταξύ τους. Το αντικειμενικό και το υποκειμενικό το χθες το σήμερα και το αύριο ανακατεύονται συνέχεια σε σημείο που αναρωτιέσαι αν υπάρχει χρόνος. Όλα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί χθες ή πριν ένα μήνα ή κάλλιστα ποτέ.
Οι αναρτήσεις σε ροή είναι η ίδια η αναμονή. Τι οργιώδεις πλούτος και τι πλήξη συνάμα… Και έξω ο ήλιος να σιγοψήνεται μονάχος του.
Και ξέρετε πως βασανίζει ο διάβολος τις ψυχές στην κόλαση; Τις αφήνει να περιμένουν…

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

ΟΙ ΙΠΠΟΤΕΣ ΤΩΝ ΟΡΕΩΝ


[…] Η ληστεία ως κοινωνικό φαινόμενο συναντάται παγκόσμια και πανάρχαια. Αναφορές γίνονται και στην ελληνική μυθολογία, όπου «στο ταξίδι του Θησέα από τις Κεγχρεές στην Αθήνα, θα συναντήσει τους ληστές Σίνιν Πιτυοκάμπτη, Σκύρωνα και Προκρούστη».
Στη βαλκανική χερσόνησο, η ληστρική παράδοση είναι κοινή και ενιαία για όλες τις φυλές που κατοικούν σε αυτή. Ένα ιδεώδες πρότυπο, που χαρακτηρίζει διαχρονικά όλους τους λαούς της, είναι η μορφή του «ευγενούς ληστή». Αποτελεί ουσιαστικά την παραλλαγή του «Ρομπέν των Δασών» και εκφράζεται μέσα από πάμπολλα τραγούδια και παραμύθια. Στα Βαλκάνια η λέξη που χρησιμοποιείται για να εκφράσει αυτό το τύπο ληστή είναι ο όρος «χαϊντούκος» (hajduk ή hajdut) και συναντάται σε όλες τις περιοχές.
Ο χαϊντούκος, είναι στα μάτια των κατοίκων, ο ήρωας που από τα απάτητα καραούλια εφορμά και ληστεύει τους φοροεισπράκτορες, τα καραβάνια και τις στρατιωτικές περιπόλους της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, διαμορφώνεται η αντίληψη που ταυτίζει τη ληστεία των εκπροσώπων της εξουσίας ως μια ηρωική πράξη. Έτσι, το αλβανικό εθιμικό δίκαιο θεωρεί το προϊόν μιας ληστείας νόμιμο και αδιαμφισβήτητο, εάν αποκτήθηκε με το όπλο στο χέρι, από κάποιον ισχυρό και πράξη επαίσχυντη αν ο ιδιοκτήτης είναι φτωχός.

Στον ελλαδικό χώρο, λίγο καιρό μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, αρκετοί ληστές διεκδίκησαν αναγνώριση και ένταξη στους νέους θεσμούς. Αλλά ούτε οι προσδοκίες τους εκπληρώθηκαν ούτε το κράτος έδειξε προθυμία ενσωμάτωσής τους. Η φιλοδοξία της αντιβασιλείας να δημιουργήσει τακτικό στρατό, αποκλείοντας απ’ αυτό εκείνους που πραγματικά διεξήγαγαν την «επανάσταση», μαζί με το διάταγμα για τη διάλυσή τους αποτέλεσαν την κυριότερη αφορμή για την συνέχιση και εξάπλωση της ληστείας. Και βέβαια, πέρα απ’ όλα αυτά, υπήρχαν και άλλες αιτίες όπως ο κομματισμός, ο χρηματισμός των δημοτικών αρχόντων, η υποχρεωτική τετραετής θητεία. Είναι η εποχή που εκδηλώνεται πληθώρα ανταρσιών στην επαρχία από ένοπλους ληστές και απλούς χωρικούς ενάντια στην κεντρική εξουσία, όταν οι αποφάσεις της δεν είναι αρεστές. Οι σχέσεις των ληστών με τις τοπικές κοινωνίες και κυρίως τις νομαδικές ήταν παραδοσιακά πολύ καλές, διατηρώντας στενούς δεσμούς αλληλοβοήθειας και κάλυψης. Επί πλέον, όσο ο τοπικός πληθυσμός αντιλαμβάνεται το κράτος ως απειλή της αυτονομίας του τόσο περισσότερο προστατεύει τους ληστές, οι οποίοι καταλαμβάνουν τη θέση του δικαιοφόρου και κοινωνικού ληστή. Έχουν το δικό τους «δίκαιο» και τους δικούς τους «νόμους».
«Οι ληστές κατεξευτέλιζαν κάθε τρεις και λίγο τους νόμους και τους νομοθέτες, τα εκτελεστικά τους όργανα, δηλαδή τους χωροφύλακες, αλλά και αυτό το ίδιο το κράτος. Γι’ αυτό και οι «εικοσιπεντάρηδες» ή «σακαράκες» ή «καραβανάδες» ή «σταυρωτήδες» ή «σπαθάδες», όπως αποκαλούσαν τους χωροφύλακες, με τη πρώτη ευκαιρία και για να δικαιολογήσουν τις αποτυχίες τους, εκτός από το γενικότερο και ισοπεδωτικό μέτρο της εκτόπισης ολόκληρων χωριών, βασάνιζαν για ψύλλου πήδημα τους χωρικούς και τους κτηνοτρόφους και γενικά τους ανήμπορους να αντιδράσουν κατοίκους της υπαίθρου χώρας, χτυπώντας τους μέχρι να ματώσουν με το βούρδουλα», γράφει ο Β. Τζανακάρης στο βιβλίο του, «Τα παληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν».
Αυτή η μορφή ληστείας συνεχίζεται μέχρι και τη δεκαετία του ’30, όπου σταδιακά εξαλείφεται και λόγω των οργανωμένων κατασταλτικών πρακτικών από το κράτος, αλλά και λόγω της μετεξέλιξης της δομής της κοινωνίας. Ο αστικός τρόπος ζωής και αλλοτρίωσης είχε επιδράσει καταλυτικά. Οι τελευταίοι ληστές που έγιναν γνωστοί από τη δράση τους ήταν οι: Θωμάς Γκαντάρας ή Καντάρας, Φώτης Γιαγκούλας, Περικλής Παπαγεωργίου, Πάντος και Λεωνίδας Μπαμπάνης, Τάκης και Κώστας Κουμπής και πολλοί άλλοι. Ενώ οι περιοχές που είχαν σημαντική ληστρική δράση ήταν: Στερεά Ελλάδα, Θεσσαλία, Ήπειρος και Δυτική Μακεδονία.
Ο Θωμάς Γκαντάρας πρωτοξεκίνησε τη δράση του το 1918 αλλά μετά από ένα χρόνο συλλαμβάνεται και φυλακίζεται στις φυλακές της Λάρισας. Στις 21 Νοέμβρη 1921 δραπετεύει και συνεχίζει τη δράση του απαγάγοντας τον γιο του εκατομμυριούχου Τσιοκάνου.
Οι απαγωγές αποτελούσαν συνηθισμένη πρακτική των ληστών για την απόσπαση λύτρων με γνωστότερη την απαγωγή των βρετανών αξιωματούχων στο Δήλεσι από την ομάδα του Τάκου Αρβανιτάκη. Θεωρείται ότι ο Καντάρας είχε σκοτώσει σε συμπλοκές παραπάνω από δέκα μπάτσους, ενώ ο Παπαγεωργίου που ήταν στενός φίλος του και συνοδοιπόρος έτρεφε άσβεστο μίσος κατά των χωροφυλάκων, για τους οποίους μιλούσε πάντοτε με αποστροφή.
Ένας εξ ίσου σημαντικός ληστής της περιοχής Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας υπήρξε ο Φ. Γιαγκούλας με σημαντική δράση και μέχρι τέλους ανυπότακτος. Βοηθούσε και εκείνος οικονομικά το ντόπιο πληθυσμό, ενώ παράλληλα πραγματοποιούσε και διάφορες αγαθοεργίες. Κάποια στιγμή είχε σκοτώσει τον παπά και τον πρόεδρο ενός χωριού, γιατί έφαγαν τα χρήματα που τους είχε δώσει για να χτίσουν εκκλησία και να επισκευάσουν το σχολείο της κοινότητας. Οι συμπλοκές με τους χωροφύλακες ήταν συχνές και αιματηρές, ενώ το κράτος είχε προχωρήσει και στην ίδρυση ταγμάτων κεφαλοκυνηγών των ληστών της υπαίθρου. Μάλιστα, σε μια συμπλοκή, ο μοίραρχος Πετράκης, νομίζοντας ότι σκότωσε τον Γιαγκούλα αναφώνησε: «Το σκότωσα το σκυλί, χτυπάτε αλύπητα τους άλλους», για να πάρει την απάντηση από τον λήσταρχο: «Μου έκλασες τα αρχίδια, κύριε μοίραρχε».
Υπολογίζεται ότι το Φεβρουάριο του 1930 ήταν επικηρυγμένοι 88 ληστές, μερικοί από τους οποίους είχαν καταφύγει στο εξωτερικό. Τα ποσά των επικηρύξεων τις περισσότερες φορές ήταν υψηλά και σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεσματικά για τους καταδιωκτικούς μηχανισμούς. Η ρουφιανιά σε αρκετές περιπτώσεις συντελούνταν «εκ των έσω». Η σημαντικότερη από αυτές ήταν του Γρ. Γκόρτσου που κατέδωσε τον Γιαγκούλα και τους αδελφούς Μπαμπάνη. Τον Σεπτέμβρη του 1925 του είχαν εμπιστευθεί κάτι επιστολές για να τις μεταφέρει στους αδελφούς Ραπταίους, αλλά αυτός πήγε και τις παρέδωσε στη χωροφυλακή της Κατερίνης και μαζί με αυτές και τα κρησφύγετά τους. Έτσι συλλαμβάνονται και δολοφονούνται οι Γιαγκούλας και Πάντος Μπαμπάνης ενώ ο αδελφός του Λεωνίδας παρ’ ότι συλλαμβάνεται κατορθώνει να αποδράσει.
Ο ληστής Λεωνίδας Μπαμπάνης θεωρούνταν «γάτος των αποδράσεων» λόγω της ικανότητας του να ξεφεύγει με αιλουροειδή τρόπο μέσα από χαράδρες και γκρεμούς. Μετά την τελευταία του απόδραση προετοίμαζε τον τρόπο που θα εκδικηθεί τον καταδότη Γκόρτσο. Τελικά στις 15 Φλεβάρη του 1928 θα εισβάλει στη πόλη της Κατερίνης και θα επιτεθεί στο σπίτι του ρουφιάνου, χωρίς όμως να καταφέρει να τον απαγάγει ή εκτελέσει όπως ήταν ο στόχος του.
Τα μεσάνυχτα της 10ης Απριλίου 1924 θα πραγματοποιηθεί η μεγάλη ληστεία της αμαξοστοιχίας Αθήνας-Θεσσαλονίκης από δεκαπέντε περίπου ληστές (Κάτζουρας, Παπάς, Σακελλαρίου, Τσολιάς κ.α.). Επιβάτες της αμαξοστοιχίας ήταν οι υπουργοί Βαλαλάς και Πάζης, δικαστικοί αντιπρόσωποι και στρατιωτικοί. Στο τελευταίο βαγόνι υπήρχαν σάκοι γεμάτοι χρήματα για να χρησιμοποιηθούν ποικιλοτρόπως για το επικείμενο δημοψήφισμα για «βασιλεία ή μη» της 13ης Απριλίου. Λίγο πριν τη Λάρισα, λοιπόν, στο χωριό Δοξαράς ο μηχανοδηγός σταματάει, όταν ένα κόκκινο φως προβάλει μπροστά του. Άμεσα μπουκάρουν στο τρένο οι ληστές και φωνάζουν: «Εμείς τον έναν θέλουμε!» εννοώντας τον υπουργό Εννόμου Τάξεως Θεόδωρο Πάγκαλο που κανονικά θα επέβαινε στο τρένο εάν τη τελευταία στιγμή δεν είχε αναβάλει το ταξίδι του. Παρ’ όλ’ αυτά, αποσπούν από υπουργούς, επιχειρηματίες (Γουλανδρής) και λοιπούς επιβάτες το μυθικό για την εποχή ποσό του 1.000.000 δραχμών. Τους περισσότερους απλούς επιβάτες ούτε που τους άγγιξαν ενώ αποχωρώντας δήλωσαν: «Κοιτάχτε να ψηφίσετε δημοκρατία για να μας δώσουν αμνηστία». Η Δημοκρατία, φυσικά, θα τους εκτελέσει στις 31 Μαρτίου 1925…
Στην Κρήτη, γνωστός για την δράση του, και χαρακτηρισμένος ως αντιεξουσιαστής, ήταν ο Λάμπρος Μπαρμπούνης. Αντιτάχθηκε ένοπλα κατά της στρατολογίας του από την προσωρινή κυβέρνηση Βενιζέλου, συμπαρασύροντας και άλλους που αρνούνταν τη στράτευση. Αντιμαχόταν με σθένος τόσο τους βενιζελικούς όσο και τους βασιλικούς μαζί με πολλούς συντρόφους του. Είναι εκείνος που θα επιτεθεί στις φυλακές του Ιτζεδίν και θα αποφυλακίσει 138 βαρυποινίτες, μεταξύ αυτών και τον γνωστό ληστή από τη Σάμο Κωνσταντίνο Γιαγιά. Ο Μπαρμπούνης θα δολοφονηθεί στην οδό Ερμού της Αθήνας το 1925.
Οι αδελφοί Γιαγιάδες δρούσαν στη Σάμο πραγματοποιώντας παραπάνω από 80 εξεγέρσεις, άλλες εναντίον του τούρκου δυνάστη και άλλες εναντίον των κατά καιρούς ηγεμόνων της. Γράφουν χαρακτηριστικά: «Δεν τα ξέραμε τα χάλια του ελεύθερου ελληνικού λαού. Όταν το 1914, ’15, ’16 και πέρα τα γνωρίσαμε σαν εκτοπισμένοι από τη Σάμο στη Λιβαδειά και σ’ άλλα μέρη, τότε είδαμε την κακομοιριά του και τους χωριάτες, πηγαίνοντας στη πόλη να περπατούν ξυπόλυτοι και να κρατούν στο χέρι ή στη μέση τα παπούτσια τους για να μην λιώσουν γρήγορα… Δεν γνωρίζαμε την πραγματική κατάσταση που βασίλευε και διαφέντευε τη ζωή του λαού, που θα φαινόταν πως θα τη διόρθωνε ο στρατιωτικός σύνδεσμος και ο εκ Κρήτης πολιτευτής που τον έφερε…»
Κλείνοντας, χρειάζεται να επισημάνουμε και πάλι πως η εξιδανίκευση των «ιπποτών των ορέων» ή αλλιώς των «Ρομπέν των δασών» του ελλαδικού χώρου έχει σχέση κυρίως με το ότι «κτυπούσαν» τους «πάνω». Πίσω όμως από την ηρωοποίηση υπάρχει πάντα και μια άλλη πραγματικότητα, αυτή της «χωσιάς», η αποκομιδή προσωπικών ωφελημάτων, το βόλεμα, το γλείψιμο της εξουσίας, η υπηρέτηση σκοπιμοτήτων της μιας ή της άλλης πολιτικής παράταξης, η προδοσία, η ένταξη στα «αποσπάσματα» έναντι ανταλλαγμάτων με συνηθέστερο την αμνηστία και άλλες απεχθείς πρακτικές. Η διάβρωση και η διάχυση των εξουσιαστικών αντιλήψεων και πρακτικών συμπορεύονταν και πολλές φορές αντικαθιστούσαν ή αντικαθίσταντο από τις αντιεξουσιαστικές σε μια διαρκή αλληλουχία. Στις σημερινές συνθήκες κυριαρχίας τα χαρακτηριστικά που επικρατούν σ’ αυτό το «χώρο» είναι μακράν των κοινωνικών χαρακτηριστικών που αφέθηκαν σαν παρακαταθήκη από τους κοινωνικούς ληστές. […]
Από τους πολλούς κοινωνικούς ληστές που έδρασαν στην ύπαιθρο στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, άλλοι περισσότερο και άλλοι λιγότερο, είχαν μια αξιοπρεπή και αντικρατίστικη στάση αρνούμενοι να συμβιβαστούν στις διαταγές του ελληνικού κράτους. Μπορεί η κυβέρνηση Βενιζέλου να κατόρθωσε να σβήσει τη «ληστοκρατία» της υπαίθρου, αλλά οι νωπές μνήμες και εμπειρίες αναβίωσαν και μπήκαν στην πράξη μετά την Ιταλογερμανική κατάληψη του ελλαδικού χώρου. Μπορεί αυτό το αυθόρμητο και ανυπότακτο πνεύμα να εγκλωβίστηκε μέσα από τις εξουσιαστικές δομές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ αλλά δεν έσβησε. Ακόμα κι όταν δόθηκε πεσκέσι στους κρατιστές, δεν λύγισε αλλά ορθώθηκε https://anarchypress.wordpress.com/2016/10/07/%ce%bf%ce%b9-%ce%b9%cf%80%cf%80%ce%bf%cf%84%ce%b5%cf%83-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%bf%cf%81%ce%b5%cf%89%ce%bd/ξανά κόντρα στα γούστα και σχέδια εχθρών και «φίλων».
Η μνήμη και η παράδοση όλων αυτών των σημαντικών για την διατήρηση της κοινωνικής ανυπότακτης στάσης και δράσης γεγονότων που ακούει στο όνομα «ληστοκρατία» παραμένει ανεξίτηλη και αναλλοίωτη μέχρι σήμερα, μέσα από τα ληστρικά τραγούδια και παραμύθια του κόσμου με λέξεις όπως
«Ανυπότακτοι», «Απροσκύνητοι», «Άσκυφτοι»…Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες