Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

ΥΜΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ, Τίτος Πατρίκιος

με λόγια απλά,ποίηση..
ύμνος στον φθαρτό εαυτό μας
Υπέροχο!!
Dimitra Tachatou
ΥΜΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ, Τίτος Πατρίκιος
Ι.Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος
σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται
που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα
που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του
σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει
τις δικές του προσταγές γι' αέναες επιθυμίες
για σμίξιμο και συνταύτιση μ' ένα άλλο σώμα.
Υμνώ και το κουρασμένο σώμα της γυναίκας
το λυγισμένο από τον μόχθο κάθε μέρας
το φυραμένο, με στεγνωμένους τους χυμούς
το σώμα που το απειλεί η ακινησία
το φοβισμένο από την ηλικία, την αρρώστια
που ενώ ξέρει πως τελικά νικάει ο θάνατος
δεν παραδίδεται άνευ όρων στη φθορά.
ΙΙ.
Υμνώ τα πόδια που δεν αγγίζουν λες τη γη
σαν να ήσανε αέρινα, τις γάμπες σαν σπαθιά
που σκίζουνε στα δυο και το πιο βαθύ σκοτάδι
τ' ασυμβίβαστα γόνατα, τους γλυπτούς μηρούς
που προλειαίνουν ως τα κατάβαθα τις συνερεύσεις
τους διπλοθόλωτους γλουτούς, τη χαραγή τους
το σχίσιμο του κόλπου, το κλειδί της ηδονής.
Υμνώ και τα πόδια με τους πρησμένους αστραγάλους
τα κότσια, τις τριχωμένες γάμπες τις χοντρές
μ' εξογκωμένες φλέβες, φαγωμένες από κιρσούς
τα τσακισμένα γόνατα της δουλειάς, της ορθοστασίας
τα παχιά μεριά με βούλες απ' την κυτταρίτιδα
τις αδρόσιστες, συγκαμένες, μέσα παρειές τους
τα κρεμαστά καπούλια με τους απόκρυφους καημούς.
ΙΙΙ.
Υμνώ τα όρθια στήθη όπως των αγαλμάτων
στο χάιδεμα άγουρα, στο χούφτιασμα γινωμένα
με ρόγες κόκκινες όπως οι άγριες φράουλες
τα μπράτσα που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν
τον στητό λαιμό, τις πλάτες επίπεδες κι ανθεκτικές
τη χορευτική κοιλιά με όσες χρειάζονται καμπύλες
με το χρυσό της χνούδι ακύμαντο να περιμένει.
Υμνώ και τις χαλαρές κοιλιές μανάδων
με ουλές από καισαρικές τομές, από εγχειρήσεις
τα προκοίλια γυναικών με το αδηφάγο λίπος
μοναδική απόλαυσή τους, τις κυρτωμένες πλάτες
τα μπράτσα τα πλαδαρά με τις αξύριστες μασχάλες
τους γερτούς τραχήλους, τους έρημους κούφιους κόρφους
με τους σβησμένους πόθους, τις άσβηστες ορέξεις.
IV.
Υμνώ το πρόσωπο που η ομορφιά του σε θαμπώνει
το πρόσωπο με τ' ατίθασα, ηλεκτροφόρα του μαλλιά
τα ματοτσίνουρα που αναβοσβήνουνε το φως
τη μύτη λεπτόγραμμη όπως πλώρη καϊκιού
την τέλεια γεωμετρία των χειλιών με το πηγούνι
το στόμα που στον έρωτα στάζει ροδόνερο και λόγια.
Υμνώ τα μάτια που καθρεφτίζουν δύο απρόβλεπτα πελάγη.
Υμνώ και το πρόσωπο που η ομορφιά το εγκαταλείπει
ή τρομαγμένη κρύβεται στο βάθος των ματιών
το πρόσωπο το σκαμμένο από αγκαθωτές ρυτίδες
με βλέμμα πήλινο, στεγνό, με βλέφαρα άδειες φούσκες
με φρύδια αθέριστα χωράφια, το πάνω χείλι τριχωτό
με κρεατοελιές στα χαμηλά της μύτης, στο πηγούνι.
Υμνώ το πρόσωπο που το τύλιξε μια σταχτιά σκιά.
V.
Υμνώ τα χέρια που δίνουν μορφή στην ύλη
που γράφουν στο χαρτί, στη γραφομηχανή, στον υπολογιστή
που σιωπώντας ξέρουν να μιλούν, τ' ασημένια χέρια
που σφίγγουν, θωπεύουν, αποχαιρετούν για πάντα
τα χέρια που πιάνουν ό,τι ακάθαρτο μένοντας αθώα
που ανασηκώνουν μωρά, αρρώστους, πληγωμένους.
Υμνώ τα δάχτυλα που αγγίζουν όργανα και χαρίζουν μουσική.
Υμνώ τα χέρια που βαριά δουλεύουν, τα τραχιά
τα μασημένα από μηχανές, τα ματωμένα από εργαλεία
τα καταπονημένα από τη λάτρα του σπιτιού
τα δάχτυλα με τα ραγισμένα, ξεφλουδισμένα νύχια.
Υμνώ τα χέρια που παίρνουν όπλα για την ελευθερία
τώρα όμως μόνο αφού εξετάσω και βεβαιωθώ
πως η ελευθερία που υπόσχονται δεν είναι μια νέα σκλαβιά.
VI.
Υμνώ και το σώμα του άντρα, όμως αυτό λιγότερο
ίσως γιατί λιγότερο μ' εμπνέει, λιγότερο το παρατηρώ
ίσως γιατί δεν διαφέρει τόσο πολύ απ' της γυναίκας.
Πάντως υμνώ το αρμονικό, το αθλητικό του σώμα
όπως και το ακρωτηριασμένο σε πολέμους, σ' ατυχήματα,
το σώμα σε γιορτή, σε συντροφιά, σε στοχασμό.
Κυρίως το υμνώ όπως το ύμνησαν γλύπτες και ζωγράφοι.
Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ' όλες του τις εποχές
όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη
που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία.
Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς
όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει
παρά τα ρήγματα, τις ζημιές, τις αβαρίες,
που μπορεί ν' αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.
VII.
Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου
που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν
που γεννάει αισθήσεις, σκέψεις, τη μιλιά μου. Το σώμα
που όταν χαθεί θα ζει μες στις δικές μου λέξεις
αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος
γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει
ή κι αν υπάρχει ποτέ δεν αποχτάει νόημα.
Υμνώ το σώμα που μ' αντέχει, δεν μ' έχει βαρεθεί
δεν μ' έχει αποτινάξει από πάνω του
το σώμα που ό,τι κι αν του κάνω
με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό.
Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων, το δικό μου
που με καλύπτει, μ' έχει σφιχτά αγκαλιασμένο
αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.
Τίτος Πατρίκιος
Ιούλιος 2010

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά

«Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά κι ας το ξέρει ο καθείς: άλλος μ' ερωτικά γλυκόλογα, ο δειλός με φιλί κι ο αντρείος με σπαθί.
Ένας σκοτώνει την αγάπη του νέος, άλλοι όταν γερνάν, ένας τη πνίγει με τα χέρια του πόθου, άλλος με τα χέρια του πλούτου.
Οι πιο συμπονετικοί τη μαχαιρώνουνε γιατί έτσι ο νεκρός παγώνει γρηγορώτερα.
Άλλοι αγαπούνε λίγο, άλλοι πιότερο, άλλοι πουλάνε τον έρωτα, άλλοι τον αγοράζουν, άλλοι σκοτώνουν με δάκρια κι άλλοι βουβά χωρίς στεναγμό, γιατί καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά.»
 * * *
«Τη πιο ψηλή θέση την αποζητά ο καθένας. Είναι το σημείο που κατευθύνονται όλες οι ανθρώπινες προσπάθειες.»
  * * *
«Αυτός ξεκουραζότανε σα κάποιον που κοιμάται κι ονειρεύεται πάνω στο μαλακό χορτάρι ενός λιβαδιού.
Οι φύλακες τονε κοιτάζανε καθώς κοιμότανε και δε μπορούσαν να καταλάβουνε πως μπορούσε να κοιμάται τόσον ήσυχα, αφού βρισκότανε τόσο κοντά στο σκοινί του δήμιου.
Μα ο ύπνος δεν έρχεται όταν είναι για να κλάψουν αυτοί που ποτέ ως τώρα δε χύσανε δάκρια ή κι αλήτες κι απατεώνες και κατεργάρηδες, αγρυπνήσαν όλη νύχτα και μέσα σε κάθε νου, γλιστρούσεν έρποντας η φρίκη για τον πόνο του άλλου.
Αλίμονο, δεν υπάρχει φριχτότερο από τον πόνο για το κρίμα ενός άλλου. Γιατί ίσα στη καρδιά το μαχαίρι του κακού βυθίζει τη φαρμακωμένη λεπίδα του και σα λιωμένο μολύβι ήτανε τα δάκρια που χύσαμε για το αίμα που δεν είχαμε χύσει εμείς.»
  * * *
«Ω!... φώναζαν, ο κόσμος είναι πλατύς, μα το κορμί σκλαβωμένο παραλύει. Μια και δυο φορές το παιγνίδι των ζαριών, μπορεί να 'ναι παιγνίδι καλό. Μα δε το κερδίζει όποιος το παίζει με την αμαρτία στη κρυφήν αυλή της ατιμίας.»
  * * *
«Γιατί κείνος που ζει πιότερο από μια φορά, πεθαίνει πιότερες φορές.»
  * * *
«Ευτυχισμένοι κείνοι που οι καρδιές τους τσακίζουνε και που βρίσκουνε στη συγνώμη, τη γαλήνη.
Πως αλλιώς μπορούσεν ο άνθρωπος να καθαρίσει από τα κρίματα, την αμαρτωλή του ψυχή;
Από που αλλού μπορεί να μπει ο γιος του Θεού, αν όχι από τη τσακισμένη καρδιά μας;»
  * * *
«Γιατί ο Κύριος δε καταφρονεί τη τσακισμένη και μετανοημένη καρδιά.»
  * * *
«Και καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά κι όλοι ας ξέρουμε πως ο νέος σκοτώνει με τα μάτια γεμάτα μίσος, άλλοι με χαϊδευτικά λόγια, ο δειλός μ' ένα φιλί κι ο αντρείος με το σπαθί.»

O

scar Wilde, «Η Μπαλάντα Της Φυλακής Του Ρήντινγκ» -αποσπάσματα
Εκδότης: Ηριδανός

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2019

Αχέροντας


















 Ο Αχέροντας  είναι ποταμός της περιφέρειας Ηπείρου και διασχίζει τους νομούς Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας και Πρεβέζης Οι πηγές του Αχέροντα είναι πολλές. Οι πρώτες πηγές του προέρχονται από τα χιόνια του όρους Τόμαρος στο Νομό Ιωαννίνων (μέγιστο υψόμετρο 1.986m), και οι άλλες πηγές του προέρχονται από τα όρη Σουλίου και τα όρη Παραμυθιάς Θεσπρωτίας. Σημαντικές πηγές είναι επίσης αυτές του χωριού Βουβοπόταμος Πρέβεζας κοντά στη Γλυκή Θεσπρωτίας. Ο Αχέρων εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος, στο χωριό Αμμουδιά της Πρέβεζας, όπου σχηματίζει δέλτα, από το οποίο διαμορφώνονται τα δύο κύρια έλη της περιοχής, το έλος της Σπλάντζας και της Βαλανιδορράχης.
Ο Αχέρων, λόγω του Νεκρομαντείου του Αχέροντα, της αρχαίας παράδοσης και της περιβαλλοντικής αξίας προσελκύει χιλιάδες επισκεπτών από τις πηγές έως και τις εκβολές του. Το μήκος του ανέρχεται στα 52 χιλιόμετρα ενώ από τα νερά του αρδεύονται περίπου 85.000 στρέμματα, εκ των οποίων 28.000 βρίσκονται στο Νομό Θεσπρωτίας και 57.000 στο Νομό Πρεβέζης Ο άνω ρούς του ποταμού καλείται επίσης «Μαυροπόταμος», ενώ το κάτω τμήμα, το διερχόμενο από την πεδιάδα του Φαναρίου λέγεται και «Φαναριώτικο». Υπάρχει επίσης και η ονομασία Καμαριώτικο ποτάμι.
Ο ποταμός, έχει εξερευνηθεί όλος. 



Οι Πηγές του Αχέροντα στο Βουβοπόταμο

Προχωρώντας καθοδικά, το τμήμα αυτό αρχίζει από τη στροφή του ποταμού στην πέτρινη γέφυρα της «Σκάλας Τζαβέλαινας» και, περνώντας από τη θέση «Πηγές του Αχέροντα» 2 χλμ πριν τη Γλυκή, τελειώνει στη μεταλλική γέφυρα της Γλυκής Θεσπρωτίας. Έχει τουριστικό ενδιαφέρον, γιατί περιέχει το πρώτο στενό πέρασμα, το οποίο διαφέρει από τα άλλα δύο στενά ως προς τη διάμετρο του εύρους και ως προς την αρχιτεκτονική διαμόρφωσης. Το συνολικό μήκος του τέταρτου τμήματος είναι περίπου 6 χλμ.Καθοδικά, μετά την πέτρινη γέφυρα στη σκάλα Τζαβέλαινας βρίσκονται τα πρώτα στενά του Αχέροντα. Στη συνέχεια απαιτείται εναλλαγή βάδισης κολύμβησης και το μέγιστο βάθος υδάτων φτάνει τα 2,5μ. Η έξοδος του φαραγγιού βρίσκεται στη θέση «Πηγές του Αχέροντα». Οι «Πηγές του Αχέροντα» (νερό αναβλύζει από τη γη στη βάση μεγάλου βράχου) ανήκουν εκατέρωθεν στην κοινότητα Βουβοπόταμου Πρέβεζας. Μετά τις πηγές ο Αχέρων σχηματίζει μαιάνδρους μήκους 2 χλμ σε μια μικρή κοιλάδα και καταλήγει στη ΓλυκήΘεσπρωτίας. Τα επόμενα δύο χιλιόμετρα μετά τις «Πηγές του Αχέροντα» είναι βατά και προσφέρονται για απλή πεζοπορία. Η πλήρης καθοδική διάσχιση της χαράδρας του Αχέροντα προϋποθέτει ξεκίνημα από το Τρίκαστρο Πρέβεζας και κατάληξη στη Γλυκή. Είναι πολύ δύσκολη και διαρκεί 8-10 ώρες, απαιτεί δε εξοπλισμό και σημαντικές ικανότητες.Εάν επιλεγεί πορεία ανοδικά προς το ρεύμα του Αχέροντα, είναι δυνατή η επιστροφή από το μονοπάτι πού οδηγεί στη σήραγγα της «Σκάλας Τζαβέλαινας» (σήραγγα του 1960, αποτυχημένη προσπάθεια διάνοιξης δρόμου προς το Σούλι). H «Σκάλα Τζαβέλαινας» είναι κλιμακωτό μονοπάτι, απόκρημνο σε μερικά σημεία το οποίο από τη σήραγγα του 1960 οδηγεί στο ποτάμι και από εκεί με παλιό γεφύρι περνά απέναντι προς το «μύλο του Ντάλλα» και από εκεί με ανοδικό μονοπάτι 3 ωρών οδηγεί στη Σαμονίδα (Σούλι)



























Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες