Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

ήρωες σε εποχές πανδημίας

http://www.respublica.gr/2020/03/

Το τέλος του κόσμου: ήρωες σε εποχές πανδημίας



George Frederic Watts – A Study for Una and the Red Cross.
Μετάφραση: Γιώργος Κουτσαντώνης 
Δεν κοιτάμε τον ήλιο κατάματα γιατί γνωρίζουμε ότι θα μας τυφλώσει, δεν βλέπουμε το θάνατο κατάματα γιατί μας δίνει την επίγνωση της προσωρινότητας και αυτή η συνειδητοποίηση ακυρώνει κάθε ζωτική επιθυμία, κάθε τέχνη, κάθε πρόοδο, μηδενίζει την ιδέα της δράσης, μας οδηγεί στη θλιβερή αναμονή του αναπόφευκτου. (Pietro Geranzani*)
Δεν είναι η υγεία, είναι ο φόβος της απώλειας. Είναι αυτό το ταραχώδες κύμα συναισθημάτων. Έχουμε δει πάρα πολλές ταινίες «Αποκάλυψης» και κακής ποιότητας. Στην αρχαιότητα, υπήρχε ο φόβος για το τέλος του κόσμου, υπό τον διαπεραστικό ήχο της σάλπιγγας, όπως κατά τη στιγμή της τελικής κρίσεως. Οι χιλιαστές ήταν ενωμένοι υπό ένα διττό καθεστώς: αυτό του τρόμου αναμεμειγμένου με την ελπίδα της χιλιετούς βασιλείας του Θεού και της Επουράνιας Ιερουσαλήμ. Η επιστήμη σήμερα μας πληροφορεί ότι το πιθανό φυσικό τέλος του πλανήτη μας θα επέλθει σε δισεκατομμύρια χρόνια από τώρα -μέσω ενός υποθετικού Big Crunch- που θα φέρει την κατάπαυση ολόκληρου του σύμπαντος, δίνει έτσι μια επιστημονική εξήγηση που στην πραγματικότητα εξαλείφει κάθε είδους φολκλοριστική πρόβλεψη που θέλει περήφανους ιππότες με τρομπέτες, αγγέλους και κήπους με ανέμελες παρθένες, πηγές φρέσκου νερού και πνευματική γαλήνη.
Ασφαλώς, υπάρχουν αμέτρητες και συναρπαστικές επιστημονικές θεωρίες σχετικά με το πεπρωμένο του σύμπαντος, όλες τους σε αναμονή πειραματικών αποδείξεων, από την ιδέα ενός εκπυρωτικού σύμπαντος μέχρι την αέναη διαστολή, το μοντέλο του σύμπαντος-φυσαλίδα (θεωρία Λίντε) και από το σύμπαν των χορδών μέχρι τον θερμικό θάνατο, τα παράλληλα σύμπαντα (multiverse) και πόσες ακόμη. Αντ ‘αυτού, μετά την Αποκάλυψη στην εβραϊκή, χριστιανική και ισλαμική παράδοση, θα λάβει χώρα το εσχατολογικό πέρας του κόσμου, οι ψυχές θα αξιολογηθούν, τα μυστήρια θα αποκαλυφθούν. Εδώ δεν απαιτούνται πειραματικά στοιχεία. Εν ολίγοις, στο τέλος θα γνωρίσουμε τη φύση του παραδείσου, τα θεία μυστήρια και το πεπρωμένο των ανθρώπων. Αλλά όχι στη Γη, γιατί η Γη δεν θα είναι πλέον εκεί. Για όλους, τους ανθρώπους της πίστης και της επιστήμης, η Γη δεν θα είναι πλέον εκεί. Για εκείνους της πίστης κάτι νέο και καλύτερο μας περιμένει, όπου ο άνθρωπος θα έχει απαλλαγεί από το  σαρκίο του. Ο Θεός στην τελική κρίση επιφυλάσσει, σε όσους το αξίζουν, ένα όμορφο πεπρωμένο και σε άλλους την Κόλαση. Από το καθαρτήριο, ο τόπος όπου οι νεκροί αναμένουν την τελική ετυμηγορία, θα φύγουν και θα κριθούν, πιθανώς χωρίς δίκαιη δίκη. Για τους επιστήμονες, αντιθέτως, υπάρχει το τίποτα ή αναπόδεικτες θεωρίες, τόσο περίεργες όσο κι εκείνες της πίστεως.
*
Η μεταμόρφωση του κόσμου, διότι περί αυτού μιλά η Αποκάλυψη, είναι το γεγονός που προβλέπεται από τη θρησκεία πριν μας αποκαλυφθούν όλα τα σημάδια, και αυτά τα σημάδια είναι τα πιο αινιγματικά όλων των γραφών, αλλά εφόσον το κείμενο πρέπει να ερμηνευτεί, ο συμβολισμός που περιέχεται σε αυτό πρέπει να γίνει κατανοητός στο ιστορικό-λογοτεχνικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γράφτηκε: σήμερα, ο ρεαλισμός μάς κάνει να το βλέπουμε απλώς ως έναν καρπό εκείνης της εποχής που δεν μας αφορά. Και η επιστήμη, αντίστοιχα, προβλέπει το τέλος των πάντων, γεγονός που επίσης δεν μας αφορά, γιατί για την επιστήμη υπάρχουμε εδώ και ελάχιστο χρόνο και μετά από δισεκατομμύρια χρόνια κατά πάσα πιθανότητα θα εξαφανιστούμε, όπως ακριβώς εμφανιστήκαμε κατά τύχη ή από σφάλμα. Στη σύγχρονη μαζική κουλτούρα, από την άλλη πλευρά, ο κόσμος δεν τελειώνει ποτέ, κινδυνεύει μόνο να τελειώσει, ή μάλλον, είναι η ανθρωπότητα που διακινδυνεύει, γιατί είναι κακιά και αντιμετωπίζει άσχημα τον πλανήτη.
Ο ποπ κόσμος, ή αλλιώς ο σύγχρονος κόσμος, αυτός των ανθρώπων hic et nunc, τώρα απειλείται και σύντομα θα καταστραφεί, πολύ νωρίτερα από ό,τι είμαστε σε θέση να αντέξουμε, εξαιτίας μιας δαιμονικής συνωμοσίας, από κάποιον αδίστακτο τρομοκράτη, από ανθρωποιημένους πιθήκους που θα μας υποδουλώσουν, από εξωγήινους ή από έναν ιό. Ωστόσο θα παραμείνουν οι λίγοι, πολύ λίγοι, επιζώντες που θα επιβιώσουν μέσα στη μιζέρια και τη δυστυχία, ξεσπώντας στις βρωμερές αθλιότητες που ως άνθρωποι είμαστε ικανοί να πράξουμε σε ένα κόσμο χωρίς νόμο και χωρίς ηθική. Αυτό ακριβώς μας κάνει να φοβόμαστε την Αποκάλυψη ή το Big Crunch, γιατί είναι τώρα, επικείμενο στη καθημερινή μας λογοτεχνία, στην οικοβιωσιμότητα, στα Τσερνόμπιλ-Φουκουσίμα και στις πανδημίες που αποκλείουν κάθε πιθανότητα σωτηρίας των καλοκάγαθων.
Το κακό θα καταλάβει τον καθένα, χωρίς διάκριση, ανεξάρτητα από την ποιότητα των πράξεών του τη στιγμή που ο κόσμος ήταν κανονικός. Η μόνη ποπ ελπίδα βρίσκεται στον μυθικό ήρωα που θα φέρει την παγκόσμια λύτρωση, την αποκατάσταση ως μια μορφή καθησυχαστικής απαισιοδοξίας. Αυτός θα επιβιώσει και θα αποτελέσει τον ανθό της παλιγγενεσίας που θα ζήσει στην ερημωμένη Γη έχοντας το ηρωικό καθήκον να ανοικοδομήσει και να εποικίσει έναν ευτυχισμένο κόσμο.
*
Βέβαια στην πραγματικότητα τώρα φαίνεται ότι δεν υπάρχει κανένας μυθικός ήρωας σε ετοιμότητα. Πανικοβαλλόμαστε γιατί είμαστε απροετοίμαστοι και φοβισμένοι να χάσουμε τη μίζερη ζωή μας. Όχι τη ζωή των μολυσμένων, από τον ιό, ηλικιωμένων, αυτών που έχουν ήδη καταπονηθεί από τις κακουχίες που αποδυναμώνουν φυσικά το καταναλισκόμενο σώμα του καθενός κατά τη διάρκεια των ετών. Αυτό είναι μόνον ο μπαμπούλας που μας θυμίζει την αδυναμία της σάρκας. Βλέποντας τους αριθμούς των νεκρών, βλέποντας τον θάνατο των ηλικιωμένων τρέμουμε, αλλά αυτοί από πάντα πεθαίνουν, μόνο που τώρα δεν μας αρέσει να κοιτάζουμε και τώρα είμαστε αναγκασμένοι να διαβάσουμε όλους αυτούς τους αριθμούς, που είναι παντού, δεν υπάρχει διαφυγή, respice post te, hominem te memento. Δεν κοιτάμε τον ήλιο κατάματα γιατί γνωρίζουμε ότι θα μας τυφλώσει, δεν βλέπουμε το θάνατο κατάματα γιατί μας δίνει την επίγνωση της προσωρινότητας και αυτή η συνειδητοποίηση ακυρώνει κάθε ζωτική επιθυμία, κάθε τέχνη, κάθε πρόοδο, μηδενίζει την ιδέα της δράσης, μας οδηγεί στη θλιβερή αναμονή του αναπόφευκτου.
*
Γιατί λοιπόν αυτοί οι αριθμοί ηχούν τόσο μανιασμένα, παρά το ένστικτο απώθησης του θανάτου; Μήπως εξαιτίας μιας διεστραμμένης επιθυμίας κάποιων να εισακουστούν, να ακολουθηθούν, να είναι οι πρώτοι που λένε τα σωστά πράγματα και στη συνέχεια να κατηγορήσουν όλους τους άλλους; Με ένα πενιχρό και αυτό-παρηγορητικό: «σας τα έλεγα εγώ»; Ίσως είναι η τόλμη της υπευθυνότητας σε εκείνα τα δεκαπέντε λεπτά φήμης που σήμερα στην πραγματικότητα αποτελούν αναφαίρετο δικαίωμα. Και για να θυμηθούμε τον Ουμπέρτο Έκο: «αισθάνομαι και πρέπει να πω ότι το διαδίκτυο δεν έχει ανοίξει τις πύλες του μόνο σε όσους προηγουμένως είχαν κοινό στο καφενείο – που για το Θεό θα ήταν ένα ιερό πράγμα, αν σκεφτείτε, πέρα από το ποιος νομίζεις ότι είσαι; – αλλά και η λεγόμενη υψηλού επιπέδου σκέψη, η οποία τώρα ανταγωνίζεται κουτσά στραβά μια υπερδίνη απόψεων τόσο φαντασιόπληκτων όσο και επικίνδυνων, και η σοβαρή σκέψη χάνει και θα συνεχίσει να χάνει, γιατί έτσι είναι ο σύγχρονος κόσμος και έτσι ζούμε σήμερα. Το σκυλί τρώει σκύλο. Το κλικ τρώει κλικ.
*
Transeat. Η αλληλοφαγωμάρα σίγουρα δεν σημαίνει χώσιμο του κεφαλιού στην άμμο. Δεν σημαίνει απραξία, σημαίνει κυριολεκτικά αφήνω τα πράγματα να ρέουν, σιωπηρά, κι αποδέχομαι. Αποδέχομαι την πιθανότητα ένα ενδεχόμενο κακό, που είναι οποιασδήποτε μέσης σοβαρότητας, να ραγίσει το σύμπαν των βεβαιοτήτων μας ώστε να επιτρέψει ένα πέρασμα. Ο Francesco de Gregori τραγουδάει το transeat, όταν προσεύχεται στο Θείο Βρέφος: «ο πόλεμος είναι τόσο καθαρός όσο μια μικρούλα μικρή πληγή, τόσο μικρή όσο μια νιφάδα χιονιού που αναιρεί  την ασθένεια του θανάτου του κακού, τον κάνει διάρκειας μικρής, να μοιάζει σαν παιχνίδι»
*
Σήμερα, ως νόμιμα παιδιά και κληρονόμοι της κουλτούρας της επιστήμης, θέλουμε, πράγματι, να είμαστε σε θέση να παρατείνουμε το χρόνο μας, να αντιμετωπίσουμε το τέλος του κόσμου, είτε πρόκειται για πανδημίες, είτε για περιβαλλοντικές καταστροφές, τρομακτικές νόσους ή ακόμα και το τέλος από την έλευση του ολέθρου από πολύ μακριά, απ’ το διάστημα. Ας πολλαπλασιάσουμε λοιπόν τους σύγχρονους ήρωες, από τον Flash Gordon ο οποίος θα νικήσει τον μοχθηρό Ming του πλανήτη Mongo που θέλει απλά και μόνο να παίξει με τη Γη πριν εξοντώσει τον πλανήτη μας, όπως ορισμένα παιδιά πυρπολούν τις μυρμηγκοφωλιές, με τον Bruce Willis/Harry S. Stamper που σταματάει έναν μετεωρίτη ή με την Greta που προς το παρόν θα αγωνιστεί για τη σωτηρία του πλανήτη μόνο μέσα από το διαδίκτυο. Ο καθηγητής Burioni είναι από τους πρωταθλητές της επιστήμης. Νέοι γκουρού και ηρωικοί νοσηλευτές, άγγελοι του πεπρωμένου μας, ακούραστα στρατεύματα των χώρων ανάνηψης, είναι οι στρατιώτες του, και πιστεύουμε στους λόγους του και των άλλων όπως οι δικοί του, χωρίς να κατανοούμε συχνά το νόημά τους, αλλά και ποιος άλλος στην αρχαιότητα αντιλαμβανόταν την απόκρυφη γλώσσα των θεοσοφικών; Η πίστη στην επιστήμη μας κάνει να νομίζουμε ε ότι μπορούμε να εξουδετερώσουμε οποιοδήποτε κακό.
*
Αλλά προσοχή: η δική μου δεν είναι δυσπιστία στην επιστήμη. Είμαι απόλυτα ευχαριστημένος με την ιδέα του εμβολιασμού των ανθρώπων, της θεραπείας τους από τις ασθένειες όσο αυτό είναι δυνατόν, του ανθρώπου στο φεγγάρι και της σφαιρικότητας της Γης, με το γεγονός ότι τρώμε άσχημα, εκλύουμε πολλά αέρια που διαπερνούν την ατμόσφαιρα. Επίσης, απολαμβάνω την ιδέα της κβαντικής μηχανικής ως πιθανολογικό αντικείμενο, που δεν απέχει πολύ από την φιλοσοφική πιθανολογία. Το μη αποδεδειγμένο δεν είναι ακόμα προνόμιο μας, ίσως δεν θα είναι ποτέ ή θα είναι εντός ολίγου, όμως είναι στη φύση μας να προσπαθούμε να ρίξουμε φως σε αυτό που δεν γνωρίζουμε. Η επένδυση των πόρων μας ώστε να φτάσουμε εκεί που κανείς δεν έχει πάει πριν. Είναι στη φύση μας να παλεύουμε για την επιβίωση. Το θέμα είναι να διαπιστώσουμε ποια όπλα είναι τα πλέον κατάλληλα για αυτό τον αγώνα. Είμαστε στα χέρια του dictator, του απονεμήθηκε summum imperium, κρατάει τα ηνία και απαιτεί ως θυσία για το κοινό καλό μια νέα «ημέρα της πίστης.» Χρυσάφι στην Πατρίδα!
*Ο Pietro Geranzani είναι Ιταλός ζωγράφος με βρετανική υπηκοότητα.

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2020

Γιατί διαβάζουμε μυθιστορήματα;

Γιατί διαβάζουμε μυθιστορήματα;


Γιατί διαβάζουμε; Η επινόηση και η αφήγηση ιστοριών είναι μια από τις αρχαιότερες παραδόσεις της ανθρωπότητας. Την εφάρμοσαν όλοι οι πολιτισμοί χωρίς εξαιρέσεις. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε, αλλά είμαστε σίγουροι ότι οι απαρχές της ταυτίζονται με την ύπαρξη των ανθρώπινων όντων και βέβαια με την επινόηση του λόγου, που μας έδωσε τη δυνατότητα να επικοινωνούμε μεταξύ μας. Γεννιέται από την ανθρώπινη κατάσταση, δηλαδή από εκείνη την παράξενη κατάσταση εξαιτίας της οποίας ζούμε μία μόνο ζωή, αλλά είμαστε ικανοί να φανταζόμαστε άλλες χίλιες. Πιθανόν από την αρχή των καιρών, οι ανθρώπινες υπάρξεις αισθάνθηκαν εγκλωβισμένες στη μοναδική ζωή που είχαν και θέλησαν να ζήσουν και άλλες, να αποδράσουν από εκείνο το κλουβί που είναι η καταδίκη να ζουν μία και μοναδική ζωή, ενώ είναι ικανοί να φαντάζονται και να επιθυμούν άλλες ζωές. Οι πρόγονοί μας, οι πιο πρωτόγονοι, εκείνοι που από πολλές απόψεις ταυτίζονταν ακόμα με τα ζώα, θα βρουν τον τρόπο να ξεφύγουν από αυτόν τον περιορισμό, για να ζήσουν άλλες ζωές.
Ετσι γεννήθηκαν οι ιστορίες, έτσι οι πρόγονοί μας, τη νύχτα γύρω από τη φωτιά, άρχισαν να επινοούν και να αφηγούνται ιστορίες. Και χάρη σε αυτές, να υπερβαίνουν τα όριά τους και να ζουν άλλες ζωές, να ταυτίζονται με τα πρόσωπα και τις περιπέτειες αυτών των ίδιων ιστοριών. Για τους πρόγονούς μας αυτός ήταν ένας τρόπος να ζουν ειρηνικά την ύπαρξή τους. Μιαν ύπαρξη γεμάτη φόβους: του κεραυνού, του δάσους, των κρυμμένων στις φυλλωσιές φιδιών, των άγριων ζώων που μπορούσαν να τους επιτεθούν και να τους σκοτώσουν, τους φόβους για όλα όσα δεν κατανοούσαν. Οι αφηγήσεις τούς έδιναν τη δυνατότητα να φαντάζονται μια πιο ήρεμη ζωή. Η ανθρώπινη πρόοδος, αυτό που αποκαλούμε εκπολιτισμό, γεννήθηκε σίγουρα ξεκινώντας από αυτή τη συνήθεια της αφήγησης επινοημένων ιστοριών, οι οποίες έκαναν τους ανθρώπους όχι μόνο να ονειρεύονται άλλες ζωές και άλλους κόσμους, αλλά και να επιθυμούν να τα μετατρέψουν σε πραγματικότητα.
Αφού είχαν ακούσει εκείνες τις ιστορίες, οι πρόγονοί μας ζούσαν με δυσπιστία την πραγματικότητα που τους περιέβαλλε. Αντιλαμβάνονταν ότι η πραγματική ζωή ήταν μίζερη σε σύγκριση με εκείνη που ήσαν ικανοί να δημιουργούν με τη φαντασία τους. Η αφήγηση τους ωθούσε να αλλάξουν την πραγματική ζωή, να τη μετασχηματίσουν έτσι ώστε να μοιάζει όλο και περισσότερο με τη ζωή που φαντάστηκαν. Γι’ αυτό τον λόγο, νομίζω πως μπορούμε να πούμε ότι εκείνες οι ιστορίες ήσαν κατά κάποιον τρόπο το αρχικό κίνητρο της αλλαγής, της προόδου του πολιτισμού. Οταν εμφανίστηκε η γραφή, οι ιστορίες θα αποκτήσουν σταθερότητα και με αυτό τον τρόπο θα γεννηθούν τα μυθιστορήματα, που είχαν σκοπό να ψυχαγωγούν, να σαγηνεύουν, να μαγεύουν τους αναγνώστες, ακριβώς όπως οι ιστορίες των προγόνων τους επέτρεπαν να αποδράσουν και να ζήσουν άλλες ζωές.
Γι’ αυτό, το μυθιστόρημα, ιδίως αν είναι καλό μυθιστόρημα, μας απελευθερώνει από την περιορισμένη κατάστασή μας, κάνοντάς μας να ζήσουμε με τρόπο βαθύτερο και πλουσιότερο και δείχνοντάς μας ότι ο κόσμος έτσι όπως είναι δεν επαρκεί για να ζήσουμε όλες τις εμπειρίες που θα θέλαμε. Διόλου τυχαία, τα καθεστώτα και οι ιδεολογίες που θέλουν να ελέγχουν, χωρίς να αφήνουν ελευθερία δράσης στα άτομα, προσπαθούσαν πάντα να χαλιναγωγούν, να περιορίζουν ή να απαγορεύουν αυτή την πανάρχαια τέχνη που είναι η επινόηση και η αφήγηση ιστοριών. Εκείνοι που επί τριακόσια χρόνια θα εμποδίζουν να γράφονται και να δημοσιεύονται μυθιστορήματα στην Αμερική, στην ισπανική Αμερική, είχαν αντιληφθεί ότι σε αυτή τη φαινομενικά ακίνδυνη πράξη της επινόησης, της συγγραφής και της αφήγησης ιστοριών ενυπήρχε ο κίνδυνος της ανυπακοής και της εξέγερσης.
Κατά την άποψή μου, οι ιεροεξεταστές κατανόησαν, πριν ακόμα από τους κριτικούς της λογοτεχνίας και τους ίδιους τους συγγραφείς, το βαθύτερο κίνητρο που μας ωθεί να επινοούμε και να αφηγούμαστε ιστορίες. Αυτό το κίνητρο, το επαναλαμβάνω, έγκειται στο να καταδείξουμε ότι η πραγματικότητα δεν είναι ευχάριστη, ότι ο κόσμος έτσι όπως τον βλέπουμε δεν θα καταφέρει ποτέ να μας κάνει να ζήσουμε τις συγκινήσεις που επιθυμούμε. Η δυσαρέσκεια απέναντι στην πραγματικότητα είναι ένα επικίνδυνο συναίσθημα και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο τα μυθιστορήματα, η ανάγνωση των οποίων μας βοηθάει να κατανοήσουμε ότι αυτό που βλέπουμε είναι πολύ κατώτερο από τις προσδοκίες μας, αποτελούν έναν κίνδυνο για την κοινωνία, ένα κίνδυνο επειδή είναι βαθιά διαποτισμένα από μυθοπλασία, εξωπραγματικά στοιχεία, επιθυμία και αναγκαιότητα ενός καλύτερου κόσμου ή τουλάχιστον ενός κόσμου διαφορετικού από τον υπαρκτό.
Αν εξετάσουμε το μυθιστόρημα από την οπτική των δημοκρατικών κοινωνιών, όλα αυτά φαίνονται γελοία. Πώς μπορεί ένα μυθιστόρημα, που αφηγείται φανταστικές ιστορίες, να αποτελεί απειλή ανυπακοής; Πράγματι, σε μια δημοκρατία αυτό δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, δεδομένου ότι η κρίση μπορεί να ασκείται ελεύθερα και υπάρχουν πολύ βαθύτεροι και πιο τεκμηριωμένοι λόγοι για να υιοθετήσουμε μια κριτική θέση απέναντι στην πραγματικότητα. Σε αυτές τις κοινωνίες το μυθιστόρημα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα εργαλείο ψυχαγωγίας που μας απομακρύνει από τη σκλαβιά της καθημερινότητας και για μιαν ορισμένη χρονική περίοδο μας κάνει να ζούμε σε μια διαφορετική πραγματικότητα, στο εσωτερικό της οποίας κινούμαστε με μεγαλύτερη ευκολία και, ταυτιζόμενοι με τα πρόσωπα της λογοτεχνικής μυθοπλασίας, κατορθώνουμε να ζήσουμε εξαιρετικές εμπειρίες που δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε στον υπαρκτό κόσμο.
Ας απομακρυνθούμε προς στιγμήν από τον ελεύθερο και δημοκρατικό κόσμο, για να εξετάσουμε αντίθετα τις κοινωνίες που είναι υποταγμένες σε αυταρχικά καθεστώτα, στις οποίες ο πολίτης έχει ένα απολύτως περιορισμένο περιθώριο ελευθερίας. Εκεί θα παρατηρήσουμε αμέσως ότι η μυθοπλασία, εκείνη η μορφή ψυχαγωγίας που είναι τόσο ακίνδυνη στις ελεύθερες χώρες, αποκτά επικίνδυνους τόνους, από τη στιγμή που το μυθιστόρημα τείνει να γίνει εκφραστής αυτού που τα μέσα μαζικής επικοινωνίας δεν μπορούν να πουν, αυτού που οι θεσμοί αποσιωπούν, αυτού που τα κυβερνητικά όργανα αποκρύπτουν.
Ολη αυτή η συγκαλυμμένη και κρυμμένη πραγματικότητα αρχίζει να διαποτίζει τα βιβλία και να εκφράζεται μέσα από αυτά. Γι’ αυτό τον λόγο, τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δημιουργούν πολύ αυστηρούς οργανισμούς ελέγχου και λογοκρισίας, αλλά, παρά την ακραία αυστηρότητα και τη διαρκή επιτήρηση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, υπάρχει πάντα ένα κριτικό στοιχείο που κατορθώνει να αναδυθεί και που συμβάλλει στην τροφοδοσία και παρακίνηση του πνεύματος εξέγερσης, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, είναι παρόν σε όλες τις μυθοπλασίες, κυρίως στις μεγάλες μυθοπλασίες. Ακόμα και αν αυτός ήταν ο μόνος λόγος, θα ήταν εξαιρετικά σημαντικό να συνεχίζουμε να ενθαρρύνουμε την ανάγνωση. Υπάρχουν ωστόσο και άλλοι λόγοι για να διατηρούμε ζωντανό το κίνητρο για ανάγνωση και να το διαδίδουμε όσο το δυνατόν περισσότερο στο εσωτερικό μιας κοινωνίας. […]       www.efsyn.gr


Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2019

η μηχανη του νου

Η έπαρση των ανθρώπινων όντων, η βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι μοναδικός και ριζικά διαφορετικός από τα ζώα, είναι κατανοητή. Όλα τα είδη είναι μοναδικά. Αν δεν ήσαν, δεν θα αποτελούσαν διακεκριμένα και ανεξάρτητα είδη. Κάθε ζώο, για να εκτελέσει το βιολογικό του έργο, να συντηρήσει τον εαυτό του και τα γονίδιά του, είναι υποχρεωμένο να ενεργεί σαν να υπάρχει ο κόσμος μόνο για το καλό το δικό του και της οικογένειάς του. Αυτή τη θεμελιώδη βιολογική επιταγή της αυτοσυντήρησης ο άνθρωπος τη μετέτρεψε σε ανθρωποκεντρική θεώρηση του σύμπαντος.


Βαθιά στο σύμπλεγμα των σπηλαίων του Λασκώ, ένας καλλιτέχνης άφησε τη μοναδική εικόνα ενός ανθρώπινου όντος – ένα σκαρίφημα που αποτελείται από μια γραμμούλα κι ένα κεφάλι σαν πουλιού. Η φιγούρα δείχνει να κλονίζεται από έναν εφορμώντα βίσωνα, που έχει ζωγραφιστεί με πολλή προσοχή και ακρίβεια. Αυτός που ζωγράφισε αυτήν την παράξενη εικόνα -αφηρημένα τον άνθρωπο και αναπαραστατικά το ζώο-, είναι βέβαιο ότι θεωρούσε τα ανθρώπινα όντα ως είδος ξεχωριστό και ιδιαίτερο. Η έπαρση της μοναδικότητας ήταν παρούσα εκεί, πριν από 17.000 χρόνια.
Μας ξαφνιάζει σήμερα το ενδεχόμενο να είναι ο νους, το πιο ακριβό μας κτήμα, όχι αποκλειστικά ανθρώπινη ιδιότητα αλλά απλώς το ψηλότερο σκαλί στην κλίμακα της διανοητικής λειτουργίας – κλίμακα που κατεβαίνει αρκετά κάτω, στον κόσμο των ζώων. Η εξέλιξη, ως επί το πλείστον, κινήθηκε με ανεπαίσθητα βήματα. Αλλά ενίοτε, μια ελάχιστη δομική ανάπτυξη παρήγαγε μια ποιοτική λειτουργική αλλαγή. Τα φτερά ενός πρωτογόνου πτηνού είχαν ελάχιστες διαφορές κατά τη δομή (και κατά τα γονίδια που τα καθόριζαν) από τα μέλη των ερπετόμορφων προγόνων του. Αλλά το πουλί μπορούσε να κάνει κάτι που το ερπετό δεν το ’βλεπε ούτε στο όνειρό του: μπορούσε να πετάξει. Μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η εξέλιξη του ανθρώπινου εγκέφαλου -και του παραγώγου του, του νου- είχε αυτό τον εκρηκτικό χαρακτήρα. Ένα ελάχιστο ποίκιλμα της δομής (εκείνη η πρωτόγονη περιοχή του Broca, πιθανόν) έσπρωξε τον εγκέφαλο στην εξελικτική του πορεία και έκανε τις σκέψεις του να πετάξουν.
Για τον Richard Dawkins, ζωολόγο στην Οξφόρδη, η εξέλιξη είναι εξαιρετικά απλή: «Το κάθε τι σε ένα έμβιο σύστημα έχει σκοπό την αναπαραγωγή και διαιώνιση των γονιδίων που το δημιούργησαν». Ο Δαρβίνος είχε εξακριβώσει ότι οι πιέσεις του περιβάλλοντος επιλέγουν το κάθε ζώο (ή ακόμη και συνεργατικές ομάδες ζώων) με κριτήριο την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται και να προσαρμόζονται σε αυτές τις απαιτήσεις. Αλλά αυτό που καθιστά ένα ζώο ικανό και ευπροσάρμοστο είναι τα γονίδια που δομούν το σώμα του. Διερωτάται κανείς τι έχει να πει ένας αναγωγικός δαρβινιστής για την άνθηση του ανθρώπινου νου. Για τον Dawkins ο νους είναι οι ενέργειες του εγκεφάλου, που «εξελίχθηκε για να καταστήσει τα ζώα πιο αποτελεσματικά ως προς την αναπαραγωγή των γονιδίων τους».
Η μεγάλη ανάπτυξη του εγκεφάλου, και ειδικότερα του φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, η οποία συντελέστηκε κατά τη διάρκεια της εξέλιξης των πιθήκων, ενδέχεται να προκλήθηκε από το γεγονός ότι ήσαν δενδρόβιοι. Η γρήγορη κίνηση μέσα στο δαιδαλώδες περιβάλλον των κλαδιών και των φύλλων θα πρέπει να ήγειρε τρομαχτικές απαιτήσεις στον υπολογιστή που είχαν μέσα στο κεφάλι τους. Όταν οι πρώτοι ανθρωπίδες εγκατέλειψαν τα δάση και βγήκαν στη σαβάνα, πήραν μαζί τους τους εγκεφάλους που κληρονόμησαν από τους δενδρόβιους προγόνους τους. Όπως το μέλος που έγινε φτερό, έτσι κι αυτός ο μεγάλος εγκέφαλος ξαφνικά έδειξε ότι μπορούσε να κάνει άλλα, θαυμάσια πράγματα.
Η εικόνα που ζωγραφίζει ο Dawkins  φαίνεται, αρχικά, παγερή. Τα γονίδια λίγο διαφέρουν από ιούς, με τους οποίους το σώμα μας (παράγωγο και υπηρέτης τους) έχει έρθει σε συμβιβασμό. Χρησιμοποιούν το σώμα στο οποίο ενοικούν μόνο ως όχημα μεταφοράς. Και, τελικά, το σώμα αναπαράγει τα γονίδια που το κατασκεύασαν. Το ζώο είναι ένα ρομπότ και ο εγκέφαλός του ο υπολογιστής που το ελέγχει.
Αν εξετάσουμε το ζήτημα, πιστεύω ότι θα διώξουμε τον φόβο και την οργή που μας προκαλεί αυτή η μηχανιστική αναλογία. Γνωρίζω ότι η καρδιά μου είναι απλώς μια μάζα συσταλτικών πρωτεϊνών, με διάφορες χημικές και ηλεκτρικές ιδιότητες, που την κάνουν να χτυπάει ρυθμικά. Γνωρίζω ότι τα γονίδιά μου τη δόμησαν και ότι οι ενέργειές της μπορούν να περιγραφούν με απλούς, υλικούς όρους. Ωστόσο, η γνώση αυτή δεν με κάνει να την εκτιμώ λιγότερο. Ανάλογα, αν η έρευνα του εγκεφάλου μάς βοηθήσει να καταλάβουμε τον νου μας ως παράγωγο του εγκεφάλου μας, μπορεί να χαθεί το μυστήριο χωρίς να θίγει το θαύμα. Όπως γράφει ο Richard Dawkins
Οι άνθρωποι μπορούν να ερωτευτούν, να έχουν αισθήματα, να απολαμβάνουν την ωραία μουσική, κ.λπ. Όλα αυτά βρίσκονται εντός των δυνατοτήτων μας ως ρομπότ. Είμαστε ρομπότ με την έννοια ότι είμαστε μηχανικά συστήματα. Είμαστε δομημένοι με τους νόμους της φυσικής.
Colin Blakemore “Η μηχανή του νου” – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2019

Υφέρποντες και εκκωφαντικά προσεκτικοί

Κλειστήκαμε σε πόλεις, σε δουλειές.
Πνιγήκαμε στην ασφάλεια και στην προετοιμασία.
Διαβάζουμε, μελετάμε, μετράμε τις αποστάσεις και υπολογίζουμε
το κέρδος και τη ζημιά.
Είμαστε μέσα σε όλα και καταπίνουμε σιγουριές.
Χλευάζουμε και λέμε
ότι γνωρίζουμε,
είμαστε γρήγοροι, αλλά διεκπεραιωτικοί,
παθητικοί και άοσμοι. 
Αγνοώντας την αλήθεια του βυθού μας,
αποφεύγοντάς την συστηματικά.
Γιατί έτσι μας είπαν, για προστασία.
Φωτίζουμε την νύχτα με τα χιλιόμετρά μας,
αγνοούμε το φως της μέρας και λουζόμαστε σε οθόνες.
Είμαστε προστατευμένοι και
προετοιμασμένοι απ’ τον καιρό,
χωρίς να έχουμε επαφή μαζί του.
Κάναμε φίλους τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα
και αυτά μας κρατάνε σφιχτά απ’ το χέρι, μέχρι να πάψει
το αίμα να κινείται.
Μας οδηγούν στον ύπνο, από κελί σε κελί,
από προαύλιο σε προαύλιο, μέρα την μέρα,
χρόνο το χρόνο, ζωή τη ζωή.
Μας κλείνουν ραντεβού με το θάνατο, καθημερινά.
Τραυλή η κάβλα,
μουγκός ο οργασμός.
Και όλο αναρωτιέμαι, τι να είναι
όλες αυτές οι φωτιές στα όνειρα μου;
                                                                 Εύξυ

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019

ΥΜΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ, Τίτος Πατρίκιος

με λόγια απλά,ποίηση..
ύμνος στον φθαρτό εαυτό μας
Υπέροχο!!
Dimitra Tachatou
ΥΜΝΩ ΤΟ ΣΩΜΑ, Τίτος Πατρίκιος
Ι.Υμνώ το σώμα που υψώνεται σαν μίσχος
σώμα γυναίκας που γοργά ή νωχελικά κινείται
που ανθίζει και τον χειμώνα ακόμα
που αλλάζει όσα νεκρώνουν κύτταρά του
σε ρόδινη φρέσκια σάρκα, που δίνει
τις δικές του προσταγές γι' αέναες επιθυμίες
για σμίξιμο και συνταύτιση μ' ένα άλλο σώμα.
Υμνώ και το κουρασμένο σώμα της γυναίκας
το λυγισμένο από τον μόχθο κάθε μέρας
το φυραμένο, με στεγνωμένους τους χυμούς
το σώμα που το απειλεί η ακινησία
το φοβισμένο από την ηλικία, την αρρώστια
που ενώ ξέρει πως τελικά νικάει ο θάνατος
δεν παραδίδεται άνευ όρων στη φθορά.
ΙΙ.
Υμνώ τα πόδια που δεν αγγίζουν λες τη γη
σαν να ήσανε αέρινα, τις γάμπες σαν σπαθιά
που σκίζουνε στα δυο και το πιο βαθύ σκοτάδι
τ' ασυμβίβαστα γόνατα, τους γλυπτούς μηρούς
που προλειαίνουν ως τα κατάβαθα τις συνερεύσεις
τους διπλοθόλωτους γλουτούς, τη χαραγή τους
το σχίσιμο του κόλπου, το κλειδί της ηδονής.
Υμνώ και τα πόδια με τους πρησμένους αστραγάλους
τα κότσια, τις τριχωμένες γάμπες τις χοντρές
μ' εξογκωμένες φλέβες, φαγωμένες από κιρσούς
τα τσακισμένα γόνατα της δουλειάς, της ορθοστασίας
τα παχιά μεριά με βούλες απ' την κυτταρίτιδα
τις αδρόσιστες, συγκαμένες, μέσα παρειές τους
τα κρεμαστά καπούλια με τους απόκρυφους καημούς.
ΙΙΙ.
Υμνώ τα όρθια στήθη όπως των αγαλμάτων
στο χάιδεμα άγουρα, στο χούφτιασμα γινωμένα
με ρόγες κόκκινες όπως οι άγριες φράουλες
τα μπράτσα που ξέρουν ν' αγκαλιάζουν
τον στητό λαιμό, τις πλάτες επίπεδες κι ανθεκτικές
τη χορευτική κοιλιά με όσες χρειάζονται καμπύλες
με το χρυσό της χνούδι ακύμαντο να περιμένει.
Υμνώ και τις χαλαρές κοιλιές μανάδων
με ουλές από καισαρικές τομές, από εγχειρήσεις
τα προκοίλια γυναικών με το αδηφάγο λίπος
μοναδική απόλαυσή τους, τις κυρτωμένες πλάτες
τα μπράτσα τα πλαδαρά με τις αξύριστες μασχάλες
τους γερτούς τραχήλους, τους έρημους κούφιους κόρφους
με τους σβησμένους πόθους, τις άσβηστες ορέξεις.
IV.
Υμνώ το πρόσωπο που η ομορφιά του σε θαμπώνει
το πρόσωπο με τ' ατίθασα, ηλεκτροφόρα του μαλλιά
τα ματοτσίνουρα που αναβοσβήνουνε το φως
τη μύτη λεπτόγραμμη όπως πλώρη καϊκιού
την τέλεια γεωμετρία των χειλιών με το πηγούνι
το στόμα που στον έρωτα στάζει ροδόνερο και λόγια.
Υμνώ τα μάτια που καθρεφτίζουν δύο απρόβλεπτα πελάγη.
Υμνώ και το πρόσωπο που η ομορφιά το εγκαταλείπει
ή τρομαγμένη κρύβεται στο βάθος των ματιών
το πρόσωπο το σκαμμένο από αγκαθωτές ρυτίδες
με βλέμμα πήλινο, στεγνό, με βλέφαρα άδειες φούσκες
με φρύδια αθέριστα χωράφια, το πάνω χείλι τριχωτό
με κρεατοελιές στα χαμηλά της μύτης, στο πηγούνι.
Υμνώ το πρόσωπο που το τύλιξε μια σταχτιά σκιά.
V.
Υμνώ τα χέρια που δίνουν μορφή στην ύλη
που γράφουν στο χαρτί, στη γραφομηχανή, στον υπολογιστή
που σιωπώντας ξέρουν να μιλούν, τ' ασημένια χέρια
που σφίγγουν, θωπεύουν, αποχαιρετούν για πάντα
τα χέρια που πιάνουν ό,τι ακάθαρτο μένοντας αθώα
που ανασηκώνουν μωρά, αρρώστους, πληγωμένους.
Υμνώ τα δάχτυλα που αγγίζουν όργανα και χαρίζουν μουσική.
Υμνώ τα χέρια που βαριά δουλεύουν, τα τραχιά
τα μασημένα από μηχανές, τα ματωμένα από εργαλεία
τα καταπονημένα από τη λάτρα του σπιτιού
τα δάχτυλα με τα ραγισμένα, ξεφλουδισμένα νύχια.
Υμνώ τα χέρια που παίρνουν όπλα για την ελευθερία
τώρα όμως μόνο αφού εξετάσω και βεβαιωθώ
πως η ελευθερία που υπόσχονται δεν είναι μια νέα σκλαβιά.
VI.
Υμνώ και το σώμα του άντρα, όμως αυτό λιγότερο
ίσως γιατί λιγότερο μ' εμπνέει, λιγότερο το παρατηρώ
ίσως γιατί δεν διαφέρει τόσο πολύ απ' της γυναίκας.
Πάντως υμνώ το αρμονικό, το αθλητικό του σώμα
όπως και το ακρωτηριασμένο σε πολέμους, σ' ατυχήματα,
το σώμα σε γιορτή, σε συντροφιά, σε στοχασμό.
Κυρίως το υμνώ όπως το ύμνησαν γλύπτες και ζωγράφοι.
Υμνώ το κατορθωμένο σώμα σ' όλες του τις εποχές
όχι μονάχα στην εαρινή, την πρώτη
που όλα τα σώματα είναι από μόνα τους ωραία.
Υμνώ το σώμα που διασχίζει τους καιρούς
όπως καράβι τους ωκεανούς, που συνεχίζει
παρά τα ρήγματα, τις ζημιές, τις αβαρίες,
που μπορεί ν' αναγνωρίζει όλες τις δικές του απώλειες.
VII.
Υμνώ το σώμα που πλάθει τη συνείδησή μου
που φυλάει σε μια κρυψώνα του όσα της ξεφεύγουν
που γεννάει αισθήσεις, σκέψεις, τη μιλιά μου. Το σώμα
που όταν χαθεί θα ζει μες στις δικές μου λέξεις
αυτό που μου γέννησε και τη λέξη χρόνος
γιατί χωρίς το ανθρώπινο κορμί χρόνος δεν υπάρχει
ή κι αν υπάρχει ποτέ δεν αποχτάει νόημα.
Υμνώ το σώμα που μ' αντέχει, δεν μ' έχει βαρεθεί
δεν μ' έχει αποτινάξει από πάνω του
το σώμα που ό,τι κι αν του κάνω
με μεταφέρει, με μετακινεί, με κρατάει ορθό.
Υμνώ το απόλυτο σώμα, το σώμα όλων, το δικό μου
που με καλύπτει, μ' έχει σφιχτά αγκαλιασμένο
αυτό που μαζί μια μέρα θα τελειώσουμε.
Τίτος Πατρίκιος
Ιούλιος 2010

Σάββατο, 31 Αυγούστου 2019

Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά

«Κάθε άνθρωπος σκοτώνει ό,τι αγαπά κι ας το ξέρει ο καθείς: άλλος μ' ερωτικά γλυκόλογα, ο δειλός με φιλί κι ο αντρείος με σπαθί.
Ένας σκοτώνει την αγάπη του νέος, άλλοι όταν γερνάν, ένας τη πνίγει με τα χέρια του πόθου, άλλος με τα χέρια του πλούτου.
Οι πιο συμπονετικοί τη μαχαιρώνουνε γιατί έτσι ο νεκρός παγώνει γρηγορώτερα.
Άλλοι αγαπούνε λίγο, άλλοι πιότερο, άλλοι πουλάνε τον έρωτα, άλλοι τον αγοράζουν, άλλοι σκοτώνουν με δάκρια κι άλλοι βουβά χωρίς στεναγμό, γιατί καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά.»
 * * *
«Τη πιο ψηλή θέση την αποζητά ο καθένας. Είναι το σημείο που κατευθύνονται όλες οι ανθρώπινες προσπάθειες.»
  * * *
«Αυτός ξεκουραζότανε σα κάποιον που κοιμάται κι ονειρεύεται πάνω στο μαλακό χορτάρι ενός λιβαδιού.
Οι φύλακες τονε κοιτάζανε καθώς κοιμότανε και δε μπορούσαν να καταλάβουνε πως μπορούσε να κοιμάται τόσον ήσυχα, αφού βρισκότανε τόσο κοντά στο σκοινί του δήμιου.
Μα ο ύπνος δεν έρχεται όταν είναι για να κλάψουν αυτοί που ποτέ ως τώρα δε χύσανε δάκρια ή κι αλήτες κι απατεώνες και κατεργάρηδες, αγρυπνήσαν όλη νύχτα και μέσα σε κάθε νου, γλιστρούσεν έρποντας η φρίκη για τον πόνο του άλλου.
Αλίμονο, δεν υπάρχει φριχτότερο από τον πόνο για το κρίμα ενός άλλου. Γιατί ίσα στη καρδιά το μαχαίρι του κακού βυθίζει τη φαρμακωμένη λεπίδα του και σα λιωμένο μολύβι ήτανε τα δάκρια που χύσαμε για το αίμα που δεν είχαμε χύσει εμείς.»
  * * *
«Ω!... φώναζαν, ο κόσμος είναι πλατύς, μα το κορμί σκλαβωμένο παραλύει. Μια και δυο φορές το παιγνίδι των ζαριών, μπορεί να 'ναι παιγνίδι καλό. Μα δε το κερδίζει όποιος το παίζει με την αμαρτία στη κρυφήν αυλή της ατιμίας.»
  * * *
«Γιατί κείνος που ζει πιότερο από μια φορά, πεθαίνει πιότερες φορές.»
  * * *
«Ευτυχισμένοι κείνοι που οι καρδιές τους τσακίζουνε και που βρίσκουνε στη συγνώμη, τη γαλήνη.
Πως αλλιώς μπορούσεν ο άνθρωπος να καθαρίσει από τα κρίματα, την αμαρτωλή του ψυχή;
Από που αλλού μπορεί να μπει ο γιος του Θεού, αν όχι από τη τσακισμένη καρδιά μας;»
  * * *
«Γιατί ο Κύριος δε καταφρονεί τη τσακισμένη και μετανοημένη καρδιά.»
  * * *
«Και καθένας σκοτώνει ό,τι αγαπά κι όλοι ας ξέρουμε πως ο νέος σκοτώνει με τα μάτια γεμάτα μίσος, άλλοι με χαϊδευτικά λόγια, ο δειλός μ' ένα φιλί κι ο αντρείος με το σπαθί.»

O

scar Wilde, «Η Μπαλάντα Της Φυλακής Του Ρήντινγκ» -αποσπάσματα
Εκδότης: Ηριδανός

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2019

Αχέροντας


















 Ο Αχέροντας  είναι ποταμός της περιφέρειας Ηπείρου και διασχίζει τους νομούς Ιωαννίνων, Θεσπρωτίας και Πρεβέζης Οι πηγές του Αχέροντα είναι πολλές. Οι πρώτες πηγές του προέρχονται από τα χιόνια του όρους Τόμαρος στο Νομό Ιωαννίνων (μέγιστο υψόμετρο 1.986m), και οι άλλες πηγές του προέρχονται από τα όρη Σουλίου και τα όρη Παραμυθιάς Θεσπρωτίας. Σημαντικές πηγές είναι επίσης αυτές του χωριού Βουβοπόταμος Πρέβεζας κοντά στη Γλυκή Θεσπρωτίας. Ο Αχέρων εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος, στο χωριό Αμμουδιά της Πρέβεζας, όπου σχηματίζει δέλτα, από το οποίο διαμορφώνονται τα δύο κύρια έλη της περιοχής, το έλος της Σπλάντζας και της Βαλανιδορράχης.
Ο Αχέρων, λόγω του Νεκρομαντείου του Αχέροντα, της αρχαίας παράδοσης και της περιβαλλοντικής αξίας προσελκύει χιλιάδες επισκεπτών από τις πηγές έως και τις εκβολές του. Το μήκος του ανέρχεται στα 52 χιλιόμετρα ενώ από τα νερά του αρδεύονται περίπου 85.000 στρέμματα, εκ των οποίων 28.000 βρίσκονται στο Νομό Θεσπρωτίας και 57.000 στο Νομό Πρεβέζης Ο άνω ρούς του ποταμού καλείται επίσης «Μαυροπόταμος», ενώ το κάτω τμήμα, το διερχόμενο από την πεδιάδα του Φαναρίου λέγεται και «Φαναριώτικο». Υπάρχει επίσης και η ονομασία Καμαριώτικο ποτάμι.
Ο ποταμός, έχει εξερευνηθεί όλος. 



Οι Πηγές του Αχέροντα στο Βουβοπόταμο

Προχωρώντας καθοδικά, το τμήμα αυτό αρχίζει από τη στροφή του ποταμού στην πέτρινη γέφυρα της «Σκάλας Τζαβέλαινας» και, περνώντας από τη θέση «Πηγές του Αχέροντα» 2 χλμ πριν τη Γλυκή, τελειώνει στη μεταλλική γέφυρα της Γλυκής Θεσπρωτίας. Έχει τουριστικό ενδιαφέρον, γιατί περιέχει το πρώτο στενό πέρασμα, το οποίο διαφέρει από τα άλλα δύο στενά ως προς τη διάμετρο του εύρους και ως προς την αρχιτεκτονική διαμόρφωσης. Το συνολικό μήκος του τέταρτου τμήματος είναι περίπου 6 χλμ.Καθοδικά, μετά την πέτρινη γέφυρα στη σκάλα Τζαβέλαινας βρίσκονται τα πρώτα στενά του Αχέροντα. Στη συνέχεια απαιτείται εναλλαγή βάδισης κολύμβησης και το μέγιστο βάθος υδάτων φτάνει τα 2,5μ. Η έξοδος του φαραγγιού βρίσκεται στη θέση «Πηγές του Αχέροντα». Οι «Πηγές του Αχέροντα» (νερό αναβλύζει από τη γη στη βάση μεγάλου βράχου) ανήκουν εκατέρωθεν στην κοινότητα Βουβοπόταμου Πρέβεζας. Μετά τις πηγές ο Αχέρων σχηματίζει μαιάνδρους μήκους 2 χλμ σε μια μικρή κοιλάδα και καταλήγει στη ΓλυκήΘεσπρωτίας. Τα επόμενα δύο χιλιόμετρα μετά τις «Πηγές του Αχέροντα» είναι βατά και προσφέρονται για απλή πεζοπορία. Η πλήρης καθοδική διάσχιση της χαράδρας του Αχέροντα προϋποθέτει ξεκίνημα από το Τρίκαστρο Πρέβεζας και κατάληξη στη Γλυκή. Είναι πολύ δύσκολη και διαρκεί 8-10 ώρες, απαιτεί δε εξοπλισμό και σημαντικές ικανότητες.Εάν επιλεγεί πορεία ανοδικά προς το ρεύμα του Αχέροντα, είναι δυνατή η επιστροφή από το μονοπάτι πού οδηγεί στη σήραγγα της «Σκάλας Τζαβέλαινας» (σήραγγα του 1960, αποτυχημένη προσπάθεια διάνοιξης δρόμου προς το Σούλι). H «Σκάλα Τζαβέλαινας» είναι κλιμακωτό μονοπάτι, απόκρημνο σε μερικά σημεία το οποίο από τη σήραγγα του 1960 οδηγεί στο ποτάμι και από εκεί με παλιό γεφύρι περνά απέναντι προς το «μύλο του Ντάλλα» και από εκεί με ανοδικό μονοπάτι 3 ωρών οδηγεί στη Σαμονίδα (Σούλι)



























Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες