το χωριο μας

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Σκούζουν λες και τους μπήκε ο Γκρίλο(ς) στον κώλο


Grilo


Είναι απόλαυση να παρακολουθείς την σύγχιση και τον πανικό που έχει προκαλέσει στους mainstream “αρθρογράφους” του κώλου το αποτελέσμα των Ιταλικών εκλογών.
Πανικόβλητα τα διάφορα υπαλληλάκια προσπαθούν να “αναλύσουν” στο εγχώριο πόπολο το γιατί οι υπέροχες τεχνοκρατικές, “σοβαρές” μνημονιακές δυνάμεις έπαθαν πανωλεθρία. Και δεν είναι μόνο η επιστροφή του Μπερλουσκόνι (που μέχρι πριν 3-4 μήνες τον παρουσίαζαν σαν “τελειωμένο”), αλλά κυρίως το απίστευτο ποσοστό του Μπέπε Γκρίλο. Σε κάθε αρθρογραφία που σέβεται τον εργοδότη της, θα δείτε το όνομα του Γκρίλο να ακολουθεί πάντα το επίθετο “λαϊκιστής”. Γιατί όμως τέτοια ενόχληση από την επιτυχία του πρώην κωμικού, που από το πουθενά και χωρίς καμμια σχεδόν στήριξη από τα παραδοσιακά ΜΜΕ κατάφερε να τον ψηφίσει ο 1 στους 4 ψηφοφόρους; Ο λόγος είναι εξαιρετικά απλός: Γιατί ο Γκρίλο δεν έβαλε στο στόχαστρο μόνο το μνημόνιο. Έβαλε στο στόχαστρο όλο το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα που δεν διαφέρει σε τίποτα από το δικό μας. Οι πραγματικοί και άμεσοι εχθροί δεν είναι τόσο η Μέρκελ και ο Σόιμπλε, αλλά κυρίως οι εσωτερικοί αργυρώνητοι πολιτικάντηδες που δεν είναι τίποτα άλλο από μαριονέτες  τραπεζών και οικονομικών συμφερόντων. Αυτό το άκρως διεφθαρμένο σύστημα Πολιτικών, ΜΜΕ και Οικονομικής χούντας έβαλε στο στόχαστρο ο Γκρίλλο. Ένα κατεστημένο που είναι “ούνα φάτσα ούνα ράτσα” με το δικό μας. Είναι φυσικό το εγχώριο σύστημα να φοβάται μην τυχόν η απίθανη ιστορία του Γκρίλλο “μολύνει” και την Ελλάδα. Γι αυτό και από χθες σκούζει ανυπόφορα.

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Δάνεια κάθε είδους,



Τα κομπλεξικά δάνεια

Είναι γεγονός και αν κοιτάξετε τα στοιχεία των τραπεζών, η δεκαετία του 2000 μέχρι το 2009 περίπου ήταν η περίοδος των δανείων. Δάνεια κάθε είδους, πέραν των παραδοσιακών στεγαστικών ή επιχειρηματικών, κατέκλυσαν την ελληνική κοινωνία, με τις διαφημίσεις δανείων να κερδίζουν το μεγαλύτερο μερίδιο διαφημιστικού χρόνου στην τηλεόραση.

Τι χαρακτήρα είχαν άραγε όλα αυτά τα δάνεια, και τι σκοπό αλήθεια εξυπηρέτησαν και εξακολουθούν να εξυπηρετούν ; Ποιοι μπορούσαν να δουν το μακροπρόθεσμο νόημά τους και το ουσιαστικό ψυχαναλυτικό στοιχείο της δομής τους ; Ποιοι ωφελήθηκαν φαινομενικά, ποιοι ουσιαστικά και κυρίως πόσο ;

Η απλή και γνωστή έννοια του δανείου ήταν ο δανεισμός των απαραίτητων εκείνων χρημάτων που ήθελε κάποιος είτε για να ξεκινήσει μια επιχείρηση όπου αφού παρέθετε βιώσιμη πρόταση, λάμβανε το ποσό εκείνο που χρειαζόταν είτε για να μπορέσει να αποκτήσει μια κατοικία που χρειαζόταν άμεσα και δεν είχε όλο το απαραίτητο ποσό.

Μέχρι εδώ το πράγμα φαίνεται να λειτουργεί ικανοποιητικά μιας και με αυστηρό έλεγχο κηρύσσονταν ακατάλληλοι προς δανειοδότηση εκείνοι που δεν είχαν τα οικονομικά μέσα να αποπληρώσουν το δάνειο. Βέβαια το φαινόμενο αυτό γνώρισε κάποιες ακραίες στιγμές όταν ένας ιδιώτης που ήθελε ένα απλό δάνειο για να χτίσει ένα σπίτι, απλό και σε προσιτή τιμή έπρεπε να παρουσιάσει οικονομικά δεδομένα ολόκληρης βιομηχανίας για να καταφέρει να λάβει το δάνειο που του ήταν απαραίτητο.


Από το 2000 και έπειτα άρχισε να συμβαίνει ένεκα και της καλλιεργούμενης ευφορίας της ισχυρής Ελλάδας των Ολυμπιακών Αγώνων και του Ευρώ, ένα ‘’παράξενο’’ φαινόμενο. Οι άλλοτε «δύσκολες» τράπεζες άρχισαν να προσελκύουν τους πελάτες με κάθε μέσον και ειδικά μετά το 2004. Όπου έφτασε να παίζουν ενδιάμεσα σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων τηλεοπτικών σταθμών, τρεις και τέσσερις σερί διαφημίσεις δανείων ή αλλιώς ευέλικτων δανειακών προϊόντων.

Σημείωση για να μην υπάρξουν κατηγορίες ότι παλαιότερα τα πράγματα ήταν καλύτερα, όχι δεν ήταν, αλλά η ασυδοσία και η κατάργηση τήρησης βασικών αρχών της οικονομίας έλαβε σάρκα και οστά μετά το 2000 με μοχλό τα δάνεια.

Έτσι λοιπόν ενώ άλλοτε έδινες μάχη για να πάρεις 10 εκ. δραχμές (30000 ευρώ περίπου) για να αγοράσεις ένα διαμέρισμα, πλέον μπορούσες να λάβεις το ίδιο ποσό με το ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΟ δάνειο. Χωρίς τις δυσκολίες και του ελέγχου των περασμένων ετών και αν δεν μπορούσες να λάβεις αυτό το ποσό ενιαίο, έπαιρνες δύο και τρία δάνεια, ή έπαιρνε και ένας συγγενής άμεσος, πχ. Σύζυγος ή τέκνο ή γονέας.

Εδώ πρέπει μάλλον να δοθεί βάση στην έννοια του καταναλωτικού δανείου και περαιτέρω και της πιστωτικής κάρτας. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών μέχρι το 1998 περίπου ανταποκρινόταν σχετικά φυσιολογικά στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. Δεν μπορούσες να έχεις ελικόπτερο και roof garden στο τριώροφό σου, όμως μπορούσες να το χτίσεις αν είχες 20 χρόνια εργασίας και ήξερες ότι θα έχεις σίγουρα ακόμα 10 και επίσης μπορούσες να φτιάξεις και ένα εξοχικό πχ. Στο Αλεποχώρι ή στην Ανάβυσσο.  Όλα αυτά χωρίς να είσαι ούτε απατεώνας και κλέφτης του δημοσίου χρήματος. Δεν θα είχαν μέσα κρύσταλλα 10000 ευρώ το κομμάτι, αλλά ήταν σε καλό επίπεδο διαβίωσης.

Όμως η κυκλοφορία του χρήματος από το 1985 μέχρι το 1995 έδωσε μια αίσθηση άνεσης και καλής διαβίωσης που αντί να φέρει την πρόοδο στους θεσμούς, στην πολιτική και στον πολιτισμό, έφερε ή μάλλον ενσωμάτωσε την γκλαμουριά σε κάθε πτυχή της ζωής. Από το αμάξι που έπρεπε πλέον να είναι δύο ένα τζιπ, ένα σπορ και ένα για το παιδί, μέχρι τα πλακάκια του μπάνιου που έπρεπε να είναι ψηφιδωτά όπως τα ανάκτορα των αρχαίων βασιλιάδων.

Βέβαια εδώ να τονιστεί επίσης ότι ο  (υπέρ) καταναλωτισμός είναι σύμφυτη έννοια με τον καπιταλισμό από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και έπειτα, όπου στην πράξη ενσωματώθηκε στις μικροαστικές τάξεις η θέαση των περασμένων εποχών των ανέσεων των αρχόντων ή ελίτ ή ευγενών ή βασιλιάδων. Στον καταναλωτισμό ο καπιταλισμός βρήκε νέο νόημα τον 20ο αιώνα και του εξασφάλισε βιωσιμότητα και παράλληλα εδραίωσε την κυριαρχία του.

Πλέον μπορεί να βλέπεις ότι κάποιοι πεθαίνουν ή σκοτώνονται στην Αφρική, αλλά μέσω της πανάκριβης τελευταίας τεχνολογίας τηλεοπτικής συσκευής που κατέχεις. Έτσι λοιπόν, χοντροκομμένα, η πρόοδος που θα βλέπαμε στην πολύπαθη πατρίδα μας, πολύ απλά δεν ήρθε ποτέ. Φταίνε βέβαια και οι άνθρωποι του πνεύματος, αρκετά, αλλά μάλλον η ευθύνη είναι ευρύτερα της κρατικής εξουσίας καθώς και του εκλογικού σώματος.

Και τι σχέση έχει τελικά η όποια ανάλυση της καπιταλιστικής λειτουργίας της οικονομίας, της εργασίας, της κοινωνίας και του ατόμου του ίδιου με το αν ο κ. Κώστας ήθελε Cayenne Porsche Turbo 3000 κυβικά τζιπ άσπρο κοντά στα 100000 ευρώ ;

Η σχέση της ανάλυσης με την πράξη είναι άρρηκτη, εκτός και αν ο κ. Κώστας έχει περιουσία εκατομμυρίων ευρώ από κάποια αιτία. Εάν δεν έχει και κατέχει ακόμα και μέχρι 1000000 τότε σίγουρα, το θέμα χρήζει σχολαστικότατης προσέγγισης.

Μα θα πει κάποιος καλόπιστος, είναι δυνατόν να πάρεις δάνειο για να πάρεις αμάξι, και μάλιστα ακριβό, όταν έχεις ήδη αμάξι. Η απάντηση είναι, ΝΑΙ, εννοείται πως ΝΑΙ. Αν γινόταν να πάρεις και ένα ταξίδι στο Μπαλί, όχι πολύ ακριβό μόνον μια βδομάδα σε 5 αστέρων σουίτα των 1000 ευρώ τη βραδιά, ακόμα καλύτερα. Γιατί στην τελική, βρε αδερφέ μια ζωή την έχουμε, δεν θα την γλεντήσουμε;  Όπως έλεγε και το παλιό γνωστό άσμα.

Ο κ. Κώστας μπορεί 2 χρόνια πριν αγοράσει το Cayenne να μην ήξερε καν ότι υπάρχει, όμως οι διαφημίσεις των τραπεζών φρόντισαν ακατάπαυστα να πλασάρουν 10δες ποθητές γυναίκες σε μαγευτικά σκηνικά και δίπλα σε πολυτελή αυτοκίνητα, να καταλήγουν στο να εγγυώνται το πόσο καλή επιλογή είναι ένα καταναλωτικό δάνειο.

Δεν φτάνει η τσέπη σου, δεν πειράζει φτάνει η τράπεζα, όπου με τα χρήματα των καταθετών, έβγαζε πλέον νέα κέρδη, δίνοντας δάνεια όχι για κάποιον χρηστικό λόγο, αλλά για κάτι που είχε την ίδια χρηστική αξία με μια βόλτα στο τρενάκι του λούνα παρκ. Ευχάριστο για λίγο, στο πλαίσιο μιας βόλτας με παρέα και αυτό, όχι κάτι άλλο.

Το φαινόμενο αυτό έφτασε κάπως καθυστερημένα στην χώρα μας σε σχέση με την Δυτική Ευρώπη και τις ΗΠΑ, όπου δεκαετίες πριν ο υπερκαταναλωτισμός έγινε η λύση ευημερίας για τον καπιταλισμό όπου οι πολίτες από παραγωγοί, γίνονταν καταναλωτές με υποβοήθηση των δανείων, σε προϊόντα με ανεβασμένες τιμές κατά παραδοχή των ίδιων των εταιριών. Απλά στην χώρα μας δεν υφίσταται κάποια εγχώρια παραγωγική βάση για να ρίχνει κάπως τις τιμές και να αυξάνει την ευκολία πρόσβασης στα προϊόντα.

Έτσι λοιπόν από εκεί που μια μέση οικογένεια μπορούσε να πάει 1 βδομάδα σε ένα νησί, σε ενοικιαζόμενα, και άλλη μια –δυο στο χωριό αν είχε, αυτό αντικαταστάθηκε με το in και must  της εκδρομής στο Παρίσι ή στο Λονδίνο για ψώνια, στο Μπαλί, σε σουίτα στη Μύκονο και στην Σαντορίνη κλπ.

Εδώ λοιπόν οι τράπεζες βλέποντας μια εύκολη ευκαιρία για υπερκέρδη αφού, τα επιτόκια δανεισμού των καταναλωτικών δανείων ήταν ούτως ή άλλως υπερβολικά, έσπρωξαν πολύ χρήμα στην αγορά μιας και αυτοί που λάμβαναν τα δάνεια τα σκορπούσαν κατ ευθείαν.
Εδώ πλέον έρχεται και η ελληνική φούσκα των ακινήτων. Λόγω κακουχιών στο υποσυνείδητο του νεοέλληνα έμεινε η ανάγκη να χει το δικό του σπίτι, να έχει το αυτεξούσιο και να μπορεί να δώσει ένα σπίτι, τουλάχιστον, στο παιδί του.  Θεμιτό, σεβαστό και απόλυτα λογικό τεκμηριωμένο, μιας και κάθε άνθρωπος χρειάζεται μια στέγη.

Από το σημείο οι οικογένειες να ζουν 3 γενιές μαζί σε ένα σπίτι, περάσαμε βίαια στην πολυκατοικία και την αντιπαροχή του ’60 και ’70 στην Αθήνα, της έντονης αστικοποίησης. Αν και αυτό το θέμα με τα πώς και τα γιατί του, αποτελεί ολόκληρο τόμο, πρέπει να λεχθεί ότι από το 1980 και μετά σχεδόν όλοι μπορούσαν να έχουν ένα σχετικά καλό σπίτι και αναλόγως της τσέπης τους να το διαμορφώσουν.

Επ’ ουδενί αυτό όμως δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον παμφάγο κομπλεξισμό που κυριάρχησε από το 1995 περίπου και μετά. Ξεκίνησε σχετικά αθώα με ένα εξοχικό στα εκτός σχεδίου τότε παραθαλάσσια μέρη της Ανατολικής και Δυτικής Αττικής, πάντα σε προσιτές τιμές, συνεχίστηκε στα βόρεια προάστια και μόλις εδραιώθηκε στην συνείδηση έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο. Αντί των 60τμ, γιατί να μην φτιάξεις ή να αγοράσεις μια μεζονέτα 160τμ σε μικρότερο βέβαια οικόπεδο ή και σε συγκρότημα κατοικιών και όχι μόνον στην Αττική αλλά και σε ένα νησί του Αιγαίου ή κάπου στην μαγευτική Πελοπόννησο.

Εδώ είναι που αρκετοί λένε και άλλοι ακούνε, πως γνώρισε άνθιση η οικοδομή στην Ελλάδα πρόσφατα σχετικά. Πράγματι φτιάχτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες με όλες τις ανέσεις και σε υψηλές τιμές, τις οποίες σκόπιμα αρκετοί κατασκευαστές ανέβασαν είτε στο πλαίσιο της τρέλας του χρήματος που κυριαρχούσε είτε με όντως καθοδήγηση από τις ίδιες τις τράπεζες που αρκετές φορές χρηματοδοτούσαν τους ίδιους τους κατασκευαστές που έχτιζαν τις κατοικίες.

Έπειτα όταν έγινε πολύ απλό με έναν απλό εγγυητή, μπορούσε κάποιος να δανειστεί ακόμα και 200000 ευρώ, ο νόμος της αγοράς και της ζήτησης έκανε όλη την υπόλοιπη δουλειά. Οι τιμές 350000 ευρώ για μεζονέτα όχι στην Βουλιαγμένη ή στο Κεφαλάρι, αλλά στο Χαλάνδρι, στον Άλιμο, στον Βύρωνα, στο Χαϊδάρι έγιναν συνήθεια και μάλιστα μια περίοδο πέρναγες από πολυκατοικίες που χτίζοντας και ήδη είχαν προαγοραστεί όλα τα διαμερίσματα.

Δεν κατακρίνεται ουδείς που ήθελε και θέλει να αποκτήσει οικία για τον ίδιο ή και την οικογένειά του.  Καταγγέλλεται όμως η αποδεδειγμένη μεθόδευση φουσκώματος τιμών στην αγορά. Η οποία βρήκε πάτημα σε κάτι πάρα πολύ απλό. Μιας και σε οποιονδήποτε να τεθεί με ηρεμία και σωφροσύνη το ερώτημα αν θα έδινε 350000 ευρώ, 100000 δικά του και 250000 δάνειο με ενέχυρο το αποκτούμενο σπίτι και έναν εγγυητή, για ένα σπίτι 100τμ σε μια μέση περιοχή, σίγουρα δεν θα τρέξει καλπάζοντας με φωνές – ‘Ευκαιρία, ευκαιρία’. Ακόμα και άνθρωποι με δικές τους επιχειρήσεις θα κοντοστέκονταν μπροστά σε τέτοια ποσά, αν είχαν υποτυπώδη ώριμη σκέψη.

Τι όμως καταγγέλλεται με ακόμα μεγαλύτερη οργή ;  Η έννοια του κομπλεξισμού του νεοέλληνα, που με βάση όλη την αμορφωσιά και την γκλαμουράτη νοοτροπία που ανέδειξε, ανταποκρίθηκε πλήρως στα κομπλεξικά δάνεια που του χορηγήθηκαν.

Έχει ο γείτονας ακριβό αμάξι, θέλω και εγώ, κι ας έχω ένα σχετικά καλό. Έχει  ο άλλος εξοχικό στην Πάρο, θέλω και εγώ και ας κατάγομαι από το Βόλο με σπίτι κοντά στην θάλασσα. Δεν έχω ούτε αμάξι, ούτε πατρικό στον τόπο καταγωγής, και πάλι θέλω να έχω και ας μην βγαίνουν τα ποσά. Γιατί θέλω να έχω ;

Γιατί αν έχω και ύστερα το πόσα έχω είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, του είναι μου, του εαυτού μου, του κοινωνικού μου στάτους και κύρους, και στην τελική ποιος είναι ο βασιλιάς και ο Ωνάσης, εγώ είμαι ο κυρίαρχος λαός άρα θα έχω ό,τι θέλω και ας μην μπορώ να το αποκτήσω με δικά μου μέσα.

Ποιος τα λέει αυτά;  Όλοι τα λένε, οι διαφημίσεις, οι γείτονες, οι συνάδελφοι στην δουλειά και γενικότερα είναι ωραίο να έχεις, γενικά να έχεις προϊόντα υπηρεσίες, άσχετα αν στο παρόν οικονομικό σύστημα είναι σχεδόν αδύνατον να έχει κανείς πραγματικά δικά του αγαθά αξίας και μάλιστα πολλά, χωρίς να δανειστεί ή να παρανομήσει. Όμως είναι γλυκό να σκας μούρη με το Cayenne στα νυχτερινά κέντρα στο Γκάζι, να ανοίγεις 6 μπουκάλια και να πηγαίνεις χαλαρό τριήμερο στο Λονδίνο, μιας και έτσι γίνεσαι αρεστός στους άρχοντες, στους πλούσιους δηλαδή, ως νεόπλουτος με ψεύτικα πλούτη, και φαινομενικά αρεστός, όσο χρειάζεται να σε ξεζουμίσουν.


Βέβαια, για να μην υπάρξουν και κατηγορίες ότι κάτι έγινε κατά παράβαση των νόμων αν και αυτό ελέγχεται, μιας και η δανειοδότηση υπέρογκων ποσών σε άτομα που αντικειμενικά αδυνατούν να ξεχρεώσουν έχει χαρακτήρα παρανομίας, κανείς δεν πήρε δάνειο καταναλωτικό ή στεγαστικό ενώ δεν το χρειαζόταν με το μαχαίρι στο λαιμό. Εδώ θα πει κάποιος και ένας που παντρεύτηκε το 2006 και οι γονείς δεν είχαν και δεύτερο σπίτι να δώσουν στην νέα οικογένεια και αναγκαστικά πήρε ένα 100τμ στην Αργυρούπολη 300000 ευρώ και με δάνειο, γιατί είχε ανάγκη;

Αυτός ο άνθρωπος εντελώς ωμά, έπεσε θύμα της όλης στημένης ιστορίας. Όπου οι κατασκευαστές πωλούσαν σε ακριβές τιμές γιατί η λύση ήταν απλή, πάρε δάνειο. Έτσι λοιπόν μαζί με τα ξερά κάηκαν και τα χλωρά, γιατί όσοι ήθελαν πολυτελές εξοχικό στο Γύθειο, έπνιξαν μαζί τους και έναν άνθρωπο που απλά ήθελε να πάρει ένα διαμέρισμα.

Όμως επιστρέφοντας και στον τίτλο αυτού του κειμένου και για να τον δικαιολογήσω πλήρως, τίθεται η σκέψη ότι, κανένα σκηνικό άκρατης δανειοδότησης δεν θα είχε φτιαχτεί εάν δεν υπήρχε ήδη έτοιμο στην συνείδηση της κοινωνίας. Όπου με μερικές χαμηλού επιπέδου διαφημίσεις, δόθηκε ένας δρόμος αδιέξοδος για την κάρπωση όλων εκείνων των παραπάνω αγαθών που σε γενικές γραμμές θα ήθελε κάποιος που όμως αν δεν τα είχε δεν θα γινόταν χειρότερη η ζωή του.

Σαφώς και φταίει η φύση του καπιταλισμού, φταίει όμως και η ατομική και συλλογική έλλειψη συνείδησης, όπου δεν τέθηκε στον δημόσιο διάλογο η φαινομενική λειτουργία της αγοράς ειδικά από το 2004 και μετά κυρίως με δάνεια και κάρτες, από κανένα κόμμα της Βουλής, ούτε και από τους ανθρώπους του πνεύματος. Δεν τους στέρησε κανείς το βήμα δημόσιου λόγου, όμως υπήρχε το πολιτικό κόστος. Ποιος τόλμαγε να πει ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι μια καλοστημένη απάτη και να χαλάσει την ωραία κατάσταση των ψηφοφόρων ;

Πολύ απλά, όταν σταμάτησε η άκρατη δανειοδότηση ξεκίνησε η άκρατη αδυναμία αποπληρωμής, πρώτα σε αυτοκίνητα, μηχανές, σκάφη, τηλεοράσεις, και πλέον μετά και το Μνημόνιο και στα ακίνητα με αποκορύφωμα τον νόμο του 2010 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά και τις εξαγγελίες για πάγωμα πλειστηριασμών της πρώτης κατοικίας. Πράγματι ένα δάνειο του 2000 των 250000 ευρώ, 20ετίας που μπορούσε να εξοφληθεί οριακά, πλέον κάτι τέτοιο είναι αδύνατο και με όποια ρύθμιση ακόμα και να το δάνειο γίνει 50 ετών αποπληρωμής.

Εδώ θα θέσουν κάποιοι, -΄Εντάξει ό,τι έγινε, έγινε, τώρα να δούμε τι μπορεί να γίνει να μην χάσει ο κόσμος τα σπίτια του’. Λάθος. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να τεθεί, να εξεταστεί και να προβληθεί γιατί τα δάνεια δόθηκαν και γιατί σε μεγάλα ποσά. Ύστερα αφού γίνει κατανοητό, να υπάρξει το κατάλληλο ρυθμιστικό θεσμικό πλαίσιο, ώστε να μην ξαναγίνει, και αφού προστατευθεί αποκλειστικά η πρώτη κατοικία και μόνον, να γίνουν κουρέματα των δανείων.

Ο κομπλεξισμός του να έχω όσα έχει, ο πλούσιος στα lifestyle περιοδικά και μεθοδεύεται από το «σύστημα» και ενυπάρχει αδρανής σε όλους μας. Χρέος όσων μπορούν να το αντιληφθούν κατ αρχήν, να προβάλλουν το φαινόμενο και αν αυτό σημαίνει ευθεία σύγκρουση με την κοινωνία του θεάματος, ας είναι έτσι λοιπόν. Η πρόοδος δεν έρχεται δια των υλικών αγαθών, αλλά εφ όσον υπάρξει ουσιαστική ισομερής ανάπτυξη και όσο το δυνατόν πιο ίση κατανομή του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου, τα αγαθά όσο ακριβά κι αν είναι σήμερα, είναι απλά ένα παρεπόμενο.

Είναι απίστευτα πολιτικό το θέμα, και δεν έχει μαρξιστική ή φιλελεύθερη ανάγνωση, αλλά αγγίξει ψυχαναλυτικές ερμηνείες και φιλοσοφικές προτάσεις όπως του Καστοριάδη, ο οποίος από καιρό είχε θέσει το γεγονός της μετατροπής μας σε κοινωνία του έχειν από κοινωνία του είναι. 

Και επειδή κάποιοι μπορεί να παρεξηγηθούν χαρακτηριζόμενοι ως κομπλεξικοί, εμμέσως και ανεξαρτήτως κομματικών και ιδεολογικών τοποθετήσεων, η αλήθεια είναι ξεκάθαρη. Το φαντασιακό του κομπλεξικού lifestyle υπερκαταναλωτισμού, ευθύνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό για την όλη δύσκολη συγκυρία που βρίσκεται η χώρα, και όχι απλά οι κακοί πολιτικοί, που όντως υπήρξαν.

Τασιόπουλος Σταύρος, μεταπτ. Φοιτ. Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης.

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Φόβος


http://e-oikodomos.blogspot.gr

1. Στη ζωή μας το μόνο αληθινό που υπάρχει και διαχέεται παντού είναι ο φόβος. Τα κατάφεραν! Οι ανυπόφορες συνθήκες δεν είναι πλέον αποσπασματικές και μόνες τους, έχουν ενωθεί και σχηματίσει μέσα και έξω από τον πολίτη το φόβο. Αυτός ο κακοήθης όγκος παρουσιάζεται από το κράτος σαν φυσική κατάσταση.

2. Ο φόβος είναι η αρχή της προσωπικής διάλυσης και συνδέεται άμεσα με την αποσύνθεση που ζούμε. Ο φόβος μπροστά στη βία και στον εξευτελισμό που ακολουθεί δημιουργεί εκείνες τις συναισθηματικές αποχρώσεις που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να ζήσει με την ευπρέπεια που του αξίζει.

3. Παρατηρώντας τις λεπτομέρειες που απαρτίζουν την καθημερινή μας ζωή διαπιστώνει κανείς πως η πρώτη μας ύλη μέσω της οποίας ερχόμαστε σε επαφή με τον κόσμο είναι ο φόβος. Εξαιτίας του φόβου, υπομένουμε αδιαμαρτύρητα κάθε αδικία, και οι διώκτες μας το εκμεταλλεύονται για να μας υποβάλουν σε μια κατάσταση μόνιμης καταστολής. Τι ευοίωνη προοπτική, κυρίως για τη νεότητα!

4. Δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για κράτος αλλά για ένα ποινικό σύστημα που έχει ως κέντρο του την τριάδα που μας κυβερνά. Και οι τρεις επιβάλλουν το φόβο ως ένα καταναλωτικό αγαθό που οφείλουμε να δοκιμάσουμε: «Πληρώνω για να τρέφομαι από το φόβο μου». Ομολογώ πως αυτό ούτε ο Κάφκα δε θα μπορούσε να το φανταστεί.

5. Ο φόβος δεν κάνει παραχώρηση σε κανέναν και ως εκ τούτου ούτε στους καλλιτέχνες. Τους εκθέτει. Σε κάθε έκφραση τέχνης μπορεί κανείς να θαυμάσει πόσα είδη συμβιβασμού υπάρχουν, πόση συσσώρευση φόβου. Αντί για δημιουργία οι καλλιτέχνες ξεπέφτουν σε φτηνά δράματα αντάξια της παρακμιακής μας εποχής.

6. Από τη στιγμή που έγινε γνωστό ότι ο εκλεκτός λαός του Θεού είναι οι δημοσιογράφοι, ησυχάσαμε. Δεν υπάρχει πλέον φόβος χωρίς να συνοδεύεται από το ναρκωτικό των δημοσιογράφων, οι οποίοι προσπαθούν να μας κοιμίσουν μέσω της απομυθοποίησης όλων όσα μας βαραίνουν. Μεγάλο άλμα: Αυτό που δεν κατάφεραν όλες οι εκκλησίες μαζί, το κατάφερε η δημοσιογραφία. Αυτοί οι εξολοθρευτές οραμάτων και επιθυμιών, ακούραστοι, διαιρούν το καθετί λερώνοντας τα χέρια τους με μελάνι, αφήνοντας το αίμα όσων αντιστέκονται στα χέρια των μπάτσων. Ταυτόχρονα εγκωμιάζουν την ελευθερία της έκφρασης καθισμένοι στα αυγά τους, όταν γύρω τους όλα χάνονται.

7. Ο φόβος δε σου κόβει μόνο τα πόδια αλλά και κάθε επιθυμία να κάνεις σχέδια για το μέλλον. Γυρνάς στον κήπο της νοσταλγίας και θυμάσαι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να θυμάσαι.

8. Ο φόβος μας εκπορεύεται από το γεγονός ότι δεν έχουμε πια δικαιώματα. Η λίστα των δικαιωμάτων μας που κρατά στο χέρι της αυτή η σκιά που κορδώνεται ότι είναι πολιτισμένο κράτος δεν επιτρέπει τίποτα.

9. Οι τεχνικοί της εξουσίας ψάχνουν να βρουν ένα όνομα που θα αντικαταστήσει αυτό της απεργίας. Βρισκόμαστε μπροστά στην αρχή αντικατάστασης όλων των ονομάτων στη βάση της γελοίας άποψης ότι ο νόμος κάνει το όνομα.

10. Ο Χέγκελ είχε δίκιο όταν έγραφε: «Καμία δύναμη δεν μπορεί να καταστρέψει το πνεύμα ενός λαού είτε απέξω είτε από μέσα αν δεν είναι ήδη δίχως ζωή, αν δεν έχει ήδη πεθάνει». Θεωρώ δικό μας πλεονέκτημα το γεγονός ότι το κράτος εκφράζεται ξεκάθαρα πάνω στο καθετί χωρίς να κρατάει τα προσχήματα. Πρόκειται για μια οικογένεια της οποίας ο κωδικός μάς είναι γνωστός. Η ίδια πιστεύει ότι μπορεί να μας χειραγωγεί, γι' αυτό και μας απεχθάνεται. Οι συνήθειές της ωστόσο την προδίδουν και αναδεικνύουν την κούρασή της, την οποία πρέπει να χρησιμοποιήσουμε εναντίον της.

Γιώργος Κακουλίδης στο Ριζοσπάστη

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

γενιά του 50, 60 και 70

Σύμφωνα με τις στατιστικές, αυτοί από εμάς που ήμασταν παιδιά τις δεκαετίες του 40 50 60 και 70 πιθανόν δεν θα έπρεπε να είχαμε επιζήσει.
Οι κούνιες μας ήταν βαμμένες με γυαλιστερή λαδομπογιά με βάση το μόλυβδο. Τα πατώματα είχαν μωσαϊκό που σου περόνιαζε τα κόκκαλα κι οι κρεβατοκάμαρες ξύλινα πατώματα που τα γυάλιζαν με παρκετίνη, με κάτι βαρειές παρκετέζες και κάθε τόσο αγκίθες καρφωνόντουσαν στις ξυπόλητες πατούσες μας.
Οι παιδικές αρρώστιες έκαναν θραύση. Κάθε τόσο κι ένας φίλος ή συμμαθητής πάθαινε ιλαρά, κοκύτη, μαγουλάδες, ανεμοβλογιά. Δεν είχαμε καπάκια ασφαλείας στα μπουκάλια με τα φάρμακα, ούτε καπάκια στις πρίζες του δωματίου, εκείνες τις σκούρες τις φτιαγμένες από βακελίτη.
Ζεσταινόμασταν με σóμπες με ξύλα η με… κάρβουνο, η με θερμάστρες πετρελαίου. Πού να βρεθεί καλοριφέρ τότε.
Τηλέφωνο είχε ή σε κανένα θάλαμο του ΟΤΕ με κερματοδέκτη με εκείνες τις μάρκες τις χαραγμένες, ή στο περίπτερο της γειτονιάς, που είχε κρεμασμένα με μανταλάκια τα περιοδικά μας ο Μικρός Ηρωας κι ο Μικρός Σερίφης, κι ακόμα το Ρομάντζο, το Πάνθεον, το Ντομινό, η Βεντέττα, το  Πρώτο, το Εμπρός.
Ακόμα ζητάω τη σοκολάτα ΙΟΝ αμυγδάλου του ταλήρου, ή τις πρώτες γκοφρέτες ΜΕΛΟ με τα χαρτάκια με τις φορεσιές και τις σημαίες των χωρών του κόσμου, ακόμα θυμάμαι το Γλυφιτζούρι κοκοράκι, το μαλλί της γριάς στα πρόχειρα λούνα παρκ, το φρεσκοψημένο ποπ κορν , τις καραμέλες γάλακτος τις τυλιγμένες στο χρυσό χαρτί, τις κατακόκκινες καραμέλες τσάρλεστον ,το πεστίλι πέτσα βερίκοκο , το αυθεντικό παστέλι, και το κάτασπρο μαντολάτο. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση απ’ το καλαμπόκι και τα κάστανα και συγκινούμαι όταν βλέπω καστανάδες, λίγους πια και καλαμποκάδες σε κάνα πανηγύρι.
Χάθηκαν τα αυθεντικά σουβλάκια με τα ντονέρ και την ξεροψημένη πίτα και το κοκινοπίπερο.
Τα αστικά λεωφορεία Σκανια Βάμπις, Σκόντα, Βόλβο κι αργότερα Βritish Leyland και ΗΙΝΟ, είχαν τη μηχανή μέσα και ήταν συνήθως καλυμμένη με μπλέ δερμάτινα καπιτονέ καλύμματα. Βόγκαγαν κάθε φορά που ο οδηγός άλλαζε ταχύτητα. Καμμιά φορά είχε και μια θέση μπροστά δεξιά δίπλα στη μηχανή που ηταν η καλύτερη για τα παιδικά μας όνειρα. Υπήρχε και εισπράκτορας στριμωγμένος δίπλα στην πίσω πόρτα με το κλασσικό γκρί καπέλο με το γείσο, ένα πρωτόγονο μικρόφωνο κι έλεγε τις στάσεις ή φώναζε τέρμα τα μία και είκοσι. Θυμάστε εκείνες τις κερματοθήκες που έβαζε τα κέρματα και που τώρα τελευταία ξανάγιναν της μόδας;
Τα κίτρινα τρόλευ με τους οδηγούς και τους εισπράκτορες με τις καφέ στολές, κι εκείνο το περίεργο μηχανάκι με τη μανιβέλλα που έκοβε τα εισιτήρια.
Τα γκρίζα αμερικάνικα πελώρια ταξί με τα καθισματάκια που έπεφταν από τις πλάτες των μπροστινών καθισμάτων, γυρόφερναν ή άραζαν στις πιάτσες. Κι οι πειρατές, «ένα διφραγκάκι Σύνταγμα» τους έκοβαν το μεροκάματο.
Ποιος να έχει τότε Ι.Χ Οι λίγοι τυχεροί αγόραζαν VW σκαραβαίους, ή μεταχειρισμένα Consoul Cortina, Hansa, Wartburg, FIAT 1100, Opel Olympia. Θυμάστε τα Anglia, τα Peugeot 403, τα Renault 10 ή το Simca 1000, με τα ανύπαρκτα καλοριφέρ και τα λιγνά λάστιχα.

Το γάλα μας το έφερνε ο γαλατάς ή μέσα σε γυάλινα μπουκάλια με αλουμινένια καπάκια ή μας το άδειαζε από μεγάλες καρδάρες στην κατσαρόλα στην εξώπορτα.
Οι κολώνες του πάγου που τις έφερνε ο παγοπώλης με την τρίκυκλη μοτοσυκλέτα του και τις κουβάλαγε με εκείνο το περίεργο εργαλείο γάντζο, αργοέλιωναν στο κεφαλόσκαλο. Και η βρύση του ψυγείου είχε στο στόμιο της τυλιγμένο ένα λευκό τουλπάνι σα φίλτρο. Πού ηλεκτρικά ψυγεία. Αργότερα θυμάμαι κάτι ΠΙΤΣΟΣ ΙΖΟΛΑ και ΚΕΛΒΙΝΕΙΤΟΡ.
Οι παπλωματάδες, οι καρεκλάδες οι γανωτζήδες οι ακονιστές κι οι τσαγκάρηδες είχαν πολλή δουλειά. Στην κεντρική λεωφόρο ένα πλήθος από λούστρους με καλογυαλισμένα κασελάκια που λαμποκοπούσαν περιίμεναν πελάτη. Και σε κάποια γωνιά σε μια καμαρούλα 2Χ2 ήταν το βασίλειο του τσαγκάρη με εκείνο το περίεργο καλαπόδι που έβαζε ανάποδα το παπούτσι και το κόλλαγε και το κάρφωνε με εκείνες τις μαύρες πρόκες με το πλατύ κεφάλι και διάχυτη η μυρουδιά της βενζινόκολλας
Στη γωνιά του δρόμου μια ΕΒΓΑ που πούλαγε γάλα, γιαούρτια και παγωτά σε ψυγεία με μαύρα λαχιστένια καπάκια, και σε μια γωνιά μεταλλικά κουτιά με γυάλινο επάνω μέρος και μέσα μπισκότα γεμιστά με κρέμα γεύση βανίλλια σοκολάτα φράουλα και μπανάνα και κουραμπιέδες Μπούσιου αν θυμάμαι τυλιγμένους σε ημιδιαφανές χαρτί.
Στο κομμωτήριο της γειτονιάς οι κυρίες ψηνόντουσαν με τις ώρες κάτω απ τις κάσκες σεσουάρ με τα μαλλιά πασαλειμένα πλίξ τυλιγμένα σε ρόλλει κι όλα μαζί σκεπασμένα με δίχτυ και τα αυτιά σκεπασμένα με κοκκάλινα καπάκια. Η μανικιουρίστα καθάριζε τα πετσάκια και έβαφε τα νύχια με κατακόκκινο μανό που μύριζε ασετόν από δέκα μέτρα μακριά.
Ο καφές στα καφενεία ήταν μόνο Ελληνικός, τούρκικος τότε. Δεν υπήρχε νες ούτε φραπέ ούτε καπουτσίνο ούτε εσπρέσσο ούτε κάν φίλτρου γαλλικός. Μόνο σε κανένα ζαχαροπλαστείο εύρισκες γαλλικό και βέβαια τον πλήρωνες πανάκριβα. Οι πρώτες καφετιέρες ήταν κάτι γυάλινες κανάτες γεμάτες νερό πάνω στη φωτιά,με ένα ειδικό μεταλλικό φίλτρο που ο ατμός που υγροποιόταν έπεφτε πάνω στον καφέ τον έριχνε στο νερό και ο κύκλος συνεχιζόταν μέχρις εξαντλήσεως του περιεχομένου.
Σαββατόβραδο στα μικράτα μας σινεμαδάκι την σπουδαία περίοδο του Ελληνικού κινηματογράφου και το βράδυ ταβερνάκι με μπριζολίτσα παιδάκια και μια γουλιά μπύρα που μας έδινε κρυφά η μάνα μας γιατί «το παιδί δεν πρέπει να πίνει».

Και αργότερα πιο μεγάλοι πια σινεμά και καφετέρια στον Πύργο των Αθηνών ,το Loubier, το Blue Bell, του Φλόκα, το Βυζάντιο, του Βρυλώνια με τις φοβερές μακαρονάδες. Τη Σόνια.
Με πόση χαρά ακολουθούσαμε Κυριακή πρωϊ τον πατέρα στο καφενείο και απολαμβάναμε επί ώρες μια κουταλιά βανίλια, το γνωστο υποβρύχιο μεσα σε ένα ποτήρι παγωμένο νερό, ή τρώγαμε το μεζέ του ούζου και του αφήναμε το ούζο ξεροσφύρι. Κι ύστερα με το ποδήλατο πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο κι εκείνος να μας ρίχνει κλεφτές ματιές κάθε που σήκωνε το κεφάλι του απ το τραπέζι με την πρέφα ή το τάβλι. Και το μεσημέρι της Κυριακής μετά το οικογενειακό γεύμα πόση πίκρα όταν έφευγε για το γήπεδο χωρίς εμάς γιατί ήταν μεγάλο παιγνίδι και με πόση λαχτάρα περιμέναμε να ακούσουμε την περιγραφή απ το ραδιόφωνο. Γεωργίου, Φώσκολος, Λογοθέτης κι αργότερα απ την τηλεόραση Διακογιάννης Φουντουκίδης Κατσαρός.
Η γλυκύτερη αναμονή το καλοκαίρι ήταν ο παγωτατζής με το καρότσι με τις σιδερένιες ρόδες που το σπρωχνε στο χωματόδρομο. Παπασπύρου ΑΣΤΥ ΕΒΓΑ. Μια δραχμή η κρέμα, μιάμιση το κακάο, δύο η σοκολάτα.
Τα καλοκαίρια μπάνιο με το πούλμαν ή πάνω στις καρότσες των αγροτικών ή με φορτηγά ή άντε με προϊστορικά λεωφορεία που ζεμάταγαν σαν την κόλαση στις κοντινές παραλίες, Καβούρι Βουλιαγμένη, Βάρκιζα άντε και στη Λουμπάρδα ή απ την άλλη μεριά Ραφήνα Νέα Μάκρη Κόκκινο λιμανάκι. Γελάγαμε με κάτι χοντρές γριές που κάνανε μπανιο με τις κομπιναιζόν, Πέφταμε κάτω και χτυπιόμασταν όταν βλέπαμε κάποιους με το ένα χέρι να κρατάνε τυλιγμένη την πετσέτα γύρω τους και με το άλλο να προσπαθούν να βγάλουν το μαγιό και ναι βάλουν εσώρουχο και παντελόνι. Σιχαινόμασταν τα κεφτεδάκια ή τα ντολμαδάκια στην αμμουδιά. Και το νερό που πίναμε ήταν πάντα χλιαρό.
Και φρούτα, θεούλη μου τι φρούτα ήταν αυτά!  Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα μου να κουβαλάει κάτι δωδεκάκιλα Αμερικάνικα ριγέ καρπούζια και γιαρμάδες που σε κάθε δαγκωνιά τα ζουμιά έτρεχαν στο πηγούνι και το λαιμό. Και πεπόνια που μοσχομύριζαν. Και κεράσια μέλι. Και σταφύλια ολόγλυκα.  Ψωμί, τυρί φέτα και καρπούζι για φαγητό. Η υπέρτατη γεύση.
Πίναμε νερό απ το λάστιχο του κήπου (τι εμφιαλωμένα και πράσινα άλογα), τρώγαμε λουκουμάδες με ζάχαρη, κουλούρι και τριγωνάκι κεφαλοτύρι απ τον πλανόδιο κουλουρά έξω απ την εκκλησία, αμφίβολης καθαριότητας τυρόπιτες και σάμαλι ( Δεν έχω ξαναδοκιμάσει από τότε τέτοια νοστιμιά), κοκ και κορνέ με σαντιγύ, και πάστες νουγκατίνες σοκολατίνες και σεράνο απ τις ΕΒΓΑ της γειτονιάς. Γευόμασταν βούτυρα και μαρμελάδες σπιτικές και σπιτικά γλυκά κουταλιού συκαλάκι, περγαμόντο, βύσσινο και πορτοκάλι, νερατζάκι, και φαγητά που δεν τα φτιάχνουν τώρα γιατί είναι κουραστικά. Ροστ μπήφ, μελιτζάνες παπουτσάκια, ιμάμ, παστίτσια, μουσακάδες. Τρώγαμε τόνους κεφτέδες με πατάτες τηγανιτές αλλά ποτέ δεν είμασταν υπέρβαροι γιατί γυρνάγαμε όλη μέρα στους δρόμους και τις αλάνες παίζοντας.
Μοιραζόμασταν με τους φίλους μας μια πορτοκαλάδα ή γκαζόζα απ το ίδιο μπουκάλι και ποτέ κανένας μας δεν έπαθε τίποτε. Δεν πολυαρωσταίναμε , αλλά αν τύχαινε να αρρωστήσουμε πάντα υπήρχε μια καλή μάνα ή γιαγιά να μας δώσει λίγο φιδέ και να μας ρίξει βεντούζες να μας δώσει μια κουταλιά Νορισοντρίν, Ιπεσαντρίν ή ασπιρίνη διαλυμένη στο κουταλάκι μαζί με ζάχαρη, ή να μας κάνει μια ένεση με γυάλινη σύριγγα που τη βράζανε στο κατσαρολάκι, και πιο ύστερα να μας διαβάσει κανένα παραμυθάκι για να αποκοιμηθούμε. Και κάτι θερμόμετρα γυάλινα του πεντάλεπτου και στα πόδια του κρεβατιού να γουργουρίζει η γάτα η παρδαλή και να αναδεύεται και να παίζει με την άκρη της κουβέρτας.
Οταν κάναμε ποδήλατο (eska ή velamos) δεν φορούσαμε κράνος και στην πίσω ρόδα βάζαμε πάντα χαρτόνι από πακέττο τσιγάρα πιασμένο με ξύλινο μανταλάκι έτσι για να κάνει θόρυβο και να μας θυμίζει μηχανάκι
Περνάγαμε ώρες έξω απ το σπίτι φτιάχνοντας πατίνια με ρουλεμάν και σανίδια και κατεβαίναμε τις κατηφόρες τις γειτονιάς απλά για να διαπιστώσουμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένο. Κι όταν σηκωνόμασταν μέσα απ τους θάμνους που καταλήγαμε, μαθαίναμε πώς να διορθώνουμε το πρόβλημα των φρένων. Για να μη ξαναπληγώσουμε τα γόνατα μας και να μην αποκτήσουμε ευμεγέθη καρούμπαλα στο κέντρο του μετώπου μας Κι αν τα αποκτούσαμε τα πατάγαμε με εκείνα τα μεγάλα τάλληρα για να μη φουσκώσουν.
Είχαμε φίλους. Βγαίναμε στο δρόμο και τους βρίσκαμε. Παίζαμε μπάλα και κυνηγητό στους δρόμους. Τα δοκάρια στα αυτοσχέδια γήπεδα ήταν ή οι σχολικές τσάντες ή τα πουλόβερ κι οι ζακέττες μας κουβαριασμένες και για καλάθια του μπάσκετ είχαμε τα περβάζια των παραθύρων. Πόσες φορές δεν σπάγαμε και κανένα τζάμι και εξαφανιζόμασταν όλοι μαζί αφήνοντας τη μπάλα στα χέρια κάποιου συνταξιούχου που την έσκιζε με το σουγιά και την πέταγε στο δρόμο. Ο παλιόγερος !
Σκάβαμε λακουβάκια για να παίξουμε γκαζές, ακόμα και κουτσό μαζί με τα κορίτσια, χαρτάκια ή απ αυτά που αγοράζαμε απ τα περίπτερα ή με τα χαρτόνια απ τα πακέτα τα τσιγάρα.
Πηγαίναμε στα σπίτια των φίλων μας και χτυπούσαμε την πόρτα, ή το πιο συνηθισμένο μπαίναμε χωρίς να ρωτήσουμε. Πέφταμε από δέντρα, κοβόμασταν, πληγώναμε τα γόνατα μας και σπάγαμε και κανένα χέρι και οι γονείς μας μάς κατσάδιαζαν κι αυτό ήταν. Λίγο βάμμα στην πληγή κι όξω απ την πόρτα. Τσακωνόμασταν και παίζαμε μπουνιές και μαυρίζαμε και μελανιάζαμε και πάλι φιλιώναμε. Παίζαμε ξιφομαχίες με αυτοσχέδια ξύλινα σπαθιά. Τα ακόντια μας ήταν τα κοντάρια απ τις σκούπες ειδικά από εκείνες που τύλιγαν με μια μαξιλαροθήκη και ξαράχνιαζαν τα ταβάνια. Οι ασπίδες μας ήταν τα καπάκια απ τις μεγάλες κατσαρόλες .
Τρώγαμε ακόμα και σκουλήκια και λάσπες απ τον κήπο. Θυμάστε τη γεύση της λάσπης; Ούτε μάτια βγάλαμε, ούτε τα σκουλήκια έζησαν για πολύ το στομάχι μας.
Κι όταν η γιαγιά πότιζε τον κήπο τι πλάκα να της πατάς το λάστιχο του ποτίσματος και να της κόβεις το νερό κι εκείνη να φωνάζει.  Κι ο πανικός ακόμα μεγαλύτερος όταν πιάναμε το φλίτ με το εντομοκτόνο για να παίξουμε ανίδεοι για το δηλητήριο που περιείχε.
Στους ποδοσφαιρικούς μας αγώνες την ομάδα την έφτιαχναν μερικοί, οι υπόλοιποι μάθαιναν να ζουν χωρίς αρχηγιλίκι.  Φεύγαμε απ το σπίτι το πρωί και παίζαμε όλη μέρα ελεύθεροι αρκεί να γυρίζαμε πίσω μόλις άρχιζε να σκοτεινιάζει, ή όταν η μάνα μας έβαζε τις φωνές απ το μπαλκόνι να τσακιστούμε να ανεβούμε για διάβασμα. Δεν είχαμε βιντεοπαιχνίδια ούτε καν τηλεόραση, ούτε κινητά ούτε υπολογιστές ή internet άντε κανένα ραδιόρφωνο με λυχνίες. Το καλύτερο δώρο ήταν ένα μικρό τρανζιστοράκι με εννιάβολτη Bereck για να ακούμε Εθνικό, ή Ενόπλων.
Πηγαίναμε σχολείο και τα Σάββατα. Τρείς μέρες πρωι, τρείς μέρες απόγευμα. Τετάρτη απόγευμα Πέμπτη πρωί και την πρώτη ώρα Μαθηματικά. Πόσες φορές δεν αισθανθήκαμε το χέρι κάποιου καθηγητή να μας σηκώνει απ τη φαβορίτα ή να μας τραβάει τα αυτιά, η να μας ρίχνει μια σβουριχτή σφαλιάρα. Κι η βίτσα, συνήθως από μουριά να μας πληγώνει την παλάμη. Οι πράξεις μας ήταν δικές μας και οι συνέπειες θα βάρυναν εμάς.
Ποιος δε θυμάται τις καζούρες ιδιαίτερα στους Θεολόγους, τις Αγγλικούδες και τους Τεχνικούς. Τα παρατσούκλια που τους βγάζαμε τα παλιόπαιδα. Ο γιαουρτάς, ο καρκίνος ο θέκλας η θρούμπος ο φισφιρίκος. Την αγωνία μόλις έμπαινε ο μαθηματικός κι άνοιγε τον κατάλογο. -Για να σηκωθεί σήμερα ο ………. Και μέχρι να πεί τον μελλοθάνατο, κόμπος το στομάχι.
Θυμάστε στα διαγωνίσματα την απεγνωσμένη προσπάθεια να αντιγράψουμε με το βιβλίο στα γόνατα, ή τα σκονάκια κρυμμένα στα μανίκια, ή τα κορίτσια που τάγραφαν με στυλό BIC ή SCHNEIDER πάνω στα μπούτια τους και τα κάλυπταν με τις μπλέ ποδιές τους. Μπλέ κοριτσίστικες ποδιές, άσπρο γιακαδάκι και άσπρη μπλέ κορδέλλα στα μαλλιά. Ποδιές που εξαφανιζόντουσαν στο λεωφορείο και χωνόντουσαν μες στις τσάντες και ταΆ αγόρια που περίμεναν στο τέρμα του λεωφορείου.
Ποιος δε θυμάται τις ημερήσιες εκδρομές στον Κάλαμο, τον Αη Γιάννη το Ρώσσο, το Ναύπλιο, τον Οσιο Λουκά, τους Δελφούς για να δούμε τον Ηνίοχο τον σκανδαλιάρη που σε κοίταγε πονηρά όπου κι αν στεκόσουνα ,με κάτι απίστευτα πούλμαν.
Και τους ποδοσφαιρικούς αγώνες των τριών ωρών και βάλε στα άδεια οικόπεδα που τώρα έχουν γίνει μεζονέτες και στούντιο.
Κάποιοι μαθητές όχι τόσο έξυπνοι ή επιμελείς έχαναν την τάξη και ξαναπήγαιναν στην ίδια. Θυμηθείτε πόσους διετείς είχατε στην τάξη σας στο γυμνάσιο. Ήταν εύκολα αναγνωρίσιμοι απ τα γένια και τη χοντρή φωνή.
Ο πρώτος μας έρωτας ήταν συνήθως αδελφή ή εξαδέλφη του καλύτερου φίλου μας. Θυμόσαστε το χτυποκάρδι αλήθεια; Την αγωνία μη μας πάρουν χαμπάρι. Το πρώτο φιλί. Τα ξαναμμένα μάγουλα ,το χνούδι πάνω απ το χείλος μας.
Θυμάστε τα πάρτυ γενεθλίων με 15 αγόρια και δύο κορίτσια, (Ποιος να αφήσει την κόρη του να πάει) με πορτοκαλάδα ή ΤΑΜ ΤΑΜ, πατατάκια τσιπς και σπιτικό κέϊκ κι αργότερα βερμουτάκι και ξηρούς καρπούς.  Τις άπειρες φορές που χορεύαμε το ίδιο μπλούζ σε συνενόηση με τον υπεύθυνο του πικάπ, έτσι για να μένουμε πιο πολλή ώρα αγκαλιασμένοι με το κορίτσι των ονείρων μας. Την απίστευτη φράση ΤΑ ΦΤΙΑΞΑΜΕ. Τι φτιάξαμε ο Θεός κι η ψυχή μας.
Πηγαίναμε στο γήπεδο τρείς ώρες πριν το μάτς και γυρίζαμε παπί απ τη βροχή και παγωμένοι μέχρι το μεδούλι τυλιγμένοι με μουσκεμένες σημαίες και χωμένοι σε πλαστικές σακούλες Κι με τις κάλτσες να τρέχουν
Υπήρχαν τέσσερις εποχές διακριτές μεταξύ τους. Τα φύλλα των δέντρων έπεφταν το φθινόπωρο και τα μπουμπούκια των λουλουδιών άνθιζαν την άνοιξη. Υπήρχαν δέντρα και κήποι στις αυλές των σπιτιών και πηγάδια και χώμα που μύριζε μετά το πότισμα . Θυμάστε τους πανσέδες; Τα σκυλάκια; Τα χρυσάνθεμα;
Τις πλεχτές ζακέτες που βάζαμε κάπου μετά το Πάσχα. Τα πρώτα μακριά παντελόνια.
Τα καλοκαιρινά βράδια τα βγάζαμε ή στα σκαλιά παρέες παρέες, ή παίζοντας κρυφτό και κρυφτοντένεκο, ή στα καλοκαιρινά σινεμά με τα χαλίκια, τις καρέκλες με το πλαστικό σκοινί, τις μπουκαμβίλιες στη μάντρα , τον πασατέμπο και την πορτοκαλάδα ΠΑΡΘΕΝΩΝ. Αξέχαστα χρόνια.
Οι γενιές αυτές έβγαλαν μερικούς απ τους καλύτερους επιστήμονες, γιατρούς, μηχανικούς, ανθρώπους εργατικούς και τίμιους οικογενειάρχες και πολλούς άλλους. Τα τελευταία πενήντα χρόνια έγινε έκρηξη σε καινοτομίες και νέες ιδέες. Είχαμε επιτυχίες, αποτυχίες και υπευθυνότητα και μάθαμε να τα αντιμετωπίζουμε όλα. Μεγαλώσαμε σαν παιδιά με τις χαρές και τις λύπες, μας. Ζήσαμε. Και θα εξακολουθήσουμε να ζούμε όσο μας χρωστάει ο Θεός, σε πείσμα όλων αυτών που μας πλαστικοποίησαν τη ζωή με δικές τους ιδέες και για δικό τους όφελος.
Πηγή: ninacouletaki.wordpress.com (εστάλη με email από φίλο αναγνώστη μας)

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Οι μέρες της αφθονίας μας ήταν μετρημένες

Οι μέρες της αφθονίας μας ήταν μετρημένες (αναδημοσίευση)


Του Γιάννη Μακριδάκη
από Από Κοινού
Ομιλία-συζήτηση με το Δ. Μαρκόπουλο και το Γ. Μακριδάκη στα Τρίκαλα την Κυριακή 27-1-2013 στη μουσική σκηνή «Κεντρική Πλατεία» στις 8 το βράδυ με θέμα «Οι μέρες της αφθονίας μας ήταν μετρημένες» 

Ο καπιταλισμός, πριν φανερώσει τα αδιέξοδά του, κατέστρεψε τον ψυχισμό των ανθρώπων, διαμόρφωσε ένα.... ανθρωπολογικό τύπο μοναχικό, νευρωτικό, αγχώδη, φοβικό και φοβισμένο, ανταγωνιστικό, επιθετικό, ενεργοβόρο, καριερίστα και αμοραλιστή, κάτοικο του εγώ και όχι του εμείς.. Ακόμα και σήμερα ο άνθρωπος αυτός διατηρεί την ψευδαίσθηση της ατομικής διαφυγής, που αποφασίζει μια φορά στα τέσσερα χρόνια να αναθέσει το δικαίωμα του «αποφασίζειν» στο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η εκπαίδευση και η διαμόρφωση των ανθρώπων από αυτές τις ίδιες καταναλωτικές κοινωνίες αποτελεί το βασικότερο εμπόδιο, κατά τη γνώμη μας, στην προοπτική της αποανάπτυξης και της άμεσης δημοκρατίας, καθώς η διαρκής μεγέθυνση αποτελεί θρησκευτική σχεδόν πεποίθηση αυτής της κοινωνίας. Ο καπιταλισμός όμως δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει, αν οι ίδιοι οι άνθρωποι δε συμμεριστούν και δεν εσωτερικεύσουν τις αξίες που τον στηρίζουν. Παράλληλα, αν λάβουμε υπόψη ότι ήδη ο καπιταλισμός δημιουργεί ένα νέο είδος οικονομίας που η καπιταλιστική δημιουργία αξίας αντικαθίσταται σιγά-σιγά από τη χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, τότε αυτό που σήμερα επικρατεί είναι το παρασιτικό ήθος μιας κοινωνίας της κατανάλωσης, του τζόγου, του εύκολου κέρδους, του υπερδανεισμού, της διαφθοράς, κ.τ.λ. Υπό μία έννοια το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα καταστρέφει κάθε θετικό ανθρωπολογικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένας νέος τύπος κοινωνίας.

Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής, της αλλοτρίωσης, είναι μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε. Είναι ανάγκη να υιοθετήσουμε άλλα νοήματα, άλλες σημασίες και άλλα προτάγματα στη ζωή μας με τα οποία θα αξίζει να ζει κανείς σήμερα και όχι περιμένοντας την έφοδο στα «χειμερινά ανάκτορα». Διότι, ο άνθρωπος, εκτός από κοινωνική κατασκευή, είναι ταυτόχρονα και δημιουργός της ζωής του. Ο ετερόνομος άνθρωπος, που ως καταναλωτής, υπακούει και εκτελεί νόμους, εντολές και αφηγήσεις άλλων, χωρίς να συμμετέχει ο ίδιος στη λήψη των αποφάσεων, είναι απαραίτητο να αντικατασταθεί από τον αυτόνομο τύπο ανθρώπου, εκείνου που αυτοθεσμίζεται, που διαμορφώνει δηλαδή ο ίδιος τους θεσμούς και τους αναιρεί αν χρειαστεί. Το δικαίωμα του «συνανήκειν» είναι σύμφυτο με το δικαίωμα του «συναποφασίζειν» και είναι ίσως ο μόνος τρόπος προαγωγής της αίσθησης της κοινότητας˙ και αυτό γιατί ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην κοινότητα των άλλων ανθρώπων ένα μέρος της ύπαρξής του που της το οφείλει. Έτσι, καλλιεργείται και η ξεχασμένη στις μέρες μας αίσθηση της ατομικής ευθύνης απέναντι στην κοινωνία.

Η κοινωνία που θέλουμε να δημιουργηθεί δε θα βρεθεί «στα σπήλαια της ιδιώτευσης και της απάθειας» αλλά στις θορυβώδεις συνελεύσεις και δράσεις, όπου καθημερινά ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο και τη χαρά του δημιουργικού και συλλογικού βίου, μετατοπίζοντας το «εγώ» μας προς το «εμείς». Τοποθετεί την οικονομία στη θέση του μέσου και όχι του σκοπού της ζωής υιοθετώντας αξίες ξεχασμένες από το καπιταλιστικό φαντασιακό, όπως η αυτενέργεια, η συλλογικότητα, η αλληλεγγύη, η χαρά του ελεύθερου χρόνου, ο αυτοπεριορισμός, η οικονομία της εγγύτητας, η διατροφική και ενεργειακή αυτάρκεια, ο πολίτης-δημιουργός έναντι του παθητικού καταναλωτή (προϊόντων και πολιτικών). 

Οι πολίτες αυτοί δημιουργούν ανταλλακτικές κοινότητες χρόνου, προϊόντων, χαριστικά παζάρια, τράπεζες σπόρων, συλλογικούς αυτοδιαχειριζόμενους λαχανόκηπους, συνεταιρισμούς παραγωγών και καταναλωτών, αλληλέγγυο εμπόριο, αυτοδιαχειριζόμενους κοινωνικούς χώρους, κινήσεις πολιτών για την κοινωνικοποίηση του νερού και της ενέργειας, δίκτυα οικοκοινοτήτων, πολίτες που εναντιώνονται και συγκρούονται για να μη γίνει στη Χαλκιδική το ορυχείο χρυσού και για να μην εγκατασταθούν οι βιομηχανικές ανεμογεννήτριες στην Χίο, να μη γίνει η επένδυση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, στο όρος Οίτη και αλλού. Οργανώνει κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά φαρμακεία, συλλογικές κουζίνες, ραδιοσταθμούς στο διαδίκτυο, και έναν απίστευτο αριθμό καινούργιων αντικαπιταλιστικών, αυτοδιαχειριζόμενων, αμεσοδημοκρατικών συλλογικοτήτων. 

Όλα αυτά δημιουργούν έναν άλλο ανθρωπολογικό τύπο και μια νέα νοηματοδότηση της ζωής. Ταυτόχρονα συνιστούν μια ριζική πολιτική ρήξη με το σύστημα και ένα βαθύ ανθρωπολογικό μετασχηματισμό. Αυτός ο ανθρωπολογικός μετασχηματισμός δεν αποτελεί ούτε δευτερεύον εποικοδόμημα ούτε ρητορικό σχήμα. Είναι βασικό και αναπόσπαστο κομμάτι του αναγκαίου μετασχηματισμού της κοινωνίας. 

Η δημιουργία του νέου αυτού ανθρωπολογικού τύπου αποκτά στις μέρες μας τη διαδικασία του κατεπείγοντος, εφόσον μια αυτόνομη, δημοκρατική και οικολογική κοινωνία δεν μπορεί να απαρτίζεται ούτε φυσικά και να δημιουργηθεί από τον τύπο του ανθρώπου που δημιουργεί η καταναλωτική κοινωνία. 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες