το χωριο μας

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά. Και πετάνε. Και χάνονται.

Εμένα οι φίλοι μου…


αδεσποτος.


...είναι διαφορετικοί μετά την κρίση. Τα γέλια, οι χειρονομίες, τα βλέμματα, οι αγκαλιές, όλα αλλάξανε, λιγοστέψανε, κρυφτήκανε σε ένα θλιβερό καβούκι ανασφάλειας. Εκείνο το χαρακτηριστικό χτύπημα στην πλάτη που έδειχνε μια εξ αρχής ανάγκη να αισθανθείς τον άλλο, χάθηκε κι αυτό.

Στη θέση του μπήκε η ελεγχόμενη απόσταση, σαν την ελεγχόμενη χρεοκοπία...
 Λες και κουβαλάμε όλοι ένα νέο είδος αρρώστιας που μας αποτρέπει από το να πλησιάζουμε τους υπόλοιπους ανθρώπους, μήπως και κολλήσουμε κανένα μικρόβιο. Είναι σα να φοράμε εκείνες τις μάσκες με τις οποίες κυκλοφορούνε οι κάτοικοι περιοχής που έχει υποστεί πυρηνική καταστροφή. Μάσκες. Πολλές μάσκες.


Η μάσκα του φόβου, η μάσκα της υποκρισίας, η μάσκα του πόνου, όλοι φορέσαμε κι από μια διαφορετική και βγήκαμε να ξεφαντώσουμε σε τούτο το καρναβάλι της τρέλας, ενώ κανείς δεν μπορεί να δει τα χαρακτηριστικά του άλλου καθαρά. Εμένα οι φίλοι μου...

...φύγανε για τα ξένα. Αφήσανε τη χώρα τούτη καθώς βουλιάζει σαν καράβι πολυτελείας που στην πορεία αποδείχθηκε σάπιο και σαθρό. Φύγανε, όχι γιατί το θελήσανε, αλλά γιατί σπρωχτήκανε με το στανιό στα βαγόνια της ξενιτιάς, αφήνοντας πίσω μανάδες να στέλνουν πάλι γράμματα. Αφήσανε όμως και τους φίλους τους πίσω. Και η ξενιτιά είναι διπλή όταν ξεριζώνεσαι από τη γη των φίλων. Τι να σου κάνουν τα ρομποτικά ταχυδρομεία, τα άψυχα προσωπάκια σε οθόνες από σκονισμένους υπολογιστές, σε σχέσεις "εξ αποστάσεως", που ποτέ δεν καλύπτουν τις άμεσες στιγμές σου, εκείνες που θέλεις να ξεσπάσεις, εκείνες που επειγόντως έχεις ανάγκη να βρεις κάποιον και να μιλήσεις. Και χτυπιέσαι και καταριέσαι τη χώρα σου γιατί σου πήρε το μισθό, τη δουλειά, την αξιοπρέπεια, αλλά περισσότερο σε πονά που σου πήρε και τα πρόσωπα εκείνα που μπορούσες να εμπιστευτείς και να ανοιχτείς και να φανερώσεις τα εσώψυχά σου. Εμένα οι φίλοι μου...

...δεν ανοίγονται πια. Καθώς μιλάς μαζί τους, βλέπεις ότι ο νους τους ταξιδεύει μακρυά, και κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, αλλά στην πραγματικότητα δεν λένε τίποτα και δεν ακούνε τίποτα από όσα τους λες. Προσποιούνται ότι συζητάνε, ενώ στην ουσία δε συνομιλούνε με κανέναν άλλο παρά μόνο με τον εαυτό τους. Και τους ρωτάς τις επόμενες ημέρες για εκείνο το γεγονός που σε είχε σακατέψει, που σε προβλημάτιζε, και εκείνοι δεν θυμούνται σχεδόν τίποτα. Και προσπαθείς να προσεγγίσεις την αγωνία τους, να βρεις τα κουμπιά εκείνα που θα ξεκλειδώσουν τις ταμπουρωμένες γωνιές τους, αλλά τότε κλείνονται ακόμα περισσότερο στις μύχιες σκέψεις τους. Είναι λες και δειλιάζουν να δείξουν τις πληγές τους, να τις βγάλουν στο φως, μήπως και θεωρηθούν κι εκείνοι ευάλωτοι, εύθραυστοι και πληγωμένοι. Όχι, δεν γουστάρουν καμία θεραπεία, γιατί, στην τελική, ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που θα τους θεραπεύσεις; Εμένα οι φίλοι μου...

...δεν έχουν χρόνο για φιλίες. Στο λαχανητό της επιβίωσης, η φιλία κατήντησε περιττό περίσσευμα. Θυμίζει πια εκείνα τα παραπανίσια ψώνια που έριχνες στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, εκείνες τις εποχές που τα συναισθήματα και τα πορτοφόλια ήταν παχυλά. Ναι εκείνα τα χαζά και άχρηστα που εσύ τα ψώνιζες σχεδόν ψυχαναγκαστικά για να έχεις την αίσθηση ότι ψωνίζεσαι πλήρως. Οι επαφές των ανθρώπων πλέον μικρύνανε, από καρότσι γίνανε καλάθι, χωράνε πολύ λιγότερους και για σύντομα χρονικά διαστήματα. Μετά τον ελεύθερο χρόνο, το χρόνο για πολιτισμό, για έρωτα, λιγόστεψε και ο χρόνος για τους φίλους. Εδώ δεν έχουμε πια χρόνο για να ασχοληθούμε με τον εαυτό μας, θα σπαταλήσουμε λεπτά και ώρες και δευτερόλεπτα σε ανούσιες φιλικές ενασχολήσεις; Εμένα οι φίλοι μου...

...συμπιέζονται ανάμεσα σε όνειρα και εφιάλτες. Από το πρώτο πρωινό τους ξύπνημα, κουβαλάνε ένας βάρος στην καρδιά, στα βλέφαρα, στην ψυχή τους. Βαραίνουν τα πόδια τους τα ίδια, πάνω στο στίβο του "υγιούς" ανταγωνισμού, των συγκρίσεων και των συγκρούσεων. Τι κατάφερες εσύ, τι δεν πρόλαβα εγώ, σε πόσα τετραγωνικά θέλεις να μετρηθούμε, εντάξει, πως κάνεις έτσι, ήταν ένα απλό πισωγύρισμα αυτό, άλλοι πεθαίνουνε για ένα κομμάτι ψωμί, δεν είναι δα και σπουδαίο που γύρισα πίσω στους γονείς μου, τι στο διάολο θέλεις πια και δήθεν ενδιαφέρεσαι για ΄μένα και με ψάχνεις συνεχώς για να πιούμε έναν γαμημένο αγχωτικό καφέ και να τα πούμε και να μου πεις ότι χάθηκα, ότι χάνεσαι, ότι έχουμε χαθεί. Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά. Και πετάνε.

Και χάνονται.


Πανος Μουχτερος

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Κατάθλιψη

Θυμήθηκα τι είναι Κατάθλιψη


http://yiannismakridakis.gr/
Επέστρεψα στο χωριό. Δυο μέρες στην εορταστική Αθήνα ήταν αρκετές για να μου υπενθυμίσουν τι πα να πει κατάθλιψη. Έφυγα τρέχοντας κι ελπίζω να στρώσω, να συνέλθω, να γειάνω με το ξημέρωμα της αυριανής μέρας, που θα βγω το χωράφι και στο βουνό.

Τέτοιο βάρος ασήκωτο στο στήθος, τόση θλίψη, είχα να νιώσω πολλά χρόνια. Δεν αντέχεται τόση υποκρισία και τόση ελαφρότητα, όση αντίκρισα γύρω μου στην χριστουγεννιάτικη πρωτεύουσα. Ο Τιτανικός βουλιάζει και οι κυρίες και κύριοι του μεσαίου πατώματος φτιάχνουν τα νύχια τους, κάνουν τα ψώνια τους, κόβουν βόλτες, ετοιμάζουν τα τραπέζια τους, την ίδια στιγμή που στο κάτω πάτωμα υπάρχουν πτώματα και η στάθμη των υδάτων ολοένα ανεβαίνει. Αυτοί απλά ελπίζουν πως κάποιος, ο Σαμαράς πχ, θα βουλώσει την τρύπα και θα σταματήσουν τα νερά να ανεβαίνουν, όσους πνίξανε πνίξανε, τι να κάνουμε, ας είχανε φροντίσει, ας είχανε κάνει τα κουμάντα τους να σωθούνε.

Πολλοί απ’ τους διασκεδαστές κάνουν και την ετήσια φιλανθρωπία τους (ως ανώτεροι του ανθρώπου, είναι φιλάνθρωποι) πετώντας μια σακούλα φαϊ ή κάνα ρούχο στον σωρό που έστησε ο Καμίνης στο Σύνταγμα για να τον προβάλει το τηλεοπτικό δίκτυο που στηρίζει εδώ και χρόνια την εξαθλίωση.

Πριν μερικές δεκαετίες, όταν είχε πένθος ο γείτονας δεν ανοίγαμε ούτε το ραδιόφωνο γιατί ήτανε ντροπή ο άλλος να πενθεί κι εσύ να να διασκεδάζεις. Σήμερα οι Έλληνες στην πλειονότητά τους είναι πλέον ιδιώτες τελειωμένοι και χωρίς καμία πιθανότητα ανάκαμψης. Κανέναν δεν ενδιαφέρει ο πόνος και το πένθος του άλλου. Σε κάθε τετράγωνο της μεγαλούπολης η δυστυχία είναι παρούσα μαζί με την γελοιότητα της δήθεν ευμάρειας, που είτε αδιαφορεί ξεδιάντροπα για την δυστυχία είτε την ελεεί, μέρες που είναι, για να ξεμπερδεύει μια και καλή με όλα.

Και όλα αυτά βεβαίως προδίδουν ξεκάθαρα για ποιον λόγο είμαστε εδώ που είμαστε, για ποιον λόγο ακολουθούμε αυτές τις πολιτικές ξεπουλήματος των πάντων για να σώσουμε τα τομάρια μας και, το χειρότερο, αποδεικνύουν ότι υπάρχει ακόμα αρκετό ανθρώπινο λίπος, για να ξεσκίσουν οι Αγορές. Δεν έχουμε τελειώσει.

Νύχτα λοιπόν και με στήθος βαρύ κι ασήκωτο έφτασα πίσω στο χωριό. Ο Μάρτης με υποδέχτηκε φιλώντας μου τα χέρια, λες κι είναι άνθρωπος κι εγώ φιλάνθρωπος που του δωσα ελεημοσύνη.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

H ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑΣ



Tου ΚΙΜΠΙ*iskra.
Στη λέξη φιλανθρωπία υπάρχει μια βαθιά αντίφαση, στα όρια του οξύμωρου. Ο άνθρωπος είναι απλώς άνθρωπος, δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος.
Όπως ο λύκος δεν μπορεί να είναι φιλόλυκος, ούτε η κότα φιλόκοτα και ο σκύλος φιλόσκυλος.
Ο σκύλος, ναι, μπορεί να είναι φιλάνθρωπος, ως το κατεξοχήν κατοικίδιο που έχει μια σχεδόν αυτοκαταστροφική προσκόλληση στο είδος μας.
Η κότα δεν θα μπορούσε να είναι ποτέ φιλάνθρωπη, αν είχε μια ελάχιστη επίγνωση του προορισμού της ως σούπας ή κοκκινιστής.
Η γάτα, αν και εξίσου προσκολλημένη στον άνθρωπο και τα ενδιαιτήματά του, δεν είναι φιλάνθρωπη. Είναι απλώς φίλαυτη.
Κι επειδή αγαπάει τον εαυτό της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- αν μπορεί να αποκληθεί αγάπη το ένστικτο αυτοσυντήρησης που έχει κάθε ον-, συμβιβάζεται με την αναγκαστική συνύπαρξή της με τον άνθρωπο. Είναι μια κατεξοχήν φιλόγατα που συνδέεται με μνημόνιο κατανόησης με τον άνθρωπο, αν υποθέσουμε ότι η βάση της συνύπαρξής της μ’ αυτόν είναι να πιάνει ποντίκια ή να προσφέρει το σώμα της στην ανθρώπινη ανάγκη για τρυφερότητα και χάδι.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι φιλάνθρωπος. Μπορεί να είναι φιλόζωος ή ζωόφιλος – ας μην μπλέξουμε με την αυθεντική έννοια των δυο ταυτόσημων λέξεων, ποια σημαίνει την αγάπη για τη ζωή και ποια για τα ζώα. Φιλάνθρωπος μπορεί να είναι μόνον ο άνθρωπος που θεωρεί πως μόνος αυτός -άντε, και μερικοί ακόμη φίλοι, συγγενείς, άτομα της τάξης του, της αισθητικής του, της ιδεολογίας του- έχει ξεφύγει από την κατάσταση του ζώου και αντιμετωπίζει τους άλλους του είδους του ως ζώα, που έχουν την ανάγκη της φιλανθρωπίας του (ή της ζωοφιλίας του) και του οφείλουν ευγνωμοσύνη γι’ αυτήν.
Ακόμη κι αν αποδεχθεί κανείς τη χριστιανική αντίληψη της φιλανθρωπίας, πρέπει να εκκινήσει από τη βάση της, που είναι η φιλαυτία. «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν», λέει το ευαγγελικό πρόταγμα.
Αλλά αυτό προϋποθέτει, πρώτον, να αγαπάς τον εαυτό σου. Δεύτερον, να αντιλαμβάνεσαι τον εαυτό σου σε μια κατάσταση ισότητας με τον πλησίον. Τρίτον, να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε μια ενότητα με τον πλησίον. Δηλαδή, να αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη φύση σου, έτσι όπως την αντιλαμβανόταν ο Hobbes στον «Λεβιάθαν» του: «Η φύση έχει κάνει σε τέτοιο βαθμό τους ανθρώπους ίσους ως προς τις ικανότητες του σώματος και του νου, ώστε (…) η διαφορά των ανθρώπων δεν είναι τόσο αξιοσημείωτη που να μπορεί κανείς να αξιώνει για τον εαυτό του οποιοδήποτε ωφέλημα το οποίο κάποιος άλλος να μη μπορεί εξίσου καλά να το αξιώσει».
Η φιλανθρωπία είναι η άλλη όψη της έκπτωσης από τη φυσική κατάσταση ισότητας. Πριν γίνουμε «φιλάνθρωποι», έχουμε αποδεχθεί το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι είναι κατώτεροι από μας, έχουν χάσει ωφελήματα που για μας είναι αυτονόητα ή φυσικά: το σπίτι τους, μια πατρίδα, ένα αξιοπρεπές εισόδημα, μια δουλειά. Έχουμε, δηλαδή, αποδεχθεί μια αφύσικη κατάσταση ανισότητας. Στην οποία μπορεί και να έχουμε συμβάλει. Με την απληστία μας, την ανοχή μας ή τη σιωπή μας.
Σιχαίνομαι τη φιλανθρωπία. Έστω κι αν σπάνια αντιστέκομαι στον πειρασμό ν’ αγοράσω ένα πακέτο χαρτομάντιλα από τα φανάρια, να υποστώ το καθάρισμα του παρμπρίζ του αυτοκινήτου ή να δώσω στο αποστεωμένο «τζάνκι» το ευρώ με το οποίο υποτίθεται θα αγοράσει τυρόπιτα και δεν θα τσοντάρει για την επόμενη δόση του. Εξαγοράζω τις τύψεις μου για το γεγονός ότι εγώ ακόμη είμαι «εντός», όταν τόσοι άλλοι είναι «εκτός», όπως οι χριστιανοί με τον οβολό τους θαρρούν ότι διαγράφουν μια από τις αμαρτίες τους και κερδίζουν ένα μέτρο στον μαραθώνιο προς τον παράδεισο. Είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας. Διόλου αθώα και ανιδιοτελής, πρέπει να ομολογήσω.
Αλλά η οργανωμένη βιομηχανία φιλανθρωπίας, στην οποία συνωθούνται θύτες και θύματα, μου είναι απεχθής. Είναι μια κολοσσιαία απάτη. Ανοίγεις το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, την εφημερίδα κι είσαι μπροστά σε μια παρέλαση δημίων που περιθάλπουν τα θύματά τους λίγο πριν τα καρατομήσουν. Ή και έπειτα απ’ αυτό. Άλλος μαζεύει ρούχα, άλλος λεφτά, άλλος φάρμακα, άλλος τρόφιμα, αφού πρώτα έγδυσε, ξάφρισε, αρρώστησε και άφησε νηστικό τον αποδέκτη της αλληλεγγύης του. «Όλοι μαζί μπορούμε», «κανείς μόνος του στην κρίση». Γιατί δεν επεδείκνυαν προληπτικά την αλληλεγγύη τους, πριν η κρίση ξεβράσει τα θύματά της στο περιθώριο; Τι είπαν και τι έκαναν όταν περικόπτονταν οι μισθοί, όταν οι συντάξεις έπεφταν στα όρια της πείνας, όταν θερίζονταν τα προνοιακά επιδόματα, και μάλιστα με το ανάθεμα της επαίσχυντης εύνοιας σε «κηφήνες», όταν το ΕΣΥ και τα Ταμεία λεηλατούνταν, όταν η τρόικα πετσόκοβε το ανάπηρο κοινωνικό κράτος κι όταν η μνημονιακή ύφεση πλημμύριζε με λουκέτα και ανέργους τα οικονομικά ερείπια; Σε ποιο μέτρο κοινωνικής καταστροφής λένε «όχι» ακόμη και σήμερα οι πρωταθλητές της φιλανθρωπίας; Το αντίθετο ακριβώς συνέβη και συμβαίνει. Οι φανατικότεροι φιλάνθρωποι είναι οι κάτοχοι του μνημονιακού πρωταθλήματος. Αυτό θα μπορούσε λαϊκά να εκφραστεί και ως εξής: «Να σε κάψω, Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι». Ή «πρώτα μας χέζουν και μετά μας σκουπίζουν».
Σας ακούγεται χυδαίο; Όμως, δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν την αναδιανομή της δυστυχίας των θυμάτων επειδή τους είναι αδιανόητη η αναδιανομή του πλούτου των θυτών; Δεν είναι πιο χυδαίο να απαιτούν να οικοδομηθεί στα ερείπια του κοινωνικού κράτους που οι ίδιοι κατεδάφισαν ένα εθελοντικό υποκατάστατό του; Δεν είναι πιο χυδαίο οι χρυσοδάκτυλοι της διαπλοκής και του πλιάτσικου στον κοινωνικό πλούτο να διαγκωνίζονται σε «μαραθώνιους της αλληλεγγύης»;
Η κοινωνία δεν χρειάζεται «ανιματέρ» του ανθρωπισμού, ούτε «σελέμπριτι» του πλούτου και της «γκλαμουριάς» για να αφυπνιστούν τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά της. Χρειάζεται μηχανισμούς εξάλειψης της φτώχειας, της ανισότητας και της περιθωριοποίησης. Συζητάει κανείς γι’ αυτό; Όχι. Αλλά, όταν θεωρείται αδιανόητο να μείνει ανεξόφλητος ο ομολογιούχος -κατά κανόνα μέλος του πλουσιότερου 1% του παγκόσμιου πληθυσμού που ευθύνεται για την εξαθλίωση του φτωχότερου 30%- και αυτονόητο να «κουρευτεί» ο συνταξιούχος των 600 ευρώ, το αποτέλεσμα είναι θα είναι αυξάνονται επικίνδυνα οι επαίτες και αποδέκτες της φιλανθρωπίας. Κι είναι μάλλον απίθανο να εξαγοραστούν η επικινδυνότητα και η σιωπή τους με τα ψίχουλα της επαιτείας.
Αλλά η βιομηχανία της φιλανθρωπίας προτιμά ακριβώς αυτό: να καταστήσει τους ανθρώπους, ακόμη και τους φτωχότερους και δυστυχέστερους, συνενόχους της φτώχειας και της δυστυχίας τους. Να τους πείσει ότι οι αναξιοπαθούντες πλησίον τους είναι θύματα μιας «φυσικής ανισότητας», εξίσου ακατανίκητης με τις θεομηνίες ή τις φυσικές καταστροφές. Έτσι, δεν αγαπούν τον πλησίον τους ως σεαυτόν. Απλώς, τον οικτίρουν και τον απομακρύνουν σε απόσταση ασφαλείας. Τον αντιμετωπίζουν ως απειλή που πρέπει να εξευμενιστεί. Κατ’ ουσίαν τον μισούν γιατί υπάρχει, παρ’ ότι η εξαθλίωση του άλλου είναι προϋπόθεση της δικής τους -υπαρκτής ή φανταστικής- ευδαιμονίας, καθιστώντας τη φιλανθρωπία μια αυθεντική μισανθρωπία.
Να μια ακραία αλλά αυθεντική εκδοχή της μισάνθρωπης φιλανθρωπίας: ο Τζορτζ Σόρος, από τους πλουσιότερους και πιο αδίστακτους κερδοσκόπους στον κόσμο, άμεσα υπεύθυνος εκτεταμένων ανθρωπιστικών καταστροφών που προκάλεσε το παιχνίδι του με τα νομίσματα, τις μετοχές ή τα εμπορεύματα, είναι και «ιδιοκτήτης» ενός από τα μεγαλύτερα δίκτυα «φιλανθρωπίας» στον κόσμο. Αν κάθε χρόνο εκπονεί και κάποιου είδους ισολογισμό των αλληλοαναιρούμενων δράσεών του, με τη φιλοδοξία να ισοσκελίσει τα μεγέθη της καταστροφής και της σωτηρίας, υποθέτω ότι θα τρομάζει κι ο ίδιος με το τερατώδες έλλειμμα στο ισοζύγιο του οίκτου του.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
ΠΗΤΣΑΜ: Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιερεμίας Ιωνάθαν Πήτσαμ, της Α. Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας είναι να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα… Η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχω τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο. Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι, άντε και το συνηθίσει ο άλλος, δεν του λέει τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη σας κακοφανεί, γίναμε και γουρούνια. Βλέπεις στη γωνία έναν ωραίο γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχονο και κομμένο το δεξί του χέρι, τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά να σου πάλι ο κουλός στη γωνία του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί ο κουλός μπροστά σου  για τρίτη φορά, σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ, ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δύο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ, ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό, ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε… Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.
Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Η όπερα της πεντάρας.
*Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Επενδυτής" και το ιστολόγιο kibi-blog.blogspot.gr την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Μάνα, βαστούν τα γιαπράκια σαράντα μέρες

«…»


ΠΡΟΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΙΑΤΙΚΟΝ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΟΝ ΑΦΗΓΗΜΑ
                                                  Πόλη παλιών βιβλίων

                                                και πόλη νέων γιαπρακιών...
ai-vres.blogspot.gr

Του Β. Π. Καραγιάννη
            ***

-Το λοιπόν αγαπητέ…
Στη Λάρισα υπηρετούσε στην αεροπορία.
Ηρθαν τα Χριστούγεννα παραμονή, προπαραμονή κάτι τέτοιο, αλλά ελλείψει προσωπικού, άδειες δεν δινόταν άνευ μέσου.
Ως εκ τούτου το έσκασε από τα διάτρητα σύρματα, τις διόδους ελευθερίας των στρατιωτών, όταν εκ της πολυχρησίας τους μετασχηματίζονται σε φαντάροι. Η μάνα στο σπίτι τον περίμενε είχε ετοιμάσει τα γιαπράκια των εορτών και το όλον κλίμα ήταν για οικογενειακές τρυφερότητες απ’ αυτές που δεν χρειαζόταν δημόσια δαπάνη.
Προσπέρασε το πάρκο Αλκαζάρ και το εκεί πρακτορείο των ΚΤΕΛ, ότι ήταν εντελώς ανάργυρος στη τσέπη με τα πολιτικά ρούχα, και σήκωσε το διεθνές δάκτυλο του ώτο στοπ. Και περνούσαν και περνούσανε τα τραμ, ταρατάμ ταρατατάμ, τα Ι.Χ, τα δημόσια μέσα, ώσπου χριστιανός τις, με ένα σεμνό όχημα κατέβασε το τζάμι.
-Για πού πατριώτη;
- Για της Κοζάνης τα σοκάκια με τα σπίτια τα ψηλά, θέλησε να του δείξει κάτι το διαφορετικό απ’ ό,τι ήταν, ανθυπολόγιος ας πούμε, όπως υποσμηνίας εισέτι. Το είχε φαίνεται η κλήρα του να το φέρνει και προς την ποίηση εκτός της μπαχαρικής, ελαιοχρωματιστικής, κηροπωλητικής κ.λπ.
-Εγώ για Φλώρινα. Εμπα...
-Κυρ’ κύριε, άρχισε χωρίς να ερωτηθεί, είμαι ένας φτωχός και τίμιος στρατιώτης, χωρίς δραχμή στη τσέπη, σκαστός από τη μονάδα χρονιάρες μέρες, άφησα όμως αντικαταστάτη μου· η μάνα μου με περιμένει καιρό τώρα, έφτιαξε και τα γιαπράκια -τα ξέρεις τα γιαπράκια μας κύριε ευγενικέ, είναι το απόλυτο φετίχ μας, που θα το λέει κι αργοτερότερα  η κυρία αντιδημαρχίνα μας, μ’ αυτά φτιαχνόμαστε γενικώς και ειδικώς –γιαπρακούλι μου καλό, λεν οι ερωτευμένοι ένας τον άλλον όταν αρχίζουν ν’ αλληλοτρώγονται που λεν δηλαδή και δηλονότι- δεν γίνεται χωρίς αυτά Χριστούγεννα, δεν νοείται Χριστούγεννα χωρίς γιαπράκια, εκεί σ’ εμάς κι η μάνα μου ας με μάλωνε μικρόν: «Δεν θα γέντς προκοπή εσύ». Και τι να κάνω έφυγα σκαστός, αλλά άφησα σας το λέω αντικαταστάτη στη σκοπιά να μη κινδυνεύσει κι η πατρίδα από το σκασμό μου, κύριε…
Ελεγε, ξανάλεγε, επανέρχονταν ένοιωθε κάπως κατηγορούμενος ενώπιον μιας πράξης που κάπως τον βάραινε.
Τον άκουγε ανέκφραστος, και το αζήτητο παραλήρημά του να μοιάζει με απολογία.
- Λοιπόν, είμαι αξιωματικός του Ελληνικό στρατού, τον άκουσε σαν να του έριχναν στην πλάτη νερό καυτό και στη συνέχεια κρύο. Ακουσε νεαρέ μου. Εγώ που τώρα κάθομαι και σ’ ακούω, σ’ έβαλα και στ’ αμάξι (πρώτο γοερό ένδον ωχ), να σε πάω στη μάνα σου που σου έφτιαξε και γιαπράκια, ορκίστηκα πίστη στην πατρίδα μέχρι θάνατου (διπλό ωχ ωχ). Θα την υπακούω ως την τελευταία ρανίδα της ζωής μου. Ουδεπόποτε θα έκανα κάτι εναντίον της ούτε μεγάλο πολύ δε περισσότερο ούτε μικρό. Γιατί τα μικρά και συνεχόμενα είναι αυτά που υπονομεύουν το έθνος. Είσαι ένας λιποτάκτης του ελληνικού στρατού (τριπλό ωχ, ωχ, ωχ) και ως εκ τούτου στρατοδικείο σε περιμένει κανονικό. Αν όλοι οι φρουροί της πατρίδος την κάνουν το ίδιο όπως η γιαπρακο-αναξιότης σου, τότε από τα προς Βορράν σύνορά μας θα ορμούσαν οι κομμουνιστέοι πεινάλες και οι κατσαπλιάδες οι οποίοι δεν φτάνει που έτρωγαν τις ρωσικές κονσέρβες, με τα κουτιά τους έσφαζαν και τους λαιμούς των Ελλήνων. Από δε την Ανατολή έτοιμη είναι κι η τουρκιά να μυρμηγκιάσει στους κάμπους της Θράκης, να πάρει πίσω ό,τι έχασε στους νικηφόρους μας βαλκανικούς πολέμους κ.λπ.
            Τον άκουγε ζεματισμένος…
            «Ολα αυτά εγώ τα έκανα», συλλογιζότανε. «Τότε θέλω σκότωμα».
            Στον Τύρναβο πήρε στροφή για Λάρισα. Πίσω.
            Αιχμάλωτος και θύμα της Χριστουγεννιάτικης ειρήνης θρηνούσε τη μοίρα, τη μάνα, τα γιαπράκια.
            Τον παρέδωσε στην ΕΣΑ κι από κει κατευθείαν στο κρατητήριο. Πέσαν πάνω του κατά δεκάδες οι φυλακίσεις. Σύνολο μέρες σαράντα.
Στο τηλέφωνο η μάνα τον αναζητούσε.
-Αντε μπρε πιδί μ’ δεν θα ‘ναρθς;
            - Αχ, μάνα βαστούν σαράντα μέρες τα γιαπράκια;
            Είπε βαρυαλγών. Αυτή δεν πολυκατάλαβε αλλά επανήλθε στην από μακρού διαπίστωσή της.
-Δεν είπα ιγώ πως δεν θα γέντς προκοπή εσύ…

           Κοζάνη, λίγο πριν το νέον έτος, αλλά πιο έτος;

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Οι Μάγιας είχαν δίκιο


Του Γιώργου Πήτταhttp://gregordergrieche.blogspot.g
Και μετά ήρθαν άλλοι καιροί
οι νύχτες δεν αλλάζανε με μέρες
οι άνεμοι τα σκούπιζαν όλα
και οι καταιγίδες τρυπούσαν το μυαλό μας
(Από τους Οικοπεδούχους του Στράτου Φαναρά, Η πικρή ιστορία της Α, Εκδόσεις Athens Voice Books 2012)
Δεν χρειάστηκε χθες ο ουρανός να σκοτεινιάσει απότομα.
Ούτε μετά να γίνει αδιαπέραστος από μαβιά σύννεφα που ξαφνικά θα σχίζονταν απότομα από τις πύρινες μπάλες που θα σκορπούσε ο Nibiru καθώς θα διαλύονταν μαζί με τη γη σε μια τερατώδη σύγκρουση πλανητών η οποία βέβαια κατά τα άλλα, θα περνούσε απολύτως απαρατήρητη στον υπόλοιπο γαλαξία μας.

Όχι, τα θεϊκά επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού, δεν καταδικάστηκαν την Παρασκευή στην λησμονιά , ούτε θα ζήσουν μόνο ως ραδιοσήματα ενός άγνωστου κόσμου που υπήρξε κάποτε.
Ο κόσμος, είναι ήδη τελειωμένος για περίπου δεκαοχτώ εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες άνεργους ανθρώπους στην Ευρώπη.
Ο κόσμος, είναι ήδη πεθαμένος για περίπου τρία εκατομμύρια άστεγους στη γηραιά ήπειρο και, ο αριθμός αυτός έχει να κάνει αποκλειστικά με ανέστιους που δημιουργήθηκαν μέσα στην κρίση των τελευταίων χρόνων.
Ο κόσμος, δεν υπήρξε καν ποτέ, για εκατομμύρια άλλους ανθρώπους στις λεγόμενες τρίτες χώρες, που γεννιούνται απλά για να πεθάνουν σύντομα ενώ στην σύντομη διαδρομή τους από αυτό που γνώρισαν ως «ζωή» δεν γνώρισαν τίποτα λιγότερο από την πείνα, τον βιασμό, τον πόλεμο, τον ακρωτηριασμό, τη βίαιη μετανάστευση.
Ο κόσμος, είναι προ πολλού τελειωμένος για αναρίθμητους ανθρώπους καταδικασμένους σε μπουντρούμια και βασανιστήρια απλά γιατί είχαν «άλλη γνώμη».
Ο κόσμος, έχει βρει το τέλος του εδώ και πολύν καιρό, όταν όλα αυτά συνέβαιναν μακριά από εμάς, ενώ εμείς χαχανίζαμε ανέμελα πριν μας βρει το «κακό».
Έχει τελειώσει ο κόσμος τη στιγμή που ο Πέτρος Καπετανόπουλος, βρέθηκε κατηγορούμενος με κακούργημα επειδή αναφώνησε «Γιατί το κάνετε αυτό; Τον συλλάβατε, δεν χρειάζεται βία».
Έχει τελειώσει ο κόσμος, όταν ένας ανώνυμος βιοπαλαιστής κάπου στην Κύπρο καταδικάστηκε σε πρόστιμο 700 ευρώ γιατί έκλεψε τυρί από το Supermarket του Ορφανίδη, ο οποίος Ορφανίδης παρεμπίπτοντος χρωστά ουκ ολίγα εκατομμύρια δεξιά κι’ αριστερά καταδικάζοντας προμηθευτές και συνεργάτες του σε λουκέτα.
Έχει τελειώσει ο κόσμος, ξεβράστηκε στις ακτές της Λέσβου σε τυμπανιαία κατάσταση στα κορμιά είκοσι μεταναστών.
Δολοφονήθηκε στα σώματα 20 παιδιών από τις σφαίρες ενός πυροβόλου που κρατούσε ένα άλλο παιδί, κάπου στο Connecticut.
Ο ήλιος, έχει δύσει οριστικά για τόσους πολλούς
Ο ήλιος συνεχίζει να αστράφτει για τόσο λίγους.
Ακραία παράλογο αν σκεφτεί κάποιος πως θεωρητικά, όλοι αντικρίζουμε τον ίδιο ουρανό όταν σηκώνουμε το κεφάλι να κοιτάξουμε ψηλά.
Ή μήπως πια  το βλέμμα έχει καρφωθεί στις μύτες των παπουτσιών μας;
Πώς να αντέξεις άλλο το ύφος των υπέρβαρων υπερφίαλων εξουσιαστών που χαίρουν γιατί… «πήραμε τη δόση» μας;

Πραγματικά…
Αυτή η εξάρτηση από τη δόση σε τίποτα δεν διαφέρει από την ηρωίνη.
Κράτη junkies σφαδάζουν στην οδύνη από το στερητικό σύνδρομο, ωστόσο, όταν ο dealer καταφτάσει με την πολυπόθητη δόση, ο πόνος δεν μετριάζεται καθόλου.
Ο Παύλος, ο Γιάννης, η Κατερίνα, ο  Αντώνης, συνεχίζουν να πονούν από το
ξαφνικό θάνατο της απόλυσης, ο Παύλος, ο Γιάννης, η Κατερίνα, ο Σπύρος, η Μαρία, η Ιωάννα, ο Αντώνης, συνεχίζουν να ψάχνουν που θα βγάλουν τη νύχτα κι’ απόψε. Γραφίστας, ραδιοφωνικός παραγωγός, υπάλληλος γραφείου, μικρέμπορος, μουσικός, διορθωτής κειμένων, ασφαλιστής, έχει σημασία;
Η μόνη «βιομηχανία» που δεν παρουσίασε κάμψη και δεν είχε απολύσεις είναι εκείνη του Θανάτου. Γραφεία Τελετών. Μάλιστα τώρα τελευταία, παρουσιάζει ελαφρά άνοδο καθώς οι άνθρωποι παραιτούνται της ζωής γρηγορότερα.
Α, ναι, οι Μάγιας είχαν δίκιο. Απόλυτο δίκιο.
Αυτό που δεν μπόρεσαν να φανταστούν μόνο, είναι πως η αρρωστημένη ανθρώπινη οργάνωση, θα έφερνε ένα τέλος τόσο αργό και τόσο βασανιστικό.

Το ακόμα χειρότερο:
Ο πλανήτης, είναι βαριά χτυπημένος από την ανθρώπινη δραστηριότητα.
Η κλιματική αλλαγή, δεν είναι πια μια αμφιλεγόμενη θεωρία. Φτωχοποιεί και στέλνει στην μετανάστευση εκατομμύρια. Οι γαίες που έχουν είτε βυθισθεί στα λασπόνερα από πρωτόγνωρης έντασης καταιγίδες, είτε ξεράθηκαν τελείως από εξωφρενικές θερμοκρασίας, είναι πλέον εκατομμύρια τετραγωνικών χιλιομέτρων. Αλλά που κουράγιο να επαναστατήσει κανείς για αυτό;
Ακούγοντας την Ποιμενική του Beethoven, μπορεί κάποιος να συνειδητοποιήσει πόσο λάθος είναι όλα. Μα όλα. Αλλά πια, απέχουμε τόσο πολύ από τα ανθρώπινα θαύματα, από εκείνα που βγάζουν τους θεούς αχρείαστους, που η Ομορφιά, καταντά αυτιστική, να τραγουδά μόνο τον εαυτό της.
Οι Μάγιας είχαν δίκιο.
Τούτος ο κόσμος, έχει τελειώσει.
Ένας άλλος κόσμος όμως, είπαν οι Μάγιας, θα ανατείλει. Έτσι είπαν οι Σαμάνοι όταν ρωτήθηκαν.
«Κλείνει ένας κύκλος, πεθαίνει το παλιό, έρχεται το νέο»
.
Ζητώ το αδύνατο. Να υπάρξει ένας κόσμος κάποια στιγμή, που θα είναι βαθιά και συνειδητά διδαγμένος από όλα αυτά που ζούμε τώρα. (στην πραγματικότητα τα ζούσαμε πάντα).
Μια πορεία προς το φως. Όχι της ΔΕΗ, αυτό κόβει χαράτσια.
Μια πορεία που θα καταστήσει τους υποκριτές, τους πάσης φύσεως και χρώματος εξουσιαστές, εξοστρακισμένους κι απόβλητους.
Αντίσταση ηθική και Αλληλεγγύη.
Δεν υπάρχει πολύς χρόνος.
Το «σύστημα» θα τα κουτσοβολέψει και σε πολύ λίγα χρόνια, θα αποκοιμηθούμε πάλι.
Μόνο που το «σύστημα» θα επαναλάβει τον εαυτό του, όπως έκανε πάντα, και θα τινάξει τις ζωές των ανθρώπων στον αέρα. Και ξανά από την αρχή.
Εκτός, αν οι Σαμάνοι έχουν δίκιο κι έκλεισε ο κύκλος.
Το κακό, είναι πως δεν πιστεύω ούτε σε μάγους ούτε σε προφήτες.
Ή στους ανθρώπους, ή σε τίποτα.
Κλείνω, όπως ξεκίνησα, με ένα τετράστιχο του Φαναρά από την «Πικρή Ιστορία της Α» αυτή τη φορά από το ποίημα «Σήμερα το βράδυ»:
Περιμένω τον αγέννητο γιο μου μου έχουν πει πως θα έρθει μια άνοιξη μου έχουν πει πως μέχρι τότε πρέπει να στέκομαι όρθιος

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

έρωτας 2


έρωτας 2



Οι φιλόσοφοι και ο έρωτας

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ


Αλαίν Μπαντιού. Μια συζήτηση με τον Νικολά Τρυόνγκ



-Η απαρχή του δικού σας ιδιαίτερου ενδιαφέροντος γι’ αυτό το ερώτημα δεν βρίσκεται, άραγε, στην εναρκτήρια χειρονομία του Πλάτωνα, που καθιστά τον έρωτα έναν από τους τρόπους πρόσβασης στην Ιδέα;

Αυτό που ο Πλάτωνας λέει για τον έρωτα είναι αρκετά ακριβές: λέει ότι υπάρχει στην ερωτική ορμή ένα σπέρμα καθολικότητας. Η ερωτική εμπειρία είναι μια ορμή προς κάτι το οποίο θα αποκαλέσει Ιδέα. Έτσι, ακόμα κι όταν απλώς θαυμάζω ένα ωραίο σώμα, είτε το θέλω είτε όχι, βρίσκομαι καθ’ οδόν προς την ιδέα τού Κάλλους. Πιστεύω –με όρους, φυσικά, τελείως διαφορετικούς−, σε κάτι της ιδίας τάξεως, δηλαδή ότι στον έρωτα υπάρχει η εμπειρία του δυνατού [possible] περάσματος από την καθαρή ενικότητα του τυχαίου σε ένα στοιχείο που έχει καθολική αξία. Έχοντας ως σημείο αφετηρίας κάτι που, αναγόμενο στην ατομικότητά του, δεν είναι παρά μια συνάντηση, δηλαδή σχεδόν τίποτα, μαθαίνουμε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε μια εμπειρία του κόσμου με βάση τη διαφορά και όχι μόνο με βάση την ταυτότητα. Και μπορούμε μάλιστα να αποδεχτούμε διάφορες δοκιμασίες, μπορούμε να δεχτούμε ακόμα και να υποφέρουμε γι’ αυτό. Ωστόσο, στον σημερινό κόσμο είναι ευρέως διαδεδομένη η πεποίθηση ότι ο καθένας δεν ακολουθεί παρά μόνο το συμφέρον του. Από αυτή την άποψη, ο έρωτας είναι μια εμπειρία που κινείται αντίρροπα. Αν ο έρωτας δε συλλαμβάνεται ως η μόνη ανταλλαγή με αμοιβαία οφέλη, ή αν δεν έχει υπολογιστεί αρκετά εκ των προτέρων ως μια αποδοτική επένδυση, τότε ο έρωτας είναι πράγματι αυτή η εμπιστοσύνη στο τυχαίο. Μας οδηγεί στις παρυφές μιας θεμελιώδους εμπειρίας της διαφοράς και, κατά βάθος, στην ιδέα ότι μπορούμε να αποκτήσουμε την εμπειρία του κόσμου από τη σκοπιά της διαφοράς. Ως προς αυτό, ο έρωτας έχει μια καθολική εμβέλεια, είναι μια προσωπική εμπειρία της δυνητικής καθολικότητας, και είναι από φιλοσοφική άποψη ουσιώδης, όπως το είχε πράγματι ο Πλάτωνας πρώτος διαισθανθεί.




-Σε διάλογο επίσης με τον Πλάτωνα, ο ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν, ο οποίος είναι κατά τη γνώμη σας ένας από τους μεγαλύτερους θεωρητικούς του έρωτα, είχε υποστηρίξει ότι «δεν υπάρχει διάφυλη σχέση». Τι εννοούσε;

Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα θέση, προερχόμενη από τη σκεπτικιστική και ηθοστοχαστική σύλληψη, η οποία όμως καταλήγει στο αντίθετο αποτέλεσμα. Ο Ζακ Λακάν μας υπενθυμίζει ότι στην πραγματικότητα η σεξουαλικότητα είναι για τον καθένα, σε μεγάλο βαθμό, προσωπική του υπόθεση, αν μπορώ να το πω έτσι. Υπάρχει ασφαλώς η μεσολάβηση του σώματος του άλλου, άλλα εντέλει η απόλαυση θα είναι πάντοτε προσωπική σας απόλαυση. Το σεξουαλικό δεν συνδέει, χωρίζει. Το να είστε γυμνός(-ή), κολλημένος(-η) πάνω στον άλλον είναι μια εικόνα, μια φαντασιακή παράσταση. Το πραγματικό είναι ότι η απόλαυση σας παρασύρει μακριά, πολύ μακριά από τον άλλον. Το πραγματικό είναι ναρκισσιστικό, ο δεσμός είναι φαντασιακός. Άρα, συμπεραίνει ο Λακάν, δεν υπάρχει διάφυλη σχέση. Μια διατύπωση που προκάλεσε σκάνδαλο, γιατί εκείνη την εποχή όλοι μιλούσαν ακριβώς για «διάφυλες σχέσεις». Εάν δεν υπάρχουν διάφυλες σχέσεις στη σεξουαλικότητα, ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται να αναπληρώσει την έλλειψη διάφυλης σχέσης. Ο Λακάν δεν λέει καθόλου ότι ο έρωτας είναι η μεταμφίεση της διάφυλης σχέσης, λέει ότι δεν υπάρχει διάφυλη σχέση, ότι ο έρωτας είναι αυτό που έρχεται στη θέση της μη σχέσης. Είναι πολύ πιο ενδιαφέρον. Αυτή η ιδέα τον οδηγεί να πει ότι στον έρωτα το υποκείμενο επιχειρεί να προσεγγίσει το «είναι του άλλου». Στον έρωτα ακριβώς το υποκείμενο εκ-τίθεται πέραν του ίδιου του εαυτού του, πέραν του ναρκισσισμού. Στο σεξ, σε τελική ανάλυση, είστε σε σχέση με τον ίδιο σας τον εαυτό μέσα από τη διαμεσολάβηση του άλλου. Ο άλλος σας χρησιμεύει για να ανακαλύψετε το πραγματικό τής απόλαυσης. Στον έρωτα, αντίθετα, η μεσολάβηση του άλλου έχει προσίδια αξία. Αυτό είναι η ερωτική συνάντηση: εφορμάτε προς κατάκτηση του άλλου, προκειμένου να τον κάνετε να υπάρξει μαζί σας όπως ακριβώς είναι. Πρόκειται για μια σύλληψη πολύ πιο βαθυστόχαστη από εκείνη την τελείως κοινότοπη, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας δεν θα ήταν παρά μια φαντασιακή παράσταση πάνω στο πραγματικό τού φύλου.

Στην πραγματικότητα, και ο Λακάν επίσης εγκαθίσταται στα φιλοσοφικά διφορούμενα που αφορούν τον έρωτα. Η ρήση του ότι ο έρωτας «αναπληρώνει την έλλειψη της διάφυλης σχέσης» μπορεί πράγματι να κατανοηθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σύμφωνα με τον πρώτο, τον πιο κοινότοπο, ο έρωτας έρχεται να καλύψει φαντασιακά το κενό της σεξουαλικότητας. Τελικά, είναι αλήθεια ότι η σεξουαλικότητα, όσο θαυμάσια κι αν είναι, και μπορεί να είναι, καταλήγει μέσα σ’ ένα είδος κενού. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος για τον οποίο διέπεται από τον νόμο της επανάληψης: πρέπει να ξαναρχίζουμε, ξανά και ξανά από την αρχή. Κάθε μέρα, όταν είμαστε νέοι! Έτσι, ο έρωτας θα ήταν η ιδέα ότι κάτι παραμένει μέσα σ’ αυτό το κενό, και αυτό που συνδέει τους εραστές είναι κάτι άλλο και όχι αυτή η σχέση, η οποία δεν υπάρχει. Όταν ήμουν πολύ νέος με είχε παραξενέψει, σχεδόν αηδιάσει, ένα χωρίο της Σιμόν ντε Μπoβουάρ στο Δεύτερο Φύλο, όπου περιγράφει, μετά τη σεξουαλική πράξη, το αίσθημα που κυριεύει τον άνδρα, ότι το σώμα της γυναίκας είναι ωχρό και άτονο, και το συμμετρικό αίσθημα της γυναίκας, ότι το σώμα του άνδρα, εκτός από το εν στύσει όργανο, είναι γενικά άχαρο, ακόμα και κάπως γελοίο. Στο θέατρο, η φάρσα ή το βοντβίλ μας κάνουν να γελάμε με τη χρήση αυτών των θλιμμένων σκέψεων. Η επιθυμία του άνδρα είναι εκείνη του κωμικού Φαλλού, τεράστια κοιλιά και ανικανότητα, και η ξεδοντιασμένη γριά γυναίκα της οποίας κρέμονται τα στήθη είναι το πραγματικό μέλλον κάθε ομορφιάς. Η ερωτική τρυφερότητα όταν αγκαλιασμένοι βυθιζόμαστε στον ύπνο, θα ήταν κάτι σαν τον μανδύα του Νώε ριγμένο πάνω σ’ αυτές τις δυσάρεστες θεωρήσεις. Αλλά ο Λακάν πιστεύει επίσης το εντελώς αντίθετο, δηλαδή ότι ο έρωτας διαθέτει μια εμβέλεια την οποία μπορούμε να χαρακτηρίσουμε οντολογική. Ενώ η επιθυμία απευθύνεται στον άλλον, με έναν τρόπο πάντοτε λίγο φετιχιστικό, σε επιλεγμένα αντικείμενα, όπως τα στήθη, οι γλουτοί, το πέος..., ο έρωτας απευθύνεται στο ίδιο το είναι του άλλου, στον άλλον όπως αυτός αναδύεται, με την πλήρη εξάρτυση του είναι του, στη ζωή μου, η οποία κατ’ αυτό τον τρόπο διαρρηγνύεται και ανασυντίθεται.



-Λέτε ότι, εντέλει, υπάρχουν όσον αφορά τον έρωτα πολύ αντιφατικές φιλοσοφικές αντιλήψεις.

Διακρίνω τρεις βασικές αντιλήψεις. Κατ’ αρχάς, τη ρομαντική αντίληψη, η οποία επικεντρώνεται στην έκσταση της συνάντησης. Έπειτα, μιλήσαμε λίγο για τον ιστότοπο συναντήσεων Meetic, την αντίληψη, που μπορούμε να αποκαλέσουμε εμπορική ή νομική, σύμφωνα με την οποία ο έρωτας θα ήταν τελικά ένα συμβόλαιο. Ένα συμβόλαιο ανάμεσα σε δύο ελεύθερα άτομα που θα δήλωναν ότι αγαπιούνται, εστιάζοντας στην ισότητα της σχέσης, στο σύστημα με τα αμοιβαία οφέλη, κτλ. Υπάρχει επίσης μια σκεπτικιστική αντίληψη, που θεωρεί τον έρωτα αυταπάτη. Αυτό που επιχειρώ να διατυπώσω στη δική μου φιλοσοφία είναι ότι ο έρωτας δεν ανάγεται σε καμία από αυτές τις απόπειρες και ότι είναι μια κατασκευή αλήθειας. Αλήθεια σε σχέση με τι, θα ρωτήσετε. Ε, λοιπόν, αλήθεια αναφορικά με ένα πολύ ιδιαίτερο σημείο, δηλαδή: τι είναι ο κόσμος όταν αποκτούμε την εμπειρία του με βάση το δύο και όχι το ένα; Τι είναι ο κόσμος όταν τον εξετάζουμε, τον οργανώνουμε και τον βιώνουμε με βάση τη διαφορά και όχι με βάση την ταυτότητα; Θεωρώ ότι αυτό είναι ο έρωτας. Είναι το πρόταγμα που περιλαμβάνει φυσικά τη σεξουαλική επιθυμία και τις απαιτήσεις της, τη γέννηση ενός παιδιού, καθώς επίσης και χίλια δυο άλλα πράγματα, και για να πούμε την αλήθεια, οτιδήποτε από τη στιγμή που πρόκειται να ζήσουμε μια δοκιμασία από τη σκοπιά της διαφοράς.


Το βιβλίο του Αλαίν Μπαντιού, «Εγκώμιο για τον έρωτα», θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πατάκη



Χριστίνα Μαϊφόση

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Αγγιχτείτε και αγγίξτε. Χαϊδέψτε, κάντε μασάζ και αγκαλιάστε. Φιλήστε (τα χείλη είναι από τα πιο ευαίσθητα μέρη του δέρματος), γαργαλήστε και –φυσικά- κάντε έρωτα, όχι ίντερνετ.

Η αίσθηση της ζωής



Ο Τζιμ, ο Μόρισον, είχε κάποτε δηλώσει ότι η σημαντικότερη αίσθηση δεν είναι η όραση ή η ακοή, αλλά η αφή. (Έξυπνο παλικάρι ήταν ο Τζιμ, είχε πάρει και κάτι τόνους lsd, δούλευε το μυαλό του.)
Αλλά αν βγεις να κάνεις μια δημοσκόπηση σχεδόν όλοι θα σου πουν ότι η όραση είναι η πιο σημαντική αίσθηση.

Αν έχετε μικρό παιδί ή αν δεν έχετε πάθει αλτσχάιμερ και θυμάστε τα μικράτα σας μπορείτε να ανακαλέσετε πως μαθαίνουμε τις αισθήσεις μας στα πρώτα μας βιβλία: Δίπλα στην όραση ένα μάτι, δίπλα στη όσφρηση μια μύτη (κλπ) και δίπλα στην αφή... Τα χέρια!
Μεγαλώνουμε με τη στρεβλή αντίληψη ότι τα χέρια μας είναι τα όργανα της αφής. Πόσο λάθος είναι αυτό; Αν θέλαμε να είμαστε δίκαιοι με την αφή θα έπρεπε δίπλα της να υπάρχει ολόκληρος ο άνθρωπος.

Το αισθητήριο όργανο της αφής ζυγίζει τρία ως πέντε κιλά, έχει μέγεθος μερικά τετραγωνικά και είναι το μεγαλύτερο όργανο του σώματος μας. Είναι, φυσικά, το δέρμα μας.

Και να είστε βέβαιοι ότι η αφή είναι πολύ πιο ζωτικής σημασίας από τις άλλες αισθήσεις. Χωρίς αφή δε θα επιβιώναμε, δε θα υπήρχαμε καν. Γιατί το δέρμα είναι το πιο σημαντικό όργανο όσον αφορά τη σεξουαλική αναπαραγωγή (και ικανοποίηση).

Σίγουρα θα έχετε κάνει σεξ με κλειστά φώτα, με κλειστή μύτη (ένα συναχάκι), με κλειστό στόμα (kinky καταστάσεις) και χωρίς καθόλου θόρυβο (για να μην ξυπνήσει το παιδί ή ο γονιός). Εξάλλου οι άνθρωποι που στερούνται μία από αυτές τις αισθήσεις απολαμβάνουν εξίσου το σεξ.

Όμως δε θα μπορούσατε να κάνετε σεξ χωρίς την αίσθηση της αφής. Γιατί μπορεί να σας ερεθίσει μια εικόνα ή μια σκέψη, αλλά χωρίς άγγιγμα δεν πρόκειται να προχωρήσετε παρακάτω.

Χωρίς δέρμα, λοιπόν, δεν υπάρχει διαιώνιση του είδους.
Αλλά ακόμα κι αν αυτή γίνει με τεχνητές μεθόδους το μωρό δε θα μπορεί να επιβιώσει χωρίς την αίσθηση της αφής. Γιατί η αφή είναι που το βοηθάει να βρίσκει τη ρώγα, η αφή που το βοηθάει να βυζαίνει.

Ακόμα και αν κατάφερνε να μεγαλώσει δε επιβίωνε για πολύ καιρό. Το δέρμα μας δίνει την αίσθηση του κρύου, του ζεστού, της πίεσης, του πόνου και κάτι άλλο πολύ σημαντικό, την ιδιοδεκτικότητα, το να ξέρουμε που βρίσκεται το κάθε μας μέλος.

Σε κάποιους ανθρώπους που λόγω εγκεφαλικής βλάβης δεν υπήρχε η αίσθηση του πόνου συνέβαιναν συνεχώς ατυχήματα και τύχαινε να παθαίνουν σοβαρές σωματικές βλάβες επειδή, για παράδειγμα, έμεναν πολύ ώρα στην ίδια στάση.

Και στο βιβλίο του Όλιβερ Σακς που έχουμε πολλάκις χρησιμοποιήσει στο μπλοκ του Γελωτοποιού, αναφέρεται η περίπτωση μιας γυναίκας που «είχε χάσει το σώμα της»: Αν δεν κοιτούσε τα πόδια της δεν μπορούσε να περπατήσει, και τα χέρια της -όταν δεν τα έλεγχε οπτικά, αιωρούνταν στο χώρο αυτόνομα.

Το δέρμα είναι απαραίτητο και για την ψυχολογική μας υγεία, όσο παράξενο και να ακούγεται αυτό.

Έγιναν πειράματα σε χιμπαντζήδες, στην ιατρική σχολή του Κολοράντο, όπου τα μωρά απομονώνονταν από τις μητέρες τους. Τα μικρά μπορούσαν να δουν και να μυρίσουν τη μητέρα τους, αλλά δεν μπορούσαν να την αγγίξουν (τι τραβάνε αυτά τα ζώα;)

Κατά τη διάρκεια του χωρισμού παρατηρήθηκαν αλλαγές στους χτύπους της καρδιάς, τη θερμοκρασία του σώματος, τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα του εγκεφάλου, τον ύπνο και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Η παρακολούθηση έδειξε ότι η στέρηση της απτικής επαφής προκαλούσε ψυχολογικές και σωματικές διαταραχές.
(Μόλις τώρα σκέφτηκα ότι χρησιμοποιούμε τη λέξη «επ-αφή» για κάθε είδους... επαφή: Οπτική επαφή, συναισθηματική, «θα έρθω σε επαφή μαζί σου» για την επικοινωνία, διακρατικές επαφές κλπ).

Αν η απομόνωση ήταν μεγάλης διάρκειας τότε οι σωματικές διαταραχές δεν ήταν αναστρέψιμες. Αλλά και ψυχολογικά δεν τα πηγαίνανε καλύτερα.
Τα μωρά που στερήθηκαν τη σωματική επαφή εξελίχτηκαν σε ενήλικες που «κολλούσαν» ψυχαναγκαστικά ο ένας στον άλλον ή εκδήλωναν πιο συχνά βίαιες συμπεριφορές.

Ένα άλλο πείραμα είχε ως εξής: Τα μωρά-χιμπαντζήδες απομονώνονταν από τη μητέρα τους (ξανά). Έπειτα είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε μια συρμάτινη «μητέρα» -που είχε ενσωματωμένο και μπιμπερό με γάλα- και σε μια γούνινη μητέρα (ελπίζω όχι από γούνα χιμπαντζή) που δεν είχε γάλα.
Παραδόξως τα μικρά προτιμούσαν την τριχωτή αγκαλιά από εκείνη με το γάλα... Όσο κι αν πεινούσαν!

Είμαι σίγουρος ότι δε θα σκεφτείτε: «Αυτό συμβαίνει μόνο στους χιμπαντζήδες».

Στην Αμερική υπάρχει ένα εθελοντικό πρόγραμμα «χαϊδέματος πρόωρων νεογνών». Όποιες θέλουν («όποιες», γιατί συνήθως οι εθελοντές είναι γυναίκες) μπορούν να πάνε και να χαϊδεύουν μωρά στη θερμοκοιτίδα.
Ποιο είναι το όφελος για τα μωρά;

«Πρόωρα βρέφη που μαλάσσονταν για 15 λεπτά της ώρας, τρεις φορές την ημέρα, κέρδιζαν βάρος 47% γρηγορότερα από άλλα, που έμεναν απομονωμένα στις θερμοκοιτίδες τους [...] Το νευρικό τους σύστημα ωρίμαζε πιο γρήγορα και έπαιρναν εξιτήριο έξι μέρες νωρίτερα, κατά μέσο όρο.[...] Ύστερα από οκτώ μήνες τα μωρά που είχαν υποβληθεί σε μασάζ είχαν καλύτερα αποτελέσματα από άλλα σε τεστ πνευματικής και κινητικής ικανότητας.»

Αυτό δεν ισχύει μόνο για τα πρόωρα βρέφη.
«Παιδιά που στερούνται τη σωματική επαφή αναπτύσσονται πιο αργά, εμφανίζουν πολύ συχνά διαταραχές (και είναι λιγότερο χαρούμενα, θα συμπληρώσω με αφέλεια) και ως ενήλικες εκδηλώνουν αντικοινωνικές-αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές.»

Για κάποιον λόγο που δεν είναι του παρόντος κειμένου τα παιδιά του εξελιγμένου κόσμου εξοστρακίζονται όσο γίνεται πιο νωρίς από την αγκαλιά των γονιών τους και μαθαίνουν να είναι ανεξάρτητα στα παιδικά τους δωμάτια, στα κρεβατάκια τους, στα «πάρκα», στα καθισματάκια τους.
Σε λιγότερο εξελιγμένες φυλές, όπως στους Κουνγκ της Αφρικής, «τα μωρά έχουν απτική σχέση περίπου το 90% του χρόνου τους.»

Σε μια τέτοια πρωτόγονη φυλή βρέθηκε μια ανθρωπολόγος και είπε στους... ιθαγενείς, ότι το παιδί της κοιμόταν μόνο του, σε δικό του δωμάτιο.
Οι μητέρες της φυλής σοκαρίστηκαν με αυτή την αποκάλυψη, καθώς το θεωρούσαν έγκλημα να κοιμάται ένα παιδί μακριά από τους γονείς του.
(Κάποιος θα σκεφτεί ότι στην Αφρική είναι πολύ πιο επικίνδυνο να κοιμάσαι χωριστά, γιατί κυκλοφορούν ύαινες, άγρια σκυλιά και δηλητηριώδη φίδια, αλλά οι ιθαγενείς δεν ήξεραν ότι δε συμβαίνει το ίδιο και στη χώρα της επισκέπτριας.)

Και πριν υποθέσετε ότι η απτική σχέση είναι ωφέλιμη μόνο για τα παιδιά ακούστε για ένα άλλο πείραμα το οποίο αφορούσε σε ενήλικες.

Στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου Περντιού (κάπου στην Αμερική μάλλον) ζητήθηκε από τη βιβλιοθηκάριο να πάρει μέρος σε ένα απλό –και ανώδυνο- πείραμα.
Όταν έδινε ή έπαιρνε τα βιβλία φρόντιζε να αγγίζει «τυχαία» το χέρι του φοιτητή. Όχι όλων, στους μισούς έδινε την κάρτα ή τα βιβλία χωρίς να τους αγγίξει.

Βγαίνοντας οι φοιτητές ερωτούνταν για την εξυπηρέτηση στη βιβλιοθήκη και αν η υπάλληλος ήταν φιλική.
Οι «αγγιγμένοι» φοιτητές απαντούσαν όλοι θετικά και μάλιστα δήλωναν –στη σχετική ερώτηση- ότι η βιβλιοθηκάριος τους είχε χαμογελάσει, πράγμα το οποίο δεν είχε συμβεί.

Ο ίδιος ψυχολόγος έκανε ένα παρόμοιο πείραμα και σε εστιατόριο: Οι σερβιτόροι άγγιζαν «κατά λάθος» κάποιους πελάτες.
Τα οφέλη δεν ήταν μόνο ψυχολογικά: Αυτοί που είχαν αγγιχτεί άφηναν και μεγαλύτερο φιλοδώρημα (κατά μέσο όρο).

Το άγγιγμα μπορεί να λειτουργήσει και ως θεραπεία.
Στην εναλλακτική θεραπεία του ρέικι οι θεραπευτές καταπραΰνουν σωματικούς πόνους και μειώνουν τις ψυχολογικές εντάσεις μόνο με το άγγιγμα.
Όσο ορθολογιστής και να είσαι, αν δεν είσαι δογματικός, μπορείς να διαπιστώσεις ότι οι «ασθενείς» αισθάνονται καλύτερα μετά από κάθε συνεδρία.
Οι θεραπευτές επικαλούνται κάποιες ενεργειακές αποσυμφορήσεις που –επίσης- δεν είναι του παρόντος κειμένου να σχολιάσουμε.

Όσο ορθολογιστής (ξαναλέω) ή κακοπροαίρετος και να είσαι δεν μπορείς να μην αποδεχτείς το αυτονόητο: Αν ένας άνθρωπος σε χαϊδεύει και ασχολείται μαζί σου, για μία-μιάμιση ώρα, μετά θα νιώθεις σίγουρα καλύτερα.

Από την Ιαπωνία, όπου η αποξένωση συμβαδίζει με την τεχνολογική ανάπτυξη, ξεκίνησε πρόσφατα μια καινούρια «μόδα»: Αγκαλιές επί πληρωμή. Άνθρωποι πληρώνουν για να ξαπλώσουν αγκαλιά με μια κοπέλα και να χαλαρώσουν για μια ώρα.

Τελειώνοντας ας πούμε ότι ευεξία και χαρά δε μας προσφέρει μόνο το άγγιγμα ενός άλλου ανθρώπου. Όσοι έχετε ζώα το γνωρίζετε: Δεν υπάρχει καλύτερο αγχολυτικό από το να χαϊδεύεις το σκύλο σου (και αυτός το χαίρεται εξίσου).

Συμπέρασμα; Αγγιχτείτε και αγγίξτε. Χαϊδέψτε, κάντε μασάζ και αγκαλιάστε. Φιλήστε (τα χείλη είναι από τα πιο ευαίσθητα μέρη του δέρματος), γαργαλήστε και –φυσικά- κάντε έρωτα, όχι ίντερνετ.

(Περισσότερα για την αφή στο βιβλίο της Diane Ackerman, «Η ιστορία των αισθήσεων, Αφή», από τις εκδόσεις Περίπλους)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες