Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Βίβλος των Ηδονών

Βανεγκέμ: Η Βίβλος των Ηδονών

«Ο έρωτας αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του». «Άν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας. Μην ελπίζετε να κρίνει και να κυβερνήσει, γιατί αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του. Όντας το κέρας της Αμάλθειας της σεξουαλικότητας, εκφράζει καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο στον κόσμο του ευνουχισμού τη θέληση για ζωή και την υπέροχη αγριάδα της.
Αν πάντως, οι εραστές που χτες λατρευόταν, χωρίζουν ξαφνικά μέσα στο μίσος και στην περιφρόνηση, η αιτία δεν βρίσκεται σε κάποιον αναλλοίωτο νόμο της παρακμής, σε κάποια αδυσώπητη μοίρα της κούρασης. Προέρχεται από τη μέγγενη των ανταλλαγών, που μαραίνει τα πάθη, σβήνει τις φλόγες της καρδιάς, πνίγει τις παρορμήσεις.
Αντί να μείνουν άπληστοι για τα πάντα μέχρι την εσχατιά του κορεσμού, να που οι εραστές επικαλούνται το καθήκον, απαιτούν αποδείξεις, αναζητούν μια παραγωγικότητα της στοργής. Επιβάλλονται νόρμες συνοδευόμενες από την απαίτηση της αυστηρής τήρησής τους, δεν γίνεται πια ανεκτή η απερίσκεπτη λήθη, η αδεξιότητα, το ανάρμοστο, η φαντασιοκοπία, τα πάντα αποτελούν αφορμή επιπλήξεων και κυρώσεων. Επειδή τους λείπει η θέληση να δημιουργήσουν την αλλαγή όπου θα ξαναβρεθούν, δανείζονται τα δεκανίκια της κοινωνίας που τους ακρωτηριάζει από τη γενναιοδωρία τους.
Η ψυχρή λογική αποδιώχνει την τρέλα της αφθονίας και έρχεται να κάνει απολογισμό των πραγμάτων. Έφτασαν οι ύπουλοι καιροί του να ζητάς και να δίνεις λογαριασμό, των υποχρεώσεων που πληρώνουν εντόκως τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα, των φιλιών έναντι φιλιών που προαναγγέλλουν το ''μία σου και μία μου'' του απελπισμένου γοήτρου.
Με το να ιδιοποιούνται ο ένας τον άλλο, με το να μετράνε την αμοιβαία στοργή, ο καθένας καταλήγει να πειστεί ότι τα προτερήματα του αλλού ήταν προϊόν της φαντασίας, ότι η γενναιοδωρία δεν ανταμείβεται όπως πρέπει κι ότι η έλξη δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη.
Ο έρωτας διαμαρτύρεται ότι εκχωρήθηκε σε αφερέγγυο οφειλέτη, οι απογοητεύσεις συντάσσουν ένα πιστοποιητικό χρεωκοπίας, το πάθος καταλήγει στη μικροπρέπεια, η στοργή στο παζάρεμα, η φιλία στη συκοφάντηση...
Πως να ζήσουμε σ' έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.
Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.
Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα-ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.
Αν η συγκυρία των συναντήσεων μου προσφέρει τον έρωτά σου και σου προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή... [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο...
Όποιος ξέρει να αφουγκράζεται προσεκτικά την απόλαυση, αγνοεί πατρίδες και σύνορα, αφέντες και δούλους, κέρδος και ζημία. Η σεξουαλική πληθώρα είναι αυτάρκης, έχει στον χώρο της και στον χρόνο της αρκετή τόλμη για να συντρίψει ό,τι την εμποδίζει».

Απόσπασμα από τη Βίβλο των Ηδονών του Raoul Vaneigem, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
Ο Ραούλ Βανεγκέμ (4 Σεπτεμβρίου 1934) είναι Βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος. Σπούδασε λατινική φιλολογία στις Βρυξέλλες, δίδαξε στο πανεπιστήμιο και συμμετείχε στην Καταστασιακή Διεθνή από το '61 ως το '70. Μέχρι σήμερα έχει γράψει περισσότερα από 30 βιβλία, ανάμεσά τους τα: Βασικές κοινοτοπίες, Η βίβλος των Ηδονών, Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπινου όντος, Η επανάσταση της καθημερινής ζωής. Ο Βανεγκέμ στα έργα του απορρίπτει την ηθική της εργασίας και ασκεί έντονη κριτική στον καπιταλισμό και τον σύγχρονο κόσμο, θεωρώντας ότι οι αυταπάτες εμποδίζουν τη δημιουργία και καλεί σε μια αλλαγή προοπτικής. Ο Βανεγκέμ συνεχίζει να γράφει βιβλία, προωθώντας την ιδέα μιας ελεύθερης και αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας.
Πηγή: Isotita

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Η βούληση για ισχύ και κυριαρχία: η περίπτωση Γιακουμάκη


Hoody_D7B3P3_3038373b
τoυ Χάρη Ναξάκηhttp://eagainst.com
Στις 20 Δεκεμβρίου του 1988 ο Δ. Παπαδόσηφος σκότωσε κατά τη διάρκεια δίκης τον φονιά του γιού του στο εφετείο του Πειραιά αναφωνώντας: «ξαλάφρωσα, αγαλλίασε η ψυχή μου, λευτερώθηκα. Δικάστε με εις θάνατο να τελειώνω.» Ο γιος του είχε σκοτωθεί, λέγεται με αιτία μια γυναίκα, από τον Γ. Βενιεράκη σε μια καφετέρια του Ρεθύμνου. Για το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, ένα λούγκερ που το είχε πάρει από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης, ο θρύλος λέει ότι το είχε κρύψει στην τεράστια γενειάδα του. Δεν ανασύρω από τη μνήμη μου την παλιά αυτή ιστορία ως μια προτροπή, μια ωδή για τη βεντέτα, για να την εξυμνήσω ως τρόπο απόδοσης δικαιοσύνης ή για να προβλέψω μια παρόμοια εξέλιξη για τους δολοφόνους του Γιακουμάκη, γιατί για δολοφόνους πρόκειται. Σε μια άδικη ή σε μια αξιοβίωτη κοινωνία η βεντέτα δεν είναι τρόπος απονομής του δικαίου. Η βεντέτα είναι όμως ένας τρόπος αντιμετώπισης του τέρατος που φέρουμε μέσα μας. Σκοτώστε ή τουλάχιστον χαλιναγωγήστε την ύβρη που φέρουμε μέσα μας, την τεράστια αφθονία κακοβουλίας, μοχθηρίας, ιδιοτέλειας, βούλησης για κυριαρχία, που είναι έμφυτα και επίκτητα. Μπορούμε όμως να ανοίξουμε μια βεντέτα με τον εαυτό μας, να δολοφονήσουμε μόνοι μας το κακό που φέρουμε μέσα μας;
Κατ ’αρχάς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό είναι στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης και όχι μόνο των ταξικών κοινωνιών, παρότι βέβαια ενισχύεται και μεγεθύνεται απ’ αυτές, μέσω του άκρατου ανταγωνισμού, του καταναλωτισμού, της επιβίωσης του ισχυρότερου και της θεοποίησης του χρήματος. Μια ζωή ήμουν με τους «από κάτω», τους εξουσιαζόμενους, στον ύπνο και τον ξύπνιο μου, μεγάλωσα πλέον και δεν σκοπεύω να αλλάξω στρατόπεδο. Και να ήθελα είναι αργά. Στα φοιτητικά μου χρόνια πίστεψα, ευτυχώς για λίγο, λόγω των αιρετικών φωνών της Άρεντ, του Καμύ, του Λας, του Παπαϊωάννου, του Καστοριάδη, του Κονδύλη κλπ, τις χιλιαστικές διαφωτιστικές προσδοκίες ( αριστερές και φιλελεύθερες) για την επίτευξη ενός επίγειου παράδεισου, που θα νοηματοδοτούσε τη ζωή μας. Κάθε όμως επίγειος παράδεισος προϋποθέτει και ένα υποκείμενο που θα μας οδηγήσει σε αυτόν. Το υποκείμενο δε αυτό πρέπει να είναι άσπιλο και αμόλυντο στο βάθος της ψυχής του, αγγελικό, για να μας οδηγήσει ως αναμάρτητο που είναι στον παράδεισο. Το υποκείμενο αυτό ονομάστηκε λαός, προλετάριοι, εξουσιαζόμενοι, πλήθος, κλπ. Αν όμως το υποκείμενο, οι καταπιεσμένοι, είναι ορισμένες ή πολλές φορές κακόβουλοι, ιδιοτελείς, εγωιστές και δολοφόνοι δεν πρέπει να ανησυχούμε διότι αυτό είναι μια προσωρινή κατάσταση του Είναι τους, γιατί έχουν ξεγελαστεί, αλλοτριωθεί, από τις ελίτ των κυρίαρχων και τον πολιτισμό τους.
Η διαφωτιστική αυτή αντίληψη είναι στην ουσία της Ρουσσωική, «ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος κι όμως παντού είναι αλυσοδεμένος», θεωρεί δηλαδή ότι η κτητική μας συμπεριφορά, η βούληση για ισχύ και για κυριαρχία είναι αποκλειστικό δημιούργημα των κοινωνικών δομών, ένα επίκτητο χαρακτηριστικό. Έτσι, σύμφωνα με την Ρουσσωική-Μαρξική αντίληψη η ανθρώπινη υπόσταση είναι μια άγραφη πλάκα άρα μπορούμε να γράψουμε πάνω της μόνο ισότητα, ελευθερία και καλοσύνη ή είναι «φύση καλή» και άρα θα την καθαρίσουμε από τα επίκτητα μιάσματα του κυρίαρχου πολιτισμού. Γιατί βέβαια αν οι άνθρωποι είναι έμφυτα μόνο καλοί ή μια άγραφη πλάκα, τότε οι αρνητικότητες (εγωισμός, βία, κλπ) είναι εξωτερικά γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης και άρα θα αρθούν σε μια άλλη κοινωνία. Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα έχει βέβαια έτοιμη τη λύση της κάθαρσης. Οι διανοούμενοι, η πρωτοπορία των καταπιεσμένων, οι πεφωτισμένοι, κατέχουν το άγιο δισκοπότηρο της αυθεντικής γνώσης, είναι κτήτορες μιας αμόλυντης συνείδησης, κατέχουν το «αγαθό» του Πλάτωνα και θα το μεταβιβάσουν στους αμαρτωλούς των κατώτερων παραπλανημένων τάξεων. Αυτό είναι το σχέδιο του διαφωτισμού, του πολιτισμού των φώτων.
Τι είναι λοιπόν το bullying που σκότωσε τον Γιακουμάκη; Λεκτική και σωματική βία που βασίζεται στη διαφορά φύλου, εθνικότητας, ομορφιάς, χρώματος, κλπ; Είναι και αυτό, αλλά αν ήταν μόνο αυτό τότε ίσως να αρκούσαν λίγα σεμινάρια, διαλέξεις και συνέδρια για να μειωθεί ή να εξαλειφθεί. Θα αρκούσε δηλαδή μια εκπαιδευτική και διαπαιδαγωγική στρατηγική με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς στα σχολεία. Αλήθεια ποιοι θα ήταν οι καταναλωτές των μορφωτικών αυτών σεμιναρίων; Οι περήφανοι γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους στα πρωινάδικα για πασαρέλα και στα talent show για τραγούδι ή οι προοδευτικοί καθηγητές που στο όνομα σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων προτιμούν να σιωπούν διότι τα όρια, οι απαγορεύσεις και οι ποινές θα καταστρέψουν τον ψυχισμό του παιδιού; Οι φορείς του bullying είναι οι κυρίαρχες ελίτ και οι μηχανισμοί τους; Και οι αποκάτω; Είναι τα θύματα ή είναι κι αυτοί θύτες; Και πως γίνεται οι αποκάτω, οι καταπιεσμένοι, να είναι φορείς δύναμης και επιβολής ισχύος; Είναι οι φορείς του bullying διαστροφικά άτομα όπως αφελώς υποστηρίζουν οι ψυχολόγοι, άτομα που δεν έχουν αιτία ή δικαιολογία για αυτά που πράττουν;
Να το θέσω καθαρά. Το bullying δεν είναι εκτροπή από το νεωτερικό δυτικό πολιτισμό αλλά σάρκα από τη σάρκα του, όσο κι αν δεν αρέσει αυτό στους κάθε λογής διαφωτιστές αγραφοπλακίτες. Ο Γιακουμάκης δεν είναι νεκρός επειδή ήταν διαφορετικός. Ο δολοφόνος του είναι η έμφυτη και επίκτητη βούληση για δύναμη, επιθυμία ισχύος και κυριαρχίας. Ποιες είναι όμως οι ρίζες της επιθυμίας ισχύος;
Η βούληση για ισχύ (δύναμη, εξουσία, βία) είναι ένας μηχανισμός κυριαρχίας που είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης κατάστασης, του ότι δηλαδή το υποκείμενο είναι εγωκεντρικό, η συνείδηση είναι ατομική. Το άτομο πάντα βιώνει τον εαυτό του ως πρώτο πρόσωπο, ως υποκείμενο. Ταυτόχρονα όμως ο άλλος κατοικεί μέσα στο εγώ γιατί ανήκουμε σ’ ένα εμείς (κοινότητα, οικογένεια, φίλοι). Η ανάγκη του άλλου είναι ιδρυτικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας, όπως και το εγώ (πρώτο πρόσωπο). Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει ένα βιολογικό υπόστρωμα, που διαμορφώθηκε κατά την εξελικτική πορεία του είδους και αποτυπώνεται στη νευρωνική λειτουργία συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου (μεταιχμιακό σύστημα, ιππόκαμπος, προμετωπιαίος φλοιός), το οποίο σχετίζεται με την επιθετική και την αλτρουιστική συμπεριφορά. Η ύπαρξη του βιολογικού (φυσικού) αυτού υποστρώματος δείχνει ότι η συμπεριφορά μας δεν εξαρτάται μόνο από περιβαλλοντικούς, μαθησιακούς, κοινωνικούς παράγοντες, αλλά και από εγγενείς βιολογικές δομές που διαμορφώθηκαν κατά την εξελικτική μας ιστορία για λόγους επιβίωσης. Ο εγωκεντρισμός λοιπόν, η εξατομικευμένη μας συνείδηση, μπορεί να οδηγηθεί στον εγωισμό και την επιθυμία ισχύος όταν κυριαρχεί το εγώ, αλλά και στον αλτρουισμό εφόσον είμαστε ικανοί να αφιερώσουμε το πρώτο πρόσωπό μας σε ένα εμείς και σε ένα εσύ. Όταν όμως το κοινωνικό περιβάλλον, όπως πράττει σήμερα ο δυτικός νεωτερικός πολιτισμός, της απεριόριστης εμπορευματοποίησης και της καταναλωτικής φρενίτιδας, καταστρέφει τον άλλο, το εμείς που έχουμε μέσα μας, τότε το άτομο δεν είναι άτομο αλλά μετατρέπεται σε ιδιοτελές υποκείμενο, σε δολοφόνο του άλλου. Γι’ αυτό ο σημερινός πολιτισμός δεν μπορεί να περιορίσει την επιθυμία ισχύος, γιατί ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος είναι το αυτοαναφορικό άτομο που θεωρεί ιερό δικαίωμά του να απελευθερώνει τις επιθυμίες του και να τις ικανοποιεί με εμπορεύματα. Ο ανελέητος ανταγωνισμός, ο θάνατος του άλλου, είναι το ισοδύναμο του απόλυτου εγωισμού.
Αν λοιπόν η κόλαση είναι οι άλλοι, όπως αφελώς(;) έλεγε ο Σαρτρ, άρα ο θάνατος του άλλου θα ανυψώσει την ατομικότητά μου, τότε αυτό το υποκείμενο φέρει μέσα του ως ιδρυτική πράξη της ταυτότητάς του την επιθυμία ισχύος πάνω στους άλλους, την εγωιστική περιχαράκωση. Γι’ αυτό είναι αυταπάτη η κυρίαρχη πρόταση για περιορισμό της ισχύος μέσω του ορθού λόγου, της μάθησης, της παιδείας. Γιατί είναι ορθολογικό να είμαι ισχυρός, δηλαδή να επιλέξω τα πιο κατάλληλα μέσα για να επιδιώξω καλύτερα τον σκοπό, που δεν είναι άλλος από την με καλύτερους όρους δικιά μου επιβίωση. Αφού λοιπόν αναγνωρίσουμε την τραγική υπόσταση του υποκειμένου, απορρίπτοντας την μυθολογική Ρουσωική-Μαρξική κατασκευή του έκπτωτου αγγέλου, κατανοήσουμε δηλαδή ότι στον άνθρωπο υπάρχει απίστευτη αφθονία κακοβουλίας και ιδιοτέλειας, αλλά και αλληλεγγύης και ανιδιοτέλειας, τότε θα είμαστε σε θέση να εφεύρουμε τρόπους και θεσμούς που θα επιτηρούν την ιδιοτέλεια και θα ενθαρρύνουν την ανιδιοτέλεια. Αν όμως, όπως είναι το πιθανότερο, η επιθυμία ισχύος και η ιδιοτέλεια ως χαρακτηριστικά του homo sapiens εμφανίστηκαν πρώτα στην εξελικτική του διαδρομή και είναι και αρκετά ισχυρά, τότε το εγχείρημα της ενίσχυσης της άλλης αλλά λειψά αναπτυγμένης πλευράς της ανθρώπινης κατάστασης, του αλτρουισμού και της διυποκειμενικότητας, είναι ένα κολοσσιαίο εγχείρημα κοινωνικού και ανθρωπολογικού μετασχηματισμού.
Ας δώσουμε όμως ένα παράδειγμα, από τα εκατοντάδες που έχουν καταγράψει οι ανθρωπολογικές έρευνες, για το πώς οι προμοντέρνοι λαοί, οι πρωτόγονες τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, αυτούς που ο σημερινός παρακμιακός δυτικός πολιτισμός χαρακτηρίζει άγριους, αντιμετώπιζε τους εγωιστές αποστάτες, την βούληση για ισχύ. Οι άντρες κυνηγοί μιας φυλής πυγμαίων στο Κονγκό, στα πλαίσια του συλλογικού κυνηγιού σχημάτιζαν ένα νοητό κύκλο από ατομικά δίχτυα με καθορισμένες θέσεις για τον καθένα για να πιάνουν τα θηράματα. Ένας όμως κυνηγός, ο Κεφού, αποστάτησε, απομακρύνθηκε από την καθορισμένη θέση του και έπιασε πρώτος το θήραμα. Σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής θα έπαιρνε μεγαλύτερη μερίδα και θα εξασφάλιζε κοινωνική αίγλη. Η φυλή όμως είχε μηχανισμούς για την τιμωρία της ιδιοτελούς αποστασίας, γιατί πάντα βέβαια υπάρχουν αποστάτες. Για μια εβδομάδα κανείς δεν του μιλούσε, τα παιδιά και οι γυναίκες τον περιγελούσαν, οι άντρες τον αγνοούσαν, του αρνήθηκαν το κάθισμα που δικαιούνταν μόνο οι μεγάλοι κυνηγοί. Να λοιπόν ένας αποτελεσματικός μηχανισμός απομόνωσης των αποστατών χωρίς αστυνομία, δικαστήρια, νόμο και κράτος. Η ιδιοτέλεια και η βούληση για δύναμη είναι ευκολότερο να ελεγχθεί στα πλαίσια της κοινότητας, της γειτονιάς, στις μικρές πόλεις και αυτό είναι ένα μάθημα των προμοντέρνων κοινωνιών στις σημερινές. Χωρίς την διάλυση της μεγαμηχανής του κράτους και το πέρασμα σε μικρότερα κοινωνικά και παραγωγικά μεγέθη κανένα αμεσοδημοκρατικό εγχείρημα δεν είναι εφικτό, κανένας έλεγχος του ατομοκενρικού φαντασιακού της απόλαυσης χωρίς όρια, της εγωιστικής καταστροφής του άλλου, δεν θα είναι εφικτός. Η φιλελεύθερη ουτοπία του αχαλίνωτου καπιταλισμού θα έχει καταστρέψει το υποκείμενο.
Δεν υπάρχει λοιπόν αθωότητα στα οράματα των καταπιεσμένων διότι οι σημερινοί κυριαρχούμενοι μπορεί να είναι αυριανοί κυρίαρχοι αν οι ίδιοι δεν δημιουργήσουν θεσμούς που να περιορίζουν στην πράξη την ύβρη της βούλησης για ισχύ. Η επίγνωσή της γεννάει την ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο και όχι η αποσιώπησή της.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Μερικές σκέψεις για την Αριστερά με αφορμή το βιβλίο ‘Οι άλλες ιστορίες’



Zapatistas
Προσθήκη λεζάντας
Toυ Σίμου Ανδρονίδη  http://eagainst.com/articles/thoughts-about-the-left/
«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πως θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη;» (Ναζίμ Χικμέτ, ‘Όπως ο Κερέμ’).
Το βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο ‘Οι άλλες ιστορίες’ μας προσφέρει την δυνατότητα συμβολής στη θεωρητική συζήτηση περί Αριστεράς. Και υπάρχει μία νοητή γραμμή που συνδέει την Αριστερά με το βιβλίο του Μάρκος: αυτή η νοητή γραμμή αφορά την «αναζήτηση» του ανθρώπου, του ανθρώπου που μέσα από ρήξεις και υπερβάσεις δημιουργεί την ιστορία του κοινωνικού όλου. Τι σημαίνει αριστερή πολιτική πράξη σήμερα; Ποια είναι η Αριστερά του 21ου αιώνα; Πως προσδιορίζεται; Οι μικρές και έξοχες ιστορίες του εμβληματικού και ταυτόχρονα «πολλαπλού» ηγέτη των Ζαπατίστας επιδιώκουν να απαντήσουν στα συγκεκριμένα ερωτήματα. Και είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια απάντησης που υπερβαίνει τις θεωρητικές αναζητήσεις των «ταγών» της Αριστεράς.
Στην περίπτωση των Ζαπατίστας, η Αριστερά συγκροτείται και ανασυγκροτείται καθημερινά. Εκκινώντας από την αφετηριακή πράξη της ζωής και της κοινωνίας «οικοδομεί» ένα στέρεο αξιακό υπόβαθρο, στην «κορυφή» του οποίου στέκει ο άνθρωπος-παραγωγός. Και είναι η Αριστερά ως αξιακή και κανονιστική κατεύθυνση που προσδίδει έναν θετικό και ταυτόχρονα «επιθετικό» προσδιορισμό στον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε άμεσο παραγωγό, σε άμεσο διαμορφωτή κοινωνικής συνείδησης, σε λυδία λίθο της πράξης και της κοινωνικής αλλαγής.
Οι πολλές «ατομικότητες» συγκροτούν την ενιαία συλλογικότητα της πράξης. Αν η Γαλλική Επανάσταση προσδιόρισε τον άνθρωπο ως πολίτη, η πολιτική αριστερά τον προσδιορίζει ως παραγωγό της νέας κοινωνικής συνείδησης. Στο γίγνεσθαι των Ζαπατίστας και των ιθαγενών της Τσιάπας, η Αριστερά συγκροτείται ως καθημερινή πράξη διαμόρφωσης ενός κοινωνικά διαφορετικού κόσμου. Αυτή η αξιακή αριστερά λειτουργεί ανάγοντας την «μοναδικότητα» και την διαφορετικά σε εργαλεία κατανόησης του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει. Πρωτίστως όμως, εκκινεί από την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Και η ανθρώπινη φύση, σε πείσμα διάφορων απόψεων και αντιλήψεων, περιλαμβάνει την ετερότητα και την διαφορετικότητα. Η Αριστερά των Ζαπατίστας προωθεί την λαϊκή αυτενέργεια και αυτοδιαχείριση.
Ας θυμηθούμε τα λόγια του επίκαιρα λόγια του Τερέντιου: ‘’Άνθρωπος είμαι, και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο’’ (στα Λατινικά: ‘Homo sum: human nil a me alienuum puto’). Αυτή η μικρή φράση του Τερέντιου αποτελεί τον θεμέλιο λίθο συγκρότησης της «άλλης» Αριστεράς των Ζαπατίστας, της Αριστεράς που ενσωματώνει οργανικά τις πολλαπλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Στις ‘άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος, οι λέξεις χαράζονται σαν μικρά «κρύσταλλα», που μέσα από την διαφάνεια της επιφάνειας τους διαβλέπεις την ζωή να κυλάει, τον άνθρωπο να δρα και την Αριστερά να ενυπάρχει μέσα σε αυτές τις μικρές και απλές ιστορίες. Και κάποιος καλόπιστος δύναται να αναρωτηθεί: είναι δυνατόν να συγκροτείται η Αριστερά ως όραμα, ως αναγέννηση και ως πράξη σε αυτή την μακρινή γωνιά του κόσμου; Η απάντηση μας είναι καταφατική. Η Aριστερά των ιθαγενών της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού δεν μας δίνει έτοιμες κατευθύνσεις, αντιθέτως, μέσα από το εύρος των ιστοριών του Μάρκος (που μπορεί να είναι ο γερο-Αντόνιο, ή η προβαλλόμενη «ταυτότητα» των ιθαγενών), διακρίνεται η Αριστερά της πολλαπλότητας, η Αριστερά που «αναγεννιέται» σαν το νερό. Τα πάντα από κάπου εκκινούν: στην περίπτωση των Ζαπατίστας εκκινούν από την «ολική» θεώρηση του ανθρώπου που εντάσσεται αρμονικά στο ευρύτερο φυσικό του περιβάλλον.
«Ο Πρώτος Πατέρας των Γκουαρανί αναδύθηκε από τα σκοτάδια, φωτισμένος από τη λάμψη της ίδιας του της καρδιάς. Δημιούργησε τις φλόγες και την ομίχλη. Τον έρωτα, αλλά δεν είχε που να τον δώσει. Τη γλώσσα, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Τότε συμβούλεψε τους θεούς να δημιουργήσουν τον κόσμο, και να φτιάξουν τη φωτιά, την ομίχλη, τη βροχή και τον άνεμο. Τους πρόσφερε τη μουσική και τα λόγια του ιερού ύμνου, ώστε να πάρουν ζωή οι γυναίκες και οι άντρες. Έτσι ο έρωτας έγινε μυστήριο, η γλώσσα ζωντάνεψε και ο Πρώτος Πατέρας απαλλάχτηκε από τη μοναξιά. Τώρα συνοδεύει τους άντρες και τις γυναίκες που περπατούν και τραγουδούν: Τώρα πατάμε στη γη, σε τούτη τη γη που λάμπει»[1].
Στο παραπάνω έξοχο απόσπασμα που παραθέτει ο Ουρουγουανός συγγραφέας Eduardo Galeano, διαφαίνεται η ευρύτερη κοσμοαντίληψη των ιθαγενών. Και δεν μπορούμε να μην εντοπίσουμε τις ομοιότητες με τις ‘άλλες ιστορίες’ του Subcomandante Μάρκος, εκεί όπου η φωτιά, και η ομίχλη, ο άνεμος και το νερό, συντροφεύουν τον άνθρωπο σε κάθε βήμα της δικής του ζωής. Όπως ο Μάρκος, έτσι και ο Eduardo Galeano αντλούν «εικόνες» και λέξεις από την ανεξάντλητη λαϊκή παράδοση αυτών των περιοχών, εκεί όπου οι «πρώτοι» θεοί αποκτούν «ανθρώπινα» χαρακτηριστικά. Και έτσι προχωρά και η Αριστερά μέσα στις ιστορίες του. Προχωρά μέσα από τις εικόνες και τα δέντρα, μέσα από τις λέξεις και τα μεγάλα και άγρια λιοντάρια, μέσα από το φόβο και το νερό για να επιστρέψει στο πρωταρχικό σημείο: στον άνθρωπο ως σημείο κλειδί για την ερμηνεία και την «αναπαραγωγή» του κόσμου, στον άνθρωπο ως παραγωγό του νέου κοινωνικά, κόσμου.
Θα ονομάζαμε αυτή την «ρηξιακή» Αριστερά ως διαρκώς ανανεούμενη, όχι τόσο ως αξιακό υπόβαθρο αλλά κύρια ως νόημα και ως πρωταρχική λέξη του κόσμου. Από πού εκκινεί η Αριστερά αν όχι από τον Άνθρωπο-παραγωγό; Από πού εκκινεί αν όχι από την καθημερινή επιδίωξη σύνδεσης με το μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων; Από πού εκκινεί αν όχι από την θέαση του κόσμου ως μία μεγάλη εικόνα; Από πού εκκινεί αν όχι από την συνύφανση με την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα; Από πού εκκινεί αν όχι από την μεγάλη ιδέα της μεταβολής του κόσμου; Αυτές τις αφετηριακές αρχές της Αριστεράς έρχεται να μας τις υπενθυμίσει το μικρό βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος.
«Όπως το σπαθί του παραμυθιού του γερο-Αντόνιο, η κυβερνητική επίθεση του Φεβρουαρίου εισχώρησε χωρίς καμιά δυσκολία στις περιοχές των Ζαπατίστας. Ισχυρό, εκθαμβωτικό, με όμορφη λαβή, το σπαθί της Εξουσίας χτύπησε τη Ζαπατίστικη Ζώνη. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, έκανε μεγάλο θόρυβο και φασαρία, όπως αυτό, τρόμαξε μερικά ψάρια. Όπως στο παραμύθι του γερο-Αντόνιο, το χτύπημα του ήταν μεγάλο, δυνατό… και άχρηστο. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, εξακολουθεί να είναι μέσα στο νερό, να σκουριάζει και να παλιώνει. Το νερό; Συνεχίζει το δρόμο του, τυλίγει το σπαθί και, χωρίς να του δίνει σημασία, φτάνει μέχρι το ποτάμι, που θα πρέπει να το πάει μέχρι το μεγάλο νερό, όπου γιατρεύουν τη δίψα οι πρώτοι θεοί, οι μεγάλοι, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο…»[2]
Αυτή είναι η Αριστερά, η δική μας Αριστερά που σαν το «μεγάλο» νερό, παρασέρνει το παλιό για να οικοδομήσει το νέο, «χτυπώντας» ταυτόχρονα το μεγάλο και «όμορφο» σπαθί της εξουσίας. Η Αριστερά που αναλύει επιστημονικά το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η Αριστερά του όλου που στηρίζεται στη λογοτεχνία και στην ποίηση, στην εικόνα και στις λέξεις. Η «κρισιακή» πολιτική έχει «απολυτοποιήσει» έννοιες και αριθμούς. Η Αριστερά οφείλει να «απολυτοποιήσει» τον άνθρωπο-εργαζόμενο. Οι μοναδικές και πολλαπλές εκφάνσεις του κοινωνικού ενυπάρχουν σε αυτό το μικρό βιβλίο, οι ιστορίες του οποίου, ανασυγκροτούν τον άνθρωπο ως κατεξοχήν πολιτικό «ζώον».
Και η κατηγορική προσταγή της Αριστεράς, της Αριστερής πολιτικής πράξης και των αριστερών πολιτικών κομμάτων οφείλει να είναι η ακόλουθη: «Resist much, obey little», όπως έγραψε ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Walt Whitman. «Αντισταθείτε πολύ, υπακούστε λίγο». Η πολιτική «επιστήμη» της Αριστεράς είναι διαρκής και στοχαστική, αναδεικνύοντας τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και ένας τέτοιος οργανικός διανοούμενος της Αριστεράς είναι και ο υποδιοικητής Μάρκος. Η αριστερή πολιτική «επιστήμη» παράγει στοχασμό, γνώση και έμπρακτη αμφισβήτηση.
«Για τον Γκράμσι, αντίθετα, ο πραγματικός οργανικός διανοούμενος μιας ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας είναι το πολιτικό στέλεχος, το νέο είδος, ο κοινωνικά και ανθρωπολογικά νέος τύπος ανθρώπου που παρήγαγε το εργατικό κίνημα στην πορεία της συγκρότησης του: μέσα από τα συνδικάτα, τις κοινωνικές οργανώσεις, τις πολιτιστικές ενώσεις, τα πολιτικά κόμματα, με τις εφημερίδες τους και τα οργανωτικά τους μέσα. Αυτοί είναι οι οργανικοί διανοούμενοι του εργατικού κινήματος στην εποχή των μαζών και των κομμάτων τους»[3]
Η Αριστερά ανοίγεται στο όλον, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, «παράγοντας» τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και η «ρηξιακή» Αριστερά στοχεύει στον δομικό μετασχηματισμό της κοινωνικής ολότητας. Και χαρακτηριστικό του εύρους της Αριστεράς που μπαίνει στη μάχη, είναι το κάτωθι απόσπασμα από το διήγημα ‘Το ΛΟΤΤΟ’ του Αλέκου Χατζηκώστα: «Δεν βαριέσαι, έτσι και έτσι χαΐρι δεν έχουμε. Τουλάχιστον, ας αλλάξουμε τα γούρια μας και ποιος ξέρει, μπορεί να φτιάξουμε μόνοι μας την τύχη μας. Μετά έκλεισε την πόρτα και ενώθηκε με τους συμφοιτητές του…»[4]. Η Αριστερά είναι η διαρκής ερώτηση, και όχι η απάντηση. Και αυτή η Αριστερά της ερώτησης και όχι της άμεσης κατάφασης οφείλει να μαθαίνει από τα λάθη της.
[1] Βλ. σχετικά, Galeano Eduardo, ‘Μνήμη της φωτιάς. Η Αρχή’, Μετάφραση: Κανσή Ισμήνη, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 2009, 16. [2] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Οι άλλες ιστορίες’, Μετάφραση: Καρατζάς Γιώργος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2014, σελ. 49. [3] Βλ. σχετικά, Κουβελάκης Στάθης, ‘Ο Πουλαντζάς ως οργανικός διανοούμενος’, στο, Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ. 378. [4] Βλ. σχετικά, Χατζηκώστας, Αλέκος, ‘Το ΛΟΤΤΟ’, Σχεδία Μνήμης, Εκδόσεις Ars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 127. Ο Αλέκος Χατζηκώστας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αριστερού οργανικού διανοούμενου του λόγου και της πράξης. Μέσα από τα διηγήματα του διαφαίνεται η δική του λαϊκή-πολιτική Αριστερά, μία Αριστερά που αποτελεί ταυτόχρονα δείκτη «ωριμότητας», κάτι που είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την «ύφανση» της μέσα στο καθημερινό και πολύπλοκο πράττειν.

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Χωριάτισσα ΥΓ. Με αφορμή την “Ημέρα της Γυναίκας”!


«Χωριάτισσα, ξυπόλητη, φτωχή
βαρειά ζαλιγκωμένη,
άσκεπη μέσα στη βροχή,
που πας εσύ καϋμένη;

Στον έλατο ξεσπά ο κεραυνός.
Το ρέμμα πλημμυρίζει.
Μαύρος θολός κι ο ουρανός,
σα να σε φοβερίζει.

Η  νύχτα θεοσκότεινη θαρθεί.
Το κρύο σε παγώνει.
Σε βλέπω πώχεις κουρασθεί.
Το μάτι σου ιδρώνει.

Κι όμως σκυφτή περνάς και δε μιλάς.
Σκουπίζεις τη ματιά σου.
Ω! με τι κόπο κουβαλάς
ψωμί για τα παιδιά σου!...»

(Ποίημα του Δώρη Άνθη -του πρόωρα χαμένου Ευρυτάνα ποιητή και ΕΛΑΣίτη καπετάνιου- βλ. εδώ και εδώ)


ΥΓ. Με αφορμή την “Ημέρα της Γυναίκας”!

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2015

ΚΟΖΑΝΙΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

ΤΟ ΚΟΖΑΝΙΤΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ περιέχει 3.500 λέξεις

Ααα..... : (άφωνο), κατανόηση. Άαααα!!!…. : α. σαρκασµός, ειρωνεία, β. θαυµασµός. Α-ά (αά) : α. µάλιστα, β. ναι. ά : (στιγµιαίο), α. ορίστε ; , β. έ ;. Ά : λύση απορίας. A ; : ερώτηση. Α… . : συγκατάβαση. Άι = άντε, τι είναι αυτά που λες, δεν τα πιστεύω, Άου = επιφώνηµα εκπλήξεως και ντροπής. Γενικά όλα τα φωνήεντα αποκτούν διαφορετικό νόηµα ανάλογα µε τον τρόπο που εκφέρονται, αλλά και τις κινήσεις των χεριών που τον συνοδεύουν.

αβανιά (η) : α. η συκοφαντία. β. η άδικη κατηγορία. γ. η κακοτυχία λόγω συκοφαντίας. (έχει κάποιος , κάποιο ελάττωµα και µεγαλοποιείται, π.χ. δεν πάει καλά η δουλειά του) , δ. αραβ. hawan = προδότης. αβάντα (η) : α. η δόλια υποστήριξη, β. η µίζα, (σε περιπτώσεις πλειστηριασµού υπάρχει κάποιος που «πετάγεται» πρώτος και πλειοδοτεί παρασύροντας το θύµα να πλειοδοτήσει περισσότερα και παίρνει, στο τέλος, µίζα. Το ίδιο συµβαίνει και µε τον «παπά» (εδώ παπάς, εκεί παπάς πού είναι ο παπάς; Τότε κάποιος «µιληµένος» ποντάρει και κερδίζει πάντοτε ώστε να ξεγελαστούν και οι άλλοι περίεργοι), γ. Προέλευση : από το ιταλ. avanta = καυχιέµαι, πηγή : ΑΠΘ. αβάντσου (του) : α. η παραχώρηση πλεονεκτήµατος στον αντίπαλο από τον, θεωρητικά, ισχυρότερο, β. µπροστάντζα, προκαταβολή, γ. Προέλευση : από τα ο ιταλ. avanzo, πηγή : ΑΠΘ . άβαρτους : (επίθ.) α. ο αχτύπητος, β. µετ. ο καλοπερασάκιας, γ. Προέλευση : από το αρχ. α +βαρώ, πηγή : ΑΠΘ. αβάρτους (επίθ.) : α. ο άοκνος, β. ο ακούραστος, γ. ο ακαταπόνητος, δ. συνών. αόκνιτους*, ε. Προέλευση : από το στερ. α+ βαριέµαι, πηγή : Δηµητράκος. αβάσταγους και αβάσταχτους (επίθ.) : α. ο ασυγκράτητος, β. ο ανυπόµονος, γ. ο ανυπόφορος, δ. ο ασήκωτος, ε. µεταφ. = ο νταής. αβγάτσµα (τ’) : α. αύξηση, β. µεγάλωµα, γ. αβγατένου (ρ.) = 1. µεγαλώνω, 2, αυξάνω, 3. πληθαίνω, δ. Προέλευση : από το αρχ. εγβατός, πηγή : ΑΠΘ. αβέρτα (επίρ.) : α. ανοιχτά, β. απεριόριστα, γ. χουβαρντάδικα, δ. απλόχερα, ε. Φράσεις : «ξουδέβ’ αβέρτα» (σε τρίτο πρόσωπο) = είναι σπάταλος, «Όι, αβέρτα λόια…» = µίλα µου στα ίσια, ανοιχτά, στ. συνων. ντάµπαρα λόια, ντόµπρα, ζ. Προέλευση : από το βενετ. averto = ορθάνοιχτος, πηγή : ΑΠΘ . αβλαγάς (ου) : α. η πλατεία της γειτονιάς, β. η κοινή αυλή της γειτονιάς, γ. η αλάνα, δ. ακαλλιέργητο χωράφι δίπλα στη γειτονιά όπου έπαιζαν τα παιδιά, ε. Προέλευση : από το τουρκ. avlaga, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, στ. lias : ότ’ νάνι : από το αυλή. Ελληνικότατο. αβλόϊρας (ου) : α. αυλή που περιβάλλει το κτίριο του σπιτιού (αλλά και της εκκλησίας, του σχολείου κτλ.), β. η περιφραγµένη µε τοίχο αυλή του σπιτιού, γ. ο περίβολος του κτίσµατος, δ. Προέλευση : από το αυλή+γύρος. αβραϊά (η) : α. χώρος για φυτώριο, β. το σπορείο, γ. τα προς µεταφύτευση φυτά, δ. ("Νιάνια" = αυλάκι στον κήπο ή στο χωράφι). ε. Προέλευση : από το βραγιά, ίσως το ιταλικό bra(ia), πηγή : ΑΠΘ, στ. Δηµητράκος : από το βυζ. βράκτιον = τµήµα φυτού προς µεταφύτευση. αβτζής (ου) : α. κυνηγός, β. καλός σκοπευτής, γ. (τουρκ. avci, πηγή : ΑΠΘ). αγάλ' (επίρ.) : α. σιγά – σιγά, β. µαλακά, γ. ήρεµα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. αγάλιν, πηγή : ΑΠΘ. αγαλαντζής (ου) : ο γανωτής. αγάµτους (επίθ.) : ( υποτιµητική έως υβριστική λέξη ) : α. ο παρθένος -α, β. ο ανέραστος -η, γ. αυτός που τον χτύπησε η αγαµία στο κεφάλι. αγαπητ’κός (ου) : α. ο εραστής, β. ο ερωµένος, γ. ο νταβατζής. αγαπητ'κιά = η ερωµένη. αγαρινός (ου) : α. ο άπιστος β. αυτός που δεν τηρεί τα ήθη και έθιµα γ. ο Μωαµεθανός και ειδικότερα ο Τούρκος, δ. Προέλευση : από το Άγαρ. (Σηµ. lias : ήταν η παλλακίδα του Αβραάµ που ο γιος της Ισµαήλ θεωρείται γενάρχης των Αράβων). αγάς (ου) : α. Τούρκος αξιωµατούχος (στρατιωτικός ή διοικητικός), β. (Χ.Χ. Τούρκος της περιοχής που ανήκε στη µεγάλη µάζα του πληθυσµού), γ. µετ. ο χάχας, δ. αγόπλου = το παιδί του αγά, ε. Φράση : «έλ’ αγά µ’ σι µένα, αυτήν το’ χ’ στινό !», στ. Προέλευση : από το τουρκ. aga, πηγή : ΑΠΘ, ζ. lias : γιατί όχι από το αγαθός ;. αγγαστρά (η) α. η εγκυµοσύνη, β. γκαστρουµέν’ (η) = η έγκυος, γ. γκαστρώνου (ρ.) 1. καταστώ έγκυο, 2. µετ. σκάζω κάποιον διότι καθυστερώ να τελειώσω κάτι, φράση : «σώνι! µας αγκάστρουσις!» = λέγεται για τον πολυλογά. αγιάντς (ου) : α. φυτό που µοιάζει µε την καντηλίνα (φασκόµηλο) και ανθίζει στα τέλη Ιουνίου, β. (lias) : το φυτό salvia sclarea. αγγιλουκρούουµι (ρ.) : α. είµαι ετοιµοθάνατος, β. ψυχορραγώ. αγγιό και αγγειό (τ’) : α. δοχείο, χάλκινο οικιακό σκεύος για τη µεταφορά, βράσιµο ή µαγείρεµα υγρών (όχι φαγητού ή ποτού), β. το καθίκι των µικρών, γ. υβρ. παλιοτόµαρο, αισχρός άνθρωπος, δ. πληθ. αγγιά = οι όρχεις,, ε. Φράσεις : «σιουλνάρσι τ´ αγγιά» = ξέπλυνε τα δοχεία, «είσι τρανό αγγιό!» = είσαι µεγάλος παλιάνθρωπος, «τα µι ξίις τα’ αγγιά» = σιγά που θα µε πειράξει, στ. Προέλευση : από το αρχαίο αγγείον, πηγή : ΑΠΘ.

αγγιλουκρούουµι (ρ.) : α. ψυχορραγώ, β. έχω παραισθήσεις (το παραλήρηµα των ετοιµοθάνατων), αγγόν’ (τ’) : α. το εγγόνι, β. αγγουνή = η εγγονή, γ. Προέλευση : από το αρχαίο έγγονος, πηγή : ΑΠΘ. αγγουνάρ’ (του) : µεγάλη παραλληλεπίπεδη πέτρα για τη στήριξη των εξωτερικών πέτρινων γωνιών των εξωτερικών τοίχων του σπιτιού. αγγουράις (ου) : α. ο Σερβιώτης (επειδή τα Σέρβια φηµίζονταν για τα νόστιµα αγγούρια αλλά κει ειρωνικά γιατί πολλές φορές ήταν πικρά), β. ο χωρικός που καλλιεργεί κηπευτικά. αγιάζ’ (τ´) : α. πρωινή ή βραδινή υγρασία µε διαπεραστικό κρύο, β. η πάχνη, γ. Προέλευση : από το τουρκ. ayaz, πηγή : ΑΠΘ. αγίασµα (τ’) : α. το νερό που αγίασε ο παπάς β. το νερό πηγής κοντά σε εκκλησία, µοναστήρι κτλ. γ. µετ. το εκλεκτό ποτό και ιδίως το τσίπουρο. αγιάρ’ (τ’) : α. το υπόδειγµα µε το οποίο διαπιστώνει η αγορανοµία αν η ζυγαριά ζυγίζει επακριβώς, β. η υποδιαίρεση µίας κλίµακας µέτρησης (χάρακα, µέτρου κτλ.), γ. η χαραγή του µέτρου ή του κανόνα του κανταριού, δ. η σύγκριση, ε. Φράση : «είνι στ´αγιάρ» = είναι σωστά ζυγισµένο, στ. (τουρκ. ayar), ζ. (lias : παλαιότερα συνηθίζονταν οι έλεγχοι των ζυγαριών των καταστηµάτων από την Αστυνοµία. Ο κ. Κύργιας, που ήταν αρµόδιος, είχε υποδείγµατα µέτρου, κιλού κλπ. και µε αυτά έλεγχε τις ζυγαριές και, εφ´ όσον ζύγιζαν εντάξει τις σηµάδευε µε µία µολυβένια σφραγίδα. Τα υποδείγµατα τα ονόµαζε αγιάργια ). αγιαστούρα (η) : α. µάτσο βασιλικού µαζί µε το Σταυρό µε το οποίο ευλογεί, ραντίζοντας µε τον αγιασµό στο κεφάλι ο παπάς, το εκκλησίασµα, β. µετ. σταυροειδές ξύλο για ξυλοκόπηµα. αγκαλιά (η) : α. η αγκαλιά β. η ποσότητα που µπορούν να κρατήσουν τα δύο χέρια, γ. Φράση : «µια αγκαλιά τσάκνα», δ. Προέλευση : από το αρχαίο αγκάλη, πηγή : ΑΠΘ. αγκάλιασµα (τ´) : α. το σφίξιµο κάποιου µε τα δύο χέρια, β. το άγριο µάλωµα, γ. Φράση : «πέ ου ένας, πέ ου άλλους στουν πάτου αγκαλιάσκαν» = µάλωσαν άσχηµα. αγκαστρά (η) : η εγκυµοσύνη. αγκιλώνου (ρ.) : α. γαντζώνω, β. τσιµπώ, γ. συνών. : γραπατσώνου, θλικώνου, αδράχνου, κτλ. δ. Προέλευση : από το αρχαίο αγκυλώ = λυγίζω, γωνιάζω, πηγή : ΑΠΘ. αγκόνας (ου) : α. ο αγκώνας του χεριού β. Προέλευση : από το αρχ. αγκών, πηγή : ΑΠΘ. αγκουνή (η) : α. η γωνία, β. το σηµείο ένωσης δύο τοίχων, γ. Προέλευση : από το ελνστ. αγκωνή, πηγή : Δηµητράκος. αγκούσα (η) : α. δύσπνοια, β. αγκοµαχητό, γ. αγωνία, δ. το άγχος, ε. η στενάχωρη διάθεση, στ. η δυσφορία, ζ. η µεγάλη ζέστη – καύσωνας. η. Προέλευση : από το ιταλ. angossa, πηγή : ΑΠΘ, θ. (lias : γιατί όχι από το άγχος ; ) αγλέουρας (ου) : α. αυτός που τρώει όσα και ότι βρει µπροστά του, β. Προέλευση : από το αρχαίο ελλέβορος, πηγή : ΑΠΘ. αγνάντιµα (τ’) : α. παρατήρηση της θέας από ψηλά, β. το παρατηρητήριο, γ. Προέλευση : από το έναντι, πηγή : ΑΠΘ. αγόρου (η) : α. αντρογύναικα, β. δυναµική γυναίκα, γ. (lias : όταν η οικογένεια είχε πολλά κορίτσια το τελευταίο το ονοµάτιζε µε αρσενικό όνοµα γιατί θα ήθελε να έχει και ένα παιδί [αγόρι.]), δ. ( Φόρης : στα Κουζιανιώτκα δεν υπάρχει η λέξη αγόρ’ για το αρσενικό υπάρχει η λέξη πιδί [δες και παράρτηµα]). αγούλ’ (τ’) : α. ειρωνικό πείραγµα ποντίων που το επίθετό τους έληγε σε –όγλου και όταν ήλθαν στην Ελλάδα µίλαγαν τουρκικά, β. 1.ο γιός του αγά (ο µικρός αγάς >αγούλ’), 2. το αφεντόπουλο. αγράδα (η) : α. τα παράσιτα των χωραφιών, β. οι χοντροκοµµένοι τρόποι κάποιου, γ. η επιδείνωση του καιρού, δ. η αγριότητα της έκφρασης κάποιου, ε. χωρικός και ιδιαίτερα ο ορεσίβιος, στ. ο τραχύς, ζ. Προέλευση : από το µσν. αγριάδα<άγριος, πηγή : ΑΠΘ. αγρατσούντστους (επίθ.) : α. αυτός που δεν προσπάθησε, β. αυτός που δεν µόχθησε, γ. ο αχαΐρευτος, δ. Φράση : [/i]«ίιι, αυτήν έχ' τουν απλάτ’ς αγρατσούντστου»[/i] = είναι ανοικοκύρευτη, ε. Προέλευση : από το ήχο «γράτσ-γράτς», πηγή : ΑΠΘ. άγριµα (τ’) : α. νευρίασµα, β. αγρέβου (ρ) = 1. ξύνω και κάνω µία επιφάνεια τραχεία, 2. νευριάζω - είµαι έτοιµος για µάλωµα, γ. επιδείνωση µια κατάστασης, δ. αγρίεµα, ε. Φράση : «άγριψιν ου κιρός» = επιδεινώθηκε ο καιρός. αγρόγκουρτσου (τ’) : α. το άγριο αχλάδι, β. µετ. άνθρωπος µε ιδιότροπους τρόπους, γ. Προέλευση : από το βουλγ. gornic = άγρια αχλαδιά, πηγή : ΑΠΘ, δ. (lias = γιατί όχι από το

αγριόκαρπος; ) αγρόιδα (η) : α. το αγριόγιδο, β. µετ. η ευέξαπτη γυναίκα. αγροικώ και γρικώ* (ρ.) : α. ξέρω, β. γνωρίζω, γ. σκαµπάζω, δ. καταλαβαίνω. αγρουκόρτσου και αγρόκουρτσου (του) : α. αγοροκόριτσο, β. ατίθασο κορίτσι, γ. συνών. αγόρου*. άγρους (επίθ.) : α. ο πρωτόγονος, ο ανεξηµέρωτος (άνθρωπος, ζώο η φυτό), β. ο ατίθασος, ο ακαλλιέργητος, γ. ο δυνατός, ο τραχύς δ. ο σκληρός, ε. Φράσεις : [i]«άγριψιν του χιόν'»[/ι] = δυνάµωσε η χιονόπτωση, «άγρους σουβάς» = χοντρό σοφάτισµα του τοίχου, «άγρου ύφασµα» = τραχύ, χοντροπλεγµένο ύφασµα, στ. συνών. αγράδα*. αγρουτζιόµπανους (ου) : α. άνθρωπος µε ταλαιπωρηµένη και άσκηµη εµφάνιση από την κακουχία και τη στέρηση, β. µετ. ο αγενής, ο ακοινώνητος, γ. αυτός που κατέβηκε από τα βουνά. αγύρστους (επίθ.) : α. ο διάβολος αλλά και ο θάνατος, (βρισιά : «να παέντς στουν αγύρστου» = να πάς στο διάβολο), β. ο ισχυρογνώµων, γ. Φράση : «όι, αγύρστου κιφάλ’» = για τον ισχυρογνώµονα. αδάµ (τ’) : α. το σήµαντρο (ξύλινο) του Αγίου Νικολάου, β. (lias : χτυπιόταν µε ένα ιδιαίτερο τρόπο : νταµντάµ – νταµντάµ – νταµντάµ, και µετά νταµνταµντάν – νταµνταµντάν – νταµνταµντάν και ακουγόταν σαν αδάµ, αδάµ…), γ. (Παπασιώπης : Αδάµ = επίµηκες, πλατύ όσο µια σανίδα, ξύλο, που το χτυπούσαµε µε ιδιόρρυθµο τρόπο µε δύο ξυλάκια σαν µπαγκέτες, ιδίως το Πάσχα µόλις ο Δεσπότης έλεγε το «Χριστός Ανέστη»). Αδάµς (ου) : παρατσούκλι τύπου της παλιάς Κοζάνης που ήταν πολύ αδύνατος και κοντός. αδγιάζουµι (ρ.) : α. βιάζοµαι, β. αδιασκιά = η βιαστική γυναίκα ( Νιάνια ), γ. αδγιάζου = ευκαιρώ, δ. Φράση : «δεν αδγιάζου τώρα» = δεν ευκαιρώ, ε. Προέλευση : από το αρχαίο βιάζω = ασκώ πίεση, πηγή : ΑΠΘ, (άντε>άι + βιάζοµαι ). αδέτσ’ (επίρ.) : α. το σκέτο β. το χωρίς, (lias : φράση : « άει, φάι ψίτσα κθαράκ’ αδέτσ’ να πουρέψ’» = πχ. σκέτο κριθαράκι από γκιουβέτσι αλλά χωρίς κρέας, γιατί φαγώθηκε όλο και έτσι βολεύεσαι µόνο µε το κριθαράκι. Μου το είπαν για Κουζιανιώτκου αλλά εγώ γνωρίζω το ουδι έτσ’ ( ουδέτσ’ ), όταν πρόκειται για κάτι µόνο του. αδέτς λένε οι Βελβεδινοί το «χωρίς» : « κιφτέδις αδέτς» ). αδεύτιρου (επίρ.) : α. άλλη φορά, β. άλλοτε, (Παπασιώπης). αδιασκός (επίθ.) : ο βιαστικός. αδίµ’του (του) : χοντρό, πυκνοϋφασµένο ύφασµα. αδιρφουµίρ’ (του) : α. το µερίδιο της περιουσίας κάθε αδελφού, β. (σηµ. lias : όχι αδελφής διότι αυτή έπαιρνε προίκα). αδουκιούµι (ρ.) : α. θυµάµαι, β. αναπολώ, γ. Προέλευση από το αρχαίο δοκώ, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 247, Τσότσος : από το δοκέοµαι – δοκεί µοι = µου φαίνεται, νοµίζω, σ. 237. αδράχνου (ρ.) : α. αρπάζω, πιάνω κάτι δυνατά µε τα χέρια για µη µου ξεφύγει, β. αρπάζω µε βιαιότητα, γ. χουφτώνω, δ. επωφελούµαι, ε. (του) άδραχµα ή δράξιµου = το δυνατό πιάσιµο από κάτι, στ. Φράση : «τουν έδραξα απ´ τουν λιµό», ζ. Σηµ. lias: στον Σιαµπανόπουλο, σελ 219, βρήκα τη φράση «µέχρι ν’ αδράξουν τα καρβέλια», η. Προέλευση : από το αρχαίο δράσσοµαι, Δηµητράκος – ΑΠΘ /// Τσότσος : από το µσν. δράχνω. αδράχτ' (τ´) : α. µακρουλό στρόγγυλο ξύλο στο οποίο τυλίγεται κατά το γνέσιµο το µαλλί, β. η άτρακτος µε την οποία τυλίγουν το νήµα του αργαλειού, γ. Προέλευση : από το ελνστ. άτρακτος – αρχαίο άδρακτος, πηγή : ΑΠΘ. αδραχτιά (η) : α. η ποσότητα µίας χούφτας, β. το τυλιγµένο νήµα µαλλιού, γ. Προέλευση : από το αρχαίο δραξ, πηγή : ΑΠΘ. αδρέινιους : δες αντριέινιους*. αδρουφόκαλου (του) : α. φουντωτή σκούπα από χοντρό χορτάρι, β. Προέλευση : από το αρχ. αδρός, πηγή Π.Λ.Μπ. αζµπόρτστους (επίθ.) : α. ο αδιάφορος, β. ο χαβαλέ τύπος ανθρώπου, γ ο ανίδεος, δ. ο ακοινώνητος, ε. ο αµίλητος, στ. ο άνθρωπος που δεν έχει τρόπους (πηγή: anna67@ giapraki.com), ζ. (σερβ. ajbor, πηγή : Μαλούτας). αζούρστους (επίθ.) : α. ο άνετος, β. ο αεράτος, γ. αυτός που δεν δυσκολεύτηκε, δ. αυτός που βολεύτηκε µε µεγάλη προίκα ή καλή κληρονοµιά. αητιέρ’ (του) : α. το ξεφτέρι, β. ο ικανός άνθρωπος.

αθέρας (ου) : α. η απείραχτη ακµή του ξυραφιού ή του µαχαιριού, β. το εκλεκτότερο τµήµα ενός είδους, γ. η αφρόκρεµα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο αθήρ, πηγή : ΑΠΘ. άιντι – άιντι (φράση) : α. µε την έκφραση αυτή ο ακροατής µπορεί να εννοήσει οτιδήποτε, καλό ή κακό, για το αναφερόµενο άτοµο : «δγιό λέξεις µούγκι τα σας πω γι’ αυτόν : άιντι – άιντι……», β. αν ειπωθεί «άιντι, άιντι» σηµαίνει = άντε, άφησέ τα. αϊράν’ (η) : α. το ξινόγαλο, β. η αριάνη, γ. πρόβειο γιαούρτι αραιωµένο µε νερό, δ. αραιή διάλυση τσιµέντου για την πλήρωση των τυχόν κενών του κυρίως τσιµέντου, ε. lias : αϊράν ξέρω ότι είναι το νερουλό ξέρασµα κάθε υλικού που συµπιέζεται και συνήθως πετιέται, (όπως το περισσευούµενο νερό από το τσιµέντο, το τυρόγαλο από το τυρί που πήζει κτλ.), στ. Προέλευση : από το τουρκ. ayran, πηγή : ΑΠΘ, ζ. (lias : γιατί όχι από το αήρ;.) αϊρκό (του) : α. το αερικό, β. το φάντασµα. αΐσκιουτους (επίθ.) : α. ο ατρόµητος, β. ο άχαρος, γ. ο άνθρωπος που δεν φοβάται, δ. το άτοµο χωρίς κύρος και σοβαρότητα, ο ανυπόληπτος, ε. (Χ.Χ. = ο άνθρωπος που τριγυρνάει το βράδυ χωρίς να φοβάται το ίσκιουµα). άισµα και άιζµα (του) : α. το φυτό δυόσµος (προέρχεται από το εύοσµος και ηδύοσµος), β. lias : στα κουζιανιώτκα όµως αποδίδεται στο αγίασµα λόγω των ιδιοτήτων που έχει. ακαµπέτ’ : (επιφ.) : α. και µετά ; β. τέλος πάντων, γ. πράγµατι! δ. Προέλευση : από το τουρ. akibet, πηγή : Χ.Χ. άκλουθου (του) : α. ο υµένας που τυλίγει το νεογέννητο ζώο, β. ο υµένας. ακόλλα (η) : α. διπλή κόλλα αναφοράς (πηγή : Νιάνια), β. άριγη κόλλα χαρτιού (πηγή : Χ.Χ.). ακόπχιαστους (ου) : α. ο ακατάδεχτος, β. ο καλεσµένος που δεν έρχεται. ακουµπώ (ρ.) α. αγγίζω κάποιον, β. στηρίζοµαι κάπου, γ. κοντεύω να πετύχω κάτι, δ. "τς ακουµπώ" = πληρώνω τους λογαριασµούς µου. ακουνούντστους (επίθ.) : α. ο ακοινώνητος, β. δες και κουνουστώ*. ακουτώ και κουτώ (ρ.) : α. τολµώ β. αγνοώ, δεν γνωρίζω, γ. παίρνω το θάρρος, δ. Φράση : «τι ακουτάς ισί ρά;» = για τον αδαή, ε. Προέλευση : από το ελνστ. κοτώ = αποτολµώ, πηγή : Δηµητράκος . ακριβαλός (ου) : η γραβάτα ή το παπιγιόν. ακρίσιους (ου) : α. η αλµύρα - ο γάρος των τυριών, β. το τυρόγαλο, γ. Προέλευση : από το µονστ. ακρίζω = µένω εις το άκρον, πηγή : Δηµητράκος. ακρουαλλή και ακραλλί (η) : µεταξωτό ή βελούδινο ύφασµα µε κρόσσια στις τέσσερις γωνίες. αλαµπουρνέζ’κα (τα) : τα ακαταλαβίστικα λόγια, λέξεις κτλ. αλαµπρατσέτα (επίρ.) : α. αγκαζέ, β. µε συνοδεία, γ. Φράση : «τουν πήγαν αλά µπρατσέτα» = τον συνέλαβαν και τον πήγαν στο τµήµα πιάνοντάς τον από τα χέρια δύο άτοµα. αλάν’ (τ’) : α. το αλητόπαιδο, β. ο αλήτης, γ. αλανιάρς (επίθ.) 1. ο αλητόβιος, 2. το άτοµο που προτιµάει την εξωοικογενειακή ζωή. αλαντάµ-παπαντάµ : α. φράση που σηµαίνει το πατροπαράδοτο ( έθιµο, συνήθεια κλπ. ) β. από ανέκαθεν, από απροσδιόριστο χρόνο, γ. πάππου προς πάππον, δ. συν. µπαµπάµ – µπαµπαντάµ. αλαντζιάς (ου) : α. χοντροπλεγµένο και ανθεκτικό ύφασµα. (Προέλευση από το τούρκ. alaca [πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256], β. το ρούχο που έγινε µε αλατζιά, γ. (Δηµητράκος : το βαµβακερό ύφασµα ποικίλων χρωµατιστών ραβδώσεων), δ. (ΑΠΘ : βαµβακερό ύφασµα κατώτερης ποιότητας). αλαντόν’ και λαντόν’ (του) : α. τετράτροχη σκεπαστή ιππήλατος άµαξα για την µεταφορά προσώπων, β. Προέλευση : από το γαλλ. landaux , πηγή : ΙΝΒΑ σελ. 254. αλατζιάκ - βιριτζέκ : (φράση) : α. οι δοσοληψίες, β. το πάρε – δώσε, γ. το αλισβερίσι. αλάφχιασµα (του) : α. η αναστάτωση, β. το τρόµαγµα. αλαφρός (επίθ.) : α. ο ελαφρύς, β. ο χαζός, γ. ο ελαφρόµυαλος, δ. αλαφρά = 1. η επιπόλαιη γυναίκα, 2. η γυναίκα µε εφήµερους έρωτες, ε. Φράσεις : «αλαφρά γιουρτή» = είναι ελαφρόµυαλος, «ζγιάζ’ απ’ τς αλαφρές» = 1. είναι χαζός, 2. κλέβει στο ζύγισµα µε το καντάρι, στ. αλαφρόιδα = ελαφρόµυαλη, ζ. συνώνυµα : µπίµπα, ούρδα, ζντρόµπλα, σιούρδα, σιούκλα, µισίρκου, κτλ. αλιάγας (επίθ.) : α. ο ανεπιθύµητος, β. ο διπρόσωπος, γ. αυτό που λέει πολλά αλλά δεν πρέπει να του δίνεται εµπιστοσύνη.

αλιβράµπουρου (τ’) : α. το αµπάρι για την αποθήκευση του αλευριού, β. (αλεύρι + αµπάρι ). αλιβρίτς (ου) : α. η στοµατίτιδα, β. αρρώστια των δηµητριακών, γ. (lias : τα στελέχη και τα φύλλα του σιταριού παίρνουν ένα λευκό και χνουδωτό άσπρο χρώµα σαν να αλευρώθηκαν). αλιµούρα (η) : α. το πλιάτσικο, β. ή βίαιη αρπαγή, γ. Προέλευση : από το λιµός = µεγάλη πείνα. αλιχτώ (ρ.) : α. φωνάζω, β. ουρλιάζω, γ. γαβγίζω. άλκους (επίθ.) : ο έντονα κόκκινος (ύφασµα, λουλούδι ακόµα και πρόσωπο). άλλ’φουρσ’να : α. αλλοτινά ( Παπασιώπης ). αλµπάντς (ου) : α. ο πεταλωτής β. µετ. ο ατζαµής, ο άπειρος (κουρέας, γιατρός, ράφτης, κτλ.), γ. Προέλευση : από το περσ. nalbant , πηγή : ΑΠΘ. αλµπίµπς (ου) : ο ελαφρόµυαλος, ο χαζός. αλοίφου (ρ.) : α. βάφω, β. ασβεστώνω, γ. απλώνω βούτυρο, µαρµελάδα κλπ. σε µία φέτα ψωµιού, δ. πασαλείφω. άλουγου (του) : α. το παράλογο, β. άλουγους = ο σχιζοφρενής, γ. (lias : δεν υπάρχει άλουγου = άλογο στα Κουζιανιώτκα, τον ίππο, το άλογο δηλαδή, τον λέµε «πράµα»). αλούπου (η) : α. η αλεπού, β. µετ. ο πονηρός. αλόυρα (επίρ.) : α. γύρω – γύρω σε κύκλο, β. ολόγυρα, γ. Φράση : «τουν ίφιρα αλόιρα» = τον τύλιξα, τον κατάφερα, τον έπεισα. αλούρα (επιφών.) : α. όχι σε µένα, β. σε άλλον να τα πεις ή να τα κάνεις, γ. (Φράση στις δηµοτικές εκλογές της δεκαετίας του 1970). αλ’πού και αλούπου (η) : α. η αλεπού, β. πονηρός άνθρωπος, γ. Φράση : «ικατό η αλπού ικατόν δέκα τ’ αλπόπλου» = ο πιτσιρικάς που είναι παντογνώστης ή αντιρισίας. αλπούµι (ρ.) : α. θλίβοµαι, β. λυπούµαι, γ. Φράση : «αλπούµι να του φουρλιάξου» = είναι κρίµα να το πετάξω. αλτιρνώ (ρ.) : επαυξάνω. άλτσους (ου) : α. χοντρή µεταλλική αλυσίδα, β. οι φουσκάλες του κρασιού στο ποτήρι (όταν είναι φρέσκο το κρασί από το βαρέλι φαίνεται να δηµιουργείται αλυσίδα στο τοίχωµα του ποτηριού από τις φυσαλίδες ), γ. Προέλευση : από το βυζ. αλύσιον, πηγή : ΑΠΘ. αλφίτσου (η) : α. η νυφίτσα, β. άνθρωπος µαλαγάνας, γ. ο γλείφτης, δ. η κολακεία, ε. η γαλιφιά, στ. (Χ.Χ. = αυτή που µπαίνει παντού και ξέρει τα πάντα, η πονηρή). (τς) άλφουρας (επίρ.) : α. πριν λίγο καιρό, β. τις προάλλες. αµακατζής (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. αµάκα (επίρ.) = τζάµπα, γ. Προέλευση : από το βενετ. a maca = µε έξοδα άλλου, πηγή : ΑΠΘ. αµανάτ´ : (του) : α. το ενέχυρο, β. το λάφυρο, γ. η εγγύηση, δ. η παρακαταθήκη, ε. µετ. το γεροντοπαλίκαρο ή η γεροντοκόρη, στ. Προέλευση : από το αράβ. emanet = αντικείµενο για φύλαξη πηγή : ΑΠΘ. αµάρ’ (τ’) : α. η εταζέρα, β. το ράφι αλλά και το συρτάρι της ντουλάπας. αµαρκάλτστους (επίθ.) : α. το ζώο που δεν γονιµοποιήθηκε (δες µαρκάλα*), β. µετ. ο άνθρωπος που δεν έχει κάνει ακόµη sex. αµίκους (επίθ.) : ο έντονα µελαχρινός (lias : οι νέγροι που πολεµούσαν µαζί µε τους Γάλλους κατά τον Α´ Παγκόσµιο Πόλεµο). αµπάδις : (οι) …… αµπάρ’ (τ’) : α. αποθηκευτικός χώρος για τα γεννήµατα (και ιδίως του σιταριού) µέσα στο σπίτι που είχε ένα συρταρωτό πορτάκι στο κάτω µέρος τους για την εξαγωγή της απαιτούµενης ποσότητας, β. (τουρ. ambar, πηγή : ΑΠΘ ). αµπάρα (η) : α. χοντρό κοµµάτι ξύλου ή σίδερου που ασφαλίζει από το εσωτερικό µέρος την εξώπορτα του σπιτιού, β. αµπαρώνουµι (ρ.) = καταφεύγω και ασφαλίζοµαι µέσα στο σπίτι µου, γ. αµπάρουµα (του) = το ερµητικό κλείσιµο, το σφράγισµα, δ. Προέλευση : από το ιταλ. barra, πηγή : ΑΠΘ. αµπάρζα (επίρ.) α. ψάχνω παντού χωρίς διάκριση, β. το παιδικό παιχνίδι «σκλαβάκια», γ. παίρνω σβάρνα, δ. Φράση (στο παιδικό παιχνίδι κρυφτούλι) : «φτού! πέρνου αµπάρζα κι

βγένου», ε. Προέλευση : από το αλβ. ambares, πηγή : ΑΠΘ. αµπασκάλ’ : (επίρ.) : α. παραµάσχαλα, β. στον κόρφο. αµπόλιασµα (τ’) : α. ο εµβολιασµός β. µετ. ο αρραβώνας. (πηγή : Νιάνια), γ. αµπόλ’ = µετ. το κολλητήρι, ο άνθρωπος που δεν µπορείς να απαλλαγείς απ´ αυτόν, δ. Προέλευση : από το ελνστ. εµβόλιον, πηγή : ΑΠΘ. άµπουρους (ου) : α. ο αχνός του φαγητού, β. ο υδρατµός, γ. η οµίχλη. άµπουχµα και άµπουγµα (του) α. το σπρώξιµο, β. το παράτηµα, γ. ο παραµερισµός, δ. Φράση : «τι τ’ αµπώχς ικί;» = γιατί τα παραπετάς;, ε. αµπόχνου (ρ.) = 1. σπρώχνω, 2. απωθώ, στ. Προέλευση : από το αµπώνω, πηγή : Δηµητράκος. αµπράσκους : (επίθ.) : α. ο ασχηµάνθρωπος, β. ο ψηλός και άχαρος άνθρωπος. αµπρέ (επιφ.) : α. σιγά πού …, β. µωρέ, γ. βρε. αµσίσκα : (ρ.) : α. βαρέθηκα, β. σιχάθηκα, γ. σε µίσησα µε την συµπεριφορά σου (Γ. Παφίλης), δ. Προέλευση : από το µισώ, πηγή : Π.Λ.Μπ.. ανάβαλµα (του) : α. η συκοφαντία, β. η διαβολή. αναβουδίζου (ρ.) : στερεώνω το στηµόνι στον αργαλειό. αναγκαίου (τ’) : α. το αποχωρητήριο, β. το καµπινέ (Παπασιώπης), γ. συνών. ου χαλές, ου απόπατους, του µέρους, ου απουτέτχιους. ανακούκουρα (επίρ.) : α. στηρίζοµαι στα γόνατά µου, σταυροπόδι, β. σχεδόν οκλαδόν, γ. κάθοµαι στα γόνατα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. κλωκυδά<αρχ. οκλαδόν, πηγή : ΑΠΘ. ανάλαγους (επίθ.) : α. ο ντυµένος µε πρόχειρα, καθηµερινά ρούχα και δεν µπορεί να επισκεφτεί κάποιον. αναλύσ’ (η) : α. η ρευστοποίηση στερεών (βουτύρου, κεριού, χιονιού κτλ.) µε θερµότητα, β. το λιώσιµο, γ. το διάλυµα (Νινιά), δ. αναλνώ (ρ.) = λυώνω, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αναλύω, πηγή : ΑΠΘ. αναµµένους (επίθ.) : α. κατακόκκινος από το ζόρι, β. νευριασµένος (φράση : «αναµµένους φούρνους» = άνθρωπος έτοιµος να εκραγεί), γ. αναµούρα (η) = 1. έξαψη, 2. έντονος ερωτικός πόθος, δ. Προέλευση: από το ελνστ. άναµµα = µάζα φωτιάς, πηγή : ΑΠΘ. ανακατουµένις (οι) : α. το µπερντάχι, β. το ξυλοφόρτωµα µε όλων των ειδών τα χτυπήµατα (κ λ ωτσιές , µπουν ιές , σφαλ ιάρες , κ εφαλ ιές κ τλ .), γ . Φράση : «άµα ‘ρχινίσου τς ’ ανακατουµένις…» = απειλή. ανανσ´’ζ : (επίρ.) : αναπάντεχα, (ο τόνος στο σίγµα!). ανασάτ’ (τ’) : α. η αναφορά, β. η απόδοση λογαριασµού, γ. η απολογία, δ, η επεξήγηση, ε. Φράση : «σιγά µην τουν δώσου ανασάτ’» = σιγά που θα του δώσω λογαριασµό για ό,τι κάνω. ανασκούµπτζµα και ανασκούµπουµα (του) : α. µαζεύω τα µανίκια και πιάνω δουλειά µε νερό (πλύσιµο πιάτων, ρούχων κτλ.), β. δραστηριοποιούµε για κάποια δουλειά, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ανακοµπώ (ανά+κόµπος), πηγή : ΑΠΘ. ανασκυρνώ (ρ.) : α. συµµαζεύω, β. ευπρεπίζω, γ. συγυρίζω, δ. διευθετώ, ε. τακτοποιώ, στ. ανασκίρσµα (του) = 1. η περιποίηση του σπιτιού, 2. το συµµάζεµα των κλινοσκεπασµάτων, ρούχων κλπ., 3. η τακτοποίηση, ζ. Προέλευση : από το ανά+γύρος , πηγή : Δηµητράκος. αναστόµζµα (του) : α. η ανταπάντηση, β. η αντίρρηση, γ. το άνοιγµα τρύπας (στοµίου), δ. Προέλευση : από το ελνστ. αναστόµωσις = έξοδος, πηγή : ΑΠΘ. ανιβατό (του) : α. είδος κρεµώδους τυριού, το τουλουµοτύρι (lias : το ονόµαζαν έτσι διότι το κρεµούσαν σε κλαδιά δέντρων για να στραγγίσει), β. είδος πλέξης κεντήµατος. ανιµίδα (η) : το µουστάκι και τα ψιλά περιβλήµατα του σιταριού που τα παίρνει ο αέρας κατά τον αλωνισµό. ανιµουδούρα (η) : α. η εργασία στην ανέµη, β. άστατος καιρός, ανεµοστρόβιλος, γ. άστατος χαρακτήρας, δ. φουριόζος, ε. Προέλευση : από το άνεµος+δέρνω , πηγή : ΑΠΘ. ανιµουπύρουµα (τ’) : ο ερισύπελος, είδος δερµατοπάθειας. άνιµους (επιφών.) : α. λέξη (που αποδίδεται σε παλιό, όχι Κοζανιώτη, ταχυδροµικό υπάλληλο) και λέγεται όταν θέλουµε να διώξουµε κάτι ή κάποιον, β. να το πάρει ο αέρας. ανιµουσούρ’ (τ’) : α. σωρός σκουπιδιών, πεσµένων φύλλων κλπ. που προήλθε από το φύσηµα του αέρα, ο ανεµοστρόβιλος, β. λοφίσκος χιονιού που δηµιουργήθηκε µε τον αέρα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ανεµόσουρις, πηγή : ΑΠΘ.

ανκώ : (ρ.) νικώ, (πηγή : Βασίλης Φόρης ). αντάµα (επίρ.) : α. µαζί, β. αντάµουµα (του) = 1. η συνάντηση, 2. η συγκέντρωση φίλων, 3. η συνάθροιση, δ. Φράση : «δεν άφκιν τα δγιό αντάµα» = τα ανακάτεψε όλα, δεν άφησε τίποτε όρθιο, ε. Προέλευση : από την ελνστ. φράση εν τω άµα, πηγή : ΑΠΘ. αντάρα (η) : α. πυκνή καταχνιά, β. ο θυµός, το νευρίασµα, γ. η συννεφιά, δ. η φούρια, ε. ανταριασµένος (επίθ.) = ο φουρκισµένος, στ. ανταριάζουµι (ρ.) = θυµώνω, ζ. Φράση : «έχου µνιάν αντάρα…» = 1. έχω πολύ δουλειά που πρέπει να τελειώσει γρήγορα, 2. έχω πολλά νεύρα, η. Προέλευση : από το αρχαίο αναταράσσω, πηγή : ΑΠΘ. αντέτ’ (τ’). η συνήθεια, β. το πρέπον, γ. το έθιµο, δ. Φράσεις : «κοίτα µην σ’ απουµείν αντέτ» = πρόσεξε µη σου µείνει κακή συνήθεια, «έκαµιν όλα τ’ αντέτια» = τήρησε όλα τα έθιµα, ε. Προέλευση : από τον αρχαίο τύπο δέοντα, πηγή : ΑΠΘ. αντζιάκ' : α. (;) δεν γνωρίζω τι σηµαίνει. Το βρήκα στο ΙΝΒΑ, σελ. 256 και έχει προέλευση το τουρκικό ancak β. επί του πιεστηρίου (Καραντάνας) = 1. δεν φτάνει, 2. δεν υπάρχει, γ. Φράση στα τούρκικα : «αντζιάκ αϊράν, αϊράν ουσού». αντηριούµι (ρ.) : α. ντρέποµαι, β. ψάχνοµαι, γ. αναρωτιέµαι, δ. διστάζω, ε. κοιτάζω γύρω γύρω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο εντηρώ, πηγή : Π.Λ.Μπ. αντί (τ’) : α. γερό και µακρύ στρογγυλό ξύλινο εξάρτηµα του αργαλειού για το τύλιγµα του υφάσµατος, β. Φράση : «Θέλτς µι τ’ αντί» = θες γερό ξύλο, γ. Προέλευση : από το αρχαίο αντίον, πηγή : ΑΠΘ. αντίµα (του) : α. η ψίχα του καρπού (καρυδιού, κολοκυθόσπορου, κάστανου, σιταριού κτλ.), β. το κάστανο έχει απ’ έξω τη φλούδα (πέτσα*) και ο καρπός του περιβάλλεται από ένα χνουδωτό περιτύλιγµα το αντίµα, γ. Προέλευση : από το αρχαίο ένδυµα = ο φλοιός του καρπού που ξεφλουδίζεται. αντιρί (τ’) : α. µακρύ ανδρικό επανωφόρι, β. δες παράρτηµα αντρική φορεσιά*, γ. χιτώνας ποδήρης, ένδυµα αντρών (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το τουρκ. anteri<αραβ. entari, πηγή : ΑΠΘ. αντράλα (η) : α. η ζαλάδα, β. η σκοτοδίνη, γ. αντραλίζουµι (ρ.) = ζαλίζοµαι, δ. Προέλευση : από το µονστ. αντραλεύω, πηγή Δηµητράκος, ε. συνών. : θουλούρα, ντουβουρλίγκα. αντράδιρφους (ου) : ο κουνιάδος, (από το άντρας + αδελφός). αντρέινιους (επίθ.) : α. ο ισχυρογνώµων, β. ο κουτσουρένιος, γ. ο τραχύς δ. Φράση : «αντρέινιου κούτσουρου» = αυτός που δεν καταλαβαίνει µε τίποτα, ε. Προέλευση : από το δρύς. στ. άντσα και άντζα (η) : α. τα σφαιρικά γυναικεία µόρια (στήθη, πισινός, γόνατα), β. Φράση : «σφίξ να φαντάξν oι άντσις» = τόνισε το µπούστο σου για να δείξεις πως µεγάλωσες, γ. Προέλευση : από το αρχαίο άντυξ = κυκλικό τµήµα, πηγή : Δηµητράκος. αξάµουµα (του) : α. το πονηρό χάδι σε γυναίκες, β. το χάιδεµα µε τα χέρια, το χούφτωµα γ. το πασπάτεµα, δ. το ξάφρισµα ξένου ταµείου, ε. αξαµώνου (ρ.) 1. απλώνω χέρι, 2. βάζω χέρι (πονηρά), στ. Προέλευση : (από το ιταλ. examinare, ΙΝΒΑ, σελ 253), ζ. lias : από το αρχ. ρήµα αξαµώ, πηγή : Π.Λ Μπ. άξιφου (του) : σκόνη για την παρασκευή καλλυντικών προσώπου αξούγκ’ (τ’) : α. το λίπος των ζώων που συνήθως πετιέται, β. το ξύγκι, γ. Φράση (υποτιµητική για γέρο άνθρωπο) : «όλ’ αξούγκια είν’ αυτός», γ. Προέλευση : από το αρχαίο οξύγγιον, πηγή : ΑΠΘ . άξουνους (επιφ.) : α. άκουσε και µη µιλάς, β. σκασµός!, γ. (Χ.Χ. : άξι κι ξινός = µας κούρασε µε το πολύ µίληµα). αξυάλ’ (η): α. είδος βουκέντρας και ξύστρου, β. Φράση : «έδραξα τ’ αξιάλ'», γ. Προέλευση : από το αρχ. ξυάλιον, πηγή : Δηµητράκος, δ. µακρύ λυγισµένο ξύλο για να οδηγούν τα ζευγµένα ζώα, ε. (σηµ. lias : 1. ξυήλη = κυρτό µαχαίρι για ξύσιµο, 2. τρόπος υπολογισµού της ώρας µε τη σκιά της βουκέντρας). αόκνιτους (επίθ) : α. ο ακούραστος, β. αυτός που δεν βαριέται, γ. ο ασταµάτητος, δ. αυτός που έχει µεγάλο ζήλο, ε. Προέλευση : από το αρχ. άοκνος = ζηλωτής, πηγή : ΑΠΘ. αόρστους (επίθ.) : α. ο απρόθυµος, β. το άτοµο που δεν δέχεται διαταγές. άου ! : επιφώνηµα µεγάλης (και δυσάρεστης, συνήθως θλιβερής) έκπληξης που επιτείνεται µε το χτύπηµα των χεριών στους µηρούς. αούτους (επίθ.) : α. το άτοµο ποντιακής καταγωγής , β. αουτλάρ’ (τ’) = ο φανατικός Πόντιος (lias : το έλεγαν οι Κοζανιώτες επιτιµητικά για τους πρόσφυγες της Μαύρης Θάλασσας διότι µίλαγαν ακαταλαβίστικα ελληνικά), γ. ( lias : αούτους κυριολεκτώντας σηµαίνει «αυτός». Οι

Πόντιοι πρόφεραν τις λέξεις µε την Αρχαία Ελληνική προφορά και έτσι το αυτός ήταν γι αυτούς αουτός, τεµός, τεµόν κτλ. Γι αυτό και οι Πόντιοι έπαιρναν άριστα στα Αρχαία ενώ στα Νέα τα έβρισκαν µπαστούνια!). απανσούιζ’ς (επίθ.) : α. ο βιαστικός (που κάνει µία δουλειά µε το έτσι θέλω χωρίς να εξετάσει τις συνέπειες), β. ο προτρέχων, γ. ο ξαφνικός, δ. ο αφασιακός, ε. Προέλευση : από το τουρκικό apaniz, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, /// Χ.Χ. apansiz. απαντές : (οι) : α. (στον πληθυντικό) : συνεχόµενες, απανωτές και γρήγορες σφαλιάρες, γροθιές, κλωτσιές κλπ. β. Φράση : «άµα ’ρχινίσου τς απαντές !». απαπχάτ’ : (επίρ.) : από κάτω. τ’ απίπκα : ανάσκελα. απκάζου : (ρ.) : α. συµπεραίνω, β. κατανοώ, γ. καταλαβαίνω, αντιλαµβάνοµαι, δ. µαθαίνω, ε. γνωρίζω, στ. εννοώ, ζ. Προέλευση : από το απεικάζω, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 250. απλάς (ου) : α. χάλκινος ρηχός και διακοσµηµένος δίσκος σερβιρίσµατος, β. (Παπασιώπης : απλάδα (η) = δίσκος κεράσµατος ). άπλουµα (τ’) : α. το κρέµασµα της µπουγάδας στο σκοινί, β. µετ. η αγγαρεία της µπουγάδας, γ. η ξάπλα, δ. η καταπάτηση και ιδιοποίηση µέρους του γειτονικού χωραφιού, ε. Φράση : «όι… άπλουµα κι αυτός!…» = για τον καταπατητή ιδίως χωραφιών. απλόχιρου (τ’) : α. ποσότητα που µπορεί να χωρέσει σε δύο ενωµένες χούφτες, β. η ανοιχτή παλάµη. απόϊρας (ου) : α. τα ορµητικά νερά της βροχής που παρασέρνουν χώµατα, πέτρες ακόµα και καρέκλες όταν είναι πολλά, β. µετ. ο χειµαρρώδης άνθρωπος. απόλτσµα (τ’) : α. το σχόλασµα, β. το αποτελείωµα, γ. το διώξιµο από τη δουλειά. απόλυσ’ : (η) : το τέλος του εκκλησιασµού. απόµνα (ρ. αόρ.) : α . έµεινα ανύπαντρος, β. έµεινα άφραγκος, γ. δεν έχω (ξύλα, τσιγάρα, βενζίνη κτλ ), δ. απουµνάρ’ (τ’) = το υπόλειµµα. απόπατους (ου) : α. το αποχωρητήριο, β. το αφοδευτήριο, γ. συνών. χαλές, αναγκαίους κτλ. απόριγµα (τ’) : α. το έµβρυο του ανεπιθύµητου µωρού που αποβλήθηκε, β. µεταφ. ο τιποτένιος άνθρωπος, γ. ο κοντοκαµωµένος. απόσκιπα (τ’) : α. σκιερά µέρη, β. µυστικά λόγια – λόγια µεταξύ εµπίστων. απουγίρζµα (τ’) : ανταπόδοση, (δες : Ηλιαδέλη : «η χαρά»). απουθαρρός και απόθαρους (ου) : α. απογοήτευση, β. η απελπισία, γ. Προέλευση : από το από + θάρρος και όχι από το ελνστ. αποθαρρύνω = αποθρασύνοµαι, πηγή : ΑΠΘ. Απουκρά : (η) : α. η Κυριακή της Τυρινής, β. απουκρές (οι) = το δωδεκαήµερο από την Τσικνοπέµπτη ως και την Καθαρά Δευτέρα, γ. απουκρέβου (ρ.) = νηστεύω ιδίως από κρέας, απέχω από το κρέας. απουκρένουµι : (ρ.) : α. απαντώ, β. ανταποκρίνοµαι. απουλνώ (ρ.) : α. αφήνω, β. ξαµολάω (περιστέρια, παµπόρια, πουρδές, του ζνάρ’ κτλ.), γ. Φράσεις : «απόλνα ράµµα» = µη διστάζεις (να κάνεις, να πεις κλπ), «απόλκα τα µπλάρια» = έκανα εµετό. απόυρας : (ου) : α. ορµητικά βρόχινα νερά στο δρόµο, β. τα απόνερα, γ. Φράση : «Όϊ απόϊρας!» = φουριόζος ή οξύθυµος άνθρωπος, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. απορρέω, πηγή : Χ.Χ. απουράστ’ : (επίρ.) : α. βολικά, β. εύκολα, γ. Προέλευση :από το αρχαίο ράδιον, πηγή : Δηµητράκος. απουσταµός (ου) : α. η κούραση, β. απουσταίνου (ρ.) = κουράζοµαι, γ. Προέλευση : από τον αρχαίο τύπο αφίστηµι, πηγή : Δηµητράκος : αφ-ίστηµι, παρατ. αφίστην, µέλλ. αποστήσω, αόρ. α ´ απέστησα, µέσ. ενεστ. αφίσταµαι, παρατ. αφιστάµην, µέλλ. αποστήσοµαι, αόρ. α´ απεστησάµην, αόρ. β´ απέστην, (υποτ. αποστώ και συνεχίζει σ. 277 ). απουτέτχιους (επίθ.) : (lias : εδώ µπορούµε να εννοήσουµε οποιοδήποτε ουσιαστικό ή επίθετο θέλουµε και δεν επιθυµούµε να το εκστοµίσουµε είτε από ντροπή είτε από άγνοια. Όπως λέγοντας «µαραφέτ» εννοούµε κάθε εργαλείο έτσι και µε το «απουτέτχιους» µπορούµε να εννοήσουµε τον κίναιδο, το πέος, τον λωποδύτη και πάει λέγοντας), β. (η γιαγιά µου απουτέτχιου εννοούσε το αποχωρητήριο). απχάτ’ και ουπχάτ’ και απαπχάτ’ (επίρ.) : α. από κάτω, β. κάτω από (το ντιβάνι, το τραπέζι,

την καρέκλα, το πάπλωµα κτλ.), γ. Προέλευση : από το συνθ. από+κάτω. αρά (επίρ.) : α. αραιά, β. ρα! (βρε, προσφώνηση σε άνδρες), γ. Φράση : «αρά κι πού» = στη χάση και στη φέξη. αραβάντς (ου) : α. ο µεταφορέας, β. ο γρήγορος αχθοφόρος, γ. ο τριποδισµός του αλόγου, δ. Φράση : «ντάχτ’ τ’ αραβάν’» = κάνε γρήγορα, µε γρήγορο τρέξιµο, ε. Προέλευση : από το τουρκικό rahvan, revan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. αράδα (η) : α. η σειρά, β. η σειρά αναµονής, γ. (ως επιρ.) = συνεχώς, δ. Φράσεις : «αράδα συλουγιούµι» = 1. συνεχώς αναρωτιέµαι, 2. συνέχεια θυµάµαι, «µη τουν πέρς αράδα» = µην τον υπολογίζεις, «δεν τουν πέρς αράδα» = δεν µπορείς να συνεννοηθείς µαζί του κτλ., ε. (lias : τα καράβια που περιµένουν να ξεφορτώσουν έξω από το λιµάνι είναι «άροδο» = σε αναµονή). αράδιασµα (του) : α. η ταξινόµηση, β. η λεπτοµερής και κουραστική αφήγηση ασήµαντων ή και ανύπαρκτων γεγονότων, γ. η παράταξη. αραδώ (ρ.) : α. ψάχνω προσεκτικά και µε τάξη, β. ερευνώ, γ. αραδίζου (ρ.) = ψαχουλεύω τα ρούχα. αραθµούµι : (ρ.) : α. νοσταλγώ, β. αραθίµσα = α. πεθύµησα έντονα κάτι, γ. θυµήθηκα. αράθµους (επίθ.) : α. ο τεµπέλης, β. ο ράθυµος, γ. ο κακότροπος, δ. ο παλιοχαρακτήρας. αραλίκ’ (τ’) : α. το µπαλκόνι (στεγασµένος ανοιχτός χώρος στα παλιά σπίτια), β. το χουζούρι, γ. η τεµπελιά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. aralik = διακοπή – παύση, πηγή : ΑΠΘ # Δηµητράκος λέει αραλίκι = ευρυχωρία, άπλα. αρβανίκους (ου) : α. το φρέαρ των αρχαίων, β. το πηγάδι, γ. Προέλευση : από το ελνστ. αναβρύω, πηγή : ΑΠΘ και Παπασιώπης. αργαλιά (τα) : το εργαστήριο των γυναικών όπου γινόταν η επεξεργασία του µαλλιού και η ύφανσή του. Στον πληθυντικό γιατί συνήθως υπήρχε και δεύτερος αργαλειός στο σπίτι. άργανα (τ’) : α. η ορχήστρα των πνευστών µε το νταούλι κυρίως (lias : σύγκριση µε τα «κλαρίνα», τα «ιβγιλιά», τα «χάλκινα», τους «ζουρνάδες» και τα «νταούλια»), β. µετ. τα ανδρικά γεννητικά όργανα, γ. Φράση : «άργανου να γέντς!» = να πάθεις µεγάλη ζηµιά (σαν να σε χτυπούν όπως το νταούλι). άργασµα (του) : α. η ζύµωση και ωρίµανση (π.χ. του αλευριού, του ψωµιού κτλ.), β. η επεξεργασία µε τα χέρια, γ. άργαστους (επίθ.) = 1. ο ανώριµος, 2. ο ακατέργαστος, δ. αργασµένους (επίθ.) = 1. ο ώριµος, 2. ο κατεργασµένος, ε. Προέλευση : από το αρχαίο οργάζω, πηγή : ΑΠΘ. αριάν’ : δες αϊράν’. αρίδα (η) : α. χειροκίνητο τρυπάνι, β. εργαλείο για την εξαγωγή κοµµατιού κολοκύθας σε πλέγµα για την παρασκευή γλυκού του κουταλιού (κουλουκθάτου), γ. η γάµπα, δ. η ωραία κορµοστασιά, το µπόι, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αρίς, πηγή ΑΠΘ. Αρίνταγας (ου) : α. η θάλασσα της Κοζάνης! β. βρίσκεται ΒΔ της πόλης και εκτείνεται από το "ίσιωµα" του Αηλιά, ως το "Σµάθκου" και γειτονεύει µε το "Σιώπατου". αρίτσιους (ου) : α. ο σκαντζόχειρος, β. µετ. ο έχων σκληρά µαλλιά και δεν χτενίζονται, γ. δεικτικό πειραχτήρι, δ. αρίτσιουµα (του) = ο µεγάλος θυµός, ε. αριτσιώνουµι (ρ.) = εξαγριώνοµαι, στ. Προέλευση : από το λατιν. : ericeus, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253. άρκλα (η) : α. το σεντούκι, β. η κασέλα, γ. χώρος φύλαξης του ψωµιού. αρµάζου (ρ.) : α. κερδίζω σε τυχερό παιχνίδι χρήµατα κυρίως, β. Προέλευση : από το ρηµάζω ή το αρπάζω, πηγή : Βασ. Φόρης . αρµιά (η) : α. λάχανο τουρσί, ειδικά παρασκευασµένο, για τα Χριστουγεννιάτικα γιαπράκια, (lias : παρασκευάζεται µε κραµβολάχανα (όχι άλλη ποικιλία) σε αλατόνερο όπου προστίθενται ρεβίθια, χυµός λεµονιού και ανακατεύεται καθηµερινά επί σαράντα µέρες (από τη γιορτή του Αγίου Φίλιππα στις 17 Νοεµβρίου µέχρι τις παραµονές των Χριστουγέννων), β. Φράση υποτιµητική : «ιού χουνιµέν’ αρµιά» = για τον άνθρωπο χωρίς αξία, γ. Προέλευση : από το αρχαίο άλµη>µσν. άρµη, πηγή : ΑΠΘ. αρµόζµους (ου) : α. το ζουµί της αρµιάς, β. ο «αέρας» του σχοινιού του χαρταετού. αρναυούτους (επίθ.) : α. ο πεισµατάρης, β. ο άξεστος, γ. Αρβανίτης. αρνέκ’ (τ’) : α. δείγµα γυναικείου εργόχειρου, β. υπόδειγµα εργόχειρου για αντιγραφή (ιδίως στα τσιγκελωτά), γ. Προέλευση : από το τουρ. φrnek = δείγµα, πηγή : Χ.Χ. αρρουστκό (τ’) : α. προσφορά φρούτων ή γλυκών σε άρρωστο, β. Φράση : «ίφιρις κάνα αρουσκό;» = ειρωνική έκφραση σε τρακαδόρο, τσαµπατζή.

άρς (επιφών.) : α. φύγε, β. εµπρός, γ. Φράση : «άρς – µάρς» = εµπρός! φύγε αµέσως. αρτιρµάς και αρτµάς (ου) : α. άλµα εις µήκος ( Παπασιώπης ), β. lias : ήταν παιχνίδι που πηδούσαν τα παιδιά άλµα εις µήκος ή άλµα τριπλούν χωρίς να παίρνουν φόρα. αρτιρνώ (ρ.) : α. επαυξάνω, β. περισσεύω, γ. εξοικονοµώ, δ. Προέλευση : από το µνστ. άρτιος = πλήρης, πηγή : Δηµητράκος, ε. Φράση : «µουνό δεν φτάν’!, ζυγό αρτιρνάει». αρτµάς (ου) : α. το περίσσευµα της διανοµής (που έµεινε άρτιο, δηλ. ολόκληρο και προορίζεται για εµάς ). αρχάνου (ρ.) : δροσίζοµαι. αρχιδουκρέµασ’ (η) : α. ειρ. έως υβρ. άχρηστος και ανίκανος άνθρωπος για εργασία, β. ο γέρος που «κατέθεσε» τα γενετήσια όπλα, γ. η κήλη (ασθένεια). αρχότ’ (τ’) : α. το δροσερό φύσηµα του αέρα, β. η δροσιά. ασιγούριφτους (επίθ) : α. ο ανήσυχος, β. ο τελειοµανής, που ψάχνει και την παραµικρή λεπτοµέρεια, γ. αεικίνητος που δεν εννοεί να καθίσει ήρεµος έστω και για λίγο, δ. ο ανασφαλής. ασισκλέτστους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν χολοσκάει, β. ο άνθρωπος που δεν νοιάζεται εύκολα. άσκαστους (επίθ.) : ο ανέµελος, αυτός που δεν αγχώνεται. ασιούρστους (επίθ.) : α. ο άπειρος, β. ο αφελής, γ. Φράση : «ασιούρστου πλί» = το άπειρο µικρό παιδί, δ. (Μαλούτας : πουλί που δεν κελάηδησε ακόµη, νεοσσός), ε. Προέλευση : από το ελνστ. συρίζω, πηγή: ΑΠΘ. ασκένουµι (ρ.) : α. σιχαίνοµαι, β. απεχθάνοµαι, γ. Προέλευση : από το ελνστ. σικχαίνω, πηγή : ΑΠΘ. άσκουλτσούν τσιβιρινέ : α. φράση επιδοκιµασίας : µπράβο λεβέντη µου!, β. µπράβο για την επιτυχία σου παλικάρι µου!, γ. συγχαρητήρια! ασλάντς (ου) : α. ο µάγκας, β. το παλικάρι (όχι ο νταής), γ. ο ατρόµητος, δ. το λιοντάρι (Δηµητράκος), ε. Προέλευση : από το τουρκικό aslan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. ασµπόρ’στους : α. ο αµίλητος, β. ο ανίκανος, γ. ο αχαΐρευτος, δ. ο άβουλος, ε. ο ακοινώνητος, στ. (Προέλευση : από το σλ. Βουλ. svor, από το σερβ. κροατ. zbor, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 254 ). άσουτους (επίθ.) : α. ο ανεξάντλητος, β. ο σπάταλος, γ. Φράσεις : «είνι άσουτους άσουτους» = άνθρωπος που σπαταλά συνέχεια (ατελείωτος άσωτος), «πίν’ ( ή ρίχν’ ) άσουτις» = για µεγάλο πότη. άσπρα (τα) : α. βυζαντινά και τούρκικα νοµίσµατα µικρής αξίας. άστι (ρ. µόνο σε β´ πρόσωπο προστακτικής) : α. πάµε, β. ορίστε, γ. ελάτε, δ. άντε, ε. Φράσεις : «άστι να σας φλέψουµι» = ορίστε να σας φιλέψουµε, «άστι να πααίνουµι» = εµπρός να πάµε, «άστι στα Σιέρβγια» = πάµε στα Σέρβια, στ. Προέλευση : από το ίστηµι, πηγή : Δηµητράκος. αστουχώ (ρ.) : α. ξεχνώ, β. αστουχµένους και ξιαστουχµένους (επίθ.) = 1. ο αφηρηµένος, 2. ο ξεχασιάρης, γ. αστουχνώ = πάσχω από άνοια, δ. δεν βρίσκω στόχο, ε. (από το ξεχνώ). αστράφτου (ρ.) : α. λάµπω ολόκληρος, β. γυαλίζω τα ασηµικά, υαλικά κλπ. που µοιάζουν µε καινούρια, γ. χαστουκίζω µε δύναµη κάποιον αναπάντεχα. αστρέχα (ρ.) : α. υδρορροή, β. το αυλάκι που σχηµατίζεται µε τα νερά της βροχής που πέφτουν από τα κεραµίδια, (σηµ. lias: προσωπικό βίωµα = παλαιότερα χωροθετούσαν τα όρια του οικοπέδου του σπιτιού), γ. το γείσο των κεραµιδιών όπου συγκεντρώνονται τα νερά για να καταλήξουν στο λούκι, δ. Προέλευση : από το σύνθετο ας+τρέχει. ασφίρστους (επίθ) : α. ο άξεστος, β. αυτός που δεν έχει καλούς τρόπους, γ. αυτός που δεν χαµπαρίζει τίποτα, δ. ο αδέξιος, ε. ο χοντροκοµµένος, στ. ο άψητος στη ζωή, ζ. ο ακοινώνητος. ατζέµ’ (επίθ.) : α. περσικός, , β. (Μαλούτας : ατζέµ’ πιλάφ’ = πιλάφι µαγειρεµένο µε την περσική συνταγή), γ. (lias : ατζέµ πιλάφ το λένε οι άσχετοι. Οι Κοζανιώτες λένε το ηχηρότατο τζιάµ πλιάφ’ * και είναι γλυκό πιλάφι µε καβουρντισµένο φιδέ , που πρόσφεραν στις λεχώνες παλαιότερα), δ. Προέλευση : από το τουρκ. acem = περσικός, πηγή : ΑΠΘ. ατσιούµπστους (επίθ.) : α. ο απείραχτος, β. ο παρθένος, γ. Φράση : «ατσιούµπστου σταφύλ’». ατσούµπαλους (επίθ.) : α. ο αδέξιος και ζηµιάρης, β. ο ασουλούπωτος, γ. ο απεριποίητος, δ. Προέλευση: από το ελνστ. σιπαλός = άµορφος, πηγή : ΑΠΘ.

αφαλός και νουφαλός (ου) : α. ο οµφαλός, β. µεταφ. το κέντρο της πίτας, του κιχιού ή της µπουγάτσιας (µεγάλο στρόγγυλο ψωµί) κτλ. (lias : θεωρούνταν το εκλεκτότερο µέρος). αφέντς (ου) : α. ο παπάς, β. το αφεντικό, γ. ο έχων το πρόσταγµα λόγω πείρας, ηλικίας ή αξιώµατος, δ. ο µεγαλύτερος άνδρας στην οικογένεια (ο παππούς ή ο µπαµπάς), ε. Προέλευση : από το αρχ. αυθέντης = ο εξουσιάζων. αφιόν’ (του) : α. το όπιο, β. (Παπασιώπης : το ναρκωτικό, κάθε τι που φέρνει νάρκη : όπιο, µάκους κτλ.), γ. µετ. τα πολύ άγουρα φρούτα (κορόµηλα, µήλα, αχλάδια κτλ. που είναι πολύ ξινά και στυφά αν τα φας άγουρα). άφιρτους : (επίθ.) : α. ακοινώνητος, β. άνθρωπος χωρίς τρόπους, γ. ο αγενής. άφκέµι : (σύνθ. λ.) : α. άσε µε στην ησυχία µου, β. ελευθέρωσέ µε (σε χωροφύλακα), γ. απάλλαξέ µε. αφκρούµι (ρ.) : α. κρυφακούω, β. στήνω αυτί, γ. αφκράζουµι (ρ.) = κάνω ησυχία για να ακούσω καλά κάποιο θόρυβο, δ. αφκριέτι (ρ.) = µετ. πηδιέται (ο κίναιδος), ε. Φράσεις : «αφκριέτι του χώµα» = στήνει αυτί στο χώµα και λόγω στάσης προβάλει τα οπίσθια προκαλώντας να γα**θεί, «αφκριέτι τουν κάτ’ τουν κόσµουν» = είναι ετοιµοθάνατος, στ. Προέλευση : από το ελνστ. αφουκράζοµαι, πηγή : Δηµητράκος. αφουκάλτστους (επίθ.) : α. ο ακάθαρτος χώρος, β. ο χώρος που δεν σκουπίστηκε. αφρά (η) : α. ο αφρός, β. η εκλεκτότερη ποσότητα ενός πράγµατος, γ. το σύνολο των φυσαλίδων βράζοντος ή ζηµώµενου υγρού (ο αφρός απ' το κρέας, το γάλα κλπ.), δ. η κορυφή, η «πέτσα» του παραδοσιακού γιαουρτιού, ε. πηχτό και µε φουσκάλες σάλιο, στ. άφρισιν (ρ.) = έσκασε από το κακό του, ζ. αφρατεύου (ρ.) = χτυπώ κάτι για να γίνει αφράτο (π.χ. τα αυγά), η. αφράτους (επίθ.) = ο παχουλός, θ. Προέλευση : από το αρχαίο αφρός, πηγή : ΑΠΘ. αφτός (αντων.) : α. αυτός, β. αφνούς = αυτουνούς (Παπασιώπης). αχαµνός : (επίθ.) : α. κατώτερος, ο κακός, β. ο αδύνατος και αδύναµος, γ. αχαµνά ( τ' ως ουσ.) = οι όρχεις, (ως επίρ.) = άσχηµα (φράση : «µί ρθιν αχαµνά» = αισθάνθηκα άσχηµα [αηδίασα, ανακατεύτηκε το στοµάχι µου κτλ.]) δ. Προέλευση : από το αρχ. χαύνος = πορώδης, αδύναµος, πηγή : ΑΠΘ. αχαµπέτ’ (επίρ.) : α. τελειωµός, β. τέλος πάντων, γ. πράγµατι!, δ. Φράση : «µαµπέτ’ αχαµπέτ’» = τέρµα οι πλάκες, ε. Προέλευση : από το τουρκ. βkibet, πηγή ΑΠΘ. άχαρους (επίθ.) : α. ο ασουλούπωτος, ο χωρίς χάρη, β. ο δυσάρεστος ρόλος, γ. ο ανιαρός, δ. ο κακοµοίρης, ε. (σηµ. lias : για την α ερµηνεία = σπάνια έχει αυτή την έννοια για τον Κοζανίτη γιατί έχει βρεί χίλια-δυό κοσµητικά επίθετα : γκλιάγκουρας*, ντιρντιµένγκας*, ξιντράχλιαβους* κτλ. κτλ.), στ. Προέλευση : από το αρχαίο άχαρις, πηγή : ΑΠΘ. αχµάκς (επίθ.) : α. ο κουτός, β. ο απονήρευτος, γ. ο αγαθός, δ. ο βραδύνους, ο µπουµπούνας, ε. µετ. ο βλάκας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. ahmak, πηγή : ΑΠΘ . αχνάτους (επίθ.) : α. αεράτος, β. ο ξένοιαστος, γ. Φράση : «αχνάτους – παχνάτους» = για τον ευδιάθετο που δεν βιάζεται να κάνει κάποια δουλειά. αχούρ’ (τ´) : α. ο στάβλος, β. ο αχερώνας, γ. ο ακατάστατος και βρώµικος χώρος, δ. (Προέλευση : από το άχαρος+χώρος και γιατί όχι από το άχυρο (lias : στο αχούρι αποθηκεύονται οι µπάλες του άχυρου), ε. Προέλευση : από το τουρκ. ahur< περσ. axir, πηγή : ΑΠΘ. άχρα (η) : α. η αηδία, β. η βρωµιά, γ. δυσάρεστο συναίσθηµα στο στήθος ή το στοµάχι, δ. η αναγούλα, ε. Φράσεις : «άχρα λόια» = βροµόλογα, «µ’ ίρθιν άχρα» = αηδίασα. αχράντς (επίθ.) : α. ο αθυρόστοµος, β. ο αχρείος (στα λόγια και στους τρόπους), γ. ο απότοµος στους τρόπους, δ. ο ανικανοποίητος. άχρηστους (επίθ.) : α. ο ανίκανος, β. µετ. το πέος, γ. µετ. ο αγροφύλακας. αχυρόβουλου (του) : α. ξύλινο εργαλείο, αντί για γάντι, για την προστασία της παλάµης κατά τον θερισµό, β. Προέλευση από το άχυρο+βάλω. αχώρια (επίρ.) : α. χωριστά, β. ξεχωριστά, γ. εκτός από… δ. Φράση : «πέντι φράγκα του σακί κι αχώρια τ’ αγώι» ), ε. Προέλευση : από το αρχαίο χωρίς, πηγή : ΑΠΘ. αψιώνουµι (ρ.) : α. θυµώνω από κάποια κουβέντα, β. ανάβω, γ. ερεθίζοµαι, δ. εξάπτοµαι, ε. αψιόθκαµι = λογοφέραµε έντονα, στ. αψύς (επίθ.) = ο οξύς, ζ. Φράση «αψιά ρακή» = έντονη και δυνατή (σε οινόπνευµα) ρακί, η. Προέλευση : από το αρχαίο αψίκορος = ευέξαπτος, πηγή : ΑΠΘ.

Β

βαέν’ (του) : α. ξύλινο δοχείο αποθήκευσης και ωρίµανσης του κρασιού, β. το κρασοβάρελο, γ. µεγάλων διαστάσεων βαρέλι (Παπασιώπης-τότι κι τώρα), δ. βαϊνάς = ο βαρελοποιός, ε. Προέλευση : από το λατ. lagena, σερβ. vagan, πηγή : ΑΠΘ. βάζ’ (η) : α. ο θόρυβος, β. το βούισµα, γ. βάξ’ (η) = η βοή, δ. βαβούρα (η) = 1. η αναστάτωση, 2. η φασαρία, ο µπελάς, ε. βάξιµου (του) = 1. το βούισµα των αυτιών, 2. η φασαρία σε κλειστό χώρο. βαΐζου (ρ.) : α. γέρνω προς κάποια κατεύθυνση, β. λαγοκοιµάµαι, γ. κοιµάµαι, δ. πλαγιάζω. βακέτα (η) : α. επεξεργασµένο δέρµα µικρού µοσχαριού, β. Προέλευση : από το ιταλ. vaccetta, πηγή : ΑΠΘ. βαλάν’ (του) : α. ο στρόγγυλος µη βρώσιµος καρπός, β. το βελανίδι, γ. Προέλευση : από το αρχ. βαλάνιον, πηγή : Π.Λ.Μπ. βακούφ’ (του) : α. η ακίνητη περιουσία µοναστηριού ή εκκλησιαστικού ιδρύµατος, β. η εκκλησία, γ. Προέλευση : από το τουρκ. vakif, πηγή: ΑΠΘ. βαλαάς (ου) : ο Χριστιανός που εξισλαµίστηκε και έγινε φανατικότερος των Τούρκων! βαλµάς (ου) : ο βοσκός αγελάδων ή άλλων µεγάλων ζώων. βαµπάκουµα (του) : α. η είσπραξη χρηµατικού ποσού, β. βαµπακώνου(ρ) = 1. εισπράττω, 2. σουφρώνω, γ. συνων. τζέπουµα. βάνου (ρ.) : α. φορώ, β. τοποθετώ, βάζω, γ. νικώ, κατατροπώνω, δ. Φράση : «έλα να δούµι : σι βάνου ή µι βάντς;» = έλα να δούµε : σε νικώ ή µε νικάς; βαρά (η) : α. η βαριά, µεγάλο βαρύ σφυρί, β. η βαρυεστηµάρα, γ. Φράση : «έχου µια βαρά» = βαριέµαι. βαρβάτους (επίθ.) : α. ο στιβαρός, ο δυνατός, β. ο ατράνταχτος, γ. τράγος ή κριάρι που είναι καλός επιβήτορας, δ. Φράση : «έχ’ βαρβάτ’ δλιά» = έχει δουλειά που αποφέρει µεγάλα κέρδη, ε. Προέλευση : από το λατιν. barbatus = ο έχων γένια (=barba), πηγή : ΑΠΘ. βαρένουµι (ρ.) : α. βαριέµαι, β. χτυπιέµαι, γ. βαριµάρα (η) =η ανία, δ. βαρένου (ρ.) = δέρνω, ε. τ´ βαρέντς ; = αυνανίζεσαι ; στ. Φράσεις : «βάρι, χτύπα, ρίξι, δώσι, δείρι, λιάντσι κλπ.» = για το άτακτο παιδί, «βάρισιν ου ήλιους» = βγήκε ο ήλιος, ζ. Προέλευση : από το αρχ. βαρώ, πηγή : ΑΠΘ. βαρκό (του) : α. λασπώδες µέρος ( χωράφι, κτήµα κλπ ). βαρόσ’ (του) : α. η κεντρική πλατεία της πόλης, β. η περιοχή γύρω από την κεντρική πλατεία (όπου διέµεναν οι προύχοντες), γ. είναι λέξη µεταβυζαντινή και σηµαίνει το κέντρο της πόλης. βαρτζίν’ (του) : ρίζα που όταν την ξέραναν και την έτριβαν, έβγαζε µία σκόνη που χρησιµοποιούνταν για τη βαφή των αυγών, των µαλλιών κτλ. βασιάτκου (του) : α. το καθηµερινό ρούχο, β. το καθηµερινό δωµάτιο του σπιτιού, γ. Προέλευση : από το βασικός, πηγή Π.Λ.Μπ. βασιλιάδις : α. παιδικό παιχνίδι µε κότσια* ζώων, β. (Παπασιώπης = κότσια [παιχνίδι]). βασίλιψα (ρ.) : α. νύσταξα, β. έδυσα, γ. Φράση : «βασίλιψιν ου ήλιους» = έδυσε, δ. βασιλιάς (ου) = το κότσι των ζώων, ε. βασιλιάδις = παιδικό παιχνίδι µε τα κότσια, (δες πιγνίδγια*). βαστιούµι (ρ.) : α. κρατιέµαι – στηρίζοµαι από κάπου, β. έχω πολλά χρήµατα, (φράση : «βαστιέτι καλά!» = είναι ευκατάστατος ), γ. είµαι κοτσονάτος, δ. βαστώ (ρ.) = 1. αντέχω, 2. διαρκώ, 3. κρατώ. βατσινιά : α. το φυτό βάτος, β. βάτσινα = τα βατόµουρα, γ. βατσίνα (η) = ο δαµαλισµός, (το εµβόλιο). βάχτ’ (του) : α. το περιβάλλον, η ατµόσφαιρα, β. οι έντονες (βαριές) καιρικές συνθήκες ζέστης ή κρύου, γ. Φράση : «σι βάρισιν η βάχτ’ τ’ Σαλουνίκς για τα καλά κι κουρκούτιψιν του µπγυαλός σ'». (Πηγή : Βασ. Φόρης : Κασµιρτζίδις, σελ. 20). βάψ’ (η) : α. η βαφή, β. ο χρωµατισµός, γ. βάψις (οι) = σταφύλια για τον χρωµατισµό του κρασιού, δ. βαψίµ’ (του) = κάθε τι βαµµένο. βζί : (του) : α. ο µαστός, β. βζιάρου (η) = η γυναίκα µε µεγάλο στήθος, γ. συνών. : µαστάρου, πλαστάρου, µιντέρου. βιγγέρα (η) : α. η νυχτερινή συνάθροιση γυναικών το χειµώνα για διασκέδαση αλλά και την κατασκευή χειροπλεκτηµάτων, εργόχειρων κα. β. Προέλευση : από το ιταλ. vegghera, πηγή : ΑΠΘ.

βιγκλίζου και βιγλίζου (ρ.) : α. παρακολουθώ, β. παραµονεύω, γ. φρουρώ, δ. φυλάγω, ε. Προέλευση : από το µσν. βίγλα = σκοπιά, πηγή : ΑΠΘ. βίλα (η) : το πιρούνι. βιλέντσα (η) : α. η φλοκάτη, β. είδος χοντρού κλινοσκεπάσµατος, γ. βιλιντσιάης (ου) = ο κατασκευαστής φλοκάτων, δ. Προέλευση : από το τουρκ. velenc, πηγή : ΑΠΘ. βίζιτα (η) : α. η φιλική επίσκεψη, β. επίσκεψη πόρνης µε σκοπό το σεξ, γ. βιζιτόγκα (η) = η πόρνη, δ. Προέλευση : από το ιταλ. visita, αγγλ. visit, πηγή : ΑΠΘ, ε. (σηµ. lias : γιατί όχι από το αρχαίο βαίνω ή το δωρικό βασεύµαι;). βιός και βγιός (του) : α. η ακίνητη περιουσία, β. ο βίος του ανθρώπου, γ. ο χαρακτήρας, το ήθος του ανθρώπου, δ. τα άφθονα αγαθά, ε. το κοπάδι των ζώων, στ. Φράσεις : «του βιός παντρέβ´ του στχιό» = µε το χρήµα µπορείς να καταφέρεις οτιδήποτε, «ξέρς τι βιός είνι;» = ξέρεις τι σόι άνθρωπος είναι; ζ. Προέλευση : από το βίος, πηγή : ΑΠΘ. βιράγκους και βιρανές (επίθ.) : α. ο άχρηστος, β. ο έρηµος, γ. ο εργένης, δ. ο αφιλότιµος, ε. το γεροντοπαλίκαρο, στ. βιρανλίκ’ (του) = 1. η µοναξιά, 2. η µαγκούφικη ζωή, ζ. Προέλευση : από το τούρκ. viran, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, η. (σηµ. lias : στον Δηµητράκο : βιράνι = ερείπιον καταρρεύσαντος κτιρίου). βιρβιρίτσα (η) : α. η νυφίτσα, β. µετ. η ακαταπόνητη αεικίνητη και δραστήρια γυναίκα, γ. Προέλευση : από το σλαβ. & βουλγ. ververitsa, πηγή : ΑΠΘ. βιρβίρσµα και βιρβέρζµα (του) : α. ο οξύς πόνος, β. το άσκοπο στριφογύρισµα, γ. βιρβέρσα (ρ.) = πλάνταξα, δ. βιρβιρίζου (ρ.) = 1. αισθάνοµαι σουβλερούς πόνους, 2. έχω σύγκρυο, 3. τριγυρίζω διαρκώς. βιτούλ’ (του) : το χρονιάτικο κατσικάκι, (πηγή Καραντάνας). βίτσα : (η) : α. η ευλύγιστη βέργα, β. Προέλευση : από το µσν. βίτσα, πηγή : ΑΠΘ. βλάψιµου (του) : η δηµιουργία κήλης. βόλουµι (ρ.) : α. σκοπεύω, β. επιθυµώ, γ. Προέλευση : από το ελνστ. βούλοµαι, δ. (σηµ. lias : ΔΕΝ υπάρχει τέτοια λέξη στα Κουζιανιώτκα, το γράφω γιατί το βρήκα γραµµένο σε Κοζανιώτικο κείµενο!). βόλτα (η) : α. ο δρόµος (Διαδόχου Κωνσταντίνου Β´, σήµερα οδός Ειρήνης) που µετατρεπόταν σε πεζόδροµο για να κάνουν τον απογευµατινό τους περίπατο οι Κοζανιώτες, β. η στροφή, ο γύρος, γ. Φράση : «τουν ίφιριν βόλτα» = τον κατάφερε, δ. η κυκλική κίνηση, ε. Προέλευση : από το ιταλ. volta, πηγή : ΑΠΘ. βουγκί (του) : µικρό δοχείο µεταφοράς υγρών, ιδίως ελαιολάδου. βούγκρα (η) : α. σηµάδι από τσίµπηµα µύγας στο δέρµα του ζώου, β. το τσιµπούρι, γ. Προέλευση : από το βουλ. vagre, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255, Δηµητράκος : βούγγαρος = γένος ερπετών της οικογένειας των προτερογλυφιδών. βουζιλάνθ’ (η) : α. το δέντρο ζαµπούκος, β. (Παπασιώπης : = κουφοξυλιά, αβουζιά, ζαµπούκος [φάρµακο]), γ. Προέλευση : από το βουλ. baze, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 254. βουζιλιά (η) : το δέντρο κουφοξυλιά ή βρωµοξυλιά. βουϊνιά (η) : α. ζωικό κόπρανο µεγάλων ζώων (βοδιών, αλόγων κλπ.), β. η µεγάλη κηλίδα, γ. Προέλευση : από το αρχαίο βοωνία, πηγή : ΑΠΘ. βούλα (η) : α. κυκλικό σηµάδι, β. λακκάκι στο µάγουλο γ. στρόγγυλο σηµάδι στο πρόσωπο, δ. η σφραγίδα, (σηµ. lias : οι επιστολές, παλαιότερα, ασφαλίζονταν µε βουλοκέρι όπου ο αποστολέας αποτύπωνε το ίχνος του δακτυλιδιού του για σηµάδι), ε. Προέλευση : από το λατιν. bulla, πηγή : ΑΠΘ. βουλουδέρνου (ρ.) : α. περιπλανιέµαι, β. ψάχνοµαι, γ. Προέλευση : από το σλαβ. vol + der = βόδι + γδέρνω, (ο γδάρτης βοδιών που περιφέρονταν από τόπο σε τόπο). Επίσης από το ελνστ. σβώλος+δέρνω). (σηµ. lias : το τελευταίο δίνει την έννοια που άκουσα για τον άνθρωπο που περιπλανάται κάνοντας κάθε δουλειά για να επιβιώσει, που βολοδέρνεται αναγκαζόµενος να καθαρίζει ακόµα και στεγνωµένα κόπρανα στους στάβλους ). βούπα : (η) : η κόρνα των αυτοκινήτων που λειτουργούσε µε αέρα (βρίσκονταν εξωτερικά και µε το χέρι πατούσαν την φούσκα που έκανε «βούπ» αντί για «µπίπ»), (πηγή : Μακαράς Γρηγόρης). βούρζµα : (του) : η έντονη ερωτική διάθεση (για τα ζώα συνήθως). βουρλίζουµι (ρ.) : α. παραζαλίζοµαι, β. ταράσσοµαι, γ. στριφογυρίζω, δ. συγυρίζω βιαστικά και απρόσεκτα, ε. βούρλου = 1. ο άνθρωπος χωρίς προορισµό, που βολεύεται όπου τύχει, 2. η απρόσεκτη νοικοκυρά, 3. το καλάµι στ. Προέλευση : από το ελνστ. βρούλον, πηγή : ΑΠΘ.

βραγκάλτσµα (του) : α. η πληρωµή τοις µετρητοίς (παλαιότερα µε λίρες) ενώπιον µαρτύρων, β. ο θόρυβος των κερµάτων από ανακάτεµα (στη τσέπη, τη φούχτα κτλ.), γ. βραγγάλας (ου) = 1. άνθρωπος µε άρρωστα αρ**δια, 2. ο χοντρός µε µεγάλη κοιλιά που φτάνει µέχρι τα αρ***δια, δ. βραγκαλνώ (ρ.) = 1. κουδουνίζω νοµίσµατα 2. πληρώνω. βρακουζούνα (η) : α. γυναικεία περισκελίς (Δηµητράτος), β. ζώνη µέχρι 10 εκατοστά πλάτους που συγκρατούσε το συντρόφι (= βρακί) Κ. Σιαµπανόπουλος), γ. (σηµ. lias : παλιά δεν υπήρχαν λάστιχα), δ. Προέλευση : από το µσν. βρακίον+ζώνη, πηγή : ΑΠΘ, δ. δες κουζιανιώτκια φουρισιά*. βρόνταγµα (του) : α. πέταγµα κατά γης κάποιου άχρηστου αντικειµένου µε θυµό, β. δυνατό, θυµωµένο κλείσιµο της πόρτας, γ. βρουντώ (ρ.) = 1. κάνω µεγάλη φασαρία (φράση : «άναψιν κι βρόντσιν» = νευρίασε και έκανε µεγάλο σαµατά ), 2. παραπετώ, δ. Φράση «τα βρουντώ» = τα παρατώ, τα εγκαταλείπω. βρουκόλακας (ου) : α. ο βρικόλακας, β. µετ. ο ξενύχτης, γ. ο ασυλλόγιστος, δ. (σηµ. lias: κολοκύθα ή καρπούζι που αφαιρέθηκε η σάρκα και σκαλίστηκε ώστε να πάρει απαίσια µορφή, κατόπιν τοποθετούνταν στο εσωτερικό του αναµµένο κερί και περιφερόταν από τα παιδιά στους δρόµους κατά τις νυχτερινές ώρες αντί άλλου παιχνιδιού), ε. µπρούκλης = χαϊδευτικό για το άσχηµο παιδί. βρουµώ : (ρ.) : α. έχω άσχηµη µυρωδιά (στο σώµα, στα ρούχα, στο χνώτο κτλ.), β. λερώνω κάποιο χώρο, γ. αχρηστεύω κάτι µε τα λόγια ή τις πράξεις µου, δ. βρώµαρς (επίθ.) = 1. ο ακάθαρτος, 2. ο παλιάνθρωπος, ε. βρώµου (η) =1. η βροµιάρα, η ακάθαρτη, 2. η πόρνη. βρουντώ και βρουντάζου (ρ.) : α. τα παρατώ, β. χτυπώ, γ. πετώ άχρηστα πράγµατα. βυσσινάτου (του) : γλυκό του κουταλιού µε βύσσινα.

Γ
γαβασιά (η) : το φίµωτρο των ζώων. γαϊτάν’ (του) : α. το µεταξωτό διακοσµητικό κορδόνι, β. λεπτό κορδόνι για διακόσµηση ρούχων, στολών κτλ. γ. Προέλευση : από το βυζ. γαϊετάνιον, πηγή : ΑΠΘ. γαλάρα (η) : κάθε µηρυκαστικό ζώο (πρόβατο, αγελάδα, γίδα κτλ.) που αρµέγεται και δίνει άφθονο γάλα. γαλατσίδα (η) : το ραδίκι (επειδή όταν κοπεί από τη γή βγάζει έναν λευκό χυµό από το µίσχο). γαλίκ’ (του) : α. το κοφίνι, β. µεγάλο καλάθι µε δύο λαβές και πλεγµένο µε κλαδιά λυγαριάς, γ. µονάδα µέτρησης όγκου, (σηµ. lias : νοµίζω ίση µε τριάντα ή σαράντα οκάδες ). γαλίφς (επίθ.) : α. ο κόλακας, β. γαλιφιά (η) = 1. η κολακεία, 2. η θωπεία, 3. το καλόπιασµα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. γλείφω, πηγή : ΑΠΘ. γαλότσις (οι) : α. λαστιχένια µποτίνια που φοριούνται πάνω από τα παπούτσια για την προστασία από την υγρασία (νερά, χιόνια, λάσπες κλπ), β. Προέλευση : από το βενετ. galozza, πηγή : ΑΠΘ. γαµώ (ρ.) : α. (για τον άντρα) συνουσιάζοµαι, β. (ως επίρ.) = βρισιά, (φράση : "για την Ελλάδα ρε γαµώ το!"), β. µετ. πρόκληση ζηµιάς µε βρώµικα µέσα (φράση "τουν γάµσα" = του προξένησα µεγάλη ζηµιά, γ. (σηµ. lias : οι Κουζιανιώτες αντί του «γαµώ» για την ερωτική πράξη χρησιµοποιούν πλήθος άλλων λέξεων ή φράσεων : σαουλιάζου, τσαφλιακώνου, τιτχιώνου, σιδηρώνου, απαφτώνου, τς τουν σφύρξα, τς τουν χουρχούλιαξα, τ’ γουνάτσα και άλλα πολλά), δ. Προέλευση : από το αρχαίο γαµώ = κάµω σεξουαλική πράξη, (για τον άντρα), πηγή : ΑΠΘ. γανουτής και γανουµατζής (ου) : α. ο πλανόδιος (συνήθως) επικασσιτερωτής των χάλκινων σκευών, β. Προέλευση : από το αρχαίο γανώ= λάµπω, πηγή : ΑΠΘ. γαργαλτζµένους (επίθ.) : α. ο πεντακάθαρος, β. γαργάλτσµα (του) = το επιµεληµένο καθάρισµα ρούχων, σκευών, χώρων κτλ. γαρλίκ' (του) : η προίκα (;) γαρνταλώνου (ρ.) : ξύνω το ξύλο για να το κάνω κοίλο ώστε να χρησιµοποιηθεί σα σκάφη, πινακωτή κτλ. γάρους (ου) : α. το αλατόνερο για την παρασκευή και συντήρηση των τυριών, β. η αλµύρα, γ. Προέλευση : από το αρχ. γάρος = έµβαµµα εξ άλµης, πηγή : Τσότσος, σ. 255. γάστρα (η) : α. πλατύ και µεγάλο πήλινο η χοντρό χάλκινο σκεύος µε ανάλογο καπάκι για ψήσιµο (lias : τοποθετούσαν αναµµένα κάρβουνα στο καπάκι), β. Προέλευση : από το αρχ. γαστήρ, πηγή : ΙΝΒΑ. σελ 247.

γδί (του) : α. πέτρινο και αργότερο ξύλινο σκεύος της κουζίνας για την πολτοποίηση διαφόρων καρπών, β. Προέλευση: από το αρχ. ιγδίον, πηγή : Σιαµπανόπουλος, σελ. 92. γιαγκούν’ και γιαγκ´ν (ουσ. θηλ.) : α. η πυρκαϊά, β. φλογερή επιθυµία, γ. ο ερωτικός καηµός, δ. Προέλευση : από το τουρκ. yangin = πυρκαϊά. γιαζίκ (επίρ.) : α. κρίµα, β. άδικος κόπος, γ. άς την ευχή! δ. Προέλευση : από το τουρκ. yazik, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. γιαλί (του) : α. το µπουκάλι αλλά και κάθε γυάλινο σκεύος (προσοχή όχι ο υαλοπίνακας, οι Κοζανιώτες τον λένε τζιάµ’*), β. ο γλιστερός δρόµος ιδίως από πάγο, γ. η τηλεόραση, δ. το µατοκυάλι, ε. γιάλτζµα (του) = 1. το καθρέφτισµα, 2. το στίλβωµα των παπουτσιών, 3. το στέγνωµα από τα νερά των σκευών µε πανί, στ. γιαλιούργια (τα) = τα γυάλινα σκεύη. γιαπράκ’ : (του) : α. ο λαχανοντολµάς µε λάχανο αρµιά (= τουρσί λάχανου που µπαίνει στην αλµύρα από την 14η Νοεµβρίου [εορτή του Αγίου Φιλίππου]), β. ( Ηλ.Ν.Π. : Μαγειρεύεται σε τσουκάλι µε αρµιά*, [αν µαγειρευτεί µε άλλο υλικό λέγεται σαρµάς], χοιρινό κιµά, ελάχιστο ρύζι και κοκκινοπίπερο, µαυροπίπερο, τοµατοπελτέ, νεροκρόµµυδο, µπαχάρι, και βράζεται µε αρµόζµον, υποχρεωτικά σε σιγανή φωτιά και για πολλές ώρες. Το µέγεθός του πρέπει να είναι ίδιο µε της τσιόµκας* (=χιονόµπαλας). Είναι το επίσηµο Χριστουγεννιάτικο φαγητό των Κοζανιωτών, γ. Προέλευση : από το τουρκ. yaprak = αµπελόφυλλο, πηγή : ΑΠΘ, δ. Δείτε περισσότερα στις Κοζανίτικες συνταγές στο giapraki com. Γιαραµπής (ου) : α. ο Θεός, β. ο Αλλάχ, γ. Προέλευση : από το τουρκ. ya Rabbi = ώ Θεέ µου, πηγή : ΑΠΘ. γιαρέντς (ου) : α. ο λεβέντης, β. ο εραστής, γ. ο γκόµενος. γιασιά (επίφ.) : α. συγχαρητήρια, β. µπράβο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. yasa, πηγή : ΑΠΘ. γιασασ’ν : α. ζήτω ! β. Φράση : «γιασσασ’ν χουριέτ» = ζήτω το σύνταγµα (των Νεότουρκων), γ. (σηµ lias : Μετά το σύνταγµα των νεοτούρκων το 1908, οι τούρκοι κατακτητές επέβαλαν στους Κοζανίτες να τους χαιρετούν µε τη φράση «γιασασ´ν χουριέτ» = ζήτω το Σύνταγµα! Οι θυµόσοφοι Κοζανίτες το µετέτρεψαν σε «γιασασ’ν χουριάτ’»). γιατάκ’ : α. το κρεβάτι, β. χώρος για ανάπαυση γ. το κατάλυµα δ. Προέλευση : από το τουρκ. yatak, πηγή : ΑΠΘ. γιάτις : (ακλ. λ.) : α. είδος παιχνιδιού µνήµης που γίνεται µε το κόκαλο του κοτόπουλου, το γιάντες, β. (lias : κατά τον κανονισµό βάζουµε στοίχηµα και όποιος δώσει στον άλλο κάποιο αντικείµενο εκείνος και το πάρει χωρίς να πει τη φράση «γιάτις, το ξέρω» χάνει ), γ. το ξεγέλασµα. γίγκλα : (η) : α. λουρί του σαµαριού ή της σέλας των ζώων που περνά κάτω από την κοιλιά του αλόγου, β. δερµάτινο λουρί που περνούσε κάτω από την κοιλιά του ζώου για να κρατάει το σαµάρι, γ. Προέλευση: από το λατ. Cingula, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253 και Παπασιώπη : «Απ’ ότ’ απόµνιν», σελ. 113, «η παλιά η Κοζάνη», σελ. 157. γίγκνα και γίσκνα και ίσκνα (η) : α. το χνούδι της οξιάς, β. η ίσκα για το άναµµα του τσιγάρου, γ. βαφή µαλλιών και νυχιών, δ. παράσιτο που αναπτύσσεται στον κορµό της αµυγδαλιάς, ε. Προέλευση : από το τουρκ. kina, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. γιδιάζου (ρ.) : τακτοποιώ τις κλωστές στο στηµόνι προκειµένου να υφάνω στον αργαλειό. γιέµα (του) : το αίµα. γίζµπα (η) : α. υπόγειος, αφώτιστος χώρος (lias : επειδή ήταν ψυχρός χώρος εκεί αποθηκεύονταν τα ευαίσθητα προϊόντα), β. αµυντικό στρατιωτικό όρυγµα γ. Προέλευση : από το συνθ. εµπας+γή . γίκνα : (η) : κόκκινη µπογιά µαλλιών. γιλώ (ρ.) : α. γελώ, β. ξεγελώ, γ. απατώ, δ. Φράσεις : «ιµείς σιν Κόζιαν’ γιλούµι τουν Μάρτ’», «δεν γιλούν τα κουρίτσια σν Κόζιαν’» = δεν τα ξεγελούν τα κορίτσια στην Κοζάνη µε σκοπό να τα γα**σουν και µετά τα παρατούν. γινάτ’ (του) : α. το πείσµα, β. η οργή, γ. ο θυµός, τα νεύρα, δ. γινάτιασµα = νευρίασµα, ε. γινατιάζουµι (ρ.) = 1. θυµώνω, 2. εκνευρίζοµαι, στ. Προέλευση : από το ελνστ. ινάτι, πηγή : ΑΠΘ. γίνουρου (του) : το όνειρο. γιόµα (του) : το µεσηµέρι. γιόµουσ’ (η) : η πανσέληνος. γιουβρέκ’ και γκιουβρέκ’ και κιβρέκ’ (του) : α. σισαµένιο κουλούρι, β. τραγανό κουλούρι γ. Προέλευση : από το τουρ. gevrek = εύθραστος, πηγή : ΑΠΘ.

γιούκους (ου) : α. στοίβα οµοειδών αντικειµένων για φύλαξη, β. βαθύ ντουλάπι για την φύλαξη των στοιβών (κλινοσκεπάσµατα, κιλίµια, παπλώµατα κτλ.), γ. Προέλευση : από το τουρκ. yuk, πηγή : ΑΠΘ. γιουµατίζου : γευµατίζω γιουµόζου (ρ.) : α. γεµίζω, β. πληρώνω, γ. χορταίνω, δ. γιουµατίδγια (τα) = γεµιστές καραµέλες, γλυκά, σοκολάτες κτλ. γιουργάν’ (του) : α. το πάπλωµα, β. το κλινοσκέπασµα γ. µετ. πυκνό στρώµα χιονιού, δ. (Μαλούτας : γιουργανί [πιο κάτω το γράφει γιοργάν’ι = πάπλωµα]), ε. Προέλευση : από το τουρκ. yorgan = σκέπασµα. γιουργουβάν’ (του) : α. η πασχαλιά (το λουλούδι), β. γιουργουβάνια (η) : το φυτό, γ. Προέλευση : από το τουρκ. ergavan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256 και από το σλαβ. jorgovan, πηγή : X.X., δ. (άποψη lias : επειδή ανθίζουν κατά την περίοδο της γιορτής του Αγίου Γεωργίου). γιουρντάν’ (του) : α. το περιδέραιο µε χρυσά ή ασηµένια φλουριά, β. το κολιέ, γ. Προέλευση : από το τουρ. gerdan = λαιµός<περσ. gerdenbend = περιδέραιο, ΑΠΘ. γιουρτάσιου (του) : α. ο γιορτασµός της ονοµαστικής εορτής, β. η φιλική συνεύρεση για ευχές και γλέντι, γ. γιουρτάζου (ρ.) = 1. εορτάζω, 2. δίνω σηµασία, 3. υπολογίζω κάποιον, 4. φροντίζω κάποιον, (φράση : «µην τουν γιουρτάειζ’ αυτόν…» = µη του δίνεις σηµασία) δ. γιουρτιάτκα (τα) = τα επίσηµα, τα καλά ρούχα, 2. το σαλόνι (φράση : «γιορτιάτ’κους ουντάς» = το δωµάτιο υποδοχής των επισκεπτών που προετοιµάστηκε κατάλληλα, ε. (lias : Λαογραφικές σηµειώσεις : Το γιουρτάσιου δεν ήταν απλώς ο εορτασµός της ονοµαστικής εορτής κάποιου µέλους της οικογένειας. Το γιουρτάσ’ λίγο υπολείπονταν από το πανηγύρι. Οι ετοιµασίες ήταν πάµπολλες : λάτρα του σπιτιού, βάψιµο όλων των χώρων, ράψιµο κοστουµιού, ετοιµασία γ λ υκ ών κ αι παρασκ ευή µεζέδων κ λ π. κ λ π. Α ν ήµερα της γ ιορτής δεν δούλ ευαν , εκκλησιάζονταν και µεταλάµβαναν, το τραπέζι ήταν πλουσιοπάροχο «γιουρτιάτκου» και τα πάντα ήταν άφθονα. Ελάχιστα διέφερε το γιουρτάσιου από το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα. Καµάρωναν οι Κοζανίτες τη γιορτή τους, για τις υπόλοιπες απλά τις θεωρούσαν επετείους). Γιούφτκα : α. ο τόπος εγκατάστασης των Αιγυπτίων µεταναστών που περιβάλλεται µεταξύ ξενοδοχείου «Αλιάκµων» και πλατείας Αριστοτέλους και κάτω από την πλ. «Αλώνια», β. Προέλευση : από το Αίγυπτος, διότι τότε (κατά τα τέλη του 18ου αιώνα εγκαταστάθηκαν Αιγύπτιοι οι οποίοι ήταν σιδεράδες. Μάλιστα τους απαγορευόταν να πηγαίνουν στην πλατεία της Κοζάνης λόγω της κακοσµίας του σώµατός τους), (lias : οι Κοζανίτες τους τσιγγάνους τους αποκαλούν γκουρµπέτδις*). γιούφτους (επίθ.) : α. έντονα µελαχρινός άνθρωπος, β. σιδηρουργός, γ. ειρ. φιλάργυρος, δ. ο κατοικών στη συνοικία «Γιούφτκα»* της Κοζάνης, ε. ο µετανάστης από την Αίγυπτο, στ. (lias : οι Κοζανιώτες τους αθίγγανους τους λένε «γκουρµπέτδις»*). Γιτιά (η) : α. συνοικία της Κοζάνης βορείως του Αγίου Κωνσταντίνου και κάτω από την Πλ. Λασσάνη, β. η ιτιά ( το δέντρο ). γίτσ’ (του) : α. το ίον, β. ο µενεξές. γκαβά (τα) : α. τα µάτια, β. τα µατογυάλια, γ. γκαβός (επίθ.) = 1. ο τυφλός, 2. ο βαρύς βαθύς ύπνος, δ. γκαβώνου (ρ.) = τυφλώνω, (συνών. τζιβώνου), ε. γκαβάθκα (ρ.) = νύσταξα πολύ, στ. γκαβαµάρα (η) = 1. η τύφλα, 2. η κακοδαιµονία, 3. η αβλεψία, ζ. γκαβάδ’ (επίθ.) ο απρόσεκτος, η. γκαβαµένους (επίθ.)= ο σκανδαλιάρης, θ. Προέλευση : από το βλαχ. gavu, πηγή : ΑΠΘ. γκαγκαράντζις (οι) : α. τα ξεραµένα κόπρανα των αιγοπροβάτων, β. (lias : λέµε και όσα κολλούν στο παντελόνι µας στην εξοχή), γ. Προέλευση : από το ρουµ. cacareadga , πηγή : Μαλούτας. γκαγκζιά (η) : α. η βατοµουριά, η βατσινιά, β. θάµνοι γεµάτοι αγκάθια, γ. µετ. ο άνθρωπος που δεν µπορείς να τον ξεφορτωθείς από πάνω σου, δ. (Παπασιώπης = θάµνος), ε. (Μαλούτας = είδος θάµνου, είδος κράταιγου [κοινώς µουµουζελιά, τσαπουρνιά, τρικκοκιά, µεµετζιλιά]), στ. Προέλευση : από το ελνστ. γκαβτζιά = κράταιγος ή από το ΚΒ gabjeu πηγή : Μαλούτας. γκάζ’ (του) : α. το καθαρό πετρέλαιο, β. το νοθευµένο οινοπνευµατώδες ποτό, η «µπόµπα», γ. το υγραέριο, δ. γκαζώνου (ρ.) 1. πετρελαιώνω το κρεβάτι ή τις καρέκλες για την εξόντωση ή απώθηση των παρασίτων, 2. πατώ το γκάζι στο αµάξι ή στη µηχανή, 3. γεµίζω µε πετρέλαιο, ε. Φράση : «γκάζ να γέντς» = να εξαφανιστείς, στ. Προέλευση : από το αρχαίο χάος, γαλ. Gaz, λατ. Chaos, πηγή : ΑΠΘ. γκαζιρό (του) : α. το δοχείο για τη µεταφορά και φύλαξη του πετρελαίου της γκαζόλαµπας, β. µετ. αυτός που πίνει οτιδήποτε αδιακρίτως, γ. γκαζόλαµπα (η) = το λαµπογυάλι µε φυτίλι γκαζόζα (η) : α. το αναψυκτικό, β. η µπίλια του µηχανισµού που χρησίµευε ως πώµα των µπουκαλιών ανθρακούχων αναψυκτικών και ποτών, γ. ο βώλος της γκαζόζας µε την οποία έπαιζαν τα παιδιά το παιχνίδι γκουργκόλια*. γκαϊλές (ου) : α. η σκοτούρα, β. το ζόρι, γ. η στενοχώρια, δ. η σκασίλα, ε. καηµός, στ. (Μαλούτας : φροντίδα, µέριµνα, βάσανο, - από το τουρ. gaile = στενοχώρια, καηµός, βάσανο),

ζ. (lias : προέρχεται από το καΐλα = σκοτούρα, πηγή : Δηµητράκος). ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ! γκαϊρέτ’ (του) : α. η µεγάλη υποµονή, β. το κουράγιο, γ. το θάρρος, δ. Προέλευση : από το τουρ. gayret, πηγή : ΑΠΘ. γκαλγκούτσ’ (επίρ.) : α. µεταφορά ατόµου επάνω στους ώµους, β. ( Μαλούτας : γκαλ’ι γκούτσι ). γκαλντιρίµ’ (του) : α. ο πλακόστρωτος δρόµος ή σοκάκι, β. το στενό λιθόστρωτο δροµάκι µε ακανόνιστες πέτρες, γ. (Παπασιώπης : στενός χαλικόστρωτος δρόµος), δ. γκαλντιριµτζής (επίθ.) = ο πλανόδιος πωλητής, ε. γκαλντιριµτζού = η γυναίκα ελευθερίων ηθών, η τροτέζα., στ. Προέλευση : από το…. γκάλτσα (η) : α. η κάργα, το µαυροπούλι, β. µετ. η φουκαριάρα γυναίκα, γ. γκαλτσέινους (επίθ.) = 1. ο άµοιρος, 2. ο δυστυχής, δ. γκαλτσί (του) = 1. το πουλάκι της γκάλτσας (κάργας), 2. ο αδύνατος, ο ισχνός άνθρωπος, ε. Προέλευση : από το βυζ. κάργα, πηγή : ΑΠΘ. γκαµάγκς (επίθ.) : α. ασουλούπωτος ψηλός και άχαρος άνθρωπος, β. Προέλευση : από την καµήλα>γκαµήλα, πηγή : Π.Λ.Μπ. γκαµπλαρουµένους (επίθ.) : α. ο σφιχτοδεµένος, β. ο µπαγλαρωµένος, γ. ο πολύ καλά τυλιγµένος, δ. γκαµπλαρώνου (ρ.) = συλλαµβάνω, ε. Προέλευση : από το τουρκ. baglar, πηγή : ΑΠΘ. γκανταλνώ (ρ.) : α. γαργαλώ, β. πειράζω κάποιον µε λόγια χάριν αστεϊσµού, γ. το τσίγκλισµα κάποιου, δ. γκαντάλτζµα (του) = 1. η φαγούρα, 2. το γαργαλητό, ε. Προέλευση : από το ελνστ. γαργάλη, πηγή : ΑΠΘ. γκαντέµς (επίθ.) : α. ο γρουσούζης, β. γκαντιµνιά (η) = η κακοτυχία, γ. Προέλευση : από το τουρ. kadem = καλή τύχη, πηγή : ΑΠΘ. γκαραβέλια (τα) : α. τα µαυροπούλια, β. γκαραβέλας (επίθ.) = µελαψός, γ. Προέλευση : από κουτσοβλάχικη λέξη. γκαργκαλνιούµι (ρ.) : α. γελώ θορυβωδώς (Παπασιώπης), β. (lias : άκουσα : καρκαλιούµι και καρκαλνιούµι, δες καρκάλ’*). γκαργκούλ’ (του) : α. µεγάλο τρίγωνο και, συνήθως, ψιλοπλεγµένο σκουρόχρωµο µαντήλι που τυλίγεται στο γυναικείο κεφάλι, β. το τσεµπέρι, γ. κεφαλόδεσµος (Παπασιώπης), δ. (lias : ήταν λευκό για τις νέες και το φόραγαν όταν µαγείρευαν, ζύµωναν κτλ. για τις γριές και τις χήρες ήταν µαύρο και το φορούσαν συνεχώς, ε. Προέλευση : από το ελνστ. κάρα = κεφάλι, πηγή Π.Λ.Μπ. γκαρµπουλάχανου (του) : α. το λάχανο, β. Φράση : «σ’ έφαγα γκαρµπουλάχανου» = σε νίκησα, σε κατατρόπωσα, γ. Προέλευση : από το ελνστ. κράµβη, πηγή Α.Π.Θ. γκαρνότα (η) : α. η µύτη, β. η ιγµορίτιδα, γ. µετ. η µεγάλη φασαρία σε κλειστό χώρο. γκαρνότας (επίθ.) α. αυτός που έχει µεγάλη µύτη, β. ο µυξιάρης. γκατζγκουρτσιούµ’ (του) : α. το µεγάλο βόλι πυροβόλου, β. το βόλι για τα εµπροσθογεµή τουφέκια παλιότερα. γκατζιούρας (επίθ.) : ……… γκατζουγιάντς (ου) : α. µεγάλη κιτρινόµαυρη πεταλούδα, β. µετ. ο ηλίθιος, ο παλαβιάρης, γ. Φράση : «έχς τρανόν γκατζουγιάν’» = είσαι θεοπάλαβος. γκαφλουµούνου (η) : η µητροµανής, η σεξοµανής γυναίκα. γκαχιλώνα (η) : η χελώνα. γκέκας (επίθ.) : α. ο βρώµικος άνθρωπος, β. ο καταγόµενος από την οµώνυµη φυλή της Αλβανίας, τούρκικης καταγωγής. γκέµια (τα) : α. τα ηνία, β. τα χαλινάρια, γ. Προέλευση : από το τουρκ. gem, πηγή : ΑΠΘ. γκζότ’ (του) : α. διάλυµα θειικού οξέως για απολύµανση και καθαριότητα, β. απορρυπαντικό κουζινικών, γ. (τσακµακόπετρα και σπινθήρας, Τσότσος), δ. (lias : ο πατέρας µου εννοούσε κάθε δυσάρεστο ή δηλητηριώδες χηµικό ιδίως παρασκεύασµα. Ποτό που δεν πινόταν, ή σκόνη που µύριζε, ακόµα και το θειικό οξύ). γκιζάπ’ (του) : δες κιζάπ’*. γκιζιρώ και γκιζιρνώ (ρ.) : α. περιφέροµαι άσκοπα, β. τριγυρίζω εδώ κι εκεί, γ. κάνω άσκοπα βόλτες, δ. Προέλευση από το τουρκ. gezer, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. γκίζµπα και γίζµπα (η) : α. υπόγειος χώρος χωρίς φωτισµό (παλαιότερα εκεί φύλαγαν τα ευπαθή τρόφιµα λόγω της χαµηλής θερµοκρασίας), β. κρύπτη µέσα στο έδαφος, γ. σκεπασµένο

στρατιωτικό όρυγµα. γκιζντάν’ (του) : α. το κάτεργο, β. η φυλακή, γ. η επίπονη χειρονακτική εργασία, δ. Φράση : «µ’ έβαλαν στου γκιζντάν» = µε ανάγκασαν να δουλεύω σκληρά, σε σκληρή δουλειά (π.χ. σιδεράς). γκιλέπ’ (του) : α. η αρχική χούφτα νήµατος πριν τυλιχτεί σε κουβάρι, β. Προέλευση : από το τουρκ. kelep, gilep, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. γκιλιάντρους (ου) : α. το καρούλι, β. ο κύλινδρος, γ. το κουβάρι, δ. Προέλευση από το ελνστ. κύλινδρος, πηγή Π.Λ.Μπ. γκιλσουί (του) : α. το µυροδοχείο µε το οποίο ραίνουν οι ιερείς τους πιστούς κατά την περιφορά του Επιταφίου τη Mεγάλη Παρασκευή, αλλά και τη νύφη κατά τον πρώτο εκκλησιασµό µετά το γάµο, β. Προέλευση : από το τουρκ. gul suyu = ροδόνερο, πηγή : Ντίνας. γκινίσ’ (του) : ξυλουργικό εργαλείο για το άνοιγµα αυλακιών στο ξύλο, (Σιαµπανόπουλος σελ. 277). γκιντέρ’ (του) : α. ο καηµός, β. το βάσανο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. keder, πηγή : Ντίνας γκιόλ’ (η) : α. µεγάλη λακκούβα µε νερό, β. έλος, γ. (lias : «Σαρή γκιόλ» = έλος στα Β. της Κοζάνης και µέχρι το Δρέπανο και το Κλείτος που αποξηράνθηκε στη δεκαετία του 1950). γκιόντς (ου) : α. νυκτόβιο πουλί της οικογένειας της κουκουβάγιας, β. Προέλευση : από τον ήχο της λαλιά του : γκιον. γκιόσα (η) : α. µεγάλη γίδα που έπαψε να γεννάει, β. βρισιά σε γυναίκα, γ. Προέλευση : από το βλαχ. ghesu = µαύρη κατσίκα µε καστανές ρίγες, πηγή : ΑΠΘ. γκιουβέτσ’ (του) : α. πήλινο πλατύ και βαθύ σχετικά σκεύος µε καπάκι, β. γκιουβιτσάτου (του) = το φαγητό που ψήνεται µέσα στο γκιουβέτσι, γ. Προέλευση : από το τουρκ. guvec, πηγή : ΑΠΘ. γκιουβρέκ : δες γιουβρέκ’. γκιουζέµ (του) : α. το κριάρι ή πρόβατο ή και περιστέρι που οδηγεί το κοπάδι, β. Προέλευση : από το τούρκικο kosem, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. γκιουζέλ : όµορφο. γκιουζντάνια (τα) : οι παρωπίδες των αλόγων, γκιουλτζίκ’ (του) : α. λακκούβα όπου µαζεύονται νερά, β. η µπάρα, γ. η λακκούβα στο δρόµο. γκιούµ’ (του) : α. χάλκινο ή σιδερένιο κωνικό σκεύος µε χερούλι, στενό λαιµό και πλατιά βάση για τη µεταφορά ή βράσιµο υγρών, β. µονάδα χωρητικότητας, β. Φράσεις : «του γκιούµ’ τα’ Άη Νικόλα» = 1. ο µεθύστακας, 2. ο εύχρηστος, 3. ο κοινόχρηστος, 4. ο χαµάλης, «τρυπάει τα γκούµια» = είναι κοντός, «σβαρνίζ’ τα γκούµια» = περπατάει αργά σέρνοντας τα πόδια του, «βαραίν (ή κρούει) τα γκούµια = είναι κίναιδος γ. (πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 371. "τα γκιούµια χρησίµευαν για τη µέτρηση του τσίπουρου (ρακί) και του κρασιού … και ο φλαστήρας για το σφράγισµα του σιταριού στ’ αλώνια"), δ. Προέλευση : από το τουρκ. gugum, πηγή : ΑΠΘ, ε. (lias : η υδρία των αρχαίων ). γκιουρντάν’ (του) : α. το περιδέραιο µε ασηµικά ή χρυσά φλουριά, (Παπασιώπης), β. το κολιέ, γ. δες και γιουρντάν’*. γκιπούρ’ (του) : α. η δαντέλα, β. Προέλευση από το γαλλ. guipure, πηγή : ΑΠΘ. γκιρίζ' (του) : α. ο υπόνοµος σκεπασµένος µε πλάκες, β. ο οχετός, γ. δύσοσµος και βρώµικος χώρος, δ. οι Κοζανιώτες ονοµάζουν και την απορροή των βρόχινων νερών που είναι σκεπασµένος µε σχάρα. γκιρµπίζκου (επίθ.) : το έφορο χωράφι. γκιρτζιµέγκας (ου) : ψηλός και ασουλούπωτος άνθρωπος. γκισέµ’ (του) : α. κριάρι ή πρόβατο ή και περιστέρι που οδηγάει το κοπάδι, β. µετ. ο αρχηγός, γ. (Μ.Τ.Μ. : image makers,) δ. Προέλευση : από το τουρκ. kosem, πηγή : ΑΠΘ, ε. δες και γκιουζέµ*. γκ’κ (επιφών.) : α. τσιµουδιά!, β. Φράση : «µην βγάντς γκ´κ!» = µη βγάζεις άχνα! γκλάβα (η) : α. χοντρό ή µεγάλο κεφάλι, β. ( σλαβ. glava ), . γκλαβανή (η) : α. δίφυλλη οριζόντια πόρτα, συνέχεια του πατώµατος, ξύλινη ή σιδερένια, που εµποδίζει την κάθοδο στο υπόγειο, β. τα ξύλινα παραθυρόφυλλα ή τα ρολά των καταστηµάτων, γ. η καταπακτή, δ. µετ. τα µατοτσίνορα, ε. Φράσεις : «σφάλτσαν οι γκλαβανές» = έκλεισε το

µαγαζί, σχόλασε ή έπεσε έξω, «σφάλτσαν οι γκλαβανές τ’» = α. αποκοιµήθηκε, β. πέθανε, στ. Προέλευση : από το σλαβ. glavan, πηγή : ΑΠΘ. γκλιάγγουρας (ου) : α. το ξυλάγγουρο, β. ψηλός και σωµατώδης αλλά άχαρος άντρας. γκλαµπάτσα (η) : α. αρρώστια των προβάτων, β. (Δηµητράκος : διστοµίασις), γ. Προέλευση : από το κουτσοβλαχικό galbeaza, αλβ. kelbaze, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252. γκλιανός (ου) : α. το ψάρι γουλιανός ή γατόψαρο, β. Προέλευση : από το βυζ. γλάνιος, πηγή : ΑΠΘ. γκλιάρουµα (του) : α. το πνίξιµο του λαιµού από φαγητό ή έντονο βήχα, β. το στραγγάλισµα, γ. γκλιαρώνουµι (ρ.) = πνίγοµαι επειδή στραβοκατάπια, δ. γλιαρώνου = πνίγω κάποιον σφίγγοντας το λαιµό του. γκόγκανου (του) : α. ο καρπός της γκογκανιάς (άγριας τριανταφυλλιάς), µικρός ωοειδής και στυφός, µη βρώσιµος, β. µετ. επί ανθρώπων : 1. ο αχώνευτος, 2. αυτός που δεν τρώγεται µε τίποτα, γ. γκουγκανιά = το φυτό αγριοτριανταφυλλιά, ο θάµνος, δ. Φράση : «είνι να τουν κλέν οι γκουγκανιές» = για τον πολύ φτωχό. γκόλιαβους (επίθ.) : α. ο γυµνός, β. (Μαλούτας : από το ρωσ. ΠΟΛbIN = χωρίς ρούχα). Γκόµπλιτσα και Γκουµπλίτσ’ (η) : ονοµασία του χωριού Κρόκος επί τουρκοκρατίας. γκόρτσου (του) : α. το άγριο µπολιασµένο αχλάδι, β. (Παπασιώπης = αγριάχλαδο), γ. Προέλευση : από το βουλγ. gornica, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255. γκουγκόσια (η) : α. πρόχειρο απογευµατινό φαγητό των παιδιών, (σηµ. lias : αποτελούνταν από την ψίχα του ψωµιού ανακατεµένη µε λίγο τυρί που τυλίγονταν σφιχτά µε το µαντήλι σε σχήµα αυγού), β. ο οισοφάγος της κότας. γκουγκουσκουρδάρ’ (του) : γκουγκόσια* µε λιωµένο σκόρδο. γκουγκουβέλ’ (του) : α. το κουκούλι του µεταξοσκώληκα, β. µετ. το αρχίδι. γκουγκούν’ (επίθ.) : α. ο χωριάταρος, β. συνών. σουργκούν’. γκουγκουρέλ’ (του) : το πολύ µικρό παιδί. γκουζγκούντς (επίθ.) : α. ο ψείρας, β. ο ιδιαίτερα λεπτολόγος. γκούκ’ (επιφ.) : α. κίχ, β. σιωπή!, γ. Φράση : «γκούκ µη βγάντς» = µη µιλάς καθόλου. γκουλέµας (επίθ.) : α. ο χοντρός, β. ( σλαβ. golema, ). γκουλιαρίδα (η) : α. η γυµνή ποδοκνήµη, β. κάθε ακάλυπτο µέρος του σώµατος. γκουµπτζιάλτζµα (του) : έντονη φαγούρα από τσίµπηµα ή επαφή (π.χ. από τσουκνίδα, από µέλισσα κτλ.) γκούµπζιλους (ου) : α. το σκόρπισµα, β. ο κουρνιαχτός, γ. (Μαλούτας) η σκόνη, γ. Φράση : «γκούµπζιλους να γέντς» = αποστροφή για κάποιον. γκουργκίλ’ (του) :α. µικρός σιδερένιος τροχός χωρίς ακτίνες, β. το τσέρκι των βαρελιών, γ. παιδικό παιχνίδι, δ. γκουργκιλώ (ρ.) = 1. κυλώ, 2. τσουλάω, δ. Προέλευση : από το κυλώ. γκουργκόλ’ (του) : α. ο βώλος, β. η µπίλια, γ. το σφαιρίδιο, δ. γκουργκόλια = 1. το παιδικό παιχνίδι οι βώλοι, 2. ( Παπασιώπης : = µπίλιες ). γκουργκουλιάνκους (ου) : α. στρόγγυλο δοχείο µε στενό λαιµό, β. ο οισοφάγος, γ. Προέλευση : από το λατιν. gurgulio, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253. γκούρλιακας (ου) : α. το µήλο του Αδάµ, β. το λαρύγγι, γ. (Ηλιαδέλης : γκίρλιακας : ο µικρός που «θέλει να τρανέψ’», που θέλει να µεγαλοδείχνει). γκουρµπάτσ’ (του) : α. το µαστίγιο, β. Προέλευση : από το τουρκ. kirbac, πηγή : Ντίνας. γκουρµπέτ’ και κουρµπέτ’ (του) : α. η πιάτσα, β. η απόκτηση εµπειρίας στο πεζοδρόµιο, γ. Προέλευση : από το τουρ. gurbet = ξενιτιά, πηγή : Χ.Χ. γκουρµπέτς (επίθ.) : α. ο τσιγγάνος, β. ο περιπλανώµενος, γ. µετ. ο µαυριδερός , δ. Προέλευση : από ελνστ. γύρος. γκουρµπιές (ου) : ο κουραµπιές. γκουρτσιά (η) : η αχλαδιά. γκουρτσιούµ’ (του) : α. η στοίβα σιταριών (µετά το θέρισµα) ώστε να στεγνώσουν για να αλωνιστούν, β. στοίβα χορταριών και αγριόχορτων προκειµένου να ξεραθούν, προκειµένου να

καούν. γκούσια (η) : α. ο λάρυγγας, β. ο πρόλοβος των πτηνών, γ. γενικά το κάτω µέρος του λαιµού των ζώων, δ. γκούσα = 1. το στοµάχι των πτηνών, 2. η βρογχοκήλη (Δηµητράκος), ε. (Προέλευση : από το σλαβ. guse, πηγή : ΧΧ). γκούστιρας και γκουστέρας (ου) : α. η µεγάλη σαύρα, β. γκουστιρίτσα (η) = η µικρή σαύρα, γ. πρασινουγκούστιρας (ου) = η πράσινη σαύρα. γκουτσνούλ’ : (του) : το γουρουνάκι. γκουτζιάµ’ (επίρ.) : α. µεγάλος, β. Φράση : «τι αντρέπισι, γκουτζιάµ’ πιδί είσι». γκουχούρ´ και καχούρ’ (του) : α. ο βήχας, β. η φυµατίωση, γ. µετ. ο µεγάλος µπελάς. γκραβαλνώ (ρ.) : α. κάνω θόρυβο, β. γουργουρίζω γ. µουρµουρίζω, δ. Φράση : «γκραβαλνούν τα σκλιά» = γουργουρίζουν τα έντερα (Νιάνια). γκράνγκαρα (επιφ.) : ο ήχος που κάνουν τα σίδερα ή οι λαµαρίνες όταν πέφτουν ξαφνικά στη γη. γκράς (ου) : α. παλιό οπισθογεµές τουφέκι, β. Προέλευση : από το όνοµα του κατασκευαστή Γάλλου Gras, πηγή : ΑΠΘ. γκρέκ’ (του) : σφήνα ή κόντρα στον αρµό της σύνδεσης γωνιακά δύο µαδεριών. γκρέµουρας (ου) : ο βαθύς γκρεµός. γκριµούλα (επιφ.) : α. ρίξτον στο γκρεµό, β. lias : λέγεται για τον άχρηστο, το αχαΐρευτο άνθρωπο. γκριτζιάλας (ου) : α. ο δυστυχισµένος, β. ο γκρινιάρης, γ. γκριτζιάλα (η) = η γκρίνια, γκριτσιλιάνους και γκρ’τσιλιάνους (ου) : α. ο λαιµός των πτηνών, β. το µήλο του Αδάµ, ο οισοφάγος, γ. ο λάρυγγας, δ. γκ´ρτσιµέγκας (ου) = άνθρωπος µε ψηλό λαιµό. γκρόντ’ (του) : χοντρό µεταξωτό ύφασµα. γλέπου (ρ.) : α. βλέπω, β. υποθέτω, γ. µαντεύω, δ. Φράση : «γλέπου να τς τρως» = προβλέπω να φας ξύλο. γλιντώ (ρ.) : α. γλεντώ, β. ευχαριστιέµαι, ικανοποιούµαι, γ. τέρπω κάποιον, δ. γλέντ’ (του) = η διασκέδαση µεταξύ φίλων ή γνωστών και συνήθως ρεφενέ, ε. Προέλευση : από το τουρκ. aglenmek., πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, # eglence = γλεντώ, πηγή : ΑΠΘ. γλίστρα : (η) : α. η τσουλίθρα, β. ολισθηρό έδαφος ή βράχος, γ. και γκλίστρα (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το ολισθαίνω > αόρ. α´ ολίσθησα > γλίστρησα, πηγή : Δηµητράκος. γλουσουκουπάνα (η) : α. κουτσοµπόλα, β. πολυλογού, γ. αυθάδης και θρασύς πολυλογάς ού. γλύκα (τα) : α. οι µικροί στρόγγυλοι µαύροι καρποί της γλυκιάς (έχουν µαύρη φλούδα και κίτρινο εσωτερικό µε µεγάλο, σχετικά, κουκούτσι), β. το αίσθηµα της σεξουαλικής ικανοποίησης, η γκ*φλα, γ. η απόλαυση. γλώσσα (η) : α. το όργανο της οµιλίας, β. το υποβοήθηµα ή όργανο για κάτι = 1. το υποβοήθηµα για να φορέσουµε τα παπούτσια, 2. το εξάρτηµα που τοποθετείται στο στόµιο των πνευστών (κλαρίνου, σαξόφωνου κτλ.) γ. γλουσσού = πολυλογού. γνουριµία (η) : α. η συνάντηση δυο νέων µε σκοπό το προξενιό, β. συνάντηση και επαφή δύο αγνώστων µέσω ενός κοινού φίλου, γ. Φράση : «έδουκα γνουριµία» = 1. συστήθηκα, 2. γνωρίστηκα, 3. έδειξα την ταυτότητά µου. γνώµ’ (η) : α. η λογική, β. η άποψη, γ. η σωστή κουβέντα, δ. γνουµκός (επίθ.) = 1. ο σοφός, 2. ο λογικός, 3. ο έχων σωστή κρίση, ε. γνουµκά = 1. τα µυαλωµένα λόγια, 2. το τελείως αντίθετο : τα σιουρδίτκα*, στ. Φράση : «µάν σι λείπ’ η γνώµ’» = κάνεις κάτι το παράλογο. γούβα (η) : α. η λακκούβα, β. το κοίλωµα, γουµάρ’ (του) : α. ο γάιδαρος, β. µετ. ο αναίσθητος, γ. ο σωµατώδης και ανθεκτικός άνθρωπος, δ. γουµάρα (η) = 1. το ξύλο των χασάπηδων, 2. χιαστί κατασκευή για το κόψιµο των µεγάλων ξύλων , 3. η αναίσθητη γυναίκα, ε. γουµαρνός (επίθ.) = 1. ο τεράστιος (φράσεις : «γουµαρνές κιφτέδις» = κεφτέδες µεγάλου µεγέθους, «γουµαρνή τσούρα» = µεγάλο πέος), στ. παιδικά παιχνίδια : «κουτσή γουµάρα», «γουµάρα του σκυφτάκ’», στ. Προέλευση : από το ελνστ. γοµάριον < αρχαίο γόµος = φορτίο, πηγή : ΑΠΘ. γουνατίζου (ρ.) : α. στηρίζοµαι στα γόνατά µου, γονυπετώ, β. προσκυνώ τα Θεία, γ. καταβάλω κάποιον, δ. δεν αντέχω στο φορτίο (οικονοµικό, ηθικό κτλ.) που επωµίσθηκα, ε. γουνάτζµα = 1. η Ιερή τελετή κατά την εορτή της Πεντηκοστής, 2. το πέσιµο µε τα γόνατα, στ.

Φράσεις : «έφαγιν ένα γουνάτσµα!» = ήρθαµε στα χέρια και τον νίκησα, «τν γουνάτσα!» = την γά**σα από πίσω. γούπους (ου) : α. πήλινος κεσές γιαουρτιού, β. (Παπασιώπης : γούπους = βάζο γλυκού για κέρασµα), γ. Προέλευση : από το ελνστ. γουβάς = λακκούβα, πηγή : ΑΠΘ. γουργουσιά (η) : α. οι περιδινήσεις του χαρταετού λόγω της αστάθειας του αέρα, β. η περιστροφική τροχιά των περιστεριών κατά την προσγείωσή τους, γ. ανώµαλη κίνηση και πέσιµο του ανθρώπου λόγω γλιστερού εδάφους, δ. Προέλευση : από το συνθ. γοργός +γύρος. γούρνα (η) : α. το όρυγµα, β. ο σκαµµένος λάκκος, γ. ο χώρος ενταφιασµού της σωρού, δ. Προέλευση : από το αρχ. γρώνη = τρύπα, βαθούλωµα, πηγή : ΑΠΘ. γούτους (ου) : α. αρσενικό περιστέρι που συνήθως δεν πετάει, β. προσβλ. µονόχνοτος άνθρωπος, γ. χαζός, άµυαλος, δ. ( Φράση : «είσι ντιπ γούτους» ). γράδου (του) : α. µονάδα µέτρησης των οινοπνευµατικών βαθµών, β. µετ. το γερό ποτήρι, ο µπεκρής, γ. γράδα (τα) = οι βαθµοί οινοπνεύµατος σε κρασί ή τσίπουρο, δ. γραδόµιτρου (του) = η συσκευή µέτρησης των βαθµών του κρασιού κτλ. ε. Προέλευση : από το ιταλ. grado, πηγή : ΑΠΘ. γραµµατίκ’ (του) : α. το ωδικό πουλί καρδερίνα, β. µετ. ή όµορφη δεσποινίδα, γ. γραµµατικιάις (ου) = ο ασχολούµενος από χόµπι µε τη σύλληψη και εκτροφή καρδερίνων ή άλλων ωδικών πτηνών. γραµµατζµένους (επίθ.) : ο µορφωµένος. γραµµατ’κός (ου) : α. ο γραµµατέας, ο γραφιάς, β. ο νοµικός, γ. ο λογιστής, δ. ο µορφωµένος άνθρωπος που εξυπηρετούσε τους µη γνωρίζοντες γράµµατα. γραµµένου (του) : α. το πεπρωµένο, β. το µοιραίο, γ. το αναπόφευκτο, δ. κάτι το ωραίο και πολύ όµορφο ( παιδάκι, ρουχαλάκι, στολίδι κλπ. ), δ. (Νιάνια : γραµµένα = κάλτσες στολισµένες µε ρίγες). γραµµένους (επίθ.) : α. ο ωραίος, β. ο καλλωπισµένος, γ. ο περιποιηµένος. γραπατσώνου (ρ.) : α. πιάνω δυνατά και απότοµα µε τα νύχια, β. αρπάζοµαι από κάτι απελπισµένα, γ. γραπατσώνουµι = 1. έρχοµαι στα χέρια µε κάποιον, δ. ( Τσότσιος = πιάνοµαι από κάπου µε χέρια και νύχια για να σκαρφαλώσω ). γράφου : α. γράφω, β. συντάσσω επιστολή, γ. ψωνίζω βερεσέ απ’ τον µπακάλη, τον χασάπη κτλ. (και τα γράφω στο µπακαλοτέφτερο). γρέκ’ (του). υπαίθριο καταφύγιο, β. πρόχειρη κατασκευή µε κλαδιά για προστασία, γ. πρόχειρος χώρος για στάβλισµα των προβάτων στο βουνό, δ. φυλαγµένο από τον αέρα παρατηρητήριο. γρένου (ρ.) : το «άνοιγµα» του µαλλιού µε την ειδική κατασκευή (lias : αποτελούνταν από ένα σκληρό κοµµάτι κορµού στο οποίο κάρφωναν µυτερά καρφιά στη σειρά όπως ή κτένα). γρέντα (επίρ.) : α. σέκος, β. ξαπλωµένος και ακίνητος. γρίβας (επίθ.) : ο γκρίζος. γρικώ (ρ.) : α. γνωρίζω, β. καταλαβαίνω, γ. Προέλευση : από το µσν. αγροικώ, πηγή : ΑΠΘ. γριντιά (η) : α. µακρύ ίσιο καδρόνι που στερέωνε στην κορυφή της σκεπής, β. ο στυλοβάτης, γ. µετ. ψηλός και λεπτός άνθρωπος. γριντώνουµι : α. πέφτω ξερός καταγής, β. αρρωσταίνω και πέφτω στο κρεβάτι, γ. γριντώνου = ρίχνω κάποιον καταγής. δ. δές και γρέντα*. γρούν’ (του) : α. γουρούνι, β. µετ. ο παλιάνθρωπος, β. (σηµ. lias : γενικά οι Κουζιανιώτις έτρεφαν µεγάλη … εκτίµηση για όλα τα ζώα, ήταν πολύ φιλόζωοι. Όταν θέλουν να βρίσουν, να ειρωνευτούν, να πειράξουν κτλ. κάποιον επιστρατεύουν τα ζώα για να αποδώσουν το ποιόν του : γουµάρ’, φουράδα, σκλί, γρούν, µουσκάρ’, πρόβατου, κατσίκα, σντρόµπλα, µισίρκα και όλο το υπόλοιπο βασίλειο των πτηνών, ερπετών και ζώων. Τα ψάρια αγνοούνται γιατί δεν γνώριζαν τι λογής είναι η θάλασσα κι έτσι δεν έχουµε : φώκια, φάλινα, ζαργάνα κτλ.), γ. γρουνίσιου = 1. χοιρινό κρέας, 2. ότι προέρχεται από το γουρούνι. γυρνώ (ρ.) : α. επιστρέφω κάποιο αντικείµενο, β. αλλάζω γνώµη (φράση «µη µι τα γυρνάς»), γ. αλλάζω την όψη του υφάσµατος κάποιου ρούχου, δ. περιφέροµαι, ε. ανταποδίδω, στ. αναστρέφω (γυρίζω το πάνω, κάτω ή το µέσα, έξω όπως π.χ. το ζυµάρι, το χωράφι, τον αρµόζµο κτλ., ζ. Φράση : «γυρνώ τα δαχλίδια» = διαλύω τον αρραβώνα, η. επιστρέφω από κάπου, θ. (σηµ. lias ο Δηµητράκος έχει 22 επεξηγήσεις στο γυρίζω ι. γύρα = 1. η βόλτα, 2. το κέρασµα της παρέας µε τη σειρά.

Δ

δαµάλα (η) : α. το µικρό µοσχάρι, β. Προέλευση : από το βυζ. δάµαλις, πηγή : Π.Λ.Μπ. δαµάσκου (του) : α. επίσηµο πορφυρό και χοντρό τραπεζοµάντιλο µε περίτεχνα ανάγλυφα σχέδια, β. Προέλευση : από την Δαµασκό της Συρίας. δαρµός : (ου) : α. το µπερντάχι, β. το χτύπηµα µε ξύλινη βέργα, γ. ο ξυλοδαρµός, δ. Προέλευση : από το αρχαίο δέρω, πηγή : ΑΠΘ. δγιάδιαρους (ου) : α. ο υδράργυρος, β. το θερµόµετρο. δγιάουλους (ου) : α. ο διάβολος, β. δγιαόλτσα = η συκοφάντρια, γ. δγιαουλόπλου = ατίθασο παιδί, συν. : χαλκουδαίµουνας*. δγιάρα και δυάρα (η) : α. επτάζυµο ψωµάκι, β. Προέλευση : από το εικοσάλεπτο νόµισµα που ήταν η τιµή του παλαιότερα. δγιάρ’ και δγιούρ’ (του). το διαµέρισµα δύο δωµατίων, β. ο αριθµός δύο π.χ. στα τραπουλόχαρτα. δγιόζµους (ου) : α. ο δυόσµος ή το άισµα*, β. Προέλευση : από το ηδύοσµος > εύοσµος. δειλνίζου (ρ.) : τρώω απογευµατινό πρόχειρο φαγητό. δειλνό (του) : α. το απόγευµα, το δειλινό, β. το απογευµατινό κολατσιό που συνοδευόταν µε µικρή εκδροµή, γ. δειλνώ (ρ.)= τρώω απογευµατινό. δείχνου (ρ.) : α. δείχνω, β. επαληθεύω, γ. κοινοποιώ αρραβώνα, δ. (σηµ. lias : οι νεοαρραβωνιασµένοι συνήθιζαν να κάνουν βόλτα µαζί µε τους γονείς τους για να επισηµοποιήσουν τον αρραβώνα). δέµουνας (ου) : α. ο υπέροχος, β. ο δυνατός, γ. ο δραστήριος, δ. ο διαβολικός. δέξιµου (του) : α. η υποδοχή επισκεπτών στο σπίτι, β. Φράση : «ίχαµι διξίµατα» = ήρθαν οι συµπέθεροι για να δώσουµε λόγο για τον αρραβώνα. δέξους (επίθ.) : α. ο δεξιός, β. ο ευνοϊκός, γ. ο βολικός. (τα) δέουντα : α. χαιρετίσµατα, β. τα πρέποντα, αυτά που αρµόζουν, γ. (σηµ. lias : στέλνουµε χαιρετίσµατα σε κάποιον µε τον προσήκοντα σεβασµό). διαβαδιά (η) : αυλάκι χωραφιού που γίνεται µε δύο τσαπίσµατα στο ίδιο µέρος για να γίνει το αυλάκι πιο βαθύ. διαβένου (ρ.) : α. περνώ, β. ξεπερνώ κάποιον σε κάτι, (φράση : «αυτόν τουν διαβένου!» = υπερέχω κάποιου), γ. προσπερνώ, δ. Φράση : «διάφκέ του αυτό του κουµµάτ’» = παράβλεψη σε κείµενο, δ. ξεπερνώ, ε. διασχίζω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο διαβαίνω = στέκοµαι µε τα σκέλια ανοιχτά, πηγή : ΑΠΘ. διάτανους (ου) : α. ο σατανάς, β. (σηµ. lias : λέγεται µε ηπιότερη έννοια από το «δγιάουλους»). διάφουρου (του) : α. το πλεόνασµα και κέρδος (λογιστ. Η θετική διαφορά αγορών – πωλήσεων και όχι εσόδων – εξόδων, γιατί εκεί έχουµε µεταφορικά, εισφορές, γεν. έξοδα κτλ.), β. η ωφέλεια που αποκοµίζεται από κάτι (φράση : «του πήρα διάφουρου» = ευχαριστήθηκα, ικανοποιήθηκα). διδυµάρκς (επίθ.) α. ο δίδυµος, β. ο ολόιδιος, γ ο σωσίας. δικανίκ’ (του) : α. το ξύλινο στήριγµα, β. το µπαστούνι, γ. το σκήπτρο, δ. το ραβδί, ε. η πατερίτσα, στ. Προέλευση : από το βυζ. δεκανοί = βυζαντινοί τιτλούχοι που έφεραν ξύλινη ράβδο, πηγή : ΑΠΘ. δικατχιανό (του) : το κολατσιό γύρω στις 10 το πρωί. δικράν’ (του) : δυνατό ξύλινο διχαλωτό αγροτικό εργαλείο που χρησιµοποιούσαν στα αλώνια για το λίχνισµα και κατασκευαζόταν µε ξύλο κρανιάς. διµάτ’ (του) : η δέσµη (άχυρων, κληµατσίδων κτλ.). δίξιµου (του) : α. η κοινοποίηση ανταλλαγής υπόσχεσης αρραβώνα, β. η επίδειξη, γ. η φιγούρα, δ. δίξαρς (επίθ.) = ο φιγουρατζής, ο επιδειξίας. διπλαρώνου (ρ.) : α. πείθω κάποιον να µε διευκολύνει σε κάτι, β. καταφέρνω να ωφεληθώ από κάποιον µετά από φορτική ενόχληση, γ. πλευρίζω. διρµατίσιου (του) : α. το τουλουµοτύρι, β. είδος τυριού που παρασκευάζεται µέσα σε ασκό από δέρµα κατσίκας, γ. διρµάτ’ (του) = το ασκί.

διρµόν’ και δερµόν’ (του) : α. µεγάλο αραιό κόσκινο για το καθάρισµα του σιταριού, β. διρµόνζµα (του) = το κοσκίνισµα, γ. (πηγή : Σιαµπανόπουλος). δισάκ’ (του) : α. διπλό ταγάρι ή σάκος για τη µεταφορά αγαθών, β. Προέλευση : από το διπλός + σάκος. δισπουτκό : α. το κτίριο όπου διαµένει ο Δεσπότης, β. (σηµ. lias : στην Κοζάνη το λένε και Μητρόπολη [από το Μητροπολίτης] διότι είναι το µητροπολιτικό µέγαρο). διφτιρίζου (ρ.) : α. περνώ για δεύτερη φορά κάποια αγροτική δουλειά (π.χ κόβω για δεύτερη φορά τις κορυφές των τρυφερών κλαδιών του αµπελιού, ξαναοργώνω το χωράφι κτλ.). δλιά : (η) : α. η δουλεία β, η εργασία, η δουλειά, γ. το χειρονακτικό επάγγελµα, δ. µετ. η ερωτική συνεύρεση, δ. Φράσεις : «τι δλιά φκιάντς;» = τι δουλειά κάνεις; «έφκιασάµι τ’ δλιά» = κάναµε έρωτα, ε. δλέβου (ρ.) 1. εργάζοµαι, 2. κοροϊδεύω κάποιον, 3. επεξεργάζοµαι. δόξα (η) : α. ή δόξα, β. το ουράνιο τόξα, γ. Φράση : «φάνκιν η δόξα» = βγήκε το ουράνιο τόξο (άρα σταµάτησε η βροχή). δούλους (επίθ.) : α. ο εργάτης σε κτήµα ή εργαστήριο κάποιου, β. ο υπηρέτης, γ. ο παραγιός ή το τσιράκι, δ. ο εργαζόµενος κάπου µε συνθήκες σκλάβου. δραγασιά (η) α. το παρατηρητήριο του δραγάτη, β. ή βίγλα*. δραγκόθκα : (ρ.) : α. πιάστηκα στη µέση µου, β. δράγκουµα = 1. το πιάσιµο, 2. η ψύξη, γ. Φράση : «κνούσιν αράδα του αλφάδ’ κι του σφυρί κι έκαµιν σουλάτσου µη δραγκουθεί η µέση τ’», πηγή : Α. Ρ. δράµ’ (του) : α. µονάδα βάρους ίση µε 3.20 γραµµάρια, β. (lias : 400 δράµια = 1 οκά = 1,280 κιλό). δρασκιλνώ : α. ξεπερνώ κάποιο εµπόδιο µε µεγάλα βήµατα ή µε πήδηµα, β. προσπερνώ. δρίµις και δρίµνις (οι) α. οι ηµέρες που θεωρούνται γρουσούζικες (αποφράδες) και αποφεύγεται κάθε εργασία, β. (σηµ. lias :το πρώτο τριήµερο του Μάρτη, το πρώτο οχταήµερο του Αυγούστου και νοµίζω ακόµη µία φορά το χρόνο), γ. Προέλευση : από το ελνστ. δρίµαι = κρύο < αρχαίο δριµύς, πηγή : ΑΠΘ. δρόκνου : α. το ροδάκινο, β. µετ. η ροδαλή κοπέλλα.

Ε
Λέξη που αρχίζει µε Έψιλον µετατρέπεται αυτόµατα σε Γιώτα ( Ι ) στα Κουζιανιώτκα. Έψιλον χρησιµοποιείται µόνο για παράγωγα των λέξεων ( χρόνοι, τύποι κλπ. ) Παραδείγµατα έβαξα : α. στέναξα, β. κουράστηκα πάρα πολύ, ( Αόριστος χρόνος ). ιεναντόνα : α. ένα σωρό, β. συνεχώς. ( Ηλ.Ν.Π. : στον Τιτέλη το βρήκα και εναντώνα ) ιέναργα : α. µε αργό ρυθµό, β. σιγανά. ιέντυσιν : α. η άσχηµη συνάντηση. ιέτσιαϊά : α. τοιουτοτρόπως. έφιξιν : α. φώτησε, β. ξηµέρωσε. ( Φράσεις : «να σι φέξου µνιάν» = να σου δώσω µια σφαλιάρα, «σ’ έφιξιν !» = µπράβο ήσουν τυχερός ! ). ( Αόριστος χρόνος ) Έντικα !!! : η µόνη λέξη που αρχίζει µε έψιλον στα Κουζιανιώτκα !!! Αµ δε. Είναι ΑΡΙΘΜΟΣ.

Ζ
ζάβα (η) : είδος συνδετήρα για το κούµπωµα των ρούχων, (πληθ. ζάβις). ζαβλάκουµα (του) : α. η στραβοµάρα, β. η χαζοµάρα, γ. η χαύνωση, δ. η κατάπτωσις (Δηµητράτος), ε. ζαβλακουµένους (επίθ.) = ο καταπονεµένος από δουλειά ή ασθένεια άνθρωπος, ο αποχαυνωµένος, στ. (σηµ. lias : από το βλάκας ).

ζαβός (επίθ) : α. ο ανάποδος, β. ο στραβός ή o λοξός, γ. ο αλλήθωρος, δ. ο στριµµένος, ε. ζαβώνου (ρ.) = στραβώνω, στ. ζαβιά (η) = 1. η δυσµενής εξέλιξη µίας κατάστασης, 2. η ζαβολιά, ζ. ζαβά (επίρ.) = στα τυφλά, (φράση : «άνοιξι τα ζαβά σ’» = άνοιξε τα µάτια σου), η. Προέλευση : από το µσν. ζαβός = αγκύλος, στρεβλός, πηγή : ΑΠΘ. ζαβλιάρας και ζαβγιάρς (επίθ.) : α. ο ζαβολιάρης, β. ζαβγιά (η) = 1. η παράβαση, 2. η ζαβολιά, 3. η αριστερή παλάµη, γ. Προέλευση : από το βυζ. ζάβολος = διάβολος, πηγή : ΑΠΘ. ζαβράν’ (του) : α. η αναµπουµπούλα, β. η µεγάλη κίνηση στο δρόµο, γ. το γενναίο ξυλοφόρτωµα, δ. (Μαλούτας : ο ξυλοδαρµός), ε. Προέλευση : από το τουρ. tavran = κουνιέµαι µε ζωηράδα, είµαι υπερκινητικός, πηγή Π.Λ.Μπ. ζαγάρ’ (του) : α. το κυνηγόσκυλο, β. ειρων. ο τιποτένιος άνθρωπος, γ. µετ. ο κατεργάρης, δ. Προέλευση από το αραβ. sakar, πηγή: ΑΠΘ. ζαγρί (του) : α. γέρος (κυρίως γριά) µε υπερβολική κινητικότητα, β. µπαµπόγρια, γ. (open20h): µπάµπου µε υπερβολική ζωντάνια, δ. Προέλευση : από το αγρίµι, πηγή : Π.Λ.Μπ. ζαΐµς (ου) : α. ο εισπράκτορας, β. ο επικαρπωτής επί τουρκοκρατίας, γ. Προέλευση : από το τουρκ. zaim, πηγή : ΑΠΘ. ζαϊρές (ου) : α. οι προµήθειες, β. τα εφόδια, γ. το απόθεµα κτηνοτροφών για το χειµώνα, δ. Φράση : «Φκιάσι του ζαϊρέ σ’» = φρόντισε για τις δικές σου προµήθειες, φρόντισε από µέρους σου. ζαΐφς (επίθ.) : α. ο αρρωστιάρης, β. ο φιλάσθενος, γ. ζαΐφκους (επίθ.) = 1. ο λεπτεπίλεπτος, 2. ο ανήµπορος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. zayif = άτονος. ζάκατα (τα) : α. µικροέπιπλα, β. ως επιρρ. ακατάστατα. ζακάτσα (ρ. στον αόρ.) : α. τα έκρυψα και τα έχασα, β. σάστισα και δεν µπορώ να βρω κάτι, γ. µπερδεύτηκα. δ. αναστάτωσα (ανακάτωσα) όλο το σπίτι για να βρω κάτι, (lias : Να το διερευνήσω – µου τόπε ο Ζ. Φίλιος ), ε. ζακάτζµα = το κρύψιµο, στ. (Μαλούτας : ζάκατα = άχρηστα αντικείµενα). ζακόν’ (του) : α. η συνήθεια, β. το έθιµο, γ. το ιδίωµα (Παπασιώπης), δ. (ΧΧ) = η κακιά συνήθεια. ζαλίκουµα (του) : α. το φόρτωµα των γαλικιών στα µουλάρια για τη µεταφορά της σοδιάς, β. ζαλκώνου (ρ.) = 1. αγγαρεύω, 2. φορτώνω, 3. επωµίζοµαι, γ. ζαλίκ’ (του) = 1. το φορτίο, 2. το βάρος των τύψεων, δ. ζαλικουµένους (επίθ.) = φορτωµένος, ε. (Μαλούτας : ζαλίκ’ι = το βάρος που σηκώνει ο άνθρωπος). ζαµανίσιους (επίθ.) : α. ο παµπάλαιος, β. ο πανέξυπνος, γ. (Μαλούτας : έξυπνος πιτσιρικάς, ο έµπειρος υπερήλικας), δ. ζαµάν’ = πολύ µεγάλο χρονικό διάστηµα, («χρόνια κι ζαµάνια ιέκαµα να τουν ιδώ»), ε. Φράση : «σκώθιν ένας αέρας ζαµανίσιους !», στ. Προέλευση : από το ζαµάνι = µεγάλο χρονικό διάστηµα, πηγή : Δηµητράκος. Ζαµάρα και Τζαµάρα (η) : α. ονοµασία γειτονιάς της Κοζάνης, β. (lias : βρίσκεται Ανατολικά του Πάρκου της Πλ. Ελευθερίας, πάνω από την οδό Γκέρτσου). ζαµπακώνου : (ρ.) : α. βουλώνω, β. µετ. κάνω έρωτα. ζαµπούκους (ου) : α. η κουφοξυλιά, β. η βρωµοξυλιά. ζαµπούνκους (επίθ.) : α. ο αδύνατος , β. (Μαλούτας : αδύνατος, ελαφρόβαρος, γ. το αδύνατο αιγοπρόβατο, δ. Προέλευση : από το ΚΒ zabunu = καχεκτικός. ζανάτ’ (του) : α. το επάγγελµα, β. η τέχνη για βιοπορισµό (όχι ο αγρότης ή ο κτηνοτρόφος), γ. Προέλευση : από το τουρκ. zanaat. ζαντούχας και σαντούχας (επίθ.) : α. ο ευαίσθητος, β. ο αρρωστιάρης, γ. ο µη µου άπτου. ζάπ’ και ζάφκ (του) : α. η σύλληψη, β. η χαλιναγώγηση, γ. η υποταγή, δ. το καπάκωµα, ε. το δάµασµα, στ. ζαπχιές (ου) = ο χωροφύλακας, ζ. Φράση : «τόκαµα ζάπ’» = το έπιασα, η. Προέλευση : από το τουρκ. zapti, πηγή : ΑΠΘ. ζάρ’ (επιφών.) : συνήθως : ζάρ’ – ζάρ – ζάρ = ζορίζω κάποιον, β. το σκάνιασµα, γ. Προέλευση: από το ζόρι, δ. (σηµ. lias : πολλοί το λένε και ζάρτ’) ζαράλ’ (του) : α. η αρρώστια, β. η σύµφορα, η ζηµιά, γ. το ελάττωµα, δ. η αναπηρία, ε. η αταξία, στ. ζαράλια (τα) = 1. τα µεγάλα βάσανα, 2. οι χρόνιες ασθένειες, ζ. Προέλευση από το αρχ. ζαραλίς = ασθένεια, πηγή : Π.Λ.Μπ. ζαρζαβάτ’ (του) : το φρέσκο λαχανικό (όχι φρούτο). ζαρίφς (επίθ.) : α. ο κοµψός στους τρόπους, β. ο ευγενής, γ. Προέλευση : από το τουρκ. zarif, πηγή : ΑΠΘ.

ζαρπόζ’ (του) : τσούλι κάτω από τη σέλα του υποζυγίου. ζαρώνου (ρ.) : α. µαζεύοµαι (από ντροπή ή από κρύο ), β. συµµαζεύοµαι, γ. ρυτιδιάζω, δ. τσαλακώνω. ζάφκ’ : α. το υποχείριο. ( Φράση : «τόκαµα ζάφκ’» = το οικειοποιήθηκα ), β. δες και ζάπ’*, ζαχαράτου (του) : α. η καραµέλα, β. τα γλυκά µε ζάχαρη (γλειφιτζούρι, φλόκα, µαστιχάτο κτλ ), γ. µετ. η γλυκιά κοπέλα, δ. ζαχάρουµα (του) = 1. η ερωτοτροπίες, το φλερτ 2. η κρυσταλλοποίηση των γλυκών του κουταλιού, ε. ζαχαρώνου (ρ.) = βάζω κάτι που επιθυµώ στο µάτι, στ. Φράση: «γκόλιαβου ζαχαράτου» = πολύ γλυκιά κοπέλα. ζαχαρένια (η) : α. η άνεση β. το γλυκό που γίνεται ή σκεπάζεται µε ζάχαρη, γ. η καλή ψυχική διάθεση, δ. το χουζούρι ε. Φράση : «µη χαλάς τ’ ζαχαρένια σ’» = µην ενοχλείσαι. ζαχιρές και ζαϊρές : (ου) : α. µεγάλη ποικιλία εδεσµάτων σε τραπέζωµα, β. (Μαλούτας : ζαχιρές = πολύ καλό φαΐ, σοφράς, τραπέζι µε καλούδια, γ. Προέλευση : από το τουρκ. zahire = σιτηρά, τρόφιµα, εφόδια, γ. (σηµ. lias : η σωστή προφορά είναι ζαϊρές). ζβάρνα (η) : δες σβάρνα*. ζβόµππουρδας (ου) : α. ο µπόµπιρας, β. µετ. ο αδαή που πετάγεται να πει τη γνώµη του, ο άσχετος, γ. η ξαφνική πορδή. ζβώ (ρ.) : α. ξεχρεώνω το χρέος ή την υποχρέωσή µου, β. σβήνω (το κερί, τη λάµπα κτλ.). ζγι (του) : α. το αντίβαρο, δηλ. το µεταλλικό υπόδειγµα µέτρου ζυγίσµατος, η στάθµη (οκά, δράµια κτλ.) που τοποθετούνταν στη ζυγαριά στην πλάστιγγα αλλά και το βαρίδι στο καντάρι, β. ζίγ’ (του) = 1. η ζυγισµένη ποσότητα κάποιου φορτίου, 2. το ζύγισµα, γ. ζγιά (τα) = το ζευγάρι των σχοινιών του χαρταετού όπου δένεται η κλωστή της ουράς. ζγιάζου : α. ζυγίζω, β. υπολογίζω βάρος, όχι µάζα ή όγκο, γ. σηµαδεύω, δ. υπολογίζω τα υπέρ και τα κατά,, ε. Φράσεις : «όι ζίασµα!» = µπράβο επιτυχία!, «ζγιάζ’ τς’ αλαφρές» = 1. είναι πόρνη, 2. είναι κίναιδος. «ζγιάζ’ απ´τς αλαφρές» = 1. ζυγίσει από την άλλη πλευρά του κανταριού και κλέβει στο ζύγισµα, 2. είναι κουτός και δεν καταλαβαίνει τίποτα, «άµα σι ζγιάσου µνιάν…» (απειλή) = αν σε χτυπήσω (δυνατά, όπως αν σε χτυπούσα µε το ζγί*), ζ. ζγιάσκιν (ρ.) = µέθυσε, η. ζγιάζιτι (ρ.) = προσπαθεί να περπατήσει ευθύγραµµα αν και µεθυσµένος, θ. ζγί = η ένωση τριών σχοινιών του χαρταετού, ι. Προέλευση : από το αρχαίο ζυγός, πηγή : ΑΠΘ. ζγκούρα (η) : α. η σκουριά, β. ζγκούρις = βρωµιές από σκουριές, γ. ζγκούρας (επίθ.) = βροµιάρης, δ. ζγκούραβους (επίθ.) = 1. ο σκουριασµένος, 2. ο µονίµως λερωµένος, ε. Προέλευση : από το αρχ. σκωρία, πηγή : ΑΠΘ. ζγκραβαλνώ (ρ.) : α. ξύνω, β. γρατσουνίζω. ζγκρουβάλα (η) : α. µεγάλος πετρωµένος σβώλος χώµατος, β. ξηραµένα κόπρανα βοοειδούς, γ. ζγκρουβαρλάκια και ζγκρουµπαρλάκια = 1. πετραδάκια, 2. βοτσαλάκια, 3. παιδικό παιχνίδι µε πέντε στρόγγυλα πετραδάκια. ζγκράνα (η) : α. γεωργικό εργαλείο µε µακρύ ξύλο και πολλά δόντια για τον καθαρισµό του χωραφιού από τα ξερά φύλλα και χόρτα, αλλά και το σπάσιµο των σβώλων, β. Προέλευση : από το γρατζουνώ, πηγή : ΑΠΘ. ζγκράντσµα (του) : α. το γρατσούνισµα, β. ζγκραντσταρά (η) = η γρατσουνιά, γ. ζγκρανίζου (ρ.) = 1. γρατζουνώ, 2. ξύνω το χωράφι µε τη ζγκράνα*. ζγώνου (ρ.) : α. κοντεύω (να φτάσω ή να τελειώσω), β. πλησιάζω, γ. (φράση : «ζγών’ οι απουκρές» = πλησιάζουν οι Αποκριές), γ. φτάνω. ζέρβους (επίθ.) : ο αριστερόχειρ. ζητλάρς (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. ο ζητιάνος, γ. ο αναξιοπαθών, δ. αυτός που δεν έχει αξιοπρέπεια, ε. ο ψευτοπερήφανος, στ. ζητλαργιά (η) = 1. η µιζέρια, 2. η αναξιοπρέπεια. ζίαζµα (του) : α. το ζύγισµα στις ζυγαριές µε τάσια (lias : στο ένα τάσι έβαζαν τα βαρίδια [τα δράµια] και στο άλλο τάσι το είδος για ζύγισµα. Το ζύγισµα ήταν ακριβές όταν οι δύο «πεταλούδες» ήταν ευθυγραµµισµένες), β. µετ. η επιτυχηµένη βολή στο κέντρο, δ. δες και ζγιάζου*. ζιάλτας (επίθ.) : ο πρόχειρα ντυµένος. ζιάµπα (η) : α. ο βάτραχος της στεριάς, β. ο γλοιώδης άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το σερβ. zaba, πηγή : Χ.Χ. ζιαµπόχιλου και ζαµπόχιλου (η) : µικρό, µαύρο χέλι εκτροφείου. ζιάµπρα (η) α. η σαύρα, β. η γουστερίτσα, ( πρασινογκούστερας* ). ζιάρ’ (του) α. η θράκα, τα πυρακτωµένα κάρβουνα, β. η χόβολη, γ. µετ. η ζεστή αγκαλιά, δ. η

ακτινοβολία της ζέστης που προέρχεται από τη σόµπα ή το τζάκι, ε. µετ. πολύ, πλήθος (Παπασιώπης), στ. Φράση : «έκαµάµι ιένα ζιάρ´ πιδιά» = κάναµε πολλά παιδιά (µεγάλη µονιασµένη οικογένεια). ζιάσκας (επίθ.): α. ζωηρό παιδί που έψαξε και βρήκε το γλυκό, β. Προέλευση: από το ζακατίσκα*, γ. (σηµ. lias : παλιότερα έκρυβαν σε απίθανα µέρη τα γλυκά του κουταλιού για να µην τα βρουν τα παιδιά και τα φάνε όλα, ώστε να έχουν κάτι να προσφέρουν στους επισκέπτες του σπιτιού). ζιαφέτ’ (του) : α. το γλέντι, β. το συµπόσιο, γ. η µεγάλη χαρά. ζιβζέκς (επίθ.) : α. ο παιχνιδιάρης, β. ο κουτοπόνηρος, γ, ο ανόητος, δ. Ο ξεροκέφαλος, ε. ο απειθάρχητος, στ. Προέλευση : από το τουρκ. zevzek, πηγή : ΑΠΘ. ζιγκουλέτα (η) : α. η απελευθερωµένη γυναίκα, β. ( γαλλ. …. πηγή : ΑΠΘ) . ζίγρα (η) : α. ο αγκαθωτός θάµνος, β. η βατσινιά, η βατοµουριά, γ. φράχτης αγρού µε αγκαθωτούς θάµνους, γ. ζίγρα (επίθ.) = µετ. η δεικτική, η κακόγλωσση γυναίκα. ζικέτα (η) : α. είδος πρόχειρου πλεκτού, µάλλινου ρούχου, β. η ζακέτα, γ. Προέλευση : από το γαλλ. jaquette, πηγή ΑΠΘ. ζίµ (του) : παιδικό παιχνίδι των αγοριών. ζιµπίλ’ (του) : α. µεγάλος κρεµαστός σάκος από χοντρό υφαντό, β. πλεκτό χορτάρινο καλάθι. ζίµπρα (η) : το παντελόνι των παλαιών Κοζανιτών που κούµπωνε στις γάµπες και έµοιαζε µε την κιλότα αυτών που παίζουν γκολφ σήµερα. ζιούντας και ζιούνταβους (επίθ.) : α. ο αρρωστιάρης, β. ο καχεκτικός, γ. αυτός που κρυώνει πολύ. ζιούλαβους (επίθ.) : α. ο παραγινωµένος, β. το µαλακό και νερουλό φρούτο, γ. ο ζουπηγµένος. ζιρβίνα (επίθ.) : όποιος –α έχει επιδεξιότητα στο αριστερό χέρι ή πόδι. ζιρβίτκια (η) : α. χτύπηµα µε το αριστερό χέρι ή πόδι, β. δυνατή σφαλιάρα µε το αριστερό χέρι, γ. ζιρβός και ζέρβους (επίθ.) = 1. ο αριστερός, 2. ο αριστερόχειρας. ζίρου και ζιούρου (επιφών.) : α. φουκαριάρα, β. καηµένη. ζίχνους και ζνίχους (ου) : α. το σβέρκο, β. ο αυχένας, γ. Προέλευση : από το αρχ. αυχήν, πηγή : Π.Λ.Μπ. ζλάπ’ (του) : α. το αγρίµι, β. ο ζωηρός, γ. ο λύκος (Δηµητράκος), δ. Προέλευση : από το αλβ. zullap, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252. ζλίγου (ρ.) : α. ζουπώ κάποιον, τον συµπιέζω, β. στριµώχνω, γ. στραµπουλίγω το χέρι ή το πόδι µου, δ. µετ. γαµώ, ε. ζλίξαρς (ου) = ο πούστης. ζµί (του) : α. ο ζωµός ή τα υγρά του φαγητού, β. η σάλτσα, γ. ο ζωµός, δ. η ουσία, το νόηµα µίας οµιλίας ή ενός κειµένου, δ. Φράσεις : «κιφτέδις µι ζµί» = κεφτέδες µε σάλτσα, [/i]«έβριξα κι λίγου ζµί»[/i] = µούσκεψα το ψωµί στη σάλτσα του φαγητού, «άκσέτουν, έχν ζµί αυτά π’ λέει!» = πρόσεξε αυτά που λέει γιατί έχουν µεγάλη σηµασία, ε. (σηµ. lias = σε αντίθεση µε τη γύρω περιοχή οι Κοζανιώτες λέγοντας ζµί εννοούν την κόκκινη σάλτσα του φαγητού και µάλιστα όχι µε τοµάτα αλλά µε κοκκινοπίπερο και σπάνια µε πελτέ, που την τρώνε βρέχοντας το ψωµί), στ. Προέλευση : από το αρχ. ζωµός πηγή : Π.Λ.Μπ. ζµπόµ’µπα (η) : α. το σκασιαρχείο, β. η κοπάνα, γ. (σηµ. lias : στα ιταλ. sbobba = µανέστρα µε άσχηµη γεύση, πηγή : ΑΠΘ, -- ίσως από συνήθεια των παιδιών κατά την Κατοχή να φεύγουν από το σχολείο, για να βρουν τροφή κοντά σε ιταλικά στρατόπεδα). ζµπόµµπουρδας (ου) : α. όποιος πετάγεται και µιλάει ξαφνικά. (φράση : «πιτάθκιν σά ζµπόµµπουρδα»), β. µετ. η µικρή πορδή, γ. (Μαλούτας : σβόµπουδρας = ο µπόµπιρας, ο µικρός που θέλει να µιµηθεί τους µεγάλους, από το σβόµπος+ούρδα), γ. (σηµ. lias : µάλλον από τη λέξη µπόµπιρας). ζµπόρσµα (του) : α. η σηµασία που δίνω σε κάποιον ή κάτι, β. η θετική αξιολόγηση, γ. η ικανότητα. ζµπουρίζου : α. µιλώ, β. λέω, γ. ( ΚΒ zboru = οµιλία, λόγος ), ζµώνου (ρ.) : α. ζυµώνω, β. ζµότρα (η) = 1. η γυναίκα που ζυµώνει, 2. όχι το σκαφίδι (κινητό) αλλά η σταθερή (µόνιµη) ξύλινη κατασκευή για το ζύµωµα, γ. ζύµουµα (του) = 1. η διαδικασία της µετατροπής του αλευριού σε ψωµί, 2. η ανάµειξη και οµοιογενοποίηση διαφόρων υλικών. ζνάρ’ (του) : α. µακριά µάλλινη ταινία υφάσµατος που τυλίγεται στη µέση, β. το ζωνάρι, γ.

ζνάρια (τα) = 1. η πέτρινες περιφράξεις γύρω από τους κορµούς των δέντρων (συνήθως ασβεστωµένες) για τη συγκράτηση του νερού, 2. σκουρόχρωµες µπορντούρες χαµηλά στους τοίχους για να µη λερώνεται ο υπόλοιπος. ζνίχους (ου) : δες ζίχνους*. ζντό (επιφών.) : α. ζητωκραυγή, β. Ζήτω, γ. (lias : χαιρετισµός των ποδοσφαιριστών προς τους φιλάθλους πριν αλλά και µετά τον αγώνα όταν ήταν νικηφόρος). ζντράγκ (ηχητ.) : α. τοις µετρητοίς, β. ο ήχος των νοµισµάτων στο ταµείο. ζντράνια (τα) : α. τα ανδρικά ρούχα, εσωτερικά του παντελονιού, που συγκρατούνται µε τη ζώνη, β. (Νιάνια : ζντράνια = τα φορέµατα, τα λευκά είδη, τα προικιάτικα), γ. (open20h = η ένωση πουκαµίσου και παντελονιού), δ. (βλαχ. strani = ρούχο). ζντρόµπλα (η) : α. η αγριόπαπια, β. µετ. η κουτή γυναίκα, γ. περιπεχτικά ο ελαφρόµυαλος – η, δ. (σερβ. dropla). ζούζουλου (του) : α. το ζωύφιο, β. το ζουζούνι, γ. µετ. ανυπάκουο και άτακτο µικρό παιδί, δ. µετ. ο ενοχλητικός, ε. Προέλευση : από το σλαβ. zuzel = σκαθάρι, πηγή : ΑΠΘ. ζούκακας και ζ’κακας (ου) : α. ο µικροκαµωµένος, β. ο ζωηρός, γ. ο σκανδαλιάρης µπόµπιρας, δ. (Μαλούτας : ίδια έννοια µε το τερζεβούλης, ζουρζουβίλτς). ζουκούµ’ (του) : η πικροδάφνη. ζουµπάς (ου) : α. µικρή βαριοπούλα, β. το εργαλείο των ξυλουργών για να χτυπούν τα καρφιά ώστε να µη φαίνονται, γ. ειρων. ο µικροκαµωµένος άνθρωπος. ζούµπους (ου) : α. εναέρια ανακατωσούρα και περιδίνηση µικροαντικειµένων, β. πέταγµα πολλών οµοειδών µικροαντικειµένων και διασκορπισµός τους στον αέρα. ζιούντας και ζιούνταβους : α. ο καχεκτικός, β. ο αρρωστιάρης. ζουρζουβίλτς (επίθ.) : το σκανδαλιάρικο παιδάκι. ζουρλός (επίθ.) : α. ο παρανοϊκός, β. ο τρελός, γ. ο παλαβός, δ. ο µανιακός, ε. ζουρλαµάρα (η) = η έµµονη µανία για κάτι (π.χ. µε το ποδόσφαιρο, µε τα γραµµατόσηµα κτλ.), ε. ζουρλαίνου (ρ.) = τρελαίνω, στ. Προέλευση : από το βενετ. zurlo = άστατος, ελαφρόµυαλος, πηγή : ΑΠΘ. ζουρµπαρλίκ’ (του) : α. η καταπίεση, β. η επιβολή µε το έτσι θέλω, γ. η αυθαιρεσία, δ. ζουρµπάς (επίθ.) = ο βίαιος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. zorbalik, πηγή : ΑΠΘ. ζουρνάς (ου) : α. µικρό πνευστό µουσικό όργανο µε οξύ ήχο, β. Φράση : «ίιι… τιλιφταία τρύπα πτουν ζουρνά !» = τιποτένιε. ζ’ρτ (επιφών.) : α. έκφραση για πείραγµα κάποιου, β. το ζόρισµα κάποιου, γ. ζάρτ’- ζάρτ’- ζάρτ, = το συνηθέστερο πείραγµα. ζ’στ (επιφών.) έκφραση για αποτυχηµένη προσπάθεια κάποιου. ζυγγί (του) : α. ο αναβολέας των αλόγων, β. Φράση : «είµι στου ζυγγί» = είµαι έτοιµος).

Η
Δεν υπάρχει λέξη µε Ήτα στα Κουζανιώτκα

Θ
θα : δεν υπάρχει θα στα κουζιανιώτκα για τον µέλλοντα χρόνο. Χρησιµοποιείται αντ’ αυτού το τα π.χ. "τα πααίνου" = θα πάω. θάβου και θάφτου (ρ.) : α. σκεπάζω µε χώµα, β. ενταφιάζω, κηδεύω, γ. συκοφαντώ, δ. χαντακώνω – ζηµιώνω κάποιον, ε. αποκρύβω κάτι. θάµα (του) : α. θαυµάσιο, β. υπέροχο, γ. θαύµα. θάρρουµ’ και θάρριµ’ (επιρ.) : α. ίσως, β. µήπως, γ. µπας και…, δ. συνών. µπάριµ’*. θαρρώ (ρ.) : α. νοµίζω, β. έχω τη γνώµη ότι … , γ. πιστεύω, δ. φαντάζοµαι, ε. υποθέτω, στ. έχω την εντύπωση.

θέρµ’ (η) : α. ο ψηλός πυρετός, β. η µεγάλη ζέστα στο δωµάτιο από το τζάκι, γ. ζεστή υποδοχή κάποιου, δ. ο ζήλος για κάτι. θέρµασ’ (η) : α. η θερµότητα που εκπέµπει η σόµπα ή το τζάκι, β. το ζεµάτισµα από καυτό υγρό. θέρους (του) : α. ο θερισµός, β. το καλοκαίρι. θηριακή (η) : α. υπνωτικό φάρµακο ( Παπασιώπης ), θιά και θχιά (η) : α. η θεία, β. (lias : «τζιτζίκου» είναι η ηλικιωµένη θεία ) θιρίσκα (ρ.) : α. έπαθα τροφική δηλητηρίαση, β. έχω έντονες στοµαχικές διαταραχές. θιρµάρ’ (του) : α. µικρό χάλκινο σκεύος που τοποθετούνταν στο εσωτερικό του τζακιού για να έχουν συνεχώς ζεστό νερό, β. µικρό γκιούµι ( Παπασιώπης ), γ. θιρµάστρα (η) = η τσιµπίδα για το ανακάτεµα των ξύλων στην θερµάστρα, δ. ( Προέλευση : από το Μεσαιωνικό θερµάριον, Πηγή : Κατσάνης, ΙΝΒΑ, σελ. 247 και µετά ). θιρµασιά (η) : α. ο υψηλός πυρετός, β. το µαγκάλι. θιρµένου (ρ.) : α. ζεσταίνω, β. καίω, γ. ξηραίνω (για φυτά), θλιά (η) : α. η θηλιά µε σκοινί, β. θλιάσκα (ρ) τυλίχτηκα µε σχοινί. θλίκ’ (του) : α. κουµπότρυπα, β. θλικώνου (ρ.) = 1. κουµπώνω, 2. πιάνω κάποιον σε παγίδα. θράψους (ου) : α. ρόφηµα φύλλων ή/και καρπών του φυτού µελιά ή φράψος, θύρα (η) : α. η εσωτερική πόρτα, β. η πόρτα του δωµατίου.

Ι
Ί. (στιγµιαίο επίφών.) : η απόρριψη αυτών που ακούγονται ή γίνονται. Ιίίί... (συρόµενο επιφών.) : ο θαυµασµός. ιά (συνοδεύεται µε κίνηση χεριών) : α. να τόσο, β. τόσο δα, γ. ορίστε (µε αγένεια). ιάτουσιά (επίρ.) : νά τος (Παπασιώπης). Ιβγένα (η) : η Βιέννη της Αυστρίας, όπου υπήχε µεγάλη παροικία Κοζανιτών επί τουρκοκρατίας. ιβγιλιά : (τα) : α. η ορχήστρα εγχόρδων, β. γενικώς η ορχήστρα, γ. τα όργανα της λαϊκής ορχήστρας (Νιάνια). ιγραίνουµι (ρ.) : α. ιδρώνω, β. δροσίζοµαι, γ. βρέχοµαι. ίδγιασµα (του) : α. το πέρασµα του στηµονιού στον ιστό του αργαλειού, β. Προέλευση : από το διάζοµαι, πηγή : Κατσάνης, ΙΝΒΑ, σελ 247. ιδώια (επίρ.) : α. σ’ αυτό το σηµείο, β. εδώ πέρα. ιδώθι (επίρ.) : α. πιο εδώ, β. προς τα εδώ, γ. από τότε ως τώρα (φράση : «απ’ του ’12 κ’ ιδώθι» = από το 1912 και µετά). ιέναντόνα (επίρ.) : α. συνεχώς, β. ένα σωρό, γ. αδιάκοπα, διαρκώς, δ. (lias : στο Τιτέλη και τον Παπασιώπη το βρήκα εναντώνα και κάποιος µου το εξήγησε ως «αντιθέτως – απεναντίας »). ιέναργα (επίρ.) : α. σιγανά, σιγά - σιγά, β. µε αργό ρυθµό, γ. χωρίς βιασύνη. ιέντυσιν (η) : α. το λέµε για απροσδόκητη και δυσάρεστη συνάντηση, β. το µπλέξιµο, η εµπλοκή (δες και ντέσ’*). ιέτσιαϊά (επίρ.) : α. νά έτσι, β. µ’ αυτό τον τρόπο, γ. τοιουτοτρόπως. ικείθι : (επίρ.) : α. πιο ’κεί, β. προς τα ’κεί. ιλέκ και γιλέκ’* (του) : α. το γιλέκο, β. το αµάνικο ρούχο πάνω από την πουκαµίσα, γ. Προέλευση : από του τουρ. yelek. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. ιλιάτσ’ (του) α. το εµπειρικό ή πρακτικό φαρµακευτικό παρασκεύασµα, β. (Παπασιώπης =

γιατροσόφια, φάρµακα), γ. Προέλευση : από το τουρ. ilac. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. δ. Δηµητράκος από το ίλαος και ιλασθήσοµαι = εξιλεώνω, καταπραΰνω, ε. (σηµ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ). ιλλινικούρις (οι) : εξεζητηµένες λέξεις που ενώ αγνοούµε το νόηµά τους τις εκστοµίζουµε για να φανούµε σπουδαίοι και, συνήθως γινόµαστε καταγέλαστοι. ιµάν’ (του) : α. το φιλότιµο, β. το έλεος, γ. Φράση : «δεν έχ’ ιµάν αφτός!» = είναι σκληρόκαρδος. ιµιράδ’ (του) : α. το εξηµερωµένο ζώο, β. ξυλεία από φυτεία (συνήθως χωρίς ρόζους). Ιντζέκαρας (ου) : α. ο Αλιάκµων ποταµός, β. ο ποταµός που έχει ακανόνιστη ροή νερών. ιντζές (ου) : α. χλόη προοριζόµενη για ζωοτροφή, β. το ξεραµένο τριφύλλι, γ. η ζωοτροφή. ιντικάµνια (τα) : α. η ανταπόδοση µε το ίδιο νόµισµα, µε τον ίδιο τρόπο, β. η εκδίκηση. ιντιρέσου (του) : α. το κέρδος, β. το ενδιαφέρον, γ. το διάφορο, δ. Προέλευση : από το αγγλ. interesting, πηγή : Π.Λ.Μπ. ιντσάφ’ (επιφ.) : α. νισάφι, β. φτάνει πιά! ιξιτάζου (ρ.) : α. δίνω σηµασία σε κάτι (οιωνό, σηµάδι κτλ.), β. Φράση : «φλάξ’ αυτός τα ιξιτάζ’ αυτά!» = πρόσεχε, αυτός δίνει µεγάλη σηµασία, τα ελέγχει. ιπιτιώργια (επίρ.) : α. πριν από λίγο, β. πρωτύτερα, γ. νωρίτερα, δ. εδώ και λίγη ώρα. ιπρουψές (επίρ.) α. προχθές το βράδυ, β. προψές (Παπασιώπης). ιργαλεία : (τα) : α. τα σύνεργα του τεχνίτη, β. µετ. τα γεννητικά όργανα. ιρίφς (επίθ.) : α. ο κακοµοίρης, β. ο φουκαράς, γ. ο ανόητος, δ. ο ψεύτης, ε. ο κουτοπόνηρος, στ. Προέλευση : από το τουρκ. erif, πηγή : ΑΠΘ. Ίσιουµα : (του) : α. ο χώρος στο µέσον της Νότιας πλαγιάς του Ψηλού Αηλιά, β. ο επίπεδος χώρος, γ. η ισοπέδωση, δ. Φράση : «τα πήρις όλα ίσιουµα» = τα ισοπέδωσες όλα. ισκιάδ' (η) : α. η σκιά, β. πλατύγυρο, ψάθινο, αγροτικό καπέλο, γ. ίσκιουµα (του) = 1. το σκιερό µέρος, 2. η ανήλια στροφή πρίν την Καστανιά, το ανήλιο, 3. το φάντασµα, το στχειό*. ίσκνα (η) : α. το βαµβάκι κακής ποιότητας, λερωµένο, β. φλοιός οξιάς για προσάναµµα, γ. παράσιτο στον κορµό της αµυγδαλιάς, δ. Προέλευση : από το λατ. esca. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253. (σηµ. lias : Βρήκα στο Δηµητράτο το παράσιτο ύσκα ή ίσκα, αλλά επίσης άκουσα τη φράση όπου υπάρχει αποδοκιµασία : "ίσκνα κι παλιουβάµπακου!…"). ισνάφ’ (του) : α. η συντεχνία, β. Προέλευση : από το τουρ. esnaf , πληθ. του sinif = συντεχνία, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, γ. (σηµ. lias : ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ : ίδε Δηµητράτος : συνάφεια = άµεση σχέση, συνένωση, σύνδεση. (lias :Τα κάναµε όλα τούρκικα… σέρβικα, κουτσοβλάχικα…. Άντε µην πώ καµµιά βαρειά κουβέντα…. ). ιτζιούκ’ (του) : α. το σουτζούκι, β. δες σιουτζιούκ’*. ιχούµινους (επίθ.) : ο εύπορος. ιχράµ’ (του) : α. µάλλινο κλινοσκέπασµα (συνήθως υφαντό), β. υφαντό στρωσίδι, γ. (Παπασιώπης : µάλλινα στρωσίδια, κλινοσκεπάσµατα, υφαντά. Και στη σελ. 100, 8β = Χράµια. Όµοια µε τα κιλίµια αλλά πολύ λεπτότερα. Τα χρησιµοποιούσαν κυρίως ως σκεπάσµατα ντιβανιών, µιντεριών κλπ. Λ. τουρκ.) δ. (σηµ.lias : Χρησιµοποιούνταν σαν σκεπάσµατα αλλά και σαν καλύµµατα του ντιβανιού. Τα παλιωµένα στρώνονταν στο πάτωµα, ιδιαίτερα το χειµώνα, για να συγκρατούν τη ζέστη), ε. Προέλευση : από το τουρκ. ihram, πηγή : ΑΠΘ.

καβαΐσ’ (του) : α. ο έµπιστος, β. ο φύλακας, γ. ο επιστάτης, δ. (Τιτέλης : …ου Μήτσκας π'τουν ίχιν καβαΐσ’ ου Κώτσιους….). καβάκ’ (του) : η λεύκα. καβαλκούρου (η) : α. το αγοροκόριτσο, β. µετ. η πόρνη. καβουρµάς (ου) : α. παρασκεύασµα χοιρινού κρέατος, β. καβουρντισµένο χοιρινό κρέας που διατηρείται σε τσουκάλι και είναι σκεπασµένο µε λίπος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kavurma, πηγή : ΑΠΘ. καγκάνας (αντων.) : α. κανένας, β. ουδείς, γ. (Παπασιώπης : µόνο επί αρνήσεως). καγκαµνιάφουρας (επίρ.) : ποτέ των ποτών, β. µε καµιά κυβέρνηση, γ. καµιά φορά.

καγκέλ’ : α. (ΑΡ « αµά αυτοί νιέ σκόρδου ιέφαγαν νιέ σκουρδές βρουµούσαν, δεν σταµατούσαν τα καγκέλια.»). (τα καµώµατα ; ) (lias : αυτή τη λέξη δεν µπόρεσα να µου εξηγηθεί από κανένα). καγκιλουτό (του) : α. εργόχειρο µε δαντελωτή µπορντούρα, β. συνών. τσιγκιλουτό*. καδίσιου (του) : α. τυρί φέτα βαρελίσια, (όχι τελεµές = τυρί σε λαµαρινένιο δοχείο), β. καδί (του) = 1. το ανοιχτό ξύλινο, µακρόστενο και όρθιο δοχείο που σκεπάζεται µε κινητό καπάκι, 2. (σηµ. lias : εκεί χτυπούσαν το γάλα για να βγει το βούτυρο αλλά και υπήρχε και παρόµοιο δοχείο µε κάνουλα στο κάτω µέρος όπυ έβαζαν τα λάχανα για την αρµιά), γ. Προέλευση : από το κάδος. κάζ’ : δές κότσια*. καζαναργιό (του) : α. ο χώρος που είναι στηµένο το καζάνι του τσίπουρου, β. (σηµ. lias : παλιότερα, που δεν υπήρχαν τα πλυντήρια οι νοικοκυρές χρησιµοποιούσαν τον χώρο αυτό για το πλύσιµο της µπουγάδας επειδή εκεί µπορούσαν να ζεστάνουν άφθονο νερό). καζάντζµα (του) : α. η απόκτηση πλούτου, β. καζαντίζου (ρ.) = πλουτίζω, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kazandim<από το περσ. kazanmak, πηγή : ΑΠΘ. καζάς (ου) : διοικητική περιφέρεια (επαρχία) µέρος του βιλαετιού (νοµού – ευρύτερης περιοχής) που διοικείται απ’ τον καϊµακάµ’. καζίκ’ (του) : α. το παλούκι, β. η απροσδόκητη κακοτυχία, γ. η αποτυχία, δ. το κάζο, ε. τν καζικώνου (ρ.)= 1. την κοπανάω, 2. αποφεύγω κάτι, στ. Φράση : «έπαθα ιένα καζίκ’!» = έπαθα µία ζηµιά! ζ. Προέλευση : από το τουρκ. kazik = παλούκι, πηγή : ΑΠΘ. καθαρνώ (ρ.) : α. απαλλάσσω από βρωµιές, β. ξεφλουδίζω, γ. ξεδιαλέγω από τα άχρηστα τα καλλίτερα (π.χ. κρεµµύδια, πατάτες), δ. µετ. δολοφονώ. καϊκιώνου (ρ.) : α. ανταλλάσσω βρισιές, β. γίνοµαι κακός, γ. κρατώ κακία, δ. κρατώ µούτρα, ε. θυµώνω, καϊλάς : ……… ( Φράση : « να φκιάσου πύργουν κι καϊλάν …» ) (lias : ?). καϊµές (ου) : το άχρηστο, υποτιµηµένο χαρτονόµισµα. καϊπκιώνου (ρ.) : α. κρύβω, β. σκεπάζω, γ. φυγαδεύω, δ. κρύβω επιµελώς κάτι σε σηµείο που να θεωρείται χαµένο, ε. (Παπασιώπης – Ζ. Φ. : φράση : «τ’ αράτσα, τ’ αράτσα, καρακαϊπχθιώθκιν» = το έψαξα , δεν το βρήκα, µαύρο χώµα τόφαγε). κακάβ’ (του) : α. µικρό χάλκινο δοχείο µε ένα χερούλι στην άκρη για τη µετάγγιση αλλά και τη µεταφορά υγρών, (πχ. γαλατιέρα), β. (σηµ. lias : στο Δηµητράκο βρήκα το ελληνστ. κάκαβος), γ. Προέλευση : από το αρχ. κακκάβη = τρίποδο δοχείο, πηγή : ΑΠΘ. κακάλ’ : α. το λειρί της κότας, β. µετ. ζαρωµένος όρχις. κακανέλια (τα) : α. τα ζαχαρωτά, β. οι ξηροί καρποί, γ. τα µπισκοτάκια, δ. οι καραµέλες, ε. (σηµ. lias : γενικά τα τραγανιστά φαγώσιµα που προκαλούν θόρυβο όταν τρώγονται), στ. µετ. τα ηχηρά γέλια. κακαράτζις (οι) : α. οι ξεραµένες λάσπες ή βρωµιές στα ρούχα, β. µικρά κόπρανα ζώου (των προβάτων και των γιδιών). κακάρουµα (του) : α. ο ξαφνικός θάνατος, β. κακαρώνου (ρ.) = υπερβολικός φόβος, γ. Φράση : «τα κακάρουσιν» = πέθανε. κακούν’ (του) : α. η µεγάλη συµφορά, β. ο υψηλός πυρετός, γ. Φράση : «κάκουν τ’ κάκ’» = κακήν κακώς. καλά (τα) : α. τα γιορτιάτικα ρούχα, β. οι προκοµµένες πράξεις. καλαµίδ’ (του) : α. το κόκαλο της κνήµης, β. µετ. ψηλός και αδύνατος άνθρωπος, γ. µακρύ καλάµι. καλαµπαλίκ’ (του) : α. συγκέντρωση µεγάλου πλήθους ανθρώπων, β. οχλαγωγία, γ. σωρός αχρείαστων αντικειµένων, δ. συρφετός, ε. Προέλευση : από το τουρκ. kalabalik, πηγή : ΑΠΘ. καλαούσους (ου) : α. ο επικεφαλής της παρέας (Πιτένης), β. ο οδηγός, γ. καλαούης = 1. ο κολαούζος, 2. υποζύγιο που πήγαινε µπροστά και οδηγούσε τα άλλα (Χ.Χ.). καλαφάτζµα : α. το πάκτωµα, το γέµισµα των κενών των αρµών µε ξένη ύλη (βαµβάκι, στόκο κτλ.), β. η στεγανοποίηση ξύλινων κατασκευών (βαρέλι, καδί, βάρκα, κτλ.), γ. µετ. η ερωτική πράξη. καλέµ’ : α. η σµίλη (µυτερό σιδερένιο εργαλείο για τον µαρµαρά ή και τον ξυλουργό), β. µονάδα µέτρησης επιφάνειας (φράση : «Τ’ν έταξιν πέντι καλέµια χουράφ’ κι δγιό φτιά»), γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάλαµος, πηγή : ΑΠΘ.

καλίγουµα : α. το πετάλωµα των ζώων, β. µετ. η ερωτική πράξη, γ. καλιγώνου (ρ.) = α. πεταλώνω, 2. µεταφ. γ**ώ, δ. Προέλευση : από το ελνστ. καλλίγη = παπούτσι, πηγή : ΑΠΘ # Δηµητράκος. καλίνγκα (η). το ρόδι, β. καλινγκιά (η) = η ροδιά. καλιστάδις (οι) : α. οι νεαροί που ορίζονταν από τους οικείους των νεόνυµφων από κοινού, να προσκαλέσουν τους χαρότδις* (δες χαρότς*) στο γάµο, β. (σηµ. lias : συνήθως την Πέµπτη και την Παρασκευή πριν από το γάµο). καλούδγια (τα) : α. τα ευπρόσδεκτα δώρα (γλυκά, παιχνιδάκια κτλ. που προκαλούν χαρά, ιδίως στα παιδιά), β. τα αγαθά του σπιτιού, γ. Φράση : «ιέχουµι ένα σωρό καλούδια!» =δεν µας λείπει τίποτε. καλπάκ’ (του) : α. γυναικείο κάλυµµα του κεφαλιού, β. καπέλο χωρίς γύρο από τσόχα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kalpac, πηγή : ΑΠΘ. καλτσιούνια (τα) (πάντα στον πληθ. γιατί ήτανε ζευγάρι) : α. οι µάλλινες πλεχτές και χοντρές κάλτσες ως τον αστράγαλο, για χρήση εντός του σπιτιού, β. Προέλευση : από το ιταλ. calza, πηγή : ΑΠΘ. καλτσούκ’ (του) : α. άµαξα µε σιδερένιες ρόδες καλυµµένες µε λάστιχο για να µην κάνουν θόρυβο, β. ([Χ.Χ.] = άµαξα µε ένα, δύο ή και τρία άλογα), γ. Προέλευση : από το γαλλ. caoutchouc, πηγή : X.X. κάλφας (ου) : α. ο αρχιµάστορας (σε οικοδοµή), β. ο τεχνίτης (για ράφτη ή παπουτσή). κάµα (του) : α. η ζέστη, β. Προέλευση : από το αρχ. καύµα, πηγή : Π.Λ.Μπ. καµάρουµα (του) : α. η περηφάνια, β. η εκδήλωση ικανοποίησης για κάτι προσωπικό, το καµάρι, γ. µετ. ο θάνατος, (φράσεις : «τς καµάρουσιν», «καµάρουσιν τς µασκαρέτις» = πέθανε, (σηµ. lias : από την εντύπωση που δίνει ο νεκρός πως κοιτάει τις άκρες των παπουτσιών του). καµόσους (αντων.) :α. αρκετός, β. µπόλικος. καµπάθκους (επίθ.) : α. ο ακατέργαστος, β. µετ. ο κεκές, ο τσιβδός, γ. ο χοντροκοµµένος , δ. ο παράφωνος, ε. καµπάθκου (του) = πυκνοϋφασµένο, χοντρό ρούχο. καµπαρντίζου (ρ.) : α. καµαρώνω, β. περιαυτολογώ, γ. περηφανεύοµαι. κάµπουθινά (επίρ.) : πουθενά. καµπόσους (ου) : α. ο φιγουρατζής, β. καµπώς = αδύνατον, γ. Φράση : «µπρε καµπώς» = µε τίποτα, αδύνατον. κάναγκιρίσιους και κανανκιρίσιους (επίθ.) α.. παλιοκαιρίτικο, β. από παλιά, γ. περασµένης εποχής, δ. παλιοµοδίτικο, ε. ρετρό. κανακιέυου (ρ.) : α. χαϊδεύω, β. φροντίζω υπερβολικά (ιδίως µικρό παιδί ή γέροντα), γ. κάµω όλα τα χατίρια σε κάποιον. κάνας και κανγκάνας (αντων.) : κανένας. κανάτ’ (του) : η πήλινη κανάτα, β. Προέλευση : από το λατιν. cannata, πηγή : ΑΠΘ. κανάτ’ (του) : α. το συµπαγές φύλλο του παράθυρου ή της δίφυλλης πόρτας χωρίς γρίλιες, β. τα πλαϊνά παράπετα του κάρου που άνοιγαν στα πλάγια για να είναι η καρότσα πιο ευρύχωρη, γ. Προέλευση : από το τουρκ. kanat, πηγή : ΑΠΘ. κανέστρα (η) : α. το πανέρι, β. πλατύ και ρηχό καλάθι χωρίς λαβές, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κάνιστρον, πηγή: ΑΠΘ. κανίσ’ : (του) α. το δώρο που προσφέρεται σε µικρό πανέρι, σκεπασµένο µε κεντητό ύφασµα σε επίσηµες περιστάσεις (γάµους, βαπτίσια, αρραβώνες κτλ.), ήταν συνήθως είδη χρήσιµα για το νέο νοικοκυριό ή είδη ρουχισµού (σηµ. lias : αν τα δώρα ήταν εδώδιµα – γλυκά, ποτά, µεζέδες κλπ – λέγονταν πεσκέσια* και προσφέρονταν στις γιορτές κυρίως, αλλά και τα γεννητούρια), β. κανίσια (τα) = τα δώρα που κάνουν στο γάµο κάποιου ζευγαριού, γ. Προέλευση : από το αρχ. κανίσκιον = καλαµένιο καλαθάκι, πηγή : ΑΠΘ. κανουνάρχσµα (του) : α. η συµβουλή, β. το δασκάλεµα, γ. το ψάλσιµο κάποιου προς υποβοήθηση του κυρίως ψάλτη, δ. (σηµ. lias : εκκλησιαστικά = οδηγία ή υποβολή του ιερέα προς τον ψάλτη για τον τόνο ή/και τη σειρά της Ακολουθίας). καντάρ’ (του) : α. είδος ζυγού χωρίς τάσι αλλά µε τρεις γάντζους και µε αντίβαρο σιδερένιο βαρίδι, β. µέτρο βάρους ίσο µε 44 οκάδες (σηµ. lias : 58 κιλά περίπου), γ. κανταρόξυλου (του) = το ξύλο όπου κρεµούσαν το καντάρι για το ζύγισµα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κεντηνάριον, λατιν. centenarium = εκατό ουγγιές, πηγή : ΑΠΘ ).

καντίλα (η) : α. το καντήλι, β. ίχνος λαδιού στη σούπα, γ. το πετυχηµένο πέταγµα του χαρταετού (όταν µένει ακίνητος στον ουρανό), γ. το µεγάλο καντήλι των εκκλησιών. καντιλίνα και καντηλίνα (η) : α. το φασκόµηλο, β. το βότανο σάλβια η φαρµακευτική, γ. Φράση «µαζών' καντιλήνα» = είναι κίναιδος, δ. Προέλευση : από το καντήλι γιατί η εµφάνιση από µακριά θυµίζει αναµµένο καντήλι. κάντιλουιός (επίθ.) : α. κάθε κακής ποιότητα πράγµα (φαγητό ρούχο κτλ.), β. µετ. ο άσχηµος. καντίπουτα και κάνκαντίπουτα (αντων.) : τίποτε απολύτως. καπαµάς (ου) : είδος φαγητού µε κρέας αρνιού και σάλτσα. καπνούσκου (η) : α. η καπνίστρια, β. η εργάτρια στην καπνοπαραγωγή, γ. φτωχιά εργαζόµενη κοπέλα που δέχονταν σεξουαλικές παρενοχλήσεις στα χωράφια. καπσαλιάς : α. ο κακόµοιρος, β. καψαλιάρου = η γυναίκα από τον Κρόκο … ,( Ηλ.Ν.Π. : το χωρατό λέει πως οι Κροκιώτισσες όταν πήγαινα στα χωράφια δεν φορούσαν ποτέ βρακί. Μία οµάδα γυναικών έβαλε φωτιά για να κάψει τις καλαµιές, δεν πρόσεξε και κάηκαν οι τρίχες του ….τους). καρά (επίθ.) : α. τα µαύρα αλλά και τα άσχηµα, β. καράς (ου) = 1. το µαύρο άλογο, 2. µετ. το τραίνο που λειτουργεί µε κάρβουνα, γ. καρά (η) = η καρυδιά, δ. οι Καρές = η γειτονιά γύρω από τη σηµερινή πλ. Παπαγιάννη επί της οδού Παύλου Μελά όπου υπήρχε και η οµώνυµη βρύση, ε. Προέλευση : από το καρέα = καρυδιά Δηµητράκος. καραβαντσιότκα (επίρ.) : α. ρίξιµο πέτρας σε µακρινή απόσταση (και µάλιστα µε ξεχωριστό τρόπο ρίψης έχοντας το χέρι πλάι στο µηρό και χωρίς να σηκωθεί ψηλά), β. (Παπασιώπης : ρίξιµο της πέτρας µε αιώρηση του χεριού κατά µήκος της µασχάλης). καραγάτσ’ (του) : α. η φτελιά, β. το ξύλο της φτελιάς που είναι εξαιρετικά σκληρό. καραδόντας (επίθ. ) : άνθρωπος µε άσχηµα ή στραβά δόντια. καρακαϊπκιώνιου (ρ.) : α. κρύβω πολύ καλά, β. παραχώνω. καρακόλ’ (του) : α. ο αστυνοµικός, β. η αστυνοµική περιπολία, γ. η σκοπιά, δ. το αστυνοµικό φυλάκιο, ε. Προέλευση : από το βενετ. caraguol, πηγή : ΑΠΘ. καρακουσ’κά (τα) : α. τα ακατανόητα, β. τα ακαταλαβίστικα λόγια, γ. φράσεις που λέγονταν επίτηδες αλλοιωµένα για να µην καταλαβαίνονται από τρίτα πρόσωπα, δ. (σηµ. lias : στην παλιά Κοζάνη κάθε οµάδα [γειτονιά, παρέα κτλ.] είχε το δικό της συνθηµατικό τρόπο για να συνεννοείται. ´Ισως γι αυτό υπάρχουν και πολλές λέξεις στο ιδίωµα που δυσκολεύουν την κατανόησή του), ε. Προέλευση : από το σύνθ. καρά+ακουστικά. καραµπάσκου (του) : α. το µαύρο αρνί, β. Προέλευση : από το τουρ. karabas. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. καραµπέρας (επίθ.) : α. ο ηλικιωµένος, β. ο γκριζοµάλλης, γ. καραµπέρκου (του) = ράτσα περιστεριών. καραµπουιά (η) : α. µαύρη µπογιά, β. η σκούρα µπογιά γενικώς, γ. µετ. ο µελαψός ή ό έχων κατάµαυρα µαλλιά. καραµπουρνάτου (του) : α. η σόδα του φαγητού, β. Προέλευση : από το γαλλ. carbonate, το ιταλ. carbonato. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 254, γ. (Παπασιώπης : ανθρακικόν άλας). καραµπουρτσιάκ’ (του) : α. ο βίκος, β. χόρτο για ζωοτροφή, η ρόβι, γ. η αλεσµένη ζωοτροφή (Καραντάνας, κτηνοτρόφος από τη Σκ’ρκα). καραντάνα (η) : α. µεγάλο χάλκινο και βαρύ αντικείµενο (µε ιδιαίτερο ήχο), β. µικρής αξίας αλλά µεγάλου µεγέθους νόµισµα, γ. µεταφ. άχρηστο αντικείµενο. καργάτσ’ (του) : α. η φτελιά, β. Καραγάτσ’ = το Μαυροδέντρι, γ. δες και καραγάτσ’*. καρδάρ’ (του) : α. δοχείο για το µέτρηµα του γάλακτος ίσον µε 16 οκάδες (20.5 κιλά περίπου), (πηγή : Κ. Σιαµπανόπουλος, σ. 225), β. το δοχείο που χρησιµοποιούµε για το άρµεγµα των ζώων, γ. Προέλευση : από το λατ. caldarium. Πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253, Δηµητράκος : από το βυζ. καλδάριον. καριουφύλ’ : α. το µπαχαρικό γαρύφαλλο, β. είδος εµπροσθογεµούς τουφεκιού µε µακριά κάνη που εκπυρσοκροτούσε µε φυτίλι. καρκάλ’ (του) : α. το δυνατό γέλιο, β. καρκαλιούµι (ρ.) = γελώ δυνατά, γ. καρκάλας (επίθ.) = αυτός που γελάει δυνατά. καρκατσέλ’ (του) : σιδερένιος µηχανισµός αντί για το χερούλι της εσωτερικής πόρτας. καρµίρς (επίθ.) : α. ο µίζερος, β. ο φιλάργυρος, γ. ο τσιγκούνης, δ. ο κακοµοίρης.

καρότσα (η) : α. φανάρι µε σήτα για τη φύλαξη των τροφίµων, β. τετράτροχο είδος κάρου που το έσερνε άλογο για τη µεταφορά φορτίων. κάρου (του) : α. το κάρο, β. το αυτοκίνητο όπως το αποκαλούσαν οι Ελληνοαµερικανοί, γ. υβρ. η παλιογύναικα. καρούλ’ (του) : α. η τροχαλία, β. κύλινδρος για το τύλιγµα του σχοινιού ή του σύρµατος, γ. το πηνίο, δ. ο µακαράς*, ε. καρούλια (τα)(ειρων.) = τα πεταχτά αυτιά. καρούτα και καρούτ’ (η) : το πατητήρι των σταφυλιών (σηµ. lias : ήταν σχήµατος µισού οριζόντιου βαρελιού, σανιδωµένο στον πάτο για να εξέρχεται ο µούστος). καρουτουστάσ’ (του) : ο χώρος όπου τοποθετούσαν την καρούτα* και πατούσαν τα σταφύλια στον τρύγο (συνήθως υπαίθριος), αλλά και ο υπόγειος χώρος της αποθήκευσης των αντικειµένων του τρύγου (καρούτα, γαλίκια κτλ.). καρουφέλλους : (ου) : ρίζα χόρτου αλλά και φύλλων που πολτοποιούνταν µε χοντρό αλάτι για την αντιµετώπιση διαφόρων δερµατικών παθήσεων, β. (Χ.Χ. = θαµνώδες φυτό (αεροδυναµικού σχήµατος). καρουφύλ’ (του) : το µπαχαρικό γαρύφαλλο. καρόφυλλου (του) : το φύλλο της καρυδιάς αλλά και οι φλούδες του καρυδιού που χρησιµοποιούνταν ως χρωστική ουσία. καρπιρός (επίθ.) : α. ο γόνιµος αγρός, β. ο πολύτεκνος. Καρπουζιάιδις (οι) : ειρων. οι Βελβεδινοί. καρπουλόι (του) : α. το δικράνι, β. γεωργικό εργαλείο (µοιάζει µε µεγάλο πιρούνι µε δύο ή τρεις αιχµές) για τη διαλογή του σταριού κατά το αλώνισµα, γ. Προέλευση : από το συνθ. καρπός+συλλογή. καρσί (επίρ) : α. απέναντι, β. Προέλευση : από το τουρκ. karci, πηγή : ΑΠΘ. καρτιρώ : (ρ.) : α. περιµένω, β. παραφυλάγω, γ. υποµένω, δ. Προέλευση : από το αρχαίο καρτερία = υποµονή, πηγή : ΑΠΘ. κα σ ί δ ’ ( το υ ) : α . το κ ρ ά ν ο ς ( Δ η µ η τρ . ) , το κ ρ α ν ί ο , β . [ b ] κ α σ ί δ α [ / ] ( η ) = τριχοφάγος>αλωπεκίαση, γ. κασιδιάρς (επίθ.) = 1. ο ψωριάρης, 2. ο ψωροπερήφανος δ. Προέλευση: από το βυζ. κασσίδιον, πηγή : ΑΠΘ. κασκαρίκα : α. η στηµένη πλάκα, β. ο αστεϊσµός, γ. η φάρσα, δ. το φιάσκο, ε. το πάθηµα, στ. απερισκεψία. κασκό : α. γερό, β. αθάνατο, γ. εύρωστο. κασιλάκ’ (του) : µικρό στολισµένο ξύλινο κουτί για την φύλαξη των κοσµηµάτων, (σηµ. lias : το αστόλιστο χρησίµευε για το συµµάζεµα των ειδών ραπτικής (καρούλια, βελόνες, κλωστές κτλ.). Κασλάς (ου) : α. περιοχή της Κοζάνης, στο δρόµο προς Θεσσαλονίκη και δεξιά έως το Κουρί, β. (Χ.Χ.= στρατώνας), γ. Προέλευση : από το τουρ. kisla, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. κασµέρ’ (του) : α. το πείραγµα, β. το κορόιδεµα, γ. η ειρωνεία, δ. (Παπασιώπης : Κοροϊδίες, ανοησίες ), ε. κασµιρέβου (ρ.) = 1. ειρωνεύοµαι, 2. πειράζω, 3. σατιρίζω, στ. κασµέρας (επίθ.) = ο κασµιρτζής*, ζ. Προέλευση : από το τουρ. kasmer, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. κασµιρτζής (επίθ.) : α. το πειραχτήρι, β. ο πλακατζής. κασνάκ’ (του) α. το τελάρο της σήτας κοσκινίσµατος, β. η φόρµα για την παρασκευή κασεριού ή άλλων στρόγγυλων τυριών (κεφαλοτύρι, γραβιέρα κτλ.), γ. Προέλευση : από το τουρ. kasnak, πηγή : X.X. κασταλαή (η) : α. σταχτόνερο, β. τα καθαρά υπολείµµατα στάχτης από ξύλα, γ. η αλισίβα, δ. (Ηλ.Ν.Π.: Χρησιµοποιούνταν ως καθαριστικό για το γυάλισµα των χάλκινων, αλλά και ως συστατικό για την παρασκευή γλυκισµάτων (σαλιάργια, µουσταλευριά κτλ.), ε. Προέλευση : από το κατασταλάζω, πηγή : Π.Λ.Μπ. κάστλιγκάρ’ (του) : α. δεν είναι Κοζανιώτικη λέξη, β. Πρόκειται για το νησί Garden Castle, όπου οι Αµερικανοί υποδέχονταν τους µετανάστες για τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, κατά τον Παπασιώπη. καταρουή (η) : α. το συνάχι, β. η συνεχής βροχή, γ. δες και κατούργιασµα*. κατασάρκ’ (του) : α. το κασκορσέ, β. η φανέλα (το εσώρουχο). κατέβασ’ (η) : α. τα ορµητικά απόνερα της βροχής, β. συνών. ου απόιρας*, γ. το αυλάκι που

δηµιουργείται από τα νερά της βροχής, δ. κατιβασιά (η) = 1. το συνάχι, 2. το λούκι που έρχεται από τα κεραµίδια στη γη, 3. η θυελλώδης εφόρµηση του κυνηγού στο ποδόσφαιρο. κάτ’ - καλά (φρ.) : ευτυχώς. κατλίκ’ (του) : α. ο άνευ λόγου φόβος, β. ο χαλασµός Κυρίου, γ. Φράση : «µας ίφιρις του κατλίκ’» = µας έφερες συµφορά. κατόπ’ (του) : α. η παρακολούθηση, β. το ακολούθηµα κάποιου, γ. Φράση : «τουν πήρα στου κατόπ’» = τον πήρα από πίσω, τον ακολούθησα. κατούργιαζµα (του) : α. το εγκεφαλικό επεισόδιο, β. Προέλευση : από το καταρροή, πηγή : Π.Λ.Μπ. κατόφιλους (ου) : α. το πλατύσκαλο της εξώπορτας, το κατώφλι, β. το χοντρό ξύλο που βρίσκεται στο κάτω µέρος της κάσας της εξώπορτας. κατράµ’ (του) : η πίσσα. κατραπάκιασµα (του) : α. το δυνατό ξύλο στο κεφάλι µε τα χέρια, β. το λαίµαργο και υπερβολικό φαγητό, γ. µετ. η κακοδαιµονία, δ. κατραπακιά (η) = η καρπαζιά, ε. Φράση : «έφαγα µια κατραπακιά…» = έπαθα µεγάλη ζηµιά. κατρατσιάρς (ου) : α. ο ανακατωσούρας, β. αυτός που αναστατώνει, γ. ο φασαρτζής, δ. ο άτακτος, ε. ο τσαλαπετεινός (σηµ. lias : επειδή γεννάει τα αυγά του σε ξένες φωλιές), στ. ο ζωηρός, που σ’ όλα ανακατεύεται και διαρκώς κάνει τρέλες και ζηµιές (Παπασιώπης). κατσαρό (του) : το σγουρό µαλλί. κατσάρουµα (του) : α. το καµάρωµα, β. το φούσκωµα, γ. κατσιαρώνουµι (ρ.) 1. καµαρώνω, 2. περηφανεύοµαι, δ. κατσιαρώνου (ρ.) = ανοίγω τα σκέλη µου. κατσιά (η) : α. η ποσότητα του φαγητού που τρώει κάποιος σε ένα γεύµα, β. η παρέα που καταναλώνει την ποσότητα αυτή, γ. η καθισιά, δ. Φράση : «έφαγάµι µια κατσιά» = φάγαµε αυτό που είχαµε (λίγο ή πολύ). κατσιάκς (επίθ.) : α ο φοβητσιάρης, β. ο λαγός, γ. ο φυγάς. κατσιαµάκα (η) : α. είδος φαγητού µε καλαµποκίσιο πλιγούρι, β. κατσιαµάκας (επίθ.) = 1. ο ναζιάρης, 2. ο αµόρφωτος, 3. ο αγροίκος. κατσιαούλ’ (του) : α. το σαγόνι, β. το πηγούνι. κατσιάρουµα : (του) : το άνοιγµα των ποδιών. κατσιάρτζµα (του) : α. η τρέλα, β. η παράνοια, γ. κατσιαρντίζου = 1. σιουρδίζου*, 2. χάνω το µυαλό µου, δ. κατσίρσα = 1. το έχασα, 2. τρελάθηκα. κάτσι καλά (φρ.) : α. ανεπανάληπτα, β. τα πολύ καλά, τα εξαιρετικά, γ. αυτά που δύσκολα περιγράφονται. κατσιούλ’ (του) : α. µάλλινος πλεκτός κωνικός σκούφος, β. (Χ.Χ. κατσιούλα = τσοµπάνικη κάπα για το χειµώνα (µε σκούφο) από γίδινο µαλλί που λειτουργεί σαν αδιάβροχο). γ. η κουκούλα. κατσκαβάλ’ (του) : α. κεφάλι γίδινου τυριού, β. το κασέρι καλής ποιότητας, β. Φράση : «ούρδα κατσκαβαλίσια» = 1. η πατηµένη ούρδα που δεν έχει καµία λιπαρή αξία, 2. µετ. για άνθρωπο ανάξιο, γ. Προέλευση : από το κατσίκα. κατσκέλα (η) : ο ελιγµός. κατσουλιέρς (ου) : ο κορυδαλλός ο λοφιοφόρος. κατφές (ου) : α. η καλέντουλα, είδος κίτρινου λουλουδιού που ανθίζει όλο το καλοκαίρι, β. το µεταξωτό βελούδο (Δηµητράκος). κάτχια (τα) : α. τα παραθυρόφυλλα., β. µετ. οι στρώσεις µε φύλλα της πίττας. κατώι (του) : υπόγειος χώρος του σπιτιού που χρησιµοποιείται ως αποθήκη. καφαλτ´’ (ο τόνος στο Ταυ) και καφαλτού (του) : α. το πρόγευµα, β. το κολατσιό, γ. το δικατιανό, δ. (σηµ. lias : η σειρά του φαγητού των Κοζανιωτών : γαλατίζου - καφαλτίζου δικατχιανίζου - γιουµατίζου - δειλνίζου - κουντουδειπνίζου - δειπνίζου – αποδειπνίζου). καφέθκου (του) : α. το τέως Χιλιόδραχµο επειδή είχε καφέ χρώµα, β. το καφετί χρώµα π.χ. καφέθκου πουλόβερ. καφκαλιά (η) : α. δυνατό χτύπηµα µε το κεφάλι, β. η κεφαλιά.

καφκί (του) : µικρό χάλκινο σκεύος (σαν µικρό ποτιστήρι) για τη µεταφορά του λαδιού, το ρόι. καφτάν’ (του) : α. µακρύς µανδύας µε µανίκια, β. ο ξυλοδαρµός στο κεφάλι. καχπέ (η) : α. η ναζιάρα, β. η τσαχπίνα, γ. η ερωτιάρα, δ. καρακαχπέ (η) = η πουτάνα. κάχτουµα (του) : α. το θάψιµο, β. το φύτεµα, γ. καχτώνου (ρ.) = µετ. γαµώ. καχούρ’ (του) : α. η στενοχώρια, β. η σκασίλα. καψαλνώ (ρ.) : α. καίω κάποιον επιφανειακά, β. καψαλίζω, γ. µετ. το σκάω, δ. καψάλτ´ (του) = η φευγάλα, ε. καψαλιάρδις (οι) = (ειρων.) = οι κάτοικοι του χωριού Κρόκου. καψαλτ’ (επίρ.)(χωρίς τόνο) : α. η φευγάλα, β.(Παπασιώπης : κυριολεκτείτε επί των µικρών όταν το σκάζουν, ξεφεύγοντας την επίβλεψη των µεγάλων). κάψου- (πρόθ.) : α. καηµένε, β. φουκαριάρη, γ. κακοµοίρη. κέµκους (επίθ.) : α. ο καλόβολος άνθρωπος, β. ο συµπαθητικός. κέντηµα (του) : α. το εργόχειρο, β. το γλυπτό σκάλισµα µε σχέδιο σε ξύλο, γ. το σχέδιο µε κανέλα στο ρυζόγαλο, δ. το σχεδίασµα, ε. στ. Προέλευση : από το ελνστ. κεντώ, πηγή : ΑΠΘ. κιαϊµέτ’ (επίρ.) : α. πολύ, β. ένα σωρό, γ. µεγάλη ποσότητα, δ. πλήθος, ε. Φράση : "ιένα κιαϊµέτ'" = ένα σωρό. κιβούρ (του) : α. ο χώρος όπου τοποθετείται η σωρός, β. (ΑΠΘ = φέρετρο και µε επέκταση ο τάφος. Από το βυζ. κιβώριον = θολωτή κατασκευή που στηρίζεται σε µικρούς κίονες και καλύπτει την Αγία Τράπεζα). κιζάπ’ και γκιζάπ’* (του) : α. το υδροχλωρικό οξύ, β. Προέλευση : από το τουρκ. kezzap, πηγή : ΑΠΘ. κικιρίκια (τα) : α. τα φιστίκια, β. οι ξηροί καρποί µε σκληρό περίβληµα (φιστίκια, καρύδια, Αιγίνης, φουντούκια κλπ ), γ. αράπικα φιστίκια, δ. Προέλευση : από το παρήχ. καρυδάκια. κικλής (ου): α. το πουλί κιρκινέζι (µικρό είδος γερακιού) β. µικρός και αδύνατος άνθρωπος. κιλάρ’ (του) : α. αποθήκη τροφίµων µέσα στο σπίτι, β. Προέλευση : από το λατιν. cellarium, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 253, γ. (σηµ. lias : γιατί όχι από το ελληνικό κελίον;). κιλίµ’ (του) : ο υφαντός µάλλινος διάδροµος µε λωρίδες παλιών υφασµάτων (σεντονιών, πλεκτών κτλ.). κιλό (του) : α. µονάδα βάρους ίση µε είκοσι δύο οκάδες (σηµ. lias : είκοσι οκτώ κιλά περίπου), β. το κιλό που αντικατέστησε την οκά στη µέτρηση του βάρους. κινάργια (τα) : παιχνίδι µε κότσια ζώων. κινώ (ρ.) : α. αρχίζω κάτι (π.χ. µια δουλειά), β. ξεκινώ να πάω κάπου, γ. Φράση : «κίντσιν γκαστρουµέν’» = έµεινε έγκυος. κινώνου (ρ.) : σερβίρω, β. κοινοποιώ, γ. κένουσι (προστ.)= 1. άδειασε, 2. σερβίρισε, δ. (lias = είναι διαφορετική λέξη : κοινό – κενό ) δες κοινώνου* και κοινουνώ*. κιόλαντς (επίρ.) : α. κιόλας, β. (Παπασιώπης) : αµέσως – αµέσως, τόσο γρήγορα. κιούγκ’ (του) :α. πήλινος σωλήνας αποχέτευσης, γυαλισµένες µε τκάλ*, β. (lias : χρησιµοποιούνταν κυρίως από τους βυρσοδέψες). κιουµέρ’ και κιµέρ’ (του) : πάνινο ή δερµάτινο πορτοφόλι που φυλάγονταν µέσα από το ζωνάρι. κιούπ’ (του) : πήλινο κιούπι µε µεγάλο στόµιο, (lias : παλιά αποθήκευαν εκεί το αλεύρι). κιουσές (ου) : α. η κόχη, η γωνία του δρόµου που σχηµατίζεται από κτίρια, β. (Νιάνια : η στροφή, η γωνία του σπιτιού ή του πεζοδροµίου), γ. (ΑΡ): δρόµος στενός, δ. Προέλευση : από το τουρκ. kose. κιουσέβου και κουσιέβου (ρ) : α. τρέχω, γ. κοντεύω να φθάσω. κιουστέκ’ (του) : α. επιστήθιο ασηµένιο γυναικείο κόσµηµα (πηγή : Σιαµπανόπουλος), β. (Χ.Χ.= πέτσινη ζώνη µε τις φυσιγγιοθήκες που φοριούνταν σταυρωτά). κιουτέβου (ρ.) : α. αδρανώ, β. µένω αµήχανος, γ. τα χάνω και δεν κάνω τίποτα, δ. δεν µπορώ να συνεχίσω άλλο, ε. φοβούµαι, στ. δειλιάζω, ζ. κιουτής (επίθ.) = ο δειλός, η. Προέλευση από το τουρκ. kotu = κακός, πηγή : ΑΠΘ ). κιπέγκ’ (του) : α. ξύλινα τάβλα µπροστά στη βιτρίνα του µαγαζιού, β. ο ξύλινος µπάγκος των

φούρνων για την τοποθέτηση των φρέσκων καρβελιών, γ. προεξέχουσα βάση του παραθύρου του καταστήµατος (Παπασιώπης), δ. Προέλευση : από το τούρκ. kepeng = καταπακτή, θυρόφυλλο, ε. δες και κάτχια*. κιπιζές (ου) : α. το ρεζιλίκι, το ρεζίλι, β. ο περίγελως, γ. Φράση : «κιπιζιές γίγκαµι σ’ όλουν τουν µαχαλά» = ρεζιλευτήκαµε στη γειτονιά. κιπρί (του) : το µεγάλο κουδούνι µε άλλο µικρότερο στο εσωτερικό του που φορούσε το επικεφαλής ζώο του κοπαδιού. κιπτσές (ου) : τρυπητή κουτάλα, (Δηµητράκος). Κιραµαριό (του) : α. συνοικία της Κοζάνης γύρω από τα φανάρια της οδού Παύλου Χαρίση (lias : ονοµάστηκε έτσι διότι εκεί υπήρχε το κεραµοποιείο του Πάικου Δελιαλή), β. το κεραµοποιείο. κιρά (του) : α. το ενοίκιο, β. Προέλευση : από την αρχ. κύριος = κάτοχος. κιράστρα (η) : α. ανύπαντρο κορίτσι που επιστρατεύτηκε για το κέρασµα των επισκεπτών σε µια γιορτή, γάµο κτλ. (lias : παλαιότερα τα κορίτσια δεν κυκλοφορούσαν έξω και οι ευκαιρίες να τις δει κάποιος ήταν τα γιορτάσια, οι χαρές κτλ. και µε τις εµφανίσεις αυτές γίνονταν η πρώτη αλληλογνωριµία για να ξεκινήσει το προξενιό), β. η ανύπαντρη φίλη της νύφης και παράνυµφος στο γάµο, (αντίθ. = µπράτιµους*), γ. κιραστάρ’ = µικρός µπουφές για τα αντικείµενα του κεράσµατος, δ. κιραστάιδις (οι) = τα άτοµα που κερνούσαν πριν από το γάµο όσους έφερναν τα πεσκέσια. κιρατζής (ου) : α. πραµατευτής, β. εµπορευόµενος µε καραβάνια, γ. ο ιδιοκτήτης µέσων µεταφοράς (µουλάρια, κάρα κλπ.) που ανελάµβανε αγώγια σε µακρινές αποστάσεις µε καραβάνια δ. ( κύριος – γυρατζής )(?). κιρδέις (ρ.) : α. σας συγχαίρω, β. (Νιάνια : να τους χαίρεστε, να χαίρεστε την ευτυχία τους). κιρχανατζής (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν συµπεριφέρεται σαν κύριος, β. άνθρωπος τεµπέλης που φορτώνεται στους άλλους, γ. ο φαντασιόπληκτος, ο παραµυθάς, δ. γενικά είναι βρισιά που µπορεί να ειπωθεί µε πολλές έννοιες. κισές (ου) : α. ο κεσές, β. αβαθές πήλινο δοχείο για την παρασκευή γιαουρτιού, ρυζόγαλου κτλ. κισκίνγκα (η) : α. η φουριόζα, β. η υπερκινητική, γ. ως επιρ. = στα γρήγορα, δ. η βιρβιρίτσα*, ε. αντίθ. χλιάµπτρου*. κίτκας και τίτκας* : (ου) : α. ο κόµπος στο λαιµό, β. ο πονόλαιµος, γ. η βραχνάδα, δ. ο λόξυγκας, ε ασθένεια των περιστεριών. κιτσές (ου) : α. είδος χοντρού υφάσµατος από συµπιεσµένες τρίχες ή µαλλί, β. Προέλευση : από το τούρκ. kece, πηγή : ΑΠΘ. κιβάλας (ου) : άνθρωπος µε µεγάλο κεφάλι. κιφαλάρ’ (του) : α. η νεροµάνα, β. πηγή µε άφθονο νερό, γ. το ξύλο του κρεβατιού όπου ακουµπάει το κεφάλι, δ. κιφαλαρά (η) = το µέρος του χαλιναριού που εφάπτεται στο µέτωπο του αλόγου, (πηγή : Καραντάνας). κιφτιδάις (ου) : α. αυτός που τρώει πολλές κεφτέδες, β. µετ. ο πλαδαρός, ο χοντρός, γ. ο δυσκίνητος, δ. ο καταβραχθίζων ευµεγέθη κοµµάτια κρέατος, κιχαϊάς : α. δηµογέροντας µε χρέη επιτρόπου, β. αυτός που κάνει κουµάντο σε ένα νοικοκυριό, γ. ο επιστάτης, δ. ο οικονόµος. κιχί (του) : α. κοζανίτικο ατοµικό έδεσµα : είδος στριφογυριστής τυρόπιτας µε σπιτικό φύλλο, β. (Προέλευση : από το γερµ. Kuchen, (Παπασιώπης), γ. (lias. : 1. βρήκα κιχλίζω = ευωχούµαι στον Δηµητράτο , 2. Η γιαγιά µου το απλωµένο εσωτερικό φύλλο της πίτας που περίσσευε από το σνί* το έκοβε βάζοντάς το στην άκρη (κόχη) και µε τα κοµµάτια αυτά έκανε τα κιχιά, 3. Στον Δηµητράκο πάλι βρήκα το λήµµα κοθρί = το ξηρόν υπόλειµµα άρτου. Επιπλέον βρήκα και µία άλλη άποψη. Προέρχεται από το (κίχ) = µη µιλάς, γιατί τα µικρά βιαζόταν να φάνε την πίτα και µπούκωναν τρώγοντας κιχιά, που ετοιµάζονταν αρκετά νωρίτερα. κ’κ (επιφών.) : α. κίχ, β. τσιµουδιά, γ. τίποτε, δ. κ’κ – µ’κ = 1. µισόλογα, 2. µασηµένα λόγια, δ. δες και γκ’κ*. Κλαδιά (τα) : η γειτονιά του Αγίου Νικάνορα στην Κοζάνη που φτάνει ως το Υπαίθρειο Θέατρο Κοζάνης. κλανιάις (επίθ.) : ο δειλός. κλαρίζου (ρ.) : α. καθαρίζω τα δέντρα από τα περιττά κλαδιά του κορµού, β. κλαδεύω. κλειδουµάχειρου (του) : α. ο σουγιάς, β. το µαχαιράκι που η λάµα του κρύβεται στο χερούλι.

κλειδουπνάκ’ (του) : α. σύστηµα 3 - 4 βαθιών αλουµινιένιων πιάτων (που έµοιαζαν µε κεσέδες ο ένας επάνω στον άλλον) και ασφαλίζονταν για τη µεταφορά του φαγητού από το σπίτι στο µαγαζί ή στο χωράφι, β. (σηµ. lias : παλιά δούλευαν από το πρωί ως τα µεσάνυχτα και τους κουβαλούσαν το φαγητό στη δουλειά!). κλέτσιους και γκλέτσιους (ου) : α. τα τρυφερά κλαδιά µε πλούσιο φύλλωµα για ζωοτροφή, β. κλιτσιάδ’ = κοµµένο κλαδί µε φύλλωµα. κλιά (η) : α. η κοιλιά, β. κλιές = φαγητό µε αρνίσιες ή κατσικίσιες κοιλιές (όχι µπουµπάρ*). κλιαµούτσας (επίθ.) : α. ο παραπονιάρης, β. όποιος κλαίει µε το παραµικρό. κλιούγκ’ (του) : α. το καλέµι (εργαλείο), β. Κλιούγκ’ = πηγή και τοποθεσία βόρεια της Κοζάνης όπου βρίσκεται το πάρκο των Ηπειρωτών και η οµώνυµη ταβέρνα. κ’ λί φ’ κ αι κλι ο ύ φ’ (το υ) : α. η µαξ ιλ αρο θήκ η, β. Προ έ λ ε υση : από το αρχ. κελύφιον<κέλυφος, πηγή : ΑΠΘ. κλιόρτς (ου) : α. η αρχή ενός οµόκεντρου κυκλικού σχεδίου, β. ο κύκλος για τα γκουργκόλια*, γ. το κεντρικό µέρος του κιχιού, δ. η στρογγυλή κοτσίδα στο πίσω µέρος του κεφαλιού των γυναικών. κλιούτς (επίθ.) : α. το νερουλό (φρούτο, λαχανικό κτλ.), β. το σάπιο πράγµα, γ. (ως επίρ.) = η αποτυχηµένη προσπάθεια, δ. Φράση : «έκαµιν κλιούτς» = απέτυχε, έπεσε στο κενό η προσπάθεια. κλιτσιµπί (του) : το σιδερένιο υποβοήθηµα για το φόρεµα των παπουτσιών. κλιτσινίκους (ου) : α. η µικρή γκλίτσα για το ξύσιµο της πλάτης, β. λεπτό ξύλο ως 40 πόντους για την συγκέντρωση των σιταριών σε δεµάτια. κλιψιµαίικου (επίθ.) : α. το κλεµµένο, β. το κλοπιµαίο αντικείµενο που προσφέρεται στην παρέα (φρούτα, κρέας, περιστέρια κτλ.). κλόθρα (η) : η δερµατική πάθηση του κεφαλιού (λεπίαση του τριχωτού) κάτι σαν έντονη πιτυρίδα. κλόστς (ου) : α. ο πλάστης για το άπλωµα του φύλλου της πίτας, β. µακρύ στρόγγυλο ξύλο για το άπλωµα του φύλλου της πίτας. κλούτσα (η) : α. η βελόνα πλεξίµατος µαλλιού, β. το γυριστό χερούλι της γκλίτσας (σηµ. lias : έχει τέτοια κατασκευή που επιτρέπει το βοσκό να πιάνει τα κατσίκια ιδίως από το πόδι κατά το άρµεγµα, γ. µεταφ. εµπόδιο, µπελάς, µπέρδεµα, δ. Φράσεις : «µι τσάκουσιν η κλούτσα τς…» = µε συνέλαβαν (η τροχαία, η εφορία κτλ.), «µι πήριν η κλούτσα σβάρνα» = 1. έπεσα έξω στους υπολογισµούς µου, 2. τρέχω και δεν προλαβαίνω, ε. Προέλευση : από το αγκύλη, πηγή Π.Λ.Μπ., (Χ.Χ. ή από το κύκλος). κλούτσους (ου) : σύρµα µε γυριστή άκρη για να κατευθύνεται το γκουργκίλ’ *. κλώθου (ρ.) : α. κλώθω, β. επεξεργάζοµαι το νήµα. κλώθουµι (ρ.) : α. κωλυσιεργώ, β. περιτριγυρίζω άσκοπα, γ. καθυστερώ, δ. (Νιάνια : «κλώσκις» = γύρισες, στριφογύρισες), ε. κλώστα (προστ.) = µην καθυστερείς. κλώσις (οι) : α. οι πλεξούδες των µαλλιών, β. (lias : και του τσουρεκιού, του ψωµιού, κτλ.), γ. οι κότες που γενούν και επωάζουν, δ. οι κότες που έχουν κοτοπουλάκια, ε. κλώσα (η) = ειρ. ανόητη, αφελής γυναίκα, στ. κλουσαρά (η) = η κότα που κλωσάει τα αυγά. κνούπ’ (του) : α. το κουνούπι ή και η σκνίπα, β. µετ. ο υπερβολικά µεθυσµένος. κόβουµι (ρ.) : α. κόβοµαι (στο χέρι, στο πόδι κτλ.), β. µετ. ενδιαφέροµαι υπερβολικά για κάποια κοπέλλα. Κόζιαν’ : α. η Κοζάνη, (σηµ. lias : ούτε Κουζάν’ ούτε Κόζιανη, ούτε Κόσδιάν, ούτε τίποτα, µόνο Κόζιαν’), β. δες τοπωνύµια*, γ. (σηµ. lias : Δόθηκαν πολλές ερµηνείες για την προέλευση της ονοµασίας της Κοζάνης. 1. Έτσι ο Νίκος Δελιαλής αναφέρει πως οι πρώτοι έποικοι της πόλης προέρχονταν από την Κόστιανη της Ηπείρου : Κόστιανη>Κόσδιανη>Κόζιανη > Κόζιαν>Κοζάνη. Ο Γεώργιος Σιώζιος γράφει πως προέρχεται από το κόζ και άνα που στα τούρκικα σηµαίνει ψίχα καρυδιού, επειδή στην περιοχή, παλιά, υπήρχαν πολλές καρυδιές. Η ταπεινότητά µου δεν συµφωνεί µε αµφότερους. Πρώτον. Η πόλη κατοικήθηκε από διωκώµενους Έλληνες Χριστιανούς µετά την ήττα στη µάχη του Κοσσυφοπεδίου το 1389, άρα οι πρώτοι κάτοικοι ήρθαν από Βορρά και δεύτερον, η Κοζάνη ήταν κατάφυτη από πλατάνια, βελανιδιές (δρύς) και προς Ανατολάς µε αµυγδαλιές (µπαλαµιές). 2. Άνω σηµαίνει προς τα επάνω (προς ψηλό ή βορεινό τόπο, Δηµητράκος) και Άνω Μακεδονία στην αρχαιότητα θεωρούνταν η Δυτική Μακεδονία. Μάλιστα ο Μιχ. Παπακωνσταντίνου και η κ. Καραµήτρου – Μεντεσίδου αναφέρουν ότι υπήρχε κράτος – πόλη ανάµεσα στην Ελίµεια και την Εορδαία. Αναφέρουν το όνοµα Γρήια χωρίς, µέχρι τώρα, να ανακαλυφθεί κάτι χειροπιαστό. 3. Ψάχνοντας εντόπισα την ουγγρική** λέξη «ΚΟΖ» που σηµαίνει «πηγαίνω προς ..». Με τη λογική µου συνθέτω το ΚΟΖ και το ΑΝΩ και

δηµιουργείται η λέξη ΚΟΖΑΝΩ που σηµαίνει «πηγαίνω προς τα ψηλά». Με τη γλωσσοπλαστική φαντασία των Κοζανιωτών γιατί να µην είναι βάσιµη κι αυτή η εκδοχή; **Θεωρώ δεδοµένο τις εµπορικές σχέσεις των Κοζανιωτών µε την Ουγγαρία. κόθαρους (ου) : α. η τραγανή στριφογυριστή άκρη της πίτας που εφάπτεται στα χείλη του σινιού, β. κόθρις = οι στεγνές κόρες του ψωµιού (χρησίµευαν στην παπάρα*), γ. Προέλευση από το αρχαίο κόθρος = χείλος ταψιού, πηγή : Δηµητράκος /// Π.Λ.Μπ.: κώθα = ποτήρι. κοινουνώ (ρ.) : µεταλαµβάνω. κοινώνου (ρ.) : α. σερβίρω, β. ανακοινώνω, δηµοσιοποιώ, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κενώ, δ. δες κινώνου*. κόκκαλου (του) : α. το κόκαλο, β. το γλωσσίδι για το φόρεµα των παπουτσιών, γ. το κουκούτσι των φρούτων, δ. (σηµ. lias : λέγεται και γλώσσα, γλουσίδ’ και κλιτσιµπί [κλίτς +µπει]). κόλιαντου (του) : α. µπισκότο σε διάφορα σχήµατα που πρόσφεραν στα παιδιά που έλεγαν τα κόλιαντα, β. ειρ. = 1. ο τιποτένιος, 2. ο πεινάλας, γ. κόλιαντα (τα) = τα κάλαντα (τραγούδια) των Χριστουγέννων, δ. (σηµ. lias : στα σέρβικα κόλιαντ σηµαίνει σφάζω και η λέξη παραπέµπει στον Ηρώδη που έσφαξε τα µικρά όταν πληροφορήθηκε τη γέννηση του Χριστού, (µαρτυρία Βασίλη Κιόρτση, Εδεσσαίου). κόµπους (ου) : α. ο κόµπος του σχοινιού, β. πολύ µικρή ποσότητα, γ. το «στέγνωµα» του λαιµού από τη στενοχώρια, δ. µετ. το µικρό κοµπόδεµα (συνήθως σε ένα δεµένο µαντήλι), ε. Φράσεις : «τόδισα κόµπουν» = δεν πρόκειται να το ξεχάσω, «έχου έναν κόµπουν στου λιµό» = έχω µεγάλη στενοχώρια, στ. (Νιάνια : κόµπος = η σταλαγµατιά), ζ. (Χ.Χ. κεφάλι καρφίτσας – κοµπόδεµα). κόπανους (ου) : α. πλατύ και χοντρό ξύλο για το χτύπηµα των ρούχων ή κλινοσκεπασµάτων όταν τα έπλεναν για να καθαρίσουν καλλίτερα, β. µετ. ο ανέντιµος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το αρχαίο κόπανον = γουδοχέρι, πηγή : ΑΠΘ. κόπιλους (επίθ.) : α. ο κακοήθης, β. ο ανήθικος, γ. κουπέλ (του) = ο βοηθός, γ. Προέλευση : από το αλβ. kopil,= δούλος, πηγή : ΑΠΘ. κόπτσα (η) : α. γάντζος και κρίκος που αντικαθιστά το κουµπί στον γυναικείο ρουχισµό, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopca, πηγή : ΑΠΘ. κόρδα : α. η χορδή, το τέλι, β. µετ. η πείνα γ. το σχοινί της ρόδας του τσικρικιού*, δ. το κουράγιο, ε. Φράσεις : 1. «ιέχου κάτ’ κόρδις!» = πεινώ πολύ, 2. «µι κόπκαν οι κόρδις» = δεν έχω κουράγιο, τέλειωσαν οι δυνάµεις µου, ε. (σηµ lias : οι χορδές των οργάνων παλαιότερα γίνονταν µε στεγνά έντερα ζώων). κόρις (οι) : α. οι στεγνές κόρες ψωµιού, β. µικρές φέτες κυδωνιού, µήλου κλπ. γ. κόρις µι πιτµέζ’ = είδος γλυκού µε φέτες κυδωνιού, στεγνών δαµάσκηνων, βερίκοκων κτλ. µαζί µε πετιµέζι, δ. δες Κοζανίτικες συνταγές. κόρτσα (η) : ο κοριός. κόσα (η) : α. είδος µεγάλου δρεπανιού µε µακρύ στειλιάρι για το κόψιµο των αγριόχορτων, β. Προέλευση : από το βουλγ. kosa, πηγή : ΑΠΘ. κότσ’ (του) : α. το κόκαλο του αστράγαλου, β. µετ. το τσαγανό, γ. Φράση : «δεν έχς τα κότσια» = δεν έχεις το σθένος, δ. το στέλεχος του καρπού του καλαµποκιού που χρησίµευε σαν πώµα σε µπουκάλια, ε. κουτσνάρ’* (του) = η άκρη του κόκαλου της φτερούγας των πουλιών. κουβαλνιούµι (ρ.) : επισκέπτοµαι απρόσκλητος κάποιον. Κουζάν’ : α. η Κόζιαν’, β. (σηµ. lias : είναι λαθεµένη η εκφορά αυτή του ονόµατος της πόλης, περισσότερα στο Κόζιαν*). κουζιάκς (επίθ.) : ο κοντός. κουινιάρς (ου) : α. ο κύριος µικρής γεωργικής έκτασης, β. ο παραγωγός µικροποσοτήτων γεωργικών προϊόντων, γ. Κουινιάρκα (τα) = περιοχή ανατολικά της Κοζάνης που περιλαµβάνει πολλά µικρά αγροτεµάχια, (σηµ. lias : Ανατολικά του λόφου του Άη Σαράντη κατέφυγαν οι κτηνοτρόφοι από το Χτένι* το 1649 µε τον Γιάννη Τράντα, στη θέση Κρεββατάκια*, πιο κάτω ήταν τα Κουινιάρκα), δ. (Δηµητράκος : κοινάτο = κοινοπραξία ποιµένων προς τυροκοµίαν, κοινάτορας = το µέλος της). κουκόνα (η) : α. η µικρή όµορφη κοπέλα, β. µορφή κοριτσιού µε το οποίο στόλιζαν τα λαήνια , γ. Φράση : «κουκόνα απου λαϊν’" = πολύ όµορφο κορίτσι. κουκούδ’ (του) : α. το ξεραµένο αίµα µίας πληγής, β. ξεραµένο φλέγµα της µύτης, γ. το εξάνθηµα. κουκούλ’ (του) : α. η φούσκα, β. το βοµβύκιο του µεταξοσκώληκα, γ. µάλλινος σκούφος, δ. ο όρχις.

κουκουλώνουµι (ρ.) : σκεπάζοµαι, β. τυλίγοµαι, γ. κουκουλώθκιν = τον τύλιξαν και τον πάντρεψαν, δ. κουκουλώνου (ρ.) 1. αποκρύβω κάτι, 2. «τυλίγω» κάποιον ερωτικά. κούκου (η) : α. ο κότσος των µαλλιών, β. (Ζ.Κ. αφήγηση) οι κοπέλες όταν αρραβωνιάζονταν έκαναν τα µαλλιά τους κούκο, ήταν δηλαδή δηλωτικό, όπως και η βέρα, γ. δες και ξικουκούµ’*, δ. ειρ. Φράση : «η κούκου στ’ φαλάκρα» = τα µαλλιά που σκεπάζουν τη φαλάκρα, δ. µετ. η γενετήσια ορµή (φράση : «σι κάµ’ κούκου;» = σου σηκώνεται το πέος; κούκους (ου) : α. το πουλί κούκος, β. το ρολόι, γ. ο κότσος των µαλλιών, δ. η στοίβα διαφόρων αντικειµένων ιδίως (πολλών πιάτων αλλά ακόµη και χρηµάτων), ε. η ντάνα. κουλαίνουµι (ρ.) : α. µου «κόβονται» τα πόδια, β. Προέλευση από το κουλός. κουλαούζους (επίθ.) : ο καθοδηγητής, β. ο οδηγός. κουλί (του) : α. ο γλουτός, β. το γυµνό πίσω µέρος του µπουτιού, γ. το κωλοµέρι, δ. ο πισινός, ε. Προέλευση : από το κοίλος, πηγή Π.Λ.Μπ. κουλουκίθα (η) : α. η ξερή κολοκύθα (για γλυκό, πίτα κλπ.), β. µετ. ο κουτός άνθρωπος, γ. η φλάσκα κολοκύθα (η νεροκολοκύθα) που αφού την ξέραναν, καθάριζαν εσωτερικά την ψίχα της και τη χρησιµοποιούσαν για τη µεταφορά νερού, κρασιού κτλ., δ. κουλουκίθ’ (του) = 1. το κολοκύθι, 2. µετ. ο χαζός, ε. κουλουκθάτου (του) = γλυκό του κουταλιού µε κολοκύθα, ε. (lias : Προσοχή ! Ενώ για τα γλυκά προσδιορίζουµε την προέλευσή τους από τον καρπό που αποτελεί την πρώτη ύλη, π.χ. κυδουνάτου, καρυδάτου, κουλουκθάτου κτλ. δεν συµβαίνει το ίδιο και µε τα φαγητά. Δεν λέµε στα Κουζιανιώτκα : πρασάτου, λαχανάτου κτλ. αλλά λέµε µουνάτου µι πράσα [σκέτα πράσα], γρουνίσιου µι λάχανου κτλ.) κουλουργιάζου (ρ) : α. τυλίγω, β. καταφέρνω και πείθω κάποιον, γ. µπερδεύω, δ. κάνω µία δουλειά πρόχειρα και µε βιασύνη, ε. καταφέρνω κάποιον για παντρειά. κουλουρίζ’ (του) : η παραφυάδα. κουλσούν’ (επιφών.) : µπράβο! κουµαρτζής (επίθ.) : α. ο µανιώδης χαρτοπαίκτης, β. ο τζογαδόρος, γ. κουµάρου (του) = η µανιώδης χαρτοπαιξία (ή άλλο τυχερό παιχνίδι [π.χ. ζάρια]) µε σκοπό το εύκολο κέρδος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. kumar = χαρτοπαιξία, πηγή: ΑΠΘ. κουµάσ’ (του) : α. µικρός προστατευµένος χώρος για χρήση από πτηνά (κότες, περιστέρια, χήνες κτλ. – όχι ζώα), β. ο ορνιθώνας, γ. µετ. ο βρώµικος, ο ύπουλος άνθρωπος, δ. ο παλιοχαρακτήρας. κουµασλίκ’ : α. κοµµάτι υφάσµατος αρκετό για ένα φόρεµα, β. (σηµ. lias : Ο Ηλιαδ. στη «χαρά» εξειδικεύει ότι πρόκειται για δώρα (κουµασλίκια) της νύφης στους οικείους του γαµπρού που στέλνονταν το Σαββατόβραδο πριν από το γάµο), γ. Προέλευση : από το τουρκ. kumas = ύφασµα, πηγή : ΑΠΘ. κουµατιάις (επίθ.) : α. ο πεινάλας, β. αυτός που µαζεύει τα υπολείµµατα των τροφών (ιδίως ψωµιού), γ. µετ. ο ζητιάνος. κουµατσιούλ’ (του) : α. το κοµµατάκι, β. κουµατσιούλια (τα) = σπασµένα µικρά κοµµάτια (από γυαλιά, κεραµικά, ψωµί κτλ.) κουµπγιάζουµι (ρ.) : α. δυσκολεύοµαι να καταπιώ, β. διστάζω, γ. µιλώ µε δυσκολία ή µε διακοπές, δ. Προέλευση : από το κόµπος, πηγή : ΑΠΘ. κουµπές (ου) : α. ο οµφαλός του ταβανιού, β. ο τρούλος, γ. ( αραβ. kubbe, πηγή : ΑΠΘ ). κουµπουλίτς (ου) : α. το µαχαίρι µε ξύλινη λαβή που διπλώνει στα δύο, β. ο σουγιάς, γ. δες και κλειδουµάχιρου*. κουνίστρα : (η) : α. η προκλητική γυναίκα (που κουνάει υπερβολικά τους γοφούς της), β. µετ. ο οµοφυλόφιλος, γ. το κουνιστό αλογάκι, προβατάκι ή άλλο παιχνίδι των µωρών, δ. το κρεβατάκι του µωρού που κινείται για να ηρεµήσει, ε. το µπισίκ’*. κουνούστσα (ρ.) : α. βρήκα το ταίρι µου, β. τακίµιασα, γ. βρήκα παρέα, δ. ως ουσ. η συναναστροφή, ε. κουνουστώ (ρ.) = συναναστρέφοµαι. κουντίλ’ (του) : α. µολύβι, β. κιµωλία, γ. Προέλευση : από το υποκ. της λ. κοντός = κοντάρι, πηγή : Π.Λ.Μπ. κουντό (του) : α. το κοντάρι, β. η λαβή του σκεπαρνιού, γ. Φράση : «θέλτς µι του κουντό» = απειλή ξυλοδαρµού, δ. Προέλευση : από το αρχαίο κοντός = κοντάρι, πηγή : ΑΠΘ. κουντόγνουµους (επίθ.) : ο στενόµυαλος. κουντουγούν’ (του) : α. η κοντή γούνα, β. το γούνινο ηµίπαλτο (µέχρι τα γόνατα).

κουντουδείλ’ (του) : α. πρόχειρο φαγητό µετά το δειλινό και πριν το δείπνο, β. ο χρόνος µετά το απόγευµα και πριν τη νύχτα. κουπάνα (η) : α. η ξύλινη σκάφη, β. µετ. το σκασιαρχείο από τη δουλειά ή το σχολείο, γ. κουπανατζής (επίθ.) = αυτός που αποφεύγει µία οµαδική εργασία, δ. η ζµπόµπα*. κουπανώ (ρ.) : α. χτυπώ δυνατά, β. ανταπαντώ µε σκληρά λόγια, γ. Φράση : «µνιά χαρά τς τα κουπάντσα…» = πολύ καλά έκανα και την µάλωσα. κουπέλ’ (του) : α. το µπάσταρδο, β. το εξώγαµο, γ. ο υπηρέτης (και µάλιστα για βαριές δουλειές) δ. Φράση : «ιέχου ιένα κουπέλ π’ όλις τς δλιές µι φκιάν!», ε. (σηµ. lias : το κοπέλι = αγόρι µόνο στην Κρήτη συνηθίζεται, ε. Προέλευση : από το αλβ. kopil = υπηρέτης, πηγή : ΑΠΘ. κουπιλόπλου (του) : α. το σκανδαλιάρικο παιδί, β. ο αντιπαθητικός πιτσιρικάς. κουπούκ’ : (του) : α. ο αλητόβιος, β. Προέλευση : από το τούρκ. kopuk, πηγή : ΑΠΘ. κουπούσα (η) : α. είναι είδος σούπας που γίνεται µε ψιλοκοµµένα κοµµάτια αρµιάς και µε αρµόζµον και κοκκινοπίπερο, β. (lias = το έτρωγαν την παραµονή των Χριστουγέννων αφού ήδη είχαν ετοιµαστεί τα γιαπράκια). κουράβ’ (του) : µπισκότο µε πετιµέζι. κουραβιασµένους (επίθ.) : α. ο ξεραµένος, β. µετ. ο λερωµένος που ξεράθηκαν οι βρωµιές επάνω του. κουρακουγάµς (επίθ.) : ειρωνικά ο κάτοικος της Αιανής. κουραχάν’ : α. το ανέκδοτο, β. η χοντροκοµµένη πλάκα. κουρασάν’ (του) : α. το αµµοκονίαµα για το σοβάτισµα των τοίχων, β. µίγµα ασβέστη και άµµου. κουρδέλια (τα) : α. τα παπούτσια µε κορδόνι, β. Φράση : «ιού λιανό κουρδέλ’…» = υποτιµ. κατώτερος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το βενετ. cordella, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 254. κουρδουµπούλ’ (του) : το αρχίδι. κουρδώνου (ρ.) : α. ερεθίζω το πέος σε στύση, β. τεντώνω αγέρωχα (το σώµα, το κορµί κτλ.), γ. κουρδώνουµι (ρ.) = 1. καµαρώνω, 2. περηφανεύοµαι. κουρίτσας (ου) α. ο θηλυπρεπής, β. ο κίναιδος. κουρκίδ’ (του) : α. η πατσαβούρα, β. το σφουγγαρόπανο, γ. το κουρέλι, δ. το σκουπίδι, ε. ο ηθικός ξεπεσµός, στ. Φράση : «γίνκις για τα κουρκίδγια» = ξέπεσες. κούρκους (ου) : α. η γαλοπούλα, β. συνών. µισίρκους*, τούρκους*. κουρκούτ’ (του) : α. ο χυλός, β. Φράση : «µ’ έκαµις του µγιαλό κουρκούτ’» = µε ζάλισες ), γ. κουρκούτας (επίθ.) = 1. ο ακάθαρτος, 2. (Χ.Χ.) = ο λερωµένος, δ. κουρκουτάζουµι (ρ.) = 1. ζαλίζοµαι, 2. µπερδεύοµαι. κουρµός (επίρ.) : α. ευτυχώς, β. Δόξα Τω Θεώ, γ. ας είναι, δ. κουρµάδα (επίθ.) = 1. η φουκαριάρα, 2. η καηµένη, ε. (Παπασιώπης : και κουρέµατα. Έχουν την έννοια του : καλά, τέλος πάντων, έχει καλώς), στ. (lias : παλιά κούρευαν γουλί όσους και κυρίως όσες ήθελαν να διαποµπεύσουν. Έχει την έννοια : γλιτώσαµε το κούρεµα, δηλ. δεν ξεφτιλιστήκαµε). κούρµπα (η) : α. η στροφή του δρόµου, β. η καµπύλη, γ. µετ. η σωµατώδης πόρνη, δ. Προέλευση : από το λατιν. curvus = λυγισµένος, πηγή : ΑΠΘ. κουρµπάν’ (του) : α. εκλεκτά κοµµάτια κρέατος που προορίζονται για συνεισφορά σε φαγοπότι ή γλέντι (πηγή lias από Καραντάνα), β. (σηµ. lias ; κουρµπάν’ ήταν το αρνί που πρόσφερε ο γαµπρός την Κυριακή του γάµου στη νύφη και ήταν στολισµένο µε ρόδια), γ. Α.Ρ : κουρµπουάν = του γρούν του κουρµπουάν, δ. (διαλεχτό αρνί προοριζόµενο για θυσία, ΑΠΘ). κουρµπέτ’ και γκουρµπέτ’* (του) : α. η πιάτσα, β. η βιοπάλη, γ. γκουρµπέτς (επίθ.) = 1. ο περπατηµένος, 2. ο αλανιάρης, 3. ο πλανόδιος, 4. ο γύφτος, δ. Προέλευση : από το τούρκ. gurbet = ξενιτιά, πηγή : ΑΠΘ. κουρντίζου (ρ.) : α. κουρδίζω (το ρολόι, το πιάνο, την κιθάρα κτλ.), β. µετ. πειράζω τον άλλο ώστε να τεντωθούν τα νεύρα του, γ. εκνευρίζω, δ. (Χ.Χ. : κουρντίζου = γεννάω), ε. (Παπασιώπης : κουρντίζν = φορούν επιδεικτικά ), στ. Προέλευση : από το αρχαίο κόρδα = χορδή, πηγή : ΑΠΘ. κούρπιτους (ου) : α. το έντοµο σκνίπα, β. ο µεθυσµένος, γ. (Μαλούτας : προέλευση από το αγγλ. carpet, ιταλ. carpeto = ήπιε τόσο πολύ που έπεσε στο χαλί και δεν µπορεί να σηκωθεί απ ´ αυτό). κουρόνα (η) : α. παιδικό παιχνίδι µε νοµίσµατα, β. δες πιχνίδγια*.

κουρφή (η) : α. η κορυφή, β. το πάνω και πίσω µέρος του τριχωτού της κεφαλής (φράση : «άµα έχς δυό κουρφές… δυό φουρές τα παντριφτείς!». κουσιέβου (ρ.) : α. τρέχω µε µια ανάσα, β. Φράση : «κόσιψι µέσα» = έλα γρήγορα µέσα, γ. δες και κιουσέβου*, δ. Προέλευση : από το τουρκ. kosmak, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. κουσιός (ου) : α. η προσπάθεια, β. το τρέξιµο, γ. Φράση : «σίρι ιέναν κουσιό» = πήγαινε για µια στιγµή. κουσκιντστή (η) : α. η ποσότητα που ρίχνουµε µε το πιάτο για να κοσκινίσουµε κάτι, β. επαναλαµβανόµενη ρίψη µικροποσότητας υλικών για κοσκίνισµα, γ. (Νιάνια : κουσκιντστές = ποσότητες αλευριού για κοσκίνισµα). κουσούρ’ (του) : το ελάττωµα. κούσπα (η) : α. η τούµπα από κόπρανα, β. µετ. κούσπαρς (ου) 1. ο πλαδαρός άνθρωπος, 2. ο δυσκίνητος, γ. κούσπου και κουσπαρέλου (η) = η κωλαρού και δυσκίνητη γυναίκα. κουταλέβου (ρ.) : α. ψάχνω τις τσέπες των ρούχων για να βρω κάτι, β. ψαχουλεύω, γ. ψάχνω κρυφά σε συρτάρια, ρούχα κτλ., δ. αναζητώ κάτι στα ρούχα ψάχνοντάς τα απ´ έξω. κούτιου (του) : α. η κουτή, β. µετ. το άδειο κεφάλι, γ. το αδέσποτο µικρό σκυλί, δ. Φράση : «χαµένου κούτιου» = χαµένο σκυλί. κούτκας (ου) : α. το πίσω µέρος του κεφαλιού, β. µετ. άνθρωπος µε άδειο κεφάλι, γ. Προέλευση : από το αρχ. κοττίς, = ινίο, πηγή : Χ.Χ. κουτουλουγιόµουσ’ (η) : α. το κενό ανάµεσα στα κεραµίδια και τα ξύλα της στέγης, β. το γέµισµα κάποια χαραµάδας µε διαφορετικά υλικά. κουτουλουµίνα (ου) : α. η αναµπουµπούλα, β. η ανακατωσούρα, γ. Προέλευση από το κλπ. που στην Κοζάνη γράφονταν κτλ. = κου-του-λου. κουτρουβαλιάζουµι (ρ.) : α. κατρακυλώ µε το κεφάλι κάτω, β. Χ.Χ.: κουτρουβάλα = κούτσουρο. κουτσαβγιάζουµι (ρ.) : α. πονώ αφόρητα στα πόδια και δυσκολεύοµαι να περπατήσω, β. κουτσαίνοµαι, γ. παθαίνω λουµπάγκο, δ. Προέλευση: από το κότσι. κουτσανιασµένους (επίθ.) : α. ξεπαγιασµένος, β. ο ξυλιασµένος, γ. κουτσάνιασµα (του) = το ξεπάγιασµα. κουτσκαλνώ (ρ.) : α. κάνω γαργάρες, β. ανακατεύω ένα υγρό στο στόµα µου (π.χ. τσίπουρο για τον πονόδοντο). κούτσκους (επίθ.) : ο µικρός. κουτσνάρ (του) : α. η άσαρκη άκρη των άκρων των πτηνών (ποδιών και πτερών), β. τα ακροδάχτυλα, γ. το µέρος των ζώων από τον αστράγαλο µέχρι την πατούσα. κουτσουλιά (η) : α. το περίττωµα των πουλιών, β. µετ. η µικρή ποσότητα, (φράση : «µ’ έδουκιν µνιάν κουτσουλιά φαΐ»), γ. κουτσουλιάης (ου) = αυτός που κάνει µισές δουλειές. κουτσουµίτς (επίθ.) : ο άνθρωπος µε µικρή µύτη. κουτσουπέτνους (ου) : α. άτοµο που φοράει κοντά παντελόνια ή φοράει το παντελόνι µε γυρισµένα τα ριβέρ, µε τον τρόπο που τα γυρίζουν οι ψαράδες, β. µετ. ο κουτσός. κούτσουρου (του) : α. ξερό ξύλο κληµαταριάς για κάψιµο, β. άνθρωπος ανεπίδεκτος µαθήσεως, γ. µετ. ο ξεροκέφαλος, δ. Φράση : «έκαµα του κούτσουρου» = προσποιήθηκα τον ανήξερο. κουτσουρέινιους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που επιµένει στην άποψή του έστω κι αν είναι λαθεµένη, β. ο ισχυρογνώµων, γ. ο ξεροκέφαλος, δ. ο άξεστος, ε. συνών. : του ντβάρ’*. κουτσουφόκαλου (του) : α. φαγωµένη χορτάρινη σκούπα, β. ειρων. ο κοντός. κουτώ (ρ.) : α. ρισκάρω, β. τολµώ, γ. έχω το θάρρος της γνώµης, δ. γνωρίζω, κατανοώ, ε. από το κόττος = τόλµη, πηγή : Τσότσος. κουφουγούρνου (του) : α. ο περιφρονηµένος άνθρωπος, β. ο άνθρωπος που του δίνουµε λίγη αξία, γ. ο αργόστροφος. κουφουτίλ’ (του) : το πώµα (µε τρύπα στο κέντρο όπου έµπαινε ένα µικρό ξυλάκι για να τη βουλώσει) στη θέση της κάνουλας του βαρελιού. κούχν (η) : χαµηλό χειµωνιάτικο δωµάτιο µε µικρό ή και καθόλου παράθυρο για να θερµαίνεται ευκολότερα.

κόχ’ (η) : α. το κοίλωµα του τοίχου, β. η στρογγυλεµένη γωνία µεταξύ δύο τοίχων, γ. θέση δίπλα στο τζάκι, δ. Φράση : «τουν έβαλα σν κόχ’» = τον τίµησα, τον περιποιήθηκα., ε. (lias : στη παλιά Κοζάνη η θέση που προορίζονταν για τον παππού ή τον επισκέπτη ήταν δίπλα στο τζάκι). κόψιµου (του) : α. το κόψιµο, β. η διάρροια, γ. µετ. το ενδιαφέρον για εκπρόσωπο του άλλου φύλου, δ. η εµφάνιση. κράζου (ρ.) : α. φωνάζω πολύ δυνατά, β. επιτιµώ κάποιον µε δυνατές φωνές, γ. καλώ κάποιον από µακριά να έλθει προς το µέρος µου, δ. Φράση : «έφαγα ένα κράξιµου…» = µε κορόιδεψαν αλλά και µε µάλωσαν. κράκουρα και κράκαρα (τα) : α. τα µυτερά κατσάβραχα, β. σπασµένες πέτρες στο βουνό, γ. Προέλευση : από τον ήχο «κράκ». κράνου (του) : α. ο καρπός της κρανιάς, β. ειρων. ο εγωιστής, γ. κρανίσια (η) = βέργα φτιαγµένη µε κλωνάρι κρανιάς, διακρίνεται για το µικρό βάρος, την µεγάλη αντοχή και τους πολλούς κόµπους, γ. κρανιά (η) = το δέντρο κόρνος ο άρρην. κρατσανός (επίθ.) : α. ο τραγανός, β. κρατσανό (του) = ο χόνδρος του κρέατος των πουλερικών (το άσπρο µαλακό κόκαλο), γ. µετ. το κοριτσάκι. κρέµασ’ (η) : η κλίση του εδάφους και της σκεπής, β. βαριά σύννεφα για βροχή, γ. η ασθένεια κήλη. κρένου (ρ.) : α. µιλώ, β. εκθέτω την άποψή µου, γ. κρίνω, δ. Προέλευση : από το αρχ. κρίνω, πηγή : Π.Λ.Μπ. κρέχτους (επίθ.) α. ο δροσερός, β. ο φρέσκος, ο νωπός γ. ο τρυφερός, δ. µετ. κρέχτ’ (η) = η ξανθιά όµορφη γυναίκα, ε. κριχτάδα (η) = 1. η ζωηράδα, 2. η φρεσκάδα, δ. (αντίθετο το ταζέθκους [Μαλούτας]). κρικέλα (η) : α. κρίκος εντοιχισµένος για το πρόχειρο δέσιµο των ζώων στην αυλή, β. στρόγγυλος κρίκος στη πόρτα για ρόπτρο. κρίκς (επίθ.) : ο ψηλός και άχαρος. κριτουκόπ’µα (του) : α. το πιάσιµο της µέσης από απότοµο σήκωµα βάρους, β. το λουµπάγκο. κριτσανιάζου (ρ.) : α. παγώνω, β. κρυώνω, γ. κριτσιάν’ (του) = το κρύο. κριτσινέλα ( επιρ. ) : α. ολοκάθαρα, β. καλοσιδερωµένα και κολλαρισµένα ρούχα, γ. στην τρίχα. κριτσινίζου (ρ.) : µασώ κάτι τραγανό. κριτσµάς (ου) : α. ο σταυρός από άχυρα που τον τοποθετούσαν στην κορυφή της τούµπας των δεµατιών του σιταριού, β. το φαγοπότι µετά το τέλος του θερισµού. κρούου (ρ.) : α. χτυπώ, β. δέρνω, γ. βαράω, δ. κρούουµι (ρ.) = χτυπιέµαι από πόνο κυρίως, ε. Φράση : «του κρούει του µπακράτσ’» = είναι κίναιδος. κ’ρπ (επίρ.) : α. στην εντέλεια, β. τακτοποιηµένα συγυρισµένα, γ. ο καλοντυµένος, στην τρίχα, Φράση : «πήγαµι µπακιά σ’ Λέγκου κι τά χειν όλα κ’ρπ». κρυάδα (η) : α. το ψύχος, β. µετ. η ψυχρολουσία, γ. κρυαδίζ’ (ρ.) = αρχίζει να κάνει κρύο. κρυόντς και κρυώντς (επίθ.) : α. ο αδιάφορος, β. ο άνθρωπος που κάνει µία εργασία χωρίς κέφι, χωρίς όρεξη, γ. ο χαραµοφάης, δ. ο χασοµέρης, ε. κρυουνάκς (επίθ.) = 1. ο χασοµέρης, 2. ο χαραµοφάης. κρυψάνα (η) : α. το σκασιαρχείο, β. η κρύπτη, η κρυψώνα, γ. (lias : επί τουρκοκρατίας συνήθιζαν τα σπίτια να διαθέτουν µία κρυψώνα ιδίως για τα πολύτιµα αντικείµενα, διότι γινόταν πολλές επιδροµές και λεηλασίες. Πολλά σπίτια όµως κατασκεύαζαν και µεγαλύτερες κρυψώνες όπου έκρυβαν διωκόµενους Χριστιανούς. Κρυψάνα ακόµα εννοούσαν και την υπόγεια στοά που επικοινωνούσε από σπίτι σε σπίτι για να διαφεύγουν οι διωκώµενοι). κτάρ’ (του) : το κατακάθι του ξυδιού που χρησιµοποιείται ως µαγιά για άλλο ξύδι. κτί (του) : α. το κουτί, β. η κάλπη, γ. το τηλέφωνο, δ. γενικά κάθε τι ηλεκτρονικό όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κτλ. ε. κτούκ’ (του) = 1. το κουτάκι, 2. µετ. το άδειο κεφάλι, 3. ειρων. = ο κουτός. κυδουνάτου (του) : α. γλυκό του κουταλιού µε τριµµένα κυδώνια και ξηρούς καρπούς (αµύγδαλα ή φιστίκια), β. φαγητό φούρνου µε κρέας αλλά αντί για πατάτες έβαζαν χοντρές φέτες κυδωνιά, γ. Φράση : «κυδουνάτου φαΐ» = εξαιρετικά ωραία γυναίκα. κυπρί (του) : δες στο κιπρί*.

κυπρουκούδουνου (του) : α. το µεγάλο κουδούνι που φορούσαν στα µεγάλα ζώα, β. µετ. ο κοντόγνωµος, γ. (Ν. Αλευρά : «άλλου κυπρουκούδουνου ιτούτου πάλι…» = ο βαρύς άνθρωπος). κφάλας (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που δεν εννοεί να καταλάβει κάτι, β. ο άνθρωπος που δύσκολα µπορεί να συνετιστεί, γ. κιφάλας* = άνθρωπος µε µεγάλο κεφάλι, δ. (ΧΧ = κουφός ), ε. Προέλευση : από το κούφιος>κουφάλα, πηγή : Π.Λ.Μπ. κφός (επίθ.) : α. α κουφός, β. µετ. ο απρόσιτος τύπος.

Λ
λάβα (η) : α. η λάβα του ηφαιστείου, β. η µεγάλη ζέστη, γ. η οχλοβοή, η µεγάλη φασαρία σε κλειστό χώρο, δ. ο έντονος ερωτικός πόθος, ε. λαβακώθκα (ρ.) = ερωτεύτηκα σφοδρά, στ. λαβατίζου (ρ.) = ζεµατίζω, ζ. Προέλευση : από το αρχ. λάβρος = σφοδρός, πηγή: ΑΠΘ. λαβόµανου (του) : πέτρινος νιπτήρας. λαγάρα (η) : α. πεντακάθαρος, β. το κατασταλαγµένο κρασί, γ. διαυγές υγρό (λάδι, νερό, κρασί κτλ.), δ. µετ. σκοτώνω, ε. λαγαρίζου = 1. καθαρίζω πολύ καλά, 2. λαµπικάρω, (ιδίως ασπρόρουχα ). λαγαρά (τα) : α. τα λαγόνια, β. το κάτω µέρος των πλευρών του σώµατος, (lias : επειδή δεν τα έβλεπε ήλιος ήταν ολόασπρα). λαγγιόλια (τα) : α. οι πτυχές της φουστανέλας (lias : οι πιέτες της Προεδρικής Φρουράς είναι τετρακόσιες, όσα και τα χρόνια της σκλαβιάς), β. οι σούρες στο ρούχο, γ. οι πρόσθετες πιέτες στα πλαϊνά µέρη του φουστανιού. λαγγίτα (η) : α. είδος επίπεδου λουκουµά, β. τηγανίτα από αλεύρι περιχυµένη µε µέλι, γ. Προέλευση : από το αρχ. λάγκη = πιατέλα, πηγή : Π.Λ.Μπ. λαγουνίκα (η) : α. το εκπαιδευµένο σκυλί για το κυνήγι του λαγού, β. το λαγωνικό, γ. µετ. ο ντετέκτιβ. λαγουτσίµµπιδου (του) : α. η τσιµπίδα ή η µικρή τανάλια για την εξαγωγή αγκίδων ή και δοντιών, β. Προέλευση : από το σύνθ. λαγός+συµπώ, πηγή : Π.Λ.Μπ. λαδιρό (του) : α. το µεταλλικό δοχείο του λαδιού, β. µετ. αυτός που ήπιε υπερβολικά και έγινε τύφλα στο µεθύσι. λαδουκούκ’ (του) : α. µικρό δοχείο για το λάδωµα της µηχανής µε µηχανέλαιο. λαδουπάπαρα (η) : πρόχειρο φαγητό µε µπουκιές ψωµιού που τσιγαρίζονταν µε λάδι ή λίπος, (lias : δες στο giapraki.com : Κοζανίτικες Συνταγές) λαθούρ’ : α. ο αρακάς, β. το µπιζέλι, γ. µετ. χονδρή κρεατοελιά, δ. Προέλευση : από το αρχ. uλάθυρος, πηγή Π.Λ.Μπ. λαΐν’ (του) : α. πήλινο δοχείο νερού µε στενό λαιµό, µικρότερο από τη στάµνα, β. λαΐνούλ’ = µικρότερο από το λαΐν’ αλλά πολλές φορές είχε και δύο στόµια, δώρο στα µικρά κατά το Πάσχα για να µεταφέρουν νερό από επτά βρύσες για το βάψιµο των αυγών αλλά και για να παίζουν µ’ αυτό, γ. Προέλευση : από το αρχαίο λάγυνος, πηγή : ΑΠΘ. Λαϊνάδις (οι) : α. οι Κοζανίτες (τους αποκαλούσαν ειρωνικά έτσι οι Σιατιστινοί και οι Βλατσιώτες), β. κυριολ. οι αγγειοπλάστες. λάιου (του) : α. το µαύρο πρόβατο που δεν έχει κέρατα, έχει µόνο δύο εξογκώµατα (σαν καρούµπαλα) στο κεφάλι , β. Προέλευση : από το κουτσοβλ. laiu, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252. λακίζου και λακιάζω (ρ.) : α. φεύγω κρυφά, β. παίρνω δρόµο, γ. την κοπανώ, δ. το σκάω από κάπου, ε. Προέλευση : από το βυζ. εκλακώ, πηγή : ΑΠΘ. λάκους (ου) : α. ο λάκκος, β. ο χείµαρρος, γ. βαθύ φυσικό όρυγµα που δηµιουργήθηκε από τα νερά της βροχής. λαλώ (ρ.) : α. παίζω κάποιο πνευστό µουσικό όργανο, β. κελαηδώ, γ. πολυλογώ, δ. λάλτσιν (ρ.) = 1. λάλησε για πρώτη φορά, 2. µετ. τρελάθηκε, ε. λαλιστάις (ου) = γενικά κάθε οργανοπαίκτης πνευστών οργάνων (κλαρίνου, ζουρνά κτλ.) ακόµα και ο τραγουδιστής. λάµν'ζµα (του) : το ζευγάρωµα των γουρουνιών. λαµνί (του) : ο σωρός του καθαρού σιταριού µετά το αλώνισµα. λάµνια (η) : α. ο δράκος, 2. µετ. η µέγαιρα, η κακιά γυναίκα.

λανάρ’ (του) : α. το µηχάνηµα που επεξεργάζονται το µαλλί, το βαµβάκι κτλ. ώστε να είναι έτοιµο για κλώσιµο, β. λαναράς (ου) : ο επαγγελµατίας που λανάριζε το µαλλί, γ. λανάρα (η) = το εργαστήριο, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. λανάριος, λατιν. lanarius, πηγή : ΑΠΘ. λαντόν’ (του) : α. σκεπαστή άµαξα που την έσερναν δύο άλογα, β. (γαλλ. landaux, πηγή : ΑΠΘ). λάπατου (του) : α. ποώδες φυτό µε µεγάλα, πλατιά φύλλα και υπόξινη γεύση για την παρασκευή ντολµάδων, χορτόπιτων κτλ. που βλαστάνει στις αρχές τη άνοιξης, β. Προέλευση : από το αρχ. λάπαθον, πηγή : ΑΠΘ. λάσπ’ (η) : α. η λάσπη, β. µετ. η συκοφαντία, γ. µείγµα διάφορων υλικών και νερού για το χτίσιµο, γ. λάσπουµα (του) = 1. το λέρωµα από λάσπες, 2. η αποτυχία στην κατασκευή γλυκών ή ζυµαρικών, (φράση : «λάσπουσαν τα πέτουρα» = έγιναν σαν λάσπη οι χυλοπίτες). λαχούρ’ (του) : α. λεπτό ύφασµα πολυτελείας (συνήθως µεταξωτό) για γυναικείο σάλι, β. το κασκόλ, γ. Προέλευση : από την πόλη του Πακιστάν Λαχώρη, πηγή : ΑΠΘ. λειψανάβατους (επίθ.) : α. ο λιπόσαρκος, β. ο καχεκτικός, γ. (lias = προέλευση από το συνθ. «λείπ´ του σάβανου») δ. (Μαλούτας : ο αδύνατος και (πιο κάτω) ο άνευ ζύµης άρτος). λείψαβους (επίθ.) : α. ο ανάπηρος, β. ο κοντός, γ. αυτός που του λείπει κάτι σωµατικά. λειψιάνγκου (επίθ.) : α. ύφασµα προερχόµενο από τη Λειψία, β. δες και λιψιάνκου*. λέλικας (ου). ο πελαργός, β. µετ. ο ψηλός άντρας, γ. πληθ. τα λιλιέκια, δ. το δρεπάνι (λέλεκας - Σιαµπανόπουλος ), ε. δες λιλέκ’*. λέρα (η) : α. η κοπριά, β. το ζωικό λίπασµα, γ. µετ. γυναίκα µε άσχηµη γλώσσα, δ. το λέρωµα από ακαθαρσίες, ε. λιαρώνου (ρ.) = λερώνω, στ. Προέλευση : από το αρχαίο ολερός = θολός, πηγή : ΑΠΘ. λέσ’ (του) : α. το σάπιο, το άχρηστο κοµµάτι κρέατος, β. η σαπίλα, η βρώµα, γ. το ψόφιο ζώο, το ψοφίµι, δ. Προέλευση : από το µσν. λέσι < τουρκ. les, πηγή ΑΠΘ. λιαίν’ και λιέν’ (του) : α. η λεκάνη, β. πορσελάνινη ή εµαγιέ λεκάνη που συνοδευόταν από κανάτα µε ζεστό νερό, σαπούνι και πετσέτα, όπου συγκεντρώνονταν τα νερά µετά το πλύσιµο κάποιου. λιάκατα (τα) : α. τα εντόσθια (τα περιεχόµενα στην κοιλιακή χώρα-όχι τα τζιέργια*), β. τα πολτοποιηµένα φαγητά, γ. λιακατίζου (ρ.) = 1. λιώνω, 2. πολτοποιώ, δ. Προέλευση : από τον αναγραµµατισµό της λ. κοιλιά, πηγή Π.Λ.Μπ. λιακούτχια (τα) : α. άνοστα κι ανακατεµένα (πολτοποιηµένα) φαγητά, β. ο λαπάς, γ. τα νερόβραστα, δ. (Παπασιώπης : λιακούτια = νεροπλύµατα, άνοστα), ε. λιακούτ’ (του) = λιωµένο, πολτοποιηµένο και νερόβραστο φαγητό. λιανίζου (ρ.) : α. τεµαχίζω σε µικρά κοµµάτια, β. δέρνω πολύ άσχηµα κάποιον, γ. λιανίσκα = χτύπησα πολύ άσχηµα, τραυµατίστηκα, δ. λιανά και λιανώµατα και λιανούργια (τα) = 1. τα ψιλά και µικρά πράγµατα, 2. τα µικρής αξίας κέρµατα, 3. τα κοµµατάκια (κουµατσιούλια*) λιανουκατούρµα (του) : α. η συχνουρία. λιβακουµός και λιβάκουµα (του) : α. η µεγάλη αφόρητη ζέστη, ο καύσωνας, β. η ηλίαση γ. λιβακώνουµι (ρ.) = ζεσταίνοµαι υπερβολικά, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. λίψ > λίβας = νότιος άνεµος, από τη Λιβύη, πηγή : ΑΠΘ. λιβίθρις (οι) : α. παρασιτικά σκουλήκια του εντέρου, β. Προέλευση : από το ελνστ. λεβίθα, πηγή : Δηµητράκος. λίγδα (η) : α. χοιρινό µαγειρικό λίπος, (δες : Κοζανίτικες Συνταγές), β. λιγθώθκα (ρ.) = λερώθηκα από σταγόνες λιωµένης λίγδας, γ. λίγδιασµα (του) = το λέρωµα από λιπαρή ουσία. λιγδουπάπαρα (η) : είδος φαγητού µε κοµµάτια στεγνού ψωµιού και λιωµένη λίγδα, (δες Κοζανίτικες Συνταγές). λίγκα (η) : α. η βρωµιά, β. ο λεκές από λίπος, γ. λίγκαβους και λίγκαρς (επίθ.) = ο λερωµένος, ο βρώµικος, δ. συνώνυµα : οι λίγκις, οι λέρις, οι ζγκούρις, οι λάσπις, οι βρώµις, οι λίγδις,…. ε. λιγκαβιάζου (ρ.) = λερώνω υπερβολικά. λιγκέρ’ (του) : α. το γυάλινο ή πορσελάνινο βάζο για το κέρασµα των γλυκών του κουταλιού παλαιότερα. λιγκιάζου (ρ.) : έχω λόξυγκα. λιγουβιργώ (ρ.) : περπατώ προσεκτικά µε µικρά βήµατα (πάνω σε πάγο, λάδια κτλ.) προσπαθώντας να ισορροπήσω. λίγουµα (του) : α. το αναφιλητό, β. το κόψιµο της αναπνοής των µωρών από το πολύ

κλάψιµο, γ. η δυσάρεστη διάθεση από υπερβολική κατανάλωση γλυκών. λιγούρα (η) : α. έντονη πείνα, β. έντονος ερωτικός πόθος, γ. λιγουρεύουµι (ρ.) = ορεξεύοµαι. λίθρους : (ΖΦ) α. αίµα και άµµος ( κατάρα ), λικνίζου (ρ.) : α. νανουρίζω το µωρό κουνώντας την κούνια του, β. Προέλευση : από το αρχ. λίκνον, πηγή : Π.Λ.Μπ. λιλέκ’ (του) : α. το δρεπάνι χωρίς δόντια, β. ο µικρός πελαργός, γ. δες λέλεκας*. λιλί (του) : α. το κόσµηµα, β. το παράσηµο, γ, το νόµισµα, δ. το κουµπί, ε. λιλίτσια = τα παγωµένα σταγονίδια στις άκρες των φύλλων, στ. λιλιά (τα) = κουµπιά, είδος παιχνιδιού (Παπασιώπης). λίµα (η) : α. η µεγάλη πείνα, β. λίµαβους και λίµαρς (επίθ.) = 1. ο λαίµαργος, 2. µετ. ο αρπαχτιάρης. λιµαρά (η) : α. η δαντέλα του λαιµού, το περιλαίµιο, β. το κολάρο, γ. Παπασιώπης : επιστήθιο αντί υποκαµίσου, ωραιότατα κεντηµένο), δ. η λαιµαριά των ζώων (αλόγων, µουλαριών κτλ.), δερµάτινο ύφασµα παραγεµισµένο µε άχυρο που τοποθετούνταν στο λαιµό τους, ε. η γραβάτα, στ. (ΑΡ) = ο λαιµός. λιµαργιά (η) : α. το κεντηµένο εργόχειρο για το στόλισµα των προσκέφαλων στα µιντέρια, β. (πηγή ΑΡ), γ. δες και µακάτ’*. λίµαρς (επίθ.) : α. ο λαίµαργος, β. λιµούρα και αλιµούρα (η) = 1. η βίαιη αρπαγή αντικειµένων, 2. το πλιάτσικο δ. λίµου (η) = η ασυγκράτητη για φαγητό γυναίκα, ε. λίµαβους (ου) = ο αρπαχτιάρης. λιµές (επίθ.) : α. ο ξεπεσµένος, β. ο κατώτερος, γ. υβρ. ο αλήτης, δ. (Δηµητράκος : η πρώτης ποιότητος σταφίδα), ε. (Μαλούτας : ο ελεµές = ο παλιάνθρωπος, ο ηθικώς αναξιόπιστος). λιµπά (τα) : α. οι όρχεις, β. συνών. µπουµπόλια* κ.ά.π. λιµπαντές (ου) : α. είδος κοντού γυναικείου γιλέκου, πολύ καλά στολισµένου µε κεντήµατα από µεταξωτές ή χρυσές κλωστές, β. η φέρµελη (Κ. Σ.), γ. γυναικείο γιλέκο µε µανίκια, δ. (Παπασιώπης : πολυτελές γιλέκο γυναικών χρυσοκεντηµένο). λιµπέβουµι (ρ.) : α. ορειξεύοµαι, β. νοστιµεύοµαι, γ. λαχταρώ, δ. ζηλεύω, ε. λιµπίζουµι (ρ.) = επιθυµώ σφόδρα, στ. Τραγούδι : µηλίτσα µ’ πούσι στου γκριµό…έµ τα µήλα σου τα λιµπίζουµι, (αποκριάτικο), ζ. Προέλευση : από το ελληνστ. λιµβός = λαίµαργος, πηγή : ΑΠΘ. λιµούρα (η) : α. η διαρπαγή (Παπασιώπης), β. δες και αλιµούρα*. λιούρου (η) : α. η θολή γκρίζα ρακή που τρέχει προς το τέλος της απόσταξης (lias : κάπου στους 15˚), β. µετ. αηδιαστικό πράγµα, παρδαλό, γ. Προέλευση από το κουτσοβλ. laru, πηγή : Ντίνας. λιπτόκαρου (του) : το φουντούκι. λισιά (η) : πλέγµα κληµατσίδων που έβαζαν επάνω στην αρµιά και από πάνω είχε και ένα στούµπο για να κρατιούνται τα λάχανα µέσα στην αρµύρα. λιχνιούµι (ρ.) : α. ψευτοκλαίω, β. κλαίω µε αναφιλητά. λιψιάνκου (επίθ.) : α. το χρυσοκέντητο µεταξωτό µαντήλι µε το οποίο σκεπάζονταν τα δώρα των αρραβώνων, β. Προέλευση : από το Λειψία. λόγους (ου) : α. η οµιλία (πχ. του Δηµάρχου στην πλατεία), β. η υπόσχεση για κάτι, γ. η υπόσχεση αρραβώνα, (φράση : «έδουκάµι λόγουν ιµείς!») δ. η αιτία για κάτι. λόζγιους (ου) : α. το µπέρδεµα, η ανακατωσούρα, β. λουζγιάζου (ρ.) = 1. µπερδεύω τα πράγµατα στο µυαλό µου, 2. ανακατεύω, γ. λουζγιέρ’ (του) = ο µπερδεµένος ή ακατανόητος συλλογισµός, δ. (σηµ. lias : στο Βόιο λένε τα δέµατα από τις κληµατσίδες για το άναµµα των κλαδαριών), ε. λόζγιαβους = ο ανακατωµένος στ. λόζγιασµα (του) = το µπέρδεµα, ζ. Προέλευση : από το βουλγ. lozja, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255. λόρδα (η) : α. η υπερβολική πείνα, β. (βεν. lorda, πηγή : ΑΠΘ). λουιούν – τουλουιούν ( αντων. εκφρ.) : α κάθε είδους, β. λογής – λογής, γ. (lias : το βρήκα και λουϊούν του λουϊούν). λούκ’ (του) : η υδρορροή. λουκάντα (η) : α. το κρασοπουλειό, β. το πανδοχείο, γ. το εστιατόριο, δ. Προέλευση : από το βενετ. locanda, πηγή : ΑΠΘ.

λουλάκ’ (του) : α. γαλάζια χρωστική ουσία, β. σηµ. lias : χρησιµοποιούνταν παλιά για το βάψιµο των ραλικιών* αλλά και στο ξέβγαλµα των ασπρορούχων). λουλούδου (επίθ.) : α. (η) = η γυναίκα που της αρέσει το υπερβολικό στόλισµα, φτιασίδωµα, β. η προκλητική, γ. (ου) = ο κίναιδος. λουλουπαντέρα (επίθ. προσδιορ.) : α. ο παλαβός, β. ο θεότρελος. λουµάκ’ (του) : α. ξυλοκάρβουνο, β. καυσόξυλο, γ. δενδρύλλιο φυτωρίου για µεταφύτευση, δ. λεπτός κορµός από νεαρό δέντρο βελανιδιάς, ε. Προέλευση : από το αρχ. λείµαξ, πηγή : Π.Λ.Μπ. λούν’ (του) : α. το κατακάθι, β. το ίζηµα, γ. η λάσπη, δ. η θολούρα, ε. Προέλευση : από το ελνστ. λήνος = δίκτυον, πηγή : Δηµητράκος. λούνις (οι) : α. λακκούβες µε νερά, β. Λούνις = περιοχή της Κοζάνης ανατ. του Αγίου Αθανασίου (σηµ. lias,: άρχισαν από : τ’ Διµισκή του πηγάδ’ και κατέληγαν µέσω Καρδίτσας (Σπούρτας) στον Αλιάκµονα. Καταστράφηκαν λόγω των έργων του Υγιεινολογικού καθαρισµού) λουντίνια (τα) : α. δαντελωτά µεταξωτά υφαντά, που προορίζονταν κυρίως για διακόσµηση κρεβατιών, ραφιών κτλ. λουρίδα (η) : α. ο ζωστήρας, β. στενόµακρο κοµµάτι από πανί, χαρτί, δέρµα κτλ. λουσάρζµα (του) : α. το στόλισµα της γυναικός µε κοσµήµατα, β. η πολυτελής ενδυµασία, γ. Προέλευση : από το λούσο. λουσιέβουµι (ρ.) : λούζοµαι. λούστρους (επίθ.) : α. η σταθερή βροχή που ξεπλένει τους δρόµους, β. ο στιλβωτής, γ. λούστρους (ου) = 1. το βερνίκι, 2. η λάκα, δ. Φράσεις : «γίγκα λούστρους» = έγινα µούσκεµα, «τόκαµα λούστρουν» = το έπλυνα πολύ κακά, ε. (Μαλούτας : άνθρωπος που βράχηκε, ξεπλύθηκε και καθάρισε τελείως). λουτρά (τα) : α. τα βαµµένα κίτρινα (υφάσµατα ή κλωστές), β. οι δηµόσιοι λουτήρες, γ. τα λουτρά της Κοζάνης στο παρελθόν (εκεί όπου στεγάζεται σήµερα το Μουσείο Κοζάνης ). λουτρές (οι) : α. οι κλωστές (Σιαµπανόπουλος, σελ. 268, και πιο κάτω λουτριά = µεταξωτή κλωστή, στριφτή και χοντρή κλωστή, σκέτη, επίχρυση ή επάργυρη κι άλλων χρωµάτων, µε δύο αδέλφια), β. (ΧΧ.: λούταρου = 1. άχρηστο κοµµάτι ύφασµα που µένει από το ράψιµο, 2. ύφασµα κατώτερης ποιότητας). λύκους (ου) : α. ο λύκος, β. (Φράσεις : "λύκους µι τα πέταλα", «λύκους γκαβός», «ντούου ου λύκους», «λύκους τς Ιβγένας»...), γ. κίτρινο παράσιτο που σκαρφαλώνει στα φυτά και τα πνίγει (τα ξηραίνει), δ. λύκσα (η) = 1. η επίµονη γυναίκα, 2. η σεξοµανής. λυσσιάρκους (επίθ.) : α. ο µανιακός, β. ο επίµονος, γ. λυσσιάρου (η) = η νυµφοµανής γυναίκα. λυχτώ (ρ.) : α. ουρλιάζω, β. φωνάζω δυνατά χωρίς νόηµα, γ. λίχτσµα (του) = το ούρλιαγµα του σκύλου, δ. Προέλευση : από το αρχ. υλακτώ, πηγή ΙΝΒΑ, σελ. 247.

Μ
µά (επιφ.) : µαµά. µαβράδ’ : α. η κόρη του µατιού, β. µετ. το µελαχροινάκι, γ. το µαύρο στίγµα στο δέρµα, δ. το µαύρο µικρό έντοµο. µαγαζές (ου) : α. το κελάρι, β. το εργαστήρι, γ. (πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 445). µαγαρσιά (τα) : α. κόπρανα (Παπασιώπης), β. µαγαρζµένους (επίθ.) 1. ο λερωµένος, 2. αυτός που αλλαξοπίστησε (lias : από το αγαρινός*). µαγκάλ’ (του) : α. πλατιά σιδερένια λεκάνη µε πόδια όπου έµπαινε η θράκα για θέρµανση δωµατίων. µαγκάν’ (του) : α. ο σφικτήρας, β. το τελάρο των κεντηµάτων, γ. µαγκώνου (ρ.) = αρπάζω. µαγκούτα και µαµαγκούτα (η) : α. το βρωµόχορτο (σηµ. lias : την άνοιξη όταν βρέχει και φυσάει στην ατµόσφαιρα διαχέεται µία οσµή που προέρχεται από τη µαγκούτα), β. το κώνιο. µαγλίκ’ : α. µεταξωτός επίδεσµος από το σαγόνι ως την κορφή της γυναικείας κεφαλής, β. (σηµ. lias : το φορούσαν οι αρραβωνιασµένες της παλιάς Κοζάνης), γ. Προέλευση : από το µάγουλο.

µαειργιό (του) : α. η κουζίνα του σπιτιού (συνήθως έξω από το σπίτι), β. το λαϊκό εστιατόριο, γ. µαέριµα (του) = το µαγείρεµα, δ. µαΐρσα και µαέρσα (η) = 1. η µαγείρισσα, 2. µετ. η καταφερτζού, 3. η τεχνίτρα και µερακλού. µαζώνου (ρ.) α. = συγκεντρώνω, β. τακτοποιώ, γ. αποταµιεύω, δ περιορίζω, ε. (τς) µαζώνου (ρ.) = τρώω ξύλο, στ. µαζώξ’! (προστ.) = µην εξαχρειώνεσαι, ζ. (του) µαζώνου = φεύγω, η. µάζουµα (του) = η συνάθροιση, θ. τακτοποιώ, η. συµµαζεύω, θ. Προέλευση : από το ελνστ. µάζα, πηγή : ΑΠΘ. µαϊµού (η) : α. η µαϊµού, β. µετ. ο πονηρός ή κακός άνθρωπος, γ. µετ. ο ατσούµπαλος, δ. µαϊµένου (επίθ.) = το παλιόπαιδο. µαϊντάν’ και µεϊντάν’ (του) : α. δηµόσιος χώρος, β. Φράση : «βγήκιν στου µαϊντάν’» = πολιτεύεται, γ. Προέλευση : από το τουρκ. meydan, πηγή : ΑΠΘ. Μαΐσιους (επίθ.) : α. ο µαγιάτικος, β. µετ. ο αλλεργικός ανοιξιάτικος βήχας, γ. µαϊάτκα (τα) = τα πρωτολούλουδα, τα λουλούδια που ανθίζουν τον Μάιο, δ. µαΐσιου (του) = το κρασί από βαρέλι που ανοίγεται το Μάη συνήθως το τελευταίο). µάκα (η) : η µητέρα ( µα-µάκα). µακαβάς (ου) : α. το χοντρό πεπιεσµένο χαρτόνι, β. είδος κόντρα πλακέ. µακαράς (ου) α. το καρούλι κλωστής, β. ο τροχός, η τροχαλία, γ. ο επισκευαστής τροχών, ρουλεµάν κτλ. µακάτ’ (του) : α. κεντηµένα εργόχειρα που στρώνονται διακοσµητικά στο τραπέζι, τα ερµάρια, τους καναπέδες κτλ. β. (Ηλιαδ. : µακάτια = λευκά κεντητά «καρρέ» που έστρωναν επάνω στα µακριά µαξιλάρια πάνω στα µιντιρλίκια* σε επαφή κολλητά στον τοίχο. µακιδουνίσ’ : α. ο µαϊντανός, β. µετ. το εκλεπτυσµένο, γ. (σηµ. lias = Προέλευση : από το Μακεδονία, διότι οι αρχαίοι Μακεδόνες έτρωγαν µαϊντανό πριν τη µάχη για να τονωθούν). µάκινα (η) : α. η ραπτοµηχανή, β. µηχανισµός για το στρογγύλευµα του φεσιού, γ. (αγγλ. mashine). µάκους (ου) : α. υπνωτικό χορτάρι (lias : το έδιναν στα παιδιά για να κοιµηθούν), β. η παπαρούνα, γ. µακουπότης (ου) = ο χασικλής, δ. Προέλευση : από το δωρ. µάκων>αττ. µήκων, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 247, «µήκων η υπνοφόρος» = όπιο. µακφάρκους (επίθ.) : α. το µεγάλο πέος,, β. µετ. ο παραπεταµένος, γ. µετ. το ζωηρό παιδί, δ. µακφάρα (η) = το πέος του γέροντα. µάλαµα (του) : α. το χρυσάφι, β. µετ. ο εξαιρετικά καλός άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το ελνστ. µάλαγµα, πηγή: ΑΠΘ. µαλάς (ου) : α. το µυστρί, β. εργαλείο για ανακάτεµα (λάσπης, ζύµης κτλ. – Δηµητράκος), γ. µετ. ο ανακατωσούρας. µάλη (η) : α. η µητέρα, β. δες και µάκα*, µά*, µαµάκα*. µάλια (η) : α. ο τερµατοφύλακας, β. µαλιόµπακα (η) = ο τερµατοφύλακας που έπαιζε και ως αµυντικός ελλείψει άλλων παικτών. µαλιός (επιθ.) : α. ο µαµµόθρεφτος, β. ο ντελικάτος, µαλλί (του) : α. το έριον, το µαλλί, β. µετ. το χρήµα σε µετρητά, γ. ως επιρ. = τίποτε, καθόλου, (φράση : «µαλλί τα πάρς» = δραχµή δεν θα πάρεις), δ. µαλλίτκους (επίθ.) = ολόµαλλος, ε. µαλλιώτου (του) = µάλλινη µπέρτα ή ζακέτα. µαλλιαούτσουν (επίρ.) : απολύτως τίποτε, β. (lias : τη λέξη αυτή την δηµιούργησε ο +Λάζαρος Γκέκας, γνωστός πλακατζής και γλεντζές και καλός έµπορος. Όταν παρήγγειλε κάτι έλεγε στον παραγγελιοδόχο : «κοίτα µη στείλτς άλλου απ’ αυτό π’ σ’ είπα, µαλλαούντσουν τα πάρς». Τώρα τι εννοούσε… Μαλλί (δηλ. χρήµατα) από πού**ον. Άντε να καταλάβει κανείς τα Κουζανιώτκα. µάλτα (η) : α. χονδρό και ανθεκτικό ύφασµα, β. (lias : όπως αυτό των σηµερινών µπλού τζήνς). µαµαγκούτα (η) : το βροµόχορτο. µαµαλίγκα (η) : α. είδος εδέσµατος (χυλός) µε καλαµποκίσιο αλεύρι και λίπος, β. δόλωµα για ψάρεµα µε αλεύρι καλαµποκιού, γ. πολτός καλαµποκάλευρου. µαµάνα (η) : α. η γιαγιά, β. η αυστηρή γυναίκα. µαµπέτ’ (του) : α. το γλεντοκόπηµα, β. η διασκέδαση, γ. (Μαλούτας : µουαµπέτ’ι = καλαµπούρι, διασκέδαση ευθυµία, από το τουρκ. muhabbet = στοργή, συµπάθεια, καλαµπούρι),

δ. µαµπέτς (ου) = ο γλεντζές. µαν’ (επίρ.) : α. σάµπως β. µήπως, γ. λες και … δ. (Φράση : «µαν’ είµι ντβάρ’ κι δεν γυρνώ»). µανάρ’ (του) : α. το αρνί που καλοταϊζόταν για το Πάσχα ή για εξαιρετικές περιπτώσεις, β. µετ. το καλοµαθηµένο παιδί, γ. ο Βενιαµίν της οικογένειας, δ. το θρεφτάρι, ε. Προέλευση : από το µάνα. µαναφούκ’ (του) : α. η διαβολή, β. η συκοφαντία, γ, (τουρκ. munafiklik, πηγή : Χ.Χ.). µάναχουσµ’ : α. µόνος µου, β. µοναχός µου (χωρίς βοήθεια) έκανα κάτι. µάνγκας και µάγκας : (ου) : α. (lias : το σηµειώνω µόνο και µόνο για την ετοιµολογία που άκουσα από τον Ζ.Κ : επί βασιλείας Όθωνος, το επίλεκτο σώµα της φρουράς του ονοµαζόταν µάγιστερ κτλ. (αλλά δεν ήξερε να µου πει ποια είναι τα λοιπά) και τα αρχικά τους σχηµάτιζαν τη λέξη M.A.G.A.S. και επέµενε ότι ήταν κάτι σαν τα σηµερινά, ΕΚΑΜίτης, Ζητάς, ΑλφαΜίτης κτλ. β. Ο Δηµητράτος πάλι το επεξηγεί «κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 ο άτακτος στρατιώτης, γ. (στα τουρκ. manga = µικρό στρατιωτικό σώµα, πηγή : ΑΠΘ). µανιφατούρα (η) : α. κυρ. το εργοστάσιο (από το αγγλ. manufacture), β. στην Κοζάνη εννοούν τον άνθρωπο που δηµιουργεί χίλιες δύο δικαιολογίες για κάτι. µανούρα (η) : α. η περίπλοκη κατάσταση, β. η δυσκολία, γ. ο µπελάς, δ. η φασαρία. µανταλίδ’ (του) : το τούβλο (lias : παλιά γινόταν χωρίς ενδιάµεσες τρύπες). µανταλιόν’ (του) : α. το µενταγιόν (χρυσό), β. το περιδέραιο. µανταλώνου (ρ.) : α. σφραγίζω την πόρτα εσωτερικά µε χοντρό καδρόνι ή σιδερένια ράβδο, β. µάνταλου (του) = 1. το καδρόνι ή η σιδερένια βέργα της πόρτας, 2. ο σύρτης, γ. Προέλευση : από το βυζ. µάνδαλον , πηγή : ΑΠΘ. µαντάν’ (του) : α. µηχανισµός που κινείται µε τεχνητό καταρράκτη, για το πλύσιµο χοντρών υφασµάτων, κλινοσκεπασµάτων κτλ., (δες και ντριστέλα*), β. Φράση «έφαγα ένα µαντάν’»= έφαγα δυνατό ξυλοκόπηµα. µαντάρα (επίρ.) : α. γυαλιά – καρφιά, β. άνω κάτω, γ. (ουσ.) = µεγάλο µανιτάρι, δ. (Δηµητράκος = τόπος αποψιλωµένος δέντρων), ε. Προέλευση : από το ελνστ. µαδαρώ = γυµνώνω, πηγή : Δηµητράκος. µαντέκα (η) : α. αλοιφή για τη στερέωση του µουστακιού, β. (ιταλ. manteca, πηγή : ΑΠΘ). µαντζαφλάρ’ (του) : α. το ανταλλακτικό που δεν γνωρίζουµε ή έχουµε ξεχάσει την ονοµασία του, β. το εξάρτηµα, γ. το µαραφέτι. µαντζιούν’ (του) : α. παχύρρευστο γλυκό παρασκεύασµα, β. πρακτικό φάρµακο, γ. (Παπασιώπης : = φάρµακο που διαλύεται γλειφόµενο, παστέλι, έκλειγµα αρχ.), δ. Προέλευση από το τουρκ. macun = θεραπευτικό παρασκεύασµα µε ζάχαρη, πηγή : ΑΠΘ. µαντζίρς (επίθ.) : α. ο τσιγκούνης, β. ο κακόµοιρος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. muhasir = πρόσφυγας, πηγή : ΑΠΘ. µάντου (η) : η µεγάλη. µαντουµπάλα (η) : η τεράστια κεφτέδα, (πηγή : Κακραµάντς). µαξούς (επίρ.) : α. σκόπιµα, β. επί τούτω, γ. επίτηδες, δ. Προέλευση : από το τουρκ. maksus, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256, ε. (Μαλούτας : µάξους από το τουρ. mahsus). µάρ’ (επιφών.) : α. καλέ, β. µαρή, γ. αγενές κάλεσµα γυναίκας ή κοριτσιού, δ. (Παπασιώπης [τότι κι τώρα] : Προσφώνησις γυναικών εκ µέρους και ανδρών και γυναικών), ε (σηµ. lias : τους άνδρες οι µεν γυναίκες τους προσφωνούν µπρε, οι δε άνδρες µε το ρα ή αρά). µαραφέτ’ και µουραφέτ’ (του) : α. το εργαλείο, β. ο µηχανισµός, γ. το κόλπο, δ. η µέθοδος, ε. η επιδεξιότητα, στ. εργαλείο που αγνοούµε την ονοµασία του, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. marifet = επινόηση, µηχάνηµα, πηγή : ΑΠΘ, η. δες και µαντζαφλάρ’*. µαργώνου (ρ.) : α. ασθενώ, β. κρυολογώ. µαρινέλα : α. το µουλάρι του Μπανάτα. (µαρί+έλα) µαριόλτς και καργιόλτς (επίθ.) : α. ο κατεργάρης, β. ο πονηρός, γ. Προέλευση : από το ιταλ. mariol = απατεώνας, πηγή : ΑΠΘ. µάρκα (η) α. η τρικλοποδιά, β. (µετ.) = ο έξυπνος, γ. ο άνθρωπος που σηµειώνει την εξέλιξη του σκορ κάποιας αναµέτρησης, δ. Προέλευση : ιταλ. marca, πηγή : ΑΠΘ. µαρκάλα (η) προβατίνα που είναι στον καιρό της πλέον να γονιµοποιηθεί.

µαρκαλνώ (ρ.) : α. καλώ την προβατίνα να γυρίσει στο κοπάδι, β. οδηγώ δύο ζώα για να γονιµοποιηθούν, να βατευτούν, γ. µαρκάλτσµα (του) = 1. ο ερωτικός βρυχηθµός του κριαριού ή της προβατίνας, 2. το βάτεµα. µαρκάτ’ (του) : α. το πρόβιο γιαούρτι, β. (Σηµ. lias = από το µαρκάλα : προβατίνα, Δηµητράτος : µακάρτι = οξύγαλον, Πιτένης (µάλλον αστιεύεται) : από τη φράση : «µάρ’ κάτ’ γίγκιν ιδώ» στα Κοζανιώτκα Μπέντια.). µαρµάγκα (η) : α. είδος δηλητηριώδους αράχνης, β. µετ. η τυράνια αλλά και το µεγάλο κακό, γ. Φράση : «µ’ έφαγιν η µαρµάγκα» = έλιωσα στη δουλειά, παιδεύτηκα πάρα πολύ. µαρούκουτας (επίρ.) : α. εσπευσµένα και φοβισµένα, β. γρήγορα χωρίς κουβέντα, γ. πολύ γρήγορα, δ. Προέλευση: από το αρχ. «εκών – ακών». Μάρτς (ου) : α. ο Μάρτιος, β. µάρτς (ου) = ασπροκόκκινη µάλλινη κλωστή µε τρύπιο κέρµα που βάζουν στα παιδιά σαν βέρα στο δάχτυλο ή βραχιόλι στο χέρι τις παραµονές του µήνα για να µη τα µαυρίσει ο δυνατός µαρτιάτικος ήλιος, γ. "µάρτ’-µάρτ’-µαρτ’" (φράση) = το ξεγέλασµα την 1η Μαρτίου και όχι την Πρωταπριλιά όπως γίνεται αλλού, γ. (Σηµ. lias = Ο Μάρτιος ήταν ο πρώτος µήνας του Ρωµαϊκού έτους). µαρχάλιµα (του) : α. η ερωτική θωπεία, β. (από Βανίδη στο «Χρόνο», Φ. 2705). µάσα (η) : α. τραπέζι και φαγητό (ΑΡ), β. χαµηλό τραπέζι µπροστά στο τζάκι, γ. µάγκικη λέξη της Νεοελληνικής που σηµαίνει φαγητό, δ. Προέλευση : από το αρχ. µάσησις, πηγή Π.Λ.Μπ. µασάλια (τα) (lias : στον πληθ. γιατί πάντοτε ήταν πολλά) : α. οι σαχλαµάρες, β. οι διηγήσεις µε υπερβολές, γ. τα παραµύθια, δ. τα ανέκδοτα, τα αστεία, ε. Προέλευση : από το αραβ. mesel = ψέµα, πηγή : ΑΠΘ. µασάτ’ (του) : α. στρόγγυλο ατσάλινο ακονιστήρι των χασάπηδων, β. µακρύ σκληρό σίδερο για να ακονίζουν τις κόρδες οι βυρσοδέψες, γ. ( τουρκ. masat). µασιά (η) : α. χοντρή λαβίδα για το πιάσιµο των αναµµένων κάρβουνων, (σηµ. lias : πιο µεγάλη και πιο βαρά από το τσιµπίδι), β. Προέλευση : από το τουρκ. masa, πηγή : ΑΠΘ. µασκαράς (επίθ.) : α. το καρναβάλι , β. ο µεταµφιεσµένος, γ. αυτός που κάνει ανεπίτρεπτες πράξεις ή λέει πρόστυχα λόγια, δ. µασκαραλίτκα (τα) = 1. τα πρόστυχα λόγια ή πράξεις, 2. τα ρεζιλίκια, δ. µασκαρεύου (ρ.) = ντροπιάζω, (φράση : «µάρ’ κουρίτσι µ’ µας µασκάριψις σ’ όλουν τουν ντουνιά» = κορίτσι µου µας ντρόπιασες στην κοινωνία, ε. Προέλευση : από το ιταλ. mascara, πηγή : ΑΠΘ. µασκαρέτα (η) : α. το επί πλέον κοµµάτι δέρµατος για ενίσχυση της µύτης του παπουτσιού, β. η µάσκα. µασλάτια (τα) : α. η συνοµιλία χωρίς ουσία, β. τα λόγια, γ. οι φλυαρίες, δ. οι κουβέντες, ε. µασλάτας (ου) = 1. ο πολυλογάς, 2. ο φλύαρος, στ. µασλατέβου (ρ.) = 1.κουβεντάζω, 2. φλυαρώ ακατάπαυστα, ζ. (lias : µου ειπώθηκε και η ερµηνεία : µιλώ σιγανά κρύβοντας κουβέντες. Να προέρχεται από το µασουλώ; Διερεύνηση). µασούρ’ (του) : α. ο κύλινδρος, β. ποσότητα µαλλιού τυλιγµένη σε καλάµι ώστε να µπει στη σαΐτα για τον αργαλειό ή την ραπτοµηχανή, γ. δεσµίδα µετρηµένων και ισόποσων νοµισµάτων σε χαρτί, δ. Φράση : «έχ’ τρανό µασούρ’ αυτός!» = είναι πολύ πλούσιος. µαστέλα (η) : α. πλατύς µεγάλος κουβάς ή σκάφη, (lias : προορίζονταν για το µούλιασµα των στεγνών ή ξεραµένων αντικειµένων, όπως τα δέρµατα των βυρσοδεψών) γ. Προέλευση : από το αρχαίο µαστός = ποτήρι, πηγή : ΑΠΘ. µάστιουρας (επίθ.) : α. ο εξειδικευµένος τεχνίτης, β. ο επικεφαλής του συνεργείου, γ. ο δάσκαλος κάποιας τέχνης, δ. µαστιόρ’ (οι) = το συνεργείο τεχνιτών, ε. µαστιουργιά (η) = 1. η τέχνη, 2. η κατασκευή από επιδέξιο τεχνίτη, στ. µαστιουρέβου (ρ.) = κατασκευάζω κάτι µε επιτυχία σαν να ήµουν ειδικός, ζ. Προέλευση : από το ελνστ. µαγίστωρ, πηγή : ΑΠΘ, (lias : παράβαλε µε το αγγλικό master, γιατί οι Άγγλοι έχουν λεξιλόγιο 300.000 λέξεων εκ των οποίων οι 60.000 είναι ελληνικές [δες το σχετικό δηµοσίευµα στο giapraki.com] ενώ ή ελληνική έχει άνω του 1.500.000 εκατοµ. Το γράφω αυτό για να δείτε τι πνευµατικό πλούτο διαθέτουµε αλλά και γιατί ακούω κάτι νεαρούς ειδικά να ελληνοποιούν εγγλέζικες λέξεις όπως το φρικιό από το αγγλ. freak. Από το φρικτός είναι παλικάρια µου! ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ). µάστου (ρ. προστ.) : α. µάζεψε τα πράγµατά σου και φύγε, β. φύγε και άφησέ τα όπως είναι. µαστραπάς (ου) : α. µικρό αλουµινένιο δοχείο µε χερούλι για τη µεταφορά νερού, β. Προέλευση : από το τουρκ. masrapa, πηγή : ΑΠΘ. µατινέ (η) : α. το γλέντι, β. η ολοήµερη διασκέδαση, γ. η δεξίωση, δ. η ηµερίδα, ε. Προέλευση : από το γαλλ. matin = ηµέρα, δ. (σηµ. lias : υπήρχαν και άλλα όπως η βιγγέρα*, του νυχτέρ* κτλ.). µατιούκου (η) : α. η Ματίνα, (= η Μαλαµατή, δες ονόµατα* στο τέλος), β. µετ. το τσίπουρο, γ. µετ. το µπουκάλι µε το τσίπουρο που συνήθως έκρυβαν οι γυναίκες από τους άνδρες τους, γ. (lias : οι Κουζιανιώτις πότες για να µη τους λένε µπεκρήδες κλπ. εφηύραν πάµπολλα όπως :

Βαλιντέ [ =βάλε ντε ] και Ματιούκου [πρόκειται για την Ματίνα που σερβίριζε στο κατάστηµά της οινοπνευµατώδη σε φλιτζάνια τσαγιού στις παραµονές και την ηµέρα των εκλογών που ίσχυε η ποτοαπαγόρευση]), δ. Προέλευση : από το αρχ. µυτώ = µεθώ, πηγή Π.Λ.Μπ. µάτκα (η) : ξύλινο εργαλείο για το χτύπηµα του γάλακτος ώστε να βγει το βούτυρο, (σηµ. lias : έµοιαζε µε κουπί). µατσόλα (η) : α. ξύλινη βαριοπούλα, β. Προέλευση : από το ιταλ. mazzola, πηγή : ΑΠΘ. µατσούκ’ (του) : α. χοντρό ραβδί, β. η γκλίτσα, γ. Φράση : «έφαγιν ένα µατσούκ’» = έφαγε γερό ξύλο, δ. µατσκώνου (ρ.) = χτυπώ δυνατά µε το µατσούκ’, ε. Προέλευση : από το ιταλ. mazzoca, πηγή : ΑΠΘ. µατχιάζου (ρ.) : α. σηµαδεύω, β. έχω κάτι υπ’ όψιν µε σκοπό να το αποκτήσω, (φράση : «µάτχιασα ένα φουστάν’!»), γ. βασκάνω, δ. µατιάζω. µαυρίτσα (η) : η µαύρη κηλίδα στο πρόσωπο. µαυρουτσούκαλου (επίθ.) : (ειρων.) ο µελαψός. µαυρουχαρχαλιασµένους (επίθ.) : α. ο ταλαίπωρος, β. ο καταβεβληµένος από αρρώστια ή από βάσανα, γ. ο αδύνατος, δ, Προέλευση : από το µαύρο+χάλι. µαφέζα (η) : το κόκκινο ή µοβ χρώµα. µαχαλάς (ου) : α. η συνοικία, β. η γειτονιά, γ. προέλευση : από το τούρκ.<αραβ. mahall, πηγή : ΑΠΘ. µαχµάρς (επίθ.) : α. ο αργοκίνητος, β. ο τεµπέλης. µαχµούιζ’ς (επίθ.) : α. ο ύπουλος, β. µαχµούζ’ (του) = το πίσω νύχι του ποδιού του κόκορα (πηγή : Χ.Χ.), γ. Προέλευση : από το τουρκ. mahmuz = σπιρούνι. µαχµουντιές (ου) : τούρκικο νόµισµα, (1µαχµουντιές = 20 ασηµένια γρόσια, πηγή : Ηλιαδ. «η χαρά»). µαχµουρλούς (επίθ.) : α. ο άκεφος (µετά από ύπνο), β. ο αγουροξυπνηµένος και κακόκεφος, γ. Προέλευση : από το αραβ. mahmur = νυσταγµένος, πηγή : ΑΠΘ. µαχραµάς (ου) : α. µεταχειρισµένα υφαντά που τα χρησιµοποιούσαν στο πάτωµα, β. ξεφτισµένη πετσέτα, µαντήλι ή άλλο πανί, γ. Προέλευση : από το τουρκ. mahrama. µεσάλα και µισάλα (η) : α. η ποδιά χωρίς επιστήθιο αλλά µε τσέπη που δένεται γύρω από τη µέση, β. (Νιάνια : το ύφασµα που σκεπάζουν το ζυµάρι ή το ψωµί), γ. (Δηµητράκος = τραπεζοµάνδηλον), δ. (σηµ. lias : έχω παρασυρθεί από κάποιον «γραµµατιζούµινου». Δες και µισάλα* για σιγουριά). µέλ’ (του) : α. το µέλι, β. ως ρήµα = «τι σι µέλ’;» = 1. τι σε ενδιαφέρει ; 2. τι σε νοιάζει ; γ. Προέλευση : από το αρχαίο µέληµα, πηγή : ΑΠΘ. µέρους (του) : α. το αποχωρητήριο, β. δες συνώνυµα : αναγκαίους*, χαλές*, απόπατους*, κτλ. µιγαρούδγια (τα) : α. τα µυγάκια, β. οι σκνίπες, γ. δες τα µαβράδγια*. µιζικλίκ’ (του) : α. ο πικάντικος µεζές, β. µιζικλίκια = ποικιλία µεζέδων, γ. Προέλευση : από το περσ. meze, πηγή : ΑΠΘ. µιθάβρου (επίρ.) : α. µεθαύριο, β. απροσδιόριστος χρονικός προσδιορισµός, γ. (για τον Κοζιανιώτη µιθαύρου = κάνγκαµνιάφουρας (ποτέ), [δες περισσότερα στον Ηλιαδ.- Ελιµειακά]). µιθούκας (επίθ.) : α. ο µέθυσος, β. ο µεθύστακας, γ. ο µπεκρής, δ. µιθώ (ρ.) = 1. µεθώ, 2. ενθουσιάζοµαι. µίθους (ου) : α. το ψέµα, β. το ντρόπιασµα, γ. µύθια (τα) = 1. τα υπερβολικά λόγια, 2. τα µυθεύµατα, 3. λόγια ή πράξεις που προκαλούν άσχηµα σχόλια, δ. Φράση : «γίγκαµι µίθους» = οι πράξεις µας έγιναν γνωστές σ’ όλη την πόλη και µας σχολιάζουν επιτιµητικά. µιλέζκου (επίθ.) : α. το νόθο, β. το προερχόµενο από διασταύρωση δύο διαφορετικών ειδών (π.χ. καρδερίνα µε καναρίνι), β. µιλέζκους = 1. ο µιγάς, 2. ο µπάσταρδος. µιλέτ’ (του) : α. το σόι, β. η φυλή, γ. η ράτσα, δ. (τουρκ. millet). µινέτου (του) : α. η στοµατική σεξουαλική ικανοποίηση, β. το τσιµπ**κι. µιντέρ’ (του) : α. χαµηλός καναπές µε στρώµα που εφάπτεται στο ντουβάρι, πλάι στο τζάκι, που χρησίµευε και για κρεβάτι. Συνήθως εάν ήταν ξύλινος ήταν κενός, για να αποθηκεύονται µέσα του τα κλινοσκεπάσµατα, β. (αραβ. minder, πηγή : ΑΠΘ), γ. (Παπασιώπης : σοφάς, στρώµα).

µιντέρου (η) : α. υπερβολικά χοντρή γυναίκα, β. η χοντρή και αχαΐρευτη γυναίκα, γ. η ανοικοκύρευτη γυναίκα (σηµ. lias : η ανοικοκύρευτη που κρύβει τα άπλυτα πίσω από το µιντέρι). µιντιρλίκια (τα) : α. τα στρωσίδια στα µιντέρια (µαξιλάρια, διακοσµητικά κεντήµατα, κλινοσκεπάσµατα κτλ.), β. (Παπασιώπης : µόνιµα ντιβάνια αριστερά και δεξιά του τζακιού, επέχοντα θέση καναπέδων), γ. (Μαλούτας : µιντιρλίκ = είδος ντιβανιού δίπλα στο τζάκι, [από το τουρκ. mender = κλίνη εκ σανίδων ή τάπητος ]). µίξα (η) : α. οι βλέννες της µύτης, β. µίξαβους και µίξαρ’ς (επίθ.) = 1. µυξιάρικος, 2. άτοµο που του τρέχουν οι µύτες, 3. µετ. ο άνθρωπος που θέλει να κάνει κάτι ενώ δεν µπορεί, ο πιτσιρικάς, γ. µύξους = 1. το φλέγµα, 2. απαξιωτική φράση : «τα σι φτίσου µύξουν παπτσίθκουν», δ. Προέλευση από το αρχ. µύξα, πηγή : ΑΠΘ. µιρά (η) : α. η πλευρά, β. η µεριά, (φράση : «τηράει να κάµ’ τ’ µιρά τ’» = φροντίζει να τακτοποιηθεί, γ. τα µιρά = τα πλευρά. µιράδ’ (του) : α. το µερίδιο, β. η µερίδα, γ. το ήµερο ζώο, δ. µετ. ο ήρεµος άνθρωπος, µιργιάτκου (του) : το µεροκάµατο. µιριµέτ’ (του) : α. η επιδιόρθωση, β. µικρή συµπληρωµατική προχειροδουλειά (βάψιµο, επιδιόρθωση σοβά που έπεσε κτλ.), γ. µετ. ο ξυλοδαρµός, δ. Προέλευση : από το αραβ. meremet, πηγή : ΑΠΘ. µισάλα : α. ο κεντρικός χώρος του σπιτιού, το xολ, β. (ΧΧ= ποδιά κλπ και µετά γράφει µεσάλα). µισάντρα (η) : α. ξύλινη ντουλάπα ιδίως για τα κλινοσκεπάσµατα, χωρίς ενδιάµεσο χώρισµα, ώστε να επικοινωνεί µε δύο δωµάτια, β. ( Σιαµπανόπουλος : µέσα + άντρα ), γ. Προέλευση : από το µέσον+άνδηρον = ύψωµα, πηγή : Π.Λ.Μπ. = ανάχω, δ. επίπεδος στέγη οικοδοµήµατος (Δηµητράκος). µισιά (η) : α. ο κεντρικός χώρος ενός σπιτιού, το χολ, β. ενδιάµεσος χώρος µεταξύ των οντάδων. µισιάζου (ρ.) : α. χωρίζω στη µέση ένα αντικείµενο, β. ελαττώνω κατά το ήµισυ κάτι, γ. καταναλώνω το µισό (φαγητό, ποτό κτλ.), δ. στενεύω στη µέση ή στο µέσον, ε. µισιακός = ο συνεταιρικός. µισίρκους (ου) : α. ο κούρκος, η γαλοπούλα, ο διάνος, ο τούρκος, β. ο άνθρωπος που πάσχει από λόρδωση, γ. µετ. ο φουσκωµένος από υπερηφάνεια, δ. ειρων. ο ψηλός και άχαρος άντρας, ε. ειρων. µισίρκου (η) = η γυναίκα που περπατάει στηριζόµενη κυρίως στο ένα της πόδι κουνώντας υπερβολικά τα οπίσθιά της. µισισιόλα : α. πηγή (Ζ. Κ.) και µιντζισιόλα (η) = κοµµάτι δέρµατος που βρίσκεται ενδιάµεσα από τον πάτο και τη σόλα του παπουτσιού, γ. Προέλευση : από το ιταλ. mezza suole, πηγή : ΑΠΘ . µισκίντς (επίθ.) : α. ο άθλιος άνθρωπος, β. ο συκοφάντης. µισµίιζ’ς (επίθ.) : α. άνθρωπος υποχόνδριος, β. µίζερος, γ. σχολαστικός, δ. Προέλευση : από το ελνστ. µίζερος, πηγή Π.Λ.Μπ., ε. (τουρκ. mizmiz, πηγή : ΑΠΘ). µιταβγαλµένους και µιταβρασµένους (επίθ.) : α. ο διπλά επεξεργασµένος, β. ο έντονος, ο δυνατός, γ. µετ. ο έξυπνος, δ. µιταβγαλµέν’ (η) = 1. η ρακί διπλής αποστάξεως, 2. το ξαναβρασµένο απόσταγµα του τσίπουρου, ε. Φράση : «αυτός είνι δγιάουλους µιταβγαλµένους» = πανέξυπνος άνθρωπος. µιτζίτ’ (του) : α. τούρκικο χρυσό ή ασηµένιο νόµισµα, β. Προέλευση : από το τουρκ. mecit, πηγή : ΑΠΘ. µιτζµένους (επίθ.) : α. ο µεθυσµένος, β. ο ζαλισµένος από την οινοποσία. µιτιρίζ’ (του) : α. οχυρά θέση αντίστασης, β. η πολεµίστρα, γ. η έπαλξη, δ. Προέλευση : από το περσ. meteris, πηγή : ΑΠΘ. µκράτκους (επίθ.) : α. ο παιδιάστικος, β. µκράτκα (τα) = 1. τα ρούχα των µικρών, 2. τα παιδικά καµώµατα, γ. µκρεύουµι (ρ.) = 1. νεανίζω, 2. φέροµαι σαν µικρό παιδί. µνι (του) : α. το αιδοίον, β. µετ. ο παλιάνθρωπος, γ. Προέλευση : από το αρχ. ευνή = κρεβάτι, γαµήλιο κρεβάτι, πηγή : ΑΠΘ. µόκας (ου) : α. ο τεµπέλης, β. Φράση : «µι τσάκουσιν ου µόκας» = µε κυρίευσε η τεµπελιά. µόκου και µόκουν (επίρ.) : α. σκασµός!, β. σιωπή!, γ. βουλώστε το. µόλιαβους (επίθ.) : α. ο πράος, β. ο ήρεµος, γ. ο ήσυχος.

µόλτσα (η) : α. ο σκώρος, β. µετ. ο άνθρωπος που σκάβει το λάκκο του άλλου, ο υποχθόνιος και ύπουλος. µότσιαλ’ (η) : α. το λιωµένο χιόνι, β. η υγρασία. µουγκάντζµα (του) : α. το µουγκητό µεγάλου ζώου, β. Προέλευση από το αρχαίο µυκώµαι, πηγή : ΑΠΘ. µούγκι (επίρ.) : µόνον. µουζαβέζκους (επίθ.) : α. ο µεσοβέζικος, β. ο ασαφής, γ. ο διφορούµενος, δ. ο ενδιάµεσος, ε. ο αµφίβολος, στ. µουζαβίρς (επίθ.) = 1. ο διαβολέας, 2. ο σπιούνος, ζ. Προέλευση : από το σύνθ. µισό+βάζω, πηγή : Π.Λ.Μπ., η. (τουρκ. musevves, πηγή : ΑΠΘ). µουζαβιρλίκια (τα): α. οι διαβολές, β. µισόλογα και υπονοούµενα που βάζουν σε ανησυχία τον άλλο. µουζαΐτ’ (του) : το «ψαλίδι» στο λογαριασµό. µούζγκα (η) : α. κατακόκκινος, β. η «βαριά» συµπεριφορά, γ. η άσχηµη ατµόσφαιρα σε παρέα. µούζικου (του) : α. η φυσαρµόνικα (lias άκουσα και το ακορντεόν να το λένε µούζικου), β. µετ. ότι τρώγεται πιάνοντάς το µε τα δύο χέρια (π.χ. µία φέτα καρπούζι, το καλαµπόκι κτλ.) γιατί πάµε τη φέτα από τη µια µεριά στην άλλη. µουκαέτς (επίθ.) : α. ο επιτήδειος, β. ο καταφερτζής, γ. ο πονηρός δ. ο ικανός, ε. µουκαϊτιά (η) = 1. η αδιαφορία, 2. πρόκληση ζηµιάς λόγω αδιαφορίας, στ. (ΑΡ): µουκαϊφτχιά = η ζηµιά, ζ. Προέλευση : από το τουρ. mukayet. µούκου (επίρ.) : α. σιωπή, β. τσιµουδιά, γ. δες και µούκο*. µουκουσιά (η) : η µπουκιά (ψωµιού, κρέατος κτλ.). µουλιώνου (ρ.) : α. προσβάλλοµαι από κάποια µεταδοτική ασθένεια, β. µολύνοµαι, γ. µολύνω κάποιον ή κάτι, δ. λερώνω άσχηµα κάτι ώστε να καταστεί ακατάλληλο. µουλουγώ (ρ.) : α. οµολογώ, β. αφηγούµαι, γ. εξιστορώ, δ. (lias : στα βαπτίσια µετά τη ανακοίνωση του ονόµατος έβαζαν στο πέτο του καθενός ένα σταυρουδάκι κι εκείνος απαντούσε «µουλουγώ», που σήµαινε ότι είµαι µάρτυρας του ονόµατος), ε. µουλουγµός (ου) = η οµολογία, στ. Φράση : «ιτούτα τα θκά µας µουλουγµόν δεν έχν’» = τα καµώµατά µας δεν πρέπει να κοινοποιηθούν, πρέπει να αποσιωποιηθούν. µουλουχτός (επίθ.) : α. ο ύπουλος, β. αυτός που δεν γίνεται αντιληπτός, γ. αυτός που ενεργεί παρασκηνιακά. µουλώνου (ρ.) : α. σιωπώ, β. βουβαίνοµαι, γ. Προέλευση : από το αρχ. µύλλον = το χείλι, πηγή : Π.Λ.Μπ. µουνάτους (επίθ.) : α. ο σκέτος, β. ατόφιος, γ. ανόθευτος, δ. µετ. µοναχικός τύπος, ε. Φράση : «µουνάτου από γκιουβέτς» = σκέτο ρύζι (ή άλλο) από γκιβέτσι, χωρίς κρέας. µουνιάζου (ρ.) : α. συµφιλιώνω, β. διασταυρώνω ζώα (φράση : «µην τα πειράιζ’ς, µουνιάζν’» = µη τα ενοχλείς γιατί ερωτοτροπούν), γ. βρίσκω το ταίρι κάποιου αντικειµένου [π.χ. δεξιό και αριστερό παπούτσι, κάλτσα κτλ. µαύρο µε µαύρο και καφέ µε καφέ κοκ. µουνίκακας (ου) : α. ο ροµαντικός, β. ειρων. ο αφηρηµένος από έρωτα, γ. αυτός που ενώ προσπαθεί δεν έχει ερωτικές επιτυχίες. µουργέλα (η) : α. η πρόσκαιρη τεµπελιά, β. η σπαρίλα, γ. η βαρεµάρα, δ. Προέλευση από το αρχ. αµόργη, πηγή : ΑΠΘ. µούργουµα (του) : α. το µαύρισµα, β. το σκοτείνιασµα, γ. το σούρουπο, δ. µούργους και µούργκας = το µαύρο λερωµένο τσοµπανόσκυλο, ε. Προέλευση : από το αρχαίο αµόργη, πηγή : ΑΠΘ. µουρντάρς (επίθ.) : α. ο µπερµπάντης, β. ο βροµιάρης, γ. ο πρόστυχος, δ. ο γυναικάς, ε. µουρνταρέβου (ρ.) : λερώνω, στ. µουρντάρου (η) = 1. = ανοικοκύρευτη, 2. η άπιστη γυναίκα, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. murdar = βροµιάρης, πηγή : ΑΠΘ. µουρός (επίθ.) : α. (Β. Φόρης : δεν υπάρχει τέτοια λέξη στην κοζιανιώτικη διάλεκτο ), β. στο Βελβενδό εννοούν τον χαζό, τον βλάκα (lias : προσωπικό άκουσµα). µουρσιώνου (ρ.) : α. χτυπώ και τραυµατίζω κάποιον στη µύτη γεµίζοντάς τον µε αίµατα, β. µούρσιουµα (του) = η αιµορραγία της µύτης, γ. µουρσιώνουµι (ρ.) = µατώνωµαι στο πρόσωπο (στη µούρη). µουρτάρ’ (του) : το γουδί, (πηγή : Δηµητράκος).

µουρτζουλώνου (ρ.) : α.. κάνω µουντζούρες, β. σβήνω κάτι µε µαύρη µπογιά, γ. λερώνω µε µαύρη µπογιά, δ. µούρτζιους (επίθ.) = ο βρωµισµένος µε µαύρες µπογιές, ε. µουρτζαλιές και µουρτζούλις = οι µουντζούρες. µουρτσιάκ’ (του) : α. ποικιλία κόκκινου µανιταριού, β. µετ. χαριτωµένο κοριτσάκι. µουσαφίρς (επίθ.) : α. ο φιλοξενούµενος, β. ο επισκέπτης, γ. ο καλοδεχούµενος επισκέπτης, δ. µουσαφιργιό (του) = η φιλοξενία, ε. Προέλευση : από το σύνθ. µούσα+φέρω , πηγή : Π.Λ.Μπ. µουσκουβουλνώ : (ρ.) : α. µοσχοβολώ (στο σώµα µου), β. αρωµατίζω το χώρο. µουσκουλούλδου και µουσκόλδου (του) : α. η βιολέτα, β. το µοσχολούλουδο (λουλούδι που ανθίζει πασχαλιάτικα µε κίτρινο και µοβ χρώµα). µουσµούτας (επίθ.! : α. ο άνθρωπος που τα ψειρίζει όλα, β. ο λεπτολόγος, γ. αυτός που ψάχνει κρυφά σε ξένα σπίτια, δ. ο καχύποπτος, ε. (Μαλούτας : αυτός που ψάχνει στα κρυφά). µουστιρής (ου) : α. ο ενδιαφερόµενος να αποκτήσει κάτι, β. ο πελάτης, γ. ο αγοραστής, δ. Προέλευση : από το τουρκ. musteri, πηγή : ΑΠΘ. µουστόπτα (η) : α. η µουσταλευριά, β. µετ. ο αφελής, γ. µουστουπτιάης (επίθ.) = 1. ο ήρεµος άνθρωπος, 2. ο πλαδαρός. µουταφτσής (ου) : α. ο ράφτης χοντρών υφασµάτων από γίδινη τρίχα (π.χ. υποστρωµάτων σαµαριών, ταγαριών κτλ., β. µουταφτσίθκου (του) = το εργαστήρι του µουταφτσή, δ. δες και ζανάτχια* στο παράρτηµα. µούτκους ( επίθ.) : α. ο ψιθιριστός λόγος, β. µετ. η σιγανοπαπαδιά, γ. ο κρυψίνους, δ. µουτάθκα (ρ.) = 1. βουβάθηκα, 2. το βούλωσα, ε. µούτκα (επίρ.) = 1. ύπουλα, 2. κρυφά, στ. µουτιαµάκας (επίθ.) = ο τσεβδός, ζ. Προέλευση : από το αρχ. µυτός = αλαλία, βουβαµάρα, πηγή : Π.Λ.Μπ. µουτ’λάκ’ (επίρ.) : οπωσδήποτε. µουτλιάγκας (επίθ.) α. αυτός που δεν µπορείς να καταλάβεις τι λέει ή τι θέλει να πει, β. ο αδρανής τύπος, γ. αυτός που δεν µιλάει για τον εαυτό του (όταν χρειάζεται), αλλά είναι πολύ εργατικός, δ. (Χ.Χ. = ακοινώνητος). µούτους (επίθ.) α. ο µουγκός, β. ο λιγοµίλητος, γ. Φράσεις : «µούτους τσίντσιρας» = άνθρωπος που άλλο δείχνει κι άλλο είναι, «τα σι δώσου να σι φάει ου µούτους!» = εκφοβισµός µικρού παιδιού, γ. Προέλευση : από το αρχ. µυτός = αλαλία, πηγή : Π.Λ.Μπ., δ. Μαλούτας : βωβός [από το λατ. mutus], ε. ίδιο µε το µούτκους*. µούτρου (του) : α. το πρόσωπο, β. άνθρωπος µε άσχηµη φήµη, ο κατεργάρης ή ο πρόστυχος, γ. η «φάτσα». µούτσα (η) : α. το πρόσωπο, β. η φάτσα, γ. τα µούτρα, δ. τα µάγουλα, ε. µούτσιανα (τα) = τα µάγουλα. µουτσιαλνώ (ρ.) =. µασουλώ την τροφή χωρίς να την καταπιώ, β. µετ. µπερδεύω ή µασώ τα λόγια µου, γ. (σηµ. lias : παλαιότερα που δεν υπήρχαν µπλέντερ κτλ. οι µαµάδες µασουλούσαν τις σκληρές τροφές ώστε να πολτοποιηθούν για να µπορέσει να τις φάει το βρέφος ή το µωρό). µουτσουκλέου ( ρ.) : α. ψευτοκλαίω, β. κλαψουρίζω. µουτφός : α. ο συνεσταλµένος, β. ο ικανός άνθρωπος που δεν τον υπολογίζεις για τις δυνατότητές του, γ. η σιγανοπαπαδιά, δ. (Γκίνας : ο αµίλητος και ύπουλος άνθρωπος). µουφλούιζ’ς (επίθ.) : α. ο αναξιόπιστος, β. ο αποτυχηµένος, γ. ο κακοµοίρης, δ. ο δύσµοιρος, ε. ο φτωχός, στ. µουφλουζεύου (ρ.) πέφτω έξω, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. muflis = φτωχός, πηγή : ΑΠΘ. µούχλιαρς (επίθ.) : α. ο βαριεστηµένος, β. ο άνθρωπος που δεν προσπαθεί, γ. άτοµο που βαριέται ή αδρανεί, δ. ο στάσιµος, ο χωρίς εξέλιξη και προοπτική άνθρωπος, ε. ο βραδυκίνητος, στ. Προέλευση : από το αρχαίο οµίχλη = σκοτεινό σύννεφο, πηγή : ΑΠΘ. µουχόζκους (επίθ.) : α. κάθε τι σπιρτώδες αλλά ευχάριστο στη γεύση, β. ο ξινούτσικος, γ. ο πικάντικος, δ. Φράση : «µουχόζκους αρµόσµους». µπαγδαντί (του) : α. τοίχος ή ταβάνι µε λεπτή ξυλεία σοβατισµένος µε ασβεστοκονίαµα, β. Προέλευση : από το Βαγδάτη, πηγή : ΑΠΘ, γ. (τουρκ. bagdati, πηγή : ΑΠΘ). µπαζµάς (ου) : α. βαµβακερό εµπριµέ ύφασµα, το τσίτι, β. ποικιλία πλατύφυλλου καπνού, γ. Προέλευση : από το τουρκ. basma, πηγή : ΑΠΘ. µπαζντραβίτσα (η) : α. καλοήθες δερµατικό εξόγκωµα που µοιάζει µε κρεατοελιά αλλά είναι σγουρή, σαν κολλιτσίδα, β. η µυρµηγκιά.

µπαϊάτκους (επίθ.) : α. ο παλιωµένος, β. ο ξεπερασµένος, γ. Φράση : «µπαϊάτκου λείψανου» = βρισιά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bayat, πηγή : ΑΠΘ. µπαϊλτζµα (του) : α. η εξάντληση, β. η λιποθυµία λόγω κόπωσης, γ. µπαϊλντώ (ρ.) = κουράζοµαι υπερβολικά ψυχικά και σωµατικά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bayilmak = λιποθυµώ, πηγή : ΑΠΘ. µπαϊµάκς (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που παραπαίει, β. ο στραβοπόδης, γ. (Χ.Χ. = άτοµο µε ειδικές ανάγκες). µπαϊρ’ (του) : α. το παρατηµένο χωράφι, αµπέλι κτλ. β. το ακαλλιέργητο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bayir, πηγή : ΑΠΘ. µπαϊράκ’ (του) : α. το λάβαρο, β. η πολεµική σηµαία, γ. η επανάσταση, δ. ο ξεσηκωµός, ε. Προέλευση : από το τουρκ. bayrak, πηγή : ΑΠΘ. µπάκα (η) : α. η φουσκωµένη κοιλιά, β. Προέλευση : από το αλβ. baka, πηγή : ΑΠΘ. µπάκαβους και µπγιάγκαβους (επίθ.) : α. ο ανοµοιόµορφα χρωµατισµένος (στην επιδερµίδα), β. ο πάσχων από τη δερµατοπάθεια λευκή. µπάκακας (ου) : α. ο βάτραχος, β. µετ. ο γλοιώδης άνθρωπος, γ. µπακακέλ’ (του) = ο φρύνος, δ. σε φράση : τα µπακακέλια = το περπάτηµα µε τα τέσσερα (πόδια & χέρια), ε. Προέλευση : από το βυζ. βάβακος, πηγή : ΑΠΘ. µπακάλτς (επίθ.) : α. ο παντοπώλης, (τουρκ. bakkal = παντοπώλης), β. µπακαλίσιους (επίθ.) = ο πρόχειρος ή ο έτοιµος για κατανάλωση. µπάκας (ου) : χαϊδ. ο πατέρας. µπακιά (επίρρ.) : α. µεθεορτίως, β. 40ήµερο µετά τη γιορτή που δέχονταν επισκέψεις για την ονοµαστική γιορτή. µπακλατζής (επίθ.) ο γεωργός που δεµατιάζει τα θερισµένα σιτάρια. µπακούρ’ (του) : α. µετ. ο εργένης, ο ανύπαντρος, (lias : γιατί ο χαλκός πρασινίζει εύκολα), β. Φράση : «απόµνιν µπακούρ’» = έµεινε ανύπαντρος. µπακ’ρ’ (του) : α. ο χαλκός, β. κάθε χάλκινο αντικείµενο ανεξαρτήτως µεγέθους, γ. µπακιρέινιους (επίθ.) = ο χάλκινος, δ. µπακιρτζής (ου) = ο χαλκουργός, ε. µπακ’ργια (τα) = τα χάλκινα σκεύη, στ. (lias : ο τόνος στο «κ»). µπακράτσ’ (του) : α. χάλκινο µικρό δοχείο νερού µε στρόγγυλο χερούλι (όχι µε λαβή), β. µπακράτσας (επίθ.) = 1. ο ανήµπορος, 2. ο δυσκίνητος, γ. µπακρατσούλ’ (του) = το µικρό µπακράτσ’, δ. Φράσεις : «πάει ου µπακράτσας στα Γιαντσά, κ’ ίφιριν µήλα παρδαλά» = λόγω της ανηµπορίας του τα έφερε όλα σάπια, "του βαρέν’ του µπακράτσ’" = είναι πόρνη ή κίναιδος. µπαλαµιά (η) : α. η αµυγδαλιά, β. µπαλάµ’ (του) = το αµύγδαλο, γ. Μπαλαµνιές (οι) = η περιοχή ανατολικά του Αγίου Δηµητρίου, δ. Προέλευση : από το αρχαίο βάλανος, πηγή : Π.Λ.Μπ. µπαλένα (η) : α. έλασµα για τη σταθεροποίηση του γιακά, β. (Δηµητράκος : από το µπαλαίνα = φάλαινα). µπαµπαλκά (τα) : α. το µείγµα διαφόρων µπαχαρικών, β. το µείγµα διαφόρων ψιλοκοµµένων λαχανικών (κρεµµυδιών, µαϊντανού κτλ.) για την παρασκευή του φαγητού. µπαλντίρς (επίθ.) : α. ο φουκαράς, β. ο µπατίρης, γ. αναξιοπαθών άνθρωπος, δ. (Μαλόυτας : µπαλντ’ρς). µπαµπασκά (επίρ.) : α. µη χειρότερα, β. ανήκουστα, γ. απαράδεκτα. µπάµπαλου (του) : α. µικρό µόριο κάποιας ύλης, β. το µικρό σκουπίδι, γ. (Νιάνια : µπάµπαλα = κόκκοι άµµου ή χαλίκια). µπάµπασκα (επίρ.) : α. τέλεια, β. άξια θαυµασµού, γ. µη χειρότερα. µπαµπάσκους (επίθ.) : α. ο δυνατός, β. ο εύρωστος, γ. ο τολµηρός, δ. ο άφθονος. µπαµπατζιάµ’ (επίθ.) : α. ο τεράστιος, β. δυνατός, γ. µπαµπατζιάµδις (οι) = τα φασόλια γίγαντες µπαµπατζιάνκα (επίρ.) : α. µε θάρρος, β. µε γενναιότητα, γ. Φράση : «πάµι µπαµπατζιάνκα για του στρατό!» = ή τάν ή επί τάς, (Παπασιώπης). µπαµπίτσα (η) : α. µικρή µπάρα*, β. λεκές από κατούρηµα ή ρεύση στο στρώµα, γ. (Μαλούτας : η έκταση στο χώµα που καταλαµβάνει το κάτουρο). µπαµπλιάτσ’κα (η) : α. το σκαθάρι, β. κάθε µεγάλο µαύρο ζωύφιο (πχ. κατσαρίδα)

µπάµπου (η) : α. γριά γυναίκα, β. µπάµπιασα (ρ.) = γέρασα, γ. µπαµπίτκα (τα) = τα γεροντίστικα (λόγια, συνήθειες, ρούχα κτλ.), δ. Προέλευση από το σλάβ. babo, πηγή : ΑΠΘ., ε. (σηµ. lias : γιατί όχι από το παµπάλαιον;). µπάρα (η) : α. λακκούβα γεµάτη µε νερά, β. Προέλευση : από το σλαβ. bara, πηγή : ΑΠΘ. µπαρδάκ’ (του) : α. πολύ µικρό πήλινο σκεύος, β. πολύ µικρό τσουκάλι. µπάριµ’ (επίρ.) : α. τουλάχιστον, β. µήπως και..., γ. Προέλευση : από το τουρκ. bari, barim, πηγή : ΑΠΘ. µπαρµπαρόριζα (η) : το φυτό αρµπαρόριζα (πελαργόνιον το ηδύοσµον). µπαρµπιρίζουµι (ρ.) : α. κουρεύοµαι και ξυρίζοµαι, β. Προέλευση : από το ιταλ. barbier, πηγή : ΑΠΘ. µπαρµπουλώνουµι (ρ.) : α. κρεβατώνοµαι και τυλίγοµαι µε την κουβέρτα σφιχτά, β. τυλίγοµαι µε τα ρούχα µου για να µη κρυώσω, γ. κουκουλώνοµαι. µπασιάς (ου) : α. ο άρχοντας, β. ο αρχοντάνθρωπος, γ. ο προεστός. µπάσ’ (του) : α. το τσίπουρο που εξάγεται στο αρχικό στάδιο της απόσταξης και είναι υψηλών βαθµών, β. (ως επίρ.) = 1. εντελώς, 2. τελείως, (φράσεις : «µπάσ’ σιούρδους» = βέρος Κοζανιώτης, «µπάσ’ παλιόπτανα» = γνήσια µαντάµα (πόρνη). µπασκίνας (α) : α. ο χωροφύλακας, β. µπασκ’ν’ = η αστυνοµική έρευνα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. baskin = ξαφνική αστυνοµική επιδροµή, πηγή : ΑΠΘ ), µπατάκ’ (του) : α. ο βούρκος, β. ο απατεώνας, γ. το ζαβολιάρικο µικρό παιδί. µπατακτσής (επίθ.) : α. ο απατεώνας, β. ο ζαβολιάρης γ. ο κακοπληρωτής, δ. ο κλέφτης στο ζύγισµα ή την συναλλαγή, ε. Προέλευση : από το τουρκ. batakci, πηγή : ΑΠΘ. µπατζαρόπτα (η) : πίτα µε γέµιση από παζιά. µπατζιανάκς (ου) : α. οι σύζυγοι δύο αδελφάδων, β. Προέλευση : από το τουρκ. bacanak, πηγή : ΑΠΘ. µπάτζιους (ου) : α. είδος άπαχου, αλµυρού και (κατά το παρελθόν), γευστικότατο και περιζήτητο = µετ. ο πολύ ανόητος άνθρωπος, γ. (lias προµηθευόταν ο πατέρας τα τυριά του µαγαζιού εξηγήθηκε) ήταν πολύ καλός τεχνίτης στα σκληρά σκληρού είδος τυριού κατωτέρας ποιότητος, είδος τυριού σήµερα, β. µπατζιόσταµνα (η) : κάποιο παλιό τυροκόµο απ’ τον οποίο µας, τον αποκαλούσαν µπατζιό επειδή (µου τυριά, [µπάτζιο, κεφαλοτύρι κλπ.]).

µπάτσκα (η) : παιδικό παιχνίδι που παιζόταν µε ραβδί (κλούτσα) και οπλές ή πέταλα ζώων, (σηµ. lias : κάτι σαν το µοντέρνο χόκεϊ). µπαφχιάζου (ρ.) : α. κουράζοµαι, β. αποβλακώνοµαι, γ. ζαλίζοµαι από τον καπνό του τσιγάρου, της σόµπας κλπ., δ. (ιταλ. bafa = πνιγηρή ατµόσφαιρα, δύσπνοια, πηγή : ΑΠΘ). µπάχαλου (του) : α. η οχλαγωγία, β. η συγκεχυµένη φασαρία, γ. η αποτυχία, δ. Φράση : «τάκαµάµι µπάχαλου» = αποτύχαµε. µπάχανα (τα) : α. τα χαχανητά, β. Φράση : «χάχα – µπάχα» = αστειολογίες. µπαχλαµάς (ου) : α. το λαϊκό όργανο, β. µετ. ο βλάκας ή ο αναξιόπιστος άνθρωπος. µπαχτσές (ου) : α. το περιβόλι, β. ο κήπος, γ. µπαχτσιαβάνους (ου) = ο καλλιεργητής λαχανικών, δ. µετ. ο καλόκαρδος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. bahce = λαχανόκηπος, πηγή : ΑΠΘ. µπαχτιαβά (επίρ.) : α. η δωρεάν προσφορά κάποιου είδους, β. χωρίς λόγο, στα καλά καθούµενα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bedava, πηγή : ΑΠΘ. µπαχτσίσ’ (του) : α. το φιλοδώρηµα, β. το κέρασµα σε χρήµα, γ. το δώρο, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bahsis, πηγή : ΑΠΘ. µπγιαλό (του) : α. το µυαλό, β. ειρ. ο έξυπνος. µπεζαχτάς και µπιζαχτάς (ου) : α. το ταµείο, β. η περιουσία, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bezahta, πηγή : ΑΠΘ. µπέξάιτ (ου) : α. ο κίναιδος, β. Προέλευση : από το αγγλ. back side, πηγή : open20h. µπέλα (η) : α. η κουνίστρα (πρόστυχη) γυναίκα, β. η κούνια των παιδιών. µπέντ’ (του) : α. η εύθυµη ιστορία, β. το ανέκδοτο, γ. µπένταρς (επίθ.) = ο καλαµπουρτζής, δ. (Παπασιώπης: ίσως από τους µπενετάδες = αποχαιρετιστήρια γεύµατα, όπου αφθονούσαν τα

ανέκδοτα και τα αστεία). µπεχλιβάντς και πεχλιβάντς (ου) : α. ο παλληκαράς, β. ο γενναίος. µπέχους (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. α. ο τσαµπατζής, γ. µπιχουτζής = ο αµακατζής, µπζούκα (η) : η κοιλιά. µπιάκαβους και µπγιάκαβους (επίθ.) : α. στικτός, ο πάσχων από λευκή. β. ο παρδαλός, γ. (Μαλούτας : µπιάγκαβους = πολυχρωµατισµένος, παρδαλός, από το ΚΒ bagavu = ασπρόµαυρος, γκρίζος). µπιέντζα (ρ.) : α. µπράβο σε ζηλεύω, β. προσπαθώ να µοιάσω κάποιον ανώτερό µου, γ. Φράση : «σι µπιέµτσα» = σε ζηλεύω µε την καλή έννοια του όρου, δ. Προέλευση : από το γαλλ. bien, πηγή : Π.Λ.Μπ. µπιζιβένγκς (επίθ.) : α. ο µασκαράς, β. ο πονηρός, γ. ο παλιάνθρωπος, δ. ο ρουφιάνος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. pezevenk, πηγή : ΑΠΘ. µπιζιρνώ (ρ.) : α. βαριέµαι, β. πλήττω, γ. Φράση : «όι µπιζιρζµός κι αφτός» = η αγγαρεία, δ. Προέλευση : διαλέξτε = από το τουρκ. bezmek = βαριέµαι, πηγή : Χ.Χ. και bez – mek, Τσότσος, τουρκ. bezer = κουράζοµαι, πηγή : ΑΠΘ, τουρκ. besdir, πηγή : Ντίνας. µπιζιστέν’ (του) : α. η εµπορική στοά, β. η στεγασµένη αγορά (ιδίως υφασµάτων), γ. (lias : παραβάλετε µε την αγορά Μπεζεστενίου στη Θεσ/νίκη). µπίζντρα (η) : α. ο χόνδρος του κρέατος, β. µετ. αχώνευτος άνθρωπος, γ. το ζαρωµένο στρώµα από πέτσες και νεύρα στο κρέας του σφάγιου που δεν τρώγεται, δ. ειρων. µπίζντρου (επίθ.) = η ρυτιδιασµένη, µαραγκιασµένη γριά γυναίκα. µπικιάρς (επίθ.) : α. ο ανύπαντρος, β. ο εργένης, γ. µπικιαρλίκ’ (του) = η εργένικη ζωή, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bekar, πηγή : ΑΠΘ. µπλάρ’ (του) : α. το µουλάρι, β. υβρ. ο πεισµατάρης αλλά και ο άξεστος. µπιλιάς (ου) : α. η ενόχληση, β. η σκοτούρα, γ. η δυσκολία, δ. µετ. ο ενοχλητικός άνθρωπος, ε. µπιλαλίθκους (επίθ.) = ο δύσκολος τρόπος εργασίας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. bela, πηγή : ΑΠΘ. µπιλιβρέκ (του) : το γυναικείο σλίπ που φοριέται πάνω από το σιντρόφ’*. µπιλτζίκ’ (του) : α. το κόσµηµα, β. µπιλτζίκια (τα) = τα χρυσαφικά και ασηµένια κοσµήµατα που φοριούνται στα χέρια και κουδουνίζουν όταν χτυπιούνται µεταξύ τους, γ. το βραχιόλι, δ. µπιλτζίκου (η) = η γυναίκα που φορά πολλά κοσµήµατα και στολίδια, ε. Προέλευση : από το τούρκ. bilegik, = κόσµηµα. µπίµπα (η) : α. η χήνα, β. µετ. η χαζή γριά γυναίκα, γ. (Νιάνια : η µπαµπόγρια), δ. Προέλευση : από τον ήχο «µπίµπ – µπίµπ» της χήνας. µπιµπίλ’ (του) : α. το στραγάλι, β. µικρός στρόγγυλος ξηρός καρπός. µπινές (ου) : α. ο ηλικιωµένος κίναιδος, β. ο κακοήθης, γ. ο άτιµος, δ. ο ρουφιάνος, ε. Προέλευση : από το αραβ. ibne = πούστης, πηγή : ΑΠΘ. µπινιλίκια (τα) : α. µικρά σιροπιαστά γλυκίσµατα, β. µετ. οι απανωτές βρισιές. µπιντέµια (τα) : οι δαντέλες σε µεταξωτό πανί για το στόλισµα των µανικιών, του ποδόγυρου κτλ. µπίρ : α. τούρκικη λέξει που σηµαίνει πλήθος από κάτι (µεγάλος, πολύς, τρανός κτλ.), β. Φράσεις : «µπίρ Αλλάχ», «µπίρ ντουνιά» κτλ. µπιρέκ (του) : (Α.Ρ.) προφανώς εννοεί το µπουρεκάκι, το τρίγωνο τυροπιτάκι µε ούρδα (?). µπιρικέτ’ (του) : α. η πλούσια σοδιά, β. όσα έδωσε ο Θεός, γ. µετ. µου φτάνει και αυτό, δ. Προέλευση : από το τουρκ. bereket, πηγή: ΑΠΘ. µπιρµπάντς (επίθ.) : α. ο γυναικάς, β. ( ιταλ. birbante = απατεώνας, πηγή : ΑΠΘ ). µπιρµπάτ’ (του) : α. το γενναίο κατάβρεγµα, β. η καταιγίδα, πολύ µεγάλη βροχή, γ. (φράση «γίνγκα µπιρµπάτ’» = λερώθηκα από τις λάσπες της βροχής), δ. (σηµ. lias : στα Κοζιανιώτκα σηµαίνει κυρίως ότι λερώθηκα από κόπρανα κυρίως, βρωµίστηκα από τα κόπρανα), Προέλευση από το πατώ(;). µπιρµπίλα (η) : το µαύρο σάρκωµα κάτω από το σαγόνι ή το µάτι. µπιρντάχ’ (του) : α. ο ξυλοδαρµός, β. Προέλευση : από το τουρκ. perdah = γυάλισµα, ανάποδο ξύρισµα, πηγή : ΑΠΘ.

µπιρντόδουλους (επίθ.) : α ο ασυλλόγιστος, β. ο άχαρος και ασουλούπωτος άνθρωπος, γ. ο επιπόλαιος. µπιρσίµ’ (του) : α. µεταξωτή κλωστή, β. Προέλευση : από το τουρκ. ibrisim, πηγή : ΑΠΘ. µπισίκ’ (του) : α. το λίκνο, το κρεβατάκι του µωρού, β. ειρων. ο χτεσινός, το µικρό παιδάκι, γ. Προέλευση : από το τουρκ. besik,, πηγή : ΑΠΘ. µπίσκις (οι) (lias : πάντα στον πληθ.) : α. τα κότσια των ποδιών, β. το παιδικό παιχνίδι, γ. οι πατούσες, δ. (Παπασιώπης : οπλές ζώων χρησιµοποιούµενες στα παιχνίδια), ε. Φράση : «µι βγήκαν οι µπίσκις» = ξεθεώθηκα στο περπάτηµα, στ. δες και µπάτσκα*. µπιστιρά (η) : α. η σιδερόπετρα, β. η κοτρόνα, η πέτρα που δύσκολα σπάει γ. µπιστιρουκέφαλους (ου) = ο ισχυρογνώµων, δ. µπιστιρέινιους (επίθ.) = το αγύριστο κεφάλι, ε. η ακατέργαστη πέτρα, στ. Προέλευση : από το σλαβ. pestera, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255, στ. (εκδοχή : γιατί όχι από το πέτρα;). µπίτζιους (ου) : το γουρούνι. µπίτσιν (ρ.) : α. τελείωσε, β. Προέλευση : από το τουρκ. biter = τέλος, πηγή : ΑΠΘ. µπιχουτζής (επίθ.) : α. ο τρακαδόρος, β. αυτός που το «ρίχνει» συνεχώς στην αµάκα, γ. µπέχους (επίθ.) : (πείραγµα ) = «ιιού µπέχου!». µπλάνα (η) : α. µεγάλη πλάκα (π.χ. τυριού, επίπεδης πέτρας κτλ.), β. µεγάλο κοµµάτι φαγώσιµου, γ. το παραλληλεπίπεδο αντικείµενο. µπλάστρ’ (του) : α. η κοµπρέσα, β. το έµπλαστρο, γ. Προέλευση : από το ελνστ. έµπλαστρον, πηγή : ΑΠΘ. µπλιάγκαβους και µπγιάγκαβους (επίθ.) : α. ο πιτσιλισµένος, β. ο διάστικτος, γ. ο ξεθωριασµένος, δ. δες και µπάκαβους*. µπλιαγούρ’ (του) : α. χοντρό σπασµένο σιτάρι, β. το πλιγούρι. µπλιάµπλια : α. η ακαθαρσία ανάµεσα στα δάκτυλα του ποδιού, β. ( Μαλούτας : αστεία ονοµασία των δακτύλων του ποδιού ). µπλίκους και πλίκους : α. ο φάκελος αλληλογραφίας, β. ( ιταλ. plico, ). µπλιόντα (επίρ.) : α. το κατάβρεγµα από δυνατή βροχή, β. το µούσκεµα, γ. (Μαλούτας : βράχηκε, έγινε µούσκεµα από τη βροχή), Προέλευση : από το µπλιούµ (ηχοµιµ.). µπλιούκ’ (του) : α. το πλήθος, β. η µεγάλη παρέα. µπνάρ’ (του) : α. η πηγή, β. το µέρος απ’ όπου αναβλύζει νερό. µπόι : α. το ανάστηµα, β. το µονοκόµµατο γυναικείο φόρεµα, γ. η κορµοστασιά, δ. µονάδα µήκους ίση µε δύο δρασκελιές ανθρώπου µε ύψος 1.75 – 1.80. µπόλια (η) : α. η σκέπη των σπλάχνων των αµνοεριφίων, το περιτόναιο, β. λεπτό γυναικείο µαντήλι. µπόλκους (επίθ.) : α. αρκετός, β. φαρδύς, γ. επαρκής, δ. χαλαρός, ε. µπουλκένου (ρ.) = 1. φαρδαίνω, 2. επαυξάνω, στ. Προέλευση : από το τουρ. bol, πηγή : ΑΠΘ. µπόντους (ου) : α. το κεντρί, β. µεταφ. ο δηκτικός άνθρωπος, γ. η µεταλλική µυτερή άκρη της βουκέντρας (ξυάλης), µπουντώνου (ρ.) = κεντρίζω, τσιµπώ, ε. µπουντόσα (η) = είδος χοντρής µέλισσας ή σφήκας, στ. Προέλευση: από το ελληνστ. εµβόλιον , πηγή : Π.Λ.Μπ. µπόρτζια (τα) : α. τα χρέη, β. µπόρτζ’ = το δανεικό (χρήµατα, αντικείµενο κτλ.), γ. Προέλευση : από το τουρκ. borc, πηγή : ΑΠΘ. µπόσ’κους (επίθ.) : α. ο χαλαρός, β. ο απρόσεκτος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. bos = χαλαρός, απρόσεκτος, πηγή : ΑΠΘ. µπότσα (η) : α. µέτρο χωρητικότητας δύο οκάδων, β. το παγούρι, γ. το µπουκάλι, (Δηµητράκος). µπουγάζ’ (του) : α. το ρεύµα αέρος που φυσάει στα στενά δροµάκια, β. στενό πέρασµα ανάµεσα σε δύο βουνά, γ. ( τουρκ. bogaz, πηγή : ΑΠΘ ). µπουγαζί και µπουχασί (του) : κοµµάτι χοντρού υφάσµατος. µπουγάς (ου) : α. ο ταύρος για αναπαραγωγή, β. ο επιβήτορας, γ. ειρων. ο χοντρός, δ. Προέλευση : από το τουρ. boga, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256. µπουγάτσια (η) : α. µεγάλο ψωµί που ψηνόταν σε στρόγγυλο ταψί (φόρµα) για ιδιαίτερες στιγµές και γι αυτό το φρόντιζαν και το στόλιζαν ιδιαίτερα, β. το ψωµί του γάµου, στολισµένο

µε διάφορες παραστάσεις (Σιαµπανόπουλος σ. 334). µπουγιουρντί (του) : α. έγγραφο από Δηµόσια Υπηρεσία µε δυσάρεστο περιεχόµενο, β. το πρόστιµο, η ποινή κτλ., β. Προέλευση : από το τουρκ. buyur = διαταγή, πηγή : ΑΠΘ. µπούζ’ (επιθ. προσδ.) : α. το µεγάλο κρύο, β. κάτι που είναι πολύ παγωµένο (π.χ. καρπούζι), γ. Φράση : [ι]«όι µπούζ’ σήµιρα!»[/ι] = σήµερα έχει ασυνήθιστο κρύο. µπουζίτσα (η) : η εξαδέλφη. µπουζουργιάζου (ρ.) : α. τσακώνω, β. συλλαµβάνω, γ. τιµωρώ ή επιπλήττω αυστηρά, δ. µπουζού (η) = η φυλακή, ε. µπουζούργιασµα (του) = 1. η σύλληψη, 2. το φυλάκισµα, 3. η επίπληξη. µπουιά : α. το χρώµα, β. η µπογιά, γ. τα φύλλα της τράπουλας µε το ίδιο χρώµα, δ. µπουιατζής (ου) = ο ελαιοχρωµατιστής, δ. µπουιατίζου (ρ.) = βάφω, ε. µπουιάτζµα (του) = 1. το βάψιµο, 2. το µακιγιάζ των γυναικών. µπουκλούκ’ (του) : α. σωρός µπερδεµένων αντικειµένων, β. τα µπερδεµένα αντικείµενα (κλωστές, κοσµήµατα κτλ.). µπουλκένου (ρ.) : α. αυξάνω, β. το κάνω αρκετό (µπόλικο), γ. χαλαρώνω (π.χ. τα κορδόνια, ένα σχοινί κτλ.). µπούµπανους (ου) : α. ο χρυσοκάνθαρος, β. χοντρό µαύρο έντοµο µε έντονο βόµβο, που τριγυρίζει στο φώς, γ. µετ. άνθρωπος που µιλάει ακατάληπτα, δ. Φράση : «σα τς µπουµπαναίοι στου σκατό» = η συνάθροιση πολλών γύρω από κάτι περίεργο. µπουµπάρ’ (του) : α. το φαγητό που γίνεται µε κοιλιά µοσχαριού γεµιστή µε κιµά πάλι από κοιλιά και διάφορα µυρωδικά (σηµ. lias : δες Κοζανίτικες συνταγές στο giapraki.com), β. (σηµ lias : το φαγητό µε κοιλιά αρνιών λέγεται κλιές ή κιλίτσις), γ. (τουρκ. bumbar, πηγή : ΑΠΘ.). µπουµπόλ’ (του) : α. κάθε στρόγγυλο αντικείµενο, η µπίλια, β. µετ. οι όρχεις, γ. µπουµπόλας (ου) = 1. ο κοντόχοντρος άντρας, 2. ο άντρας µε µεγάλους όρχεις, δ. (lias : στο Βελβενδό εννοούν τα γλύκα*, ενώ υπάρχει και αειθαλές δέντρο που ονοµάζεται κοινά κεδροµπουµπουλιά και τέλος στον ψηλό Αηλιά κάποιοι µάζευαν µπουµπόλια και εννοούσαν τα σαλιγκάρια κάτω από τις πέτρες), ε. (αλβ. bobolje). µπουµπός (ου) : α. ο ποµπός, β. Φράση : «ου µπουµπός τς Νάζους» = δες φράσεις, γ. (σηµ. lias καρατσεκαρισµένη : Τον ποµπό σηµάτων µορς τον έφερε κάποιος µετανάστης από την Αµερική αλλά δεν µπόρεσε να τον εγκαταστήσει διότι, τότε, στην Κοζάνη δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύµα. Πέθανε πολύ σύντοµα και τον κληρονόµησε η γυναίκα του Νάζου (= η Αναστασία) η οποία όµως ήταν αγράµµατη και δεν ήξερε πώς να τον χειριστεί. Έτσι παρέµεινε αχρησιµοποίητος. Συνεπώς στην Κοζάνη όταν λέµε «ου µπουµπός τς Νάζους» εννοούµε τον άχρηστο άνθρωπο). µπουµπότα (η) : α. επίπεδο είδος ψωµιού παρασκευασµένο µε καλαµποκίσιο αλεύρι, β. έδεσµα µε καλαµποκίσιο αλεύρι στο οποίο πρόσθεταν τσιγαρίδις*, σταφίδες, καρύδια κτλ. µπουµπούκα (η) : α. µικρό στρόγγυλο ψωµάκι (που περίσσευε από τη ζύµη του ψωµιού), κάτι σαν τα σηµερινά ψωµάκια των χάµπουργκερς, β. µετ. το παχουλό ροδοκόκκινο κοριτσάκι. µπουµπούντζµα (του) : α. ο ήχος της βροντής, β. ο ήχος της δυνατής φωτιάς στη σόµπα ή στο τζάκι, γ. το δυνατό χτύπηµα γροθιάς, δ. µετ. το αναψοκοκκίνισµα του προσώπου από θυµό, ε. µπο υ µπο υ ντστα ρ ό ς (ο υ) = η αστραπο βρο ν τή, στ. µπο υ µπο υ νί ζο υ (ρ.) = 1. αναψοκοκκινίζω, 2. γρονθοκοπώ, ζ. µπουµπουντζµένους (επίθ.) = 1. ο έξαλλος, 2. ο αναψοκοκκινισµένος. µπουµπουρούτα (η) : α. ο υψηλός πυρετός, β. οι εξάψεις στο πρόσωπο, γ. κοκκίνισµα από ντροπή, δ. η δυνατή φωτιά, γ. (Νιάνια : µπουρµπουρούτα = δυνατό κάψιµο µε µεγάλη φλόγα). µπούντα (η) : α. µακρύ γυναικείο επανωφόρι µε γούνα γύρω – γύρω, β. εξάνθηµα στο πρόσωπο. µπουντάκ’ : α. ο κόµπος στο κοµµένο σηµείο της ένωσης του κλαδιού µε τον κυρίως κορµό, β. το σκληρό εξόγκωµα στο δέρµα, γ. ο ρόζος, δ. συνών. φουλτάκ’*. µπουντίνους (ου) : ο µεταξοσκώληκας. µπουντουβέζα (η) α. κορδέλα µε κορδόνι και φούντα στην άκρη για το στερέωµα της κάλτσας ή της χολέβας, β. δες Κουζιανιώτκια φουρισιά*. µπουντουρλής (ου) : α. µεγάλο καφέ έντοµο που τριγυρίζει γύρω από την αναµµένη λάµπα, β. µετ. ο µπουνταλάς, γ. µετ. ο αφελής. µπουντρούµ’ και µπόντρουµ’ (του) : α. το υπόγειο, β. µπουντρουµίσιους (επίθ.) = 1. ο έντονος και βαθύς βήχας, 2. κυριολ. ο προερχόµενος από το υπόγειο, γ. [b]µπουντρούµας[b] (ου) = άνθρωπος µε βαριά φωνή και άξεστη συµπεριφορά, δ. έκφράση «µπόντρουµ!» = ρίξτον

στα θηρία! δ. Προέλευση : από το τουρκ. bodrum, = ιππόδροµος, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256 /// από το ελνστ. ιπποδρόµιον, πηγή : ΑΠΘ. µπουρανί (του) : φαγητό, σπανακόρυζο στο φούρνο, β. Προέλευση : από το τουρ. burani, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256, γ. δες Κοζανιώτικες Συνταγές στο giapraki.com. µπουράτου (του) : α. µεταλλικός κυλινδρικός µηχανισµός µε σίτα στον οποίο γινόταν ο διαχωρισµός του σιταριού ή της φακής από τα σκύβαλα, την αίρα κτλ. β. µπουρατίζου (ρ.) = καθαρίζω το σιτάρι, τις φακές κτλ. µπουρδούκλουµα (του) : α. το µπέρδεµα, β. µπουρδουκλώνου (ρ.) = κάνω κάτι τσαπατσούλικα, βιαστικά, γ. µπουρδουκλώνουµι (ρ.) = χάνω τον ειρµό των σκέψεών µου, δ. Προέλευση : από το σύνθ. µπερδεύω+πεδικλώνω, πηγή : ΑΠΘ. µπουρέκ’ (του) : α. είδος γλυκίσµατος, β. γλυκιά πίτα µε σπασµένο ρύζι και κανέλα, γ. είδος τρίγωνης τυρόπιτας, δ. µπουρικάκ’ (του) =ατοµική µερίδα του γλυκίσµατος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. burek, πηγή : ΑΠΘ. µπουρί (του) : α. λαµαρινένιος κύλινδρος για την έξοδο του καπνού, β. Φράση : «τα τίναξις τα µπουριά σ’;» = εκσπερµάτισες;, γ. Προέλευση : από το τουρκ. boru = σωλήνας, βούκινο, πηγή : ΑΠΘ. µπουρµάς (ου) : α. η µεταλλική βάση της γκαζόλαµπας που έχει το φυτίλι και εκεί στερεώνεται το λαµπογιάλι, β. µετ. ο κατσούφης, ο σκυθρωπός. µπουρνότ’ (του) : (lias : το βρήκα στη φράση «Ρούφσι ταµπάκου ή µπουρνότ’»). α. (Τσότσος : µπουρνότας = φουσκωτός, µε φουσκωτά µάγουλα, ο φούσκας). Μπούρνους (ου) : α. το όρος Μπούρινος, β. µετ. ο συνοφρυωµένος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το µπόρα, δ. (σηµ. lias : όποτε συννεφιάζει η κορυφή του Μπούρινου βρέχει στην Κοζάνη). µπουρντάµισουν (επίρ.) : α. ειρων. καλώς όρισες, β. ήρθες; (ειρωνική ερώτηση για κάποιον ανεπιθύµητο), γ. ειρων. εδώ είσαι; δ. αντίθετο του γκέλµπουρντά*, ε. Προέλευση : από το τουρκ. burdamisin. µπουρώ (ρ.) : α. µπορώ, β. στη φράση : «δεν µπουρώ» σηµαίνει είµαι αδιάθετος. µπουρνουσούιζς (επίθ.) : ο υπερβολικά άσχηµος. µπρουτζικέινιου (επίθ.) : το βελούδινο ύφασµα. µπούτζουµα (του) : α. το συνοφρύωµα, β. η µεγάλη συννεφιά, γ. µπουτζόνουµι (ρ.) = 1. µουτρώνω γιατί θύµωσα, 2. σκυθρωπιάζω, δ. [b]µπουτζουµένους (επίθ.) = ο σκυθρωπός. µπούφους (ου) : α. νυκτόβιο πουλί που µοιάζει µε την κουκουβάγια αλλά είναι πολύ µεγαλύτερος, β. ειρων. ο βλάκας γ. ειρων. ο καθυστερηµένος, δ. Προέλευση : από το ιταλ. bufo, πηγή : ΑΠΘ. µπουχάρ’ (του) : α. η προεξοχή πάνω από το τζάκι που χρησίµευε και σαν ράφι, β. (στολίζονταν µε µπουχαρί = στενόµακρο κέντηµα). µπουχαζί και µπουγαζί (του) : είδος χοντρού µάλλινου υφάσµατος. µπουχνίζου (ρ.) : µουλιάζω. µπουχός (ου) : δες πουχός*, µπουχτσιάς (ου) : α. µεγάλο τετράγωνο πανί για περιτύλιγµα ή και µεταφορά πραγµάτων, β. τετράγωνο σκούρο µαντήλι, γ. δέµα τροφίµων ή ρουχισµού τυλιγµένο µε πάνινη πετσέτα, δ. µπουχτσιαλίκ (του) = πανί για ένα δύο πουκάµισα ή και για εσώβρακο (Ηλιαδέλης – «χαρά»), ε. Προέλευση : από το τουρκ. bokca και bohca, πηγή : ΑΠΘ.). µπόχα (η) : α. βαριά και δυσάρεστη µυρωδιά, β. η αποπνικτική ατµόσφαιρα, γ. η δυσοσµία, δ. Προέλευση : από το ελληνστ. βώχα, πηγή : Δηµητράκος. µπράβα (η) : α. η κλειδαριά µε σύστηµα ασφάλειας, β. ο σύρτης, γ. δες και µπράνγκα*. µπράµ’ (τα) (πληθ.) : α. τα επίσηµα ρούχα, τα γιορτινά, β. τα καινούρια. µπράνγκα και πράνγκα (η) : α. η κλειδωνιά, β. η κλειδαριά µε χερούλι ή σύρτη ασφαλείας, γ. δέσιµο µε σχοινί ή αλυσίδα των δεξιών ποδιών των ζώων για να µη αποµακρύνονται όταν βοσκούν ελεύθερα, δ. µηχανισµός που τοποθετούνταν στον τροχό του κάρου για να φρενάρει, ε. µπράγκις = οι χειροπέδες. µπράστ’ (επίφ.) : ο θόρυβος από πέσιµο καταγής. µπράτιµους (ου) : α. ο νεαρός φίλος ή συγγενής, του γαµπρού ή της νύφης, που βοηθάει στο γάµο, β. Προέλευση : από το βουλγ. brat, πηγή ΙΝΒΑ, σελ. 255.

µπρέ (επιφ.) : βρέ. µπρόκουλας (ου) : α. το τελευταίο αυγό που γεννάει η κότα, β. (σηµ. lias : είναι πολύ µεγάλο και µατώνει την κότα, µε αποτέλεσµα να την τσιµπούν οι υπόλοιπες κότες και, συνήθως, ψοφάει). µπρουζιάλτζµα και µπρουτζιάλτζµα (του) : α. φρυγανιάρισµα φέτας µπαγιάτικου, ιδίως, ψωµιού, β. µετ. το παίδεµα κάποιου, γ. µπρουζιαλτζµένους (επίθ.) = ο κατακόκκινος από την ηλιοθεραπεία. µπρούµτα (επίρ.) : α. µε τη µύτη κάτω, µπρούµυτα, β. (η) : µετ. η αφελής γυναίκα. µπρουντζικιέινιου (επίθ.) : το µεταξωτό ύφασµα. µπρουστέλα (η) : α. ποδιά µε λαιµοδέτη, β. η σαλιάρα, γ. ύφασµα στα οποία τυλίγονταν τα καθαρά ρούχα για φύλαξη ή µεταφορά. µπρουστουµούν’ (του) : α. η ποδιά. µπρουχάβιασα (ρ.) : α. άλλαξα στην εµφάνιση (κυρίως του προσώπου), β. πρήστηκα, γ. µπρούχαβους (επίθ.) = 1. ο πρησµένος, 2. ο παχουλούτσικος λόγω ασθένειας, 3. (Τσότσος = χαλαρός). µπυράλ (του) : α. αναψυκτικό, είδος βυσσινάδας, µε άφθονο αφρό όµοιο µε της µπύρας, απ’ όπου και η ονοµασία του, β. (σηµ. lias : προφανέστατα δεν είναι Κουζιανιώτκου. Αλλά ποιος να θυµάται πλέον το µπυράλ; Κι όµως ήταν η coca cola της παλιάς εποχής). µσιουκάρκια (η) : α. ποσότητα µισής οκάς, β. ορειχάλκινο δοχείο ή κύπελλο για τη µέτρηση υγρών που ζύγιζαν µισή οκά, (σηµ. lias : τα κύπελλα αυτά ήταν διαφορετικά για το κρασί, το γάλα, το πετρέλαιο κτλ. λόγω του διαφορετικού ειδικού βάρους). µσόσιουρδους (επίθ.) : ο µισότρελος. µσούρα (η) : α. η σουπιέρα σερβιρίσµατος, συνήθως πήλινη, β. (Χ.Χ. = βαθύ πιάτο), γ. (Σιαµπανόπουλος : βαθουλωτά πιάτα φαγητού, σελ. 271). µυγαρούδγια (τα) : α. οι σκνίπες ιδίως στο µούστο ή το κρασί, β. τα µυγάκια, γ. το ψιλό περιδινούµενο χιόνι. µύθους (ου) : α. ο µύθος, το ψέµα, β. η ντροπή, το κατάντηµα, (φράση : «γίγκιν µύθους» = ντροπιάστηκε), γ. µύθια (τα) = 1. οι υπερβολικές αφηγήσεις, 2. οι χοντροκοµµένοι αστεϊσµοί. µύλους (επίρ.) : α. το µεγάλο µπέρδεµα, β. το εργαλείο για το καβούρδισµα του καφέ, γ. ο µύλος. µύτους (ου) : α. η κλωτσιά ή το κλώτσηµα µε τη µύτη του παπουτσιού, β. µύτ’ (η) = εξόγκωµα µε οξεία γωνία. µ’χάν’ : α. η µηχανή, το µηχάνηµα, (φράση : (ΑΡ) : «…τα τσιούγκα τς τώρα πάιναν σαν του µ’χάν’»), β. το φυσερό του σιδερά.

Ν
νάχτ’ (του) : α. το χρηµατικό ποσόν της προίκας, β. ( lias : Ετοιµολογία : για νά ’χετε ). νε (σύνδ.) : α. ούτε, β. µήτε. νέισσα (ρ.) : α. αόριστος από το νοώ (Ζ.Κ.), β. έχω το νου µου, γ. κατάλαβα, δ. δεν πειράζει. νηµαδούρα : α. το νήµα της στάθµης, β. η ανέµη. νησκούρας και νισκούραβους (επίθ.) : α. ο πειναλέος, β. ο λιγούρης, γ. ο πεινασµένος από κάτι, ακόµη και από σεξ, δ. νησκός (επίθ.) = ο νηστικός, ε. νησκουσίν’ (η) = 1. η πείνα, 2. η ένδεια. Νιάηµιρους (ου) : α. ο χώρος στη βόρεια είσοδο της Κοζάνης, β. η εµποροπανήγυρη που κρατάει εννιά ηµέρες και αποκορυφώνεται την πρώτη Τρίτη του Οκτωβρίου (σηµ. lias : κατόπιν άρχιζε ο τρύγος στην Κοζάνη), γ. µετ. ανακατεµένα αντικείµενα. νίβουµι (ρ.) : α. πλένω τα χέρια ή το πρόσωπο, β. Προέλευση : από το αρχαίο νίζω, πηγή : ΑΠΘ. νιµόρια (τα) : α. τα µνηµεία, β. οι τάφοι, γ. Προέλευση από το βυζντ. µνηµόριον. νιµπιλµπί (τα) : τα στραγάλια.

νιµτσιά (η) : α. η ξενιτιά (ετοιµ. από το µισεµός), β. η Αυστρία, (Σιαµπανόπουλος, σελ. 85). νινέ : α. η µάνα της µητέρας µου, η γιαγιά, β. (lias : τη µάνα του πατέρα την έλεγαν µάλι*), γ. (κάποιος αποκαλούσε τον †Παπα-Ξυλοφόρο Νινέ. Γιατί;). νινιό και νιουνιό (του) : α. το µυαλό, β. η λογική πράξη. νιούρλιας και νουρλός και νιούρλιαβους (επίθ.) : α. ο νερουλός, β. ο ανούσιος, γ. νιρουµπλιάγκαβους (επίθ.) = 1. ο νερόβραστος, 2. ο άνοστος, 3. ο άνθρωπος που πίνει πολύ νερό, δ. (lias : υπάρχουν πάρα πολλές λέξεις µε πρώτο συνθετικό το νερό : π.χ. : νιρουκρόµδου, νιρουκουλουκύθα, νιρουφίδα κτλ.). νιρόπιασµα (του) : α. η ιδρωπεκίασις, β. υβρ. σε άνθρωπο (φράση : «ιιού νιρόπιασµα» = τιποτένιε). νιρουζύγ’ (του) : διαφανής σωλήνας µε νερό που χρησιµοποιείται για το αλφάδιασµα. νιρουφαϊά (η) : το αυλάκι που σχηµατίστηκε από το πέρασµα του νερού της βροχής. νισαντήρ’ (του) : α. το χλωριούχο αµµώνιο, (Παπασιώπης), β. υγρό που βάζουν οι τενεκετζήδες για να πιάσει το καλάι και να κολλήσει η λαµαρίνα, γ. η στύψη, δ. (Χ.Χ. φάρµακο για τις αµυγδαλές), ε. (περσ. nisadir ). νισάφ’ (επιφ.) : α. έλεος, β. αµάν φτάνει πια, γ. Προέλευση : από το αραβ. nisaf = µετριοπάθεια, πηγή : ΑΠΘ. νισιάν’ (του) : α. η ένδειξη, β. ο οιωνός, το σηµάδι, γ. πρόβλεψη κακοκαιρίας, δ. (Παπασιώπης : σηµάδι, στόχος). νιστιµός (ου) : η περίοδος της Νηστείας. νοικουκυρίσια (τα) : τα πρόστυχα τραγούδια της Αποκριάς. νουάου και νουώ (ρ.) : α. κατανοώ, β. έχω γνώµη, γ. αντιλαµβάνοµαι. νουβουρός και ουβουρός (ου) : α. η αυλή, β. ο περιφραγµένος αύλειος χώρος του σπιτιού, γ. (Παπασιώπης : οβορός, αυλή). νούλα (επίθ.) : α. άχρηστος, β. µηδενικό, (lias : στα σέρβικα νούλα σηµαίνει µηδέν). νουµάδις (οι) : α. πλατιές επίπεδες µικρές πέτρες, οι αµάδες, β. νουµάς (ου) = 1. η µεγάλη µπίλια που τοποθετούνταν στην αρχή της σειράς όταν παιζόταν παιχνίδι µε βώλους, 2. κότσι γεµισµένο µε µολύβι για το αντίστοιχο παιχνίδι. Νούµτα (η) : α. η Ναούµα (τύπος της παλιάς Κοζάνης), β. µετ. νούµτα (επίθ.) : ο χαζός, -η (προέλευση του β. : στην παλιά Κοζάνη ζούσε κάποια ζητιάνα, από τα Καραϊάνια [Καλαµιά, Ανθότοπος κτλ.] που ονοµαζόταν Ναούµα και ήταν χαζή και τσεβδή, [φράση : «ιού Νούµτα απ’ τα Καραϊάνια» = είσαι παλαβός]). νουντάς και ουντάς (ου) : α. το δωµάτιο, β. Προέλευση : από το αρχαίο ον >όντας> όντα, πηγή : ΑΠΘ., γ. Προέλευση : από το τούρκ. oda, πηγή : Ντίνας, δ. νουντόπλου (του) = µικρό δωµατιάκι που χρησίµευε ως αποθήκη, το κελάρι, ε. (σηµ. lias : Άιντι, άιιιντιιιι…. όλα τούρκικα και κουτσοβλάχικα τάκανε … Δεν ήξερε, δεν ρώταγε;). νουστµάδα (η) : α. η νοστιµιά, β. µετ. η κρυολουσία, γ. µετ. το κρύο ανέκδοτο, δ. νουστµέβουµι (ρ.) = έχω έντονη επιθυµία για κάτι, (κορίτσι για να ερωτευτώ, κουστούµι για να φορέσω, φαγητό κτλ.). νότσµα (του) : α. το δρόσισµα, β. το ράντισµα (π.χ. ρούχων, σεντονιών κτλ.), γ. το βρέξιµο, δ. το κατάβρεγµα, ε. Προέλευση : από το Νότος, πηγή : Π.Λ.Μπ. νταβάν’ (του) : α. η χοντρή µύγα που τσιµπάει τα ζώα, β. η αλογόµυγα, γ. το έντοµο οίστρος (Δηµητράκος) δ. Προέλευση : από το λατιν. tabanus, πηγή : ΑΠΘ. νταβάν’ (του) : α. το ταβάνι, β. νταβανιάζου (ρ.) = επενδύω µε ξύλα το ταβάνι, γ. νταβανιάζουµι = θυµώνω, δ. Φράση : "αρχίντσιν να νταβανιάζιτι ου ουρανός» = συννεφιάζει, ε. Προέλευση : από το τουρκ. tavan, πηγή : ΑΠΘ. νταβάς (ου) : α. ο ταβάς*, β. Προέλευση : από το βυζ. ταβλίς = τάβλα (επίπεδο στρόγγυλο ξύλο), πηγή : Π.Λ.Μπ. νταβατζής (ου) : α. ο προστάτης ιεροδούλων, β. Προέλευση : από το τουρκ. tavaci, πηγή : ΑΠΘ. νταβαντούρ’ (του) : α. η αναστάτωση, β. η µεγάλη φασαρία. νταβραντζµένους (επίθ.) : α. ο εύπορος, β. ο δυνατός, γ. ο υγιέστατος, δ. ο στιβαρός, ε. (Μαλούτας : ο ανακτών τις δυνάµεις του), στ. Προέλευση : από το τουρκ. davran = είµαι δραστήριος, πηγή : ΑΠΘ.

ντάνγκ (του) : α. ο ήχος της καµπάνας, β. η 12η ώρα του µεσηµεριού ή τα µεσάνυχτα, (σηµ. lias : δες περισσότερα στο giapraki.com = το Καµπαναριό της Κοζάνης), γ. σηµ. lias : το ρολόι στο καµπαναριό του Αγίου Νικολάου και µέχρι το 1935, [που τοποθετήθηκε ο «Μαµάτσιος»], χτυπούσε δύο φορές. Σήµαινε για τους Κοζανίτες (που ελάχιστοι είχαν ρολόγια) την ώρα της µεσηµβρινής σχόλης. Μάλιστα ο ήχος της καµπάνας ακουγόταν σε πάρα πολλά χωριά της περιοχής. γ. Φράση : «βάρισιν του ντάνγκ» = σήµαινε ήρθε το µεσηµέρι, ήρθε η ώρα για το µεσηµεριανό φαγητό ή για διάλειµµα. ντάγκαρα (επιφ.) α. ο ήχος χάλκινων που πέφτουν καταγής, β. συνών. τζιάνγκαρα, ντράνγκαρα, γκράνγκαρα κτλ. νταϊάκ’ (του) : α. το υποστήριγµα, β. το µπαστούνι ή το κοντάρι για στήριγµα, γ. το κεντρικό υποστήριγµα της στέγης, δ. η σφήνα για την σταθεροποίηση αντικειµένου, ε. νταϊκώνουµι (ρ.) = 1. στυλώνοµαι, 2. στηρίζοµαι, στ. νταϊάκουµα (του) : η στήριξη σε σταθερό σηµείο. ντάιµα (επίρ.) : πάντοτε. νταϊάντα (επιθ. προσδιορ.) : α. κάνε κόντρα, β. βάλε αντίσταση, γ. κάνε υποµονή, δ. νταϊαντώ (ρ.) = 1. υποστηρίζω, 2. υποµένω, ε. νταϊάλτζµα = το κουράγιο, στ. Προέλευση : από το τουρκ. dayand, πηγή : ΑΠΘ. νταϊλιάκ’ (του) : το πουλαράκι. ντάιµα (επίρ.) : α. τακτικά, β. πολύ συχνά, γ. πάντοτε. νταϊλντώ (ρ.) : α. ρισκάρω, β. τολµώ, γ. ορµώ. νταϊντώ (ρ.) : α. αντέχω, υποµένω β. αντιστέκοµαι, γ. υποστηρίζω, δ. δες νταϊάντα*. νταϊρές (ου) : το ντέφι. ντάλα (η) : α. το ξυνόγαλο, β. το νερωµένο γιαούρτι, γ. το καταµεσήµερο µε πολύ ζέστη, δ. Προέλευση : από το κτσβλ.. dala, πηγή ΙΝΒΑ, σελ. 252. νταλακιάζου (ρ.) : α. φουσκώνω από υπερβολική κατανάλωση νερού, β. νταλάκας (ου) = το σηµείο όπου αναβρύζει νερό, γ. (σηµ. lias : στη Ζάµπουρντα, όποιος έπινε νερό από τη βρύση που την έλεγαν νταλάκα «φούσκωνε» αµέσως ). ντάµ’ ( του ) : α. το άχρηστο, β. το ερειπωµένο κτίσµα, γ. Προέλευση : από το βυζ. δόµος, πηγή : Τσότσος. νταµάρ’ (του) : α. το λατοµείο, β. η στενά δεµένη οικογένεια, γ. η φάρα, το σόι, δ. µετ. το σπάνιο είδος = «όι νταµάρ’!», ε. (σηµ. lias ηµ. : όπως στο λατοµείο συµβαίνει όλες οι πέτρες να είναι σχεδόν ίδιες [σιδερόπετρες, ασβεστόπετρες κτλ.] έτσι και στην οικογένεια όλοι έχουν σχεδόν κοινά χαρακτηριστικά : εµφάνισης, ήθους, χαρακτήρα κτλ. και είναι υπερβολικά δύσκολο να τους χωρίσεις γιατί υποστηρίζονται), στ. Φράση : «ισί ίσι απ’ άλλου νταµάρ’» = είσαι το όνειδος της οικογένειας αλλά και « είσαι το κάτι άλλο » , ζ. Προέλευση : από το τουρκ. damar = φλέβα πετρώµατος, πηγή : ΑΠΘ., η. (lias : γιατί όχι από το αρχ. δάµαρις). νταµάσ’ (του) : ύφασµα προερχόµενο από τη Δαµασκό τη Συρίας. ντάµκα (η) : α. το αποτύπωµα, β. η ουλή στο ανθρώπινο σώµα, γ. το σηµάδι, δ. ο ρυπαρός λεκές στο ρούχο που δεν εξαλείφεται, ε. ηθικό στίγµα, στ. η κηλίδα, ζ. ντάµκαβους (επίθ.) = ο στικτός άνθρωπος ή αντικείµενο. νταµπακαργιό και νταµπάθκου (του) : α. το βυρσοδεψείο, β. νταµπάκς (ου) = ο βυρσοδέψης, δ. (τουρκ. debbag, Μαλούτας). ντάµπαρα (επιρ.) : α. ορθάνοιχτα, β. διάπλατα. νταµπής (ου) : α. ο καφετζής, β. νταµπάχανου (του) = 1. το καφενείο, 2. το ταβερνάκι. νταµπλάς (ου) : α. δίσκος κεράσµατος, β. η αποπληξία, γ. Φράση : «όι, νταµπλάς µ’ ίρθιν!» = µου συνέβη κάτι αναπάντεχο. ντανιά (η) : α. η στοίβα, β. η περιουσία (lias : γιατί ο πλούσιος είχε στοίβα τις λίρες), γ. η στήλη, δ. ντανιασµένους (επίθ.) ο οικονοµηµένος. ντανιές (ου) : α. ο προύχοντας, β. µετ. ο φιγουρατζής, ο επιδειξίας. ντάξαξα (επιφ.) : α. η σύγκρουση µε το µέτωπο σε κάποιο σταθερό αντικείµενο µε αποτέλεσµα την δηµιουργία καρούµπαλου, β. η σύγκρουση µέτωπο µε µέτωπο δύο ατόµων, γ. Φράση : «ιέκαµα ντάξασα» = εναντιώθηκα. ντάρ’ (του) : α. ενοχλητικός και υπόκωφος ήχος, β. Φράση (ειρων.) = «ντάρ, ντάρ, ντάρ!» = λεγόταν από τα παιδιά στις γριές που ενοχλούνταν από τη φασαρία του παιχνιδιού και τα έδιωχναν µακριά.

ντάρα (η) : α. ο ενοχλητικός, ο ανεπιθύµητος άνθρωπος, β. µετ. ο ανήθικος (το απόβρασµα της κοινωνίας), γ. τα κατακάθια, δ. το απόβαρο, η τάρα ενός αντικειµένου, ε. Προέλευση : από το ιταλ. tara, πηγή : ΑΠΘ. νταραβέρ’ (του) : α. η δοσοληψία, β. η συναλλαγή, γ. Προέλευση : από το ιταλ. dare+avere = το δώσει – το έχειν (το δούναι - λαβείν!), πηγή : ΑΠΘ. νταρντάνα (η) : α. η ακαλαίσθητα σωµατώδης και ευτραφής γυναίκα, β. το βαρύ νόµισµα (συνήθως µεγάλης αξίας), γ. Προέλευση : από το ιταλ. tartana, πηγή : ΑΠΘ. νταρντάρζµα (του) : α. ο συνεχής ασταµάτητος ενοχλητικός θόρυβος, β. το µουρµουρητό, γ. το παράπονο, η γκρίνια, δ. νταρντάρου (επίθ.) = όποιος µιλάει ακατάπαυστα (ιδίως για γυναίκα), ε. : (Μαλούτας : νταρνταρίζου = µιλάω συνεχώς και δυνατά χωρίς σταµατηµό), ε. δες και ντάρ*. νταρτµάς (ου) : α. γυναικείο µαντήλι της κεφαλής, β. (lias : οι γυναίκες τύλιγαν τα µαλλιά και µε τη γωνιακή άκρη του σκέπαζαν τις κοτσίδες). ντβάρ’ (του) : α. ο πέτρινος τοίχος, β. µετ. ο ισχυρογνώµων, γ. Προέλευση : από το αρχ. στιβαρός = γερός, πηγή : Π.Λ.Μπ., δ. (τουρκ. duvar, πηγή : ΑΠΘ). ντέγκ’ (του) : α. το φορτίο, β. η µισή µεριά του φορτίου ενός υποζυγίου, γ. το δέµα, (καπνών συνήθως), δ. το βάρος ενός στατήρα = 44 οκάδες (Μαλούτας). ντέισα (ρ.) : α. έµπλεξα, β. βρήκα το µπελά µου, γ. Φράση : «να µη ντέισς» = µη µπλέξεις), δ. ντέσιµου (του) = 1. ο κακός µπελάς, 2. το άσχηµο µπλέξιµο σε κάποια υπόθεση, 3. το κακό συναπάντεµα. ντεµέκ’ (επίρ.) : α. δήθεν, β. τάχα, (φράση : «ντεµέκ’ µαγκιά»), γ. (Μαλούτας από το τουρκ. demek = δηλαδή, λοιπόν, ώστε. Στα Κοζ. η ερώτησις ήτο: «ντεµέκ’ι τα παέντς σν’ αγορά;»). ντεµιρτζής (ου) : α. ο σιδηρουργός, β. Προέλευση : από το µαντέµι, πηγή : Π.Λ.Μπ. ντερµπεντέρς (επίθ.) : α. ο ανοιχτόκαρδος, β. ο λεβέντης, γ. Προέλευση : από το τουρκ. derbeder = αλήτης, πηγή : ΑΠΘ.). ντέρτ’ (του) : α. ο καηµός, β. η λαχτάρα, γ. η στενοχώρια, δ. Προέλευση : από το περσ. dert, πηγή : ΑΠΘ. ντιγκιντόγκας (ου) : α. ο θηλυπρεπής, β. Προέλευση : από τον ήχο ντίγκ – ντόνγκ, επειδή κουνιέται σαν το γλωσσίδι της καµπάνας για να προκαλεί, πηγή : ΑΠΘ. ντιζγκιρά (η) : α. καφασωτή κατασκευή µε ξύλινες λαβές για τη µεταφορά λάσπης, άµµου κτλ. β. το πρόχειρο φέρετρο, γ. ξύλινο φορείο για µεταφορά οικοδοµικών υλικών. ντιλβές (ου) : α. το κατακάθι του καφέ, β. ( τουρκ. telve, πηγή : ΑΠΘ ). ντιλής και ντελής : α. ο παράφρων, β. ο ορµητικός. ντινταρίκια (τα) : α. καλλυντικά, β. (Νιάνια : σύνολο υλικών για κατασκευή καλλυντικής κρέµας ). ντιντιούµπαλους (επίθ.). ο µπουµπούνας. ντιόρταλ (επίρ.) : α. µαζί, δύο δύο, β. (lias : Ντορταλή ονοµάζεται ο Τετράλοφος). ντιουλµές (επίθ.) : α. ο άχρηστος, β. ο ανεπρόκοπος, γ. ο ακαµάτης, δ. (lias : άκουσα την λέξη ντιουλµέ αποκαλώντας κάποιον ευµετάβλητο στις απόψεις : σήµερα ΝΔ αύριο ΠαΣοΚ, σήµερα ΠΑΟ, αύριο ΟΣΦΠ, µεθαύριο ΠΑΟΚ και πάει λέγοντας), ε. (Επί του πιεστηρίου : Τσότσος = ο µουσουλµάνος εβραϊκής καταγωγής). ντιουντιός (ου) : α. ο Θόδωρος, β. µετ. ο βλάκας, γ. ο χαζός, δ. ο αφελής. ντίπ’ (επίρ.) : α. καθόλου, β. διόλου. ντιρέκ’ (του) : α. µακρύ και χοντρό καδρόνι που κρατάει το κέντρο της σκεπής, β. ο στυλοβάτης, γ. µετ. ο ψηλός και λεπτός άνδρας, δ. Προέλευση : από το τουρκ. direk =κολώνα, κατάρτι, πηγή : ΑΠΘ. ντιρλίκ’ (του) : α. η βουλιµία, β. ντιρλικώνου (ρ.) = 1. τρώγω µετά βουλιµίας, 2. (Παπασιώπης : τρώω κατά κόρον), γ. ντιρλίκας (επίθ.) = ο φαγάς. ντιρντιµέγκας (επίθ.) : α. άνθρωπος µε πάντα λυπηµένη εµφάνιση, β. ο αγέλαστος, γ. ο σκυθρωπός. ντόµπρους (επίθ.) : α. ο ευθύς, β. ο ειλικρινής, γ. ο απροσποίητος, δ. Προέλευση : από το σλαβ. dobor & dobro = πηγή : ΑΠΘ. ντόνας (ου) : α. ο Αντώνης, β. µακρύ σίδερο για την ασφάλιση των γκλαβανών* ή της πόρτας

από µέσα, γ. (ίσως από το επίθετο του σιδερά Ντώνα, πηγή : Χ.Χ.). ντόρτ-ναλ’ (επίρ.) : α. τρέχοντας χοροπηδητά, καλπάζοντας, β. Προέλευση από το τουρ. dortnala, πηγή : ΙΝΒΑ . ντού (του) : α. προσπάθεια προς επιτυχία, β. εµπρός !!!, γ. συνώνυµο του «Αέρα», δ. Φράση : «άντι να κάµουµι ιένα ντού να σώνουµι...», ε. διώχνω, αποπέµπω κάποιον (φράση : «ντού! ου λύκους!»), στ. ακόµα, σε φράση, σηµαίνει διάφορα : εισβάλω, αρπάζω, ακόµα και κλέβω, (φράση : «ιέκαµαν ντού τα καρακόλια» = έκανε έφοδο η αστυνοµία). ντουβαλέτα (η) : τουαλέτα (το φόρεµα). ντουβουρλίγκας (ου) : α. η θολούρα, β. η ζάλη, γ. έπεσε ο ουρανός και µε πλάκωσε στο κεφάλι, δ. το εγκεφαλικό επεισόδιο, ε. Φράση : «όταν τ’ άκσα, µ’ ίρθιν ντουβουρλίγκας» = όταν άκουσα κάτι αναπάντεχο κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό. ντουγραµατζής (ου) : ο ξυλογλύπτης. ντουγρού (επίρ.) : α. στα ίσια, β. κατ’ ευθείαν, γ. Προέλευση : από το τουρκ. dogru, πηγή : ΑΠΘ. ντουγάν’ (επίθ.) : α. ο ξεροκέφαλος, β. ο ανεπίδεκτος µαθήσεως, γ. Προέλευση : από το τουρκ. dogan = γεράκι, πηγή : ΑΠΘ. ντουζένια (τα) : α. τα µεγάλα κέφια, β. οι εξάψεις, γ. οι δυνάµεις, δ. (Χ.Χ.= ο καλλωπισµός), ε. Φράση : «είµι στα ντουζένια µ’» = είµαι ανεβασµένος, στ. τουρκ. duzen = αρµονία, πηγή : ΑΠΘ, ζ. (lias = ίσως και από το ντουτζέν’*= ατσάλι, πηγή : Π.Λ.Μπ.). ντουζινιάζου (ρ.) α. καλλωπίζω, µακιγιάρω, β. στολίζω. ντουίσια (τα) : α. προσωπικά µυστικά που κοινοποιούνται, β. το κουτσοµπολιό του κόσµου, γ. το σκάνδαλο, δ. (ΑΡ : αιτία κουτσοµπολιού, µεγάλο σχόλιο). ντουλαµάς (ου) : το ανδρικό πανωφόρι. ντουλάπ’ (του) : α. εντοιχισµένο είδος επίπλου µε πόρτα για την τοποθέτηση διαφόρων αντικειµένων, β. ο µπουφές, γ. το καβουρντιστήρι του καφέ, δ. σύνεργο για την παρασκευή ποπ κόρν από καλαµποκόσπορο, ε. Προέλευση : από το τουρκ. dolap, πηγή : ΑΠΘ. ντουµάν’ (του) : α. ο πολύς καπνός στην ατµόσφαιρα κάποιου χώρου ή στην ατµόσφαιρα, β. ντουµανιάζου = βάζω δυνατή φωτιά στη σόµπα ή το τζάκι. ντουµπέκ’ (του) : α. πέτρινο γουδί για την κονιορτοποίηση διάφορων καρπών (καφέ, ρεβιθιού, σιταριού κτλ.), γ. ντουµπέκια (τα) = η καταρρακτώδης βροχή, (φράση : «ρίχν’ τουµπέκια» = ρίχνει δυνατή βροχή [προφανώς από τη σφοδρότητα του χτυπήµατος στο γουδί]) δ. ντουµπεκί και τουµπεκί = ο ψιλοκοµµένος καπνός για τον ναργιλέ. ντουνιάς (ου) : α. ο κόσµος, β. Προέλευση : από το αραβ. dunya, πηγή : ΑΠΘ. ντουρατζιάς (ου) : α. επιδηµική ασθένεια των ζώων, η εγκεφαλίτιδα, β. το εγκεφαλικό επεισόδιο, γ. µετ. η καταστροφή στο λαχανόκηπο από ασθένεια ή τις καιρικές συνθήκες, δ. µετ. ο νταµπλάς*. ντουρής (του) : α. το κόκκινο άλογο, β. (σηµ. lias : στολίζονταν για το γάµο), γ. Φράση : «τουν ιέχου στουν ντουρή καβάλα!» = τον περιποιούµαι εξαιρετικά. ντουρλάπ (του) : α. το δυνατό ανεµοβρόχι, β. η χιονοθύελλα, γ. η καταιγίδα, δ. ο ανεµοστρόβιλος, ε. Προέλευση : από το ελνστ. υδρολαίλαψ<αρχ. ύδωρ+λαίλαψ, πηγή : ΑΠΘ, Δηµητράτος : δρολάπι). ντούρλιας (επίθ.) : α. κουτός, β. βλάκας, γ. ηλίθιος, δ. (Μαλούτας : βλάκας, ηλίθιος, ελαφρόµυαλος, από το ΚΒ. tuilu = παράφρων, τρελός). ντουρµαρλίκ’ (του) : φαγητό µε φρούτα, ρύζι και κοµµατάκια κολοκύθας (είδος σούπας όπως σχεδόν το ξιαφ´*). ντουρντούκ’ (του) : α. γενικά η κάθε έξοδος από το σπίτι µε σκοπό τη διασκέδαση, την καλοπέραση, β. το σεργιάνι, η εκδροµή, το ταξίδι κτλ. γ. το άσκοπο γύρισµα στο δρόµο, δ. ντουρντούκας (επίθ.) = ο σεργιανατζής. ντουρός (ου) : α. το σηµάδι , το ίχνος, β. Φράση : «τουν λύκου τουν βλέπουµε του ντουρό κοιτούµι!». γ. η κοινωνική προσαρµογή του ατόµου. ντούρους : α. δυνατός, σκληρός, β. ευθύς, γ. άτοµο αµερόληπτο και µε ευθικρισία. ντουσµές : …;….. ( Προέλευση : από το τουρ. duceme, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 256 ). ντουτζέν’ (του) : α. το σίδερο, το ατσάλι, β. ντουντζέινους (επίθ. = 1. ο ατσάλινος, 2. ο πολύ βαρύς για να κουνηθεί.

ντράβαλα (τα) : α. οι µπελάδες, β. τα τραβήγµατα, γ. οι φασαρίες, δ. Προέλευση : από το ιταλ. travaglia = κουραστική δουλειά, πηγή : ΑΠΘ. ντραγάτς (ου) : α. ο αγροφύλακας, β. ειρων. ο άχρηστος, γ. Προέλευση : από το ελνστ. δραγάτης, πηγή : ΑΠΘ//Δηµητράκος). ντραγατσίκα (η) : το σακούλι από δέρµα όπου τοποθετούνταν το φαΐ του βοσκού για να µη βρέχεται. ντράγκαρα (επιφ.) : ο ήχος µεταλλικών αντικειµένων που χτυπιούνται ή πέφτουν. ντραµατζάνα (η) : α. µεγάλο γυάλινο µπουκάλι, χωρητικότητας πέντε (5) οκάδων για την µέτρηση ή µεταφορά κρασιών, (συνήθως «πλεγµένο» µε ξερό χορτάρι για να µη σπάει), β. δες και παπαµανόλτς*, γ. Προέλευση : από το ιταλ. damigiana<γαλλ. dame-Jeanne = κυρία Ιωάννα (περιπαιχτικά), πηγή : ΑΠΘ. ντραόρια (τα) : α. τα άγρια βουνά, β. τα ξεροβούνια, γ. τα κατσάβραχα. ντριστέλα (η) : α. η νεροτριβή, β. (σηµ. lias : κατασκευή µε την οποία έπεφτε το νερό από ψηλά µε πίεση σε πέτρινη γούρνα και πλένονταν ή επεξεργάζονταν τα χοντρά µάλλινα αντικείµενα). νυχτέρ’ (του) : η βραδινή, χειµωνιάτικη συνάθροιση γυναικών για διασκέδαση και συγχρόνως ετοιµασία της προίκας κτλ.

Ξ
ξάι (του) : α. η αµοιβή του µυλωνά για το άλεσµα που ήταν ίση µε το 1/20 του παραγόµενου αλευριού, (Πηγή : Σιαµπανόπουλος, σελ. 97). β. τα υπολείµµατα του ζυµαριού στη σκάφη. ξαµώνου (ρ.) : α. αγγίζω µε πονηρό σκοπό, β. πλησιάζω για να πιάσω κάτι, γ. πιάνω, δ. Προέλευση : από το λατ. examinare = εξέταση, πηγή : ΑΠΘ. ξανασέρνου (ρ.) : αλλάζω µε καινούργια κεραµίδια τα παλιά ή σπασµένα. ξανάχουµα (του) : η επαναταφή του λειψάνου γιατί δεν έλειωσε, β. ( lias : κακός οιωνός). ξ’γκ’ (του) : α. το λίπος των ζώων, β. το στέαρ των αρχαίων, γ. Προέλευση : από το λατ. axungia, πηγή : ΑΠΘ. ξέβγαλµα (του) : α. το ξέπλυµα των ρούχων, β. µετ. το βίαιο µπάσιµο στη ζωή και ιδίως πονηρά, γ. ξιβγάζου (ρ.) = συνοδεύω και αποχαιρετώ τον επισκέπτη ως την εξώπορτα, δ. ξιβγάνου (ρ.) = ξεπλένω, ε. ξιβγαίνου (ρ.) = 1. δεν έχω πλέον υποχρέωση σε κάποιον, 2. αναµετρώµαι, στ. ξιβγαλµένους (επίθ.) = 1. ο πεπειραµένος (ιδίως ερωτικά ), 2. ο ξεπεταγµένος. ξέκλιασµα (του) : α. η έντονη διασκέδαση, β. η εκτόνωση, γ. το µεγάλο φαγοπότι (φράση : «έφκιασάµι ιένα φάι! ξικλιάσκαµι!»). ξέχουµα (του) : το άνοιγµα του τάφου και η ανακοµιδή των λειψάνων. Ξιάγκλια (η) : α. η Αλεξάνδρα, β. ειρων. η χαζή, γ. «Ξιάγλια τς Ζαβ****νους» = τύπος χαζούτσικης γυναίκας της παλιάς Κοζάνης. ξιακρίζου (ρ.) : α. αποταµιεύω, β. βάζω κάτι περιττό στην άκρη, γ. καθαρίζω τα υπολείµµατα από τις άκρες (ζυµαριού, λάσπης, σιροπιού κτλ.). ξιαλάφρουµα (του) : α. η ανακούφιση (σωµατική ή ψυχική), β. η απαλλαγή από κάποιο βάρος, γ. µετ. το κλέψιµο, δ. Φράσεις : «τς τά ’πα κι ξιαλάφρουσα» = ανακουφίστηκα, «Αάαα… ξιαλάφρουσα!» = ενεργήθηκα (αφόδευσα, έκανα εµετό κτλ.). ξιαλµίρσµα και ξιαρµίρζµα (του) : α. η αφαίρεση του αλατιού από φαγώσιµο, β. βάζω κάτι φαγώσιµο στο νερό για να φύγει η αλµύρα και να γίνει βρώσιµο. ξιαλόντσµα (του) : α. το τέλος του αλωνίσµατος και η καθαριότητα του αλωνιού, β. µετ. η παταγώδης αποτυχία, γ. µετ. η αχρήστευση, δ. Φράση : «ίιιι… τουν ξιαλόντσα αυτόν» = τον κατατρόπωσα. ξιάνξα (ρ.) : α. (Παπασιώπης : ξάνοιξα, διέκρινα), β. (Ντίνας : τα ίδια). ξιανιέντρουπους (επίθ.) : α. ο αδιάντροπος, β. ο αισχρός, γ. ο χωρίς ντροπή, δ. ξιανέντρουπα = τα αισχρά τραγούδια της αποκριάς, τα νοικουκυρίσια*. ξιαντρόπιασµα (του) : η διατήρηση, εξασφάλιση ή αποκατάσταση της καλής φήµης (ιδίως της

νοικοκυράς) σε περίπτωση αναπάντεχης επίσκεψης. ξιαπουλνούµι (ρ.) : α. ξεχύνοµαι, β. ξεφεύγω, γ. αφήνοµαι ελεύθερος να κάνω κάτι. ξιαπουµένου (ρ.) : α. ξεχνιέµαι µόνος µου κάπου, β. αποµένω στο ράφι (για το γεροντοπαλίκαρο – γεροντοκόρη), γ. ξεµένω (από χρήµα, παρέες, τσιγάρα κτλ.). ξιαπουστέλνου (ρ.) : α. ξεφορτώνοµαι µε έντονο τρόπο από κάτι, β. απαλλάσσοµαι, γ. εξαποστέλλω. ξιαπουστένου (ρ.) : α. ξεκουράζοµαι, β. σταµατώ για λίγο τη δουλειά µου. ξιαπουχτώ : (ρ.) : α. χάνω κάτι οικείο, β. χάνω κάποιον δικό µου από θάνατο. ξιαραδγιάζου (ρ.) : α. ξεπερνώ κάποιον, β. παίρνω τη σειρά κάποιου άλλου, γ. (σηµ. lias : στις µεγάλες οικογένειες παντρεύονταν τα παιδιά κατά σειρά ηλικίας, δεν επιτρεπόταν να ξιαραδγιαστεί ο µεγαλύτερος –η). ξιαραθύµσα (ρ.) : α. θυµήθηκα κάτι και το πεθύµησα (να το δω, να το φάω, να το ακούσω κτλ.), β. ξαναθυµήθηκα, γ. αναλογίστηκα. ξιαρίζου (ρ.) : α. φτυαρίζω για να καθαρίσει ο χώρος από χιόνια, µπάζα κλπ. β. πετώ τον αφρό του κρέατος που βράζει, γ. ισοπεδώνω µε φτυάρι, δ. καθαρίζω τα υπόλοιπα των µπαζών ή της λάσπης. ξιαρτώνου : (ρ.) : καθαρίζω µε σπάτουλα τα λίπη από τα κουζινικά σκεύη προκειµένου να τα πλύνω πιο εύκολα. ξιαρχένου : α. εκτονώνοµαι, β. απολαµβάνω, γ. ανακουφίζοµαι, δ. ικανοποιούµαι, ε. ηρεµώ, στ. δροσίζοµαι, ζ. ησυχάζω. ξιασπρούλιαβους και ξασπρούλιαβους (επίθ.) : α. ο ωχρός, β. ο ξεπλυµένος στην όψη. ξιαστουχµένους (επίθ.) : α. ο αφηρηµένος, β. ο ξεχασµένος, γ. ξιαστουχήθκα (ρ.) = 1. ξέχασα και δεν πραγµατοποίησα κάτι, 2. αφαιρέθηκα. ξιάφ’ (του) : α. κοµπόστα µε κανελογαρύφαλλο, ζάχαρη και λιαστούς καρπούς (δαµάσκηνα, σύκα, σταφίδες και βερίκοκα), β. Προέλευση : από το τουρκ. hosaf, πηγή : ΑΠΘ. ξιαφρίζου (ρ.) : α. καθαρίζω τον ακάθαρτο αφρό (σιροπιού, κρέατος, λίπους κλπ.) από κάποιο δοχείο φαγητού που βράζει, β. µετ. κλέβω, γ. σταµατώ το άφρισµα του φαγητού που βράζει για να µη χυθεί. ξιβράκουµα (του) : α. το βγάλσιµο του βρακιού, β. ξεφτίλισµα, γ. αποκάλυψη κάποιων κρυφών σκοπών, δ. το ξεγύµνωµα, ε. ξιβράκουτους (επίθ.) = 1. αυτός που δεν φοράει βρακί, 2. µετ. ο πάµπτωχος, (φράση : «τν πήρα ξιβράκουτ’» = την παντρεύτηκα χωρίς να πάρω προίκα, στ. ξιβρακώνουµι (ρ.) = 1. βγάζω το βρακί µου, γδύνοµαι, 2. αποκαλύπτω όλα τα µυστικά µου. ξιγκιλνώ (ρ.) : α. τραβώ δυνατά από τα πόδια η τα φτερά για να κοµµατιάσω κάποιο σφάγιο (κοτόπουλο, αρνάκι κτλ.), β. εξαρθρώνω, γ. τεντώνω πόδια ή χέρια υπερβολικά (φράση : «µη ξιγκιλνιέσι τόσου…»). ξιγκουλιάβιασµα (του) : το ξεγύµνωµα. ξιγλιντώ (ρ.) : α. διασκεδάζω κάποιον κάνοντάς τον να περάσει ευχάριστα, β. περνώ την ώρα µου όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα. ξιζώνουµι (ρ.) : α. βγάζω το ζωνάρι µου, β. µετ. ξεκουράζοµαι. ξίκ’ (του) : α. το ελλειποβαρές είδος, β. το χοντρό καλαµπούρι, γ. η επιπόλαια συζήτηση, δ. Φράση: «µι λες ξίκια» = µη λες κρυάδες, ανοησίες. ξικάµου (ρ.) : α. διώχνω, β. απαλάσσοµαι από κάτι, γ. εξοντώνω, δ. ξέκαµα (ρ.) = 1. κουράστηκα υπερβολικά, 2. απόκαµα, ε. ξέκαµα (ουσ.) = 1. η εξόντωση, 2. το ξεφόρτωµα, 3. το ξεπούληµα. ξικαπνιστίρ’ (του) : α. µπλεγµένα σύρµατα µαζί µε πατσαβούρες για το καθάρισµα της καπνιάς από το τζάκι ως την καµινάδα, β. ειρων. η υπερβολικά µακιγιαρισµένη ή στολισµένη γυναίκα. ξικαχτώνου (ρ.) : α. ξεριζώνω, β. ξηλώνω κάτι καρφωµένο, γ. ξικάχτουµα (του) = 1. η αποσύνδεση, 2. το ξεχαρβάλωµα. ξικλέβου (ρ.). εξοικονοµώ λίγο χρόνο ή κάποια χρήµατα για να τα διαθέσω αλλού, β. µετ. ξεφεύγω. ξικλιάζου (ρ.) : α. περιποιούµαι κάποιον υπερβολικά, β. διασκεδάζω κάποιον κάνοντάς του τα χατήρια, γ. ξικλιαστιάις = ο καλαµπουρτζής, δ. ξέκλιασµα (του) = 1. το ξεκοίλιασµα, 2. το γλέντι µε αστεία, χορό, φαγοπότι, κτλ. 3. η υπερβολικά έντονη διασκέδαση µιας παρέας µέχρις

εσχάτων. ξικουκαλνώ (ρ.) : α. αφαιρώ τη σάρκα από τα κόκαλα του σφαγίου, β. ξεκοκαλίζω, γ. µετ. ανακρίνω, δ. µετ. µελετώ προσεκτικά κάποιο βιβλίο. ξικουκούµ’ (σηµ. lias : οι ανύπαντρες κοπέλες είχαν τα µαλλιά τους ριχτά ή πλεξούδα. Και όταν αρραβωνιαζόταν τα χώριζαν στα δύο και έκαµαν δεξιά και αριστερά του κεφαλιού τους από ένα κούκουν*. Όταν παντρεύονταν τους δύο «κούκους» τους έκαναν ένα (στο πίσω µέρος του κεφαλιού). Αν τύχαινε να χωρίσει κάποια γυναίκα, οι υπόλοιπες γυναίκες έλεγαν «αυτήν είνι ξικουκούµ’» που ήταν κάπως υποτιµητικό, διότι έκοβε τον κούκου και ξανάφηνε τα µαλλιά της στους ώµους. ξικρούου (ρ.) : α. ξεσκάζω, β. ξεδίνω, γ. ξενοιάζω, δ. ξεκουράζοµαι. ξικώ (ρ.) : α. σχίζω µε τα χέρια πανί ή χαρτί, β. µετ. κατατροπώνω τον αντίπαλό µου (στο τάβλι, το ποδόσφαιρο κτλ.), γ. Φράση : «του ξέκσιν του χουσµέτ’» = απέτυχε. ξιλάκσµα (του) : α. το σκάλισµα γύρω από τον κορµό του φυτού για να καθαριστεί, β. ξιλακίζου (ρ.) = ανοίγω λάκκο γύρω από το κλήµα ή από κάποιο δέντρο. ξιλόζγιασµα (του) : α. το ξεµπέρδεµα της κλωστής, β. µετ. η λύση κάποιας παρεξήγηση, γ. ξιλουζγιάζου (ρ.) = 1. ξεµπερδεύω, 2. µετ. διευθετώ µία κατάσταση ή παρεξήγηση. ξιλουιάζου (ρ.) : α. ξελογιάζω, β. ενθουσιάζω, γ. παρασύρω κάποιον, δ. Φράση : «του ξιλόιασις του κουρίτσ’» = το παρέσυρες το κορίτσι. ξιµαλνώ (ρ.) : α. ξεχωρίζω, αραιώνω το µαλλί για να το επεξεργαστώ, να το λαναρίσω, β. µετ. ξιµαλίσκαν (ρ.) = µάλωσαν τόσο πολύ που µαλλιοτραβήχτηκαν (αυτό µόνο για γυναίκες γιατί οι άνδρες είχαν κοντά µαλλιά ), γ. ξιµαλτζµένους (επίθ.) = ο αναµαλλιασµένος . ξιµέτουχους (επίθ.) : α. ο αµέτοχος, β. ο άσχετος, γ. ο εκτός τόπου και χρόνου, δ. ο αδιάφορος, ε. ο ξένοιαστος. ξιµισιάζουµι : (ρ.) α. παθαίνω λουµπάγκο, β. κουράζοµαι υπερβολικά από τα βάρη που σήκωσα. ξιµιτρώ (ρ.) : είδος µασάζ για να ανακουφιστούν τα χέρια, τα πόδια, η µέση κτλ. ξιµπουρνταλέβου : (ρ.) : α. βγάζω στο κλαρί, β. διαφθείρω, γ. αποθρασύνοµαι και χαλώ κάτι. ξινάδγια (τα) : α. διάφορα σαλατικά που παρασκευάζονται και συντηρούνται µε ξύδι (γεµιστές πιπεριές, µελιτζάνες κτλ.), β. τα τουρσιά. ξινίθρις (οι) : βρώσιµα αγριόχορτα µε υπόξινη γεύση και κίτρινα λουλουδάκια, εξαιρετική γέµιση για χορτόπιτα αλλά και για σαλάτα. ξινουµώ (ρ.) : α. απαλλάσσοµαι από κάτι, β. αποµακρύνω, διώχνω, γ. εξαφανίζω, δ. Προέλευση : από το αρχαίο εκνέµω, πηγή : Κατσάνης//ΙΝΒΑ, σελ. 247. ξινουφαλιάσκα (ρ.) : α. κυριολεκτ. : µου βγήκε ο οµφαλός, β. εξαντλήθηκα, γ. ξεκοιλιάστηκα (φράση : «ξινουφαλιάσκα να πίνου νιρό» ), δ. Προέλευση : από το ελνστ. οµφαλός πηγή : ΑΠΘ. ξιντράχλιαβους (ου) : α. ο αδιάντροπος, β. ο απεριποίητος, γ. ο ατηµέλητος, δ. µετ. ο ξεχαρβαλωµένος. ξιόλτου (η) : α. η ζητιάνα, β. η κακοντυµένη γυναίκα, η απεριποίητη που γυρνάει πόρτα – πόρτα εκλιπαρώντας, γ. γυναίκα µε αφρόντιστη εµφάνιση. ξιπαρταλιάζου (ρ.) : α. κουρελιάζω, β. ξεφτιλίζω κάποιον, γ. σχίζω υφάσµατα σε µικρές λωρίδες για να υφανθούν σε διαδρόµους κτλ. β. ξιπαρταλιασµένους (επίθ.) = ο κουρελιάρης. ξιπατουµένους (επίθ.) : α. άνθρωπος µε ύπουλες προθέσεις, β. άχρηστος ξιπατώνου (ρ.) : α. ξεριζώνω, β. αφανίζω, γ. φθείρω, δ. ξιπατώνουµι (ρ.) = 1. κουράζοµαι υπερβολικά, 2. εξαφανίζοµαι, 3. διαλύοµαι, 4. κυρ. µου βγήκε ο πάτος, ε. ξιπατουµός (ου) = ξεθέωµα, στ. (συνών. ξιπλατίζουµι, ξιτζουφλιάζουµι). ξιπλάτσµα (του) : το ξεθέωµα, β. η υπερβολική κούραση. ξιπόλτους (επίθ.) : α. ο ξυπόλυτος, β. µετ. ο φτωχός, γ. µετ. το άτοµο δίχως εφόδια, δ. ξιπουλνιούµι (ρ.) = βγάζω τα παπούτσια µου. ξιπρουβουδώ (ρ.) : α. αποχαιρετώ, β. συνοδεύω κάποιον στην έξοδο του σπιτιού ή λίγο πιο πέρα, γ. µετ. διώχνω κάποιον ανεπιθύµητο. ξιράδια (τα) : α. γενικά, ότι είναι στεγνό και κολληµένο κάπου, β. µετ. τα στεγνά φλέγµατα στη µύτη, τα ξηρά κλαδιά δέντρου κτλ. γ. (Νιάνια ) υπολείµµατα ζυµαριού στη σκάφη.

ξιρατά (τα) : α. ο εµετός, β. το ξερατό. ξισιλόιιαστους (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που κάνει µια δουλειά ή µια πράξη χωρίς να εκτιµήσει τους κινδύνους της, β. ο ασυλλόγιστος, γ. ο επιπόλαιος, δ. ο απερίσκεπτος. ξιρουστρίβου (ρ.) : στρίβω αµήχανα το µουστάκι χωρίς σάλιο. ξιρουτάντσµα (του) : α. το ανακλάδισµα, β. το πρωινό τέντωµα των άκρων από τεµπελιά, γ. ξιρουτανίζουµι (ρ.) = τεντώνοµαι στο κρεβάτι µετά το ξύπνηµα. ξισέρνου (ρ.) α. ανασέρνω, β. τραβώ επάνω, γ. τακτοποιώ και συντηρώ τα κεραµίδια της στέγης, δ. Φράση : «πήγα στου µπουντρούµ’ κι ξισέρσα τουν αρµόζµου» = ανακάτεψα την αλµύρα της αρµιάς. ξισπέρνου (ρ.) : βγάζω τα σπόρια του καλαµποκιού από το κοτσάνι τους. ξιτάζου (ρ.) : α εξετάζω, β. λαµβάνω υπ’ όψιν µου τις προλήψεις για κάποια πράξη µου, γ. Φράση : «δεν κάµ’ να πλέντς Κυργιακάτκα, τα ιξιτάζουµι ιµείς αυτά». ξιτζούφλιασµα (του) : α. ξεπαράδιασµα, β. η εξάντληση, γ. το ξεθέωµα, δ. (ως ρ.) = καθαρίζω την καρδιά (τον τζούφο*) του λάχανου. ξιτζουφχιάζου (ρ.) : σβήνω εντελώς, µέχρι τέλους τη στάχτη. ξίτκα (τα) : α. οι χαζοµάρες, β. οι επιπολαιότητες, γ. τα αστεία, δ. δες και ξίκ*. ξιτνάζουµι (ρ) : ξεπετάγοµαι απότοµα, β. ξεπροβάλλω, γ. µετ. εξετάζοµαι εξονυχιστικά (από ανακριτή κτλ. δ. µετ. µένω άφραγκος, ε. ξιτίναγµα (του) = 1. η απόρριψη όλων των δικαιολογιών από το δικαστήριο, 2. Το τίναγµα των ρούχων ώστε να πέσουν στο πάτωµα τα κέρµατα. ξιφουντώνου (ρ.) : α. φανερώνω, β. αποκαλύπτω κάτι, γ. µετ. καθαρίζω τα φύλλα του καλαµποκιού. ξιχέζου (ρ.) : α. καθαρίζω από τα κόπρανα τον πρωκτό της γριάς ή του µωρού, β. µετ. µαλώνω άσχηµα, επικρίνω έντονα κάποιον. ξόδγιου (του) : α. η κατανάλωση, ( «καλό ξόδγιου του κρασί» ), β. το έξοδο, γ. η σπατάλη. ξόντ’ (του) : α. φάρµακο για την ανακούφιση των πόνων των δοντιών (φράση : «δεν θέλου κανέλλα θέλου ξόντ!», β. (lias : ο πατέρας µου έλεγε ξόντ’ κάθε τί το καθαριστικό, ακόµη και το βιτριόλι). ξτρά (επίρ.) : α. ξώφαλτσα, β. παρά λίγο. ξυλάκσµα (του) : α. το σκάλισµα του αγρού για την εξόντωση της αγριάδας, β. (Μαλούτας) = πελεκώ ξύλα, γ. δες και ξιλάκσµα*. ξυλιέινιους (επίθ.) : α. ο ακαλλιέργητος, β. ο ξεροκέφαλος, γ. συνών. κουτσουρέινιους, µπιστιρέινιους, αντρέϊνιους κτλ. δ. (Ντίνας : ψηλός και δυσκίνητος). ξυλουκέρατου (του) : το χαρούπι. ξυλουφάης (ου) : α. ξυλουργικό εργαλείο για τη λείανση των ξύλων, β. είδος ράσπας, γ. ο δρυοκολάπτης. ξυλόφκιαρου (του) : α. ξύλινο µονοκόµµατο εργαλείο µε λαβή για το λίχνισµα, β. ξύλινο εργαλείο των φουρνάρηδων για την εισαγωγή της ζύµης στο φούρνο αλλά και την εξαγωγή του ψηµένου ψωµιού. ξύστρα (η) : α. µολυβογλυφίδα, β. ο µηχανισµός που ξύνουµε τη µύτη των µολυβιών. ξύστρους (ου) : α. λειασµένο σίδερο ή ξύλο για το καθάρισµα του τριχώµατος των ζώων, β. σπάτουλα µε την οποία καθαρίζουµε στεγνή λάσπη, τσιµέντο ή πάγου από τη γη ή και το στεγνό ζυµάρι από τη σκάφη. ξώ : α. ξύνω β. ξυρίζω, γ. µετ. αδιαφορώ, δ. Φράση : «τα µι ξίις τ’ αγγιά» = δεν θα µε ενοχλήσεις.

O
Ο : δεν υπάρχει άρθρο Ο στα Κουζιανιώτκα, για το αρσενικό γένος αντί Ο χρησιµοποιείται το Ου, π.χ. ου πλάτανους, ου Λίας κλπ. Ό : προσφώνηση σε άντρα : «ό Κότσιου». όι : επιφώνηµα για να καλέσουµε κάποιον, αλλά και για να εκφράσουµε απορία, έκπληξη,

θαυµασµό κτλ. ανάλογα µε τον τρόπο που θα το πούµε. όκαχτους (επίθ.) : α. ολόιδιος, β. ίδιος και απαράλλαχτος, γ. πανοµοιότυπος. όκια (τα) : οι τρύπες στη βάση των βαρελιών. όπλατα (η) : α. το µπάλωµα, β. κοµµάτι υφάσµατος που αντικαθιστά φθαρµένο σηµείο του ρούχου, γ. η τσόντα σε ύφασµα, δ. µετ. χοντρό τετράγωνο κοµµάτι σκεµπέ µαζί µε το µπουµπάρι, ε. µετ. τετράγωνο µάλλινο ύφασµα, καταβρεγµένο µε οινόπνευµα, που τοποθετούσαν στο στήθος ή την πλάτη σε περίπτωση κρυολογήµατος, στ. (lias : άς γελάσουµε και λιγάκι : έχω µπροστά µου τέσσερα Λεξικά της Κοζανίτικης Διαλέκτου. Δεν µπορείτε να φανταστείτε τι έχω διαβάσει! Γι αυτό καταθέτω και την δική µου έγκυρη ερµηνεία για την προέλευσή της. Λοιπόν: Προέλευση : πιθανότατα προέρχεται από την µεγάλη τραγουδιστική επιτυχία των Beatles, Ob-la-di Ob-la-da καθότι εκείνα τα χρόνια οι Κοζιανιώτες είχαν καταληφθεί άπαντες από Μπητλοµανία. Σας ξέξα Μ, Χ.Χ.,Ντ. κλπ. !!! Ζάρ, ζάρ, ζάρ!). ότ’ µ’ ότ’ : α. έκφραση αποδοκιµασίας που εννοεί : άλλα αντ’ άλλων, β. βλακώδεις πράξεις, γ. παράβαλε µε τη φράση : «νέ θκάς, νέ θκάµ’» . ουβουρός και νουβουρός (ου) : α. η αυλή, β. Προέλευση : από το βουλ. obory, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255. ουδέτσ’ (επίρ.) : α. έτσι όπως είναι, χωρίς τίποτε άλλο, β. σκέτα. ούδι (επίρ.) : α. µήτε, β. ούτε, γ. έτσι, δ. Φράσεις :«ούδι έτσ’» = έτσι όπως είναι, «ούδι κεί» = σε κείνο το µέρος, «ούδι ένας» = κανένας κτλ. ουκάρκους (επίθ.) : α. αυτός που ζυγίζει µία οκά, β. µετ. ο ευµεγέθης, γ. µετ. ο εντυπωσιακός, δ. Φράση : «αυτός έχ’ πού**ουν ουκάρκουν!» = για το µεγάλο πέος. ουµάς (ου) : δες νουµάς*. ουµούρ’ (του) : α. το παράπονο, β. µακρά εξιστόρηση γεγονότων (µε µπόλικη σάλτσα και ναζιάρικα καµώµατα συνήθως), γ. (Παπασιώπης : ουµούργια = συνώνυµο του νάζια, καµώµατα, κλαψουρίσµατα), δ. (Μαλούτας : ουµούρια = η γκρίνια). ούντζµα (του) : α. ο συνδυασµός, β. το ταίριασµα, γ. η παροµοίωση, δ. ουντίζου (ρ) = συνδυάζω, ε. Φράση «δεν ουντίζ’ κρασί κι κουνιάκ». ούξουνους (επιφών.) : α. …… βρισιά, … (lias : ού + ξινός, είναι ανταπάντηση όταν κάποιος µας προσβάλλει ή µας αποδοκιµάζει λέγοντάς µας «ιούου» ), β. (Μάλουτας : ούξις κι ξηρός). ουπάν (επίρ.) : α. επάνω, β. σιαπάν (επίρ.) = προς τα πάνω, γ. ουπανουθό ’µ (επίρ.) = πάνω µου (φράση : [i]«χέσκα ουπανουθό ’µ!»[/ι] = αφόδευσα επάνω µου. ουπαν’τός (επίθ.) : α. ο απανωτός, β. ο επαναλαµβανόµενος µε µεγάλη συχνότητα, γ. ουπαντές (οι) = οι απανωτές σφαλιάρες, γροθιές, ξυλιές κλπ. ουπίσ’ (επίρ.) : α. πίσω, β. τ’ ουπίσ’ = 1. προς τα πίσω, 2. κάνε όπισθεν, γ. απ’ ουπίσ’ = 1. από πίσω, 2. µετ. ο κίναιδος. ούρδα (η) : α. το προερχόµενο πήγµα από το βράσιµο του τυρόγαλου, β. η µυζήθρα, γ. µαζί µε λίγο βούτυρο το ανθότυρο, δ. απαξιωτικά ο ανόητος, ο χαζός. ουρθάξουγκου (του) : α. το λίπος από τον πρωκτό της κότας, β. (lias : το ζέσταιναν, το έλειωναν στο γουδί και το τοποθετούσαν σαν κοµπρέσα για τον πονόλαιµο, γ. Προέλευση : από το ορθόν = απύθµενων, πηγή : Δηµητράκος . ουρθά (επίρ.) : α. σωστά, β. Προέλευση : από το αρχαίο ορθώς, πηγή : ΑΠΘ. ουρθός (επίθ.) : α. ο όρθιος, β. Προέλευση : από το αρχαίο όρθιος, πηγή : ΑΠΘ. ουρίζου (ρ.) : α. κατέχω ιδιοκτησία, β. κυβερνώ, γ. διατάζω, δ. Φράση : «δεν ουρίζου τα χέρια µ’» = δεν µπορώ να κουνήσω τα χέρια µου από την πολύ κούραση. ουριξέβουµι : (ρ.) α. επιθυµώ, β. µου άνοιξε η όρεξη για φαγητό, sex, εκδροµή κτλ. γ. ουριξιάτκους (επίθ.)(λέγεται κυρίως µε ειρωνική έννοια) = 1. ο ευδιάθετος, 2. ο πρόθυµος, 3. αυτό που προδιαθέτει ότι θα συνεχιστεί µε τον ίδιο ρυθµό, τρόπο κλπ., δ. Φράσεις : «ουριξιάτκους κιρός», «ουριξιάτκου χιόν», "ουριξιάτκους µιζές" κτλ. ουρλιούµι (ρ.) : ουρλιάζω. ουρµινέβου (ρ.) : α. συµβουλεύω, β. νουθετώ, γ. εξηγώ, δ. ουρµίνιις (οι) = οι νουθεσίες, ε. Προέλευση : από το ερµηνεύω, πηγή : Τσότσος. ουρσούιζ’ς (επίθ.) : α. ο ζηµιάρης, β. ο ανάποδος, γ. ο γρουσούζης, δ. ουρσούσκου (επίθ.) = σκανδαλιάρικο παιδάκι, ε. ουρσουζιά (η) = 1. η αναποδιά, 2. η παιδική τρέλα, 3. το σφάλµα, στ. ( τουρκ. ugursuz, πηγή : ΑΠΘ ).

ούτσα (αόρ.) : α. ακόνισα, β. συµφώνησα, ταίριασα, γ. δες ούντζµα*. ουχτούρ’ : α. η πορεία µεθυσµένου, β. το οχτάρι. ουχτρός : α. ο εχθρός, β. ο αντίπαλος, γ. ( Φράση : «µι τ’ ηµάς ίσι ή µι τουν ουχτρό;» )

Π
παγκουφουλιά και πουγκουφουλιά (η) : α. ο ιστός της αράχνης, β. Προέλευση : από το βουλ. pajak, σερβ. + κροατ. pauk, + φωλιά, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255. παένου (ρ.) : α. πηγαίνω, β. πάω κάτι σε κάποιον, µεταφέρω, γ. "δεν παέν’" = δεν ταιριάζει, δ. "δεν παέν άλλου' = 1. ως εδώ και µη παρέκει, 2. δεν χωράει άλλο φαγητό το στοµάχι µου. παζαριώτς (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που πάει στα παζάρια για ψώνια, β. παζάριµα (του) = η προσπάθεια µείωσης της τιµής, γ. παζαρόσκυλου (του) : 1. το άτοµο που γυρνάει όλη µέρα στο παζάρι χωρίς να ψωνίζει τίποτε, 2. το αδέσποτο σκυλί (που τριγυρνάει στο παζάρι µήπως βρει κάτι να φάει). παθµένους (επίθ.) : α. αυτός που πάσχει από µία µόνιµη ή ανίατη πάθηση, β. αυτό πού έπαθε κάποια ζηµιά, γ. ειρων. ο παλαβός, ο τρελός. παϊβάν’ (του) : ιµάντας στα πόδια των µικρών αλόγων για να τα εκπαιδεύσουν ώστε να κάνουν µικρά βήµατα. παϊτόν’ (του) : α. τετράτροχη άµαξα που την σέρνει ένα άλογο, β. Προέλευση : από το γαλλ. µέσω τουρκ. phaeton (payton), πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 254, γ. (lias : Προέλευση : από το Φαέθων που κατά τη µυθολογία ήθελε να οδηγήσει το άρµα του πατέρα του, πηγή : ΑΠΘ ).ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΑΤΟ. Άκου Γαλλικό από το τούρκικο! παλαµαρά (η) : α. ξύλινη προστατευτική καλύπτρα της παλάµης κατά το θέρισµα, για την αποφυγή τραυµατισµού από το δρεπάνι, παλαµουδέρνου (ρ.) : α. κάνω χειρονακτική δουλειά, β. περιπλανιέµαι για να βρω κάποια δουλειά, γ. κουράζοµαι από τον ποδαρόδροµο. παλάµζµα (του) : α. πρόχειρη και βιαστική δουλειά, β. βιαστικό και άτεχνο µερεµέτι χωρίς εργαλείο αλλά µόνο µε τα χέρια (π.χ. σοβάτισµα σε τρύπα του τοίχου µε λάσπη), γ. το λέρωµα, δ. το πασάλειµµα, ε. το επιπόλαιο βάψιµο, στ. παλαµστιάης (επίθ.) = 1. αυτός που κάνει απρόσεκτα τις δουλειές, 2. ο βιαστικός να τελειώσει, ζ. παλαµίσκα (ρ.) = 1. λερώθηκα, 2. βρωµίστηκα, η. παλαµίζου (ρ.) = 1. λερώνω, 2. κάνω κάτι πρόχειρα και βιαστικά. παλάντζα (η) : α. είδος ζυγαριάς µε ένα τάσι, β. µετ. άνθρωπος µε ευµετάβλητη γνώµη, συνήθως υπέρ του ισχυρότερου, γ. Προέλευση : από το ιταλ. balanza, πηγή : ΑΠΘ, δ. Προέλευση : από το σύνθ. πάλιν+άνυσµα , πηγή : Π.Λ.Μπ. παλιά (η) : ειρων. το πέος (συνήθως το ανήµπορο), β. Φράση : «να µας φάς ν’ παλιά» = βρισιά. πάλιαγκας (ου) : α. η αράχνη, β. δες παγκουφουλιά*. παλιαρούτ’ (του) : α. παλιό και φθαρµένο πράγµα που δεν έχει αξία, β. η παλιαντζούρα, γ. το παλιόρουχο, δ. δες και πιο κάτω παλιό- παλιού*. παλιο- και παλιού- α. όταν µπαίνει µπροστά από κάποια λέξη της προσδίνει µειωτική ή υβριστική σηµασία, π.χ. παλιόπτανα, παλιουχώργιατους, παλιάµπιλου, παλιόχαρτου, παλιόσκυλου, παλιουσούργκουνου, παλιουδλιά κτλ. παλιούκιρους (επίθ.) : α. κάθε τι που προέρχεται από τα παλαιότερα χρόνια (έθιµα, ρουχισµός, τρόποι µαγειρικής ), β. παλιοµοδίτικος, γ. του παλιού καιρού. παλιούρ’ (του) : α. σχετικά ψηλός και αγκαθωτός θάµνος, β. παλιουρόπτις (οι) = οι καρποί του παλιουριού που είναι στρόγγυλοι και επίπεδοι, γ. Προέλέυση : από το αρχαίο παλίουρος, πηγή : ΑΠΘ, δ. παλιουκόπους και παλιουρουκόπους (ου) = αγροτικό εργαλείο (κάτι ανάµεσα σε δρεπάνι και µπαλτά) για την κοπή των αγκαθωτών θάµνων, ε. παλιούργια (τα) = 1. η συστάδα δένδρων παλιουριού, 2. τα παλιά αντικείµενα, 3. οι αντίκες. πάλτσις (οι) : οι τούφες µαλλιού από το λανάρι ώστε να γίνουν κλωστή µε τη ρόκα. παµπόρ' (του) : α. ο χαρταετός, β. Φράση : «γίγκα παµπόρ’» = θύµωσα υπερβολικά. παναγκόµ’ (του) : α. το επιπλέον βάρος, (Τιτέλης = "τ’ν είχα κι αφτήν παναγκόµ’…"), β. βάρος, φόρτωµα, γ. έχω κάποιον υπό την προστασία µου, δ. απρόσκλητος ή απροσδόκητος µουσαφίρης, ε. ο ανεπιθύµητος, ο φορτικός, στ. Προέλευση : από το αρχ. γόµος = φορτίο,

πηγή : Π.Λ.Μπ. παντρά (η) : α. µε τη λέξη αυτή αναφερόµαστε στο θεσµό του γάµου, β. για την τελετή δες «η χαρά»*, στον 17ο τόµο των «Δυτικοµακεδονικών Γραµµάτων». παξιµαδαρά (η) : (lias) παλιότερα που δεν υπήρχαν τυπογραφεία κοινοποιούσαν την τέλεση των µνηµόσυνων µε παξιµαδαρές. Αυτές ήταν ρεβυθένια στρόγγυλα ψωµιά µε σχηµατισµένο το σταυρό στο επάνω µέρος. Όταν ξηραίνονταν τις έκαναν παξιµάδια για τον καφέ. παπαδίτσα (η) : α. το έντοµο πασχαλίτσα, β. είδος µικρών µαύρων πουλιών (αιγίθαλος), γ. είδος ποώδους φυτού, δ. (Χ.Χ. = πόπ κόρν, φούσκες, [lias : άµα δεν είσι Κουζανιώτς αυτά παθέντς!], οι φούσκις στα κουζανιώτκα λέγουντι παπαρδέλις* γιατί όταν σκάζουν… δες σχετικά). παπάζ’ (του) : α. το φέσι, β. η φούντα του φεσιού. παπαµανόλτς (ου) : α. η νταµιτζάνα του κρασιού, β. γυάλινο δοχείο διπλάσιο της χιλιάρας* (Παπασιώπης), γ. (lias : Παπαµανώλης ήταν ένας µερακλής παπάς µε ιδιαίτερη αγάπη στο καλό κρασί). παπάρα (η) : α. ανακατεµένα κοµµάτια στεγνού ψωµιού στη σούπα, το γάλα κτλ., β. Φράση : «τάκαµις παπάρα» = έµπλεξες την υπόθεση,, γ. παπάρας (επίθ.) = 1. ο ανακατωσούρας, 2. ο επιπόλαιος. παπαρδέλις (οι) : α. οι φούσκες του καλαµποκιού, το ποπ κορν, β. φλυαρίες, γ. µετ. οι πορδίτσες, δ. [β]παπαρδέλας[/β] (επίθ.) = 1. ο φλύαρος, ο πολυλογάς, 2. ο µεγαλόστοµος, δ. Προέλευση : από το ιταλ. pappardella, κυριολ. pappardelle = λαζάνια, πηγή : ΑΠΘ. παπάρια (τα) : α. οι όρχεις β. τα εµπόδια σε κάποια δουλειά µας, γ. παπαριές (οι) : 1. οι ανοησίες, 2. οι υπερβολές, 3. οι ψεύτικες δικαιολογίες, δ. παπάρας (ου) = 1. αυτός που έχει µεγάλους όρχεις, 2. ο επιπόλαιος. παπούρ’ (του) : α. το αιδείο, β. παπούρου (η) = 1. η έχουσα παχύ αιδοίο, 2. µετ. η κουτσοµπόλα. παπούρα (η) : α. η πάπια, β. ειρων. η γυναίκα που περπατάει σαν πάπια. πάππους (ου) : α. ο παππούς, β. ο γέροντας, γ. η φωτογραφία δ. η ζωγραφιά και δη η προσωπογραφία, ε. πάπδις (οι) = τα ίχνη στο χιόνι, στ. φράση : "πάππουν µι πάππουν" = η τακτοποίηση των χαρτονοµισµάτων από τους πλούσιους (τους λεφτάδες), ζ. (lias : οι Κοζανίτες µε τη λέξη πάππους εννοούν τον Άγιο Νικόλαο και τον Άη-Λιά). παπτσής (ου) : α. ο υποδηµατοποιός, β. παπτσίθκου (του) = το παπουτσάδικο, γ. παπτσίθκους (επίθ.) = το αηδιαστικό φλέγµα της µύτης ή του στόµατος. π’απχάτ’ (επίρ.) : α. από κάτω, β. κάτω από…(π.χ. το µαξιλάρι, το στρώµα, το τραπέζι κτλ.). παραθυρόπλου (του) : α. παραθυράκι, β. κοινό µικρό παράθυρο δύο σπιτιών που επέτρεπε την επικοινωνία µεταξύ τους, γ. (lias : υπήρχε στα παλιά σπίτια και πουρτόπλου*). παρακούτ’ (του) : µικρή προφυλαγµένη θήκη του σεντουκιού για τη φύλαξη εγγράφων ή χρυσαφικών. παραλάλ’µα (του) : α. το παραµιλητό, β. τα ασυνάρτητα λόγια, γ. η ακατάσχετη φλυαρία. παραµαζώνου (ρ.) : α. κατσαδιάζω, β. µαλώνω, γ. σπρώχνω στήθος µε στήθος κάποιον, δ. στριµώχνω, ε. παρασέρνω. παρανόµ’ (του) : το παρατσούκλι, β. το δεύτερο επίθετο, γ. το παρωνύµιο, δ. (σηµ. lias : Στην Κοζάνη οι περισσότεροι δεν αποκαλούνται µε το επίθετό τους αλλά «µι του παρανόµι τς» ιδιαίτερα στη Σκ’ρκα και στον Αηδηµήτρη - Ηπειρώτικα : Καραντάνας ο κ. Γκαντιάς, Γκλάκας ο κ. Μούρτζιος, Κουρουµπλιάϊς ο κ. Σακαλής. Μάλιστα ελάχιστοι γνωρίζουν το αληθινό τους επίθετο και στα χαρτιά των κηδειών πολλές φορές αναφέρονται και τα δύο(!) για να καταλάβει ο κόσµος περί τίνος πρόκειται. Ακόµη και στην ίδια οικογένεια δύο αδέλφια έχουν αλλιώτικο «παρανόµ’» έτσι οι αφοί Πλιάκη ονοµάζονται Πατούντς ο ένας και Πχιαλτός ο άλλος. Αυτονόητο είναι ότι κανείς δεν ενοχλείται, εκτός από τον Κουφουλία!). παραπάν’ (επίρ.) : α. πιο πάνω, β. πιο ψηλά, γ. περισσότερο σε ποσότητα, δ. παραπανίσιους (επίθ.) = 1. ο επί πλέον, 2. ο περισσευάµενος, 3. αυτός που δεν είναι απαραίτητος, 4. το πλεόνασµα. παράς (ου) : α. τουρκικό νόµισµα µικρής αξίας, β. το νόµισµα της Βασιλόπιτας, γ. η µεγάλη περιουσία σε χρήµα, δ. Φράσεις : «τουν φσάει τουν παρά» = είναι πολύ πλούσιος, «µ’ έκαµιν ιέναν παρά» = µε ξεφτίλισε, ε. παραλ´ς (επίθ.) = ο πλούσιος (τονίζεται το λάµδα). παρασόλ’ (του) : α. η οµπρέλα, β. το αλεξήλιο, γ. ( γαλλ. ….( parasoleille;) ιταλ. parasole,). παραστάφυλα (τα) : σταφύλια µε ελάχιστες ρώγες που τις άφηναν στις κληµατσίδες κατά τον τρύγο για να έχουν τροφή τα σπουργίτια και οι µέλισσες, διότι ωρίµαζαν αργότερα.

παραστάδια (τα) : α. τα δύο πλαϊνά δοκάρια της πόρτας, β. (Σιαµπανόπουλος σ. 89, παραστάδες ήταν όρθιες πλάκες στο στόµιο του φούρνου), γ. Προέλευση : από το αρχαίο παραστάδες, πηγή : ΑΠΘ. παρατόρσα (ρ.) : α. έχασα τα λογικά µου από κάτι εξωφρενικό, β. σάστισα, γ. παρατουρζµένους (επίθ.) = ζαλισµένος µε χαµένα τα νερά του (Παπασιώπης). παρδάγκαλα (τα) : α. οι µαγουλάδες (τα γάγγλια), β. εξογκώµατα στο λαιµό. παρδάλτσµα (του) : α. η έναρξη ωρίµανσης των φρούτων και ιδίως των σταφυλιών, β. η αρχή του χρωµατισµού των φρούτων, χωρίς να είναι έτοιµα για να κοπούν. παρέκια (επίρ.) : α. πιο κει, β. στην άκρη, γ. παρέκει, δ. παραπέρα. παρµάρα (η) : α. η διακοπή της γαλακτοφορίας, β. η τύφλωση των ζώων και διακοπή της γαλακτοφορίας, (πηγή : Καραντάνας). παρσιά : α. κατασκευή µπροστά στο τζάκι για να αποφεύγεται το λέρωµα ή το κάψιµο του πατώµατος, β. ο χώρος γύρω από την φωτιά (τζάκι, σόµπα ή µαγκάλι) όπου µαζευόταν η οικογένεια για να ζεσταθεί, γ. (Παπασιώπης) : ο παρά την εστίαν χώρος µε τα µιντέρια, δ. (lias: ανάµεσα στο Ρ και το Σ στο παρσιά από άλλον άκουσα παρστιά και από άλλον παρσχιά). παρτάλ’ (του) : α. το κουρέλι, το ράκος, β. το σχισµένο ύφασµα ή ρούχο, γ. η πατσαβούρα, δ. µετ. ο τελείως µεθυσµένος, ε. παρτάλας (επίθ.) = 1. ο κακοντυµένος, 2. ο κουρελιάρης, στ. παρταλόπλου (του) = 1. το φτωχόπαιδο, 2. το παιδάκι µε κουρελιασµένα ρούχα. ζ. παρταλόπλα (τα) = τα παιδιά που µένουν στη γειτονιά του Αγίου Δηµητρίου, η. Φράσεις : «µ’ έκαµις ιένα παρτάλ’» = µε ξεφτίλισες, «όξου ρίχν’ παρτάλια» = η χοντρή χιονόπτωση), η. Προέλευση : από το τουρ. partal, πηγή : ΑΠΘ, θ. (Μαλούτας : από το λατ. pars η το αγγλ. parts). παρτσακλός (επίθ.) : α. άτοµο µε περίεργη και άκοµψη συµπεριφορά ή περπάτηµα, β. ο ντυµένος περίεργα, γ. ο ακατάστατος, δ. ο περίεργος. παρτσιάδ’ (του) : α. το ανθρώπινο µέλος του σώµατος, β. το κοµµάτι, γ. το κουρέλι, δ. Προέλευση : από το τουρκ. parca = µικρό κοµµάτι, πηγή : ΑΠΘ. πασαµάντ’ (του) : α. σιρίτι στη στολή στρατιωτικών, διπλωµατών κτλ. β. (Α.Ρ.) διακοσµητικό χρυσοΰφαντο σιρίτι, γ. Προέλευση : από το γαλλ. passement = πολυτελές ύφασµα που µπαίνει σαν στολίδι, πηγή : ΑΠΘ. πασβάντς (ου) : α. ο εργάτης του Δήµου που άναβε κι έσβηνε τα φώτα της πόλης, β. ο νυχτοφύλακας, γ. Προέλευση : από το σύνθ. πάει+σβήνει, δ. (lias : κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα η Άµυνα όριζε νυχτοφύλακες για να φυλάνε, τάχα, τα µαγαζιά ενώ έργο τους ήταν η διακίνηση των όπλων σε ειδικούς χώρους. Για να προκαλούν σύγχυση άναβαν και τα λαµπόγυαλα σε ορισµένες αίθουσες του Βαλταδώρειου ώστε να νοµίζεται ότι γινόταν µάθηµα). πασιόβα (η) : η γυναίκα του πασά. πασπάτιµα (του) : α. η εξέταση µε την παλάµη, β. το ψαχούλεµα, γ. µετ. το ερωτικό χούφτωµα, δ. πασπατέβου (ρ.) = 1. αγγίζω και περιεργάζοµαι, 2. χουφτώνω. πασταλιάζου (ρ.) : δεµατιάζω καπνόφυλλα. παστό (του) : α. το ωµό χοιρινό λίπος απ´ όπου παίρνουµε τη λίγδα*, β. παστά (τα) = 1. τα διατηρηµένα σε αλάτι, 2. τα παστωµένα. παστρέβου (ρ.) : α. καθαρίζω µε µεγάλη επιµέλεια, β. µετ. ξιπαστρεύου = «καθαρίζω» κάποιον, τον σκοτώνω, γ. παστρικιά (η) = µετ. πρόστυχη γυναίκα, δ. παστράδα (η) = η καθαριότητα. πάταρους και παταρά (η) : α. η δυνατή σφαλιάρα, β. παταρές (οι) = οι σφαλιάρες, οι µπάτσοι, γ. Προέλευση : (Παπασιώπης: ονοµατοποιηµένη λέξη Πάτ, Πάτ). πατ – κιούτ (επίρ.) : α. στα γρήγορα, β. όπως νάναι. πατίκια (τα) : α. τα τσόκαρα, β. πατίκ’ = βρισιά σε γυναίκα > τσόκαρο = γυναίκα κακής διαγωγής προερχόµενη από κατώτερα κοινωνικά στρώµατα. πατιρντί (του) : α. η αναστάτωση, β. η φασαρία, γ. µετ. η έντονη σεξουαλική συνεύρεση, δ. (Σιαµπανόπουλος, σελ. 112, «µικρό και µεγάλο πατιρντί» = ο πρώτος και ο δεύτερος ύπνος του µεταξοσκώληκα). πατλιτζιάν’ (του) : α. η µελιτζάνα, β. πατλιτζιανί (του) = το µοβ χρώµα, το µελιτζανί, γ. Προέλευση : από το αραβ. badingan, πηγή : ΑΠΘ. πατόζα (η) : α. ο οδοστρωτήρας, β. µετ. ο άνθρωπος που µε τον όγκο του σε καθηλώνει, γ. πατόζας (ου) = (ο Χρήστος Χ. διότι στην Κατοχή, που µοίραζαν τα συσσίτια, πατίκωνε το

φαγητό του στην καραβάνα για να χωρέσει αυτή περισσότερο). πατούνα (η) : α. το πέλµα του ποδιού, β. η πατούσα της κάλτσας, γ. χοντρή και κοντή κάλτσα που φοριόταν πάνω από το παπούτσι για να αποφεύγεται το γλύστριµα στα χιόνια, δ. Προέλευση : από το πατώ, πηγή : ΑΠΘ. πάτους (επίθ.) : α. ο τελευταίος, β. η βάση, ο πυθµένας του δοχείου (βαρελιού, πηγαδιού, φιάλης κτλ.) γ. µετ. ο γυναικείος πισινός, δ. το τέλος της σειράς, ε. πατώνου[/] (ρ.) = 1. φθάνω τελευταίος, 2. βάζω πάτωµα στο δωµάτιο, στ. τν πατώνου = χορταίνω. πατσιά (η) : α. η πατηµασιά, β. πατσιές (οι) = 1. βρωµιές λάσπης από πατηµασιές, 2. τα ίχνη, γ. πατσιάς (ου) = η σούπα των ξενύχτηδων, (από χοιρινή κοιλιά, ποδαράκια ή µοσχαροκεφαλή). πατσιουµύτς (επίθ.) : α. ο πλακουτσοµύτης, δες και κουτσουµύτς*. πατσιούρας (επίθ.) : το άτοµο που κάνει βιαστικές και πρόχειρες δουλειές. πατώ (ρ.) : α. πιέζω κάτι µε τα πόδια µου, β. παρασύρω µε το αυτοκίνητό µου κάποιον, γ. οικειοποιούµαι µέρος κτήµατος κάποιου άλλου, δ. κάνω διάρρηξη, (φράση : «µας πάτσαν οι κλέφτδις» = 1. µας έκλεψαν, 2. αρραβωνιάσαµε ή παντρέψαµε την κόρη µας), ε. τς πατώ = έχω πολλά χρήµατα, στ. Φράση : «πάτσα τα πινήντα» = µπήκα στα πενήντα µου χρόνια. πάφιλας (ου) : α. η λαµαρίνα, β. νόµισµα χωρίς αξία, γ. µετ. άχρηστος άνθρωπος, δ. Προέλευση : από το ελνστ. παφλασµός (λόγω του θορύβου που κάνουν οι λαµαρίνες κατά την µεταφορά, πηγή : Π.Λ.Μπ. παχνάτους (επίθ.) : ο ξεκούραστος, β. Φράση : «αχνάτους παχνάτους» = ο άνετος τύπος. πέγκα (η) : α. η βούλα, β. το σηµάδι, γ. το στίγµα, δ. πέγκαβους (επίθ.) = άνθρωπος µε πολλές σηµάδια στο σώµα (π.χ. ελιές, λευκή, σηµάδια ανεµοβλογιάς κτλ.) ε. Προέλευση : από το βουλγ. pega = κηλίδα, πηγή : ΑΠΘ. πέλλα (η) : α. µακρύ και ψιλό διακοσµητικό ξύλο, β. ξύλινο πηχάκι για τις γωνίες του ταβανιού. πέρα – πέρα (επίρ.) : α. απ’ άκρου εις άκρη, β. Φράσεις : «όµνιασιν του µπαµπά τ’ πέρα – πέρα» = είναι ολόιδιος ο πατέρας του, «κόψι µια φιλίτσα απ’ του πλαστό πέρα - πέρα» = κόψε µία µεγάλη φέτα του πλαστού απ’ άκρη σ’ άκρη. πέριξ (επίρ.) : α. εκτός από…, β. (Παπασιώπης : παρά µόνο, ει µη µόνο), Προέλευση : από το αρχ. πάρεξ, πηγή : Π.Λ.Μπ. πέρπιρας (ου) : α. η πεταλούδα, β. µετ. ο τρελός (µε καλή έννοια), γ. Φράση : «έχ’ τρανόν πέρπιραν µι τ’ αυτά!» = ίνι µανιώδης µε κάτι (χόµπι, διάβασµα κτλ.). πέτουρα (τα) : α. οι χυλόπιτες, β. απλωµένα φύλλα για να στεγνώσουν πριν γίνουν πίτα, γ. τα µέρη του φύλου που περίσσευαν από το σινί, κόβονταν και γίνονταν συνήθως κιχιά. πέτσα (η) : α. η επιδερµίδα, β. η κρούστα (στο γάλα, το γιαούρτι κτλ.), γ. το τσόφλι του αυγού, δ. ο λεπτός φλοιός (δέντρου, κάστανου κτλ.), ε. η φλούδα (πορτοκαλιού, ροδάκινου, µήλου κτλ.), στ. Προέλευση : από το ιταλ. pezza = κοµµάτι πανιού, πηγή : ΑΠΘ. πιαλώ (ρ.) : δες πχιαλώ*. πιγάδ’ : α. βαθύ και στενό όρυγµα στο βάθος του οποίου αναβλύζει νερό (για άρδευση ή πόση), β. βρύση απ’ όπου τρέχει νερό πηγής, γ. πηγαδούλ (του) = 1. µικρή βρύση µε πολύ λίγο πηγαίο νερό, 2. τοποθεσία της Κοζάνης Νοτίως του Στρατοπέδου Μακεδονοµάχων, δ. Προέλευση : από το αρχαίο πηγή, πηγή : ΑΠΘ., ε. (lias : Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι : άλλο είναι το πιγάδ’, άλλο είναι η πηγή, άλλο είναι ο αρβανίκους , άλλο είναι τα νιρά, άλλο είναι η βρύσ’, άλλο είναι το µπνάρ’*, και άλλο η κρήνη). (σηµ. Υπάρχει στο αρχείο µου δηµοσίευµα του Βανίδη, για όσες λεπτοµέρειες χρειαστούν). πιδί (του) : α. το αγόρι, β. (σηµ. lias : Ο Β. Φόρης για το αγόρι σηµειώνει άγουρος). πιζιβένγκς (επίθ.) : δες µπιζιβέγκς*. πιζούλ’ (του) : α. χαµηλός και πλατύς τοίχος της εισόδου των σπιτιών που χρησιµοποιούνταν και για κάθισµα ή µπάγκος για την απόθεση βαριών αντικειµένων, (σηµ. lias : εκεί καθόταν τα βράδια οι γυναίκες για το χωρατά*), β. το αντέρεισµα, γ. πιζούλια (τα) = λιθόκτιστα εδώλια δεξιά και αριστερά της εισόδου, (Παπασιώπης). πιλιγκούρια (τα) : α. µετ. οι όρχεις, β. Φράση : «τα µας φάς τα πιλιγκούρια» = απάντηση για το ότι είναι αδύνατον να µας πειράξει κάποιος. πιλιγόδους (ου) : α. χοντρή κουλούρα από τυλιγµένο πανί που το έβαζαν στο κεφάλι για να µεταφέρουν το σινί, την πινακωτή κτλ. στο φούρνο, β. (open20h)= το µαξιλαράκι που έβαζαν οι γυναίκες στο κεφάλι όταν πήγαιναν του σ’νί µι τ’ν πίτα στου φούρνου, γ. Προέλευση : από το αρχ. πίλος = κάλυµµα κεφαλής, δ. (ο Παπασιώπης λέει ότι προέρχεται ίσως από το

τυλιγόδους). πιλικάνους (ου) : α. ο πελαργός, β. ο πελεκητής, ο µάστορας που πελεκάει πέτρες, γ. (σηµ. lias : υπάρχει και χωριό στο Βόιο µε την ονοµασία αυτή γιατί οι καλύτεροι πελεκητές πέτρας προέρχονταν από κει). πιλικούδγια (τα) : α. τα υπολείµµατα από το πελέκισµα των ξύλων, οι σχίζες, β. τα προσανάµµατα, γ. τα ροκανίδια, δ. Φράση : «τα καεί του πιλικούδ’» = θα γίνει τρικούβερτο γλέντι, ε. Προέλευση : από το µσν. πέλεκυς = τσεκούρι, πηγή Π.Λ.Μπ. πιλότα (η) : ξύλινο, βελούδινο µαξιλαράκι για να µπήγουν τις καρφίτσες οι ράφτες ή οι µοδίστρες. πιλτές (ου) : α. είδος νερουλής µαρµελάδας που δεν µπορεί να πήξει λόγω των φρούτων που χρησιµοποιήθηκαν (κορόµηλα, δαµάσκηνα, κράνα κτλ.), β. η σάλτσα τοµάτας, γ. Προέλευση : από το τουρκ. pelte, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ 256, το αυτό ΑΠΘ. πινακουτή (η) : ξύλινη κατασκευή µε τέσσερις ή πέντε θέσεις για το φούσκωµα της ζύµης και την µεταφορά της από/και στο φούρνο. πινιβρέκ’ (του) : α. δεύτερο βρακί που το φορούσαν πάνω από το πρώτο ιδίως το χειµώνα, β. το κάτω στενό µέρος του µάλλινου παραδοσιακού παντελονιού, γ. Προέλευση : από το σύνθ : πάνω+βρακί. πιντάρα (η) : α. το µικρότερο κέρµα της δραχµής µε τρύπα στο κέντρο, ίσο µε πέντε λεπτά, β. ντραµατζάνα χωρητικότητας πέντε οκάδων, γ. κάθε ποσότητα πέντε µονάδων (µνιά πιντάρα ζάχαρ’, λάδ’, αλεύρ’, γκολ! κτλ.), δ. πιντάρια (τα) = παιδικό παιχνίδι µε πέντε πετραδάκια ή πέντε νοµίσµατα. πιπ’καστί (επίρ.) : α. ανάποδα, (Α.Ρ. = «άµα µας άδειαζαν του γούπου κι µας τουν άφιναν πιπ’καστί»), β. αναποδογυρισµένα, γ. δες : τ’ απίπκα* = µπρούµυτα. πιρβάζ (του) : το πλαίσιο του παράθυρου που εξέχει προς τα έξω. πιργουλιά (η) : α. η κληµαταριά που απλώνεται σε πλέγµα δηµιουργώντας σκέπαστρο, β. Προέλευση : από το ιταλ. pergola, πηγή : ΑΠΘ. πιρδίκα (η) : α. η πέρδικα, β. µετ. η όµορφη δεσποινίδα, γ. πασχαλιάτικο αυγό διακοσµηµένο µε διάφορα σχέδια ή χρώµατα, δ. πιρδίκ’ (του) = ο αναρρώσας, ε. Προέλευση : από το αρχ. περδίκιον<πέρδιξ, πηγή : ΑΠΘ. πιρδικλώνου (ρ.) : α. µπερδεύω τα πόδια µου και πέφτω, β. µετ. µπερδεύω κάποιον, τον παραπλανώ, γ. ανακατεύω (τα νήµατα, τα λόγια µου κτλ.), δ. πουρδουκλιά (η) = 1. το εµπόδιο, 2. η τρικλοποδιά, ε. Φράση : «όλου πουρδουκλιές µι βάντς» = συνεχώς µε εµποδίζεις, στ. δες πουρδουκλώνου* και µπουρδουκλώνου*, ζ. Προέλευση : από το αρχ. πεδικλώ, πηγή : ΑΠΘ. πιριστιράις (ου) : α. ο χοµπίστας µε την εκτροφή και το πέταγµα των περιστεριών, β. ειρων. ο Σκ’ρκιώτς. πιρκάλ’ (του) : α. είδος πολύ λεπτού υφάσµατος, β. ειρων. ο αδύνατος και αδύναµος άνθρωπος. πιρπιρί (του) : α. η γυναικεία αµάνικη µπέρτα, συνήθως χρυσοκέντητη, β. δες κουζιανιώτκια φουρισιά*. πιρτσίν’ (του) : α. κούφιο καρφί µε πλατύ κεφάλι για τη σύνδεση µεταλλικών ή κυρίως αντικειµένων, (lias : αφού το κάρφωναν το χτυπούσαν και από την µεριά της µύτης και αυτό άνοιγε σαν µαργαρίτα, έτσι συνέδεαν διαφορετικά µέταλλα που δεν µπορούσαν να κολλήσουν µε άλλο τρόπο). πισκέσ’ (του) : α. η επίσκεψη και προσφορά δώρων σε γιορτή ή στα γεννητούρια (ιδίως τρόφιµα και ποτά), β. (Νιάνια : τα δώρα που προσφέρονται για κάποιο σκοπό), γ. (lias : 1. τα δώρα για τον άρρωστο λέγονται αρρουσκά* και για το γάµο κανίσια*), δ. Προέλευση : από το τουρ. peskes, πηγή ΑΠΘ., ε. (lias : γιατί να µην προέρχεται από το επίσκεψις;). πισκίρ’ (του) : α. η πετσέτα του προσώπου, β. βαµβακερή πετσέτα για το σκέπασµα του καρβελιού, γ. το τραπεζοµάντιλο, δ. Προέλευση : από το τουρκ. peskir, πηγή : ΑΠΘ. πιτάρζµα (του) : α. το ελαφρύ φτερούγισµα, β. µετ. τα πρώτα βήµατα στη ζωή, γ. πιταστάρ (του) = 1. ο κράχτης των περιστεριών που πετούν (το περιστέρι κουνώντας τα φτερά του προκαλεί τα υπόλοιπα να προσγειωθούν), 2. ειρων. ο αδύνατος πιτσιρικάς. πιτιόργια και ιπιτιώργια (επίρ.) : πριν λίγο. πιτιφρίγκους (ου) : α. ο πισινός, β. ο πρωκτός, γ. πιτιφρής (ου) = η κωλ****πίδα. πιτ’κούρου : α. το θηλυκό ωδικό πουλί ( που δεν κελαηδάει ), β. µετ. µουλωχτή γυναίκα, γ. άνθρωπος που συνέχεια µονολογεί.

πιτλίδα (η) : α. είδος µεγάλου λουκουµά που πασπαλίζεται µε κανελοζάχαρη ή περιχύνεται µε µέλι. πιτµέζ’ (του) : γλυκό και παχύρευστο υγρό (σαν µέλι), προϊόν του βρασµού του µούστου µε κασταλαϊ*. πιτνάρ’ και πέτνους (ου) : α. ο κόκορας, β. µετ. ο ευέξαπτος, ο ατίθασος νεαρός, γ. ειρων. όποιος εκσπερµατώνει γρήγορα. πιτουρούλ’ (του) : α. µικρή µπάλα ζύµης που προορίζεται για φύλλο πίτας, β. πιτουρούλια (τα) = τα έτοιµα φύλλα της πίττας, γ. (lias : η µπάλα πλάθεται σε σχήµα µικρής πίτας (πιτούλας) και βουτυρώνεται ελαφρά, επάνω της τοποθετούνται άλλες δύο πιτούλες και όλες µαζί πλάθονται για να γίνει ένα φύλλο της πίτας, το οποίο απλώνουν σε σεντόνι να στεγνώσει µέχρις ότου ετοιµαστούν και τα υπόλοιπα φύλλα της πίτας). πιτρίκια (τα) : α. τούφες ή κουλούρες έτοιµου προς επεξεργασία αφράτου (λαναρισµένου) µαλλιού, β. Φράση : «έριχνιν ιένα χιόν’ σαν πιτρίκια» = έριχνε χοντρό χιόνι. πιτρουζάχαρ : α. (Μαρτυρία Νίκου Κουζιάκη) = ήταν µαύρη ζάχαρη που χρησιµοποιούσαν για τα σιρόπια οι ζαχαροπλάστες ή οι µελισσοκόµοι, ήταν πολύ πιο γλυκιά και αρκετά φθηνότερη από την κοινή ζάχαρη, β. lias : από την εµπειρία µου λέγαµε την βρεγµένη ζάχαρη που πέτρωνε και µη µπορώντας να διατεθεί πουλιόνταν φθηνότερα για σιρόπι. πίτσκαβους (επίθ.) : α. ο µικροκαµωµένος, β. ο πιτσιρικάς, γ. στη Γαλατινή λένε το µπάσταρδο (Τσότσος), δ. Προέλευση : από το τουρκ. pic = παραφυάδα, µπάσταρδο, πηγή: ΑΠΘ. πιτχιά (η) : α. επιτυχία, β. το καλό σηµάδι, (φράση : «όι πιτχιά π’ το καµις», = σε πέταγµα πέτρας). πιτώ (ρ.) : α. πετάω κάτι αχρείαστο, β. βάζω κάτι παράµερα, (φράση : «πέταξέ του σν άκρα» = βάλτο στην άκρη) γ. αποθηκεύω κάτι αχρείαστο, γ. πετώ τον χαρταετό, δ. συν. φουρλιάζου*, ε. ρίχνω καταγής, στ. (σηµ. lias : ο Βασ. Φόρης έχει ολόκληρο κατεβατό για το πιτώ = πουλιµώ). πλακουτό (του) : α. παιχνίδι στο τάβλι και στην τράπουλα, β. παιδικό παιχνίδι (lias : από κάποιο ύψος αφήνουµε να πέσουν χαρτάκια από λοταρίες όπως είναι αυτά από τα κουκουρούκου σήµερα (ποδοσφαιριστές, γκαούρ ταρζάν κτλ.) και όποιο πλακώσει κάποια άλλα τότε κερδίζει όλα όσα σκεπάζει), γ. η πλακόστρωση, δ. µετ. η συνήθης ερωτική στάση. πλαστό (του) : α. το καρβέλι, β. το χειροποίητο στρόγγυλο ψωµί, γ. µετ. το µπράτσο χοντρής γυναίκας, δ. πλάστς (ου) = το κυλινδρικό ραβδί για το πλάσιµο του φύλλου, ε. πλαστήρας και πλαστήρ’ (του) = κυκλική τάβλα ή τραπέζι όπου ζυµώνεται και πλάθεται το ζυµάρι, στ. πλαστάρας (επίθ.) = ο χονδρός, ζ. Προέλευση : από το αρχαίο πλάσσω, πηγή : Π.Λ.Μπ. πλατάρ’ (του) : α. η φτερούγα, β. η ωµοπλάτη, γ. µετ. ο προστάτης (αυτός που προστατεύει τα νώτα). πλατίκα (η) : α. είδος ποταµίσιου ψαριού, β. (lias : αντίστοιχος του κέφαλου). πλατσιάλτσµα και πλιατσάλτζµα (του) : α. το λέρωµα από κατά λάθος πάτηµα σε λάσπες ή νερά, β. το πιτσίλισµα, γ. πλιάτς (του) = το τουλουµοτύρι. πλέκου (ρ.) : α. πλέκω, β. µπλέκω µε τέχνη νήµατα, σχοινιά, καλάµια κτλ. για να κατασκευάσω καλάθι, πουλόβερ κά., γ. µετ. κολυµπώ, πλέω σε κάτι (φράσεις «τα ρούχα τ’ πλέκν´ ουπανουθότ’» = είναι µεγαλύτερου µεγέθους από το κανονικό, «του σάµαλι πλέκ’ στου σιρόπ’» = το γλύκισµα επιπλέει στο πολύ σιρόπι κτλ.), δ. πλέχτρα (η) = δέσµη από κρεµµύδια η σκόρδα για αποθήκευση, ε. Προέλευση : από το αρχ. πλοκή>πλέξις , πηγή : Π.Λ.Μπ. πλί (του) : α. ο νεοσσός, γ. η πούλια ή ο πεσσός στο τάβλι, τη ντάµα, το σκάκι, το ντόµινο κτλ., γ. δε και πούλ’*. πλιάφουµα (του) : α. το ξυλοφόρτωµα, β. το δάρσιµο, γ. πλιαφώνου (ρ.) = 1. δέρνω, 2. χτυπώ. πλιβρίτουµα (του) : α. βρέχοµαι στα πλευρά µου, β. πλιβριτώθκα (ρ.) = 1. καταβρέχτηκα, 2. αρρώστησα, κρυολόγησα. πλίκους (ου) : α. ο φάκελος (που περιέχει επιστολή), β. το πορτοφόλι, γ. δες µπλίκους*. πλιούµπαρς (επίθ.) : α. ο κακοσουλούπωτος και χοντροκοµµένος που κουνιέται άγαρµπα, β. ο πλαδαρός, γ. ο νωθρός, δ. (Χ.Χ.) : η καχεκτική. πνάκ’ (του) : α. πήλινο ή ξύλινο πιάτο, β. κατασκευή τριών ή τεσσάρων πιάτων µε κρίκους για την ασφαλή µεταφορά του φαγητού στο µαγαζί (σηµ. lias : η βάση του ενός ήταν συγχρόνως το καπάκι του προηγουµένου και έτσι στο κάτω έµπαινε η φασουλάδα, στο πιο πάνω τα ξινάδγια*, στο παραπάνω το ψωµί κοκ. διότι παλαιότερα δεν έκλειναν τα µαγαζιά το µεσηµέρι και οι άνδρες αναγκάζονταν να τρώνε πρόχειρα στο µαγαζί. Ένας θείος µου µου είπε ότι το έλεγαν και σιβέρ-τάσ’), γ. πνάκας (επίθ.) = 1. ο λαίµαργος, 2. ο πένης, που αγωνίζεται για τον επιούσιο, δ. Προέλευση : από το αρχαίο πινάκιον<πίναξ, πηγή : ΑΠΘ.

πότζµα (του) : α. το πότισµα, β. η µετάδοση ενός λεκέ από ένα ρούχο σε άλλο µε την επαφή. πουγκουφουλιά (η) : α. ο ιστός της αράχνης, β. δες και παγκουφουλιά. πουδάρ’ (του) : α. το πόδι, β. Προέλευση : από το αρχαίο ποδάριον<πούς, πηγή : ΑΠΘ. πουδαρίζουµι (ρ.) : α. χτυπώ τα πόδια µου κατά γης (ζητώντας κάτι), β. πουδάρζµα (του) = η πράξη αλλά και ο ήχος των ποδιών που χτυπούν στο πάτωµα, γ. πουδαράτα (επίρ.) = στο πόδι. πουδένουµι (ρ.) : α. φορώ τα παπούτσια µου, β. Προέλευση : από το αρχαίο υποδέω, πηγή : ΑΠΘ. πουδουνάρ’ (του) : α. το ρεβέρ του παντελονιού, β. το µπατζάκι, γ. µεταφ. το παιδάκι που κρατιέται από τα ρούχα των γονέων του, δ. ειρων. άβουλος άνθρωπος που ζητάει υποστήριξη, ε. Προέλευση : από το αρχ. ποδεών, πηγή : Κατσάνης, ΙΝΒΑ, σελ. 247 και µετά. πουκάρ’ (του) : α. η ποσότητα του κουρεµένου µαλλιού ενός προβάτου, β. το βρώµικο και ακατέργαστο µαλλί, γ. Προέλευση : από το αρχ. πόκος, πηγή: ΑΠΘ. πουκρόβ’ (του) : α. γιδοµαλίσιο σάϊσµα (Σιαµπανόπουλος, σελ. 94), β. χοντρό στρωσίδι από γίδινο µαλλί, γ. δες σαϊάκ*, δ. Προέλευση : από το σλαβ. και βουλ. pokrov, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255. πούλ’ (του) : α. το πιόνι του σκακιού, στο τάβλι, τη ντάµα κτλ. β. το γραµµατόσηµο, γ. µετ. άνθρωπος µε άσχηµο όνοµα ή ποιόν, (φράση : «ξέρς τι πούλ’ είνι αφτός ;» = για τον παλιάνθρωπο), δ. Προέλευση : από το τουρκ. pul, πηγή : ΑΠΘ. πουλακίδα (η) : α. η πουλάδα, β. η µικρούλα, η δεσποινιδούλα. πουλιµώ (ρ.) : α. παίρνω µέρος στον πόλεµο, β. πετώ κάτι στα σκουπίδια (Β. Φόρης), γ. πετώ κάτι άχρηστο, δ. προσπαθώ έντονα να πετύχω κάτι, ε. πασχίζω, στ. Φράση : «πουλιµώ να τουν κάµου ζάφκ’» = προσπαθώ να τον πιάσω. πουλίτσα (η) : α. ράφι στους τοίχους της κουζίνας κυρίως για την τοποθέτηση των κουζινικών, β. (Νιάνια) το ράφι γύρω, τριγύρω στους νοντάδες, γ. ειρων. το ράφι για τις µεγαλοκοπέλες. πουρδαλάς (ου) : α. άνθρωπος που πορδίζει συνεχώς, β. ειρων. ο φοβιτσιάρης, γ. το µοτοσακό, η µοτοσικλέτα. πουρδή (η) : α. η κλανιά, β. µετ. η µικρή ποσότητα γ. ειρ. ο πολύ κοντός άνθρωπος, δ. πουρδαλίκ’ = η παρατεταµένη κλανιά, ε. Φράση : «πιτάθκιν σαν πουρδή» = η παρέµβαση κάποιου τρίτου σε συζήτηση. πουρδουβότανου (του) : α. το βροµόχορτο (το φυτό νιγέλλη), β. Φράση : «τιάφ’ κι πουρδουβότανου» = βλακώδης ενέργεια (διότι είναι ανόητο να θειαφίσουµε το βροµόχορτο αφού ούτε τα πρόβατα το τρώνε. πουρδουκλιά (η) : α. η τρικλοποδιά, β. πουρδουκλώνουµι (ρ.) = µπερδεύω τα βήµατά µου και πέφτω, σκοντάφτω, γ. πουρδουκλώνου (ρ) = 1. µπερδεύω κάποιον, 2. "τυλίγω" κάποιον, δ. Προέλευση : από το αρχ. πεδικλώ, πηγή : ΑΠΘ., ε. δες και µπουρδουκλώνου*, πιρδικλώνου*. πουρέβου (ρ.) : α. τα φέρνω βόλτα, β. τα καταφέρνω, γ. βολεύοµαι για κάποιο χρονικό διάστηµα, δ. Προέλευση : από το [u]πορείαv, (µόνο που εδώ έχει έννοια χρονική και όχι τοπική). πουρεύου (ρ.) : α. περνώ (φράση : «πόριψι µέσα» πρόσκληση), β. εξοικονοµώ, γ. Προέλευση από το βυζ. [u]πόρος[u] = ρηχή διάβαση ποταµού, πηγή : Π.Λ.Μπ. πουρτόπλου (του) : α. το πορτάκι, β. µικρό πορτάκι που επικοινωνούσε µε το διπλανό σπίτι και συνήθως είχε κάπου κοντά και παραθυρόπλου*, γ. (σηµ. lias : Επί τουρκοκρατίας χρησίµευε στην διαφυγή των διωκόµενων σε συνδυασµό µε τη χρήση των στενοσόκακων και των λαγουµιών). πούρτσιους (ου) : α. ο τράγος, β. µετ. ο ζωηρός (άνδρας, κοριτσάκι κτλ.), γ. άτοµο που ψάχνει να βρει οποιοδήποτε ερωτικό σύντροφο, δ. πουρτσίλα (η) = η βρώµικη µυρωδιά του τράγου, ε. Προέλευση : από το βουλγ. Prac, πηγή : ΑΠΘ. πούστρα (η) : α. ο κίναιδος, β. θηλ. η γυναίκα που αρέσκεται να συνουσιάζεται από τον πρωκτό, γ. µετ. ο άτιµος, ο διαβολέα, ο µουλουχτός*. πούτσους (ου) : α. το πέος, β. πουτσαράς (ου) = 1. ο άντρας µε µεγάλο πέος, β. µετ. ο άντρας µε αποφασιστικότητα, ο δυναµικός, ο στιβαρός, γ. τα πουτσίζου (ρ.) = 1. τα σκατώνω, 2. αποτυγχάνω. πουτσούλας (ου) : α. ο δυνατός, β. ο τολµηρός, γ. ο άνθρωπος µε τσαγανό, δ. ο σφριγηλός, ε. ο άνθρωπος µε µεγάλο πέος.

πουχός και µπουχός (ου) : α. ο κουρνιαχτός, β. πνιγηρή ατµόσφαιρα από υδρατµούς σε κλειστό χώρο, γ. Προέλευση : από το σλαβ. puh, πηγή : ΑΠΘ. πράµα (του) : α. το άλογο, β. το εξαιρετικό είδος, γ. το εκλεκτό εµπόρευµα, δ. µετ. τα γεννητικά όργανα, ε. το αντικείµενο. πραµατιφτάις (ου) : α. ο πλανόδιος έµπορος, β. ο γυρολόγος, γ. πραµάτχια (η) = το εµπόρευµα. πρασνίκας (επίθ.) : α. ο αρρωστιάρης, β. ο εξασθενηµένος, γ. ο χολεριασµένος, δ. (Νιάνια : «πρασνίκου» = η γυναίκα που στάζει χολή. Πράσινη), ε. (Μαλούτας : ο µνησίκακος άνθρωπος). πρατσαλνώ και παρτσαλνώ (ρ.) : α. ραντίζω, β. ρίχνω νερό µε τα δάχτυλά µου, γ. πιτσιλώ, δ. πρατσάλτσµα (του) = το πιτσίλισµα, το µπουγέλωµα, παρτσαλνιούντι (ρ.) = πιτσιλίζονται (Παπασιώπης). πραχάλα (η) : α. η χειρονακτική βαριά εργασία, β. είδος κάρου που µετέφερε γρήγορα πολύ βαριά αντικείµενα, γ. πραχάλτς (επίθ.) = 1. ο χειρόναξ, 2. ο σβέλτος χαµάλης, δ. ως επιρρ. µε γρήγορο ρυθµό. πραχαλνώ (ρ.) : α. τρώω ρουφώντας βιαστικά, β. (τουν) πραχάλτσαν = τον σκότωσαν, γ. (Παπασιώπης : τρώγαµε, καταβροχθίζαµε). πρέκνις (οι) : α. οι φακίδες, β. τα στίγµατα του προσώπου, γ. πρέκναβους (επίθ.) = 1. ο φακιδοµύτης, 2. ο στικτός, δ. Προέλευση : από το αρχαίο περκνός = µελανόστικτος, πηγή : Π.Λ.Μπ. ε. (Ντίνας : από το κουτσοβλάχικο prιknă). Άιντι… προυσκέφαλου (του) : α. το µαξιλάρι, β. κάθε τι που χρησιµοποιείται για στήριγµα του κεφαλιού όταν ξαπλώνουµε (το διπλωµένο σακάκι, η πετσέτα, κάποιο δέµα κτλ.), γ. µεγάλο στενόµακρο ρολό παραγεµισµένο µε βαµβάκι ή και άχυρα ακόµη και τοποθετούνταν στα µιντιρλίκια* σαν µαξιλάρι. προυσκινίµατα (τα) : α. εκδήλωση σεβασµού, β. Φράση : «χιριτίµατα κι προυσκινίµατα». προυσλούκ’ (του) : α. αντρικό γιλέκο µε τσέπες, β. γυναικείος κορσές. προυσφάι (του) : α. πρόχειρη και µικρή ποσότητα φαγώσιµου που τρώγεται πριν το µεσηµεριανό φαγητό, β. το κολατσιό, γ. (Νιάνια : «προυσφάια» = µικρές ποσότητες. Τεµάχια φαγητού ή ψωµιού). προυσφόλ’ (του) : α. το πρώτο αυγό που γεννά και επωάζει η κότα (lias : το άφηναν για να ξεγελιέται η κότα και να γεννάει πάντοτε στο ίδιο µέρος, πολλές φορές µπορεί να ήταν στούµπος, ρόζος ή κάτι άλλο που έµοιαζε µε αυγό), β. ξύλινη κατασκευή που χρησιµοποιείται για το µαντάρισµα των καλτσών και µοιάζει µε αυγό, γ. µετ. ο δηµοφιλής, το επίκεντρο µίας συνάντησης. προύχαβους και προυχαβιασµένους (επίθ.) : ο αρρωστηµένα χοντρός. πστράφ’ (του) : α. το δυνατό σφαλιάρωµα, β. ο ξυλοδαρµός. πστρόφια (τα) : η επίσκεψη της νύφης στο πατρικό της την πρώτη Πέµπτη µετά το γάµο όπου και διανυκτέρευε µε το γαµπρό. πτάνα (η) : α. η πόρνη, β. πτανιά (η) = βρώµικη ενέργεια σε βάρος κάποιου, γ. πταναργιό (του) = 1. το µπουρδέλο, 2. µετ. κλίκα ανθρώπων µε βρώµικους σκοπούς. πτχιά (η) : α. η µαγιά για την παρασκευή του τυριού, β. ένζυµο του στοµαχιού της κατσίκας ή του αρνιού που χρησιµοποιείται στην πήξη του τυριού, γ. το γαστρικό υγρό, δ. το αποξεραµένο γάλα από το στοµάχι της βυζανιάρικης γίδας ή αρνιού, (Σιαµπανόπουλος, σελ. 229), ε. (lias : µε τον τρόπο αυτό γινόταν πιο πικάντικο, πιπεράτο). πυρουσιά (η) : α. η ακτινοβολία της θερµότητας που προέρχεται από τα κάρβουνα, β. η δυνατή φωτά, γ. πυρώνουµι (ρ.) = ζεσταίνοµαι, δ. Προέλευση : από το αρχαίο πυρ, πηγή : Π.Λ.Μπ. πυρουστιά (η) : τρίγωνος µεταλλικός τρίποδας που τοποθετείται πάνω από τη φωτιά για να σταθεροποιούνται τα καζάνια για το µαγείρεµα. πυτιάζου (ρ.) : βάζω µαγιά (πυτιά) στο γάλα για να το κάνω τυρί, γιαούρτι κτλ. πχί (του) : α. το ποτό, β. η ποσότητα ποτού που πίνουµε, γ. Φράση : «όι πχί ιψές!». πχιαλτός (ου) : α. το τρέξιµο, β. πχιαλώ (ρ.) = τρέχω, γ. πχιαλτόν (επίρ.) = τροχάδην, δ. Προέλευση από το αρχ. πιλαλώ, πηγή : Π.Λ.Μπ. πχιάσιµου (του) : α. το λουµπάγκο, β. η σύλληψη κάποιου, γ. το δράξιµο µε τα χέρια, δ. η πετυχηµένη µεταφύτευση λουλουδιών ή δενδρυλλίων, ε. Φράση : «δεν µι πιάσκιν» = π.χ. προσκαλέστηκα κάπου να φάω χωρίς να πάω κάποιο δώρο και ντράπηκα.

Ρ
ρα και αρά (µόριο) : α. αγενής προσφώνηση σε άνδρα, β. προσφώνηση ανδρών από άνδρες ή αντρογύναικες. ρακί (του) : α. αλκοολούχο ποτό µετά την επεξεργασία των υπολειµµάτων του σταφυλιού, β. Προέλευση: από το αρχ. [u]ράκος[/b] = φθαρµένο, λιωµένο αντικείµενο, πηγή : Δηµητράκος, γ. (από το αραβ. arak, πηγή : ΑΠΘ.//Ντίνας : Προέλευση : από το τουρκ. raki, Redhouse 1968:947). Άιντι πάλι να µην πω τίποτα… ρακόσταµνα (η) : α. µεγάλη γυάλινη στάµνα, περιεκτικότητας 25-35 οκάδων, για την αποθήκευση του τσίπουρου, β. ρακοκάζανου (του) = ο αποστακτήρας, γ. ρακουπότηρου (του) = µικρό ποτηράκι (περιεκτικότητας 20-30 ml) για το σερβίρισµα της ρακής. ραλίκ’ (του) : το κενό ανάµεσα σε δύο πέτρες του πλακόστρωτου, συνήθως βαµµένο µε ασβέστη. ράµα (του) : α. η κλωστή ραψίµατος, β. το νήµα, γ. ραµατχιάζου (ρ.) = περνώ σε νήµα ή σε σύρµα πολλά οµοειδή αντικείµενα (σύκα, καπνόφυλλα κτλ.), δ. ραµατχιά (η) = η αρµάθα, ε. Προέλευση : από το αρχαίο ορµαθός, πηγή : Δηµητράκος. ράµµα (του) : το νήµα της στάθµης. ραντζές (ου) : α. πρόχειρο φαγητό, κάτι σαν λαπάς, β. (lias : πηχτή σούπα που γινόταν µε τα λειωµένα περισσεύµατα του φαγητού της προηγουµένης αφού προσέθεταν λίγο τραχανά, καλαµποκάλευρο ή στην καλύτερη περίπτωση ρύζι). ράντους (επίθ.) : α. ο ελαφρόµυαλος, β. ο χαζός, γ. Φράση : «πάντιους, ράντους» = .... . ραστ’ (επίρ.) : α. βολικά, β. πολύ εύκολα, γ. Φράση : «µίρθιν απου ράστ’» = µου ήρθε βολικά, δ. Προέλευση : από το αρχ. ράδιον>επιρρ. ράστα = ευκόλως, πηγή : ΑΠΘ. ραχάτ’ (του) : α. η ανάπαυση, β. η απραξία, γ. το χουζούρι, δ. η ευχαρίστηση, ε. ραχατέβου (ρ.) = δεν κάνω τίποτε και το ευχαριστιέµαι χουζουρεύοντας, στ. Προέλευση : από το τουρκ. rahat = ευκολία, πηγή : ΑΠΘ. ρέβου (ρ.) : α. καταρρέω, β. εξαντλούµαι, γ. κουράζοµαι υπερβολικά, δ. Προέλευση : από το αρχαίο ρέω = χύνοµαι, λιώνω, πηγή : ΑΠΘ. ρέντιλου (του) : α. το ρεζιλίκι, β. µετ. το ρεντίκολο. ρέχα (η) : α. η αύρα, β. το δροσερό αεράκι, γ. µετ. το φλέγµα, η ροχάλα, δ. Προέλευση από το αρχ. ρέγχω = ροχαλίζω, πηγή : ΑΠΘ. ριζές (ου) : α. ο µεντεσές, β. Προέλευση : από το τουρκ. reze, πηγή : ΑΠΘ. ριντές (ου) : α. ο τρίφτης της κουζίνας (για τυρί, κρεµµύδι κτλ.), β. Προέλευση : από το τουρκ. rede, πηγή : ΑΠΘ., γ. Προέλευση : από το ρίπτω>ριπτές, πηγή Π.Λ.Μπ. ρίξαβους (επίθ.) : α. αυτός που ρίχνεται στις γυναίκες, β. ο ερωτιάρης, γ. ο κολλητιρτζής, δ. ο γυναικάς, ε. ρίξου (η) = η «πεταχτή» γυναίκα. ρίξιµου (του) : α. το πέταγµα πέτρας, β. ο χοροπηδητός χορός,, γ. µετ. η απαξίωση, η εγκατάλειψη. ριτσέλ’ (του) : α. τα ζαχαρόπηκτα κοµµάτια φρούτων που προσφέρονται στους επισκέπτες, β. γλυκό του κουταλιού µε πετιµέζι (lias : µικρά κοµµάτια φλούδας καρπουζιού, κολοκυθιού κτλ. βρασµένα µε πετιµέζι αντί για ζάχαρη), γ. πετιµέζι από ώριµα αχλάδια ( Τσότσος : σ’ αυτό έβαζαν και κοµµάτια από κουλουκθάτου* και τάλεγαν κι αυτά ριτσέλια ), δ. Προέλευση : από το τουρκ. recel = γλυκό κουταλιού, πηγή : ΑΠΘ. ριτσέτα (η) : α. η συστατική επιστολή, β. συνταγογράφηση ( φαγητού, φαρµάκου, κλπ. ) ή και οδηγία χρήσεως, γ. Προέλευση : από το ιταλ. receta, πηγή : ΑΠΘ. ριφινές (ου) : α. εξ ίσου συµµετοχή σε κοινό γλέντι ή φαγοπότι, β. Προέλευση : από το τουρκ. refene, < πέρσ. herifane, πηγή : ΑΠΘ. ριχτίµ’ (του) : α. το ξυλοφόρτωµα, β. το ανηλεές δάρσιµο, γ. Προέλευση : από το ρίπτω, πηγή : Π.Λ.Μπ. ρόγα (η) : α. η αµοιβή σε είδος (του τζιοµπάνου, του κολίγου κτλ.), β. σπυρί σταφυλιού, γ. η θηλή του µαστού, δ. η πιπίλα του µωρού. ρόκα (η) : α. ο καρπός της καλαµποκιάς, β. το ραβδί που τοποθετούν το µαλλί για το γνέσιµο µε το χέρι.

ρόπουτους (ου) : α. ο υπόκωφος και συνεχής θόρυβος, β. ρουπουτώ (ρ.) = θορυβώ χτυπώντας κάτι, γ. Προέλευση : από το βουλ. ropot, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 255, δ. Προέλευση : από το αρχαίο ρόπτρον, πηγή : ΑΠΘ. ρουβουλώ (ρ.) : α. κατηφορίζω, β. κατεβαίνω γρήγορα την πλαγιά ενός υψώµατος, γ. κατρακυλώ. ρούγα (η) : α. το σοκάκι, β. µικρό άνοιγµα στο σοκάκι για το χωρατά* της γειτονιάς, γ. το µονοπάτι, δ. Προέλευση : από το ιταλ. ruga, πηγή : ΑΠΘ. ρουγκάλτζµα (του) : α. το ρέψιµο, β. ρουγκαλίζου (ρ.) = ρεύοµαι, γ. Προέλευση : από το ελνστ. [u]ρογχός[/b] = βαθιά ανάσα, πηγή : ΑΠΘ. ρουγκούλ’ (του) : α. κουρέλι, β. ρουγκούλας (επίθ.) : ο κουρελιάρης. ρουδάν’ (του) : α. ο µικρός τροχός που παίρνοντας κίνηση από τον µεγαλύτερο της ανέµης τυλίγει το νήµα στο αδράχτι, β. µετ. η γλώσσα που λέει πολλά, γ. Προέλευση : από το ελνστ. ροδάνη, πηγή : ΑΠΘ. ρουζαβιάζου (ρ.) : βγάζω κάλους (στα δάχτυλα του χεριού ή του ποδιού). ρουκώνου (ρ.) : α. τρυπώνω, β. εισχωρώ κάπου κρυφά, γ. χώνω, δ. πατικώνω. ρουµάν’ (του) : η χαράδρα που είναι κατάφυτη µε οξιές ή βελανιδιές. ρουµπιές (ου) : το ρουµπίνι. ρουπουτώ : δες ρόπουτους*. ρ ο ύσ’ κο υ (το υ) : ε ίδ ο ς κ αλ αµπο κ ιο ύ γ ια ψήσιµο στα κ άρβο υν α µε κ ο κ κ ιν ωπά «µουστάκια» (αλλού το λένε και ξιρκό). ρούσους (επίθ) : α. ο έχων κοκκινωπό τρίχωµα, β. το κόκκινο άλογο, γ. ο Ρώσικος, δ. (σηµ. lias : δες giapraki.com = ονόµατα). ρουφκαλνώ (ρ.) : α. ρουφώ µε θόρυβο, β. πίνω, γ. τρώω τη σούπα µε θόρυβο, δ. ουσ. : ρουφκάλτζµα (του) = το ρούφηγµα, ε. ρούφου (επίθ.) = ο πότης. ρούφνα (τα): α. ... β. ( Μαλούτας : τα ρουθούνια ). ρουφτέινου (του) : α. εφτάζυµο ψωµί παρασκευασµένο µε ρεβίθια (δες giapraki.com Κοζανίτικες Συνταγές), β. µετ. το απαραίτητο προς το ζείν (φράση : «δούλιψις καµµιά φουρά να δεις πως βγέν’ του ρουφτέινου;»), γ. Φράσεις : «ρουφτέινια» = νόστιµη, «ρουφτέινια τσιγάρα» = καλοφτιαγµένο τσιγάρο, δ. Προέλευση : από το αρχαίο [u]ερέβινθος[/b] = ρεβύθι, πηγή : Π.Λ.Μπ.

Σ
σαβουρντίζου (ρ.) : α. πετώ κάθε τι άχρηστο αντικείµενο, β. σαβούρτζµα (η) : η παλιατζούρα, γ. Προέλευση : από το σαβούρα. σάγµατα και η σαΐ (τα) : Όλα όσα χρειάζεται το άλογο για να ιππευθεί, να κουβαλήσει το κάρο ή να οργώσει (σέλα, λουριά, καπίστρι, λουράκια, χαλινάρια κτλ.). σαϊάκ’ (του) : α. χοντρό µάλλινο ύφασµα, β. (τουρκ. sayak). σαϊάς (ου) : α. χοντροπλεγµένο γιδοµάλλινο ύφασµα, β. (όπως το πουκρόβ’*, Τσότσος), γ. Προέλευση : από το αρχαίο σάγος = χοντρό µάλλινο ύφασµα, πηγή : Π.Λ.Μπ. σαϊσανάς (ου) : το εφεδρικό άλογο για αλλαγή στο δρόµο ώστε να ξεκουράζεται κάποιο άλλο. σαΐτα (η) : α. µυτερό ξύλινο εργαλείο που στη µέση του υπάρχει το καρούλι µε το νήµα για το εύκολο πέρασµα του νήµατος (υφαδιού) ανάµεσα από τις κλωστές του στηµονιού, β. το βέλος, γ. είδος σφεντόνας. σακατεύου (ρ.) α. προξενώ µόνιµη αναπηρία σε κάποιον, β. µετ. δέρνω κάποιον πολύ άσχηµα, γ. σακάτκους (επίθ.) = ο ανάπηρος, δ. σακατλίκ’ (του) = η αναπηρία. σακ’ν’ (επιφ.) : α. βούλωσέ το, β. µη µιλάς καθόλου, γ. βγάλε το σκασµό. σακούλ’ (του) : α. τετράγωνη πάνινη θήκη που κρέµεται στον ώµο για τη µεταφορά αντικειµένων, β. µικρή πάνινη κατασκευή που έδενε µε σχοινί και χρησίµευε για πορτοφόλι, γ. η τσάντα για το σχολείο παλαιότερα, δ. συνών. ταγάρ’*. σάκους (ου) : ριχτό γυναικείο παλτό µε γούνινη µπορντούρα γύρω γύρω (από το λαιµό µέχρι

πίσω στον ποδόγυρο). σάλ’ (του) : α. η γυναικεία µαντίλα, β. το σάλιο, γ. δες κουζινιώτκα φουρισιά*. σαλβέτα (η) : α. η πετσέτα του φαγητού, β. Προέλευση : από το ιταλ. salvieta, ισπαν. servietta, γ. (Ηλιαδ. - «χαρά»: σιαλ’βέτις = τα τυλιγµένα µέσα σε µεγάλο πανί (µπουχτσιά) µαχαιροπήρουνα και πιατικά που έφερναν µαζί τους οι καλεσµένοι στο γαµήλιο γεύµα για να τα χρησιµοποιήσουν επειδή οι συνδαιτυµόνες ήταν πολλοί). σαλιακούτας και σαφλιακούτας (επίθ.) : α. άνθρωπος σιχαµερός γιατί δεν µπορεί να συγκρατήσει τα σάλια του, β. µετ. ο σαχλός, γ. ο σαλιάρης. σαλιάρ’ (του) : α. το επίσηµο κοζανιώτικο γλυκό (είδος κουραµπιέ) σε σχήµα µισοφέγγαρου και µε γέµιση σπασµένα καρύδια και κανελογαρύφαλλο, β. (lias : στο Βόιο σαλιάρ' λένε το σαλιγκάρι). σαλιάρα και σαλιαρίστρα (η) : η πετσετούλα που δένεται στο λαιµό των µωρών για να µη λερώνονται από το φαγητό. σάλιαρς (ου) : α. ο γυµνοσάλιαγκας, β. µετ. γλοιώδης τύπος ατόµου. σαλτανάτ’ (του) : α. η περηφάνια, β. το καύχηµα. σάµατ’ (σύνδ.) : α. µήπως; (ερωτηµατικό), β. µπας και, γ. σαν να …, δ. σάµπως, ε. µάλλον. σαµντάν’ (του) : α. το σταθερό κηροπήγιο, β.(lias : όπως τα δύο ορειχάλκινα µπροστά από την Ωραία Πύλη του Αγίου Νικολάου). σαµπαΐ (του) : αργόσυρτο επιτραπέζιο δηµοτικό τραγούδι , (lias : πολύ παραπονιάρικο). σαντέθκους (επίθ.) : α. ο σκέτος, β. (Τσότσος : τα χοντρά ρούχα), γ. σαντέθκου (του) = 1. οτιδήποτε χρησιµοποιείται αυτούσιο χωρίς προσθήκες, 2. το γκρι περιστέρι. σαούλ’ (του) : α. το νήµα της στάθµης, β. σαουλιάζου (ρ.) = 1. ελέγχω την κατακόρυφο µε το νήµα της στάθµης (lias : για το οριζόντιο χρησιµοποιείται το αλφάδι*), 2. µεταφ. γ**ώ στην όρθια στάση. σαπίµ’ (του) : α. το σάπιο (φρούτο, κρέας, ξύλο κτλ.), β. µετ. το άτοµο µε συνεχή προβλήµατα υγείας. σαράισς (ου) : ο σελοποιός (όχι ο σαµαράς). σαραλί (του) : σουφρωτό στρόγγυλο σιροπιαστό γλυκό µε καρύδια και µπαχαρικά (αποκριάτικο κυρίως). σαράφς (ου) : α. ο αργυραµοιβός, β. ο χρηµατιστής, γ. ο τοκογλύφος, δ. µετ. ο άπληστος, ο τσιγκούνης, ε. σαράφκου (του) = το ενεχυροδανειστήριο, στ. Προέλευση : από το τουρκ. sarraf, πηγή : ΑΠΘ. σαργκί (του) : α. το εκθετήριο εµπορευµάτων σε πανηγύρια ή λαϊκές αγορές, β. το απλωµένο εµπόρευµα σε µπάγκο, γ. σαργκιά (τα) = τα εµπορεύµατα. σαρπόζ’ (του) : α. ανδρικό παλτό µε χοντρή επένδυση, β. παλιό χοντρό ύφασµα για να καλύπτονται τα καπούλια των αλόγων, µουλαριών κτλ. σαταρίσκα (ρ.) : εξαφανίστηκα, (φράση : «πού σαταρίσκιν πάλι;» = πού κρύφτηκε;). σάχν’ (η) : α. µούχλα, β. σαπίλα, γ. το γλίτσιασµα, δ. η σαλµονέλα, ε. σαχνίλα (η) = η µυρωδιά του σάπιου ή χαλασµένου κρέατος, αλλαντικού κλπ. σβάρνα (η) : α. γεωργικό µηχάνηµα για το σπάσιµο των σβόλων µετά το όργωµα, β. σβαρνίζου (ρ.) σέρνω κάτι στη γη, γ. σβαρνιάρς (επίθ.) = ο τσαπατσούλης, δ. Φράση : «τουν πήρα σβάρνα» = 1. τον παρέσυρα, 2. τον κατατρόπωσα, ε. Προέλευση : από το βυζαντ. σβαρνώ = παρασύρω κάτι, πηγή : Π.Λ.Μπ. σβόµµπουρδας (ου) : δες ζµπόµππουρδας*. σβουρίζου (ρ.) : α. χτυπώ δυνατή καρπαζιά, β. περιφέροµαι αδιάκοπα, γ. σφυρίζω (µε την έννοια ό,τι πετώ κάτι που κινείται κυκλικά και σφυρίζει), δ. σβούρα (η) = ξύλινο ή κεραµικό κωνικό παιδικό παιχνίδι που παίρνει φορά από το περιτυλιγµένο νήµα. σγκουρµπαρλάκια (τα) : α. τα πεντόβολα, β. δες και ζγκουρµπάλα*. σέα (τα) : α. τα υπάρχοντα, β. Φράση : «τα σέα σου τα µέα µου» = ο καθένας τα δικά του), γ. Προέλευση : από το αρχ. τα εµά, σά, κτλ., πηγή : Π.Λ.Μπ. σεϊτάντς και σιατάντς (ου) : α. ο διάβολος, β. ο σατανάς, γ. Προέλευση : από το αραβ. seytan, πηγή : ΑΠΘ.

σήµαντρους (ου) : α. σιδερένιο έλασµα ή µακρόστενη σανίδα, που χρησιµοποιείται αντί για καµπάνα σε µοναστήρια ή εξωκλήσια, β. σ’µένου (ρ.) = χτυπώ το σήµαντρο, γ. σήµαντρου (του) = σιδερένιο ρόπτρο της ξύλινης εξώθυρας, δ. Προέλευση : από το ελνστ. σήµαντρον = σηµάδι, πηγή : ΑΠΘ. σιάβαλα (τα) : α. σκουπιδάκια που µπαίνουν στο σπίτι από τις χαραµάδες (φυλλαράκια, τρίχες κτλ.), β. Προέλευση : από το ελνστ. εισβάλω, πηγή : Π.Λ.Μπ. σιαΐν’ (του) : α. το γεράκι, β. µετ. ο πανέξυπνος άνθρωπος, γ. Φράσεις : «τα τουν πάρ’ του σιαϊν'», «τριουρνάει του σιαϊν στουν µαχαλά µας» = σηµαίνει πως κάποιος θα πεθάνει, δ. Προέλευση : από το περσ.>τουρκ. sayen, πηγή : ΑΠΘ. σιακάδ’ (του) : α. το αστείο, β. το καλαµπούρι, γ. σιακαµούδ’ (του) = 1. η φάρσα, 2. το πείραγµα. σιακάς και σιακατζής (επίθ.) : α. το πειραχτήρι, β. ο χιουµορίστας, γ. Προέλευση από το τουρ. sakaci= αστείος, πηγή : Χ.Χ. σιακάτ’ (επίρ.) : α. προς τα κάτω, β. Προέλευση : από το συνθ. ίσια+κάτω. σιαπάν’ (επίρ.) : προς τα πάνω. σιαπάντς (ου) : ο αντάρτης. σιαπέρα (επίρ.) : α. πιο πέρα, β. προς τα κει. σιαρσιάρου (η) : α. η δυνατή βροχή, β. µετ. το δυνατό συνάχι, γ. (Μαλούτας : από τον ήχο που κάνει «σιορ»). σιάρτχια (τα) : α. τα κορδόνια των επιτελικών στις επωµίδες, β. τα σιρίτια. σιαρτώνου (ρ.) : δέρνω, ( ηχητικό ). σιαφλιώνου (ρ.) : χτυπώ στις µύτες κάποιου και τις µατώνω. σιβένου (ρ.) : α. εισέρχοµαι, β. µπαίνω, γ. Προέλευση : από το αρχαίο εισβαίνω, πηγή : Δηµητράκος. σιβντάς (ου) : α. ο ερωτικός καηµός, β. Προέλευση : από το τουρκ. sevda, πηγή : ΑΠΘ. σίβρασ’ (η) : α τρόπος µαγειρέµατος ώστε να πυκτώσει και να αυξηθεί το φαγητό (κυρίως στη φασολάδα, το βραστό κτλ. [δες Κοζανίτικες συνταγές στο giapraki.com]), β. (lias : καβούρδισµα αλευριού µε βούτυρο και συνένωση µε τη σούπα που βράζει στο τέλος). σιβέρ’-τάσ’ (του) : σύστηµα µεταλλικών βαθιών δοχείων που εφάρµοζαν το ένα πάνω στο άλλο για τη µεταφορά µερίδων φαγητού από το σπίτι στη δουλειά. σιγκιργιάζου : (ρ.) συνδυάζω ανόµοια πράγµατα (π.χ. ποτό µε µεζέ, κσλοκαιρινό ρούχο µε χειµωνιάτικο κτλ.). σιγκούν’ (του) : α. χοντρό, µάλλινο, γυναικείο επανωφόρι, β. Προέλευση : από το αλβ. shigun, πηγή : ΑΠΘ. σιγουρέβου (ρ.) : α. βεβαιώνω κάτι, β. εξασφαλίζω, γ. ασφαλίζω, δ. σπάζω, καταστρέφω ή χάνω, δ. σιγουρεύουµι (ρ.) = βεβαιώνοµαι, ε. Φράση : «του σιγούριψις του σταµνί!» = το έσπασες το σταµνί. σιϊσµός (ου) : α. η σκοτούρα, β. σύγχυση του µυαλού από κάτι, γ. σιίζουµι (ρ.) = 1. συγχύζοµαι, 2. στενοχωριέµαι, δ. Προέλευση : από το σύγχυσις, αλλά και σεισµός, (Τσότσος σ. 250). σικλέτ’ (του) α. η στενοχώρια, β. το βάσανο, γ. ο καηµός, δ. σικλιτίζουµι (ρ.) = 1. υποφέρω, 2. στενοχωρούµαι πολύ, ε. Προέλευση : από το τουρκ. siklet, πηγή ΑΠΘ. σιχτιρίζου (ρ.) : α. βρίζω, β. αποπέµπω µε βρισιές, γ. Φράση : «άει σιχτίρ’» = άντε στα ξελουµπίδια. σιλέµς (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που ζει εις βάρος των άλλων, β. το παράσιτο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. selem, πηγή : ΑΠΘ. σιλουιούµι (ρ.) : α. σκέπτοµαι, β. αναρωτιέµαι, γ. συλλογίζοµαι, δ. σιλουή (η) = ο συλλογισµός. σιµιτζής (ου) : α. ο κουλουράς, β. Προέλευση : από το τουρκ. simitci, πηγή : ΑΠΘ. σιµπάπ’ (του) : α. η αγαθοεργία, β. η ελεηµοσύνη, γ. η καλή χειρονοµία, δ. Προέλευση : από το αρχ. συµπαθώ, πηγή : Π.Λ.Μπ. σιµπγιές (ου) : α. η υποψία, β. η απορία, γ. η ανησυχία.

σιµπράνγκαλα (τα) : α. οι αποσκευές (πολλές και µικρές), β. τα υπάρχοντα, γ. τα εργαλεία, δ. τα παιχνίδια, ε. γενικά εννοείται κάθε συλλογή µικρών αντικειµένων (άχρηστων για µας αλλά χρήσιµων σε άλλον) που φέρνουν κάποια ακαταστασία ή αναστάτωση στο χώρο, στ. Προέλευση : από το σύνθ. συν + βεν. branca = χεριά, πηγή : ΑΠΘ. σίναγµα (του) : α. το κούνηµα, β. η χορευτική φιγούρα, γ. το τσαλίµι, δ. το τίναγµα, ε. σνάζου (ρ.) = 1. τινάζω, 2. πίνω µονορούφι, στ. σνάξαρς (επίθ.) = 1. ο πότης, 2 ο κίναιδος, ζ. σναξάρου (η) = η κουνίστρα γυναίκα, η. Φράσεις: «σίναξα του σχτί» = τίναξα το χαλάκι, «όι, σνάξ’!» = προτροπή : µην κάθεσαι αδρανής, δραστηριοποιήσου! Σινικλιόστρατα (η) : ο δρόµος που πάει στα Μελίσσια (Σινικλί) και περνάει πίσω από το λόφο του Αη Σαράντη. σιντέφ’ (του) : α. ο διάκοσµος της κασέλας (µε φίλντισι ή αλάβαστρο), β. Προέλευση : από το τουρκ. sedef, πηγή : ΑΠΘ. σιντρόφ’ (του) : α. ο φίλος στην παρέα, β. ο οµογάλακτος, γ. το σώβρακο των ανδρών ή το γυναικείο βρακί που έχει λάστιχο στα γόνατα, δ. σιντρουφκό (του) = 1. µεσιακό, 2. το συνεταιριστικό. σίξιλους (επίθ.) : α. ο κατάπληκτος, β. ο άφωνος, γ. ο άναυδος, δ. (lias : κυριολ. «βυθίστηκε µαζί µε τα ξύλα του..», πηγή : Δηµητράκος). σιόκ’ (του) : το κορνέ για το γαρνίρισµα των γλυκών. σιόλ’ (του) : α. το φλιτζάνι, β. σιόλια (τα) = 1. τα φλιτζάνια, 2. το πορσελάνινο σερβίτσιο τσαγιού ή πιατικών. σιούκλα (η) : α. η κουκουνάρα, β. µετ: η χαζή γυναίκα, γ. η µωρή, δ. Φράση : «σιούκλα καργατσίσια» = τιποτένιε! ε. (lias : αλλού εννοούν το βελανίδι, Βόϊο κτλ.). σιουλνάρ’ (του) : α. το σωληνάριο, ο στενός σωλήνας, β. η ξαφνική βροχή µικρής διάρκειας, γ. η βρυσούλα στον τενεκεδένιο υδροδοχείο του νεροχύτη δ. σιουλνάρια (τα) = τα φλέγµατα η τα αίµατα της ανοιγµένης µύτης, ε. σιουλναρίζου (ρ.) = 1. πλένω τα πιατικά, γυαλικά κλπ. 2. ξεπλένω, στ. Προέλευση : από το ελληνστ. σωληνάριον, πηγή : ΑΠΘ. σιουµφάδις (οι) : α. οι γυναίκες δύο ή περισσοτέρων αδελφών, β. Προέλευση : από το σύνθ. σύν+νύφη, πηγή : Π.Λ.Μπ. σιούρ’ : α. ο ήχος των νερών που κυλούν, β. σιούρδους (επίθ.) : α. ο Κοζανιώτης.- β. Προέλευση (Φόρης) : από το : προς Εορδαίαν = δηλ. τόπος στο δρόµο προς την Εορδαία. Η λέξη Εορδαία αν διαβαστεί µε τον αρχαίο τρόπο δ ι α β ά ζ ε τα ι Ι ο υ ρ δ ί ι α , ο π ό τε µ ε το ε ς Ι ο υ ρ δ ί ι α ν , σ υ γ κ ο π τώ µ ε ν ο σ η µ α ί ν ε ι : ε ς Ιιουρδίαν>ειςΙουρδίιαν>Σο υρδίαν, γ. αυτός που δεν καταλαβαίνει από τίποτε, δ. ο ελαφρόµυαλος, ε. σιουρδίζου (ρ.) = τρελαίνω κάποιον, ε. σιουρδουντάµαρου (του) = 1. ο βέρος Κοζανιώτης, 2. µετ. ο καταγόµενος από χαζή οικογένεια, στ. σιουρδαµάρα (η) = η χαζοµάρα, ζ. σιουρδίτ’κα (τα) = τα χαζέλια, η. σιουρτζµός (ου) = η µεγάλη φασαρία, θ. σιούρδα (επίθ.) = 1. η µωρή, 2. η τρελή. σιούρτσα (αόρ.) : παλάβωσα, χάζεψα. σιούσκα (η) : α. το καρούµπαλο, β. (Παπασιώπης : εξογκώµατα στο κεφάλι από χτύπηµα). σιουτζιούκ’ (του) : α. το λουκάνικο, β. ο κρεµασµένος από τα κεραµίδια πάγος, γ. γλυκό µε καρύδια περασµένα σε κλωστή και σκεπασµένα µε µουσταλευριά, δ. κυριολ. ο στενός κύλινδρος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. sucuk, πηγή : ΑΠΘ. σιούτου (του) : α. το πρόβατο δίχως κέρατα, β. πρόβατο που στη θέση των κεράτων υπάρχουν δύο εξογκώµατα σαν καρούµπαλα, γ. Προέλευση : από το ΚΒ. sutu, αλβ. sut, πηγή : ΙΝΒΑ. σιργιάν’ (του) : α. ο περίπατος, η βόλτα, β. η παρατήρηση, το χάζεµα της θέας ή του θεάµατος γ. (Παπασιώπης : περίπατος, παρακολούθησις θεάµατος, διασκέδασις ), δ. σιργιανώ (ρ.) = γυρίζω χαζεύοντας, άσκοπα, ε. σιργιανίσµατα (τα) = οι επισκέψεις των µελλονύµφων στους οικείους τους (θείους, φίλους κτλ.), στ. Προέλευση : από το τουρκ. seyran = εκδροµή, πηγή : ΑΠΘ. σιρίτ’ (του) : α. στενή κορδέλα ή κορδόνι που προορίζεται για στολισµό στολών, επίπλων κτλ. β. Προέλευση : από το τουρκ. sirit, πηγή : ΑΠΘ. σιρέτς (επίθ.) : α. ο δύστροπος, β. ο εριστικός, γ. ο βαρύς και ασήκωτος. σιρκλιµές (επίθ.) : α. ο αχαΐρευτος, β. ο άνθρωπος µε άσωτη ζωή, γ. ο αλήτης, δ. ο τιποτένιος, ε. ο ανάποδος, στ. Προέλευση : από το τουρκ. surucleme = σέρνοµαι, πηγή : ΑΠΘ. σιρκός (ου) : ο αρσενικός. σιρκουθίλκους (ου) : α. ο κίναιδος, β. ο ερµαφρόδιτος.

σιρµαές (ου) : α. το απόθεµα των εµπόρων (σε είδος ή σε χρήµα), β. (λογιστική) = το «σιδηρούν κεφάλαιον», γ. Προέλευση : από το ελνστ. συρµός, πηγή : Δηµητράκος. σιρµή (η) : α. το συνάχι, β. ο κρύος ιδρώτας, γ. Προέλευση : από το σουρµή = αύλαξ σχηµατιζοµένη εκ σώµατος συροµένου, πηγή : Δηµητράκος. σιρσιµές και σιρσέµς (επίθ.) : α. ο µπουνταλάς, β. ο ανόητος, γ. ο σαστισµένος, δ. ο ελαφρόµυαλος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. sersem, πηγή : ΑΠΘ ). σίτα (η) : α. το κόσκινο του αλευριού, β. Προέλευση : από το αρχαίο σήθω, πηγή : Π.Λ.Μπ. σιφέρ’ (του) : α. το στράτευµα, ο στρατός, β. σιφέρ τάσ’ (του) = σύστηµα απανωτών αλουµινιένων δοχείων τα οποία εφήρµοζαν το ένα επάνω στο άλλο και χρησιµοποιούνταν για τη µεταφορά φαγητών. σιχασχιές (οι) : α. οι κουταµάρες, β. οι αηδίες, γ. οι κρυάδες, δ. σιχασχιάρας (επίθ.) : 1. ο άνθρωπος που λέει ανοησίες, ο «κρύος», 2. ο λεπτολόγος µε την καθαριότητα, το λέρωµα, τη σκόνη κτλ. σιχνισί και σαχνισί (του) : α. κλειστό µπαλκόνι που προεξέχει του κυρίως τοίχου, β. (Παπασιώπης : κλειστά µπαλκόνια, προεξέχοντα της κυρίας οικοδοµής µε τζαµωτά ή καφάσια), γ. Προέλευση : από το περσ. sahnisin, πηγή : ΑΠΘ, δ. (lias : γιατί όχι από το συχνάζω; ε. δες του Κουζιανιώτκου σπίτ’*). σιχτίρζµα (του) : α. το ξεκούµπισµα, β. το διώξιµο µε βίαιο τρόπο, γ. σιχτίρ’ βρισιά αγανάκτησης, (φράση : «άει σιχτίρ’» = άντε ξεκουµπίσου), δ. Προέλευση : από το τουρκ. siktir = στα ξεκουµπίδια, πηγή : ΑΠΘ. σκαλνώ (ρ.) : α. σκαλίζω, β. ενοχλώ κάποιον, γ. αναµοχλεύω µία κατάσταση, δ. ψαχουλεύω, ε. βάζω κωλοδάκτυλο σε κάποιον, στ. Προέλευση : από το αρχαίο σκάλλω, πηγή : ΑΠΘ. σκαµνάκ’ (του) : α. µικρό σκαµνί, β. µπλέξιµο τεσσάρων χεριών από δύο άτοµα για τη µεταφορά κάποιου ατόµου, γ. τα σκαµνάκια = 1. υπαίθριο παιδικό παιχνίδι, 2. προσκοπικός τρόπος µεταφοράς τραυµατία, δ. σκαµνί (του) = είδος ξύλινου χαµηλού καθίσµατος. σκάν’ (του) : α. το πείραγµα, β. το «δούλεµα», γ. το ζόρισµα, δ. η σκασίλα ε. σκανιάζου (ρ.) = 1. στενοχωριέµαι, 2. κάνω τον άλλο να ζηλέψει (να σκάσει από το ζόρι του), στ. Προέλευση : από το αρχ. σκάζω>… >έσκανον, πηγή : Π.Λ.Μπ. σκαπέτσα (ρ) : α. ξέφυγα, β. δραπέτευσα, γ. τη σκαπουλάρισα, δ. τόσκασα κρυφά, ε. γλίτωσα, στ. Προέλευση : από το αρχαίο κάπετος, πηγή Τσότσος, στ. (Μαλούτας : από το αγγλ. escape = δραπετεύω ), ζ. (Δηµητράκος : σκαπετώ = φεύγων κάµπτων την κορυφήν υψώµατος). σκαρκάλ’ (του) : α. η ακρίδα, β. µετ. ευκίνητος άνθρωπος. σκαρκαλώνουµι (ρ.) : α αναρριχώµαι χρησιµοποιώντας τα χέρια και τα πόδια µου, β. σκαρφαλώνω, γ. σκαρκάλουµα (του) = η αναρρίχηση, δ. Προέλευση : από το ελνστ. σκαλώνω, πηγή : Π.Λ.Μπ. Σκατιάις (επίθ.) : α. ο κάτοικος της Καρυδίτσας (παλαιότερα, πριν τον βιολογικό καθαρισµό, οι αγωγοί αποχέτευσης περνούσαν από το οµώνυµο χωριό), β. Ο Μάρκος !. σκάφ’ και σκαφίδ’ (η) : α. µακρουλό ξύλινο βαθουλό σκεύος για το ζύµωµα του ψωµιού η το πλύσιµο των ρούχων, β. Προέλευση : από το αρχαίο σκάφη, πηγή : ΑΠΘ. σκέπ’ (η) : α. η σκεπή του σπιτιού, β. λεπτή µεµβράνη που καλύπτει τα σπλάχνα των ζώων, η µπόλια. σκιάζουµι (ρ.) : α. τροµάζω, β. ίσκιουµα (του) = το φάντασµα, γ. Προέλευση : από το σκιά, ίσκιος. σκιαχτάρ’ (του) : µαύρο πανί στερεωµένο σε µακρύ καλάµι για το διώξιµο των περιστεριών από το κουµάσι. σκλαβάκια (τα) : δες πιχνίδγια* σκλαρίκ’ (του) : α. το σκουλαρίκι, β. το καλλωπιστικό λουλούδι µε κόκκινα κρεµαστά λουλούδια. σκλέβουντι (ρ.) : α. ζευγαρώνουν τα σκυλιά, β. µετ. κάνουν έρωτα όπως τα σκυλιά, γ. Προέλευση : από το ελνστ. σκυλακεύω = ζευγαρώνω σκύλους εις αναπαραγωγήν, πηγή : Δηµητράκος. σκλέντσα (η) : α. µικρή και ψιλή βέργα, β. µετ. ο σκελετωµένος άνθρωπος, γ. σκλέντζαβους (επίθ.) = ο καχεκτικός, ο υπερβολικά αδύνατος, δ. παιδικό παιχνίδι, ε. σκλιντζάρ’ (του) = η δεύτερη και µικρότερη βέργα για το οµώνυµο παιδικό παιχνίδι, στ. σκλιντζαράκ’ (του) = παιδικό παιχνίδι µε κοµµάτια φλούδας πορτοκαλιού περασµένα σε σχοινί (όπως το κοµπολόι) και αποξηραµένα.

σκλίκ’ (του) : α. το σκουλήκι, β. ο αεικίνητος άνθρωπος, γ. σκλίκαρς (επίθ.) = ο ασιγούρευτος και ανήσυχος για κάποια δουλειά, δ. (Νιάνια : σκλίκου = η παραγινωµένη γριά), ε. ειρων. το αχρηστεµένο µόριο του γέρου άντρα, στ. σκλικουφάγουµα (του) = η σκόνη που αποµένει από το φάγωµα του ξύλου από το σαράκι (lias : παλιά το χρησιµοποιούσαν για το σταµάτηµα της αιµορραγίας). σκλίτκα (επίρ.) : α. φύγε µε την ουρά στα σκέλια για να µην έχεις συνέπειες, β. µουλωχτά. σκνί (του) : α. το σχοινί, β. χοντρή κλωστή από στριµµένες φυτικές ίνες. σκόρπχιους (επίθ.) : δές σκρόπχιους*. σκουλνώ (ρ.) : α. τελειώνω τη δουλειά µου και φεύγω από το χώρο εργασίας, σχολάω, β. φέρω σε πέρας µια δουλειά, γ. διώχνω κάποιον τελεσίδικα από τη δουλειά, δ. σκόλ’ (η) = 1. η ανάπαυση, το ρεπό, 2. το διάλειµµα, 3. το σχόλασµα. σκουντός (επίθ.) : α. ο φουκαριάρης, β. ο κακοµοίρης, γ. ο δυστυχισµένος. σκούξιµου (του) : α. το κατσάδιασµα, β. το µάλωµα, γ. σκούζου (ρ.) = φωνάζω. σκουρδάρ’ (του) : α. παρασκεύασµα που περιέχει λιωµένο σκόρδο (µε ψωµί, τυρί κτλ.), β. η σκορδαλιά µε ψωµί. σκουρτέκα (η) : α. µάλλινο κοντό γυναικείο επανωφόρι, µε γούνινη µπορντούρα, β. δες στο παράρτηµα του giapraki.com : η γυναικεία φορεσιά*. σκουρπίδ’ και σκρουπίδ’ (του) : α. είδος µικρής σαύρας, το σαµιαµίδι, β. ο σκορπιός. σκουτίδα (η) : α. το βαθύ σκοτάδι, β. η πλήρης άγνοια για κάτι. σκούφια και σχούφχια (η) : α. πλεκτό µάλλινο κάλυµµα του κεφαλιού για το κρύο, β. το πάνω µέρος του κρανίου, γ. δες κουρφή*. σκριούµσα (ρ.) : έλιωσα από τον πυρετό (Μαλούτας). Σκ’ρκα (η) : α. συνοικία νοτιοανατολικά του υψώµατος του χαµηλού Αηλιά, Κοζάνης. β. απόκρηµνο και βραχώδες ύψωµα, γ. (lias. = στο λεξικό Δηµητράκου βρήκα : από το σκύρον = σύντριµµα πέτρας). σκρόπχιους και σκόρπχιους (επίθ.) : α. διασκορπισµένος, β. χορός χωρίς συγκεκριµένες φιγούρες, το έντεκα, γ. σκουρπίδγια (τα) = τα σκόρπια (τα άχρηστα αντικείµενα). σκρόφα (η) : α. το θηλυκό γουρούνι, β. υβριστ. η βροµιάρα και διεφθαρµένη γυναίκα. σκύβαλα (τα) : α. τα υπολείµµατα από το κοσκίνισµα του σιταριού ή άλλων δηµητριακών ( lias : χρησίµευαν για το τάισµα των πουλερικών), β. µετ. ο τιποτένιος άνθρωπος. σκφούν’ (του) : πλεκτή, µάλλινη, κοντή σχετικά, µέχρι πάνω από τον αστράγαλο, µάλλινη πολύχρωµη κάλτσα. σλιόφ’ (του) : …… σλιάρουµα (του) : α. δάρσιµο µέχρι αιµατώµατος, β. σλιαρώνου (ρ.) = ρίχνω σφαλιάρες, γ. (Μαλούτας : το µπερντάχι), δ. (Προέλευση : από το στειλιάρι Χ.Χ.). σλιούρτ’ (του) : α. λέξη που αναφέρεται σε νερουλό φαγώσιµο λόγω κακής κατασκευής, (πχ. το γιαούρτι, το ρυζόγαλο, η µουσταλευριά κτλ.), β. το ρευστό ή το ρευστοποιηµένο φαγώσιµο. σµά (επίρ.) : κοντά. Σµάθκου (του) : α. περιοχή της Κοζάνης στις νότιες πλαγιές του Ψηλού Αηλιά, β. Προέλευση : ιδιοκτησίας Σιώµου>Σιωµάθκου. σµάδ’ (του) : α. το σηµείο αναγνώρισης, β. ο στόχος, γ. η εγκοπή στα αυτιά των ζώων για να αναγνωρίζει ο κτηνοτρόφος το κοπάδι του, δ. σµάδγια (τα) = 1. τα δώρα που αντάλλασσαν οι οικογένειες πριν τον αρραβώνα, 2. τα ίχνη κάποιου (ανθρώπου ή ζώου), ε. ο οιωνός, το προµήνυµα, στ. η προαίσθηση. σµάζουµα (του) : α. η τακτοποίηση, β. η φροντίδα, γ. σµαζώνου (ρ.) = συµµαζεύω, δ. σµαζόχτας (επίθ.) = ο άνθρωπος που αρπάζει και ιδιοποιείται ότι έµεινε στο τραπέζι της παρέας. σµίτ’ (του) : α. επτάζυµο ψωµάκι για κολατσιό, β. Προέλευση : από το αρχαίο [u]σεµίδαλις[/b], πηγή : Π.Λ.Μπ. σµπούρσµα (του) : α. απόκριση β. αζµπόρστους (επίθ.) = 1. ο ακαλλιέργητος, 2. ο αναίσθητος, γ. (δεν) σµπουρίζου = αδυνατώ να ανταποκριθώ σε κάτι.

ΣΜΤ (σου-µου-του) (φράση) : α. εσύ κι εγώ να τα πούµε ; (µυστικό νόηµα ερωτευµένου προς το άλλο φύλο), β. µυστική συνεννόηση. σνάζου (ρ.) : δες σίναγµα*. σνάφ’ (του) : α. η συντεχνία επαγγελµατιών. β. το σύνολο των ατόµων που ασκούν το αυτό επάγγελµα, γ. Προέλευση : από το αττ. ξυνάφεια, πηγή : Δηµητράκος. σνεικάζου (ρ.) : α. τρέχω γρήγορα, β. Προέλευση : από το αρχαίο συνεικάζω, πηγή : ΙΝΒΑ σ. 250. [b]σνί (του) : µεγάλο χάλκινο, εγχάρακτα διακοσµηµένο στρόγγυλο ταψί για το φούρνο, ειδικό για πίτες και κιχιά. σντρόµπλα και ζντρόµπλα (η) : α. η αγριόπαπια, β. µετ. η αγαθή γυναίκα. σόι (του) : α. το ποιόν, β. το γένος, η καταγωγή, γ. η ράτσα, δ. η ποικιλία. σόµ’ (του) : α. η αρµατωσιά, (η προφύλαξη του σώµατος σε περίοδο πολέµου, [το βρήκα σόµ άλλά θα πρέπει να εννοούσε σώµ’ = σώµα]), β. (Δηµητράκος = σώος). σουγκάρ’ (του) : α. το αρνάκι που ακόµη θηλάζει, β. ο Βενιαµίν της οικογενείας, γ. το στερνοπαίδι, δ. Προέλευση : από το sugar = ζάχαρη. σουγκιµάδις (οι) : α. οι φαγώσιµες προετοιµασίες, (µε κιµά;), β.(ΑΡ). σουγλιά (η) : α. οξύς, σουβλερός πόνος, β. η σουβλιά, γ. σουγλί (του) = το σουβλί. σουγλιµάδις (οι) : α. σφάγια ψηµένα στη σούβλα, β. το σηµερινό κεµπάπ (Παπασιώπης), γ. τα σουβλάκια, δ. σουγλίτσις (οι) = σουτζουκάκια µε ρύζι ή πατάτες. σουκάκ’ (του) : α. στενός και µικρός δρόµος στρωµένος µε πέτρες, β. σουκάκου (η) = η κουτσοµπόλα γυναίκα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. sokak, πηγή : ΑΠΘ. σουλάτσου (του) : α. το άσκοπο περπάτηµα, β. η σκόπιµη αργοπορία, γ. ο περίπατος, δ. Φράση : «κάµι ψίχα σουλάτσου» = καθυστέρησε λιγάκι), ε. Προέλευση : από το ιταλ. sollazzo = διασκέδαση, πηγή : ΑΠΘ. σουλταρής (επίθ.) : α. αυτός που κάνει άσκοπες βόλτες, β. ο χασοµέρης, γ. ο τεµπέλης, δ. ο ακαµάτης, ε. (Παπασιώπης:από το ιταλικό σουλάτσο) σουλτούκ’ (του) : α. η περιπλάνηση, β. δες σουρτούκ’*. σουλτόχιουνου (του) : α. το χιονόνερο, β. το ψιλόχιονο, γ. (σουλότα στη Γαλατινή λένε το χιονόνερο). σουλφάτου (του) : α. κάθε φαρµακευτική σκόνη, β. το κινίνο, γ. η σουλφαµιδόσκονη. σουµός (ου) : α. ο τελειωµός, β. η καταστροφή, γ. το σώσιµο από µια καταστροφή (πληµµύρα, σεισµό, πυρκαγιά κτλ.), δ. Προέλευση : από το ελνστ. σώζω, πηγή : Π.Λ.Μπ. σουντώ (ρ.) : α. ορµώ µε πάθος, β. σουντστιάρας και σούνταρς (επίθ.) = 1. αυτός που χώνεται στο άλλο φύλλο ερωτικά, 2. αυτός που ορµάει αψηφώντας κάθε κίνδυνο. σούρβα (τα) : α. τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς (Σηµ. ΖΦ>προέρχεται από το σούρβον = είδος δένδρου οι καρποί του οποίου ωρίµαζαν [γλύκαιναν την πρωτοχρονιά], β. (Παπασιώπης: λέξη ρουµανική sβrba), γ. (εγκυκλ. Δοµή : Σόρβον : δέντρο της οικογ. των µηλοδών). σουργκούν’ (επίθ.) : α. η περιπλάνηση, β. ο κάτοικος των χωριών του Τσιαρτσαµπά, γ. µετ. ο ερωτιάρης, δ. σουργκούνου (η) = 1. η πρόστυχη, 2. η γυναίκα που περιφέρεται, ε. Προέλευση : από το τουρκ. sorgun = εξορισµένος. σουρούκ’ (του) : α. το ράµφος των πουλιών, β. κάθε τι µυτερό που χρησιµεύει για το σερβίρισµα του ποτού από το µπουκάλι, γ. η κάνουλα, δ. η µύτη, ε. σουρούκας (επίθ.) = άνθρωπος µε µεγάλη και µυτερή µύτη. σούρζµα και σούριγµα (του) : α. το σφύριγµα, β. ανιµουσούρζµα (του) = 1. το σφύριγµα του αέρα, 2. όγκος χιονιού που εναποτέθηκε µε τον αέρα, γ. σουρίζου (ρ.) = σφυρίζω, δ. Προέλευση : από το ελνστ. συρίζω, πηγή : Δηµητράκος. σουρτούκ’ (του) : α. η περιπλάνηση χωρίς σκοπό, β. σουρτούκας (επίθ.) = ο ρεµπέτης, γ. σουρτούκου (η) = η αλανιάρα, δ. σουρτουκέβου (ρ.) = αλητεύω, ε. Προέλευση : από το τουρκ. surtuk, = η γυρίστρα, η ανήθικη γυναίκα, πηγή : ΑΠΘ. σουρφίξ (του) : το βραδινό κάθε Πέµπτης σε ταβέρνες όπου γινόταν και λαχειοφόρος αγορά. σούστα (η) : α. δίτροχο κάρο µε ένα άλογο (οφείλει το όνοµά του στο ελατήριο όπου στηριζόταν για να αποφεύγονται οι κραδασµοί), β. Προέλευση : από το βεν. susta = ελατήριο αλλά και σχοινί για δέσιµο φορτίου, πηγή : ΑΠΘ.

σούφρα (η) : α. η κωλ****πίδα, β. µετ. η εύνοια της τύχης, γ. µετ. ο τυχερός, δ. η πτυχή υφάσµατος, δέρµατος κτλ., ε. σουφρώνου (ρ.) = κλέβω, στ. σουφρουτό (του) = σιροπιαστό γλυκό που το φύλλο του κάνει πολλές πτυχές (όπως περίπου το σαραλί*). σουφράς (ου). στρόγγυλη χαµηλή τάβλα σε τρίποδα που χρησιµοποιούνταν για τραπέζι φαγητού, β. το σύνολο των φαγητών που βρίσκεται στο τραπέζι, γ. το στρόγγυλο τραπεζοµάντιλο για το σοφρά. σπάζου (ρ.) : α. θρυµµατίζω, β. κάνω τρύπες (στο ζυµάρι, στον πάγο του δρόµου, στο κρέας κτλ.), γ. του σπάζου = 1. φεύγω, 2. την κοπανάω. σπάπχια (τα) : α. τα στρωσίδια, β. όλα τα απαραίτητα για υπαίθρια διανυκτέρευση (κουβέρτες, µαξιλάρια, σχτιά*, κτλ.), γ. (Φράση από ΑΡ : «…πάσχισαν να κουνουµίσν τόπουν για τ’ φαµπλιά κι τα σπάπχια»). σπαρνιούµι (ρ.) : α. µετακινούµαι, β. αλλάζω θέση, γ. σπαράζου (ρ.) = 1. κλαίω γοερά, 2. αλλάζω θέση σε κάτι, δ. σπαράξ (ρ.) = κουνήσου, (προστακτική). σπιντζιρκό (του) : α. το µυρωδικό, β. το µπαχαρικό, γ. (Παπασιώπης : ποτό µε βάση το ρακί ή κονιάκ και διάφορα µπαχαρικά), δ. Προέλευση : από το ελνστ. σπινθήρ, πηγή : Π.Λ.Μπ. σπιρί (του) : α. ο κόκκος, β. η ρώγα του σταφυλιού, γ. µετ. η µικρή ποσότητα (φράση : «ιένα σπιρί ζάχαρ’»), δ. το εξάνθηµα µε πύο. σπίρτου (του) : α. το πυρείον, το σπίρτο, β. το οινόπνευµα, γ. ο άνθρωπος που µπαίνει αµέσως στο νόηµα. σπλινίζουµι (ρ.) : α. ζηλεύω για κάτι που ανήκει σε άλλον και προσπαθώ να το αποκτήσω κι εγώ, β. Προέλευση : από το ελνστ. σπλήν, πηγή : Π.Λ.Μπ. στάζου (ρ.) : α. ρίχνω κάποιο υγρό σταγόνα - σταγόνα, β. στάζουµι (ρ.) = λερώνοµαι από µια σταγόνα υγρού, γ. στάχθκα (αόρ.) = λερώθηκα, 2. δ. σταξιά (η) = 1. η πιτσιλιά, 2. η µικρή ποσότητα (φράση : «δόµι µνιά σταξιά ζάχαρ'» = δώσε µου λιγάκι ζάχαρη). σταφιλαρµιά (η) : α. την εποχή του τρύγου αραδιάζουµε σε κιούπι εκλεκτά σταφύλια και στη µέση τοποθετούµε ένα πανί µε σινάπι. Τα σκεπάζουµε µε βρασµένο µούστο, σφραγίζουµε µε το καπάκι και τα καταναλώνουµε τη Σαρακοστή, β. δες Κοζανίτικες Συνταγές στο giapraki.com. στιάρ’ (του) : α. το σιτάρι, β. τα κόλλυβα, γ. Στιαρουπάζαρου (του) = 1. η αγορά των σιταριών, 2. (lias : αρχικά λειτουργούσε στο χώρο κάτω από το καµπαναριό, ύστερα µετακόµισε εκεί όπου η Ergobank σήµερα, µετά στην πλατεία µπροστά από το κτίριο του Ριζόπουλου (επί της Παύλου Μελά όπου είναι το παράρτηµα της Εθνικής) και κατόπιν στην πλ. Γιολδάση απέναντι από το Super Market «Γαλαξίας». στιγνάδ’ (του) : α. ξερόκλαδο για προσάναµµα, β. το αδυνατισµένο παιδί. στιγνόπτα (η) : νηστίσιµη πίτα χωρίς λίπος, συνήθως µε ταχίνι και καρύδια. στιγνουπάιδου (επίθ.)(στιγνουπαΐδαρς, στιγνουπαΐδου, στιγνουπάιδου) : α. ο κοκαλιάρης, β. ο υπερβολικά αδύνατος. στινό (του) : α. το στενό δροµάκι, β. στένουµα (του) = 1. το στενό πέρασµα ανάµεσα σε δύο σπίτια, 2. η επιδιόρθωση για το στένεµα των ρούχων, γ. στινά (επίρ.) = 1. στριµωγµένα, 2. άβολα, 3. στενάχωρα. στινούρα (η) : α. πλακόστρωτο στενό δροµάκι (πιο στενό από το σοκάκι που ήταν σα χωνί ), β. µετ. ο τσιγκούνης, γ. µετ. δυσχερής οικονοµική κατάσταση, δ. στινούρας (επίθ.) = 1. ο άνθρωπος µε στενόµακρο κεφάλι, 2. µετ. ο ισχυρογνώµων. στιρµάζου (ρ.) : α. προσέχω, β. εστιάζω την προσοχή µου, γ. δίνω σηµασία, δ. (ιταλ. stimare). στόλτζµα (του) : α. η διακόσµηση, το στόλισµα, β. το ποντάρισµα σε τυχερό παιχνίδι, γ. το δώρο σε χρήµα στο γαµπρό/νύφη, δ. το δώρο στο άπλωµα της προίκας. στουµπίζου (ρ.) : α. λιανίζω, θρυµµατίζω, κονιορτοποιώ, β. µετ. γρονθοκοπώ κάποιον πολύ δυνατά, γ. τρώω λαίµαργα µεγάλη ποσότητα φαγητού, δ. στούµπζµα (του) = 1. το λιώσιµο ή η κονιορτοποίηση σκληρών ειδών, 2. ο µώλωπας από δυνατό χτύπηµα, 3. το γρονθοκόπηµα, 4. το µεγάλο φαγοπότι. στούµπους (ου) : α. λεία στρόγγυλη ή αυγοειδής ποταµίσια πέτρα, β. ειρων. ο µικροσκοπικός άνθρωπος, γ. το πέτρινο γουδί για το θρυµµάτισµα καβουρδισµένων ειδών στο ντουµπέκ’*, δ. το γουδοχέρι, ε. φράση : "ιέναν στούµπου" = µικρή ποσότητα, ε. στούµπουν (επίρ.) = κούρεµα γουλί, στ. Προέλευση : από το σλαβ. stonpa, πηγή : ΑΠΘ. στουµπώνου (ρ.) : α. βουλώνω συµπιέζοντας, β. φράζω, γ. τρώω υπερβολικά (λες και πιέζω µε στούµπο το φαγητό για να χωρέσει και άλλο) µέχρι κορεσµού. στουπώνου (ρ.) : α. βουλώνω πρόχειρα κάποια τρύπα ή βαθούλωµα µε τάπα ή άλλο πώµα, β.

γεµίζω ή και παραγεµίζω κάποιο κενό, γ. στούπουσα = βούλωσε ο πισινός µου και δεν µπορώ να ενεργηθώ, δ. Προέλευση : από το πώµα ή το αρχαίο στυπείον, πηγή : και τα δύο από το ΑΠΘ. (lias : τα στουµπώνου και στουπώνου τα έβαλα επίτηδες µαζί γιατί ενώ έχουν παραπλήσια σηµασία είναι διαφορετικά). στραβουκατσιαούλου (επίθ.) : α. αυτή που έχει στραβή την κάτω σιαγόνα, β. µετ. η δόλια και φθονερή γυναίκα που µιλάει µε µισόλογα. στραβουκουλιάζου (ρ.) α. µε πιάνει το ανάποδο, β. δυσανασχετώ, γ. θυµώνω. στραβουπατέλας (επίθ.) : α. αυτός που έχει ασταθές βάδισµα, β. µετ. ο µισοµεθυσµένος, γ. (open20h) = µε βαρύ και άγαρµπο βάδισµα. στραγκστάρ’ (του) : το σουρωτήρι. στράτα (η) : α. ο δρόµος (όχι το σοκάκι), β. η βόλτα, η διαδροµή, ο περίπατος, γ. (Παπαζήσης) : τα πρώτα βήµατα του µωρού. στρέγου (ρ.) : α. συµφωνώ, β. συγκατατίθεµαι, γ. αποδέχοµαι, δ. συγκατανεύω, ε. συναινώ, στ. Προέλευση : από το αρχαίο στέργω, πηγή : ΑΠΘ. στρίβου (ρ.) : α. κλωθογυρίζω, β. στρίβω από τη γωνία, γ. την «κοπανάω» δ. αλλάζω γνώµη, ε. τυλίγω τσιγάρο. στριµώχνου (ρ.) : α. εξαναγκάζω κάποιον σε κάτι, β. δυσκολεύω, γ. στρίµουγµα (του) = 1. η ερωτική παρενόχληση, 2. η οικονοµική δυσκολία. στρώσιµου (του) : α. απλώνω και καλύπτω µία επιφάνεια µε πάνινο αντικείµενο (εργόχειρο, κουβέρτα, χαλί κτλ.), β. η συµµόρφωση κάποιου, γ. η βελτίωση, δ. το άπλωµα και η ισοπέδοση χαλικιών ή ασφάλτου για την κατασκευή δρόµου, ε. στρώσ’ (η) = 1. το σύνολο των εργόχειρων για διακόσµηση που συνήθως ήταν εξάδες ή δωδεκάδες, (πετσετάκια, πετσέτες, τραπεζοµάντιλα κτλ.), 2. η πρώτη χεριά, το κάθε στρώµα υλικού (µπογιάς, τσιµέντου κτλ.), στ. στρουσίδ’ (του) = το κλινοσκέπασµα. στχιό (του) : α. το φάντασµα, β. το ανύπαρκτο πράγµα, γ. το αερικό, δ. µετ. ο υπερβολικά άσχηµος άνθρωπος, ε. Προέλευση : από το αρχαίο στοιχείον = δαίµονας, πηγή : ΑΠΘ. στώ (ρ.) : α. στήνω (σκηνή, κοντάρι, στύλο κτλ.), β. ξεκινώ µία εργασία ή ένα επάγγελµα, γ. στχιούµι = στήνοµαι (1. σε ραντεβού, 2. σε παράταξη για παρέλαση κτλ.) συγκαθστός (ου) : ο χοροπηδηχτός χορός, ο συγκαθιστός. συγκιρνώ (ρ.) : αναµειγνύω περισσότερα των δύο ειδών. συκαµνιά (η) : η µουριά. συµπάθχιου (του) : α. η συγγνώµη µετά από µία απρεπή έκφραση, β. συγγνώµη που συνοδεύεται από χειρονοµία, γ. Φράσεις : α. «γίγκαµι σαν τα γρούνια, µι του συµπάθχιου», β. «αγόρασα ιένα αγγούρ’ τόσου ιά, µι του συµπάθχιου». συµπιθιρός (επίθ.) : α. ο συµπέθερος (ο πατέρας / µητέρα του γαµπρού / νύφης), β. ο συγγενής εξ αγχιστείας, γ. συµπιθιρά (η) = 1. προσφώνηση γυναίκας όταν αγνοούµε το όνοµά της, 2. µετ. οι «εύκολες γυναίκες». συµπώ (ρ.) : α. ανακατεύω τα κάρβουνα για να δυναµώσει η φωτιά, β. (Παπασιώπης : αναδαυλίζω, ανακατεύω την ανθρακιά για να πάρη δύναµη. συνιρίζουµι (ρ.) : α. συναγωνίζοµαι, β. ζηλεύω, γ. πάω κόντρα. σύνουρου (του) : α. το όριο µίας περιοχής (αγρού, αµπελιού κτλ.), β. η άκρη της γειτονιάς. σφαλνώ (ρ.) : α. κλείνω (πόρτα, µάτια, παράθυρα κτλ.), β. φυλακίζω, γ. συµφωνώ για κάποια δουλειά. σφάτου (του) : α. ο συµπέθερος, β. ( lias : έτσι αποκαλούν οι Κοζανίτες τους «γάλλους»). σφάχτς (ου) : α. έντονος κοιλόπονος β. ο εκδοροσφαγέας. σφκούν’ και σκφούν’ (του) : κοντή, χοντρή µάλλινη κάλτσα που τη φόραγαν το χειµώνα µέσα στο σπίτι αντί για παντόφλα για να ζεσταίνονται τα πόδια. σφούγκους (ου) : α. το βρέξιµο, β. το λέρωµα (φράση : «ίχιν ιένα σουφρά ντίπ σφούγγους»), γ. Φράση : «ντίπ σφούγγους γίγκις» = βράχηκες πολύ, δ. σφούγκζµα (του) = το στέγνωµα από τα νερά, ε. σφουγκ’ίσ’ (ρ.) = σκουπίσου, στ. Προέλευση : από το σπόγγος, πηγή : Π.Λ.Μπ. σχάδια (τα) : α. τα αίµατα της εµµήνου ρύσεως των γυναικών, β. οι αιµορροΐδες, γ. οι

ζογάδες, δ. τα σιχαµερά λόγια. σιχασιές (η) : α. η αηδία, β. Φράση : «σιχασχιές γρουνίσιις» = βρώµικα λόγια. σχτί (του) : α. υφαντό στρωσίδι καµωµένο µε λωρίδες άχρηστου και σχισµένου υφάσµατος, β. Προέλευση: από το αρχαίο σκύτος = λωρίδα από κατεργασµένο τοµάρι, πηγή : Δηµητράκος. σχώρεσ’ και σχώργιου (του) : α. η οικογενειακή επίσκεψη το βράδυ της Αποκριάς στους µεγαλύτερους συγγενείς, β. η αµοιβαία συγχώρεση πριν τη Θεία Μετάληψη. σώγαµπρος (ου) : α. ο γαµπρός που διαµένει στο σπίτι της νύφης και πολλές φορές απασχολείται στην δουλειά του πεθερού, β (lias : αυτό συνέβαινε κυρίως όταν η νύφη ήταν µοναχοπαίδι και οι γονείς της δεν είχαν άλλα παιδιά να τους φροντίσουν στα γεράµατα. Σε διαφορετική περίπτωση η λέξη έχει υποτιµητική σηµασία = ο άχρηστος, ο αχαΐρευτος κτλ.). σώνου (ρ.) : α. γλιτώνω, β. τελειώνω, γ. σώζω κάποιον, δ. απουσώνου (ρ.) = αποτελειώνω.

Τ
τ’ (άρθρο) : α. τοποθετώντας το τ’ µπροστά από τη λέξη προσδιορίζουµε τοπικά ή τροπικά : π.χ. τ’ απίπκα*, β. τ’ Κακαµάντζα ου πλάτανους (περιοχή της Κοζάνης κάτω από τον Τσιαϊπούν’ προς τον Κρόκο, γ. τ’ Μπαντιαµάκα η µπιστιρά (τοπωνύµιο), δ. τ’ Νιούλ’ του πηγάδ’ (η βρύση του Νιούλη που υπάρχει στα πλατάνια πηγαίνοντας για τον Άγιο Δηµήτριο), ε. τ’ Ντούσ’ η µπιστιρά (ο µεγάλος βράχος µέσα στο χωράφι του Δούσιου κοντά στο Νοσοκοµείο), στ. τ’ Τιόλ’ ου Αβλαγάς (στη Γιτιά εκεί όπου είναι κτισµένα το 5ο Δηµοτικό και ο Α´ παιδικός σταθµός. τα (µόρ.) : το µόριο θα για τον µέλλοντα. (τς Αιναργιράδις, τ’ Αϊντών’, τ’ Ιβαγγιλτζµού, τ’ Αη Βασιλιού, τ’ Αη Γιουργιού, τ’ Αη Γληγόρ’, τ’ Αη Διουνίσιου, τ’ Αη Δηµτρού, τ’ Αη Θανάσ’ τ’ Αη Κουσταντίν’, τ’ Αη Λάζαρ, τ’ Αηλιά, τ’ Αη Λιφτιργιού, τ’ Αη Μάρκ’, τ’ Αη Μιχάλ’ (έλεγαν πτς Ταξιάρχις), τ’ Αη Παντιλίµουνα, πτς Πουστόλδις, τ’ Αη Σαράντ’, τ’ Αη Σπυρίδουνα, τ’ Αη Στέργ’, τ’ Αη Φανούριου, τ’ Αη Χαράλαµπου, τ’ Αη Χριστουφόρ’, τ’ Χστού) και εννοούσαν κατά την ηµέρα της εορτής των Αγίων Αναργύρων, κτλ. ταβάς και νταβάς (ου) : α. στρόγγυλο, βαθουλωτό είδος ταψιού µε χερούλια (µικρότερο από το σνί*), β. Προέλευση : από το τουρκ. tava, πηγή : ΑΠΘ. ταγάρ’ (του) : α. ο τορβάς, β. η ταΐστρα των ζώων (κρέµονταν από το λαιµό και όταν το ζώο τελείωνε το φαγητό του χρησίµευε και σαν µαθητική σάκα), γ. µέτρο χωρητικότητας δηµητριακών ίσο µε 10 οκάδες, δ. ταγαρουκέφαλους (επίθ.) = µε µεγάλο και πλατύ κεφάλι, ε. Προέλευση: από το αρχ. ταγή = τροφή των ζώων, πηγή : ΑΠΘ. ταγκίλα και τσαγκίλα (η) : α. η άσχηµη µυρωδιά αλλοιωµένου λιπαρού τροφίµου (βουτύρου, τυροκοµικών κτλ.), β. Προέλευση από το αρχαίο ταγγός, πηγή : ΑΠΘ. ταγουνατάκια (επίρ.) : α. οκλαδόν, β. κάθοµαι στα γόνατα, όχι σε καρέκλα. ταή (η) : α. η βρώµη, β. η τροφή των ζώων, γ. Προέλευση από το αρχαίο ταγή = σιτηρέσιο, πηγή : Π.Λ.Μπ. ταηλιακούκ (επίρ.) : α. ποτέ, β. καµιά φορά, γ. ουδέποτε. ταζέθκους (επίθ.) : α. ο νωπός, β. ο φρέσκος, γ. ο πρόσφατος, δ. της ώρας, ε. (Μαλούτας : αντίθετο του κρέχτους, από το «τα ζέει»), στ. Προέλευση : από το τουρκ. taze, πηγή : ΑΠΘ. ταϊλιάκ’ (του) : α. νεογέννητο άλογο, β. πουλάρι, γ. Προέλευση : από το αρχ. ταγή πηγή : Π.Λ.Μπ. ταϊλιάτσ’ (του) : α. το ακατέργαστο αλλά πλυµένο µαλλί για το γέµισµα των στρωµάτων, β. Προέλευση από το αρχ. ταγή, πηγή : Π.Λ.Μπ. τάκαµ’ (επίρ.) : α. όπως πρέπει, όπως ταιριάζει, β. εν τάξει. τακίµ’ (του) : α. το ταίρι, β. οµάδα εργαζοµένων στην ίδια δουλειά και τις ίδιες ώρες, γ. τακιµιάζου (ρ.) = το ταίριασµα µίας «κολλητής» παρέας, δ. η συλλογή ίδιας κλάσης ή οµοειδών αντικειµένων, ε. Προέλευση : από το τουρκ. takim, πηγή : ΑΠΘ. τακούµ’ (επίρ.) : α. µε µέτρο, β. Φράση : «δεν έχ’ τακούµ’» = δεν έχει µέτρο. ταλαγάν’ (του) : α. η χειµερινή κάπα των βοσκών, β. µετ. το αγύριστο κεφάλι. ταµάµ (επίρ.) : α. ακριβώς, β. επάνω στην ώρα, γ. το τέλειο ταίριασµα, δ. Προέλευση : από το τουρκ. tam am, πηγή : ΑΠΘ. ταµαχιάρ’ς (επίθ.) : α. ο άπληστος, β. ο ακόρεστος, γ. ο πλεονέκτης, δ. ταµάχ’ (του) = 1. η

λαιµαργία, 2. η πλεονεξία, ε. Προέλευση : από το τουρκ. tamah, πηγή : ΑΠΘ. ταµπακακέλια (συνθ. επίρ.) : α. µπουσουλώντας, β. περπατώντας πηδηχτά, µιµούµενοι το πήδηµα του βατράχου (lias : ιδίως όταν έχει χιόνια). ταµπάκου (του) : σκόνη από φύλλα καπνού που ρουφιέται από τη µύτη. ταµπάκς (ου) : δες νταµπάκς*. ταµπλάς και νταµπλάς (ου) : α. η απροσδόκητη στενοχώρια, β. τάσι της ζυγαριάς, γ. αποπληξία, το σοκ, δ. η λεπτή µονοκόµµατη ξύλινη τάβλα (lias : έµπαινε διακοσµητικά πάνω σε άλλη τάβλα), ε. Προέλευση : από το τουρκ. damla, πηγή : ΑΠΘ. ταµτούρ’ (του) : α. πήλινο σκεύος µαγειρικής, β. (Σιαµπανόπουλος : πήλινη κατσαρόλα). τανίζου (ρ.) : α. τεντώνω, β. µετ. υπερβάλω, γ. επεκτείνω σε µήκος, δ. ταντστάρ’ (του) = 1. το λάστιχο, 2. το λάστιχο της σφεντόνας, 3. το τεντωµένο σύρµα για το λανάρισµα του µαλλιού, ε. ταντστάρας (επίθ.) = 1. ο άνθρωπος που περιαυτολογεί, 2. ο φιγουρατζής, 3. ο επιδειξίας. στ. τανίζουµι (ρ.) = σφίγγοµαι για να αφοδεύσω, ζ. (Παπασιώπης : ταντστάρια (τα) = σφενδόνες µε λαστιχένια λουριά, η. Προέλευση : από το αρχαίο τανύω = τεντώνω, πηγή : ΑΠΘ. ταντέλα (η) : α. η δαντέλα, β. µετ. ο λεπτός στην κατασκευή, γ. Φράσεις : «άπλουσιν ιένα φύλλου! ταντέλα!» = έκανε εξαιρετικά λεπτοκαµωµένο φύλλο για την πίτα, «απόµνιν ταντέλα» = έµεινε άφραγκος, δ. µετ. έγινε φύλλο και φτερό, ε. (φράση Α.Ρ. : «…τουν έκαµαν ταντιέλα...»), στ.. Προέλευση : από το γαλλ. dentelle, πηγή : ΑΠΘ. τάξιµου (του) : α. η υπόσχεση, β. η υπόσχεση προίκας, γ. το τάµα στα Θεία. ταράζου (ρ.) : α. αναστατώνω, β. ταλαιπωρώ κάποιον, γ. εκνευρίζω, δ. αναστατώνω, ε. ταραγµός (ου) = 1. η αναστάτωση, 2. η σύγχυση. ταρατόρ’ και τηρατόρ’ (του) : α. τζατζίκι αραιωµένο µε νερό ή γάλα, δροσιστικότατο στις ζεστές καλοκαιρινές ηµέρες. β. Προέλευση : από το τουρκ. tarator, πηγή : ΑΠΘ. ταράτσα (επίρ.) : α. στη φράση «τν’ έκαµα ταράτσα» = έφαγα πάρα πολύ, β. (ουσ.) η επίπεδος στέγη του σπιτιού, γ. ταρατσώνου (ρ.) = τρώω πολύ µε ευχαρίστηση. ταρταρίζου (ρ.) : α. καυχιέµαι, β. µιλώ πολύ λέγοντας ανοησίες, γ. Προέλευση : από το ελληνστ. ταρταρίνος = µωρός, πηγή : Δηµητράκος. τασάκ’ (του) : α. το σταχτοδοχείο, β. µετ. ο όρχις, γ. ( τουρκ. tasak). ταχιά (επίρ.) : α. αύριο, β. Προέλευση από το ταχύς, πηγή : ΑΠΘ # από το ταχινή = πρωία, Δηµητράκος. γ. (Μαλούτας : από το ταχινός = αυγινός). ταψί (του) : α. µικρός και ρηχός, στρόγγυλος ή τετράγωνος αλουµινένιος ή λαµαρινένιος ταβάς, β. Προέλευση : από το τουρκ. tepsi, πηγή : ΑΠΘ. τέλ’ (του) : α. η λεπτή χορδή (µαντολίνου, κιθάρας κτλ.), β. τέλια (τα) = 1. απαραίτητο στολίδι του πέπλου της νύφης µε χρυσές ή ασηµένιες κλωστές, 2. τα τηλεφωνήµατα (φράση : «βάρισαν τα τέλια» = έγιναν τα απαραίτητα τηλεφωνήµατα, γ. (Παπζήσης) : λεπτότατες µεταλλικές κλωστές. Απαραίτητο εξάρτηµα του νυφικού πέπλου ήταν τα αργυρά ή τα χρυσά τέλια. Η φάση : [i]«πότι τα βάλ’ τα τέλια;»[/b] σήµαινε = πότε θα παντρευτεί. Για το γαµπρό η φράση ήταν : «πότι τα βάλ’ τα τσάκνα;» σήµαινε = πότε θα βάλει τον ακάνθινο στέφανο; τέλου (του) : α. (Παπασιώπης : καταστροφή, κατακλυσµός), β. (lias : προφανώς εννοείται το τέλος). τέντα (επίρ.) : α. (επιρ.) : α. ξαπλωτά, β. (ουσ.) = η τέντα, γ. τέντουµα (του) = 1. η ξάπλα, 2. µετ. ή υπογραφή φαρδιά-πλατιά, δ. Φράση: «τν’ τέντουσα απ’ απχάτ» = έβαλα την υπογραφή µου στο τέλος του εγγράφου, εγγυήθηκα. τζαβέτα (η) : α. είδος γυριστού καρφιού, β. το πιρτσίν’*. τζάλιας (επίθ.) : α. ο ατηµέλητος, β. ο αφρόντιστος. Τζαµάρα (η) : τοπωνύµιο της Κοζάνης, (lias : είναι η περιοχή (τούµπα) απέναντι από το µνηµείο του Αγνώστου Στρατιώτη όπου βρίσκεται το δηµοτικό parking και δεξιά προς τη Γιτιά και τον Άγιο Κωνσταντίνο). τζαµνώ (ρ.) : α. αντιδρώ, β. διαµαρτύροµαι. τζαµπούνα (η) : α. η µεµβράνη, β. είδος λαϊκού οργάνου (πίπιζα, γκάιντα, ζουρνάς), γ. καλάµι από στάχυ µε το οποίο τα παιδιά σφύριζαν, δ. τζαµπουνώ (ρ.) = παραπονιέµαι, ε. Προέλευση : από το ιταλ. zambogna, αλλά και το αρχαίο συµφωνία = όνοµα µουσικού οργάνου, πηγή : ΑΠΘ. τζαµπούνκους και τσαµπούνκους (επίθ.) : (Μαλούτας) : ………….

τζάµπρα (η) : α. η τούµπα, β. ο λόφος, γ. Τζiάµπρα = περιοχή της Κοζάνης, (lias : προσοχή : άλλη η Τζαµάρα !Η Τζiάµπρα βρίσκεται κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικάνορα, κοντά στο Δηµοτικό κλειστό Γυµναστήριο). τζαναµπέτς (επίθ.) : α. το στραβόξυλο, β. ο στρυφνός, γ. τζαναµπιτχιά (η) = 1 η στραβοξυλιά, 2. η αναποδιά. τζάνιµ’ : α. ψυχούλα µου, β. καλέ µου, γ. αγαπητέ µου, δ. ( τουρκ. canem ). τζάντζαλα – µάντζαλα (φρ.) : α. τα διάφορα άχρηστα µικροαντικείµενα χωρίς να προσδιορίζονται, β. (σηµ. lias : τζάντζαλου = κουρέλι και µάντζαλουτζαντζαρίζου[/b] (ρ.) : α. χρησιµοποιώ τη τζαντζάρα για να αφρατέψω, να ξανοίξω το µαλλί ή το βαµβάκι (του µαξιλαριού, του στρώµατος, του παπλώµατος κτλ.), β. (Μαλούτας : δεν έχω καθαρή φωνή όταν τραγουδώ, «τζαντζάρζµα» = απαντάται κυρίως στα έγχορδα όργανα), γ. τζαντζάρα = είναι τοξοειδής κατασκευή µε την οποία αερίζουν και ανακατεύουν το µαλλί των παπλωµάτων, στρωµάτων κτλ. για τον επόµενο χειµώνα και οφείλει το όνοµά του στο διαπεραστικό οξύ ήχο της χορδής του, δ. (lias : zanzara στην ιταλική γλώσσα σηµαίνει κουνούπι). τζαντ´ρ’ (του)(ο τόνος στο ντ´) : α. το αντίσκηνο, β. πρόχειρο κατάλυµα τσιγγάνων, γ. Προέλευση : από το τουρκ. cadir, πηγή : ΑΠΘ. τζαουνίζου (ρ) : α. γκρινιάζω, β. διαµαρτύροµαι, γ. τζαούντζµα (του) = 1. τσίριγµα διαµαρτυρίας, 2. έντονο κλάµα και γκρίνια. τζαχείλας (επίθ.) : α. άνθρωπος µε µεγάλα ή πρησµένα χείλη, β. µπατζαχείλας (επίθ.) = άνθρωπος µε µελανιασµένα χείλη. τζέρτζιλου (του) : α. το άγριο βερίκοκο, β. µετ. ο «ξινός» άνθρωπος. τζιαϊρές (ου) : δες τσιαϊρές*. τζιακλίκ’ (του) : πανί που στερεώνονταν πάνω από το τζάκι για να µη µαυρίζει το µπουχάρ’*. τζιάλτας (επίθ.) : α. ο αφρόντιστος, β. ο ατηµέλητος. τζιάµ’ (του) : α. το γυαλί, β. ο υαλοπίνακας του παράθυρου κτλ., γ. µετ. το καλογυαλισµένο αντικείµενο (ασηµικό, χρυσαφικό, πορσελάνη κτλ.), (φράση : «τ’ άστραψιν! τά καµιν ουόλα τζιάµ’!»), δ. το πολύ γλιστερό έδαφος (από πάγο, λάδια, λάσπη κτλ.), ε. η ευκρινής εικόνα ή ήχος (σε φωτογραφία, τηλεόραση, ραδιόφωνο κτλ.), στ. τζιάµνια (τα) = τα κυάλια, ζ. Προέλευση : από το τουρκ. cam, πηγή : ΑΠΘ. τζιαµί (του) : α. η καµινάδα του ασβεστοποιϊου, β. υπαίθριο παιδικό παιχνίδι, γ. το τζαµί, ο µιναρές, δ. Προέλευση : από το αραβ. cami, πηγή : ΑΠΘ., δ. (lias : γιατί να µην είναι συντόµευση του αρχαίου κάµινος;). τζιαµλίκ’ (του) : α. η τζαµαρία, β. το πλαίσιο µαζί µε το τζάµι της πόρτας ή του παράθυρου, γ. Προέλευση : από το τουρκ. camlik = χώρος κλεισµένος µε τζάµι, η τζαµαρία, πηγή : ΑΠΘ. τζιάµπα (επίρ.) : δωρεάν. τζιάµ’ πλιάφ’ (του) : α. πιλάφι µαγειρεµένο µε την συνταγή (ρύζι, καβουρδισµένος φιδές, ζάχαρη, κανέλα) δες : Κοζανίτικες συνταγές, β. (Μαλούτας : «ατζέµ πιλάφι» είναι φαγητό ρύζι και κρέας µαζί µαγειρευµένο µε την περσική συνταγή, [lias : No comment), γ. Προέλευση από το τουρκ. acem= περσικός, πηγή : ΑΠΘ. τζιάνκαρα (επιφών.) : α. ο ήχος γυαλικών που σπάζουν, β. δες παρόµοια γκράνγκαρα*, ντράνγκαρα* κτλ. τζιανταρµάς (ου) : α. ο χωροφύλακας, β. Προέλευση : από το σύνθ. αγγλ. gent(leman) +arm(ed) = ένοπλος άνδρας, πηγή : Π.Λ.Μπ. τζιαντές (ου) : α. οµαλός δρόµος για περπάτηµα, β. η « βόλτα » της Κοζάνης, γ. (Παπασιώπης : δρόµος και µεταφορικώς περίπατος), δ. Προέλευση : από το τουρκ. cadde = λεωφόρος, πηγή : Χ.Χ. τζιαντίλα (η) : α. αραιοπλεγµένο βαµβακερό πανί που χρησιµοποιείται στην τυροκοµία για το στράγγισµα των τυριών, του γιαουρτιού (όταν θέλουµε να το κάνουµε στραγγιστό) κτλ., β. το τουλπάνι για τον καθαρισµό στην κατεργασία του γάλακτος, γ. Προέλευση : από το σλαβ. cedil, πηγή : ΑΠΘ. τζιαρσί (του) : α. ο χώρος του παζαριού ή της αγοράς στο κέντρο της πόλης, β. Προέλευση : από το τουρκ. carci = αγορά, πηγή : ΑΠΘ. τζιβρές (ου) : πολύ λεπτό, µεταξωτό, υφαντό ύφασµα. τζιβώνου (ρ.) : α. κλείνω τα µάτια µου, β. τζιβουτό (του) = το παιδικό παιχνίδι «κρυφτό». τζιέργια (τα) : α. τα σπλάχνα (φράση : «καλώς του τζέρι µ’» = προσφώνηση για αγαπηµένο

πρόσωπο), β. τζιέρ’ (του) = το συκώτι (Δηµητράκος), γ. η συκωταριά των ζώων κυρίως, δ. Προέλευση : από το περσ. ciger, πηγή : ΑΠΘ. τζιλιάς (ου) : το βερνίκι των παπουτσιών. τζιµάν’ (του) : α. ο ικανός άνθρωπος, β. αυτός που τα επιτυγχάνει όλα, γ. (lias : Προέλευση : κατά την εποχή της ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ δηµιουργήθηκε το F.B.I. Κάθε στέλεχος αυτής της υπηρεσίας ονοµάζονταν G. man που ήταν σύντµηση του Government man = κυβερνητικός υπάλληλος). τζίµπρα (η) : α. αντρικό µάλλινο παντελόνι που κουµπώνει από τον αστράγαλο ως το γόνατο, β. δες και ζίµπρα*. τζίν' (του) = α. ικανότατος, β. αερικό, γ. προέλευση απο το αραβικό ‫ﺟﻨﻲ‬ τζιουβαϊρ’ (του) : α. το κόσµηµα µε πολύτιµους λίθους, β. (αράβ. cevahir, πηγή : ΑΠΘ). τζιουµπανίκα (η) : α. η γκλίτσα του τσοπάνου, β. χοντρή βέργα, γ. (lias : άκουσα να τη λένε και τζιουµάκα από κατοίκους του Βοΐου), δ. Προέλευση : από το τζιουµπάνους. τζιουµπάνους (ου) : α. ο βοσκός, β. µετ. ο άξεστος. τζιουτζιές (ου) : α. ο µικρόσωµος, β. ο νάνος, γ. ο γελοίος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cuce = νάνος, πηγή : ΑΠΘ. τζιουτζιουκλάρ’ (επίθ.) : α. το µικρό χαϊδεµένο παιδί, β. το µωρό, γ. τζιουτζιούκ’ (του) = προσφώνηση παιδιού, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cocuc, πηγή : ΑΠΘ. τζιριµές (ου) : α. η αναπάντεχη ζηµιά, β. µετ. ο άχρηστος, ο τιποτένιος άνθρωπος, γ. Προέλευση : από το τουρκ. cereme = πρόστιµο, πηγή : ΑΠΘ. τζιριντζάντζουλα (η) : α. το κόλπο, β. (πληθ.) τα καµώµατα, οι ελιγµοί, γ. Προέλευση : από το ιταλ. zirandola = παιδικός µύλος από χαρτί, η ανεµοδούρα, πηγή : ΑΠΘ. τζιρτζέλας (επίθ.) : α. κουρελιάρης, β. τζιρτζέλα (η) = 1. η ένδεια, 2. η φτώχια, γ. τζιρτζέλ' (του) = το κουρέλι. τζιρτζιλιά (η) : α. η βερικοκιά (ιδίως ή άγρια), β. η κουρελαρία, γ. τζέρτζιλου (του) = το βερίκοκο, δ. Προέλευση : από το τουρκ. zardali, πηγή : Ντίνας. τζιτζί (του) : α. το βυζί (µωρουδίστικα), β. µετ. το πολύ όµορφο πράγµα, γ. το εξαιρετικά περιποιηµένο αντικείµενο, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cici = όµορφο, πηγή : ΑΠΘ. τζίτζικας (ου) : α. το τζιτζίκι, β. µετ. ο άνθρωπος που µιλάει συνεχώς, γ. Φράση : «µούτους τζίτζικας» = ο άνθρωπος µε κρυφά χαρίσµατα, δ. Προέλευση : από το αρχαίο τέττιξ, πηγή : ΑΠΘ. τζιτζίκου (η) : α. η θεία του πατέρα ή της µητέρας κάποιου, β. µετ. η παραµάνα, γ. η ηλικιωµένη θεία, δ. ( lias : αρσ. θείος = τσιούτσιους*). τζιτζίλας (επίθ.) : α. αναξιοπαθών, β. συνών. : παρτάλας*, νισκούρας*, κουµατιάις*, ζητλάρς*, τζιρτζέλας*, κτλ. τζιτζιφρίγκους (ου) : α. ο ελαφρόµυαλος, β. ο τζιτζιφιόγκος. τζίφρα (η) : α. η ακαταλαβίστικη υπογραφή, β. το γράψιµο µε ακαταλαβίστικα γράµµατα, γ. (σε αντιδιαστολή : τζίφρα – βούλα [=ευκρινής]), δ. Προέλευση : από το ιταλ. zifra<αράβ. sifr, πηγή : ΑΠΘ. τζουµπί (του) : είδος µανδύα ή µακριάς µπέρτας. τζούρα (η) : α. η γουλιά, β. η ρουφηξιά του τσιγάρου, γ. µικρή δόση από κάτι. τζούφχιους (επίθ.) : α. ο κούφιος, β. µετ. η πορδή που δεν ακούγεται αλλά µυρίζει, γ. Προέλευση : από το αρχαίο σοµφός = πορώδης, πηγή : Π.Λ.Μπ. τζούφους (ου) : α. η ρίζα του πράσου (το λευκό και τρυφερό µέρος), β. η καρδιά του καρµπολάχανου, γ. µετ. η αποτυχία, δ. Φράση : «απόµνις τζούφους» = έµεινες ξεκάρφωτος. τζουφώ (ρ.) : σβήνω. τηγανότουρτα (η) : πρόχειρο είδος τηγανητής τυρόπιτας µε ζύµη ψωµιού. τηρώ (ρ.) : α. κοιτώ, β. διατηρώ, γ. προσέχω, επιτηρώ, δ. Φράση : «τήρα τ’ δλιά σ’ !» = κοίτα τη δουλειά σου και µην ανακατεύεσαι. τιατιάκας (επίθ.) : α. ο δειλός, β. ο χέσας*. τιατιό (του) : α. το κόπρανο µικρού παιδιού, β. το αποπάτηµα.

Τιάτιου (η) : η Αναστασία (δες ονόµατα στο παράρτηµα του giapraki.com). τιάφ’ (του) : α. το θειάφι, β. τιαφίζου (ρ.) = ραντίζω µε σκόνη θειαφιού το αµπέλι κυρίως, γ. Φράση : «τιάφ’ κι πουρδουβότανου» = λέγεται για το άτοµο που θέλουµε να ξεφορτωθούµε. τίγκα (επίρ.) : α. φίσκα, β. τελείως γεµάτος, γ. κατάµεστος χώρος, δ. Προέλευση : από το ιταλ. tinga, πηγή : ΑΠΘ. τιλατίν’ (του) : α. ψιλό, λεπτό και καλά επεξεργασµένο δέρµα µοσχαριού ή αλόγου για την κατασκευή παπουτσιών αλλά και για κάλυµµα µπαούλων, β. µετ. ο λεπτός, ο ψιλός, β. Προέλευση : από το ρώσ. (δεν µπορώ να γράψω τους χαρακτήρες), πηγή : ΑΠΘ. τιµαρέβου (ρ.) : α. περιποιούµαι το άλογο, β. καθαρίζω το άλογο µε τον ξίστρου*. τινικές και ντινικές (ου) : α. η λαµαρίνα, β. ο λευκοσίδηρος, γ. τετράγωνο λαµαρινένιο δοχείο, δ. τινικτζής (ου) = ο τενεκετζής , ε. Φράση : «ιιού ντινικέ αγάνουτι» = ο τενεκές που σκουριάζει αµέσως, λέγεται όµως για τον ανίκανο άνθρωπο. τιντώνου (ρ.) : α. τεντώνω (το σχοινί, το σύρµα κτλ.), β. Φράση : «τέντουσα τ’ τζίφρα µ’» = υπέγραψα φαρδιά πλατιά, γ. τιντώνουµι (ρ.) = 1. πέφτω για ύπνο, 2. ξαπλώνω, 3. ανακλαδίζοµαι. τιπιλίκια και τεπελίκια (τα) : γυναικεία ασηµένια καλύµµατα του κεφαλιού µε πολλά στολίδια. τιπχιές (ου) : α. η κορυφή ενός λόφου, (δες Γκιόστεπε – τοπωνύµια), β. το πάνω µέρος του καπέλου, η σκούφια, γ. Προέλευση : από το τουρκ. tepe = λόφος, κορυφή του κεφαλιού, πηγή : ΑΠΘ. τιργιάζου (ρ.) : α. τακτοποιώ, β. συνδυάζω, γ. προσαρµόζω, δ. βολεύω, ε. τα κανονίζω, στ. τα συµφωνώ, ζ. τιργιάζουµι (ρ.) = 1. ζαλίζοµαι από το κρασί, 2. µεθώ, η. Προέλευση : από το µσν. εταιριάζω = δίνω σύντροφο, πηγή : ΑΠΘ. τιρζής (ου) : ο ράφτης. τιριρέµ (του) : η µελωδική παράταση της ψαλµωδίας στη βυζαντινή µουσική. τιρλίκια (τα) : α. κοντά πλεκτά καλτσάκια των παιδιών για να µη κρυώνουν τα πόδια (lias : ήταν πλεγµένα µε χαρούµενα χρώµατα, και χρησίµευαν αντί για παντόφλες. Παρόµοια ήταν τα καλτσιούνια*. Στα λεξικά αναφέρεται και τσόχινη έκδοση), β. Προέλευση : από το τουρκ. terlik, πηγή : ΑΠΘ. τιρµιντίνας (επίθ.) : α. ο άνθρωπος που ενώ έχει κάτι δεν το µοιράζεται µε άλλον, ο µοναχοφάης (Ν. Κοζιάκης), β. άχρηστος, ανίκανος να κάνει κάτι (Ντίνας). τιρµπγιές (ου) : α. το καµάρι, β. ο καλοαναθρεµµένος, γ. η καλή συµπεριφορά, δ. Προέλευση : από το τουρκ. terbiye = αγωγή, πηγή : ΑΠΘ. τιρτίπ’ (του) : α. το τέχνασµα, β. το κόλπο, γ. Προέλευση : από το τουρκ. tertip, πηγή : ΑΠΘ. τιρτίρ’ (του) : η επίχρυση κλωστή κεντήµατος. τιρώ και τηρώ (ρ.) : α. βλέπω, β. παρατηρώ µε προσοχή, γ. συντηρώ, κρατώ, δ. διατηρώ, ε. φυλάγω, στ. προσέχω, ζ. Φράσεις : «τιρώ τν Τιτράδ’» = νηστεύω κάθε Τετάρτη, «τα τιρούµι τα παλιούκιρα» = συντηρούµε τα παλιά έθιµα, η. δες και τηρώ*. τισκιρές (ου) : α. η κοινοποίηση εγγράφου (πιστοποιητικού, εντάλµατος κτλ.), β. το γράµµα, η επιστολή, γ. το έγγραφο δηµόσιας υπηρεσίας (διαβατήριο, δίπλωµα κτλ.), δ. δες και ριτσέτ’*, ε. Προέλευση : από το τουρκ. tezkere, πηγή : ΑΠΘ. τίτκας (ου) : α. ο πόνος του λαιµού, η βραχνάδα, β. η αρρώστια των ωδικών πτηνών στο λαιµό ώστε να µη µπορούν να κελαηδήσουν. τιτραπέτσ’ (του) : α. το πολύ ξινό φαγώσιµο ώστε να µη µπορεί να φαγωθεί, β. Προέλευση : από το τραπητός, πηγή : Π.Λ.Μπ. τιτχιώνου (ρ.) : α. κάνω έρωτα, β. βλάπτω κάποιον, γ. γενικά κάνω κάτι εις βάρος κάποιου χωρίς να αναφέρω κάτι συγκεκριµένο, δ. τέτχιους; (επίθ.) = (τι είναι δηλαδή; τέτχιους [αοριστολογία – αµηχανία] που µπορεί να σηµαίνει ακόµα και κίναιδος!). τκάλ’ (του) : το εσωτερικό λούστρο (σµάλτωµα) των κεραµικών για να γεµίσουν οι πόροι ιδιαίτερα στα κιούνγκια* των βυρσοδεψών. τνάζου (ρ.) : α. τινάζω (τα κλινοσκεπάσµατα, τα χαλιά κτλ. αλλά και την αµυγδαλιά, την καρυδιά κοκ), β. πίνω ένα ποτήρι ποτού µονοκοπανιάς, γ. Φράση : «τίναξιν ν’ καρά» = πέθανε, σκοτώθηκε, δ. Προέλευση από το αρχαίο τινάσσω, πηγή : ΑΠΘ., ε. τνάκας (επίθ.) = ο µπεκρής, ο πότης. τόπα (η) : α. δίχτυ παραγεµισµένο µε κουρέλια που χρησιµοποιούνταν για το ποδόσφαιρο των

µικρών. β. το τόπι. τουκάς (ου) : η αγκράφα της ζώνης. τουλούµ’ : α. ο ασκός, β. τουλουµίσιου (του) = τυρί που παρασκευάστηκε σε τουλούµι, γ. τουλουµνιάζου (ρ.) = δέρνω ανελέητα κάποιον, δ. Προέλευση : από το τουρκ. tulum, πηγή : ΑΠΘ. τουλούµπα (η) : α. χειροκίνητη αντλία για την εξαγωγή υγρών (νερού, λαδιού, πετρελαίου κτλ.) από το βαρέλι, το πηγάδι κά. β. το σιροπιαστό γλυκό. τουλουµτζίθκα και τουλουµπατζίθκα (τα) : µεγάλα µονοκόµµατα δέρµατος αλλά και χοντροκοµµένα παπούτσια µε στρογγυλεµένη µύτη και χοντρές πρόκες. τουλούπις (οι) : α. µεγάλες νιφάδες χιονιού ή βαµβακιού, β. τούφα µαλλιών, γ. ποσότητα επεξεργασµένου µαλλιού για κλώσιµο, δ. Προέλευση : από το αρχαίο τολύπη = στιβάδα µαλλιού, πηγή : Δηµητράκος & ΑΠΘ. τουλπάν’ (του) : α. αραιοπλεγµένο ύφασµα για το στράγγισµα υγρών, β. πρόχειρο γυναικείο µαντήλι της κεφαλής, γ. δες και τζαντίλα*, δ. (lias : η τζαντίλα είναι πιο µεγάλο πανί και το τουλπάν’ πιο µικρό). τούµπα (η) : α. σωρός αντικειµένων, β. η καµπούρα, γ. η στροφή στον αέρα, δ. ο λόφος, ε. τούµπαρς (επίθ.) : ο καµπούρης, στ. Προέλευση από το αρχ. τύµβος, πηγή Π.Λ.Μπ. τουµπακιάζουµι (ρ.) : α. ξαπλώνω και σκεπάζοµαι για να κοιµηθώ, β. µετ. πεθαίνω, γ. τουµπάκιασµα (του) = 1. η ξάπλα, 2. το πέσιµο καταγής, 3. ο θάνατος. τουµπεκί (επίρ.) : α. ο ψιλοκοµµένος καπνός, ειδικά επεξεργασµένος για το ναργιλέ, β. Φράση : «τουµπεκί ψιλουκουµένου» = κάτσε φρόνιµα. τουµπουρλιέκ’ και τιµπιρλέκ’ (του) : µικρό είδος τύµπανου που παίζεται µε τα χέρια. τούντζαρς (επίθ.) : α. ο ισχυρογνώµων, β. ο ξεροκέφαλος, γ. ο κεφάλας, δ. Προέλευση : από το τουρκ. tunc = µπρούντζος. τούρλα (η) : α. η ζαλάδα µετά από µεθύσι, β. η µυτερή κορυφή βουνού, γ. τουρλένου (ρ.) = 1. τρελαίνω, 2. ζαλίζω, δ. Προέλευση : από το ελνστ. τρούλλα (η) = η µικρή κουτάλα, πηγή : ΑΠΘ.// Δηµητράκος, : τούρλα = αιχµηρά κορυφή, ε. (lias : γιατί όχι από το τρούλος;) τουρός (ου) : α. το ίχνος οπλής ζώου, β. Φράση : «τουν λύκου τουν γλιέπουµι, τουν τουρό κοιτούµι;» = για κάτι το αυτονόητο, γ. Δηµητράκος : τορός = διατρητικός, σαφής, ευνόητος, καθαρός, πρόχειρος, δ. (Προέλευση : από σλαβ. dira, πηγή: Τσότσος), ε. (lias : γιατί όχι από το τηρώ*;). τουρτούρα (η) : α. το τρυγόνι, β. µετ. η χαζή γυναίκα, γ. το οπλοπολυβόλο, δ. τουρτούρζµα (του) = 1. το τρεµούλιασµα, 2. το ρίγος, ε. τουρτουρίζου (ρ.) : τρέµω από το κρύο. τραΐ (του) : α. ο τράγος, β. ο επιβήτορας, γ. το κριάρι. τρακάσ’ (του) : πρόχειρος µηχανισµός σιδερένιος ή ξύλινος µε «γλώσσα» για το κλείσιµο (όχι το κλείδωµα) της πόρτας. τρανός (επίθ.) : α. ο µεγάλος, β. το αφεντικό, γ. αυτός που έχει το γενικό πρόσταγµα στην οικογένεια (ο παππούς ή ο µπαµπάς), δ. τρανεύου (ρ.) = 1. µεγαλώνω, 2. αυξάνω, ε. τρανεύιτι (ειρων.) = µεγαλοπιάνεται (φράση : «τράνιψιν η δλιά τ’» = δεν µας καταδέχεται γιατί µεγαλοπιάστηκε). τράχαλα και τρόχαλα (τα) : α. σωρός από πέτρες που κυλά, β. κατσάβραχα, γ. Προέλευση από το αρχ. τροχαλός = που τρέχει, στρογγυλός, πηγή : ΑΠΘ. τραχανιάης (επίθ.) : α. ο δειλός, β. ο φοβητσιάρης, γ. ο κωλυσιεργών, (κοσκινίζει τον τραχανά, αντί να ανασκουµπωθεί και να τον βράσει για να φάει), δ. (Χ.Χ. αυτός που τρώει τραχανά). τραχείλας (επίθ.) : α. άνθρωπος µε πρησµένα χείλη, β. συνών. τζαχείλας*. τράχουµα (του) : α. τα µετρητά που δίνονταν µαζί µε την προίκα (νάχτ’*), β. Προέλευση : από το µσν. τραχύ = ασηµένιο νόµισµα, πηγή : Π.Λ.Μπ. τριβόλ’ (του) : α. ζιζάνιο των χωραφιών που έρπει, µε όµορφα κίτρινα λουλούδια που γίνονται αγκαθωτοί καρποί, βοταν. τρίβολος, β. µετ. ο διάβολος (διάουλους, τρίβουλους κατά το δύο, τρία), γ. Προέλευση από το αρχαίο τρίβολος, πηγή : ΑΠΘ. τριµουκότιας (επίθ.) : α. ο τρεµούλιακας, β. ο άτολµος, γ. ο διστακτικός, δ. τριµουκώτιας (ου) = ο πάσχων από την ασθένεια πάρκινσον. τριότς (ου) : α. παιδικό επιτραπέζιο παιχνίδι µε δύο παίκτες που ο καθένας έχει τρία πετραδάκια, β. η τρίλιζα.

τριουρνώ (ρ.) : α. τριγυρίζω άσκοπα χαζεύοντας, β. στριφογυρίζω ή τυλίγω κλωστή, γ. τριουρστός (ου) = είδος δηµοτικού χορού, δ. τριούρζµα (του) = 1. η περιφορά, 2. το τριγύρισµα, 3. η περιέλιξη. τριπουσάκς (ου) : α. ο δρυοκολάπτης, β. µετ. ο άνθρωπος που χώνει τη µύτη του παντού. τριπώνου (ρ.) : α. βολεύοµαι (φράση : «τήρα να τριπόισ’ς στ’ Νουµαρχία…»), β. ράβω πρόχειρα µε αραιές βελονιές, γ. το κρύψιµο κάποιου αντικειµένου σε τρύπα, δ. τρίπουµα (του) = 1. η σπηλιά, 2. το καταφύγιο, 3. η αραιή βελονιά. τριχουφάις (ου) : η τριχόπτωση. τρούµπα (η) : α. τόπι υφάσµατος, β. το ρολό. τρούπ’ κιφαλού (έκφρ.) : α. (Νιάνια) τρύπιο κεφάλι, αδειανό χωρίς περιεχόµενο, β. (lias) = ο µπουµπούνας. τσαγκαρλίθρα (η) : α. η σπίθα της φωτιάς, β. πιτσιλιά από καυτό νερό, λάδι κλπ. τσαγκαρτσούλ’ (του) : α. σουβλί, β. Προέλευση : από το : τσαγκάρης+σουβλί = τσαγκαροσούβλι. τσαγκός (επίθ.) : α. ο δύστροπος, β. ο ασυµβίβαστος, γ. ο οξύθυµος, δ. ο ταγκός. τσάκ’ (του) : χοντρό υφαντό σακί από γίδινο µαλλί. τσάκνου (του) : α. το ξερόκλαδο, β. µετ. υπερβολικά αδύνατο µικρό παιδί, γ. σπασµένο µικρό κλαδί. τσακούλ (του) : α. ανάχωµα από ξερολιθιά για τη συγκράτηση των χωµάτων στο αµπέλι, β. (Μαλούτας : µετ. η οδοντοστοιχία), γ. (lias : πιθανή προέλευση από το τσακίζω, γιατί συνήθως γινόταν µε σπασµένες πέτρες, από τα φουρνέλα που πυροδοτούσαν). τσακουστάρ’ (του) : α. κλουβί για τη σύλληψη πτηνών, β. η παγίδα ωδικών πτηνών. τσακστάρας (ου) : α. αυτός που κάνει πολλές φιγούρες στο χορό, β. µετ. ο επιδειξίας, γ. τσακστάρου (η) = σεξοµανής γυναίκα (που το τσακίζει το πέος). τσακώνου (ρ.) : α. πιάνω µε το χέρι, β. κρατώ, γ. συλλαµβάνω κάποιον δ. τσακουστάρ’ = η παγίδα. τσαλί (του) : α. το φρύγανο, β. το ξερόκλαδο, γ. τσαλίκια (τα) = τα στερεοποιηµένα ξερόκλαδα, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cali, πηγή : ΑΠΘ. τσαλίµ’ (του) : α. η δεξιοτεχνία των κινήσεων του χορευτή, β. η προσποίηση (φράση : «άσι τα τσαλίµνια κι φάει…»), γ. (Παπασιώπης : επιδεικτικές κινήσεις, ακκισµοί), δ. Προέλευση : από το τουρκ. calim, πηγή : ΑΠΘ. τσαµαντάν’ (του) : α. το γιλέκο, β. το προυσλούκ*, γ. δες Κουζιανιώτκα φουρισιά. τσαµπούρ’ (του) : α. το άγουρο σταφύλι, β. το παραστάφυλο, γ. το κοτσάνι του σταφυλιού όταν φαγωθούν οι ρώγες του. τσαούισ’ς (ου) : α. ο δυναµικός και πεισµατάρης, β. ο θρασύς τύπος ανθρώπου, γ. αξιωµατούχος του τούρκικου στρατού, δ. Προέλευση : από το τουρκ. cavus, πηγή : ΑΠΘ. τσαπουιέντς (ου) : α. αδύνατος, λεπτός, β. (Ελιµ.) µαυρουχαρχαλιασµένους*. τσαπράζια (τα) : α. ασηµένια η χρυσά κοσµήµατα που τα φορούσαν οι άνδρες χιαστί στο στήθος, β. (lias : µου είπαν ότι και τις φυσιγγιοθήκες τις έλεγαν τσαπράζια, γιατί και αυτές τις φορούσαν χιαστί ). τσαρκαλνώ (ρ.) : πιτσιλώ. τσάσκα (του) : πλατύ και ευρύχωρο ξύλινο κύπελλο. τσατάλ’ (του) : α. η φούρκα – η διχαλωτή βέργα, β. µετ. η αυστηρή παρατήρηση, γ. ο ξυλοδαρµός, δ. Προέλευση : από το τουρκ. catal, πηγή : ΑΠΘ. τσατµάς (ου) : α. τοίχος µε λεπτά σανίδια ή καλάµια που γεµίζονται ενδιάµεσα µε λάσπη και κατόπιν σοβατίζονται, β. Προέλευση : από το τουρκ. catma, πηγή : ΑΠΘ. τσέντσιαρς και τέντζιαρς (ου) : α. χάλκινη κατσαρόλα µε καπάκι, β. Προέλευση : από το τουρκ. tencere, πηγή : ΑΠΘ. τσέργα (η) : α. µάλλινο χοντρό κλινοσκέπασµα, β. βελέντζα. τσέργασ’ και στέργασ’ (η) : α. η ανεργία, β. η στέρηση, γ. η ανέχεια.

τσεχµετζέπς (ου) : α. το ταµείο του εµπορευόµενου στην παλιά Κοζάνη, β. (σηµ. lias : όλοι οι εµπορευόµενοι στην παλιά Κοζάνη (µπακάληδες, χασάπηδες κτλ.) φορούσαν ποδιά (µισάλα*) µε τσέπη στο µέσον. Εκεί έριχναν τα κέρµατα και από κεί έδιναν τα ρέστα), γ. Προέλευση : από τη φράση : «τα έχ’ µές στ’ τζέπ!». τσέχρα (επίθ.) : α. κακόλογη γυναίκα, β. µετ. η αχώνευτη. τσιάγαλα (τα) : α. οι ξηροί καρποί, β. τσιάγαλου (του) = το άγουρο αµύγδαλο, γ. Προέλευση : από το τουρκ.<περσ. cagala, πηγή : ΑΠΘ. τσιάζου (ρ.) : α. εκτιµώ, β. υπολογίζω, γ. µετρώ, δ. Φράση : «έτσιαζιν του φράγκου» = για τον οικονόµο. τσιαΐρ’ (του) : α. ο βοσκότοπος, β. το ακαλλιέργητο χωράφι, γ. το λιβάδι. τσιαϊρές (ου) : α. η φροντίδα, β. η επιµέλεια, γ. ο ιδιαίτερος προσωπικός τρόπος ενέργειας, δ. το κουµάντο, ε. ο τρόπος, στ. δες και ζαϊρές*. τσιακτίζου (ρ.) : α. βλέπω αµυδρά, β. (Μαλούτας : βλέπω, διακρίνω). τσιαλιστµένους και τσιαϊλτζµένους και τσιλιστιµένους (επίθ.) : α. ο δουλευτάρης, β. ο προκοµµένος, γ. ο ευκατάστατος, δ. (Μαλούτας : από το τούρκικο τσιαλισµάκ calismak = εργάζοµαι, δουλεύω (Μ)// προσπαθώ [ΧΧ.]). τσιαµούσκου (επίθ.) : α. ουρσούσκου, β. ζηµιάρικο µικρό. τσιαµπάις (ου) : α. ο ζωέµπορος, ιδίως αλόγων, β. ο µεσίτης αλόγων (Τσότσος), γ. Προέλευση : από το τουρκ. cambaz, πηγή : ΑΠΘ. τσιαµπασίργια (τα) : α. τα εµπορεύµατα, β. τα υπάρχοντα. τσιαµπρίτσια (η) : α. το καυτερό, β. (Μακαράς) : το µαυροπίπερο. τσιαµτσιακούσια (τα) : τα τεµαχισµένα υλικά για τη γέµιση της πίτας. τσιανάκ’ (του) : α. η γαβάθα, β. µετ. άνθρωπος µε κακιά φήµη, γ. τσανακουγλίφτς (επίθ.) = 1. ο κόλακας, 2. ο γλείφτης, δ. Προέλευση : από το τουρκ. canak, πηγή : ΑΠΘ. τσιάπου (η) : α. πονηρή γυναίκα, β. η πονηριά. τσιάπ – τσιαράπ (φρ.) : α. στη ζούλα, β. το ξάφρισµα, γ. το τσέπωµα, δ. (τσιάπου + τσιαράπ’ = πονηριά + τσέπη). τσιαράπ’ (του) : α. γλαστράκι, β. η εσωτερική τσέπη. τσιαρές (ου) : γιατρικό, θεραπεία, καηµός (Παπασιώπης). τσιαρσί (του) : α. η κεντρική αγορά, β. το παζάρι, γ. ο χώρος της αγοράς, δ. η κεντρική πλατεία της πόλης, ε. Προέλευση : από το τουρκ. carsi = αγορά, πηγή : ΑΠΘ. τσιαρτσιάφ’ (του) : α. σεντόνι, β. τσιαρτσιαφώνου (ρ.) = σεντονιάζω, γ. Προέλευση : από το τουρκ. catcaf = σεντόνι, σκηνή. τσιασίτ’ (του) : α. το εξαιρετικό είδος, β. η µεγάλη ποικιλία ειδών, γ. καλή ποιότητα, δ. µετ. ιδιόµορφος άνθρωπος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. cesit, πηγή : Χ.Χ. τσιατµάς : α. τοίχος µε τούβλα από άχυρο και λάσπη στερεωµένα µε ξύλα, β. δες και τσατµάς*, γ. Προέλευση : από το τουρκ. catma, πηγή : ΑΠΘ. τσιβί (του) : α. ξύλινο καρφί, β. τσιβικώνου (ρ.) = κάνω έρωτα «από πίσω», γ. Προέλευση : από το τουρκ. civi, πηγή : ΑΠΘ. τσιβρές (ου) : α. αραχνοΰφαντο ύφασµα πολυτελείας (συνήθως µεταξωτό) κεντηµένο µε µεταξωτή ή χρυσή κλωστή, β. µεταξωτό υφαντό ύφασµα, γ. Προέλευση : από το τουρκ. cerve = περιφέρεια, πηγή : ΑΠΘ. τσιγάρζµα (του) : α. καβούρδισµα λαχανικών ή κρέατος, β. το ρόδισµα, γ. τσιγαρίζουµι (ρ.) = 1. υποφέρω, 2. βασανίζοµαι για πολύ χρόνο, δ. Προέλευση : από το βεν. cigar = τσιρίζω, σκληρίζω, πηγή : ΑΠΘ. τσιγαρίδα (η) : α. το τραγανό υπόλειµµα του χοιρινού λίπους µετά την αφαίρεση της λίγδας*, β. µετ. άνθρωπος πολύ λεπτός. τσιγκαλίδ’ (του) : α. µικρό παιχνιδάκι που παράγει θόρυβο, β. τσιγκαλίδια (τα) = 1. τα ψεύτικα κοσµήµατα, 2. ψιλικά είδη, 3. τα µικροπράγµατα. τσιγκαλτστός (ου) : α. χορός µε πολλά κουνήµατα, β. χοροπηδηχτός δηµοτικός χορός, γ. (Ν.Αλ.) σινγκαλστός.

τσιγκινές (ου) : α ο τσιγκούνης, β. ο γύφτος. τσιγκλώ και τσιγκλίζου (ρ.) : α. πειράζω, β. ενοχλώ, γ. κεντρίζω, δ. χτυπώ µε µυτερό αντικείµενο, ε. εκνευρίζω, στ. Προέλευση : από το τσιγγέλι, πηγή : ΑΠΘ. τσιγκιλάκ’ (του) : α. σιδερένιο βελονάκι µε γαµψή µύτη για το πλέξιµο δαντέλας, β. τσιγκιλουτό (του) = το εργόχειρο που έγινε µε το τσιγκιλάκ*. τσικρίκ’ (του) : χειροκίνητος τροχός για το τύλιγµα του νήµατος στα µασούρια. τσίλταρους και τσιούλταρους (ου) : α. η διάρροια, β. το κόψιµο, γ. η ευκοιλιότης, δ. τσίρλις (οι) = τα νερουλά αποπατήµατα, ε. Προέλευση : από το αρχαίο τιλώ, πηγή : Π.Λ.Μπ. τσιµινλίκ’ (του) : α. πολύ πυκνό στρώµα χλόης, β. το γκαζόν, γ. Προέλευση : από το τουρκ. cimenlik = χορτάρι, πηγή : Χ.Χ. τσιµισίρ’ (του) : το δέντρο πύξος ο αειθαλής, (Δηµητράκος). τσιµπρίτσα (η) : α. το αρωµατικό φυτό «θύµος ο έρπυλος», β. χαϊδευτική προσφώνηση µικρού κοριτσιού, γ. (Παπασιώπης : το θυµάρι). τσινί (του) : α. είδος µεταλλικού ρηχού πιάτου (τσίγκινου ή χάλκινου), β. τσινιά (τα) = παιδικό παιχνίδι µε κοµµάτια σπασµένης πορσελάνης (Προέλευση : από το Κίνα = China, (Παπασιώπης). τσινώ (ρ.) : α. αγριεύω και κλωτσώ, β. δυστροπώ, γ. τσιγκλώ*, δ. τσινάρς (επίθ.) = άνθρωπος που πειράζεται ή εκνευρίζεται εύκολα. τσίντζιρας (ου) : α. το τζιτζίκι, β. Φράση : «µούτους τσίντζιρας» = άνθρωπος που µπορεί να µη µιλάει αλλά ξέρει πολλά, ο µουλωχτός. τσιντζιφχιά (η) : α. είδος άγριου θάµνου (η αγριοτριανταφυλλιά) µε στυφούς καρπούς που είναι κόκκινοι, στυφοί και µοιάζουν µε µικρή ελιά, β. Προέλευση : από το αρχαίο ζίζυφον, πηγή : ΑΠΘ. τσίντσιλι – µίντζιλι (εκφρ.) : α. ποικιλία ειδών (π.χ. µπαχαρικών, µυρωδικών κτλ.) για την παρασκευή του καθηµερινού φαγητού, β. τα διάφορα µικροπράγµατα. τσιόζια (η) : α. η σκέπη των σπλάχνων των ζώων, β. η µπόλια. τσιόκους (ου) : α. ξύλινο είδος σφυριού για το χτύπηµα της πόρτας του σπιτιού για να πούνε τα παιδιά τα κάλαντα, β. (Παπασιώπης: ρόπτρο, ξύλινο τσιουκάνι µε το οποίο χτυπούσαν οι καλαντάρηδες τις πόρτες. Συνήθως τους χρωµάτιζαν µε τα χρώµατα της σηµαίας, µπλε και µαύρο), γ. (Προέλευση : από το τσόκι [Μαλούτας]). τσιόµκα (η) : α. η χιονόµπαλα, β. σφαιρικό κατασκεύασµα µε τις παλάµες των χεριών από χιόνι, κιµά, λάσπη κτλ. τσιόνα (η) : α. ο σπίνος (το πτηνό), β. (Χ.Χ. : 1. πουλί που προαναγγέλλει τη χιονόπτωση, 2. το σπουργίτι), γ. µετ. το πέος (φράση : «µαλλί ’που τσιόνα»), δ. µετ. το χαϊδεµένο κοριτσάκι (lias : µανάρι = το αγοράκι, τσιόνα = το κοριτσάκι). τσιόρµανους (ου) : α. ο αγριόγατος, β. ο ατίθασος, ο άγριος και επιθετικός, γ. τσιουρµαλίνα (η) = το άγριο και ατίθασο κορίτσι. τσιούγκου (του) : α. το χέρι, β. το κουλό γ. το χέρι που είναι σφιχτό, δ. τσιουγκάθκα (ρ.) = παρέλυσε το χέρι µου, ε. τσιούγκαβους (επίθ.) = 1. ο τσιγκούνης, στ. Προέλευση : από το ιταλ. cionco, πηγή : ΙΝΒΑ σελ. 252. τσιούγκραβους (επίθ.) : α. ο σγουρός, β. ο αδρός στην υφή, γ. το γκοφρέ χαρτί. τσιουέν’ (του) : α. φυτική ρίζα ( σαπωνόφυτο το φαρµακευτικό ) που χρησιµοποιούνταν για το πλύσιµο των ρούχων, β. µπαχαρικό που αλέθουν το ανακατεύουν µε κοκκινοπίπερο για την κάλυψη του παστουρµά, γ. (τουρκ. coven, πηγή : ΑΠΘ). τσιουγκαλτστάρ’ και τσιουκαλτστλάρ’ (του) : α. το ρόπτρο της εξώπορτας, β. τσιουκαλνώ (ρ.) = 1. χτυπώ το ρόπτρο της πόρτας, 2. (Παπασιώπης : χτυπώ την πόρτα µε το τσιουκάνι, ρόπτρο), (Μαλούτας : σφυροκοπώ). τσιουκάν’ (του) : α. µικρό σφυρί., β. (Προέλευση : από το αλβ. cokan, πηγή : ΙΝΒΑ, σελ. 252), γ. (Δηµητράκος : τσουκάνι = 1. σφύρα, 2. ρόπτρον, 3. ηχηρώς ηχών κώδων προβάτων, 4. τυκάνη ), δ. Προέλευση : από το αρχ. τυκάνη, πηγή Π.Λ.Μπ. τσιούλ’ (του) : α. φτηνό υφαντό κιλίµι από παλιά ή φθαρµένα υφάσµατα, β. τσούλα (η) = η ανήθικη γυναίκα, γ. τσιόλ’ (του) = ο τιποτένιος άνθρωπος, δ. τσιουλιέινιου (επίθ.) = φτιαγµένο από τσιούλ’ (φράση (Α.Ρ.) = «…έφκιαναν τρουβάδγια, τ’σάκια τσιουλιέινα…», ε. (τουρκ. cul, πηγή : ΑΠΘ), στ. συνών. σαρπόζ’*.

τσιούµπλα (η) : α. η τσίµπλα του µατιού, β. το µικρό µάτι στη βάση της κληµατσίδας που πρέπει να καταστραφεί κατά το κλάδεµα. τσιούνγκτς (επιφ.) : α. προσταγή του αναβάτη σε υποζύγιο (άλογο, µουλάρι κτλ.) να σταµατήσει (lias : η διαταγή συνοδευόταν µε παράλληλο τράβηγµα των χαλιναριών), β. λέγεται και στον φλύαρο ώστε να σταµατήσει να µιλάει, γ. Προέλευση : από το τσιούγκου*. τσιουρβάς (ου) : α. η σούπα, β. το νερουλό φαγητό, γ. µετ. η ανακατωσούρα, δ. Προέλευση : από το τουρκ. corba, πηγή : ΑΠΘ. τσιουρµπατζής (ου) : α. έµπορος, β. πραµατευτής, γ. προύχοντας, δ. (τουρκ. corbaci, πηγή : Χ.Χ.). τσιουρτσιβές (ου) : α. συρταρωτό παράθυρο που άνοιγε προς τα επάνω, β. (Προέλευση : από το τουρκ. cerceve, πηγή : Χ.Χ.), γ. δες και τσιρτσιβές*. τσιούτσιανους (επίθ.) : α. µικροκαµωµένος, β. τσιούτσιανου (επίθ.) = το µικρό παιδί, γ. τσιουτσιουκλάρ’ (του) = το παιδάκι, δ. Προέλευση : από το αρχ. τυτθός = µικρός, νέος, πηγή : Π.Λ.Μπ. τσι(ου)τσιούργια (η) : α. το τρεµούλιασµα, β. το ρίγος, γ. η ανατριχίλα. τσιούτσιους (ου) : α. ο θείος του πατέρα µου, β. ο µπάρµπας. τσίπα (η) : α. η ντροπή, β. το φιλότιµο, γ. το πέπλο του νυφικού της νύφης αλλά και της χήρας, δ. η πέτσα του γιαουρτιού, ε. (σλαβ. tzipa, πηγή : ΑΠΘ). τσιπουτσίνις (οι) : α. τα υπολείµµατα των πατηµένων σταφυλιών στον τρύγο, β. τα αφυδατωµένα σταφύλια πάνω στο κλήµα, γ. τα σταφύλια χωρίς ζουµί. τσιρέκ’ (του) : α. το τέταρτο, β. η ορθή γωνία, γ. τούρκικα νοµίσµατα (= Ό του µιτζιτιού), δ. το Ό της οκάς (=100 δράµια), ε. το Ό της ώρας, στ. η φαβορίτα, στ. (Νιάνια : στο λεπτό, αµέσως, στο τσάκα – τσάκα), ζ. (τουρκ. ceyrek). τσιρίζ’ (του) : α. κόλλα από άµυλο που χρησιµοποιούσαν οι τσαγκάρηδες, β. (τουρκ. ciris, πηγή : ΑΠΘ). τσίρκουλου (του) : α. ο περιοδεύον θίασος, β. το τσίρκο, γ. (ιταλ. circo, πηγή : ΑΠΘ), δ. (lias : γιατί όχι από το κύκλος;). τσίρλα (η) : α. η ευκοιλιότητα, β. το νερουλό αποπάτηµα, γ. δες και τσι(ού)λταρους*. τσιρόν’ (του) : α. είδος µικρού λιµνίσιου ψαριού για τηγάνισµα, (είδος τσίρου), β. λιαστό µικρό ψάρι της λίµνης. τσιρτσιβές (ου) : α. το κούφωµα της πόρτας ή του παράθυρου, (Τσότσος). τσίτ’ (του) : α. φτηνό χρωµατιστό βαµβακερό ύφασµα, β. (τουρκ. cit, πηγή : ΑΠΘ). τσίτα (η) : α. διχαλωτό ξύλο (για το στήριγµα των κληµατσίδων), β. επιρ. τεντωµένα. τσιτούρ’ (του) : α. το µεγάλο και πλατύ κεφάλι, β. στρόγγυλο δοχείο κρασιού, γ. σουπιέρα, δ. τσιτούρας (επίθ.) = ο κεφάλας, ε. Προέλευση : από το αρχ. κοτύλη, πηγή : Π.Λ.Μπ. τσίτσα και τσ´τσα (η) : α. µικρό ξύλινο δοχείο µε µικρό στόµιο για την µεταφορά και πόση οινοπνευµατωδών (κρασιού, τσίπουρου), β. είδος µικρής φτσέλας*, γ. (Παπασιώπης : µικρό δοχείο για ρακί), δ. Προέλευση από το αρχ. τίτθη = τροφός, πηγή : Π.Λ.ΜΠ. τ. 58,/// από το βουλγ. tsitska = θηλή µαστού, πηγή : ΑΠΘ., ε (σχόλιο lias : Καθηγητάρες! Μας βρήκαν ή τους βρήκαµε; όλα τούρκικα, Βουλγάρικα, Κουτσοβλάχικα και δεν συµµαζεύεται… ΕΛΛΗΝΙΚΑ είναι !!!). τσιτσί (του) : α. το κρέας, β. ο µαστός, γ. Προέλευση : από το αρχαίο τιτθός, πηγή : ΑΠΘ. τσιτσιλάτου (του) : α. φαγητό φούρνου µε φρέσκα κρεµµυδάκια και κοµµατιασµένα εντόσθια αιγοπροβάτων, (lias : γιορτινό Πασχαλιάτικο έδεσµα για το βράδυ µετά την Ανάσταση), β. (Παπασιώπης : τσίτσιλα = φαΐ µε τα εντόσθια του αρνιού διαφορετικό από τη µαγειρίτσα). τσιτσιόνα (η) : α. προσφώνηση σε γυναίκα, β. Προέλευση : από το τσιόνα*. τσιτώνου (ρ.) : α. τεντώνω καλά ένα ύφασµα προκειµένου να το κεντήσω στο ειδικό τελάρο, β. (Παπασιώπης : τυλώνω, τεντώνω, παραγεµίζω). τσίφτης (επίθ.) : α. ο άψογος, β. ο τέλειος (σε συµπεριφορά, εµφάνιση, τρόπους κτλ.). τσιφτσής (ου) : α. ο γεωργός, β. ο ζευγάς, γ. (Προέλευση : από το τουρκ. ciftsi, πηγή : Χ.Χ.). τσιχρά (επίρ.) : α. η άσχηµη όψη του προσώπου, β. η στενοχωρηµένη όψη στο πρόσωπο, γ. τσιχρές (ου) = η φάτσα, το πρόσωπο.

τσκάλ’ (του) : α. στρόγγυλη πήλινη χύτρα (lias : όπως η στάµνα αλλά µε φαρδύ στόµιο και καπάκι – εκεί µαγειρευόταν η φασολάδα αλλά και τα γιαπράκια), β. τσκαλάς (ου) = ο τσουκαλάς, γ. (λατιν. zucca = κολοκύθα, πηγή : ΑΠΘ.). τσµά – τσµί (βρισιά) : της µάνας σου το µ**νί. τσνιά (τα) : α. σπασµένα γυαλικά ή κεραµικά, β. (Προέλευση : πιθανόν από το China = Κίνα γιατί τα πορσελάνινα σερβίτσια ήταν Κινέζικα, [Παπασιώπης]), γ. δες και τσινιά*. τσότρα (η) : α. ξύλινο δοχείο για τη µεταφορά ή την πόση υγρών, µε πλατιά βάση που στενεύει προς τα πάνω, β. συνών. φτσέλα*, γ. ( Προέλευση : από το αρχαίο. κύαθος ή κοτύλη, > λατ. cotyla, > τουρκ. cotura, πηγή : ΑΠΘ ). τσούζου (ρ.) : α. πίνω δυνατά οινοπνευµατώδη, β. Φράση : «σι τζούζ’;» = 1. σε ενοχλεί, 2. σε πειράζει, γ. τσούχτρα (η) = 1. η γυναίκα που κατηγορεί τους άλλους, 2. η µέδουσα, (lias : δεν θα πρέπει να είναι σωστό γιατί οι Κοζιανιώτες δεν γνώριζαν την θάλασσα παλαιότερα). τσούκα (η) : α. µεγάλος τέντζερης, β. ως επιρρ. µεθυσµένος τύφλα, γ. τσούκας (ου) = ο µεγάλος πότης, ε. Φράση : «γίγκις τσούκα» = έγινες τύφλα στο µεθύσι. τσούρα (η) : α. το πέος, β. (Μαλούτας : από τον ήχο «τσούρ»). τσουράπ’ (του) : πλεκτή, χοντρή, µάλλινη κάλτσα. τσούριγµα (του) : α. η δυνατή και συριστική κραυγή, β. τσουρίζου (ρ.) = βγάζω δυνατές και διαπεραστικές φωνές, γ. δες και σούριγµα*. τσουρτσουλιάνους (ου) : α. ο κορυδαλλός, β. τσουρτσουλώνουµι (ρ.) = 1. κοµπάζω, 2. σκαρφαλώνω στην κορυφή. τσουρτσούφ’ (του) : ο ξυλοδαρµός. τσουτσέκ’ (του) : α. ο ασήµαντος άνθρωπος (µικρός σε ηλικία), β. ο άβγαλτος νεαρός, γ. (τουρκ. cicek, = «λουλούδι», πηγή : ΑΠΘ.). τύλους (ου) : α. ξύλινη τάπα βαρελιού, β. Προέλευση : από το αρχαίο τύλος, πηγή : Δηµητράκος. τυχαντζής (ου) : (Ν.Α.) : ο πλανόδιος στα πανηγύρια µε περιστέρια που έλεγαν την τύχη. τφάν’ (του) : α. δυνατός αέρας, β. ανεµοθύελλα, γ. η καταιγίδα, δ. ο τυφώνας, ε. Προέλευση από το αρχ. τυφών, πηγή : Π.Λ.Μπ. τ’φαρίκ’ (του) : α. εξαιρετικό πράγµα, β. εκλεκτό είδος, γ. (τουρκ. tefarik, πηγή : ΑΠΘ). τφέκ’ (του) : α. το τουφέκι, β. ο αργόστροφος άνθρωπος, γ. Φράση : «ξέρς τι τφέκ’ είνι αυτός;» = λέγεται για άνθρωπο που δεν µπορείς να καταλάβεις τις αντιδράσεις του.

Υ
Δεν υπάρχει λέξη που να αρχίζει µε Ύψιλον στα Κουζιανιώτκα.

Φ
φαΐ (του) : α. το φαγητό, β. το εσωτερικό των καρπών (φράση : «τσάκσι τα µπαλάµια κι φάι του φαΐ ’τα»), γ. µετ. η ουσία µίας υπόθεσης, δ. µετ. το κέρδος µιας δραστηριότητας, ε. µετ. η καλλονή (φράση : «γιρό φαΐ αυτήνια» = για την ωραία και καλοστεκούµενη γυναίκα), στ. του φάι = 1. η βρώση, 2. το φαγητό, 3. (φράση : «όι φάι κι αφτός…!» = για τον λαίµαργο). φαγάνα (η) : α. ο άπληστος, β. µετ. κάποιος ή κάτι που καταναλώνει υπέρµετρη ποσότητα (φαγητού, χρηµάτων, πετρελαίου κτλ., έτσι λέµε φαγάνα το αυτοκίνητο µεγάλου κυλινδρισµού, τον µανιώδη χαρτοπαίχτη, την άπληστη γυναίκα, τα «φρουτάκια» κτλ. κτλ.), γ. το οδοποιητικό µηχάνηµα (ο εκσκαφέας ή ο ισοπεδωτής). φακιόλ’ (του) : α. λεπτό κεφαλοµάντηλο, β. το τσεµπέρι, γ. (Χ.Χ. : 1. «στεφάνι» από δύο κοτσίδες, που δένονταν µε σιρίτια πάνω από το µέτωπο, 2. στεφάνι από λουλούδια), δ. (lias : πρόχειρο λεπτό µαντήλι για την προστασία των µαλλιών στις καθηµερινές δουλειές (ζύµωµα, µαγείρεµα αλλά και ξεσκόνισµα), ε. Προέλευση : από το βυζ. φακιάλιον>ρωµ. facial = κεφαλόδεσµος, πηγή : ΑΠΘ. φακίρζµα (του) : α. η µεγάλη έκπληξη, β. φακιρίζου (ρ.) = 1. ξαφνιάζω, 2. αφήνω

έκπληκτο. φακλάνα (η) : α. η ηλικιωµένη πόρνη, β. γυναίκα µε άσχηµο, χοντρό και πρόστυχο παρουσιαστικό, γ. συνών. : νταρντάνα*, πτάνα*, κτλ. φαµπλιά (η) : α. η οικογένεια, β. το σόι, γ. µετ. τα ανδρικά γεννητικά όργανα, δ. (λατ. familia, πηγή : ΑΠΘ). φανάρ’ (του) : α. φωτιστικό µε γυάλινο περίβληµα ώστε να µη σβήνει η φλόγα από τον αέρα, β. ντουλάπι από τσίγκο και σήτα για τη φύλαξη των τροφίµων που κρέµονταν, συνήθως, σε ευάερο και δροσερό χώρο για προφύλαξη από µύγες ή ποντίκια. φανός (ου) : α. ο χώρος όπου ανάβουν φωτιά σε βωµό για να διασκεδάσουν την Κυριακή της Τυροφάγου στην Κοζάνη, β. ο βωµός της αποκριάτικης φωτιάς, γ. Προέλευση : από το αρχ. φαίνω = πηγή : Νάσης Αλευράς, // Δηµητράκος : φαίνω>φαείνω = φωτίζω. φαντάζου (ρ.) : α. αναδεικνύοµαι, β. προκαλώ εντύπωση, γ. εντυπωσιάζω, δ. κάνω φιγούρα, ε. γενικά, εντυπωσιάζω µε την επιβλητική ή εξαιρετική εµφάνιση, στ. Προέλευση : από το αρχ. φαντάζω, πηγή : ΑΠΘ. φάρδους (του) : α. το πλάτος, β. µετ. η κωλοφαρδία και επακόλουθο η µεγάλη τύχη, η ρέντα, γ. φαρδόστρατα (η) = η λεωφόρος. φαρµάκ’ (του) : α. το δηλητήριο, β. η πίκρα, γ. το βάσανο, δ. µετ. το υπερβολικό κρύο, ε. φαρµακώνου (ρ.) = 1. πληγώνω κάποιον µε λόγια ή πράξεις, 2. τρώω, στ. φαρµάκουµα (του) = η δηλητηρίαση, ζ. φαρµακόγλουσα (η) = η γυναίκα που λέει σκληρά και προσβλητικά λόγια, η. Φράσεις : «έχ’ µνιά κλουτσιά! Φαρµάκ!» = έχει δυνατό σουτ στο ποδόσφαιρο, «φαρµάκ’ τουν έκαµις τουν καφέ!» = έκανες τον καφέ πολύ πικρό. φάρµακου (του) : α. το φαρµακευτικό παρασκεύασµα για την αντιµετώπιση κάποιας ασθένειας, β. µετ. το ψωµί και γενικότερα το φαγητό, γ. Φράση : «αυτό του µαγαζί είνι φαρµακείο» = µαγαζί µε πολύ ακριβές τιµές, δ. Προέλευση : από το αρχ. φαρµάκιον , πηγή : ΑΠΘ. φασκιά (η) : α. το σπάργανο, β. στενόµακρο βαµβακερό ύφασµα για το τύλιγµα του βρέφους, γ. φασκιόνουµι (ρ.) = τυλίγοµαι υπερβολικά για να αντιµετωπίσω το ψύχος, δ. φάσκιουµα (του) = το σπαργάνωµα των βρεφών. φέρµιλ’ (η) : α. αµάνικο γιλέκο διακοσµηµένο µε µεταξωτή ή χρυσή κλωστή, β. δες Κουζιανιώτκια φουρισιά*, γ. (αλβαν. fermel’ι, πηγή : ΑΠΘ.), δ. (ΑΠΘ : φέρµελη = ανδρικό γιλέκο κεντηµένο µε µετάξι ή στολισµένο µε χρυσό, που φοριόταν µαζί µε τη φουστανέλα), ε. (Δηµητράκος : είδος πολυτελούς ανδρικού γιλέκου, φεροµένου µετά της φουστανέλας). φέρνου (ρ.) : α. κουβαλώ, β. αναλογίζοµαι, (φράση : «του φέρνου να µνιάζ’ µ´ όσα µι λες»), γ. (lias : στο Δηµητράκο υπάρχουν 43 διαφορετικές ερµηνείες και στο ΑΠΘ. άλλες 12 !). φέσ’ (του) : α. το φέσι, β. µετ. το απλήρωτο χρέος, γ. το υπερβολικό µεθύσι (φράση : «γίγκαµι φέσ’!» = µεθύσαµε, δ. Προέλευση : από το όνοµα της πόλης Fez του Μαρόκου όπου κατασκευαζόταν, πηγή : Π.Λ.Μπ. φθισκός (επίθ.) : α. φυµατικός, β. ο αρρωστιάρης. φιβγάτσµα (του) : α. η απόδραση, β. η φυγάδευση, γ. φίβγα (η) = η φευγάλα, δ. φιβγάτους (επίθ.) = 1. ο εκτός πραγµατικότητας, 2. ο ιδιόρρυθµος, ο τρελούτσικος. φιλί (του) : α. φέτα ψωµιού απ’ άκρη σ’ άκρη του καρβελιού, β. κοµµάτι φαγώσιµου που κόβεται σε φέτες (πορτοκαλιού, καρπουζιού, πίτας, τυριού κτλ.), γ. φιλίτσα (η) = µικρή φέτα ψωµιού, δ. Προέλευση : από το βυζ. οφέλλιον<λατ. offella, πηγή : ΑΠΘ., ε. (σηµ. lias : το φιλί, o ασπασµός δηλαδή, λέγεται στα κουζιανιώτ’κα : του φλί). φιλουρίδ’ (του) : δες φυλλουρίδγια*. φίλους (επίθ.) : α. ο επισκέπτης, β. το άτοµο µε αµοιβαία αισθήµατα αγάπης και εκτίµησης, γ. ο φιλοξενούµενος, δ. δες και φλέβου*, φλιά*, ε. φιλιναδγιό (του) : φιλική επίσκεψη γυναικών σε συγκεκριµένο σπίτι. φίντα (η) : α. το πουλί που χρησιµοποιείται ως κράχτης για τη σύλληψη άλλων ωδικών πτηνών, δ. (σηµ. lias : ο φίλος µου Τάκης Πάπιστας ερµηνεύει : Προέλευση : από το Δάµων και Φιντίας). φίρτα (η) : α. η επίσηµη γυναικεία ποδιά, β. δες στο παράρτηµα γυναικεία φορεσιά*. φιρχάν’ (του) : α. ύφασµα που κρύβει κάτι, β. το σεντόνι, γ. η κουρτίνα, δ. (lias : φιρχάν έλεγε ο παππούς µου την κουβέρτα που στερέωνε στην πόρτα για να µην κρυώνει το δωµάτιο) ε. (Μαλούτας : λέξη γερµανική : vorhang,), ε. (Παπασιώπης : κουρτινάκι παραθύρου, λ. γερµαν. forhange), στ. (Γ. Κορκάς : η κουρτίνα του παραθύρου, προέλευση : από το φέρνει και χάνει το φως), ζ. (ξανά lias : άντε να βγει συµπέρασµα για την προέλευση της λέξης...). φισικλίκ’ (του) : η ζώνη µε θήκες όπου τοποθετούσαν τα πυροµαχικά.

φιστόν (του) : α. λεπτή µεταξωτή κορδέλα (την έβαζαν στο γυναικείο πουκάµισο για να είναι πλουµιστό), β. (Δηµητράκος : 1. είδος ανεβατού κεντήµατος, 2. γλυπτός διάκοσµος εν είδει γιρλάντας, 3. οδοντωτόν ή δαντελλωτόν ακρογείσιον///ΑΠΘ : 1. είδος κεντήµατος, 2. γλυπτός διάκοσµος που παριστάνει γιρλάντα από φύλλα ή καρπούς), γ. (Χ.Χ. = ποδόγυρος κεντηµένος) δ. (ιταλ. festone, πηγή : ΑΠΘ.). φίτσιους (ου) : α. ωοειδής ή κυβική πέτρα µε την οποία παίζαµε διάφορα παιχνίδια (Παπασιώπης), β. δες πιχνίδγια*. φκέλ’ (του) : α. το δικέλλι, β. είδος µεγάλου σκαλιστηριού, γ. Προέλευση : από το ευκολία, πηγή Π.Λ.Μπ.. φκιά και φτχιά (η) : α. πρόσφατα φυτεµένη έκταση στο χωράφι, β. το φυτώριο. φκιάνου (ρ.) : α. κάνω, β. φκιάνουµι (ρ.) = 1. καλλωπίζοµαι 2. µεθώ, 3. αποκτώ οικονοµική άνεση. φκιάρ’ (του) : α. το φτυάρι, (του χτίστη [µεταλλικό] αλλά και του φούρναρη [ξύλινο]), β. φκιαρούλ’ (του) = µικρό φτυάρι για τον καθαρισµό της στάχτης του τζακιού ή της σόµπας, γ. Προέλευση : από το αρχαίο πτύον, πηγή : Π.Λ.Μπ. φκιασίδ’ (του) : α. κάθε τι καλλυντικό προσώπου (κραγιόν, πούδρα κλπ.), β. φκιασίδου (επίθ.) = η γυναίκα µε υπερβολικό µακιγιάζ, γ. Προέλευση : από το αρχαίο φύκος = ψιµύθιον, φκιασίδι, πηγή : ΑΠΘ & Δηµητράκος. φλάγου (ρ.) : α. επιτηρώ, β. παραφυλάγω, (φράση : «φλάγου µην ιρθεί κάνας…») γ. προσέχω, δ. αποταµιεύω, ε. προστατεύω, στ. κρατώ, συντηρώ, (φράση : «δέκα χρόνια τούχα φιλαγµένου να στου δώσου»). φλαµούρ’ (του) : α. το τίλιο, β. το δέντρο φιλύρα, γ. το αντίστοιχο ρόφηµα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. φλάµµουλα = αναρριχητικό φυτό µε αρωµατικά άνθη, πηγή : ΑΠΘ. φλάµπουρου (του) : α. το σύµβολο µίας ιδέας, β. το λάβαρο, γ. η πολεµική σηµαία, δ. Προέλευση : από το [u]φλάµµουλα[/b] που εδώ εξηγείται (λόγω οµοιότητας) ως µικρή φλόγα, πηγή : ΑΠΘ., ε. (lias : αν προσέξετε τη σηµαία της επανάστασης του Μπούρινου που εκτίθεται στο Μουσείο Κοζάνης θα παρατηρήσετε ότι όντως µοιάζει µε φλόγα). φλασκί (του) : δοχείο νερού ή κρασιού από αποξηραµένη νεροκολοκύθα. φλαστήρας (ου) : α. ανάγλυφο ξύλο για το στόλισµα ή το µαρκάρισµα του ψωµιού πριν πάει στο φούρνο, β. η σφραγίδα του πρόσφορου για την εκκλησία. φλέβου και φλεύου (ρ.) : α. φιλεύω, β. lias : στην Κοζάνη δεν σηµαίνει απλά τραπεζώνω κάποιον αλλά κάτι περισσότερο, κάνω φίλο κάποιον και του προσφέρω την φιλοξενία µου, γ. Προέλευση : από το φλεψ = φλέβα, πηγή : Π.Λ.Μπ., δ. (lias : Στην Κοζάνη αλλά και στη γύρω περιοχή συνηθιζόταν παλαιότερα η αδελφοποίηση : έκοβαν τη φλέβα και ένωναν το αίµα της µε το αίµα κάποιου άλλου που εκτιµούσαν και έτσι γινόταν όµαιµοι). φλί (του) : α. το φιλί, β. ο ασπασµός, γ. φλώ = φιλώ, ασπάζοµαι. φλιά (η) : α. η παράθεση γεύµατος ή δείπνου σε φίλο –ους, β. η ποικιλία των φαγητών σε ένα τραπέζωµα φίλων, γ. το φιλοδώρηµα, δ. δες και φλέβου*. φλόκα (η) : α. η καραµέλα γάλακτος, β. Προέλευση : από το ζαχαροπλαστείο του Φλόκα, που πρώτος κυκλοφόρησε το προϊόν. φλόκους (ου) : α. ο κόµπος που ενώνει δύο µάλλινα νήµατα, β. το στριµµένο νήµα που εξέχει από τις φλοκάτες, γ. Προέλευση : από το ιταλ. flocci = κόµπος, πηγή : ΑΠΘ. φλώ (ρ.) : α. φιλώ, β. φιλοξενώ, γ. παραθέτω γεύµα σε κάποιον, δ. δες και φλέβου*, φλί*. φόβγιους (επίθ.) : α. ο επικίνδυνος, β. ο τροµακτικός, γ. (φράση : «φλάξ’ είνι πουλύ φόβγιους αυτός!»). φόλα (η) : α. δηλητηριασµένο δόλωµα για θανάτωση άγριων ζώων, β. το δόλωµα, γ. µετ. το δηλητήριο, δ. κοµµάτι δέρµατος σε µπαλωµένο παπούτσι, ε. (Χ.Χ.) το µεγάλο πλακουτσωτό κεφάλι του γυφτόκαρφου, στ. ο φανατικός, (είναι φόλα ΝΔ, ΠαΣοΚ , Ολυµπιακός κτλ.), ζ. Προέλευση : από το βυζ. φόλλις = τροφή, µικρό νόµισµα, πηγή : ΑΠΘ. φόντ’ (του) : α. το σώσµα του κρασιού στο βαρέλι, το ίζηµα, β. ο πάτος του βαρελιού, γ. το πάνω µέρος του παπουτσιού πριν τοποθετηθεί στη σόλα, δ. Προέλευση : από το ιταλ. fonda, πηγή : ΑΠΘ. φουκάλ’ (του) : α. η σκούπα, το σάρωθρον, β. άλλα είδη : τσιουγκουφόκαλου*, πικρουφόκαλου* κτλ. γ. Φράση : [i]«σουµένου φουκάλ’»[/b] = άνθρωπος που έχει καταρρεύσει, αποµυζωθεί, δ. φουκαλίδ’ (του) = το σκουπίδι, ε. φουκαλνώ (ρ.) = 1. σκουπίζω, καθαρίζω 2. σκοτώνω κάποιον, 3. τρώω το φαγητό λαίµαργα µέχρι τέλους, στ. φουκάλτζµα (του) = το σκούπισµα αλλά και όλα τα λοιπά : καθάρισµα, σκότωµα,

καταβρόχθισµα, ζ. Προέλευση : από το αρχ. φρόκαλο = σκουπίδι, πηγή : Δηµητράκος. φουλιά (η) : α. η φωλιά, β. µετ. τα γυναικεία γεννητικά όργανα, γ. µετ. η γυναικεία αγκαλιά, δ. αντίθετο της αντρικής φαµπλιάς*. φουλτάκ’ (του) : α. η φουσκάλα στο σώµα από κάψιµο, (έγκαυµα 2ου βαθµού), β. η φουσκάλα στο χέρι από πολύ έντονη χειρονακτική εργασία, γ. φουλτάκιασµα (του) = το δυνατό κάψιµο, δ. φούλτακας = φουσκάλα από έγκαυµα, ε. Προέλευση : από το αρχαίο [u]φλυκταίνη[/b] = φυσσαλίς, πηγή : Π.Λ.Μπ. φούντα (η) : α. δέσµη νηµάτων, ο θύσανος, β. βέργα κλήµατος όπου κρέµονταν τα σταφύλια για να καταναλωθούν το χειµώνα, γ. δέσµη ή αρµάθα ξηραµένων καρπών (πιπεριές, τοµάτες, µπάµιες, σύκα κτλ.), δ. δέσµη από κοµµάτια σερπαντίνας που κρέµονται για διακόσµηση των φανών, ε. δέσµη σερπαντίνας για την ουρά του χαρταετού. φούρκα (η) : α. ο θυµός, β. διχαλωτή γερή βέργα για την υποβοήθηση του φορτώµατος των ζώων, γ. Προέλευση : από το λατ. furca, πηγή : ΑΠΘ. φούρλα (η) : α. η στροφή γύρω από τον εαυτό µας, β. το τριγύρισµα, γ. η περιστροφή, δ. η «πέρα – δώθε» βόλτα, ε. η χορευτική στροφή, στ. η γυροβολιά, ζ. Φράση : «τουν ίφιρα φούρλα» = τον κατάφερα, η. Προέλευση : από το ιταλ. frullo = περιστρέφοµαι γρήγορα, πηγή : ΑΠΘ. φουρλιάζου (ρ.) : α. παραπετώ, β. πετώ κάτι στα σκουπίδια, γ. ξεφορτώνοµαι, δ. φούρλιαγµα (του) = το πέταµα. φουρούσ’ (του) : ξύλινη, µεταλλική ή πέτρινη προεξοχή του τοίχου για την υποστήριξη του µπαλκονιού ή του γεισώµατος. φουρτζέλ’ (του) : α. η κασέλα, β. το σεντούκι. φουρφούρ’ (του) : α. παιδικό παιχνίδι που γίνεται µε χαρτί και µοιάζει µε ανεµόµυλο, β. η ανεµοδούρα, γ. (Μαλούτας : από τον ήχο «φούρ»). φούσκα (η) : α. η κύστη των ούρων, β. το µπαλόνι, γ. φούσκις (οι) = το πόπ κόρν, δ. (Παπασιώπης : φούσ’κις = φλύκταινες), ε. φουσκαλίθρις (οι) = 1. οι φουσκάλες του καφέ, 2. τα φουλτάκια*. φραγκαλνώ (ρ.) : α. πληρώνω, β. εξοφλώ το χρέος µου, β. Προέλευση : από το φράγκο. φράγκου (του) : α. η δραχµή, β. φράγκους (ου) = ο Γάλλος, γ. φράγκα (τα) = τα κέρµατα γενικώς. φρανέλ’ (του) : α. η µάλλινη φανέλα, β. του κατασάρ’* (δες Κουζιανιώτκια φουρισιά*), γ. Προέλευση : από το ιταλ. flanella, πηγή : ΑΠΘ. φρατσάλ’ (του) : το πατηµένο στη φτέρνα (συνήθως παλιό) παπούτσι που φοριόταν και σαν παντόφλα. φραψάνθ’ (η) : α. το βούρλο, β. καλαµοειδές φυτό, τον καρπό του οποίου χρησιµοποιούµε ως φάρµακο (Παπασιώπης). φράψους (ου) : δες θράψους*. φρίγουµι (ρ.) : α. τροµάζω, β. λαχταρώ, γ. Φράση : «τουν φρίθκα» = µου έκανε µεγάλη εντύπωση, τον παραδέχτηκα, δ. φρίξ’ (η) = 1. ο τρόµος, 2. η φρίκη, ε. φρίγου (ρ.) = τροµάζω κάποιον, στ. Προέλευση : από το αρχαίο φρίττω, πηγή : ΙΝΒΑ, στ. (lias : από δω βγήκε το «φρικιό» που είναι το ελληνοποιηµένο αγγλικό freak = τέρας). φρύδ’ (του) : α. το φρύδι του προσώπου, β. η κορυφογραµµή, γ. διακοσµητική γραµµή στους τοίχους, διαφορετικού χρώµατος από το κυρίως βάψιµο, δ. Προέλευση από το αρχαίο οφρύς, πηγή : ΑΠΘ. φσέκ’ (του) : α. το φυσέκι, β. Φράση : «ίνι τρανό φσέκ’» = υποτιµ. φσώ (ρ.) : α. φυσώ, β. φουσκώνω, γ. έχω πολλά χρήµατα (φράση : «τουν φσάει τουν παρά»). φτάνου (ρ.) : α. πλησιάζω, β. ωριµάζω, γ. απλώνω το χέρι και πιάνω κάτι από ψηλά, δ. πλησιάζω στον προορισµό µου, ε. αρκούµαι, στ. αφικνούµαι, ζ. Προέλευση : από το αρχαίο : φθάνω, πηγή : ΑΠΘ. φτί (του) : α. το αυτί, β. Φράσεις : «βάλι φτί» = κρυφάκουσε, «έβαλιν τ’ αφτιά τ’ µέσα κι…» = ταπεινώθηκε και υποχρεώθηκε να …, γ. φτίκαρς (επίθ.) = 1. άνθρωπος µε µεγάλα αυτιά 2. µε δυνατή ακοή, 3. ο ωτακουστής. φτίκαρς (ου) : α. άνθρωπος που φτύνει συνεχώς, β. άνθρωπος µε µεγάλα αυτιά, δες φτί*, γ. ο λαγός (γιατί έχει µεγάλα αυτιά). φτουρώ (ρ.) : α. είµαι αυτάρκης, β. κάνω µία δουλειά που είναι βολική και έτσι καταφέρνω να

την τελειώσω γρήγορα εύκολα και µε επιτυχία, γ. φτούρζµα (του) = 1. η επιδεξιότητα, 2. η αποδοτικότητα, γ. φτουρκός (επίθ.) = ο αποδοτικός, δ. Φράση : «δεν φτουράει» = δεν αρκεί, δεν φτάνει, ε. Προέλευση : από το λατ. obduro = αντέχω, υποµένω, πηγή : ΑΠΘ. φτσέλα (η) : α. ξύλινο είδος παγουριού µε βάση για τη µεταφορά κρασιού ή νερού στο χωράφι, την εξοχή κτλ. β. Προέλευση : από το βουτσέλλα<µσν. βουτσίν<αρχ. βυτίον>λατ. buttia, πηγή : Τσότσος, σ. 287. φτώ (ρ.) : α. φτύνω, β. περιφρονώ κάτι η κάποιον, γ. "σι φτώ" = φεύγω, δ. έφτσα (αόρ.) = κάνε γρήγορα. φυλλουρίδγια (τα) : α. στενόµακρα κοµµάτια χαρτιού, φύλλου πίτας κτλ. β. δέσµη πεταγµένων σερπαντίνων, γ. η ουρά του χαρταετού ή της ψαλίθρας (σαΐτας), δ. φιλουρές (οι) = ίχνη από χτύπηµα στο σώµα µε καµτσίκι, λωρίδα ή βέργα. φυράδα (η) : α. η χαραµάδα, β. το σκίσιµο, γ. φυρός (επίθ.) = 1. ο ελαττωµένος σε ποσότητα ή όγκο, 2. ο χαζός (έχει λιγότερο µυαλό από το κανονικό), δ. φυραίνου (ρ.) = ρίχνω στο αλεύρι νερό για να αραιώσει για το καλύτερο ζύµωµα του ψωµιού, ε. Προέλευση : από το αρχαίο φυρώ<φυραίνω , πηγή : ΑΠΘ. φύρτα (η) : α. η µπέρτα, β. δες στο παράρτηµα γυναικεία φορεσιά*. φχιούµπα (η) : α. η πόρπη, β. η αγκράφα της ζώνης.

Χ
χαβαλές (ου) : α. το ενοχλητικό ή υπερβολικό βάρος και συνεπώς η φασαρία από κάποιον ή κάτι, β. η τεµπέλικη συµπεριφορά, γ. η ατέρµονη ή άσκοπη συζήτηση, δ. Προέλευση : από το αραβ. havale = µετάθεση υπόθεσης, πηγή : ΑΠΘ. χαβάν’ (του) : α. ορειχάλκινο γουδί για την κονιορτοποίηση µπαχαρικών ιδίως, β. καπνοκοπτικός µηχανισµός, γ. Προέλευση : από το τουρκ. havan, πηγή : ΑΠΘ. χαβάς (ου) : α. η µελωδία του τραγουδιού, β. το δροσερό αεράκι, η αύρα, γ. το κελάδηµα του πουλιού, δ. Φράση : «τουν είπα να µην πααίν’! τουν χαβάτ’ αυτός» = για τον εγωιστή που θέλει να κάνει το δικό του, ε. Προέλευση : από το αραβ. hava= αέρας, µελωδία, πηγή : ΑΠΘ., στ. (lias : γιατί όχι από το αύρα; σηµαίνει σχεδόν το ίδιο). χαβντάρζµα (του) : α. το καλαµπούρι, β. Φράση : «δεν χαβνταρίζ’ αυτός!» = δεν αστειεύεται. χαβούζ’ (του) : α. φυσικό πέτρινο κοίλωµα όπου συγκεντρώνεται νερό, β. η δεξαµενή, γ. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. havuz = µικρή τεχνητή λίµνη, πηγή : ΑΠΘ. χάβρα (η) : α. θερµή ατµόσφαιρα σε κλειστό χώρο, β. πολύβουη συγκέντρωση όπου µιλούν όλοι συγχρόνως και δεν καταλαβαίνεις τίποτε, γ. Προέλευση : από το χάβρα που είναι η Συναγωγή των Ιουδαίων. χάζ’ (του) : α. η ευχαρίστηση, β. το γούστο, γ. η απόλαυση, δ. το χάζεµα θεάµατος χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ε. Προέλευση : από το τουρκ. haz, πηγή : ΑΠΘ. χαζέλια (τα) : α. οι βλακείες, β. τα αστεία, γ. οι ανοησίες, δ. χαζίτκα και χαζά (τα) = 1. οι βλακώδεις πράξεις, 2. οι χαζοµάρες. χαζ´ρκα (επίρ.) : α. έτοιµα εκ των προτέρων, β. χαζούρκους (επίθ.) = ο ξένοιαστος, γ. χαζ ´ρκ’ (η) = 1. η αραχτή, β. η έτοιµη, δ. (ΑΡ : η λέξη τονίζεται στο ζ). χαϊάτ’ (του) : α. το στεγασµένο µπαλκόνι, β. υπόστεγο στην πρόσοψη του σπιτιού (Παπασιώπης), γ. Προέλευση : από το τούρκ. hayat = σκεπασµένη αυλή, πηγή : ΑΠΘ., δ. δες Κουζιανιώτκου σπίτ’*. χαϊβάν’ (του) : α. πολύ κουτός άνθρωπος, β. οικόσιτο ζώο, γ. τετράποδο ζώο, δ. (Χ.Χ. = γαϊδούρι), ε. Προέλευση : από το περσ. hayvan, πηγή : ΑΠΘ. χαΐντς (επίθ.) : α. ο αχαΐρευτος, β. ο ανεπρόκοπος. χαϊρλίθκα (επιφ.) : α. ευχή για όφελος και προκοπή κάποιου µετά την υπογραφή της συµφωνίας, β. γουρλίδικα, γ. χαΐρ’ (του) = η προκοπή, δ. χαϊρλίθκους (επίθ.) = γουρλίδικος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. hayir, πηγή : ΑΠΘ. χαϊρσιούσκους και ουρσούσ’σκους (επίθ.) : α. ο αχαΐρευτος, β. ο άχρηστος, γ. ο ανεπρόκοπος, δ. ο ανοικοκύρευτος, ε. Προέλευση : από το τουρκ. hayirsiz = άχρηστος,, πηγή : Χ.Χ. χάλ’ (του) : α. η κατάντια, β. η άσχηµη κατάσταση, γ. (Χ.Χ.) : η επιληψία, δ. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. hal = κατάσταση, πηγή : ΑΠΘ. χαλέβου (ρ.) : α. ζητώ, β. επιθυµώ, γ. θέλω, δ. γυρεύω, ε. Προέλευση : από το αρχαίο χαλά =

παλάµη, πηγή : Δηµητράκος. χαλές (ου) : α. το αποχωρητήριο, β. µετ. χυδαίος άνθρωπος, γ. χαλιαµάς (ου) = ο αθυρόστοµος, δ. Φράση : [i]«ιού χαλέ άπλιτι…»[/b] = άντε φύγε βροµιάρη, ε. Προέλευση : από το αραβ. hale, πηγή : ΑΠΘ. χαλιόλαδου (του) : το µπριγιόλ, (λάδι για το στρώσιµο των µαλλιών). χαλκουδαίµουνας (ου) : α. ο διαβολεµένος άνθρωπος, β. ο ενοχλητικός πιτσιρικάς, γ. ΧΧ. Ο ανάποδος. χάλκουµα (του) : α. µεγάλο χάλκινο σκεύος, µικρότερο από το καζάνι, β. χαλκώµατα (τα) = το σύνολο των χάλκινων σκευών. χαµάδις (οι) : οι πεσµένοι καρποί δέντρου. χαµάλα (η) : α. τετράτροχο κάρο για τη µεταφορά αντικειµένων, β. η φοράδα, γ. χαµάλτς (ου) = ο αχθοφόρος, δ. χαµαλίκ’ (του) = 1. η αγγαρεία, 2. η βαριά χειρονακτική δουλειά, ε. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. hamal = αχθοφόρος, πηγή : ΑΠΘ. χαµέντριου και χαµέντιρου (του) : α. χαµηλό (έως 10 το πολύ εκατ.) βότανο, το τεύκριον η χάµαιδρυς, πανάκεια για τους Κοζανιώτες, β. (lias : έχει πολύ πικρή γεύση και πίνεται µε µέτρο λόγω των ισχυρών ιδιοτήτων του. Περισσότερα στην εργασία «57 ΒΟΤΑΝΑ & ΦΥΤΑ του ψηλού Αηλιά Κοζάνης »). χάµκους (επίθ.) : α. ο φουσκωτός, β. ο πλαδαρός, γ. ο παχουλός, δ. ο αφράτος, ε. µετ. ο κατωτέρας ποιότητος. χαµόρακας (ου) : α. ο τυφλοπόντικας, β. Προέλευση : από το συνθ. χάµω+όρυγµα, γ. (lias : άκουσα να τον λένε και χάµουργκα). χαµούργια (τα) : α. γενικά η σαγή των αλόγων και ιδιαιτέρως τα γκέµια, (Παπασιώπης), β. µείγµα από διάφορα υλικά που χρησιµοποιούνται σα γέµιση π.χ. στα λουκάνικα, (Ντίνας). χαµπάρ’ (του) : α. η είδηση, το νέο, το µαντάτο, β. χαµπέρας (επίθ.) = 1. ο κουτσοµπόλης, 2. ο περίεργος, γ. χαµπαρίζου (ρ.) = 1. αντιλαµβάνοµαι, 2. υπολογίζω, δ. χαµπάρια (τα) = 1. οι σαχλαµάρες, 2. µετ. οι όρχεις, ε. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. haber, πηγή : ΑΠΘ. χάνα : α. υποθετικό θα = [i]«άµα µ’ άκουγιν δεν χάνα πάθ’…»[/b] = εάν … δε θα , β. παρά λίγο. χανταβάρζµα (του) : α. η συζήτηση που γίνεται σε µία παρέα, β. το καλοπροαίρετο πείραγµα ή αστείο σε µία παρέα, γ. το κόρτε. χαντακώνουµι (ρ.) : α. υπονοµεύοµαι, β. καταστρέφοµαι, γ. ξεφτιλίζοµαι δ. χαντακουµένους (επίθ.) = 1. ο ριγµένος, 2. ο κατεστραµµένος, 3. ο κακόµοιρος, 4. ο δύστυχος, ε. χαντάκουµα (του) = η µεγάλη ζηµιά, στ. Προέλευση από το αρχαίο χάνδαξ = τάφρος, πηγή : Δηµητράκος. χαντόλιας (επίθ.) : α. ο ανόητος, β. ο βλάκας, γ. ο χάχας, δ. ο ελαφρόµυαλος, ε. Προέλευση : από το οµηρικό επίρρηµα χανδόν = µε ανοιχτό στόµα, πηγή : Π.Λ.Μπ. χαντούµς (ου) : α. ο σεξουαλικά ανίκανος, β. µετ. αυτός που δεν έχει το σθένος (τα αρχ**ια) για κάτι, γ. κυριολ. ο έχων κοµµένους όρχεις, ο ευνούχος, δ. Προέλευση : από το τουρκ. hadim, πηγή : ΑΠΘ. χαρά (η) : α. ο γάµος, (σηµ. lias : εννοείται : οι προετοιµασίες για την τελετή και η τελετή και όχι ο θεσµός που λέγεται παντρά* ) β. το ευχάριστο συναίσθηµα, η χαρά, χαραΐ (η) : α. το χάραµα, η χαραυγή, β. το πρωί, γ. χαραϊάτ’κα = πρωί – πρωί. χαρλαχάµς (επίθ.) : ο χαζός. χαρλιµές (ου) : α. ο χαραµοφάης, β. (Μαλούτας : άνθρωπος άδικος, παράνοµος κτλ. [χαράµι +λεµές]). χαρότς (επίθ.) : α. ο προσκεκληµένος σε γάµο, β. ο γαµήλιος, γ. χαρότκους (ου) = ο προερχόµενος ή προοριζόµενος γάµου (κεράσµατα, ρουχισµός, δώρα κτλ). χάρου (του) : το φέρετρο. χάρτζ’ (του) : το µεταξωτό σιρίτι. χάρτσ’ (του) : α. το πρώτο και χοντρό χέρι του τριβιδιού στο σοβάτισµα, β. το σγουρό σοβάτισµα, γ. το µείγµα µπαχαρικών, λαχανικών κτλ. για µαγείρεµα (π.χ. γεµιστά, λουκάνικα κτλ.). χαρχάλ’ (του) : α. το λειρί του κόκορα, β. διακόσµηση σε καπέλο, γ. το δαντελωτό τελείωµα ενός εργόχειρου.

χαρχάλου (η) : α. άσχηµη µεγαλοκοπέλα, β. γυναίκα µε κρεµασµένα µάγουλα, γ. ανήθικη γυναίκα χάσκα (η) : α. αποκριάτικο έθιµο της Κοζάνης, (lias : µετά τη «συγχώρεση» και πριν πάνε στο Φανό ο γεροντότερος δένει ένα αυγό ή ένα λουκούµι σε κλωστή και το κρεµάει στον κλώστη ενώ τα παιδιά προσπαθούν να το αρπάξουν έχοντας το στόµα ανοιχτό (απαγορεύονται τα χέρια), β. Προέλευση : από το αρχ. χάσκω = ανοίγω πολύ το στόµα, πηγή : ΑΠΘ. χάσκους (επίθ.) : ο ατόφιος, β. ο καθαρός, γ. ο εκλεκτός. χασµίσια (τα) : α. τα κάθε είδους φαγώσιµα, β. η ποικιλία εδεσµάτων, γ. γενικά όλα τα µικρά γλυκά, καραµέλες, ξηροί καρποί κτλ. για προσφορά στα µικρά ή για να περνάει η ώρα, δ. Προέλευση : από το ελνστ. χάσµησις, πηγή : Χ.Χ. χατάς (ου) : α. ο απρόσµενος µπελάς, β. το σφάλµα, γ. η νίλα, δ. η φασαρία, ε. η ζηµιά, στ. Προέλευση : από το τουρκ. hata = σφάλµα, πηγή : ΑΠΘ. χατζηλίκ’ (του) : α. η στέψη κάποιου ως χατζή, β. ο τίτλος του χατζή, γ. το προσκύνηµα στους Αγίους Τόπους, δ. χατζής (επίθ.) = το άτοµο που προσκύνησε τρεις φορές ους Αγίους Τόπους, ε. Προέλευση : από το τουρκ. haci = µωαµεθανός προσκυνητής της Μέκκας, πηγή : ΑΠΘ. χάφτου (ρ.) : α. τρώω λαίµαργα, β. µετ. πιστεύω εύκολα σε όσα ακούω, γ. χαψιά (η) = 1. η µπουκιά, 2. η ποσότητα τροφής που χωράει το στόµα, δ. χάφταρς (επίθ.) = ο ευκολόπιστος, ε. Προέλευση : από το αρχαίο κάπτω = καταπίνω µε βουλιµία, πηγή : ΑΠΘ. χάχα – µπάχα (επιφ.) : α. γέλια και γλέντια, β. αστεία και γέλια, γ. οι διασκεδάσεις. χαχαµπίµπς (ου) : α. ο ξεµωραµένος από έρωτα, β. ειρων. το ραµολιµέντο, γ. (από το αραβ. «γιαχαµπίµπι;). χιλιάρα (η) : α. µπουκάλι 2 ½ οκάδων ( και άρα 1.000 δραµιών ), β. µεγάλη βαρέλα χωρητικότητας 1.000 κρασιού. Χινόπουρου (του) : α. το φθινόπωρο, β. Προέλευση : από το φθίνουν+οποί = ελαττώνονται οι χυµοί, πηγή : Π.Λ.Μπ. χίντκου (του) : βαµβακοµέταξο ύφασµα ή κλωστή. χιρά (η) : η ποσότητα που µπορεί και πιάνει το χέρι (από στάχυα στο θέρισµα, από κληµατσίδες για προσάναµµα κτλ. χιριτίµατα (τα) : α. χαιρετώ κάποιον µέσω άλλου (φράση : «δώσι χιριτίµατα στου…» ), β. στη φράση : «αν δε σι πλήρωσ’ κι σήµιρα… χιριτίµατα» = αλίµονο αν δεν πληρωθείς σήµερα, θα χάσεις τα λεφτά σου, γ. χιρέτσµα (του) = προσκύνηµα εικόνας, σταυρού ή άλλου εκκλησιαστικού συµβόλου. χίρλιας (επίθ.) : ο πανέτοιµος. χιρόβουλου (του) : α. είδος ξύλινου γαµψού γαντιού που φορούσαν οι θεριστές για να ξεχωρίσουν µία δέσµη σιταριών αλλά και να προστατεύουν τα χέρια τους από το κόψιµο του δρεπανιού, β. ποσότητα θερισµένου σιταριού που αποτελείται από µερικές χεριές (Ντίνας), γ. Προέλευση : από το αρχ. χείρ+βάλω, πηγή : Π.Λ.Μπ. χιρότχια (τα) : α. τα γάντια, β. Προέλευση : από το βυζ. χειρόκτιον, πηγή : Π.Λ.Μπ. χλιάµτας (επίθ.) : α. ο κοιµισµένος, β. ο βαριεστηµένος, γ ο αδιάφορος. χλιαπατώ (ρ.) : α. καταβροχθίζω, τρώω µε λαιµαργία, β. χλιαπατιάης (επίθ.) = 1 ο φαγάς, 2. αυτός που τρώει πολύ φαγητό µε λαιµαργία, γ. χλιαπάτζµα (του) = λαίµαργη κατάποση του φαγητού. χλιάρ’ (του) : α. το κουτάλι, β. χλιαρά (η) = η κουταλιά, γ. χλιάρα (η) = 1. η κουτάλα σερβιρίσµατος, 2. υβρ. η γλωσσού (ιδίως γυναίκα), δ. χλιαράκ’ (του) = το κουταλάκι, ε. Προέλευση : από το αρχαίο κοχλίας, πηγή : ΑΠΘ. χλιαρούλ’ (του) : το κάτω χείλος του στόµατος. χλιµπουνιάρς (επίθ.) : α. ο κιτρινιάρης, β. ο χλωµός, γ. ο άρρωστος από ελονοσία, δ. χλιµπόνα (η) = η κιτρινάδα, ε. Προέλευση : από το χλωµός, πηγή : Π.Λ.Μπ. χλιώνου (ρ.) : α. ζεσταίνω τα χέρια µου µε την ανάσα µου, β. χλιαρώνω κάποιο ζεστό ρόφηµα φυσώντας το, γ. χουχουλίζω, δ. χλιούτσ’κου (επίθ.) = το χλιαρό. χνάρ’ (του) : α. το ίχνος, β. το σχέδιο σε εργόχειρο προκειµένου να κεντηθεί, γ. το ίχνος του ποδιού των ζώων, δ. χνάργια (τα) = οι χήνες. χνέρ’ (του) : α. το πάθηµα, β. η εξαπάτηση, γ. το ρεζιλίκι, δ. η γκάφα, ε. το «χοντρό» πείραγµα, στ. Προέλευση : από το τούρκ. huner = δεξιοτεχνία, πηγή : ΑΠΘ.

χνιούµ’ (του) : α. το υπόλειµµα από το ξυλοκάρβουνο, β. η καρβουνόσκονη, γ. Προέλευση : από το δωρ. χούς = κονιορτός, κόνις, πηγή : Π.Λ.Μπ. χνιούµι και χνιέµι (ρ.) : α. ορµώ να µπω κάπου µε εκδίκηση, β. εισέρχοµαι βίαια, γ. Προέλευση : από το ελνστ. χύνοµαι, πηγή : Π.Λ.Μπ. χόβουλ’ (η) : α. ζεστή στάχτη, β. η θρακιά. χόλµπαρς (επίθ.) : α. ο λαίµαργος, β. ο φαγάς. χουζµέτχια (τα) : α. οι καθηµερινές δουλειές του σπιτιού, β. οι φροντίδες, γ. οι εξυπηρετήσεις, δ. (Δηµητράκος : οι υπηρεσίες), ε. χουζµικιάρς (ου) = ο υπηρέτης (για τη φροντίδα των ζώων, στ. χουζµέτας (επίθ.) = ο εξυπηρετικός άνθρωπος, ζ. χουζµιτέβου (ρ.) = φροντίζω κάποιον που δεν µπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί (γέροντα, παιδάκι, άρρωστο κτλ.), η Φράση : [i]«ιέλα να φκιάσουµι του χουσµέτ’»[/b] = έλα να κάνουµε έρωτα. χουζούρ’ (του) : α. το τεµπέλιασµα, β. η τεµπέλικη ξεκούραση σε κρεβάτι, γ. η απόλαυση, δ. Προέλευση : από το αραβ. huzur, πηγή : ΑΠΘ. χούι (του) : α. συνήθεια που ενοχλεί τους άλλους, β. η ιδιορρυθµία, γ. το ελάττωµα του χαρακτήρα, δ. χουιλούς (επίθ.) = 1. αυτός που έχει ιδιότροπες συνήθειες, 2. µετ. ο πούστης, ε. Προέλευση : από το τουρκ. huy, πηγή : ΑΠΘ. χουιάζου (ρ.) : α. µαλώνω, επιτιµώ κάποιον, β. φωνάζω για να διώξω τα σκυλιά µακριά, γ. επιπλήττω κάποιον µεγαλόφωνα, δ. Προέλευση : από το σλαβ. hujati, πηγή : ΑΠΘ. χουλέβα (η) : α. ρούχο των νεογέννητων, η φουφούλα, β. χοντρή κάλτσα που έµπαινε πάνω από την κανονική, γ. (lias : κάτι σαν περικνηµίδα), δ. (Παπασιώπης: Δεν είναι οι γνωστές χολέβες των τσολιάδων. Απλώς κόβαµε τις πατούσες από τις κάλτσες και µε ένα πετσί ή λάστιχο, περασµένο από την κάµαρα του ποδιού, συγκρατούσαµε το πάνω µέρος τους. Το πέλµα έµενε τελείως γυµνό.). χουλ’κό (του) : α. χοντρό σπυρί µε πύο ή χωρίς, β. ο καλόγερος αλλά και κάθε είδους δερµατικό απόστηµα, γ. µετ. βάσανο που δεν µπορώ να το ξεφορτωθώ. χούµους (ου) : α. το φυτόχωµα, β. Προέλευση : από το λατιν. humus = χώµα, πηγή : ΑΠΘ. χουρατάς (ου) : α. ολιγοµελής καλοκαιρινή γυναικεία απογευµατινή συγκέντρωση στο κατώφλι ενός σπιτιού της γειτονιάς για κουτσοµπολιό, αστεία, εργόχειρο κτλ., β. (Παπασιώπης : η συνοµιλία, που γίνονταν από τους γείτονες στα πιζούλια και τ’ αστεία), γ. χουρατό (του) = το άκακο πείραγµα, το αστείο, δ. χουρατεύου (ρ.) = 1. αστειεύοµαι, 2. πειράζω κάποιον καλοπροαίρετα, ε. Φράση : "δεν χουρατέβου" = 1. σοβαρολογώ, 2. δεν υποχωρώ, 3. δεν αστειεύοµαι. χουργιάτς (επίθ) : α. ο κάτοικος του χωριού, β υβρ. ο υπόδουλος, ο κατώτερος άνθρωπος, γ. ο αγροίκος, δ. (lias : µε το σύνταγµα των Νεότουρκων το 1908 υποχρεώθηκαν οι ραγιάδες να καταταγούν στον τούρκικο στρατό και να υπογράψουν αποδοχή του νέου συντάγµατος (=χουριέτ). Επειδή τα χωριά ήταν γεµάτα µε Τούρκους, πολλοί χωρικοί αναγκάστηκαν και υπέγραψαν, κάτι που δεν έκαναν οι Κοζανιώτες που προτίµησαν την ξενιτιά. Για το λόγο αυτό οι Κοζανιώτες απευθύνονται κοροϊδευτικά σ’ αυτούς µε τη λέξη χουριάτ’. Εκτός αυτού, οι Τούρκοι είχαν υποχρεώσει τους Κοζανιώτες να τους χαιρετούν στο δρόµο µε τη φράση «Χιασασίν Χουριέτ» = Ζήτω το Σύνταγµα, αντί για καληµέρα, καλησπέρα κτλ. Οι Κοζανιώτες αµέσως συµµορφώθηκαν και τους χαιρετούσαν µε τη φράση : «Γιασασίν χουριάτ’»). χούρτα και χ´ρτα (η) : α. ο άχρηστος – ανίκανος κτλ. (ο κοιµισµένος), β. ΧΧ. : χ’ρτα = ο φαληρηµένος. χουρχουλιάζου (ρ.) : α. βράζω, β. κοχλάζω, γ. µετ. γ**ώ. χουσιάρας (επίθ.) : α. ο παράτολµος, β. ο εισβολέας, γ. αυτός που βάζει τη µύτη του παντού, δ. ο γκοµενατζής, το «καµάκι». χουτσχιανός (επίθ.) : ο χωµένος στα βαθιά µέρη του σπιτιού (το βρήκα στη φράση : «Χπούσαν µα δεν τς άκουγαν οι Χουτσ’χιανοί», σε διήγηµα του Παπασιώπη). χουχάς (ου) : πορσελάνινο ή πήλινο σµαλτωµένο δοχείο για την φύλαξη των γλυκών του κουταλιού. χούχλ’ (επίρ.) : α. το υπερβολικά χωνεµένο φαγητό (λόγω του υπερβολικού βρασίµατος ή του πολύωρου ψησίµατος), β. τα παραγινωµένα φρούτα, (φράση : «του καρπούζ’ ίνι χούχλ’»), γ. κάθε τι λιωµένο ή χωνεµένο φαγώσιµο δ. (Μαλούτας : από το χόχλος = βρασµός) χουχουβέλια και γκουγκουβέλια (τα) : α. οι όρχεις, β. δες γκουγκουβέλ’*, γ. χούχους (ου) = το πέος. χούχουλου (του) : α. το κόχλασµα, β. το βράσιµο, γ. ο βρασµός ψυχής, δ. η πικρία, ε. ο βασανισµός. χπάρ’ (του) : α. επικίνδυνο παιχνίδι που γινόταν µε το µπαρούτι των σπίρτων και µικρά

πετραδάκια σε καλάµι, β. (lias : κάτι σαν τα σηµερινά «κανονάκια» για την εξολόθρευση των αρουραίων στις φυτείες του κρόκου). χπώ (ρ.) : α. χτυπώ, β. βρω µε δύναµη κάποιο αντικείµενο καταγής, γ. φορώ, δ. Φράση : «µι χτίπσιν ένα κουµµάτ’ κρέας! τι να δείς...» = µε ξεγέλασε δίνοντάς µου άλλο αντί άλλου. χράµ’ και ιχράµ’ (του) : α. υφαντό στρωσίδι από χοντρό µαλλί, β. χοντρό κλινοσκέπασµα, γ. Προέλευση : από το τουρκ.<αραβ. ihram, πηγή : ΑΠΘ. χράπις (οι) : α. µεγάλοι βράχοι διασκορπισµένοι σε χωράφι, β. δες και µπιστιρά*. χραπαλνώ (ρ.) : τρώω λαίµαργα µε τα χέρια. χρέα (τα) : α. οι κοινωνικές υποχρεώσεις β. τα καθήκοντα, γ. όλες οι ενέργειες που γίνονται για να βγούµε ασπροπρόσωποι (σε αρραβώνα, σε γάµο αλλά και σε θάνατο ή µνηµόσυνο). Χστούινα και Χρστούιννα και Χριστούιννα (τα) α. τα Χριστούγεννα β. χστχιάτκα = 1. οι απαραίτητες εργασίες του σπιτιού, 2. (φράση από Γκίσσα : «… οι δλιές του σπιτιού κι τα χστχιατ’κα τα χουσµέτια…» προφανώς οι Χριστουγεννιάτικες προετοιµασίες). χτέν’ (του) : α. το εξάρτηµα του αργαλειού, β. χτένα µε αραιά δόντια για το ξέπλεγµα των µαλλιών των γυναικών. χτί και κτί (του) : το κουτί. χτινάκ’ (του) : α. µικρή χτένα, η τσατσάρα, β. κόκαλο του κάτω µέρους του στήθους, γ. το παϊδάκι, δ. οι κατωτέρω µεσοπλεύριοι µύες, δ. Προέλευση : από το κτένα, πηγή : Δηµητράκος. χτισνός (επίθ.) : α. ο µπαγιάτικος, β. µετ. ο άβγαλτος, γ. ο χτεσινός, δ. ο αδιάθετος µετά από υπερβολική κούραση, µέθη, ξενύχτι κτλ. κατά την προηγούµενη βραδιά, ε. δες ψισνός*.

Ψ
ψαθάκ’ (του) : α. αντρικό ψάθινο καπέλο µε στενό γύρο, β. µετ. ο ψωροπερήφανος, γ. άνθρωπος µε µικρή υπόληψη, δ. (lias : ψαθάκια παλαιότερα οι Κοζανιώτες αποκαλούσαν τους Δηµόσιους Υπάλληλους, διότι σχεδόν όλοι φορούσαν κάθε είδους καπέλα σε αντίθεση µε τους ντόπιους που φορούσαν σκούφους ή τραγιάσκες). ψαλίθρα (η) : α. πρόχειρος χαρταετός χωρίς καλάµια και µε δύο ζύγια, β. (Παπασιώπης: είδος χαρταετού. Γινόταν εύκολα µε παντός είδους κόλλες χαρτιού µε την προσθήκη µιας ουράς), γ. το σπάσιµο των µαλλιών στα δύο, δ. το µικρό ψαλίδι, ε. το σπάσιµο της άκρης της τρίχας στα δύο. ψείρας (επίθ.) : α. ο σχολαστικός, ο λεπτολόγος, β. ο φτωχός, γ. ο γεµάτος µε ψείρες, δ. ο ψευτοπερήφανος, ε. ψειριάρς (επίθ.) = αυτός που ενώ είναι φτωχός θέλει να επιδεικνύεται, στ. ψειρίζου (ρ.) = εξετάζω ακόµα και τις ασήµαντες λεπτοµέρειες, ζ. ψειρού (η) = η φυλακή, ζ. Προέλευση : από το αρχ. φθείρ, πηγή : ΑΠΘ. ψέκα (η) : α. η κοιλιά, β. ψέκας (επίθ.) = 1. ο καλαµπουρτζής, 2. ο παραµυθάς, 3. ο αφελής, γ. ΧΧ. = αλαφρός στα µυαλά. ψίλους (ουδ. ουσ.) (του) : α. το ανάστηµα, το µπόι, β. ψίλους (ου) = ο ψύλλος (το παρασιτικό έντοµο). ψισνός (επίθ.) : α. ο αδιάθετος από το χτεσινοβραδινό ξενύχτι, ποτό κτλ., β. ο χτεσινοβραδινός. ψίτσα (επίρ.) : α. λιγάκι, β. ελάχιστη ποσότητα, γ. λέγεται και ψίχα*. ψιφί (του) : α. µικρός σουγιάς, β. καλοακονισµένος σουγιάς µικρότερος από τουν κουµπουλίτ’*, γ. (Μαλούτας : ψηφί). ψίχα (η) : α. το εσωτερικό του ψωµιού, β. το ψίχουλο, γ. το εσωτερικό των ξηρών καρπών (καρυδόψιχα, αµυγδαλόψιχα, φουντουκόψιχα κτλ.), δ. η ελάχιστη ποσότητα. ψουµί (του) : α. το καρβέλι, το ψωµί, ο άρτος, β. η σάρκα των φρούτων, γ. µετ. το κέρδος, το όφελος (φράση : «έχ’ ψουµί η δλειά αυτήν!» = έχει µεγάλο κέρδος). ψουµουλίµου (επίθ.) : α. η φτωχιά γυναίκα, β. η ζητιάνα, γ. η αχόρταγη και αρπάχτρα γυναίκα. ψουµουµισάλα (η) : το πανί που τοποθετούνταν στην πινακωτή, από επάνω του τοποθετούσαν τα καρβέλια (πλαστά) και µε τις πτυχές που περίσσευαν τα σκέπαζαν για να µεταφερθούν στο φούρνο.

ψουµουσάνδου (του) : α. η πινακωτή, β. το σανίδι µεταφοράς του ψωµιού. ψουµόφκιαρου (του) : ξύλινο επίπεδο φτυάρι µε µακρύ κοντάρι για το φούρνισµα του ψωµιού ή των ταβάδων. ψούν’ (του) : α. η αγορά (εννοείται η εµπορική πράξη), β. το παζάρεµα για την προµήθεια πρώτων υλών, γ. Φράση παλιού εµπόρου : «µούγκι µι του ψούν’ κουνόµσα τς µσές παράδις µ’!». ψόφους (ου) : α. ο πολύ κρύος καιρός, β. η παγωνιά, γ. ο θάνατος ζώου (lias : όταν αναφέρεται σε θάνατο ανθρώπου είναι υβριστικό : «κακόν ψόφου νάχς»), δ. ψόφχιους (επίθ.) = 1. ο υπερβολικά κουρασµένος, ο ξεθεωµένος, 2. ο άτολµος, 3. ο άψυχος, 4. ο επιθυµών κάτι υπερβολικά (φράση : «ψουφώ να πααίνου σπίτ’ ν' αράξου!»). ψυπακό : α. το τενεκεδένιο πώµα των µπουκαλιών των αναψυκτικών, της µπύρας κτλ., β. Προέλευση : από τα αρχικά : Ψυγεία – Παγοποιΐα – Κοζάνης. ψώρα (η) : α. η δερµατοπάθεια, β. η συνήθεια, η ασχολία ή το χόµπι που δύσκολα µπορεί να αποβληθεί, γ. Φράσεις : «τουν τσάκουσιν µνιάν ψώρα µι του γήπιδου !», «ιέχ’ ψώρα µι τα χαρτιά», δ. ψόραβους (επίθ.) = ο ψωραλέος, ε. ψώρας (επίθ.) = ο ψευτοπερήφανος.

Ω
Δεν υπάρχει στα Κουζιανιώτκα Ωµέγα, αντ’ αυτού χρησιµοποιείται το Ο ή το ΟΥ.

ΦΡΑΣΕΙΣ <Σηµείωση lias> Στο σηµείο αυτό καταγράφονται φράσεις που ακούστηκαν προσωπικά από γεροντότερους. Στις περισσότερες φράσεις, όταν ζήτησα την ερµηνεία, µου αφηγήθηκαν ολόκληρη ιστορία. Κάποιος που κατέχει το γλωσσικό ιδίωµα και τη γραφίδα θα µπορούσε να γράψει µ’ αυτές τόµους ολόκληρους χιουµοριστικών κειµένων που συνέβησαν πραγµατικά. « Σι ξένουν κώλουν χίλια δικανίκια » = Εγώ κοιτάζω το συµφέρον µου και δεν µε νοιάζει για τον άλλο. « Τ’ Τζιάτζ’ η µπαλαµιά » = Η αµυγδαλιά που ποτέ δεν έβγαλε αµύγδαλα, γιατί ήταν στο Βορρά και πάγωναν τα λουλούδια της. Για τον άγονο ή και τον άκαρπο. « Ου µπουµπός τς’ Νάζους » = Ο ποµπός της κυρίας Νάζου που ποτέ δεν έστειλε µήνυµα γιατί ήταν αγράµµατη. « Αυτός αφκριέτι ! » = αυτός είναι του τρίτου φύλλου. « Αφκρέτι τουν κάτ’ τουν κόσµου » = « Σώπα ρα µι σι φτύσου » = δεν έκανα κάτι σπουδαίο για να µε ευχαριστήσεις. « Του ξέξιν του χουσµέτ’» = παράγινε το κακό µε κάποιον. « Τουν ίφιριν τουν σκούφου αλόιρα » = τον κατατρόπωσε, τον κατάφερε, ( Μαλούτας: του έκανε το βίο αβίωτο ). « Σµά κουντά τα … (Γιάννινα) » = λέγεται για κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται, (αναθέτουµε µια δουλειά σε κάποιον που ενώ φαίνεται εύκολη είναι πολύ δύσκολη ). « Διάουλους µιταβγαλµένους » = πανέξυπνος άνθρωπος. « Νότχια ψείρα » = λέγεται για τον τιποτένιο. « Μούτκους τσίντσιρας » = ύπουλος άνθρωπος. « Μ’ έριξις έναν παρά » = µε πρόσβαλες, µε περιφρόνησες, µε ταπείνωσες. « Κίντσιν γκαστρουµέν’» = Έµεινε έγκυος. « Κάθι µέρα Πασκαλιά…» = δεν είναι όλες οι µέρες χαρούµενες. « Άι βάλι ιβλουγητόν » = άρχισε επιτέλους να κάνεις κάτι. « Σάµατ’ τα ζίσου µι τα βνά » = για το εφήµερο της ζωής. « Τόκαµα σιαπάν ( ή σιακάτ’, σιαπέρα κλπ.) = πηγαίνω προς τα επάνω ( κάτω κλπ ). « Η τέτχια, η πάντγια, η ράντγια,… » = ο καθένας µπορεί να εννοήσει οτιδήποτε. « Ιένα ντόνα » = µεγάλη ποσότητα. « Ιένα κιαϊµέτ’ι » = ένα σωρό πράγµατα. « Μι τσάκσιν ου κούκους » = την Πρωτοµαγιά έτρωγαν σκόρδο για το φόβο του κοψοµεσιάσµατος από τις αγροτικές δουλειές. « Σκλήκια έχς στουν κώλου; » = για τον άνθρωπο που δεν ησυχάζει µε τίποτα. « Σά τς µπουµπαναίοι στου σκατό » = συγκέντρωση ατόµων γύρω από ένα ανάξιο λόγου θέαµα. « Τα ψουραβιάσ’ ου κώλους σ’ » = για κάτι εκτός εποχής ( κεράσια το χειµώνα ) « Του µάζουξα τ’ αραβάν’ » = έφυγα τρέχοντας. « Ευτυχώς … γιατί χα να γίνουµι νοικουκυραίοι » = ευτυχώς… γιατί θα καιγόταν το σπίτι µας, θα καταστρεφόµασταν κλπ. « Μ’ έφαγιν η µαρµάγκα » = κουράστηκα υπερβολικά για κάτι. « Μ’ έζουσαν του ζνάρ’» = Μ’ έβαλαν να δουλέψω στο επάγγελµα του πατέρα µου. « Βουτιράτ’ι δλιά » κερδοφόρα επιχείρηση. « Τράνιψιν η δλιά τ’ » = ο νεόπλουτος που έγινε ακατάδεχτος. « Ίιιιι σουµέν’ δλιά » = πες ότι έγινε το χατίρι που µου ζήτησες. « Γίγκα µπιρµπάτ’ι » = άσχηµο λέρωµα από κόπρανα ή βρώµικα νερά. « Ίιι, τρανός γκαΐλές ! » = δεν χολοσκάζω µε όσα µου λες. « Είσι να σι κλέν οι γκουγκανιές » = είσαι αξιοθρήνητος.

« Ψόφια ψείρα » = ο απένταρος. « Φάτσα – φόρα » = ακριβώς απέναντι. « Σώπα κι µούλουνι » = µη το συζητάς καθόλου (ΗλΝΠ : µούλουνι θα πει σιώπα ! ) « Αυτός τς’ ρίχν καλά ! » = περπατάει γρήγορα. « Ντού !!! ου λύκους » = είσαι ανεπιθύµητος. « Ιούού σκλιά ! » = φύγετε µακριά αρπαχτιάρηδες (λαίµαργοι). « Μι τ’ αντί » = θες γενναίο ξυλοφόρτωµα. « Έιντι ρα έιντι… » = Ώ! Ρε τι έχει να γίνει!… «Του κατέχ’ του άθληµα » = είναι ειδικός σε κάτι, ξέρει τον τρόπο να τα καταφέρει ( όταν πρόκειται για δυσκολία ). « Μι τ’ ν’ αράδα ξιούντι τα γουµάρια » = µην ανησυχείς θάρθει και η σειρά σου. « Ιιού! γούρνα βαθά » = εξαφανίσου, να µη σε βλέπω, « Αρτµένους φιντές » = « Ίιι φιντές ανάρτους….» = για άνθρωπο που µιλάει χωρίς ουσία. « Μισιακό γουµάρ .. λύκους του τρώει » = δεν έχει προκοπή ο συνεταιρισµός. « Τόχου πλάκα στού νταβάν’» = κάνω τον ανήξερο για µία ζηµιά που έκανα. « Τα µας βαρέσν νταϊρέν’» = θα µας κάνουν βούκινο στη γειτονιά. « Απού δώ κάµν οι άλλ’» = φοβήθηκαν και την κοπάνησαν. « Μίρθιν ου ουρανός σφουντίλ’» = χτύπησα άσχηµα στο κεφάλι µου, έµεινα κατάπληκτος από την αναποδιά που µου έτυχε. « Τουν κουλούριασα » = τον κατάφερα. « Τ’ν πάτσις…» = έκανες λάθος, έσφαλες. « Μι τ’ ν ώρα σ’ » = εγκαίρως. « Πάτ’ κιούτ’ » = όπως – όπως. « Μι ψόφσις » = µε άφησες άφωνο µε τα λεγόµενά σου. « Τς πατώ » = είµαι οικονοµηµένος. « Τουν πάτσις του γάτου » = την έπαθες, ξεγελάστηκες. « Σιχασχιές γρουνίσιις » = αηδίες. « Μι πάτσιν του στχιό » = µου διέρρηξαν το σπίτι. « Κάτσι στ’ αυγά σ’» = µην ασχολείσαι και µείνε αδιάφορος. « Πού του γιννάει η µάνα του πιδί κι πού του βρίσκ’ ! » = λέγεται για κάτι που έγινε χωρίς να είναι προγραµµατισµένο. « Ιού αγά π’ του Πουρτουράζ’ » = πρόκειται για κάποιον από το Πρωτοχώρι που ήταν κοντός, φτωχός και υπερβολικά άσχηµος. « Άπλυτου αγγιό ! » = άνθρωπος µε άσχηµη γλώσσα, βωµολόχος. « Μι πίρις αλά κάπα » = µε κατατρόπωσες, µε πήρες σβάρνα, δεν µ’ άφησες σε χλωρό κλαδί. « Ιού αλαφρά γιουρτή » = τιποτένιε άνθρωπε. « Ούρδα καργατσίσια » = ανόητε. « Ιού χαµένου τσιόλ’ » = για τον άχρηστο. « Ίσι στουν ντουρή καβάλα !» = δεν έχεις ανάγκη από τίποτε κι από κανέναν. « Π’ να σι τσιουγκαθούν τα τσιούγκα σ’ απ’ τουν ώµου » = λέγεται για τον ζηµιάρη ή τον ανίκανο άνθρωπο. « Σι φρίθκιν του µάτι µ’» = έµεινα άφωνος µε όσα είδα να κάνεις. « Απόλκιν τα µπλάρια » = έκανε εµετό. « Όι ! µη σι χαλάσ’ ! » = λέγεται ειρωνικά για κάποιον που είναι τρακαδόρος ή λαίµαργος. « Όι χαλές άπλυτους ! » = άνθρωπος µε άσχηµη γλώσσα. « Κουκόνα απ’ του λαϊν’ » = πολλά λαήνια συνήθιζαν να τα διακοσµούν µε οµοιώµατα µικρών όµορφων κοριτσιών. « Σουίντς τα γέντς ; » = υποτιµητική φράση για τον µανιώδη χαρτοπαίκτη. « Έκαµάµι του συνήθιου…» = κάναµε έρωτα µε τον / την σύζυγο. « Τουν έχς απάν’ τουν αµανέ ! » = είσαι τακτοποιηµένος και µιλάς αφ´ υψηλού. « Τόχς γιρά χαµένου » = δεν ξέρεις τι σου γίνεται. « Αυτός δεν κατέχ’ απ’ πού κατουράει η γάτα » = για τον αδαή. « Αυτήν τσακών τουν κλώστ’ ανάπουδα » = η ανοικοκύρευτη. « Ιιού παπάρα χουρίς γάλα » = λέγεται για άνθρωπο που δεν έχουν νόηµα τα λόγια του. « Ιιού χουνιµέν’ αρµιά » = άχρηστε ! « Ιουού ούρδα ανάλατ’ » = λέγεται για γλυκανάλατο τύπο ανθρώπου. « Τουν έχου απ´του κουντό » = τον προσέχω ιδιαιτέρως. « Ιού, χαµένου ιργαλείου » = ο ασυνάρτητος στα λόγια και στις πράξεις. « Σαν τουν µπουντουρλή στ’ λάµπα » = για τον περιπλανώµενο ασκόπως. « Ιιού σουµένου φουκάλ’» = ο ξεζουµισµένος, αυτός που δεν µπορεί να προσφέρει τίποτε. « Έφκιασιν τουν κόυκου µπούφου » = έκανε κάτι χωρίς επιτυχία. « Έχου άρρουστουν τουν Αργύρ’» = βρίσκοµαι σε δυσχερή οικονοµική κατάσταση. « Ιιού, γκιούµ’ τ’ ΑηΝικόλα » = λέγεται µε τρεις έννοιες. Α. Με το γκιούµι µετρούσαν την ποσότητα του παραγόµενου τσίπουρου για να εισπραχθεί το συµφωνηθέν τίµηµα χρήσης του καζανιού και ο φόρος. Λέγεται λοιπόν, για τον µεθυσµένο από τσίπουρο. Β. Δίπλα στη βρύση του Αγίου Νικολάου υπήρχε ένα κοινόχρηστο γκιούµι. Το έπαιρναν για να µεταφέρουν νερό και ξεχνούσαν να το επιστρέψουν. Λέγεται για τον ξεχασιάρη. Γ. Το γκιούµι ήταν τρύπιο και ώσπου να µεταφερθεί στο σπίτι χυνόταν όλο το νερό. Λέγεται για αυτούς που κάνουν δουλειές χωρίς αποτέλεσµα. « Ίιι, του γουµάρ τ’ Καρακλάν’» = ο Καρακλάνης είχε ένα γαϊδουράκι που δεν µεγάλωσε καθόλου έως ότου ψόφησε. Λέγεται ειρωνικά για τον ισχνό και µικροκαµωµένο. « Τα τρυπίσ’ η σκούφια σ’ » ή « τα σι τρυπίσ' η σκούφια » = απειλή που λεγόταν από τις γιαγιάδες όταν τα µικρά ζητούσαν περισσότερο φαγητό, ιδίως κολατσιό ή δειλινό. « Καµάρουσιν τς µασκαρέτις » = µε τον τρόπο που τοποθετείται η σωρός στο φέρετρο ο νεκρός το µόνο που µπορεί να αντικρίσει είναι οι µύτες των παπουτσιών, που τα παλιά χρόνια ήταν ενισχυµένες µε µασκαρέτις.. Σηµαίνει πέθανε. « Τς καµάρουσιν …» = έχει την ίδια έννοια µε το πιο πάνω. « Φτού ! άλας κι αβγό » = περασµένα ξεχασµένα.

« Τς βάρσιν ντουρατζιάς » = τους ήρθε νταµπλάς. « Νάλτσας γίνγκις ; » = για άνθρωπο που γνωρίζει πρόσωπα και πράγµατα ( ο Νάλτσας ήταν παλαιότερα Ληξίαρχος ). « Ντίπ φιντές ανάρτους » = άνθρωπος χωρίς κανένα ενδιαφέρον. « Σιούκλα καργατσίσια » = ελαφρόµυαλος –η. « Ιιού µουνό κουρδέλ’» = συνεχώς στερηµένος άνθρωπος, µονόχνοτος. « Στινό κουρδέλ’» = ενοχλητικός άνθρωπος, κολλητήρι. « Ούρδα κατσκαβαλίσια » = άτοµο χωρίς καµιά αξία. « Αλαντάµ µπαµπαντάµ » = ανέκαθεν, πάππου προς πάππο ήθη και έθιµα, πατροπαράδοτες συνήθειες. « Τουν πάτσαν οι κλέφτις » = αρραβώνιασε τη θυγατέρα του και πρέπει να δώσει προίκα. « Ζγιάζ’ απ’ τς αλαφρές » = ο κουτός. « Όι απόιρας τ’ λάκκου τ’ Γιαχνίκα » = ο ασταµάτητος στα λόγια ή τις πράξεις. ( Ηλ.Ν.Π.: ο συγκεκριµένος λάκκος κατέβασε απόνερα πολλές ώρες µετά το σταµάτηµα της βροχής ). « Ορά τουν λύκου τουν γλέπουµι τουν τουρό κοιτούµι ; » = λέγεται για τον λεπτολόγο που κοιτάει τα επί µέρους και αφήνει την ουσία. « Λουιούν του λουιούν » = διαφόρων ειδών, µεγάλη ποικιλία. « Ίσι ντιπ τ’ Γκόγκουρα του πλί » = το πουλί που δεν κελάηδησε ποτέ όσο κι αν προσπάθησε το αφεντικό του. Λέγεται για κάτι δύσκολο ή ακατόρθωτο. « Όι, αβέρτα λόια » = εξηγήσου ντόµπρα. « Όλ’ σ’ Παναγιά κι ο Ντόµτσιους στουν Αηλιά » = λέγεται για τον ασυνάρτητο άνθρωπο, αυτόν που βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου.. « Έβαλιν τς φουστανέλις » = µέθυσε υπερβολικά και κάνει χαζοµάρες. « Ίιι νουρλό αυγό » = λέγεται υποτιµητικά για τον ανίκανο άνθρωπο. « Μας τσάκουσαν οι χαραές » = ξενυχτήσαµε ως το πρωί. « Αυτός ίνι αναµένους φούρνους» = λέγεται για κάποιον υπερβολικά εκνευρισµένο. « Έχ´ χίλια γρούνια στου βαλάν’ » = είναι πάρα πολύ πλούσιος. « Ξίκ’ να γέν’» = ξέχνα το, άστο να πάει.. . « Να γέντς ξίκ’ » = να απαλλαγώ από σένα. « Μ’ έρχιτι νόηµα » = έχω προαίσθηση για κάτι. « Αρχίντσιν του ιργόχειρου » = άρχισε να δέρνει. « Σαν τ’ παπά του γρούν’ » = « Μην του βάντς βαθά » = µην το παίρνεις κατάκαρδα. « Χουρτέν’ η αρκούδα µι κικιρίκια ;» = λέγεται για τον παχύ άνθρωπο που του βάζουν µικρή µερίδα φαγητού. « Σών’ παζάρ’» = το τέλος του παζαριού. Λέγεται για κάποιον που πάει να ψωνίσει στο τέλος του παζαριού για να τα βρει φτηνότερα, τον τσιγκούνη. « Γκάζ’ να γέντς » = να εξαφανιστείς !, να διαλυθείς. « Σ’ έφαγα γκαρµπουλάχανου » = σε κατατρόπωσα. « Μάν είµι Μπούρνους »= για το πρόσκαιρο της ζωής. « Όι φαΐ κυδουνάτου ! » = η νεαρή καλλονή. « Τα τίναξις τα µπουριά ; » = έκανες έρωτα ; ξαλάφρωσες ; « Πάρτς σβάρνα » = εµπρός, κατατρόπωσέ τους. Νίκησέ τους. « Τα πήρις όλα σβάρνα » = δεν άφησες τίποτε όρθιο. « Μι πήρις σβάρνα » = δεν µου έδωσες ευκαιρία να αντισταθώ. « Ότ' µ’ ότ’» = λες ασυναρτησίες. « Πέ γνουµκό να σι δώσου τάλιρου » = λες συνεχώς βλακείες. « Του βγιό νικάει του στχιό » = µε το χρήµα όλα γίνονται. « Σώνι λιβέντι µ’ τουν χουρό » = εµπρός να τελειώσουµε κάποια δουλειά επί τέλους. « Τι σι µέλ’ ρά ; » = γιατί χολοσκάς ; « Ίιι, χάχα – µπάχα » = αυτά που λες είναι γελοία πράγµατα. « Τα σπάργανα τ’ Χριστού » = νηστίσιµο φαγητό προ των Χριστουγέννων. Ήταν τελείως αλάδωτες τηγανότουρτες και τρώγονταν µε πετιµέζι και καρύδια. « Έχ’ λουγαριασµόν αυτός » = είναι καλός νοικοκύρης. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ « Ζβαρνίζ’ τα γκιούµια » = είναι ανίκανος να περπατήσει, σέρνει τα πόδια του (από κούραση, από τα γεράµατα, από τη µέθη κτλ.). « πάει τα γκιούµια » = είναι πούστης. « Γίγκαµι γκουργκόλια » = λέγεται σε περίπτωση έντονης λογοµαχίας. « Πέταξαν τα πλιά τ’ » = µεγάλωσαν τα παιδιά του και έχουν τη δική τους ζωή. Έγινε χωρίς οικογενειακές υποχρεώσεις. « Σάµατ’ είνι τ’ ς γούνας µανίκ’ κι τ’ σ κάπας µ’ λαγγιόλ’» = « Ντάχτ’ τ’ αραβάν » = γενναίο δάρσιµο. « Ίιι! Γκούτζινα γίνκα! » = καταλερώθηκα. (Η Γκούτζινα ήταν µία γριά που ήταν συνεχώς µε λερωµένα και λαδωµένα ρούχα). « Ικεί πούχαµι τ’ γρά στινά µας φάσκιουσιν κι ου γέρουντας « = « Αυτός τρυγάει στα πέρα τα’ αµπέλια » = είναι τελείως αδιάφορος. « Μπίρ – ντουνιά » = ποτέ, καµιά φορά. « τριούρσιν του σιαΐν σ’ ν γειτουνιά µας » ή « τριουρνάει του σιαΐν σ’ ν γειτουνιά µας » = πέθανε κάποιος γνωστός, γείτονας, φίλος κτλ. και ήλθε και η σειρά µας… « Μ’ έµασιν η πείνα » = από την πολύ πείνα διπλώθηκα στα δύο. ΤΟΥ ΚΟΥΖΙΑΝΩΤΚΟΥ ΣΠΙΤ’ ( Χώροι και εξοπλισµός ) ( τ’ ) αµάρια είναι τα ντουλάπια, λέξη που φαίνεται καθαρά ότι προέρχεται από το ερµάριον.

( ου ) αναγκαίους στα σπίτια της Κοζάνης ο χώρος υγιεινής βρισκόταν έξω από το κτίριο, σε µία άκρη της αυλής και χρησιµοποιούνταν σχεδόν αποκλειστικά για αφόδευση. Άλλες ονοµασίες του χώρου είναι ου χαλές και ου απόπατους. ( του ) ανώι είναι ο κυρίως όροφος του σπιτιού, όπου συνήθως βρίσκονταν οι οντάδες και το κελάρι. ( ου ) αρβανίκους ήταν στρόγγυλο κτίσµα στο κέντρο συνήθως της αυλής βάθους 10 ή και περισσότερων µέτρων. Τα πλαϊνά του ήταν λιθόχτιστα και στο βάθος ήταν στρωµένος µε πέτρες για να µη θολώνει το νερό κατά το ανακατέβασµα του κουβά. Χρησιµοποιούνταν και σαν ψυγείο, κατά τους θερινούς µήνες, λόγω της σταθερής θερµοκρασίας του. Το φρέαρ των Αρχαίων Ελλήνων. ( τ’ ) αργ αλ ιά ήταν το εργ αστήριο των γ υν αικ ών , όπου ύφαιν αν τα απαραίτητα κλινοσκεπάσµατα και άλλα χρηστικά αντικείµενα της οικογένειας, αλλά και για εµπορικούς λόγους διάφορα είδη υφασµάτων. ( ου ) αυλόιρας ήταν ο περίβολος χώρος του κτίσµατος, αυτός δηλαδή που κύκλωνε το σπίτι και το προφύλαγε µε το λιθόκτιστο ψηλό ντουβάρι. …………. Και άλλα. ( ου ) βασιάτκους πρόκειται για το καθηµερινό δωµάτιο της οικογένειας. Εδώ µαζεύονταν η οικογένεια για το µεσηµβρινό και βραδινό φαγητό αλλά και για να περάσει ευχάριστα η βραδιά δίπλα στο τζάκι. ( η ) γκλαβανή ήταν ξύλινη οριζόντια πόρτα που ασφάλιζε τη σκάλα αλλά και χώριζε τους δύο ορόφους. ( του ) ιτζιάκ’ δεν είναι τίποτε άλλο από το τζάκι διαφορετικό κάπως από το σηµερινό. Στο εσωτερικό του υπήρχε πάντοτε ένα χάλκινο δοχείο (το µπακρατσούλ’) για να έχουν πάντοτε πρόχειρο ζεστό νερό. Τα αρχοντόσπιτα είχαν τζάκι σε όλα τα δωµάτια σχεδόν, εκτός του µαεριού και των αργαλειών – για ευνόητους λόγους. ( του ) καζαναριό ήταν ο χώρος (πολλές φορές και αυτοτελές κτίσµα) όπου γινόταν οι βαριές χοντροδουλειές της νοικοκυράς. Στο καζαναριό έπλεναν τα βαριά κλινοστρώµατα αλλά κι εκεί παρασκεύαζαν τα διάφορα γλυκά, µαρµελάδες πετιµέζια κλπ. ( Καζαναργιό ή καζάν’ λέγεται επίσης και το µέρος όπου είναι εγκατεστηµένος ο αποστακτήρας του τσίπουρου ). ( τα ) κανάτια ήταν τα παραθυρόφυλλα από συµπαγές ξύλο χωρίς γρίλλιες. Που συνήθως προστατεύονταν από σιδεριές σε αντίθεση µε τα παράθυρα των άνω ορόφων που στολίζονταν µε ξύλινα κάγκελα και τον φεγγίτη. ( η ) κασέλα ήταν µεγάλο ορθογώνιο κιβώτιο , περίτεχνα στολισµένο µε αλάβαστρο, φίλντισι η χρυσές πρόκες, όπου τοποθετούνταν τα κλινοσκεπάσµατα, τα χειµερινά ρούχα αλλά και τα προικιά της νύφης. ( του ) κατώι είναι ο χειµερινός οντάς του σπιτιού που βρισκόταν συνήθως κοντά στο µαειριό και χρησίµευαν και σαν αποθηκευτικοί χώροι των τροφίµων. ( του ) κιλάρ’ είναι µικρό δωµάτιο χωρίς τζάµια συνήθως που χρησίµευε ως αποθηκευτικός χώρος για τα γλυκά του κουταλιού, τα στοµαχικά και τα καλά σερβίτσια της οικογένειας. Λεγόταν και µαγαζές. ( ου ) κουµπές είναι ο οµφαλός του ταβανιού απ’ όπου κρέµονταν η λάµπα. Συνήθως ήταν περίτεχνα διακοσµηµένος. ( η ) λεµαριά είναι του µακάτ’, κεντηµένα εργόχειρα δηλαδή, για των στόλισµα των µαξιλαριών και των προσκέφαλων του µιντεριού. ( ου ) µαγαζές είναι το κελάρι, διέφερε µόνο στο ότι φυλάγονταν αποκλειστικά τρόφιµα. ( του ) µαγγάλ’ µεταλλικό δοχείο που µοιάζει µε λεκάνη όπου τοποθετούσαν χόβολη (ζιάρ’) για να ζεστάνουν τους χώρους που δεν είχαν τζάκι. ( του ) µαειργιό είναι η σηµερινή κουζίνα. Βρισκόταν στο ισόγειο του σπιτιού ή έξω αλλά κολλητά µε το σπίτι κι εκεί η νοικοκυρά αποθήκευε τα τρόφιµα και µαγείρευε το καθηµερινό φαγητό της οικογένειας. ( η ) µεσάλα είναι το µεσαίο δωµάτιο του σπιτιού όπου υπήρχαν κρεµάστρες και τοποθετούνταν τα επανωφόρια και αφήνονταν τα παπούτσια της οικογένειας. ( τα ) µιντέρια είναι ξύλινοι µπάγκοι, απ´άκρη σ’ άκρη και κολλητοί στον τοίχο που χρησίµευαν για καναπέδες, για ύπνο, αλλά και για µπαούλα όταν γίνονταν κουφωτοί. Συνοδεύονταν απαραίτητα από : ( τα ) µιντντερλίκια που ήταν χοντρά στενόµακρα µαξιλάρια ( η ) µισάντρα ήταν ντουλάπα διαµπερής που χώριζε και επικοινωνούσε δύο οντάδες γιατί είχε κανάτια και στους δύο χώρους. Εκεί αποθηκεύονταν τα κλινοσκεπάσµατα, αλλά και τα κουζινικά του σπιτιού. Ο. Κ. Σιαµπανόπουλος αναφέρει ότι στις «µουσάντρες» έκρυβαν οι Κοζανιώτες τα κυνηγηµένα από τους Τούρκους παλικάρια προκειµένου να τα φυγαδεύσουν ( Μέσα + άντρες = µουσάντρες ). ( ου ) µισαφίρθκους ήταν το υπνοδωµάτιο των φιλοξενουµένων, στα πλουσιόσπιτα των εµπορευοµένων Κοζανιοτών. ( τα ) µπακράτσια είναι χάλκινα µαγειρικά σκεύη συνήθως µε χερούλι στο κέντρο τους. ( ου ) µπαχτσές είναι ο κήπος του σπιτιού αλλά και το περιβόλι όπου καλλιεργούνταν λαχανικά. ( του ) µπουντρούµ’ πέτρινη σκάλα µας οδηγούσε στο υπόγειο του σπιτιού που κατελάµβανε όλο το µήκος του και ήταν χτισµένο µε πελεκητή πέτρα. Στο χώρο αυτό ήταν αποθηκευµένα τα βαρέλια των κρασιών, οι ρακόσταµνες και λόγω της σταθερής θερµοκρασίας χρησίµευε και σαν τόπος φύλαξης των τροφίµων. ( του ) µπουχάρ’ είναι η χτιστή συνήθως εταζέρα πάνω από το τζάκι. ( ου ) νουβουρός είναι η αυλή του σπιτιού. Περιφραγµένη µε πέτρινο ντουβάρι όπου βρίσκονταν ο αρβανίκους, ο µπαχτσές, ο αναγακαίους και το καζαναριό. ( ου ) ουντάς είναι το δωµάτιο ( καλός ουντάς, µισαφίρθκους, βασιάτκους κλπ). ( του ) παπουτσαριό είναι η ρούγα, ή η µεσάλα, είδος διαδρόµου ή χώλ πριν τον οντά όπου οι επισκέπτες άφηναν τα παπούτσια τους και κρεµούσαν τα πανωφόρια τους. ( του ) προυσκέφαλου ήταν µαξιλάρι, που συµπλήρωνε τα µιντερλίκια, ( η ) πουλίτσα είναι το στενόµακρο ράφι µε ξύλινες κόντρες για την τοποθέτηση κυρίως των πιατικών. ( του ) ραλίκ’ είναι το χαµηλό πετρόκτιστο πεζούλι, κολλητά µε τους εξωτερικούς τοίχους. ( η ) σαρµανίτσα είναι η κούνια των µικρών στην αυλή ή η αιώρα.

( του ) σαχνισί ( και σιχνισί ) είναι ένας κλειστός ξύλινος εξώστης µε µεγάλα παράθυρα όπου σύχναζε η οικογένεια. Φανταστείτε ένα ευρύχωρο, µεγάλο σκεπαστό µπαλκόνι συνεχόµενο του καλού οντά. ( τα ) σνιά σνί είναι το µεγάλο στρόγγυλο και σχετικά ρηχό χάλκινο ταψί. Ήταν πάντοτε περίτεχνα διακοσµηµένο για να φέρει την υπογραφή της νοικοκυράς. Οι ξακουστές πίτες της Κοζάνης στα σινιά ψένονταν γιατί τότε οι οικογένειες ήταν πολυµελείς. ( ου ) σουφράς ήταν χαµηλό στρόγγυλο τραπέζι. Γύρω του καθόταν οκλαδόν για φαγητό η οικογένεια. Οι µεγαλύτεροι καθόντουσαν σε χαµηλά σκαµνάκια. ( ου ) φιγγίτς ήταν το ηµικυκλικό ή παραλληλόγραµµο τζαµωτό και διακοσµηµένο τζάµι πάνω από το παράθυρο του πάνω ορόφου. ( του ) χαϊάτ’ στην τουρκική σηµαίνει σκεπασµένη αυλή. Βρίσκονταν στον όροφο, συνήθως, του σπιτιού και ήταν κεραµοσκεπές. Εκεί περνούσαν την ώρα τους οι Κοζανιώτες τους θερινούς µήνες. Το χαϊάτ’ χρησιµοποιούνταν και για την αποξήρανση των διαφόρων καρπών (πέτουρα, τραχανάς, ντοµάτες, πιπεριές κλπ.). ( ου ) χαλές τον αναφέραµε και σαν αναγκαίους κι απόπατους.

ΤΑ ΖΑΝΑΤΙΑ (τα Κοζανιώτικα επαγγέλµατα) Αβτζής = ο κυνηγός Αγουγιάτς = ο µεταφορέας Αλµπάντς = ο πεταλωτής Αραβάντς = ο µεταφορέας Αραµπατζής = ο µεταφορέας επιβατών Βαϊνάς = ο βαρελοποιός Βιλιντσιάις = ο κατασκευαστής φλοκάτων Γανουτής ( και γανουµατζής ) = πλανόδιος που γυάλιζε τα χάλκινα ή σιδερένια κουταλοπείρουνα Γιλαδάρς = ο βοσκός αγελάδων Γουναράς = ο γουνοποιός Κάλφας = ο µάστορας Κανταρτζής = υπάλληλος υπεύθυνος για την µέτρηση Καπιτάνιους = ο χωροφύλακας Κιρατζής = ο µεταφορέας εµπορευµάτων ( από πόλη σε άλλη πόλη ) Κουδουνάς = ο κωδωνοποιός Κράλιας = ο δραγάτης, o βιλάτορας, ο αγροφύλακας Λαϊνάς = ο κεραµοποιός µε ειδικότητα τα λαγήνια Μαραγκός = ο ξυλουργός Μουταφτσής = ο υφαντής χοντρών αντικειµένων Μπακάλτς = ο παντοπώλης Μπαλοµατής = ο επιδιορθωτής ρούχων ή παπουτσιών. Μπαχτσιβάνους = ο κηπουρός, ο περιβολάρης Νταµπάκς = ο δερµατοποιός Ντεµιρτζής = ο σιδηρουργός Ντραγάτς = ο αγροφύλακας Ντουγραµατζής = ο ξυλογλύπτης Ντουλαπτζής = ο επεξεργαστής δερµάτων (?) – ο επιπλοποιός (?) Παπλουµατάς = πλανόδιος συντηρητής παπλωµάτων, στρωµάτων κλπ. Παπτσής = ο υποδηµατοποιός Πινιρτζής = ο επεξεργαστής και λειαντής δερµάτων Σακιλάρς = ο γραµµατέας Σαµαράς = ο κατασκευαστής σαµαριών Σαράφς = ο χρηµατιστής Σιµιτζής = ο κουλουροποιός Σιντουκάς = ο φερετροποιός Τερζής = ο ράφτης ( ο ειδικευµένος στο χρησοκέντηµα των ρούχων ). Τζιουµπάνους = ο βοσκός των αιγοπροβάτων Τσιουρµπατζής = ο έµπορος, ο πραµατευτής Τουλουµπατζής = παπουτσής ειδικός στα τουλουµπατζίθ’κα Τσαγκάρς = ο ασχολούµενος µε την επιδιόρθωση αλλά και µε την κατασκευή τµηµάτων του παπουτσιού Τσιαµπάις = ο ζωέµπορος Τσουκαλάς = ο κεραµοποιός, ο κατασκευαστής τσουκαλιών Υφαντάδις = οι ασχολούµενοι µε την ύφανση Χαµάλτς = ο αχθοφόρος Χανιτζής = ο ξενοδόχος ( της εποχής ) Χασάπς = ο κρεοπώλης

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ
Α. ΑΝΔΡΙΚΑ
Αλέκς = Αλέκος Γιούτσιους = Γεώργιος

Γίτσιους = Χρήστος Γκιγκέλας = Βαγγέλης Γκόρης = Γρηγόρης Γκουντέλας = Κώστας Γόλης = Γρηγόρης Γούλης = (χαϊδ.) Γιώργος (Γιωργούλης) Γούλιας = Γιώργος Γούλτς = Γιώργος Γούσιας = Γιώργος Καλίτσιας = Χαρίσης Κίτσιους = Χρήστος Κουκόλτς = Νικόλαος Κουκουλιός = Νικόλαος Κύρους = Κυριάκος Κουτιούλτς = Κωστάκης Κώτιας = Κωνσταντίνος Κώτσιους = Κώστας Λίας = Ηλίας Λιάκους = Ηλίας Λιάτσιους = Λάζαρος Λιόλιους = Γεώργιος Λίτσιους = Χρήστος Λόλους = Γιώργος Μάνους = Μανώλης Μαρκούρς = Μερκούρης, Μάρκος Μήκας = Δηµήτριος Μίχους = Μιχάλης Μπαλάσας = Βλάσης Μπατζόλας = Μανόλης Μπατσίλας = Βασίλης Μπήτιας = Δηµήτριος ( Σιατιστινής προέλευσης ) Μτιούλτς = Δηµήτριος Νανάς = Αθανάσιος Νάννους = Γιάννης Νιάκους = Ιωάννης Νιανιάτσιους = Αθανάσιος Νιάτσιους = Αθανάσιος Νιούλτς = Ιωάννης Νούµτσιους = Ναούµ Ντιόντιους = Θεόδωρος Ντίνας = Δηµήτρης Ντόνας = Αντώνης Πάικους = Παύλος Πάρις = Παρασκευάς Παυλής = Παύλος Πίλιους = Σπύρος Πτιόλτς = Απόστολος Ρού(σ)ης = δεν υπάρχει Άγιος µε τέτοιο όνοµα. Προφανώς ονοµάτιζαν τον κοκκινοµάλλη. Σαβούλτς = Σάββας Σιδέρς = Ισίδωρος Στάµκους = Στέφανος Στάµους = Σταµάτης Στέργιους = Στυλιανός Στέφους = Στέφανος Τάτσιους = Αναστάσης Τζήκας = Ζήσης (των Τριών Ιεραρχών) και Ζήνων Τζιότας = Παναγιώτης Τζιουρτζιάκς = Γεώργιος ( Χαϊδ. ) Τιτιούλτς = Κωνσταντίνος Τόλιους = Αποστόλης Τρούλιας = Δηµήτριος Τσάρης = ο άνθρωπος είχε πολλά παιδιά… τότε όλοι ήθελαν να µοιάσουν µε τον Τσάρο της Ρωσίας. Να γίνουν Τσάροι δηλαδή. Οπότε όταν ήλθε η ώρα να πεί ο νονός το όνοµα πετάχτηκε ο πατέρας και φώναξε Τσάρους. Ο αγράµµατος παπάς πήγε να το ελληνοποιήσει και είπε: «βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Τσάρης…» Τσέλιους = Στυλιανός, Στέργιος Τσίλης = Στελάκης ( χαϊδευτ. ) Τσιουβάς = Παρασκευάς Τσιώµους = Θωµάς Φάνης = Θεοφάνης Φόρης = Χριστόφορος Φώτς = Φώτιος Χαρίισς = Χαράλαµπος Χριστάκς = Χρήστος Β. ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ Αννίκα = Άννα Ασµίνου και Σιµίνα = Ασηµίνα

Αφρατή = Αφροδίτη Βαγγιλή = Ευαγγελία Βαγγιλούδα = Ευαγγελία Βάια = Βάγια Βακή = Βιλίκου = Γλυκερία ( Παπασιώπης : είχα τη γνώµη ότι θα επρόκειτο περί Βασιλικής. Μου είπαν όµως ότι έτσι λένε την Πασχαλιά ). Βιτώργια = Βικτωρία Γίτσα = Γεωργία Γκιγκέλου = Ευαγγελία Ζιόλια = Θεοδώρα Ιβγένα = Ευγενία Κάλια = Καλλιόπη Κατίγκου = Αικατερίνη Κατή = Αικατερίνη Κατρίν’ = Αικατερίνη Κουκούλα = Βασιλική Λέγκου = Ελένη Λιάγκα = Αλεξάνδρα Λίνα = Μαλίνα, Μαρίνα Λιόπου = Καλλιόπη Λισάβ’ = Ελισάβετ Μαλάµου = Μαλαµατή Μαλίνα = Μαρίνα Μαλιούκου = Μαρία Μαργούλα και Μαργώ = Μαρίνα Μαντώ = Διαµάντω Ματή = Μαλαµατή Ματιούκου = Ματίνα Ματιώ = Ματίνα, Ματθίλδη ( Παπασιώπης ) Μητιώ = Σταµατία Μιµία = Ευθυµία Μίτσα = Ναούµα Μπαλάσου = Βαλασία Μπήινα = Πηνελόπη Μπίλιου = Βασιλική Μπλίκου = Γλυκερία Μπουζίτσα = Θεανώ Μπούλου = Ελισάβετ Μπούντιου = Θεανώ Νίνα = Ειρήνη Νιάνια = Άννα ( Παπασιώπης : Ιωάννα, Γιάννου ). Νινιούλα = Αθηνά Νιούλα = Αθηνά Νούµτα = Ναούµα Ντουντούλα = Αλεξάνδρα Ξιάγλια = Αλεξάνδρα Πανάιου = Παναγιώτα Πάση = Ασπασία Πιπίνα = Δέσποινα Πιλίνα = Πελαγία Πόπη = Καλιόπη Ρήνα = Ειρήνη ή και Κατερίνη µε ι. (Παπασιώπης). Ρούλα = Θεοδωρούλα, Μαρούλα, Ζαχαρούλα κλπ. Ρούσα = ( ? ) ( Κοκκινοµάλλα ) ( + Επισκ. Διονύσιος : «πού το βρήκατε αυτό το όνοµα ;» (σε βάπτιση). Σαβούλου = Ελισσάβετ Σάννα = Άννα Σαννούκου = Άννα Σουλτάνα = (?) Σουτήρου = Σωτηρία Στιργιανή = Στυλιανή ( Στέλλα ) Τέλια = Περιστέρα Τζιτζίκου = Θεοδότα Τιάτιου και Τιάτια = Αναστασία ( 22 Δεκεµβρίου ) Τιτίκου = Αικατερίνη Τιτιούλα = Δήµητρα Τσιάντα = Αλεξάνδρα Τσιβούλα = Παρασκευούλα Τσιµούλα = Ευθυµία Τσιόνια = Χιονία Τσιτσιά = Αναστασία Τσιτσιούλα = (χαϊδ.) Αναστασία Φούλα = Φωτεινή Φριδρίκου = Φρειδερίκη Φρουσύν’ = Ευφροσύνη Φώτου και Φουτούλου = Φωτεινή Χιουνάτα και Χιόνου = Χιονία

ΟΙ ΜΑΧΑΛΑΔΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΟΠ’ Αβλιότ’ς : Η σηµερινή Πλατεία Αυλιώτη. Αλώνια : η σηµερινή πλατεία 25ης Μαρτίου. Αρίνταγας : οι λόφοι από τη Σκ’ρκα µέχρι το Ίσιουµα του Αηλιά και από κει προς το Βατερό. Περιλαµβάνονται το Σιώπατο και το Σµάθκου. Βλάθκα : η γειτονιά κάτω από τα Ηπειρώτικα και Δυτικά του Αγίου Δηµητρίου προς τους Αγίους Αναργύρους. Βλάχκα : η γειτονιά κάτω από τον οδό Τσόντσα ως το 3ο & 4ο Δηµοτικό σχολείο και µέχρι τον πεζόδροµο. Γιούφτκα : η περιοχή που περικλείνεται µεταξύ του ξενοδοχείου ΑΛΙΑΚΜΩΝ µέχρι την οδό Αριστοτέλους, δεξιά και αριστερά. Γιτιά : η γειτονιά µεταξύ Πλ. Λασσάνη, Ε´ Δηµοτικού Σχολείου, Ι.Ν. Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης και διασταύρωσης µε φανάρια για ΟΣΕ. Διµουξινάθκα : η περιοχή µετά τα Αλώνια προς το παλιό ΚΤΕΛ. Εκκλησάκι : πρόκειται για το σηµείο όπου τελειώνει η οδός Παύλου Μελά και αρχίζουν οι οδοί Αγίων Σαράντα, Αγίας Παρασκευής και Νοσοκοµείου. Εκεί υπάρχει ένα µικρό εκκλησάκι. Ζάµπουρντα : το µοναστήρι του Αγίου Νικάνορα. Ιπιρώτκα : η περιοχή, ανεβαίνοντας την Παύλου Mελά δεξιά, επάνω από τους Αγίους Αναργύρους µέχρι τον Άγιο Δηµήτριο και ψηλά ως τον Άι Σαράντη. Ίσιουµα : το επίπεδο µέρος του Αηλιά και το τέλος του Αρίνταγα. Καραϊάνια : ο κάµπος Δυτικά της πόλης µέχρι την Ξηρολίµνη. Καρές : η βρύση που βρισκόταν πιο κάτω από την πλ. Γιολδάση, µπροστά από το σπίτι του Παπαγιάννη και ήταν φυτεµένη µε καρυδιές. Κασλάς : η περιοχή που περικλείεται από τις Ε.Ο. Κοζάνης - Θεσσαλονίκης και Κοζάνης Αθηνών. Κατσκάθκα : Η περιοχή από την πλ. Λασσάνη µέχρι την Οδό Τράντα και προς τα κάτω. Κιραµαργιό : η γειτονιά στο τέρµα της οδού Παύλου Χαρίση, εκεί όπου υπάρχει ο κόµβος µε τα φανάρια στο δρόµο για την Καστοριά. Λέγεται έτσι γιατί τότε στην περιοχή υπήρχε το κεραµοποιείο του Δελιαλή. Κλαδγιά : η περιοχή αριστερά της εκκλησίας του Αγίου Νικάνορα που φτάνει µέχρι το υπαίθριο δηµοτικό θέατρο. Κλιούνγκ’ : η τοποθεσία όπου σήµερα υπάρχουν οι εγκαταστάσεις του Συλλόγου Ηπειρωτών Κοζάνης, στο δρόµο προς τα ΤΕΙ. Κουινιάρκα : οι λόφοι στα Ανατολικά της Κοζάνης. Πιο πάνω βρίσκονται τα Κρεβατάκια*. Κρεβατάκια : η ανατολική πλαγιά του λόφου του Άη Σαράντη. Κυδουνιές : η περιοχή που ξεκινά από το δρόµο Κοζάνης – Αργίλου και φθάνει σχεδόν στο Γηροκοµείο. (Απέναντι από την ΚΟΣΜΟΚΙΝΗΣΗ) Κυρατσάθκα : η περιοχή όπου µένουν οι απόγονοι του Κυρατσού, βρίσκεται βορείως της Σολωµού. Λάκκους : η περιοχή όπου γίνεται σήµερα η λαϊκή αγορά στα «Ιπιρώτκα*» πιο πάνω από το «εκκλησάκι*». Λάκκους τ’ Μάγγαν’ : πιο πάνω από τα Κυρατσάθκα και κάτω από το Νοσοκοµείο. Λαργιού : το µοναστήρι της Αγίας Τριάδος. Λατσκάθκα : Λυκότρυπα : λοφίσκος ανατολικά του Αγίου Γεωργίου, stο τέλος από τα Κουινιάρκα*. Μηλιάθκα : Μισκιάθκου : Η περιοχή γύρω από τη σηµερινή πλατεία Λασσάνη. Προέρχεται από το όνοµα του προύχοντα Διµισκή>Διµισκιάθκου>Μισκ ιάθκου. Μπίλιους : λέγεται και «Τς Μπίλιους τα νηµόργια» (τα µνήµατα της Μπίλιως). Η σηµερινή πλατεία Αλώνια. Μπουντανάθκα : η περιοχή ανατολικά του Κιραµαργιού*. Προέρχεται από το : ιδιοκτησία Βογδάνου>Μπογδάνου>Μπογδα νάνθα>Μπουντανάθκα. Μπούρνους : το όρος Βούρινος. Μπουτζιάκια : τα χωριά Ανατολικά της Κοζάνης, από το Δρέπανο µέχρι τον Πολύµυλο. Νιούλτς : η γειτονιά γύρω από το οµώνυµο πηγάδι, κάτω απ’ τον Άγιο Δηµήτριο, εκεί όπου βρίσκεται και το εστιατόριο ΠΛΑΤΑΝΟΣ. Ντιαφάθκα : η περιοχή, επάνω από την Πλατεία Γιολδάση, όπου έµεναν οι απόγονοι του Διάφα. Παϊάµπουρου : η περιοχή όπου αναπτύσσεται η Ζώνη Ενεργού Πολεοδοµίας, προς τον Άργιλο. Πιγαδούλ’ : η περιοχή Δυτικά του Στρατοπέδου Μακεδονοµάχων Α'.Σ.Σ.). Σιόπατου και Σιόπουτου : περιοχή του Αρίνταγα όπου το εξωκλήσι της Αγίας Ειρήνης. Σκ’ρκα : η περιοχή από τον Άγιο Νικάνορα και έως το Ξενία που έφτανε σχεδόν ως το ΟΛΥΜΠΙΟΝ. Η ονοµασία προέρχεται από το σκύρον = πέτρα. Σινικιζµός (νέος) : η περιοχή από τον κόµβο Αθηνών - Θεσ/νίκης και µέχρι τα ΤΕΛ. Σινικιζµός (παλιός): η περιοχή κάτω από την Πλατεία Αλώνια που φτάνει έως την οδό 11ης Οκτωβρίου και την κλινική ΘΕΟΜΗΤΩΡ (Λοϊζίδη). Σµάθκου : η περιοχή του Αρίνταγα πάνω από το Σιώπατο. Προέρχεται από τον ιδιοκτήτη Σιώµο>Σιιωµάθκο>Σµάθκο. Τζαµάρα : η γειτονιά πίσω από το SM ΓΑΛΑΞΙΑΣ επί της οδού Τράντα προς τον Άγιο Κωνσταντίνο. Τζιάµπρα : η περιοχή κάτω από τον Άγιο Νικάνορα, στο µέρος όπου γίνεται ο φανός της Σκ’ρκας. Τσιαϊπούντς : η περιοχή κάτω από την Ε.Ο. Κοζάνης – Αθηνών προς τον Κρόκο, ΝΑ της Κοζάνης.

Τσιαρτσιαµπάς : η περιοχή στα νότια της Κοζάνης, πάνω από τον Αλιάκµονα και µέχρι τον Κρόκο και την Μεταµόρφωση. Τσουκαλάθκα : η περιοχή ΝΔ της εκκλησίας των Αγίων Αναργύρων Χαντιάθκα : η περιοχή βορειοανατολικά των παλαιών ΚΤΕΛ και κάτω από τον Άη Δηµήτρη. Χάσια : το οµώνυµο όρος Νοτίως του ποταµού Αλιάκµονα. ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΥΠΟΜΝΗΜΑ (Β) = Επαρχία Βοΐου, (Γ) = Επαρχία Γρεβενών, (Ο Ν. Γρεβενών µέχρι το 1964 ανήκε στο Ν. Κοζάνης ). (Ε) = Επαρχία Εορδαίας, (Κ) = Επαρχία Κοζάνης. ***Τα σηµειούµενα έτσι (***) αναφέρονται στην εργασία του κ. ΣΑΡΑΝΤΗ*** # τα σηµειούµενα έτσι (#) αναφέρονται στην εργασία του κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ αλλά µόνον στα κυρίως τοπωνύµια και εφ’ όσον υπάρχει κάποια διαφορά. Τα µακρινά µέρη απαλείφονται (Μπιτόλια, Βέργια, Αλασσόνα κλπ. ), Αβδέλλα (Γ). Στον κ. της Ζάβορδας αναφέρεται ως Αυδέλα. Αβλίανα (Κ), βλ. Αυγή. Αγαλαίοι (Γ). Αγγαλέη στον κ. της Ζάβορδας. Αγάπη (Γ). Ράτζι µέχρι το 1928, Στον κ. της Ζάβορδας αναφέρεται ως Ράτζη. Αγία Άννα (Κ), βλ. Αυγή. Αγία Κυριακή (Κ). Σκ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΒΑΣΙΛΗ ΦΟΡΗ Στη αρχή διαβάσατε ένα κείµενο του Βασίλη Φόρη. ‘Όνειρο ζωής του ήταν η σύνταξη του λεξικού του Κοζανιώτικου λεξικού. Το κύκνειο έργο του πριν πεθάνει. Δεν πρόλαβε…, «άλλα ο Κύριος κέλευσε» και τον πήρε από κοντά µας απρόσµενα, στις αρχές του 1996. Το πλούσιο έργο του παραδόθηκε, από τους οικείους του, για αξιοποίηση στη Δηµοτική Βιβλιοθήκη Κοζάνης. Το όνειρο του κυρ Βασίλη προσπαθεί και θα τα καταφέρει, σίγουρα, ένας Μυτιληνιός ! Και µάλιστα όχι φιλόλογος αλλά οφθαλµίατρος. Ο κ. Στράτος Ηλιαδέλης, που είναι τόσο τρανός Σιούρδους που αµφιβάλλω αν µπορεί να υπάρξει άλλος. Χρόνια τώρα, µαζώνου κείµενα που αναφέρονται στην Κοζάνη και επειδή τα θεωρώ ενδιαφέροντα τα κρατώ σε ένα ντοσιέ ( εικοσιπέντε είναι µέχρι τώρα και µακάρι να κατοστήσουν ). Πολλά αναφέρονται στον Βασίλη Φόρη. Τα καταθέτω, για να πάρει µία µικρή ιδέα ο αναγνώστης, για το µέγεθος της προσφοράς αυτού του «τέρατος» της γλωσσολογίας.1 Για τον κ. Στράτο Ηλιαδέλη θα αναφερθώ ξεχωριστά. Και µόνο το γεγονός ότι είναι η ψυχή των «ΕΛΙΜΕΙΑΚΩΝ» αρκεί. Κανείς άλλος δεν καταπιάστηκε µε τέτοιο µεράκι και µε τόσο ζήλο για την Κοζάνη µας… ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ ΚΟΖΑΝΗΣ Δηµοσιεύτηκε στην εφηµερίδα «Χρόνος» Φ. 1596, της 15ης Ιανουαρίου 1996. Για να «ξεκουράσουµε» λίγο την Ματίνα Τσικριτζή – Μόµτσιου, που µε τόση αµεσότητα καταγράφει σκηνές της Κοζανίτικης ηθογραφίας, και µε τόση αµεσότητα αποδίδει το γλωσσικό µας ιδίωµα, σήµερα αναδηµοσιεύουµε τα « ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ » από το «Μακεδονικό Ηµερολόγιο», (1974) του κορυφαίου Κοζανίτη γλωσσολόγου Β. Φόρη, που για πολλά χρόνια διηύθυν ε το Ιν στιτούτο Νεοελ λ ην ικ ών Σπουδών του Α ριστοτελ είου Παν επιστηµίου Θεσσαλονίκης. Αν µια ιδιωµατική λέξη λέγεται ακριβώς όπως και στην Κοινή Νεοελληνική, η αυστηρή δεοντολογία απαιτεί από τον συλλογέα ή τον ερευνητή να την παραθέσουν το πολύ ως τύπο, όταν γράφουν το λεξιλόγιό τους, στα µακεδονικά π.χ. «λιβέντς – λεβέντης, (βλ. Φωνητική)» και τέλος. Τις φράσεις δηλαδή ξέρς τι λιβέντς είνι αυτός; ή πότι γίγκιν τέτοιους λιβέντς ου γιό σ’; κ.τ.λ. κ.τ.λ. η αυστηρή κριτική θα τις έβλεπε γέµισµα χαρτιού και τίποτε άλλο. Φαίνεται όµως ότι ο ενδόµυχος αυτός φόβος των συλλογέων, ίσως όµως και των επιστηµόνων ( που αυτούς τους περιµένει και αυστηρότερη κριτική ), άφησε και αφήνει ακόµα στις µέρες µας κάποια κενά στην επιστήµη, που πρέπει να τα συµπληρώση µία νέα έρευνα. Γιατί, µε τη νοοτροπία αυτή, να µην αναφέρει δηλαδή κανείς στην οποιαδήποτε συλλογή του λέξεις πραγµατικά πάγκοινες, αφήνεται στον αναγνώστη να καταλάβει ότι οι λέξεις αυτές λέγονται και στο ιδίωµα όπως και στην Κοινή Νεοελληνική, στην ίδια έκταση και µε τις ίδιες εκφράσεις. Είναι όµως έτσι πάντοτε τα πράγµατα; Αν αναφέρω ότι στην Κοζάνη η λέξη µεγάλος – µιγάλους είναι άγνωστη, σίγουρα θα ξαφνιαστούν πολλοί – και δίκαια : «άγνωστη» δεν είναι, ο Κοζανίτης θα την καταλάβη άµα την ακούση, αλλά εκείνο που ενδιαφέρει είναι ο ίδιος δε θα τη χρησιµοποιήση ποτέ, ή σχεδόν ποτέ, γιατί χρησιµοποιεί σχεδόν αποκλειστικά τη συνώνυµη λέξη τρανός ( µόνο στην πειραχτική έκφραση µιγάλους κι τρανός θα την πή). Εδώ βρίσκεται τώρα το

λεξιλογικό και ταυτόχρονα λεξικογραφικό πρόβληµα. Στο λήµµα τρανός ( µε τα παράγωγα και τα σύνθετά του ) πρέπει οπωσδήποτε να σηµειωθεί ότι η λέξη χρησιµοποιείται αποκλειστικά και ότι η συνώνυµή της *µιγάλους καθώς και τα παράγωγα και τα σύνθετά της, ενώ κατανοούνται, δεν χρησιµοποιούνται. Τότε, στο ίδιο αυτό λήµµα τρανός έχουν τη θέση τους την τελείως απαραίτητη όλες εκείνες οι χρήσεις ή οι εκφράσεις που λέγονται στην κοινή Νεοελληνική µε το µεγάλος : τρανός µπιλιάς αυτός ου Στέργιους ( επίθετο ) µκροί τρανοί τάβλι ( ουσιαστικοποιηµένο επίθετο ) τράνιψιν, αρά, τόσου ου γιός σ; ( ενεργ. ρήµα ) παρατράνιψιν του κακό ( σύνθετο ρήµα ) τί σόι τράνιµα είνι αυτό; ( παράγωγο ρήµατος ) κ.τ.λ., κ.τ.λ., κ.τ.λ.. Όλα αυτά δεν είναι διόλου, πιστεύω, γέµισµα χαρτιού, είναι αποδεικτικά στοιχεία και για ην συχνότητα µε την οποία η λέξη χρησιµοποιείται στο ιδίωµα και για την αποκλειστικότητα της χρήσης. Και στο λήµµα, λοιπόν, τρανός θα είχε θέση µία σηµείωση όπως : « Το επίθ. µεγάλος δεν χρησιµοποιείται», και λήµµα ξεχωριστό µε αστερίσκο: «µιγάλους» θα µπορούσε να γίνη, παραπεµπτικό στο τρανός. Μερικές παρόµοιες λέξεις που θα τις ονόµαζα «αρνητικά λήµµατα», αναφέρω παρακάτω. * µουρό. Ποτέ δε λέγεται η λέξη αυτή στην Κοζάνη για το νεογέννητο ή το νήπιο. Λέγεται πάντοτε του µ’κρό : πχιάλα µέσα, αγλιούγουρα, κλαίει του µ’κρό, θα πεί η µάνα ή η πεθερά στη νύφη ή στην κόρη που άφησε του µ’κρό µόνο του στο δωµάτιο. Αλλά ούτε και το επίθετο µουρός λέγεται, τουλάχιστον από τους Κοζανίτες που µένουν ανεπηρέαστοι από την κοινή χρήση. Και µαζί µε αυτό µένουν σε αχρηστία, σαν σε ψυγείο, και άλλα συνώνυµα και συγγενικά του επίθετα, όπως *τριλός, *ανόητους κτλ. και όλα αυτά γιατί τις πολυποίκιλες αυτές αποχρώσεις της κεντρικής έννοιας αναλαµβάνει να τις καλύψει το ιδίωµα µε το πολυσήµαντο επίθετο σιούρδους. * αγόρ’. Αρνητικό και τούτο το λήµµα, και µάλιστα όχι µόνο στην Κοζάνη ή και στα βόρεια ιδιώµατα, αλλά ίσως και σε άλλες περιοχές. Το χαριτωµένο ανέκδοτο µε το χωριάτη της Κοζάνης που ακούει από το µαιευτήρα στην κλινική : Άιντι, Κουκουλιό, να σι ζήσ’ τ’ αγόρ’ και ρωτάει φχαριστώ, γιατρέ, αλλά δέ µ’ είπις τί απόχτσιν η Αφρατούλα, πιδί ή κουρίτσ’; Αφήνει ωστόσο την απορία : άραγε ούτε καν κατανοητή δεν είναι η λέξη ; Ίσως στα χωριά. * κιρδίζου. Το ρήµα δεν λέγεται στο ιδίωµα. Με την έννοια του κέρδους από εργασία χρησιµοποιείται το βγάνου. Με την έννοια πάλι του κέρδους από τυχερά παιχνίδια το κοζανίτικο ρήµα είναι το αρµάζου. Έ, ρά, ποιος αρµάζ’ ; θα ρωτήσει κανένας για την έκβαση ενός τυχερού παιχνιδιού. Έχει ιδιαίτερη σηµασία να τονιστεί η χρήση της λέξης για τα τυχερά παιχνίδια, γιατί ο περιορισµός σ’ αυτά δείχνει και την προέλευση του ρήµατος. Από φωνητική άποψη τίποτα δε δυσκολεύει να δεχτή κανείς ότι ο τύπος αρµάζου προέρχεται από το ρηµάζω ( µε κανονική αποβολή του φθόγγου ι στο ρήµα και µε επίσης κανονική ανάπτυξη του α- από συνεκφορά : τα ρήµαξα – τ’ αρήµαξα, να ρηµάξου – ν’ αρµάξου ). Εννοιολογικά τώρα : πρέπει να υπήρξαν ( ποιος όµως να το ξέρη ; για τον συλλογέα και τον ερευνητή ξανοίγεται άλλος δρόµος … ) περιπτώσεις µεγάλων οπωσδήποτε κερδών, έτσι που να πρωτοειπώθηκαν φράσεις όπως : ‘µ ισύ µας ρήµαξις, - πόσα ρήµαξις, αρά ; κτλ. και ύστερα το ρήµα να πέρασε στην έννοια του κερδίζω. Στ’ άλλα παιχνίδια λέγεται το νικώ – ανκώ. * πιτώ. Με την έννοια ρίχνω κάτι ( κάτω ) που έχει το ρήµα πιτώ στην Νεοελληνική, το δε ρήµα αυτό δεν λέγεται στην Κοζάνη. Μόνο από επίδραση της Νεοελληνικής θα πή ο Κοζανίτης πέτα ή πέταξέ του πέρα του παλιουµάχιρου, η γνήσια χρήση είναι µε το ρήµα πουλιµώ : τί του πολυλιµάς του πανταλόν’ όπ’ νάνι ; -- όταν σφαλνούσαν τα σκουλειά του καλουκαίρ, πουλιµούσαµι τα βιβλία στουν αέρα κτλ. κτλ. Παράγωγο που δηµιουργεί και φωνητικά προβλήµατα, το πουλέµ’µα. Εδώ τώρα πρέπει να βρή ο ερευνητής και την αρχή της χρήσης αυτής, και ίσως δε θα δυσκολευτή να θυµηθεί το γνωστό και από τις άλλες περιοχές, τον ένδοξο πετροπόλεµο, που µπορεί να µην άφηνε στις συνοικίες νεκρούς, αλλά πολλούς γιατρούς και φαρµακοποιούς "επλούτιζε" µε τα σπασµένα κεφάλια και άλλους τόσους εµπόρους «εχρύσωνε» µε τ’ αµέτρητα σπασµένα τζάµια. Ίσως λοιπόν από φράσεις των «πολεµάρχων» και των µαχητών όπως : αυτός πουλιµάει γινναία, ισύ έριξις λίγις πέτρις, πουλιµούσα ως του βράδ’,έριχνα συνέχεια πέτρις κτλ. να συµφύρθηκαν οι φράσεις και να ειπώθηκε κάποτε πουλέµσα πουλλές πέτρις, κι από κεί η λέξη πουλιµώ ( πέτρα ) να πέρασε στη χρήση και µε κάθε άλλο αντικείµενο. Συγγενική είναι στην Κοινή Νεοελληνική η έννοια προσπαθώ του ιδίου ρήµατος : Τί πουλιµάς να κάνεις τόση ώρα ; Έτσι και το παλεύω. Ενισχυτικό γι αυτή την εκδοχή είναι και το ότι το πουλιµώ σ’ αυτές τις περιπτώσεις έχει την έννοια της κάποιας βιαιότητας, της πράξης που γίνεται µε κάποιο πάθος, και όχι της ήρεµης. Δε θα πή πχ. καµµιά νοικοκυρά τα πουλιµας τα σκουπίδια ; µε την έννοια « τάριξες στον τενεκέ ;» Και ακριβώς από αυτή την άποψη το ρήµα δε θα είχε την απόλυτα σωστή θέση του στα «αρνητικά λήµµατα», θα αποτελούσε µία διάµεση βαθµίδα ανάµεσα σ’ αυτά και σε κάποια άλλα, όπως είναι τα ακόλουθα : ψήνου. Το ρήµα λέγεται, αλλά µόνογια τις περιπτώσεις που κατά το µαγείρεµα δε χρησιµοποιείται νερό. Στην κατσαρόλα δεν ψίνιτι ούτε η φασολάδα, ούτε το αρνί µε τις πατάτες, ούτε τίποτε άλλο. Η Κοζανίτισσα µαγειρεύ του φαΐ στη φωτιά, το φαΐ βράζ, ποτέ δε ρωτάει η µια γειτόνισσα την άλλη τι τς ψήντς σήµερα τς θκοί σ ; πάντα τι τς µαειρεύς ; ή µε το ουδέτερο ρήµα φκιάνου,τς έφκιασα ένα γιαχνί, θαραπαύκαν. Κι ο καφές δεν ψήνιτι ποτέ στην Κοζάνη, βράζ’, φουσκών’, γένιτι αλλά να ψηθεί ποτέ. Όταν οι κοπελίτσες έπαιζαν κάποτε τις «κυρίες» και έλεγαν το γνωστό πιράστι απ’ τουν καναπέ να σας ψήσου έναν καφέ, αυτές παπαγάλιζαν ανυποψίαστα την φρασεολογία πανελληνίου παιχνιδιού, οι µάνες όµως που τις άκουγαν δεν

άφηναν ασχολίαστο το πράγµα : Τί µαρ’ ψηµένουν τουν πίν’ν τουν καφέ οι µκρές ; Τόσο έντονα αντιδρά το γλωσσικό αισθητήριο στην ασυνήθιστη χρήση. Ας µην ξεχνούµε πάντως πως και στα µη κοζανίτικα εστιατόρια γίνεται διάκριση ανάµεσα σε µοσχαράκι ψητό και βραστό κτλ. ώστε µια κάποια δικαίωση της περιορισµένης χρήσης να υπάρχει. Φλεύου. Όλα τα λεξικά της Κοινής Νεοελληνικής µιλούν αδιακρίτως για προσφορά φαγητού, γλυκού, ακόµα και φιλοδωρήµατος. Για τα κοζανίτικα οι δύο τελευταίες περιπτώσεις είναι αδιανόητες. Ιδίως το παράδειγµα του λεξικού της «Πρωίας» πχ. «δίδω µικρόν φιλοδώρηµα : κάνε µου αυτό το θέληµα και κάτι θα σε φιλέψω». Φλεύου στα κοζανίτικα θα πή νέτα σκέτα «τραπεζώνω» και φυσικά η φλιά προϋποθέτειφαγοπότι γερό. Κάποτε που µία µαθητριούλα απάγγελνε το αριστουργηµατάκι εκείνο του Πάλλη «Καληµερούδια», όπου η µικρούλα λέει στα ζωάκια της πάω να προφτάσω τον παππού που µε φιλεύει σύκα, «σύσσωµη» η συντροφιά Κοζανιτών και Κοζανιτισσών, ενώ χάρηκε το ποίηµα γλωσσικά «διαµαρτυρήθηκε» : µ’ τί έρµ φλιά ήταν αυτήν ; µι σύκα ; Νοµίζω ότι και στον ευρύτερο µακεδονικό χώρο έχει διάδοση η έκφραση ( οπωσδήποτε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ) : σ’ µά κουντά τα Γιάννινα για µια καλή φλιά, που λέγεται όταν απορρίπτη κανένας ελκυστική κατά τα άλλα πρόταση εξαιτίας της µακρινής απόστασης. Και στα λήµµατα αυτά νοµίζω ότι είναι τελείως απαραίτητο, µε οδηγό πάντοτε τα καλά λεξικά της Νεοελληνικής, να σηµειώνεται η περιορισµένη χρήση : οι λέξεις λέγονται, αλλά όχι σε όλο ο πλάτος το χρησυικό της Κοινής Νεοελληνικής. Ο ερευνητής έχει εδώ να κάνει µε «µισοαρνητικά λήµµατα», λειψά – παίζοντας θα τα ονόµαζα «λείµατα». Η λεξικολεγική ποικιλία του Κοζανίτικου ιδιώµατος δίνει και άλλη µία κατηγορία : των λέξεων εκείνων που λέγονται και στην Κοινή Νεοελληνική, έχουν όµως τελείως άλλο νόηµα, είτε γιατί στο ιδίωµα υπήρχε η βασική έννοια και µε το χρόνο περιορίστηκε σε µια µεταφορά είτε γιατί ευθύς από την αρχή δεν υπήρξε τέτοια της λέξης στο ιδίωµα. Αντιπρόσωπος της κατηγορίας αυτής είναι η λέξη λειψανάβατους. Είναι βέβαιο ότι µε την έκπληξη που θ’ ακούση ο Κοζανίτης ότι η λέξη σηµαίνει στην Κοινή Νεοελληνική σχεδόν αποκλειστικά το «µη ανεβασµένο ψωµί» µε την ίδια έκπληξη και ο µέσος Νεοέλληνας θα µάθη ότι στην Κοζάνη λειψανάβατους είναι αποκλειστικά και µόνο ο ισχνός και καχεκτικός άνθρωπος, ο αδύνατος, ο ωχρός κτλ. Εδώ δεν ξέρει κανείς να πή ποια από τις λέξεις οδήγησε στην παρετυµολόγηση : το λειψός, το λείψανο, το αδιόρατο ( αλλά συχνά στην παρετυµολογία επιδρούν και τ’ αδιόρατα ) : σάβανο ; ίσως το πρώτο, γιατί και στη δηµοτική κατά το «Μέγα Λεξικόν» του Δηµητράκου υπάρχει η έννοια ο ουχί επαρκής ( άνθρωπος ), ο µη δυνάµενος να φέρη τι εις πέρας κτλ. Τέλος, αντιπρόσωπος των λέξεων εκείνων που διακρίνονται από κάποιον κατακλυσµό αποχρώσεων ειναι ο συµπιθιρός, ιδίως η συµπιθιρά. Οι λέξεις σηµαίνουν φυσικά ό,τι και τ’ αντίστοιχά τους της Κοινής Νεοελληνικής. Όπως όµως το κρητικό σύντεκνος χρησιµοποιείται, ιδίως στην οικεία γλώσσα και µάλιστα και από µη Κρητικούς προς Κρητικούς , ως ισότιµο του φίλος, πατριωτάκι κτλ. συχνότατα στην κλητική, έτσι και το συµπιθιρός – συµπιθιρά πήρε στην Κοζάνη και παραπλήσια και ευρύτερη και πιο προχωρηµένη σηµασία. Για να συλλάβη κανείς τις έννοιες αυτές, πρέπει να πλησιάσει µε πολλή προσοχή και – θα έλεγα – µε σεβασµό τη λαϊκή ψυχή και τις εκφραστικότατες εκδηλώσεις και στάσεις της κοινωνικής ζωής. Γίνεται ένας αρραβώνας, δυό σπίτια συµπεθεριάζουν. Ποιοί όµως συγγενείς συµπεθεριάζουν, δηλ. ως ποιο βαθµό συγγένειας φτάνει το συµπεθέριασµα ; Βασικά συµπεθεροί είναι τα τέσσερα πρόσωπα, οι γονείς των δύο µνηστευµένων – και το σοβαρό γλωσσικό ήθος ως εκεί απαιτεί και επιτρέπει την ορολογία. Ποιος όµως θα βάλει δεσµά στη γλώσσα ; Στο δείπνο, δίπλα στους γονείς κάθονται τ’ αδέλφια. Να µας ζήσν’ συµπιθιρέ, προπίνουν οι γονείς, κλητική χρειάζονται και οι άλλοι… Ακούν και τα ξαδέλφια της µιάς πλευράς και εύχονται στα ξαδέλφια της άλλης – πώς αλλιώς ;Κι στα θκά σ’ συµπιθιρά. Τις Δευτέρες µετά τον αρραβώνα ένας κόσµος ολόκληρος αλληλοπροσφωνείται µε το συµπιθιρέ – συµπιθιρά. Δεν υπάρχει χώρος για απορίες : Απού πού συµπιθιρός σ ου κυρ’ Γιώρς ; Ιά ήµασταν σν αρραβώνα τα Λάζ κι κάθουµάσταν κουντά κι τά ‘πναµι. Αλλά κι οι νεαροί, που κρυφοκοιτούν στη σάλα τις νεαρές, πρέπει να βρούν τρόπο να πλησιάσουν : Χουρεύουµι… συµπιθιρά ; κι ας µην είχαν ανταλλάξει χρόνια ούτε το πολυπόθητο χαίριτι στο βραδινό περίπατο της Κοζάνης. Λίγο τώρα τα χαίριτι που πληθύνονται στη βόλτα, λίγο η υπόµνηση του νεαρού στην κοπέλλα : αλλά, γλέντ’ από ‘καµάµι σν αρραβώνα !, τέλος τα πειράγµατα των άλλων, που παρακολουθούν κρυφοµιλήµατα και µισοφοβισµένες συναντήσεις, όλα οδηγούν σε νέες καταστάσεις και εποµένως και σε νέες έννοιες της λέξης : Σα να σι πήριν ιψές του µάτι µ µι τ’ συµπιθιρά… Η λέξη τώρα πήρε την απόχρωση «φιλενάδα ερωτική». Αλλά και την ουδέτερη σηµασία «µια κάποια γυναίκα» έχει ακόµα στην Κοζάνη η λέξη συµπιθιρά, σηµασία που ξεκίνησε από την πολυπλήθεια, να πώ, των προσώπων που καλλούνται σ’ αρραβώνα και γάµο. Όταν έτσι ή αλλιώς όλη η Κοζάνη είναι (ή µάλλον ήταν) ένα µεγάλο συµπεθεριό, µε λίγη πειραχτική διάθεση λέγεται και µ’ αυτή την έννοια η λέξη : Σι χάλιβιν µια συµπιθιρά, σι βρήκιν ; «Έτι και έτι…» η λέξη τοποθετείται και στην ατµόσφαιρα της εγκάρδιας οικειότητας : όταν πριν από χρόνια ο κ. Ζ. Πιτένης έγραφε στη «Δυτική Μακεδονία» της Κοζάνης για µια τοπική ιστορία, κάτι παρόµοιο από την Καστοριά της θυµήθηκε η λογοτέχνισσα της Θεσσαλονίκης κ. Ιφιγένεια Διδασκάλου και του το θύµισε, µ’ έναν εγκάρδιο τόνο. Άλλο που δεν ήθελε και ο κ. Πιτένης : της ανταπάντησε κι αυτός κι αναθυµήθηκε άλλα, η προσφώνησή του όµως ήταν : συµπιθιρά. Από πού τώρα ο Κοζανίτης κ. Πιτένης που κατοικοεδρεύει από χρόνια στην Αθήνα , συµπιθιρός της Καστοριανής κ. Ιφ. Διδασκάλου, που ζή µόνιµα στη Θεσσαλονίκη, αυτό δε θέλει ρώτηµα : η Κοζάνη και η Καστοριά γειτονεύουν, ώστε συγγενεύουν, άρα συµπεθεριάζουν. Ο συλλογέας κι ο ερευνητής των ιδιωµάτων έχουν πολλά προβλήµατα στην εργασία τους. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Δ. ΦΟΡΗΣ ΤΑ ΛΟΓΟΠΑΙΓΝΙΑ ΤΟΥ ΛΕΩΝΙΔΑ

Μικρό απάνθισµα και µεγάλο αντιχάρισµα στο φίλο. Δηµοσιεύτηκε στην εφηµερίδα « Χρόνος » της 11ης Ιουνίου 1984 και επαναδηµοσιεύτηκε στο φ. 2545 της 15 Νοεµβρίου 1998. Το σχόλιο του « Χρόνου » ήταν «…είναι δείγµα µιας εποχής που τα «Κοζανίτικα Γράµµατα» στηρίζονταν σε πραγµατικούς ΛΟΓΙΟΥΣ, που τα τιµούσαν: » Τώρα που ο φίλτατος συµπατριώτης και εξαίρετος φιλόλογος Λεωνίδας Παπασιώπης εντελώς απροσδόκητα µας ανακοίνωσε ότι σταµατάει τις χαριτωµένες αφηγήσεις του στη στήλη ΑΔΟΥΚΗΘΚΑ του αγαπητού «Χρόνου», τον λόγο τον έχουν κάποιες επιτροπές που νοµίζω πως είχαν συγκροτηθεί για ν’ απονείµουν βραβείο. Ο Λεωνίδας το δικαιούται «µε τα τσαρούχια» προτείνω µάλιστα, εποχή που είναι, να βραβευτεί και µ’ ένα «κύπελλο» ο αγώνας του ήταν κυριολεκτικά πρωτάθληµα – ή µαραθώνιος. Μια δεύτερη πρόταση, στον ίδιο τον Λεωνίδα πιά, θα ήταν να µην τ’ αφήσει όλα αυτά τα αφηγήµατά του να σκονίζονται στις ελάχιστες βιβλιοθήκες που αρχειοθετούν και τον «Χρόνο» παρά να τα παραδώσει στον άλλο τον χρόνο, που είναι βέβαια πανδαµάτορας, ωστόσο όµως τα βιβλία τα σέβεται. Τώρα, αν ήθελα να πώ κι εγώ τι µου άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις από όλα όσα έγραψε τόσον καιρό ο αγαπητός φίλος, φοβάµαι πως, αναφέροντας ένα µόνο, θα αδικούσα το σύνολο. Επειδή όµως έζησα τις πανεπιστηµιακές εξετάσεις και επειδή ακόµα – δεν το κρύβω – κάθε φορά που το θυµάµαι αυτό το ένα, µα στο δρόµο, µα στο γραφείο ή στο σπίτι, γελώ µοναχός µου και φοβάµαι πως γίνοµαι και στόχος… θα θύµιζα τις εξετάσεις που έδινε ο Λεωνίδας στο Χαριτωνίδη. Εκείνη η σκηνή µε τους αγανακτισµένους συµφοιτητές του : « πού στουν κόρακα, ρά, τα ξέρς ισύ αυτά, κι ιµείς δεν τα βρίσκουµι πουθινά; » αλλά και η απάντησή του : « Ί, αυτό µας έ λ ε ιπιν τώρα, ν α µην ξ έ ρουµι τα πουτάµια τς Τροίας …», ε ίν αι γ ια µέ ν α η αριστουργηµατικότερη διαπίστωσή τους. Υπέροχος σ´ αυτό ο Λεωνίδας, « ου µκρός »… Μια άλλη όµως πλευρά, από τα «άσουτα» του Λεωνίδα θα ήθελα να επισηµάνω : τα λογοπαίγνιά του, από τα οποία λίγα µόνο µας χάρισε. Πριν όµως προχωρήσω, ας µου συγχωρεθεί να θυµίσω για άλλη µια φορά κι ας τα πω λίγο «δασκαλίτ’κα» - πόσο άστοχα χρησιµοποιούµε οι Νεοέλληνες τη λέξη καλαµπούρι. Η λέξη στα γαλλικά, απ’ όπου και την πήραµε, το calembour, σηµαίνει «παιγνίδι µε τις λέξεις», λογοπαίγνιο ακριβώς, και όχι το οποιοδήποτε αστείο, το οποιοδήποτε ανέκδοτο, ούτε ακόµα και το άλλο το ξενόφερτο και τόσο δυσκολοαπόδοτο στη γλώσσα µας, το χιούµορ. Ως χιούµορ γνησιότατα κοζανίτικο , είχα αναφέρει του µακαρίτη του Νίκου του Τσίντζιλη την πρόταση στον ψυχίατρο που έφραζε τον περίβολο της κλινικής του µε συρµατόπλεγµα : « δεν το βανις αλόυρα απου ν Κόζιαν’; ». Ανέκδοτα κυκλοφορούν χιλιάδες , το «τελευταίο» όµως είναι από τα ελάχιστα που έχουν την χροιά του λογοπαίγνιου : Πήρε, λένε, ο Γιωρίκαν ένα σφυρί κι έσπασε το πόδι του, και κούτσαινε. Κι όταν τον ρώτησαν πως του ήρθε και το έκανε αυτό, απάντησε ότι ήθελε να τον λένε Κουτσόγιωργα. Όταν λοιπόν λέµε : «Έλα απόψε σπίτι, έχω φίλους, θα περάσουµε ωραία, θάχουµε γερό καλαµπούρι…», θα κυριολεκτούµε, αφού είναι αδύνατο σε µια συντροφιά να κάνει για ώρες ολόκληρες διαρκώς καλαµπούρια, λογοπαίγνια. Τουλάχιστο στην Κοζάνη δεν επιτρέπεται να χρησιµοποιούµε σ’ αυτές τις περιπτώσεις το εκφραστικότατο και µοναδικό: ξέκλιασµα, ξικλιάσµατα… Ο Λεωνίδας λοιπόν είναι αµίµητος στα λογοπαίγνιά του. Πατρική η κληρονοµιά, αφού ο αείµνηστος «πάπας» τους, ο Ιωάννης Παπασιώπης δεν άφηνε ευκαιρία να του ξεφύγει, έπρεπε για το κάθε τι να κάνει το λογοπαίγνιό του. Φοβάµαι πως πρέπει ν’ αρχίσω … από σιωπώντας ένα απίθανο που του έγραψε ο Λεωνίδας, όταν τον παπά τον είχαν τοποθετήσει στην Έδεσσα που λεγόταν παλιά Βοδενά. Το κάνω από ευλάβεια στη µνήµη του πατέρα του – και αποσιωπώ άλλο ένα ευρηµατικότατο του Λεωνίδα, «διαπραγµένο» για µια κυρία που δυστύχησε αργότερα… Πρέπει όµως ν’ αρχίσω. Και να θυµίσω αυτό που έγραψε : «Όταν ο ίδιος και όλα του τ’ αδέλφια και η φιλοξενούµενή τους ξαδέλφη η Έλλη ψήνονταν στον πυρετό από την αλησµόνητη προπολεµική ελονοσία, ο Λεωνίδας δεν το βάσταξε και , µέσα στο παραµιλητό του µικρό παιδί ακόµα, το πέταξε : « Εµ πώς να µην µας θερίζει η ελονοσία; Κοτζάµ Έλλη έχουµε στο σπίτι…». Μας έγραψε και το άλλο, το πώς αντέδρασε όταν στη Ρουµανία ο καθηγητικός Σύλλογος τα είχε χαµένα µε την µαθήτρια που ήταν «ολίγον τι …» και έπρεπε να την αποβάλουν : « Μη στενοχωριέστε, η αποβολή έτσι κι αλλιώς θα γίνει…». Από τη Ρουµανία όµως είχε «φέρει» ο Λεωνίδας και το άλλο. Ο µάγειρας στο εστιατόριο που έτρωγε ήταν ένας γίγαντας ίσαµε εκεί επάνω, θηρίο ο περίφηµος Σταύρος. Κάποτε λοιπόν επισκέφτηκε το Λεωνίδα ένας φίλος του από εδώ, Σταύρος κι αυτός, όµως το άκρο αντίθετο µε το µάγειρα : πετσί και κόκαλο. Κι ο Λεωνίδας κάνοντας τις συστάσεις δείχνει το µάγειρα και λέει : « Από δώ, ως ταύρος », και γυρνώντας προς τον φίλο του τον δείχνει : «Και από δω οστά –µόνο »… Όταν ήρθε στην Κοζάνη από την Κύπρο, τοποθετήθηκε στην Εµπορική Σχολή, Σεπτέµβριος, µε εγγραφές, εξετάσεις κτλ. κι ο διευθυντής του δίνει ένα πάκο µε κόλλες, να τις χαρακώσουν , µαζί µε µια καθηγήτρια, για καταστάσεις. Μηχανική η δουλειά, ο Λεωνίδας τα αστεία του, η καθηγήτρια «χα, χα, χα,,,» και ο διευθυντής για να τον πειράξει : « Κύριε Παπασιώπη, να συντοµεύουµε και όχι πειράγµατα στη δεσποινίδα συνάδελφο ». « Η δουλειά γίνεται, κύριε διευθυντά », του αποκρίνεται ο Λεωνίδας, « κι όσο για τα πειράγµατα στη δεσποινίδα, δε µας πιάνουν τα πειρά σας είµαστε στα … χαρακώµατα ». Άλλη µια αρχή χρονιάς µπαίνει στην Ε’ του Αρρένων να δώσει πρόγραµµα και βλέπει πως ενώ η

διαταγή έλεγε να κόψουν οι µαθητές τα µαλλιά «εν χρώ», τα λεβεντόπαιδα όλα ήρθαν µε κάτι µαλλούρες να, πολλοί σε στιλ … αρίτσιου. Ο Λεωνίδας κάνει πως εγκαταλείπει την τάξη, οι µαθητές «γιατί, κύριε καθηγητά; » κι εκείνος : « Δεν µπορώ, δεν µπορώ, βλέπω µεγάλην άνω µαλλίαν, ανωµαλίαν…». Ο Γενικός Επιθεωρητής Φώτιος Κανιστράς, που µας είχε χρόνια µε το Λεωνίδα και τους µακαρίτες Γιώργο Χρυσοχόου και Γιώργο Πάπιστα στο γραφείο (νε καλοκαίρια και νε γιορτές στα σπίτια µας…), τον πήρε µία βραδιά στο Μανόλη τον Παπαδέλη, για να πεί κι αυτός τη γνώµη του για το κοστούµι που έραβε ο Επιθεωρητής : « Πως σου φαίνεται Λεωνίδα, δεν είναι ωραίο; ». « Τι να σου πώ, µ’ αυτό το κουστούµι κάνεις τρα…», κι ο άλλος σούφρωσε τα φρύδια… Χειµώνας στην Κοζάνη, από εκείνους του παλιού «καλού» καιρού, η πόλη αποκλεισµένη από το «ένα µέτρο και» τα χιόνια κι ένα τσούρµο µαθητές συγκεντρωµένοι στον κεντρικό δρόµο γύρω από το αυτοκίνητο κάποιων ξένων, που προσπαθούσαν …να το ζεστάνουν… Να κι ο Λεωνίδας µε το µπαστουνάκι του : « Τι συµβαίνει , παιδιά; », « Τουρίστ, τουρίστ, κύριε καθηγητά », « Τουρίστ ή τουρτουρίστ; » ρωτάει ο Λεωνίδας. Το πιο απίθανο όµως το πιο ευρηµατικό που θα µπορούσε νοµίζω ν’ αξιώσει πανελλήνιες δάφνες, ήταν το άλλο. Στα 1951, αν δεν κάνω λάθος, ο τότε πρωθυπουργός, ο αείµνηστος Σοφοκλής Βενιζέλος, έφτασε απρόοπτα κάπως στην Κοζάνη. Λίγοι ήξεραν ότι είχε έρθει για να εγκαινιάσει τα αποξηραντικά έργα στη Σαρη-γκιόλ – οι παλιότεροι θα θυµούνται τους βάλτους εκεί, που τώρα έγιναν ευφορότατες εκτάσεις. Τον ρώτησε λοιπόν κάποιος : «Μήπως ξέρεις Λεωνίδα, για πού πάει ο Βενιζέλος; » - « Μα…, νοµίζω ότι βαίνει εις έλος…». Όταν ήρθε η ώρα µου να εγκαταλείψω κι εγώ τη γενέτειρα, µε ρώτησε ο Λεωνίδας : « Τι µαθαίνω; Φεύγεις από την εκπαίδευση; » -« Ναι, του απαντώ, πάω στο Ινστιτούτο ». Κι εκείνος ακαριαία : « Τί ιστί τούτο; »… Ατέλειωτα του Λεωνίδα. Και πάλι του προτείνω να τα αναδηµοσιέψει, εµπλουτισµένα και καλοτυπωµένα, όσα «αδουκήθκιν» στο «Χρόνο» χάρισµα στην Κοζάνη και στους ανθρώπους της. Για να χαίρεται και ο ίδιος και το πνεύµα του και το χιούµορ του και τα λογοπαίγνιά του. Ας µε συγχωρήσει και ο ίδιος και ο αναγνώστης του «Χρόνου», αν παραβιάζω τη δεοντολογία, νοµίζω όµως ότι το ακόλουθο, που το πρότεινα να το γράψουν οι αθηναϊκές εφηµερίδες ή δεν το κατάλαβαν ή δεν το έβαλαν από τη ζήλια τους. Ανήκει στον επιστήθιο φίλο µου το Νίκο Δ. Τσιώρα. Τον ρώτησαν ποιοι είναι επιτέλους αυτοί που σκάβουν τις Ελληνικές πόλεις και τις γεµίζουν λασπουριά και κακό, κι εκείνος έδωσε την … καθαρευουσιάνικη απάντηση : « Οτέ µεν ο ΟΤΕ, οτέ δε η ΔΕΗ…». Ξέρω βέβαια ότι ο φίλος µου ο Νίκος απειλεί να µου φέρει µαχαιριά στο … στήθος, γιατί µου απαγόρεψε ν’ αναφέρω το όνοµά του, κι εγώ δεν τον άκουσα. Επιτρέπεται όµως να µένουν «ανώνυµα» τέτοια διαµάντια : Ποιος ξέρει άλλωστε, πότε θα ΔΕΗσω να ξαναγράψω στο «Χρόνο» ; Μόνο άµα βγώ στη σύνταξη, όπως ο Λεωνίδας από χρόνια τώρα, ίσως να συντάξω κανένα κείµενο της προκοπής. Μολονότι φοβάµαι ότι και τότε θα µε φάει η γραµµατική του κοζανίτικου ιδιώµατος και ιδίως η … σύνταξή του. Β. Δ. ΦΟΡΗΣ ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΙΩΤΙΚΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥ Τρία χρόνια χωρίς το Φόρη… Δηµοσιεύτηκε στην εφηµερίδα « Ο ΧΡΟΝΟΣ», Φ. 2564, της 13ης Δεκεµβρίου. Η Ένωση Παλαιών Προσκόπων Κοζάνης εκδίδει από δεκαετίας την διµηνιαία εφηµερίδα της «ΚΟΖΑΝΙΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ». Το λογότυπο του τίτλου της το φιλοτέχνησα πρόχειρα σε κάποιο χαρτί µε χοντρό µαρκαδόρο ως δείγµα για να το µορφοποιήσει ο τυπογράφος. Ο γραφίστας κ. Τσιόκανος θέλησε να παραµείνει αυτούσιο το σχέδιο, για να µη χάσει την αυθεντικότητα γραφής. Κάποια στιγµή αµφισβητήθηκε η ορθότητα της γραφής. Κάποιος επέµενε ότι το ορθό ήταν «Κοζανήτικοι Διάλογοι», από το «Κοζάνη». Αντέδρασα έντονα και χρειάστηκε να ζητηθεί η γνώµη κάποιου πνευµατικότερου ανθρώπου. Ποιος να ήταν περισσότερο ειδικός από τον δικό µας κυρ Βασίλη; Πήρα το θάρρος και τον ενόχλησα ζητώντας την άποψή του. Σε δύο ηµέρες έµεινα έκπληκτος λαµβάνοντας την επιστολή του. Την καταθέτω σε φωτοτυπία για να µη χάσει κάτι από την αξία της. Πιστεύω, είναι µια πραγµατεία για ένα ασήµαντο, κατά τη γνώµη µου, ζήτηµα. 1.11.1992 Στον κύριο liakos Αγαπητέ φίλε, αδελφέ πρόσκοπε, Πήρα σήµερα το γράµµα σου και ευχαρίστως απαντώ στο ερώτηµα που µου κάνετε την τιµή να µου υποβάλλεται (δε χρειάζεται να ζητάς συγγνώµη, αφού αυτή είναι η δουλειά µου). Η απάντηση είναι διττή : Μονόλεξα είναι κοζανίτικοι – και «φλυαρότερα», «δασκαλικώτερα»

λέει τα ακόλουθα, που αν θέλετε τα διαβάζετε και τα εφαρµόζετε : Αφού ο τύπος είναι καθαρά νεοελληνικός, πρέπει να δεχτούµε ότι δεν έχει κανένα λόγο η αρχαία κατάληξη –ήτης (Αιγινήτης), όπως θα ζητούσε ο φίλος συν-αδερφός πρόσκοπος, που θα έδινε ( πώς όµως το επίθετο της νεοελληνικής σε –ίτικος: κοζανή, -τικος. Πολύ σωστά σηµειώνεις το Πόλη – Πολίτης – Πολίτικος. Επίθετα σε –ήτικος δεν έχουν αρχαίες περγαµηνές ! Για όλα αυτά όµως και για πληρέστερη ενηµέρωσή σας, καλό θα ήταν να ξεκλέβατε µισή – µία ώρα κ αι ν α πηγ αίν ατε στη Δηµοτικ ή µας Βιβλ ιοθήκ η, όπου ο αγ απητός Βασίλ ης Σιαµπανόπουλος ή η κυρία Σιώµου θα σας έδιναν τα βιβλία : 1.Μιχ. Χ. Οικονόµου, Γραµµατική της Αρχαίας Ελληνικής, για απλή ενηµέρωση από $390, όπου µάλιστα, εκτός από το Αιγινήτης, θα βρείτε και Αβδηρίτης… 2.Νεοελληνική Γραµµατική της Δηµοτικής, την «µεγάλη», την «κρατική», σελ 128, $ 281,1 – ίτης και σελ. 139,7 Μοραΐτης κτλ. – µοραΐτικος. Ώστε και πάλι : κοζανίτικος. Ας µην παραλείψω να σηµειώσω ότι ο µακαρίτης ο (κοντο)συµπατριώτης µας Ζήνων Πιτένης (ο «Λιόλιος») τιτλο-γράφησε το βιβλίο του «κουζιανιώτκα µπέντια», προτιµώντας τον άλλο τύπο του επιθέτου, σε –ιώτης, -ιώτκος. Σε καλή (πνευµατική µεριά. Σας χαιρετώ όλους εγκάρδια, Μια φορά πρόσκοπος, πάντα πρόσκοπος, Β.Δ.Φόρης. ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ Υπό ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Δ. ΦΟΡΗ Φιλολόγου – Καθηγητού Εγεννήθη εν Κοζάνη το 1925. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης, διδάσκει από του 1952 εις την Εµπορικήν Σχολήν Κοζάνης. Υπότροφος του Ι.Κ.Υ. δια σπουδάς εν Γερµανία, µετέβη το 1957 – 58 εις Μόναχον. Ασχολείται ιδιαιτέρως µε την γλωσσολογίαν, ιδία την νεοελληνικήν, και µε τα βόρεια ιδιώµατα. Το 1956 εξέδωσε την µελέτην «Το αρσενικό άρθρο I στα βόρεια νεοελληνικά ιδιώµατα». Εις την «Καθηµερονήν» και εις το περιοδικόν «Νέα Εστία», Αθηνών, εδηµοσίευσε ποικίλας µελέτας µικράς, γλωσσολογικού περιεχοµένου. Κάθε φορά που διαβάζω στις τοπικές εφηµερίδες µας, ιδίως στη «Δυτική Μακεδονία», ή σε άλλα έντυπα, όπως π.χ. στο «Φανό» των Κοζανιτών της Θεσσαλονίκης, διάφορα κείµενα γραµµένα στο ντόπιο γλωσσικό µας ιδίωµα, παρατηρώ πώς, όσο κι´ αν οι συντάκτες τους, άνθρωποι ζωντανοί και γνήσιοι αντιπρόσωποί τους όλοι του γλωσσικού µας ιδιώµατος, φροντίζουν να παρουσιάσουν στο χαρτί ό,τι βγαίνει από το στόµα του λαού, δεν τα καταφέρνουν πάντοτε. Απόδειξη γι’ αυτό θα είχα να φέρω το ότι, αν διαβάσει τα κείµενα αυτά ένας που δεν είναι Κοζανίτης, τότε αυτό που θ´ ακούσωµε δεν θα είναι πέρα για πέρα ο ιδιωµατικός µας λόγος. Με αυτό δεν εννοώ βέβαια το χρώµα της φωνής που έτσι ή αλλιώς ο ξένος προς το ιδίωµα δεν θα το πετύχη ποτέ. Εννοώ το ότι συνήθως δεν αποτυπώνονται στο χαρτί µε κάθε ακρίβεια όσα θα ακούονταν π.χ. σε µια ραδιοφωνική εκποµπή. Η διαφορά αυτή µεταξύ προφορικού και γραπτού λόγου ισχύει και στην κοινή νεοελληνική γλώσσα, αφού βέβαια: κόσµος γράφοµε αλλά κόζµος προφέροµε, στο χαρτί βλέποµε: παιδιά αλλά από το στόµα µας βγαίνει η λέξη: παιδγιά κλπ. Η διαφορά όµως αυτή µεταξύ προφορικού λόγου και γραπτής αποτυπώσεώς του γίνεται µεγαλύτερη όταν πρόκειται για ένα κείµενο ιδιωµατικό. Τους λόγους για τους οποίους παρουσιάζεται η διαφορά αυτή θα προσπαθήσω να εξετάσω όσο γίνεται πιο σύντοµα. Πρώτα πρώτα το τυπογραφείο δεν βοηθάει πάντα. Ξέροµε από τη διαλεκτολογία ότι τα δικά µας βόρεια ιδιώµατα το άτονο ι στη λήγουσα των ουδετέρων δεν αποβάλλεται εντελώς, όπως δεν αποβάλλεται εντελώς και το ει στη λήγουσα των βαρυτόνων ρηµάτων, αλλά και το ένα και το άλλο αφήνουν έναν ηµίφθογγο. Πώς παριστάνεται λοιπόν ο ηµίφθογγος αυτός στα έντυπα κείµενά µας; Με µια απόστροφο. Έτσι το: κεφάλι θα γραφή κιφάλ’ το: παίρνει θα γίνη παίρν’. Με απόστροφο όµως σηµειώνεται και η αποβολή ενός φθόγγου, ο οποίος ωστόσο δεν άφησε κανέναν ηµίφθογγο. Έτσι πάλι το: κουτί θα µας παρουσιαστεί ως κ’τι, ο µικρός θα µα δώση την οπτική εικόνα: µ’κρός. Αν λοιπόν τώρα ένας ξένος προς το ιδίωµα µας (και οι γλωσσολόγοι µελετηταί πρέπει να θεωρούνται πάντα ξένοι) διαβάση κείµενα µε τέτοιες λέξεις, σίγουρα και τις δύο πρώτες που αναφέρω παραπάνω θα τις διαβάσει κιφάλ, παίρν, κι έτσι µόνο απατηλή εικόνα των φθόγγων του ιδιώµατός µας µπορεί να έχη. Τι πρέπει να γίνη λοιπόν; Σύµφωνα µ´ ένα βιβλιαράκι που εξέδωσε από χρόνια τώρα για τη συλλογή του γλωσσικού υλικού «Εν Αθήναις Γλωσσική Εταιρεία», πρέπει να παριστάνωµε στα γραπτά µας και τον ηµίφθογγο αυτό: κιφάλι ή κιφάλ’, παίρνι ή παίρν’. Το µικρό αυτό γιώτα, που είναι σαν εκθέτης δίπλα στην κάθε λέξη, δίνει στο τελικό σύµφωνο µία διαφορετική χροιά που ξέροµε πολύ καλά πώς το γλωσσικό µας ιδίωµα την αποδίδει πάντα. Αν λοιπόν γραφή ο ηµίφθογγος, , τον οποίο στην ανάγκη θα µπορούσαµε να τον σηµειώνωµε και µε ένα ανάποδο γιώτα (ι) ή µε µια οξεία: κιφάλι ή κιφάλ´, παίρνι ή παίρν´, τότε όχι µόνο θα προσεγγίζαµε την ορθή προφορά του ιδιώµατος µε το γραπτό µας, αλλά και θα αποφεύγαµε διάφορες συγχύσεις τύπων. Για παράδειγµα θα είχα να αναφέρω την τελευταία λέξη: παίρνι. Αν αυτή προφερθεί καλά, τότε δεν µπερδεύεται µε τη λ.: παίρν’ν (παίρνουν), η οποία ακριβώς προφέρεται όπως κι’ αυτή που γράφεται, όχι ορθά: παίρν’. Ένας άλλος λόγος, για τον οποίον ο ιδιωµατικός προφορικός λόγος δεν αποδίδεται πιστά στο

χαρτί, είναι το ότι θα χρειαζόµασταν και πολλά άλλα σύµβολα φθόγγων δανεισµένα από το λατινικό αλφάβητο. Αν µας έλεγαν δηλαδή να γράψωµε τις δύο λέξεις: στις γειτονιές κοζανίτικα, αναµφισβήτητα θα γράφαµε: στ’ς γειτουνιές κι’ έτσι βλέποµε και διαβάζοµε κάθε τόσο να γράφωνται παρόµοιες λέξεις. Νά όµως που και στην περίπτωσή αυτή πάλι απατηλή εικόνα της προφοράς του ιδιώµατός µας δίνοµε σ’ εκείνους που δεν το ξέρουν. Άν εγκαταλείψωµε για λίγες στιγµές τα γραπτά σύµβολα και εκφωνήσωµε φυσικά κι’ αβίαστα τις δυό λέξεις, τότε εκείνο που θα προφέρωµε θα γραφή µόνον έτσι: ζd’ζ γειτουνιές. Έχουµε δηλαδή στην περίπτωση αυτή µία πολλαπλή ηχηροποίηση των φθόγγων ς, τ και σ, που την προκάλεσε η ηχηρότητα του γ. Το ίδιο θα γινόταν και µε τον φθόγγο β π.χ. ζd’ζ βρύσις (όχι: στ’ς βρύσις) και όλοι οι άλλοι ηχηροί φθόγγοι, όχι όµως οι άηχοι, όπως π.χ. το π: στ’ς παλιουγειτουνιές κλπ. Παρόµοια µε τα παραπάνω θα έπρεπε να γράφωµε όχι: απ’ τ’ς µπαλαµές κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές το αλάνθαστο γλωσσικό αισθητήριό µας µόνο του µας οδηγεί να εκφωνήσωµε τους φθόγγους αυτούς και µάλιστα πολλές φορές, όταν µας «κόψουν» απότοµα την κουβέντα µας, θα δούµε πώς µένοµε µ’ ένα τέτοιο ζd’ζ ή άb’dζ στα χείλη µας, κι εκείνο που επρόκειτο να εκφωνηθεί θα άρχιζε µ’ έναν απ’ τους ηχηρούς φθόγγους β, γ, δ, ζ, µπ, γκ, ντ, τζ. Τελευταίο λόγο στη σύντοµη αυτή επισκόπηση της ορθογραφίας του ιδιώµατός µας, θα είχα να αναφέρω την επίδραση της γραφής της νέας ελληνικής κατά τη γραφή του ιδιώµατος. Σε παλαιότερα ιδίως κείµενα βλέπω µάλιστα και επίδραση της καθαρεύουσας. Έτσι διαβάζοµε π.χ. νά σοί πώ, νά µοί γράψ’ς, ενώ το ιδίωµα αγνοεί, όπως βέβαια και η νέα ελληνική, τη δοτική. Η σωστή γραφή είναι βέβαια νά σί πώ, νά µί γράψ’ς κλπ. Κι άλλες όµως γραφές όχι µόνο δεν είναι σωστές, αλλά και φέρνουν τον (ξένο) αναγνώστη σε αµηχανία. Στην αρχή µιάς επιστολής, δηµοσιευµένης στη «Δυτική Μακεδονία» διαβάζω: «πστεύου ν’ αδουκιέσι τί γένουνταν...» και λίγο παρακάτω: «Ιγώ νά σί πώ ν’ αλήθεια…» Είναι φανερό ότι τα δύο ν’ δεν έχουν καµιά σχέση µεταξύ τους, το ένα είναι το να, το άλλο είναι το: την (τ’ν, ’ν). Αν τώρα γράφαµε λανθασµένα στην πρώτη περίπτωση: «π’στεύου ’ν αδουκιέσι», τότε το νόηµα θα άλλαζε και θα εσήµαιναν οι λέξεις: «πιστεύω την θυµάσαι»! Γι’ αυτό στις περιπτώσεις του θηλυκού άρθρου στην αιτιατική η ορθή γραφή είναι ’ν, π.χ.: ’ν αλήθεια. Επίσης συχνά διαβάζοµε: «τού πιδί» (το του µε περισπωµένη) κλπ., ενώ πρέπει να γράφεται: «τού πιδί» κλπ., γιατί η γενική της κοινής δεν έχει εδώ λόγο, αφού είναι: «τό παιδί» που γίνεται στο ιδίωµα «τού πιδί». Πώς πρέπει να γράφωµε τους τύπους της νεοελληνικής: παίζεις, να λούσης, Χαρίσης κλπ.; Πρέπει να γράφωµε παίειζ, να λούησ’ς Χαρίησ’ς; Ο µακαρίτης Τζάρτζανος έδωσε την απάντηση σ’ αυτό το σπουδαίο θέµα µε µια µελέτη του στην «Αθηνά», τόµ. 25 (1913), σελ. 65 – 77. Αποκρούοντας τις απόψεις που είχαν εκφράσει δύο ξένοι σπουδαίοι γλωσσολόγοι διδάσκει πως στο θεσσαλικό ιδίωµα (τα ίδια ακριβώς ισχύουν και για το δικό µας) µόνον αποβολή του ατόνου φθόγγου ι γίνεται κι εποµένως η κανονική µορφή των λέξεων αυτών θα ήταν: παίζ’ς, νά λούσ’ς, Χαρίσ’ς, αλλά το ιδίωµα για λόγους ευκολώτερης προφοράς ανέπτυξε µετά την πρώτη αποβολή έναν άλλο φθόγγο ι που ασφαλώς δεν είναι η παλιά κατάληξη, αλλά κάτι νέο. Συµβολικά λοιπόν µπορούµε να γράφωµε: παίιζ, νά λούις, Χαρίις, όχι όµως παίειζ, νά λούης κλπ. Μια τέτοια γραφή θα ίσχυε ίσως για τη γνήσια απόδοση της προφοράς παρόµοιων λέξεων από Πελοποννησίους. Έτσι, αν προσέξη κανένας πολύ καλά έναν Πελοποννήσιο, συχνά θ’ ακούση: «πότε έχετε εξετάεις, σ’ όλες τις περιπτώεις κλπ., δηλ. σ’ αυτούς γίνεται κανονική αποβολή του πρώτου από τα δύο σ(ς). Το φαινόµενο µοιάζει µε το δικό µας, αλλά οι λόγοι που επέβαλλαν τα δύο φαινόµενα είναι διαφορετικοί. Οι Πελοποννήσιοι εξ άλλου κάνουν το ίδιο και µε το τ: «δεν έχω εγώ ειδικόητα, τού’ τή φορά» κλπ. Οι συγχύσεις µε τους τύπους της νεοελληνικής δηµοτικής πρέπει επίσης ν’ αποφεύγονται στις περιπτώσεις όπως ο πληθ. της λ. πραχάλα. Κάµποσες φορές διάβασα: «Οι πραχάλεις». Ένα ουσιαστικό όµως γραµµένο έτσι προϋποθέτει ονοµ. ενικού: η πραχάλις, της πραχάλεως και πληθ. οι πραχάλεις, πράγµα βέβαια που δεν συµβαίνει. Ό,τι στη δηµοτική θα λέγονταν: πραχάλες στο ιδίωµα θα ειπωθή: πραχαλις. Και για να αναφέρωµε κάτι ακόµα σηµαντικό, πρέπει όσοι γράφουν στο ιδίωµα να προσέχουν περισσότερο την οµοιότητά του µε τη νεοελληνική δηµοτική παρά µε την αρχαία. Έτσι δεν θα γράφουν π.χ. κηρί, σίδηρου κλπ., αλλά κιρί, σίδιρου, δείχνοντας έτσι και τη σωστή προέλευση των λέξεων αυτών από τις δηµοτικές κερί, σίδερο, και όχι από τις αρχαίες κατ’ ευθείαν κηρός, σίδηρος κλπ. Αλλά γι’ αυτά και πλείστα άλλα ορθογραφικά ζητήµατα θα ρωτούσε κανένας: «Σάµπως έχοµε καµιά γραµµατική του ιδιώµατος, για να ξέρωµε πώς γράφεται το ένα και πώς το άλλο;» Είναι όµως γνωστό ότι ακριβώς το αντίθετο συµβαίνει, πρώτα δηλ. παρουσιάζεται µια γλώσσα (στην προφορά και την γραφή) κι’ απ’ αυτή ύστερα βγαίνει η γραµµατική, η σύνταξη και το λεξικό. Και οι καθ’ όλα εξαίρετοι ιδιωµατογράφοι µας αν απέδιδαν όσο γίνεται πιο πιστά τους φθόγγους του ιδιώµατος κι’ αν παρουσίαζαν στο χαρτί φυσική κι’ αβίαστη την τόσο πλούσια εκφραστικότητά του, θα συνέβαλλαν πάρα πολύ στη µελέτη του ιδιώµατός µας από τους γλωσσολόγους και θα τους βοηθούσαν αναµφισβήτητα στη λύση τόσων και τόσων προβληµάτων που συναντούµε στα γλωσσικά ιδιώµατά µας. Βασίλειος Δ. Φόρης Φιλόλογος Καθηγητής Το παραπάνω κείµενο δηµοσιεύτηκε στο «Ηµερολόγιον Δυτικής Μακεδονίας», έτους 1961.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες