το χωριο μας

Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες




Αν δεν απαντούσε κάπως στην «ψευδο-επιστημονική» συνήθεια να συγκροτούνται κατάλογοι των πιο αξιόλογων/σημαντικών/καθοριστικών/κορυφαίων έργων/συγγραφέων, το παρόν κείμενο-συμβολή στο δι-ιστολογικό αφιέρωμα, θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί «στιγμές και σταθμοί μιας αναγνωστικής πορείας». Αφορμή για το αφιέρωμα αυτό αποτέλεσε άλλη μια λίστα που κυκλοφόρησε πολύ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον τελευταίο καιρό, συντάχθηκε από 120 Έλληνες συγγραφείς, και οργανώθηκε από το bookpress και το βιβλιοπωλείο Πολιτεία. Αν και ενδιαφέρουσα ως λίστα δεν παύει να είναι μια προσπάθεια σύνταξης «κανόνα», που θεωρεί λανθασμένα ως ειδικούς για τη σύνταξή του τους συγγραφείς. Εξαιρεί δηλαδή την «άλλη πλευρά», τους αναγνώστες. Οι αναγνώστες, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης – και δεν θα ήταν ο μόνος -  είναι συνδημιουργοί του βιβλίου. Όπως και να είναι όμως, κυρίαρχο στοιχείο στην ιστορία του βιβλίου δεν είναι η όποια αντικειμενική του αξία, αλλά η συνάντηση της γραφής με την ανάγνωση. Ευτυχώς σε αυτή τη διαδικασία ελάχιστη σημασία έχουν οι εξωγενείς παράγοντες της αγοράς που αντιλαμβάνεται το βιβλίο ως προϊόν. Κυρίαρχη παραμένει η συγκίνηση, το ενδιαφέρον, η εγρήγορση του αναγνώστη.

Δεν με έχει ρωτήσει ποτέ κανείς (…) αν ναυαγούσα σε ένα νησί τι θα ήθελα να έχω μαζί μου. Αν με ρωτούσε, χρόνια τώρα έχω έτοιμη την απάντηση: θα ήθελα να έχω μαζί μου βιβλία, αν ήταν να έχω μονάχα ένα, μάλλον θα διάλεγα το «Μυστηριώδες νησί» του Βερν. Νομίζω πως είναι από τα πρώτα βιβλία που διάβασα και με έχει καθορίσει ως χαρακτήρα και ψυχοσύνθεση. Η απομόνωση, ο αγώνας για επιβίωση, η «μεταφυσική»/πατρική παρουσία του Νέμο που πεθαίνει, ο παράλληλος/υπόγειος κόσμος είναι στοιχεία του χαρακτήρα μας, της εξέλιξής μας, της μετάβασής μας στις ηλικίες της ωρίμανσης. Πρέπει να πήγαινα Τρίτη ή Τετάρτη δημοτικού όταν το διάβασα, και φυσικά το θυμάμαι ακόμη.

Οι αναγνωστικές περίοδοι μπλέκονται η μία στην άλλη με διαλείμματα και περιόδους εντάσεων, όμως σαφώς μια παράλληλη περίοδος της αναγνωστικής πορείας ήταν η περίοδος της «Ζέη», που περιλαμβάνει βέβαια και τη Σαρρή. Το «Μεγάλο περίπατο του Πέτρου» τον έχω διαβάσει πέντε φορές, είναι το μόνο βιβλίο που έχει τύχει αυτής της επανάληψης. Η Ζέη είμαι μια συγγραφέας που συμπύκνωσε και στα ενήλικα μάτια μου όλη τη συγκίνηση και την εκτίμηση σε αυτόν που γράφει ιστορίες.

Η δεύτερη φάση της αναγνωστικής μου πορείας σχετικά πρώιμα ξεκίνησε με τη λεγόμενη κλασική λογοτεχνία (Ζολά, Μπαλζάκ, Ουγκώ, Τολστόι, Ντοστογιέφσκυ). Θα μπορούσα να θεωρήσω προσωπικό αναγνωστικό άθλο τους «Άθλιους» που διάβασα στην Πέμπτη δημοτικού (εννοείται το πλήρες έργο). Θα διάλεγα αυτό σαν αντιπροσωπευτικό έργο μιας περιόδου που κράτησε χρόνια και που λειτούργησε σαν κατακλυσμιαία αποκάλυψη του παγκόσμιου πνεύματος.

Η εφηβική/μετεφηβική περίοδος, θα μπορούσα να την πω καταχρηστικά περίοδο της «Εστίας», περιέχει τα βιβλία του Βενέζη, του Μυριβίλη, του Καραγάτση, του Λουντέμη, του Τερζάκη κ.α. Θα διάλεγα δύο βιβλία από αυτή την περίοδο: το «10» του Καραγάτση (για τον αποκαλυπτικό ρεαλισμό του και για το «μάθημα» που λέει πως η ομορφιά δεν υπάρχει μόνο στο ολόκληρο, αλλά και στο ημιτελές, στο ακρωτηριασμένο. Το δεύτερο είναι το «ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» του Λουντέμη. Ο Λουντέμης και η Ζέη είναι η πολιτική αφήγηση που με έφερε κοντά στις αξίες, τα οράματα, την ιστορία, τις διαψεύσεις της Αριστεράς. Το βιβλίο αυτό το διάβασα καλοκαίρι, ξαπλωμένος στην αιώρα της αυλής, κάτω από μια λεμονιά και όταν το τελείωσα έμεινα ώρα εκεί κρατώντας το σφιχτά στην αγκαλιά μου.

Οι μπήτνικ, συγκεκριμένα ο Μπάροουζ, θεωρώ πως είναι το κλείσιμο της ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Είναι διαβάσματα της φοιτητικής ζωής, υφολογικές αναζητήσεις, ακραίες και αιχμηρές καταστάσεις, γλώσσα, εικόνες και ανατροπές. Την ίδια περίοδο διαβάζω Μπαταίγ, τον Τένεσι Ουίλιαμς και τους σουρεαλιστές. Ο Μπάροουζ, ας πούμε «τα άγρια αγόρια», βίασε τη γλώσσα μου, τον καθωσπρεπισμό μου- οι εικόνες του, το cut-up, ανατρέπουν τη δομή της αφήγησης δημιουργώντας ομορφιά σε απρόσμενα τοπία. Όμως μετά από αυτό πώς να γυρίσεις πίσω. Ποιες άλλες διαδρομές να πάρεις;

Πριν από αυτή την περίοδο (ας την πούμε ‘περίοδο Μπάροουζ») υπήρξε η «περίοδος Στάινμπεκ» η οποία περιλαμβάνει και τον Τζακ Λόντον και με έναν παράδοξο τρόπο τον Χάμσουν (διάβασα την «πείνα» και πεινούσα…). Αν διάλεγα ένα χαρακτηριστικό βιβλίο της περιόδου, αυτό θα ήταν το «Σε έναν άγνωστο θεό» του Στάινμπεκ, βιβλίο που με τη φυσιολατρική/μεταφυσική του πνοή (μοιάζει σε αυτό με τον Χάμσουν) μάλλον συνδέεται κάπως με τη μετάβασή μου από την Κόρινθο των παιδικών χρόνων στην Αθήνα των φοιτητικών. Το «Σε έναν άγνωστο θεό» το έχω κάνει δώρο σε όσους θεώρησα φίλους μου. Με κάποιο παράλογο βέβαια τρόπο λειτουργούσε σαν μια συμβολική επισφράγιση των φιλικών μου διαθέσεων.

Η φοιτητική περίοδος ήταν μια πυκνή περίοδος αναζητήσεων προς διάφορες κατευθύνσεις. Δύο κύκλοι αναγνωστικών διαδρομών υπήρξαν επίσης εκείνη την περίοδο, οι οποίοι συνεχίστηκαν στα χρόνια του στρατού και της πρώτης επαγγελματικής περιόδου. Ο ένας είναι ο κύκλος του Νίκου Χουλιαρά, ο οποίος ξεπερνάει το «βιασμό» του Μπάροουζ, και μου αποκαλύπτει μια γραφή ιδιαίτερη, διεισδυτική, ποιητική, προσωπική χωρίς ακροβατισμούς, πυροτεχνήματα και εκρήξεις που στοχάζεται αφηγούμενη απλές, καθημερινές, εσωτερικές ιστορίες. Ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει όλα τα έργα του Χουλιαρά, επηρέασε σαφώς το όποιο ύφος μου στη γραπτή έκφραση και ξεκίνησε με το «Λούσια», το πρώτο έργο του. Είναι το δεύτερο βιβλίο που συνήθως κάνω δώρο στους φίλους μου. Ο δεύτερος κύκλος είναι βέβαια ο κύκλος του Μπόρχες. Βιβλιοθηκάριος και εκείνος, αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν μια βιβλιοθήκη που επιπλέον είναι ένας λαβύρινθος με μια αιώνια κρυπτική τάξη. Ο κύκλος αυτός έχει δύο βιβλία να τον σηματοδοτούν: το ένα είναι του Μπόρχες, ας πούμε «το Άλεφ», το δεύτερο όμως δεν είναι δικό του. Σε αυτό με οδήγησε ο ίδιος, μιλώντας με εκτίμηση για το συγγραφέα του, τον Λάβκραφτ. «Ο κυνηγός του σκότους» είναι το μόνο βιβλίο αυτής της κατηγορίας της λογοτεχνίας που διάβασα, και είναι αποτυπωμένη μέσα μου η εκπληκτική και μεγαλειώδης απλότητα της γραφής του, ο τρόμος δεν είναι τέχνασμα, είναι πραγματικότητα.

Ερχόμαστε τώρα στους μη πεζογραφικούς σταθμούς. Ποίηση. Κυρίαρχη και διαρκής περίοδος, συνεχείς αποκαλύψεις, επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις. Αν ξεχώριζα ποιητικούς σταθμούς θα ξεκινούσα με το Ρίτσο («Η σονάτα του σεληνόφωτος») μόνο και μόνο για να σηματοδοτήσω κάπως τη λατρεία μου στην αχανή ποίησή του για αρκετά χρόνια. Η ανάγνωση της ποίησης ξεκίνησε από τους τέσσερεις «μεγάλους». Πίσω από το «σεληνόφως» του Ρίτσου είναι ο Βρεττάκος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης (με αυτή τη σειρά «συμπάθειας»). Δεύτερος σταθμός, ο Καβάφης. Τον διάβασα σε ένα παλιό αρχοντικό στην Αλεξάνδρεια το 1997 σε ένα ταξίδι στην Αίγυπτο που κράτησε 13 μέρες. Τρίτος σταθμός ο Λειβαδίτης, ας πούμε «τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου» με το μελαγχολικό στοχασμό τους. Τέταρτος σταθμός, ο Χιόνης. Ανοίγομαι με φούρια και σε άλλους ποιητές, ανακαλύπτω φωνές ιδιαίτερες (Σινόπουλο, Χριστιανόπουλο, Σαχτούρη, Εγγονόπουλο, Χουλιαρά κ.α. ) και ξένους  πολλούς. «Το υπόγειο» είναι η συλλογή του Χιόνη που θα μπορούσε να περιέχει τις «ανακαλύψεις» της ανάγνωσης αυτή την περίοδο.

Μέσα σε αυτές τις διαδρομές εμφανίζονται και μεμονωμένες περιπτώσεις, εξαιρέσεις, σημαντικές συναντήσεις. Δεν είναι ίσως το βιβλίο που δικαιούται να βγάζει από τη λίστα των 20 αγαπημένων μου βιβλίων άλλα, «σημαντικότερα». Όμως «η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου» της Κάρσον Μακ Κάλερς (σε μετάφραση του Κουμανταρέα) διατηρεί ακόμη μέσα μου νωπή την ιδιότυπη, «αμερικάνικη», αχανή μελαγχολία του, στοιχείο μάλλον ιδιαίτερα συναφές με το χαρακτήρα και τα μύχιά μου…

«Η μεταμόρφωση» του Κάφκα γειτονεύει κάπως με την περίοδο που διάβαζα Μπόρχες και Λάβκραφτ. Περικλείει και το πνιγηρό, κλειστοφοβικό στοιχείο της γραφής και του Φραγκιά. Αλλά είναι βέβαια ένα βιβλίο-ξάφνιασμα που αφήνει ανεξίτηλο το ίχνος του στην ανάγνωση. Τα «παραμύθια της Θεσσαλίας» της Μαρούλας Κλιάφα είναι η πρώτη συλλογή λαϊκών παραμυθιών που διάβασα μετά την παιδική ηλικία και μου άνοιξε μια πόρτα, που ακόμη μένει ανοιχτή περιέχοντας πολλούς τίτλους, στο μαγικό, αναρχικό κόσμο του παραμυθιού. Τα παραμύθια είναι ένας κόσμος ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση νομίζω. Αυτό το στοιχείο της αμφίπλευρης αναφοράς τα κάνει από τα πιο ενδιαφέροντα αναγνώσματα για μένα. «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας» του Ετσενσμπέργκερ είναι από τα πιο ιδιαίτερα στη δομή τους βιβλία, μια ιδιόμορφη βιογραφία που κάνει άθελά τους συγγραφείς όσους έζησαν μια εποχή, όσους αγωνίστηκαν δίπλα στον αναρχικό Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι. Είναι σαφώς η πιο ενδιαφέρουσα βιογραφία από όσες πολλές έχω διαβάσει για προσωπικότητες που σημάδεψαν και σημαδεύτηκαν από την εποχή τους (Στάλιν, Λένιν, Μαρξ, Σερζ, Λόρκα, Τρότσκι, Μπουχάριν, Αχμάτοβα, Τσβετάγεβα, Λούξεμπουργκ, Μπόρχες, Καμύ, Μαρκές, Μπρετόν κ.α.).

Τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν δυο κύκλοι αναγνώσεων: η στρατοπεδική γραμματεία, τα βιβλία δηλαδή που γράφτηκαν γύρω από το Ολοκαύτωμα και τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, με κορυφαίο νομίζω το «πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση» του Ζαν Αμερύ: ένα βιβλίο βιωματικά στοχαστικό, συγκρουσιακό, αποκαλυπτικό, βασανισμένο και απελπισμένο και συγχρόνως αντιστασιακό με την έννοια της μάχης απέναντι στη λήθη, της μάχης της ζωής με τη σκέψη. Στον κύκλο αυτό μπαίνουν συνεχώς βιβλία του Λέβι, του Κουμανταρέα, του Σεμπρούν και άλλων πολλών, Ο δεύτερος κύκλος είναι τα βιβλία του Ραφαηλίδη, ας πούμε διαλέγοντας ένα, τη «μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού»: έξυπνο, ανατρεπτικό, εμβριθές, εγκυκλοπαιδικό, ερωτευμένο, επαναστατικό πνεύμα ο Ραφαηλίδης, είναι αδύνατο να μην σε αιχμαλωτίσει με τις εμμονές, το χιούμορ, τον ερωτισμό του.
***
Μια ομάδα blogger συμφωνήσαμε πως η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες. Κι αν ακόμη ορίσαμε μια λίστα για να μιλήσουμε για την ανάγνωση, της γυρίζουμε την πλάτη, την κοροϊδεύουμε. Η πορεία της ανάγνωσης είναι μια αδιάκοπη πορεία, με παράλληλες γραμμές και σημεία τομής, αναιρέσεις, επαναλήψεις, επιστροφές. Σημαντικά είναι τα βιβλία που μας συνάντησαν. Τα πιο σημαντικά είναι τα βιβλία που δεν έχουμε ακόμη ανακαλύψει.http://vivliothekarios.blogspot.gr/2014/01/blog-post_30.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed:+vivliothekarios+%28?+??????????????%29

Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014

Το Παιδί και οι εχθροί του


Emma Goldman: Το Παιδί και οι εχθροί του


Πρέπει το παιδί να θεωρείται μια ανεξάρτητη προσωπικότητα ή ένα αντικείμενο που διαμορφώνεται σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες και τα γούστα των άλλων; Νομίζω ότι αυτή είναι η πιο σημαντική ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί από γονείς και δασκάλους. Το εάν το παιδί θα αναπτυχθεί εσωτερικά, εάν όλα όσα αναζητούν εκφραστική διέξοδο θα αφεθούν να έρθουν στο φως ή θα είναι ετεροκαθοριζόμενο, αυτό εξαρτάται από τη σωστή απάντηση σε αυτό το ζωτικής σημασίας ερώτημα.
Στην εποχή μας οι καλοί και άξιοι ευνοούν τις ισχυρές προσωπικότητες. Κανένας άνθρωπος με ευαισθησίες δε θέλει να τον μεταχειρίζονται απλώς και μόνο σαν μηχανή ή σαν ένα καθωσπρέπει και αξιοσέβαστο παπαγαλάκι· η ανθρώπινη ύπαρξη διψάει για αναγνώριση του βαθύτερου εαυτού της.
Και πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ανάπτυξη του ώριμου ανθρώπου περνά από την παιδική ηλικία και ότι οι σύγχρονες αντιλήψεις για τη μόρφωση ή την εκπαίδευσή του στο σχολείο και στην οικογένεια –ακόμη και στην οικογένεια ενός προοδευτικού ή ριζοσπάστη– είναι τέτοιες που πνίγουν τη φυσική ανάπτυξη του παιδιού.
Όλοι οι θεσμοί στις μέρες μας, η οικογένεια, το κράτος, οι ηθικοί κώδικες βλέπουν στο πρόσωπο κάθε δυναμικής, όμορφης, ασυμβίβαστης προσωπικότητας έναν θανάσιμο εχθρό. Επομένως, όλα στοχεύουν στο να καλουπωθεί το συναίσθημα και η πρωτοτυπία της σκέψης του παιδιού από πολύ μικρή ηλικία· κάθε άνθρωπος να διαμορφωθεί με βάση ένα πρότυπο· όχι για να δημιουργηθεί μια ισορροπημένη προσωπικότητα, αλλά ένας υπομονετικός εργαζόμενος-σκλάβος, μια επαγγελματική μηχανή, ένας πολίτης-φοροδότης ή ένας αυστηρός ηθικολόγος. Έαν κάποιος, παρ’ όλα αυτά, ανακαλύψει τον πραγματικό αυθορμητισμό του (κάτι που παρεμπιπτόντως είναι μια σπάνια χαρά), αυτό δεν οφείλεται στη δική μας μέθοδο ανατροφής και εκπαίδευσης: η προσωπικότητα του παιδιού συχνά επιβάλλεται παρά τα κοινωνικά και οικογενειακά εμπόδια. Μια τέτοια ανακάλυψη θα έπρεπε να γιορτάζεται σαν ένα σπάνιο γεγονός, μιας και τα εμπόδια στο δρόμο της ανάπτυξης και της διαμόρφωσης του χαρακτήρα είναι τόσα πολλά που είναι θαύμα αν το παιδί καταφέρει να διατηρήσει το σθένος και την ομορφιά του και να βγει ζωντανό μέσα από τις τόσες απόπειρες να ακρωτηριάσουν τον πυρήνα της ύπαρξής του.
Πράγματι, αυτός που έχει ξεπεράσει τα εμπόδια που θέτουν η έλλειψη σκέψης και η ανοησία της κοινοτοπίας, αυτός που μπορεί να σταθεί χωρίς ηθικά στηρίγματα, χωρίς την επιβεβαίωση της κοινής γνώμης («ιδιωτική νωθρότητα» την αποκαλούσε ο Νίτσε) μπορεί να τραγουδήσει με όλη του τη δύναμη το τραγούδι της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας. Την έχει κερδίσει περνώντας διά πυρός και σιδήρου. Αυτές οι μάχες ξεκινούν από την πιο τρυφερή ηλικία.
Το παιδί δείχνει τις ατομικές του κλίσεις στα παιχνίδια του, στα ερωτήματά του, στις σχέσεις του με τους άλλους ανθρώπους. Πρέπει όμως να παλέψει με τις συνεχείς εξωτερικές επεμβάσεις στις σκέψεις και στα συναισθήματά του. Δεν επιτρέπεται να εκφραστεί σύμφωνα με τη φύση του, με την αναπτυσσόμενη προσωπικότητά του. Πρέπει να γίνει πράγμα, αντικείμενο. Τα ερωτήματά του βρίσκουν στενόμυαλες, συμβατικές, ηλίθιες απαντήσεις, τις περισσότερες φορές βασισμένες πάνω στο ψέμα. Και όταν εκείνο, με τα μεγάλα, γεμάτα απορία και αθωότητα μάτια του λαχταράει να κατανοήσει τα μυστήρια του κόσμου, οι γύρω του αμέσως κλειδώνουν πόρτες και παράθυρα και κλείνουν το εύθραυστο αυτό φυτό σε θερμοκήπιο, όπου δεν μπορεί ούτε να αναπνεύσει ούτε να αναπτυχθεί ελεύθερα.
Ο Ζολά, στο μυθιστόρημά του «Fécondité» υποστηρίζει ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού θεωρεί το παιδί νεκρό, έχει συνωμοτήσει εναντίον της γέννησής του – μια τρομακτική εικόνα πραγματικά. Εντούτοις, η συνωμοσία εναντίον της ανάπτυξης και της διαμόρφωσης του χαρακτήρα του, η οποία βρήκε εύφορο έδαφος και καλλιεργήθηκε μέσω του πολιτισμού, μου φαίνεται ακόμη πιο απαίσια και επιζήμια, αφού αργά και σταδιακά καταστρέφει τα κρυμμένα χαρίσματα του παιδιού, μια διαδικασία που οδηγεί στην αποβλάκωση και στην περιστολή της κοινωνικής του ευημερίας.
Μια εκπαίδευση εξολοκλήρου προσανατολισμένη στην αποξένωση του παιδιού από τον εαυτό του δημιουργεί ενηλίκους αποξενωμένους ο ένας από τον άλλο και σε διαρκή ανταγωνισμό μεταξύ τους.
Το ιδανικό για τον μέσο παιδαγωγό δεν είναι μια ολοκληρωμένη, ισορροπημένη, αυθεντική ύπαρξη. Με το είδος της διδασκαλίας του περισσότερο επιδιώκει να φτιάξει ανθρώπους-μηχανές, απόλυτα προσαρμοσμένους στο μαγκανοπήγαδο της κοινωνίας και σε μια ζωή μονότονη και κενή. Η οικογένεια, το σχολείο, το κολέγιο και το πανεπιστήμιο ενισχύουν τη στείρα, ψυχρή χρησιμοθηρία, παραγεμίζοντας το κεφάλι του μαθητή με ένα σωρό ιδέες, κληρονομιά από τις προηγούμενες γενιές. Tα «γεγονότα και τα δεδομένα», όπως ονομάζονται, δεν είναι τίποτε περισσότερο από έναν όγκο πληροφοριών που καταφέρνουν να συντηρούν κάθε είδους εξουσία και να προκαλούν δέος ως προς τη σημασία της ιδιοκτησίας, ελάχιστα όμως συνεισφέρουν στην ουσιαστική κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και της θέσης της στον κόσμο.
Τα κεφάλια των παιδιών μας τα έχουν παραγεμίσει με πεθαμένες αλήθειες, ξεχασμένες εδώ και καιρό, μουχλιασμένες αντιλήψεις για τον κόσμο και τους ανθρώπους ακόμη και στην εποχή των γιαγιάδων μας. Η διαρκής αλλαγή, η πολυμορφία, η συνεχής πρόοδος, αυτά είναι η ουσία της ζωής. Οι επαγγελματίες παιδαγωγοί δε γνωρίζουν τίποτε από όλα αυτά, τα εκπαιδευτικά συστήματα είναι τακτοποιημένα σε φακέλους, ταξινομημένα και αριθμημένα. Τους λείπει ο δυνατός και γόνιμος σπόρος που όταν πέσει στο πλούσιο έδαφος θα αναπτυχθεί και θα φτάσει ψηλά. Είναι πολυκαιρισμένα, ανίκανα να ξυπνήσουν τον αυθορμητισμό του ανθρώπου. Παιδαγωγοί και δάσκαλοι με νεκρές ψυχές ασχολούνται με νεκρές αξίες. Η ποσότητα παίρνει βίαια τη θέση της ποιότητας. Συνεπώς, τα αποτελέσματα είναι αναπόφευκτα.
Όπου κι αν κοιτάξει κανείς, ψάχνοντας απεγνωσμένα ανθρώπους που δε μετρούν τις ιδέες και τα συναισθήματα με το μέτρο της σκοπιμότητας, έρχεται αντιμέτωπος με προϊόντα και μαζική εκπαίδευση αντί για την καλλιέργεια του αυθορμητισμού και των εσωτερικών χαρακτηριστικών που οδηγούν στην ελευθερία.
Πνεύμα δεν βρίσκω μέσα του κρυμμένο.
Είναι απλώς εκπαιδευμένο.
Τα λόγια αυτά του Φάουστ απηχούν με τον καλύτερο τρόπο τις παιδαγωγικές μας μεθόδους. Πάρτε για παράδειγμα τον τρόπο που η ιστορία διδάσκεται στα σχολεία μας. Δείτε πώς η παγκόσμια ιστορία έχει καταντήσει ένα φτηνό κουκλοθέατρο, στο οποίο μερικοί κουκλοπαίχτες υποτίθεται ότι κρατούν στα χέρια τους την πορεία ολόκληρης της ανθρώπινης φυλής.
Και το δικό μας έθνος; Δεν έχει επιλεγεί από τη Θεία Πρόνοια για να κυριαρχήσει στον κόσμο; Δεν είναι ανώτερο από τα άλλα; Δεν είναι της γης το δαχτυλίδι, χωρίς αμφιβολία το πιο ενάρετο και ιδανικό έθνος, το πιο γενναίο; Όλες αυτές οι γελοιότητες που διδάσκονται δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε έναν ανιαρό, ρηχό πατριωτισμό και να δημιουργήσουν ένα έθνος που δε γνωρίζει τα όριά του, ξεροκέφαλο, παντελώς ανίκανο να αναγνωρίσει τις ικανότητες των άλλων εθνών. Με αυτό τον τρόπο, υπερεκτιμώντας τις δικές τους αξίες, οι νέοι ευνουχίζονται, απονεκρώνονται. Δεν είναι περίεργο που η κοινή γνώμη μπορεί τόσο εύκολα να χειραγωγηθεί.
«Μασημένη τροφή» είναι το σύνθημα που θα έπρεπε να αναρτηθεί σε κάθε τάξη ως προειδοποίηση για όσους δεν θέλουν να χάσουν την προσωπικότητά τους και την κριτική τους ικανότητα, οι οποίοι διαφορετικά θα αρκούνταν σε γνώσεις κενές όπως ένα άδειο κέλυφος. Ίσως αυτό είναι αρκετό ως αναγνώριση για τα αμέτρητα εμπόδια που συναντά ένα παιδί στην ανεξάρτητη νοητική του ανάπτυξη.
Εξίσου πολλές, και όχι λιγότερο σημαντικές, είναι οι δυσκολίες στη συναισθηματική ζωή του παιδιού. Δε θα περίμενε κανείς οι γονείς να συνδέονται με τα παιδιά τους με τις πιο τρυφερές και λεπτές χορδές; Όντως, αυτό θα περίμενε. Όμως, οι γονείς είναι οι πρώτοι που καταστρέφουν τον εσωτερικό πλούτο των παιδιών τους – όσο λυπηρό κι αν είναι αυτό, είναι αληθινό.
Οι Γραφές μάς λένε ότι ο Θεός δημιούργησε τον Άνθρωπο κατ’ εικόναν του, κάτι που, όπως έχει αποδειχτεί, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είχε επιτυχία. Οι γονείς ακολουθούν το κακό παράδειγμα του επουράνιου αφέντη. Κάνουν τα πάντα για να πλάσουν το παιδί τους σύμφωνα με τη δική τους εικόνα. Είναι πεισματικά προσκολλημένοι στην ιδέα ότι το παιδί εν μέρει είναι ένα κομμάτι από αυτούς, μια ιδέα τόσο λανθασμένη όσο και επιβλαβής, η οποία αρκεί για να μεγαλώσει την παρανόηση σχετικά με την παιδική ψυχή και να οδηγήσει αναπόφευκτα στην υποδούλωση και στην εξάρτηση.
Μόλις οι πρώτες ακτίνες της συνειδητοποίησης φωτίσουν το μυαλό και την καρδιά του παιδιού, αυτό ενστικτωδώς αρχίζει να συγκρίνει τη δική του προσωπικότητα με των γύρω του. Πόσα απόκρημνα και παγωμένα βράχια θα αντικρίσει με το γεμάτο απορία βλέμμα του; Πολύ σύντομα θα έρθει αντιμέτωπο με την επώδυνη πραγματικότητα ότι βρίσκεται εδώ μόνο για να υπηρετεί, σαν άψυχο ον, γονείς και κηδεμόνες, που η αυθεντία τους και μόνο του δίνει σχήμα και μορφή.
Η μεγάλη μάχη που δίνει ο σκεπτόμενος άνθρωπος ενάντια στις πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές συμβάσεις έλκει την καταγωγή της από την οικογένεια, όπου το παιδί είναι πάντα αναγκασμένο να αγωνίζεται ενάντια στην εξουσία, εσωτερική και εξωτερική. Οι ρητές εντολές: «Θα το κάνεις!», «Πρέπει!», «Αυτό είναι σωστό!», «Αυτό είναι λάθος!» πέφτουν σαν καταρρακτώδης βροχή πάνω στο αγνό μυαλό του παιδιού και εντυπώνονται μέσα του για να υποκύψει εκείνο στο τέλος μπροστά στις καθιερωμένες και άτεγκτες αντιλήψεις όσον αφορά τις ιδέες και τα συναισθήματα. Ωστόσο, οι κρυμμένες δυνάμεις και τα ένστικτα παλεύουν να επιβάλουν τον δικό ανορθόδοξο τρόπο έρευνας της ουσίας των πραγμάτων, διάκρισης ανάμεσα σε αυτό που είναι κοινώς αποδεκτό ως «λάθος», «σωστό» ή «ψεύτικο». Το παιδί είναι προορισμένο να ακολουθήσει το δικό του δρόμο, μιας και είναι κι αυτό φτιαγμένο από τα ίδια νεύρα, μυς και αίμα, όπως και αυτοί που υποτίθεται ότι κατευθύνουν τη μοίρα του. Αδυνατώ να καταλάβω πώς οι γονείς ελπίζουν ότι τα παιδιά τους θα γίνουν ανεξάρτητα πνεύματα που θα βασίζονται στις δικές τους δυνάμεις, όταν κάνουν τα πάντα για να τους κόψουν τα φτερά, αυτό το παραπάνω στην ιδιοσυγκρασία και τον χαρακτήρα που τα κάνει να ξεχωρίζουν από τους ίδιους και τα αναδεικνύει ως φορείς νέων και ζωογόνων ιδεών. Το φιντανάκι που το κλαδεύει ο κηπουρός για να του δώσει ένα προκαθορισμένο σχήμα ποτέ δε θα γίνει τόσο ψηλό και όμορφο όσο αν αφηνόταν να μεγαλώσει φυσικά και ελεύθερα.
Όταν το παιδί πλησιάζει στην εφηβεία, έρχεται αντιμέτωπο, εκτός από την οικογένεια και το σχολείο, με μια ατελείωτη σειρά αυστηρών ηθικών παραδόσεων. Τη λαχτάρα για έρωτα και σεξ οι περισσότεροι γονείς την αντιμετωπίζουν με απόλυτη αδιαφορία, τη θεωρούν κάτι αισχρό και απρεπές, κάτι ντροπιαστικό, σχεδόν εγκληματικό, που πρέπει να καταστέλλεται και να καταπολεμάται σαν φοβερή ασθένεια. Τα ερωτικά και τρυφερά αισθήματα του νεαρού βλασταριού μεταφράζονται, εξαιτίας της βλακείας των γύρω του, σε χυδαιότητα και χοντροκοπιά, έτσι ώστε οτιδήποτε λεπτό και ωραίο είτε συνθλίβεται εξολοκλήρου είτε καταχωνιάζεται στα τρίσβαθα, σαν τη μεγαλύτερη αμαρτία που δεν τολμά να αντικρίσει το φως της ημέρας.
Το πιο αξιοπερίεργο είναι ότι οι γονείς θα στερηθούν τα πάντα, θα θυσιάσουν τα πάντα για να είναι τα παιδιά τους καλά στη σωματική τους υγεία και έντρομοι θα σηκωθούν τη νύχτα μπροστά σε όποια ενόχληση νιώσουν τα καμάρια τους. Θα παραμείνουν όμως ψυχροί και αδιάφοροι, χωρίς την παραμικρή κατανόηση, για την ψυχή τους, τα ερωτικά σκιρτήματα και τους πόθους τους· ούτε θα ακούσουν –ούτε θέλουν να ακούσουν– τον δυνατό χτύπο του νεανικού πνεύματος που απαιτεί αναγνώριση. Αντίθετα, θα καταπνίξουν τη γλυκιά φωνή της άνοιξης, τη φωνή της νέας ζωής, μιας ζωής γεμάτη από την ομορφιά και το μεγαλείο του έρωτα. Θα βάλουν το μακρύ, λεπτό δάχτυλο της αυθεντίας πάνω στον τρυφερό λαιμό του νέου και δε θα αφήσουν ν’ ακουστεί ο κρυστάλλινος ήχος του δικού του τραγουδιού, η φωνή της προσωπικής ανάπτυξης, της ομορφιάς του χαρακτήρα, της δύναμης του έρωτα και των ανθρώπινων σχέσεων, αυτά για τα οποία μόνο αξίζει κανείς να ζει.
Κι όμως αυτοί οι γονείς θεωρούν ότι θέλουν το καλό του παιδιού τους και μερικοί, απ’ όσο ξέρω, όντως το εννοούν. Όμως, το «καλό» εδώ σημαίνει φθορά και θάνατο σε καθετί νέο που πάει να ανθίσει. Εντέλει, με το να καταπνίγουν κάθε ανεξάρτητη προσπάθεια των νέων να αναλύσουν τις παθογένειες της κοινωνίας και κάθε αυθόρμητη δράση για το ξερίζωμά τους οι γονείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να μιμούνται τα αφεντικά τους στο κράτος, στα εμπορικά, κοινωνικά και ηθικά ζητήματα. Αδυνατούν να συλλάβουν τη διαχρονική αλήθεια ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν απλώς πυροδοτούν ακόμη μεγαλύτερη δίψα για ελευθερία και ακόμη περισσότερη αγωνιστικότητα.
Αυτός ο καταναγκασμός είναι επόμενο να προκαλέσει αντίσταση, κάθε γονιός και δάσκαλος θα έπρεπε να το ξέρουν. Σε πολλούς προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η πλειονότητα των παιδιών που κατάγονται από ριζοσπαστικές οικογένειες είτε είναι εντελώς αντίθετα στις ιδέες των γονιών τους, πολλά από αυτά ακολουθούν παλιά, απαρχαιωμένα μονοπάτια, είτε είναι αδιάφορα απέναντι στις ιδέες και στα κηρύγματα της κοινωνικής αναμόρφωσης. Κι όμως δεν υπάρχει τίποτε το παράξενο σε αυτό. Οι ριζοσπάστες γονείς, αν και δεν πιστεύουν ότι η ιδιοκτησία είναι συμβατή με την ανθρώπινη φύση, υποστηρίζουν ακόμη ακράδαντα ότι το δικό τους παιδί τούς ανήκει κι έχουν κάθε δικαίωμα να ασκούν εξουσία πάνω του. Έτσι αρχίζουν να το πλάθουν σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη για το σωστό και το λάθος και να επιβάλουν τις ιδέες τους με τη σκληρότητα ενός καθολικού γονέα. Και ο ένας και ο άλλος προβάλλουν στα παιδιά τους το ίδιο αξίωμα: «κάνε όπως σου λέω κι όχι όπως κάνω». Όμως το εύπλαστο παιδικό μυαλό αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι η ζωή των γονιών του είναι αντίθετη με τις ιδέες που εκείνος εκπροσωπεί· ότι, σαν τον καλό χριστιανό που προσεύχεται με ζήλο τις Κυριακές, όμως συνεχίζει να παραβιάζει τις εντολές του Κυρίου την υπόλοιπη εβδομάδα, ο ριζοσπάστης γονιός καταγγέλλει το Θεό, τους παπάδες, την εκκλησία, την κυβέρνηση, την ντόπια εξουσία, αλλά συνεχίζει να υπακούει σε όλα όσα σιχαίνεται. Έτσι, ο άθεος γονιός μπορεί να υπερηφανεύεται ότι ο τετράχρονος γιος του αναγνωρίζει τη μορφή του Τόμας Πέιν ή του Ίνγκερσολ ή ότι ξέρει πως η ιδέα του Θεού είναι μια ανοησία. Ή ο σοσιαλιστής πατέρας μπορεί να πει στην εξάχρονη κόρη του: «Ποιος έγραψε το Κεφάλαιο, αγάπη μου;». Κι εκείνη να απαντήσει: «Ο Καρλ Μαρξ, μπαμπά!». Ή η αναρχική μητέρα μπορεί να διαδίδει σχεδόν παντού ότι την κόρη της τη λένε Λουίζ-Μισέλ, Σοφία Περόφσκαγια ή ότι απαγγέλλει επαναστατικά ποιήματα του Χέρβεκ, του Φράιλιγκρατ ή του Σέλεϋ και αναγνωρίζει τον Σπένσερ, τον Μπακούνιν ή τον Χάρμον.
Σε καμιά περίπτωση αυτά δεν είναι υπερβολές. Είναι δυσάρεστα περιστατικά που τα έχω συναντήσει στην εμπειρία μου με ριζοσπάστες γονείς. Πού οδηγούν τέτοιες μέθοδοι βιασμού του μυαλού; Συμβαίνει το εξής (και όχι σπάνια επίσης). Το παιδί που τρέφεται με μονόπλευρες, άκαμπτες ιδέες, μεγαλώνοντας, δεν μπαίνει στον κόπο να ξανακοιτάξει τις ιδέες αυτές και βάζει πλώρη για νέες εμπειρίες, ακόμη κι αν αυτές είναι κατώτερες και ρηχές – το ανθρώπινο μυαλό δεν μπορεί να αντέξει την ομοιομορφία και τη μονοτονία. Έτσι, το παιδί που το έχουν παραζαλίσει με τον Τόμας Πέιν θα βρει καταφύγιο στην αγκαλιά της εκκλησίας και θα υποστηρίξει τον ιμπεριαλισμό, μόνο και μόνο για να ξεφύγει από το βάρος του οικονομικού ντετερμινισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού, ή θα ανοίξει μια βιοτεχνία γυναικείων πουκαμίσων και θα γίνει ένθερμος οπαδός της ατομικής περιουσίας απλώς για να βρει ανακούφιση από τις παλιομοδίτικες κομμουνιστικές ιδέες του πατέρα του. Ή το κορίτσι θα παντρευτεί τον πρώτο άνδρα που θα της εξασφαλίσει τα προς το ζην μόνο και μόνο για να ξεφύγει από τη συνεχή πολυλογία υπέρ των πολλών εραστών.
Τέτοια περιστατικά μπορεί να είναι πολύ επώδυνα για τους γονείς που επιθυμούν τα παιδιά τους να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο, όμως εγώ, από ψυχολογική άποψη, τα βλέπω ανανεωτικά και ελπιδοφόρα. Είναι η μεγαλύτερη εγγύηση ότι το ανεξάρτητο άτομο μπορεί τουλάχιστον να αντιστέκεται σε κάθε εξωτερική και αλλότρια πίεση που ασκείται στην καρδιά και στο μυαλό.
Μερικοί θα ρωτήσουν για τους αδύναμους χαρακτήρες, δεν πρέπει αυτοί να προστατεύονται; Βέβαια, αλλά για να μπορούν να το κάνουν αυτό, είναι απαραίτητο οι γονείς να καταλάβουν ότι η μόρφωση των παιδιών δεν είναι συνώνυμη με τη μαζική εκπαίδευση. Για να σημαίνει πραγματικά η μόρφωση κάτι, πρέπει να εστιάζει στην ελεύθερη ανάπτυξη της εσωτερικού δυναμικού και των κλίσεων του παιδιού. Μόνο έτσι μπορούμε να ελπίζουμε για ένα ελεύθερο άτομο και προφανώς για μια ελεύθερη κοινωνία που θα βάζουν τέλος στις παρεμβάσεις και στους εξαναγκασμούς στην ανθρώπινη ανάπτυξη.http://eagainst.com/articles/emma-goldman-child-enemy/

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Θρησκεία και Κεφάλαιο



Το  άρθρο  γράφτηκε πριν από δεκατέσσερα χρόνια  (δημοσιεύτηκε στον Ριζοσπάστη στις 23 Ιούλη 2000), με αφορμή το θέμα των ταυτοτήτων, όμως παραμένει επίκαιρο. Αφορμή για την αναδημοσίευση στάθηκε η πρόσφατη «κόντρα» των   δυο εταίρων του δικομματισμού ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ γύρω από το… αν πιστεύει σε θεό (…και σε ποιον) ο κ. Τσίπρας. Όταν ο στόχος και των δυο κομμάτων είναι η -με κάθε τρόπο ή «μίγμα» πολιτικής-  διαιώνιση του βάρβαρου καπιταλιστικού συστήματος της εκμετάλλευσης, δεν μας προξενεί εντύπωση που στα παιχνίδια εξουσίας τους εμπλέκουν και τη θρησκεία. Η τελευταία, ως μέρος του εποικοδομήματος…  δεν τσιγκουνεύτηκε ποτέ τον οβολό της… (Οικοδόμος)

Κεφάλαιο και Θρησκεία - Του Βασίλη Ζιώβα*

Το θέμα των νέων ταυτοτήτων βρίσκεται ή σωστότερα φροντίζουν να βρίσκεται καθημερινά στην επικαιρότητα. Συζητήσεις επί συζητήσεων, άρθρα και περισπούδαστες αναλύσεις, σχόλια και... φωτογραφίες, καθετί που μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση του ζητήματος στην ημερήσια διάταξη, χρησιμοποιείται αφειδώς. Αρκεί ο στόχος, τόσο της Πολιτείας όσο και της Εκκλησίας, να υλοποιείται. Αρκεί, δηλαδή, η ψευτοδιαχωριστική γραμμή να προβάλλεται και να αποπροσανατολίζει. Αρκεί η τοποθέτηση υπέρ ή κατά της αναγραφής του θρησκεύματος να χωρίζει, οριοθετώντας τους σύγχρονους «διαφωτιστές» από τη μια και την ιεραρχία από την άλλη. Αρκεί η συζήτηση να γίνεται με όρους 17ου και 18ου αιώνα! Αρκεί να μην αμφισβητείται το κεφαλαιοκρατικό κατεστημένο. Αρκεί στις «λαοσυνάξεις» να ακούγεται το καταπληκτικό «Ελλάς, Ευρώπη, Ορθοδοξία» και να μην αμφισβητούνται οι επιλογές του κεφαλαίου, η είσοδος στην ΟΝΕ! Αρκεί, τελικά, το ένα χέρι -κυβέρνηση- να νίβει το άλλο -εκκλησιαστική ηγεσία- και φυσικά και τα δύο να ευλογούν τις επιχειρήσεις για αύξηση των κερδών τους, να δημιουργούν και να ανέχονται την ανεργία, τα ναρκωτικά, τη φτώχεια και την εξαθλίωση, την έλλειψη στέγης, την εγκληματικότητα και τις τόσες άλλες πληγές του Φαραώ, δηλαδή του καπιταλιστικού συστήματος.

Εύστοχα η ανακοίνωση του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ υπογράμμιζε μεταξύ άλλων ότι: «Με αφορμή τη μη αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες επιχειρείται τεχνητή όξυνση και ο διαχωρισμός του λαού μας, με βάση τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Την ίδια στιγμή που τον ελληνικό λαό τον απασχολούν μεγάλα και οξύτατα προβλήματα και η κυβέρνηση υλοποιεί ή προγραμματίζει νέα αντιλαϊκά μέτρα που απορρέουν από τη συμμετοχή στην ΟΝΕ και τους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και τις αξιώσεις τους για παραπέρα περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών, στο όνομα, δήθεν, της αντιμετώπισης της τρομοκρατίας, ένα αποσπασματικό, άρα δευτερεύον, ζήτημα, όπως η μη αναγραφή του θρησκεύματος, γίνεται μοχλός αποπροσανατολισμού του λαού από τα μεγάλα προβλήματά του. Η μη αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες ως μέτρο είναι ανεπαρκές, αφού δε βασίζεται και δεν επικεντρώνει στο κύριο, που είναι ο διαχωρισμός Εκκλησίας - Κράτους. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, όπως όλα δείχνουν, επιδίωξε σκόπιμα αυτή την εξέλιξη και την πυροδότησε. Από την άλλη πλευρά και η ηγεσία της Εκκλησίας τροφοδοτεί την ένταση, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά». Αυτή η σαφής και ξεκάθαρη θέση του Κόμματος ενόχλησε πολλούς. Αυτή την άποψη του ΚΚΕ προσπαθούν ή να αποσιωπήσουν ή να παραποιήσουν. Ακόμα, στις μέρες μας παρατηρείται το φαινόμενο να αυξάνονται από διάφορες πλευρές, οι «ανησυχούντες» για τη στάση του Κόμματος απέναντι στο θέμα της θρησκείας. Επειδή, λοιπόν, πληθαίνουν οι συμβουλές και οι προτροπές για την ορθότητα της γραμμής μας, για το αν βαδίζουμε στον ορθό δρόμο ας τους «θυμίσουμε» μερικές θέσεις του διαλεκτικού υλισμού, της κοσμοθεωρίας μας. Κοσμοθεωρία η οποία βασίζεται στον επιστημονικό σοσιαλισμό, δηλαδή στο μαρξισμό. Φιλοσοφική βάση του μαρξισμού είναι ο διαλεκτικός υλισμός, ο οποίος είναι κατηγορηματικά εχθρικός απέναντι σε κάθε θρησκεία.

Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, αυτό το απόφθεγμα του Μαρξ είναι ο ακρογωνιαίος λίθος όλης της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού στο ζήτημα της θρησκείας. Ο μαρξισμός λοιπόν όλες τις σύγχρονες θρησκείες και εκκλησίες, όλες τις κάθε λογής θρησκευτικές οργανώσεις τις βλέπει πάντα σαν όργανα της αστικής αντίδρασης, που χρησιμεύουν για την υπεράσπιση της εκμετάλλευσης και την αποχαύνωση της εργατικής τάξης.

Ταυτόχρονα όμως ο Ενγκελς καταδίκασε επανειλημμένα τις απόπειρες εκείνων που ήθελαν να είναι «πιο αριστεροί» ή «πιο επαναστάτες» από τη σοσιαλδημοκρατία, να μπάσουν στο πρόγραμμα του εργατικού κόμματος μια άμεση αναγνώριση του αθεϊσμού με την έννοια της κήρυξης πολέμου κατά της θρησκείας. Μάλιστα το 1874 ο ίδιος ο Ενγκελς μιλώντας για το περίφημο μανιφέστο των φυγάδων της κομμούνας, των μπλανκιστών, χαρακτηρίζει σαν ανοησία τη θορυβώδη κήρυξη πολέμου από μέρους τους κατά της θρησκείας και δηλώνει ότι μια τέτοια κήρυξη πολέμου είναι ο καλύτερος τρόπος να ζωντανέψει το ενδιαφέρον προς τη θρησκεία και να δυσκολευτεί η πραγματική απονέκρωση της θρησκείας. Τους κατηγορεί μάλιστα ότι δεν μπορούν να καταλάβουν πως μονάχα η ταξική πάλη των εργατικών μαζών, που τραβά ολόπλευρα τα πιο πλατιά στρώματα του προλεταριάτου στη συνειδητή και επαναστατική κοινωνική πρακτική, είναι σε θέση ν' απελευθερώσει στην πράξη τις καταπιεζόμενες μάζες από το ζυγό της θρησκείας, ενώ η ανακήρυξη σε πολιτικό καθήκον του εργατικού κόμματος του πολέμου κατά της θρησκείας είναι αναρχική λογοκοπία. Ιδιαίτερα κριτικά στέκεται ο Ενγκελς και στην «κουταμάρα της πάλης του Βίσμαρκ ενάντια στους κληρικόφρονες». Μ' αυτή την πάλη ο Βίσμαρκ το μόνο που έκανε ήταν να δυναμώσει τη μαχητική κληρικοφροσύνη των καθολικών, να βλάψει την υπόθεση του πραγματικού πολιτισμού, γιατί πρόβαλε σε πρώτη μοίρα τις θρησκευτικές διαιρέσεις αντί τις πολιτικές, τράβηξε την προσοχή μερικών στρωμάτων της εργατικής τάξης και της δημοκρατίας από τα επιτακτικά καθήκοντα της ταξικής και επαναστατικής πάλης προς την κατεύθυνση της πιο επιφανειακής και αστικά απατηλής αντικληροφροσύνης.

Από όλους τους κλασικούς του μαρξισμού τονίζεται η άποψη ότι: Το εργατικό κόμμα πρέπει να είναι ικανό να δουλεύει υπομονετικά για το έργο της οργάνωσης και της διαφώτισης του προλεταριάτου, έργο που οδηγεί στην απονέκρωση της θρησκείας και όχι να ρίχνεται στους τυχοδιωκτισμούς ενός πολιτικού πολέμου κατά της θρησκείας.

Σαν μαρξιστές έχουμε καθήκον να εξηγήσουμε υλιστικά την πηγή της πίστης και της θρησκείας στις μάζες. Ακόμα την πάλη κατά της θρησκείας πρέπει να τη συνδέσουμε με τη συγκεκριμένη πρακτική του ταξικού κινήματος που αποβλέπει στην εξάλειψη των κοινωνικών ριζών της θρησκείας.

Ακριβώς στο συγκεκριμένο ζήτημα, σ' αυτό το σημείο είναι που ξεχωρίζουν όλοι οι σύγχρονοι «διαφωτιστές» από τους μαρξιστές. Ας δούμε λοιπόν την ουσία του προβλήματος, ας δούμε τις ρίζες της θρησκείας στον καπιταλισμό. Ιδού λοιπόν πώς τις περιγράφει ο ίδιος ο Λένιν στο άρθρο του: «Σχετικά με τη στάση του εργατικού κόμματος απέναντι στη θρησκεία» (ΑΠΑΝΤΑ - Τόμος 17, σελ. 427).

«Στις σύγχρονες καπιταλιστικές χώρες οι ρίζες αυτές είναι κυρίως κοινωνικές. Η κοινωνική εξάρτηση των εργαζόμενων μαζών, η καταφανής απόλυτη αδυναμία τους μπροστά στις τυφλές δυνάμεις του καπιταλισμού, που προξενεί κάθε μέρα και κάθε ώρα χίλιες φορές φρικτότερα βάσανα, χειρότερα μαρτύρια στους απλούς ανθρώπους της δουλιάς από ό,τι οποιαδήποτε έκτακτα γεγονότα, όπως πόλεμοι, σεισμοί κ.λ.π. να πού βρίσκεται η βαθύτερη ρίζα της θρησκείας. «Ο φόβος δημιούργησε τους θεούς». Ο φόβος μπροστά στην τυφλή δύναμη του κεφαλαίου, που είναι τυφλή, γιατί δεν μπορεί να προβλεφτεί από τις μάζες του λαού, που στο κάθε βήμα της ζωής του προλετάριου και του μικρονοικοκύρη η δύναμη αυτή απειλεί να του φέρει και του φέρνει την «ξαφνική», την «αναπάντεχη», την «τυχαία» καταστροφή, τον όλεθρο, τη μετατροπή του σε ζητιάνο, σε πόρνη, το θάνατο από την πείνα, να η ρίζα της σύγχρονης θρησκείας που πριν απ' όλα και πάνω απ' όλα πρέπει να έχει υπόψη του ο υλιστής, αν δε θέλει να παραμείνει υλιστής του νηπιαγωγείου. Κανένα διαφωτιστικό βιβλίο δεν πρόκειται να ξεριζώσει τη θρησκεία από τις μάζες που καταπιέζονται από το καπιταλιστικό κάτεργο και που εξαρτώνται από τις τυφλές καταστροφικές δυνάμεις του καπιταλισμού, όσο αυτές οι μάζες δε θα μάθουν μόνες τους ν' αγωνίζονται ενωμένες, οργανωμένα, συστηματικά, συνειδητά ενάντια σ' αυτή τη ρίζα της θρησκείας, ενάντια στην κυριαρχία του κεφαλαίου σ' όλες τις μορφές».

Ιδού, λοιπόν, η Ρόδος ιδού και ο... σωστός δρόμος του αγώνα. Ιδού, λοιπόν, το βασικό καθήκον σήμερα: Ανάπτυξη της ταξικής πάλης των εκμεταλλευόμενων μαζών κατά των εκμεταλλευτών. Ο καθένας πρέπει να κρίνεται ανάλογα με τη στάση του απέναντι σ' αυτό το καθήκον. Να κρίνεται με το αν προβάλλει σε πρώτη μοίρα τις θρησκευτικές ή τις πολιτικές διαιρέσεις. Να κρίνεται πιο συγκεκριμένα με το αν αγωνίζεται για τη συσπείρωση των εργαζομένων ενάντια στην ανεργία, τις ιδιωτικοποιήσεις, την κατεδάφιση του ασφαλιστικού συστήματος, της συμφωνίας Σένγκεν, του νέου δόγματος του ΝΑΤΟ, της ιμπεριαλιστικής Νέας Τάξης Πραγμάτων. Μόνο έτσι θα ξεχωρίζει η ήρα από το στάρι.


(*Ο Βασίλης Ζιώβας είναι Περιφερειακός  Σύμβουλος Ηπείρου με τη "Λαϊκή Συσπείρωση")

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Δάσκαλε τα έμαθες τα νέα; Οι βιομήχανοι έχουν παράπονα. Μην αρνείσαι την αξιολόγηση


Από τον Χρήστο Επαμ. Κυργιάκη
Δεν ξέρω αν μάθατε τα νέα.
Οι βιομήχανοι, παραπονιούνται γιατί δεν βρίσκουν, λέει, εξειδικευμένο προσωπικό για να προσλάβουν. Προφανώς εννοούν, εξειδικευμένο προσωπικό με 400 ευρώ το μήνα, όλα πληρωμένα.
Για το ύψος της αμοιβής, φρόντισε το μνημόνιο που ήρθε, τάχαμου, για να διορθώσει τα δημοσιονομικά της χώρας και όχι για να διατηρήσει τα υπερκέρδη του κεφαλαίου.

Τώρα, για το εξειδικευμένο προσωπικό, πάλι βρέθηκε η λύση.
Η μείωση της οικονομικής επιχορήγησης της ανώτατης εκπαίδευσης, πάλι λόγω μνημονίου, οδηγεί σε οικονομικό θάνατο τα πανεπιστήμια. Όμως, η καλή ιδιωτική πρωτοβουλία, δεν θα αφήσει να συμβεί κάτι τέτοιο. Και τι ζητάει δηλαδή; Να συνδεθούν τα πανεπιστήμια με την παραγωγή. Με λίγα λόγια, το πρόγραμμα σπουδών στα πανεπιστήμια να το καταρτίζουν οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές και οι τράπεζες και μετά να «παραγγέλνουν» πόσους πτυχιούχους θέλουν και σε ποιους τομείς, φυσικά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Όσο θα τους έχουν ανάγκη. Μετά, η «παραγγελία» θα αλλάζει. Αυτό, απαιτεί «ευελιξία» των πανεπιστημίων και πλήρη υποταγή στους κανόνες της θεάς «αγοράς». Ένα τέτοιο πανεπιστήμιο, χρειάζεται ένα παρόμοιο λύκειο.

Μάθημα πρώτο: Δεν χρειάζεται ένα λύκειο με πολλούς μαθητές παρά μόνο με όσους μπορούν να ανταπεξέλθουν στις νέες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, που θα μπορούν οι γονείς τους να «τσοντάρουν» στα έξοδα της εκπαίδευσης των παιδιών τους χωρίς να επιβαρύνουν με περιττά έξοδα τον κρατικό προϋπολογισμό, για να περισσεύει κάτι παραπάνω για τους τοκογλύφους. Άλλωστε, και με λιγότερους μαθητές μπορεί να γίνει μια χαρά η επιλογή του μελλοντικού εξειδικευμένου προσωπικού.

Μάθημα δεύτερο: Δεν χρειάζονται πολλά λύκεια για να καλυφτούν οι ανάγκες «παραγωγής» του απαιτούμενου αριθμού των μαθητών που θα πάνε στα πανεπιστήμια. Και φυσικά δεν χρειάζεται, οι μαθητές αυτοί, οι μελλοντικοί πτυχιούχοι, να γνωρίζουν και πολλά-πολλά. Τι να τα κάνουν οι ειδικευμένοι στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές τα αρχαία, ή την κοινωνιολογία, για παράδειγμα. Λες και θα χρειαστεί ποτέ να διαβάσουν από αρχαίο κείμενο; Και να θελήσουν, που θα τον βρουν τον ελεύθερο χρόνο στις νέες συνθήκες εργασίας; Όσον αφορά στα περί κοινωνιολογίας, ας είναι καλά η TV. Οι τηλεπαραθυράτοι θα φροντίζουν για την κοινωνική τους κατάρτιση και οι κουσκουσάτοι για τις σύγχρονες τάσεις και ρεύματα που εμφανίζονται στην κοινωνία.

Μάθημα τρίτο: Επομένως, δεν χρειάζονται τόσοι εκπαιδευτικοί όσοι υπάρχουν σήμερα. Γι’ αυτό, ας μην προσλάβουμε κανέναν για αρκετά χρόνια. Άλλωστε, δικαιολογείται και από το μνημόνιο. Και μ’ αυτούς που ήδη υπάρχουν; Για πόσο ακόμη θα τους πληρώνουμε χωρίς να χρειάζονται;

Για όλα τα παραπάνω υπάρχει λύση. Όμορφη, ουδέτερη, ελκυστική, «λογική», βασικό διεθνές αξεσουάρ σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες της αγοράς.
Υπάρχει λύση και έχει και όνομα: Αξιολόγηση! Τόσο απλά.


Στην αρχή ο καθένας θα αξιολογήσει τον εαυτό του. Τι πιο δίκαιο και πιο αθώο;
Σαν ένα αγριολούλουδο.
Μετά θα πρέπει να πει και να δικαιολογήσει ο καθένας γιατί αξιολόγησε τον εαυτό του όπως τον αξιολόγησε και τι έφταιξε, αν κάτι δεν πήγε καλά. Τι πιο λογικό και πιο χρήσιμο;
Σαν ένα χέρι που κρατάει το αγριολούλουδο.
Μετά θα πρέπει να μπουν τα πράγματα σε μία τάξη. Οι «καλύτεροι» εκπαιδευτικοί και τα «καλύτερα» σχολεία θα πρέπει να μπουν σε μία σειρά, σε μία διάταξη, όχι τίποτε άλλο αλλά για να μπορούν και οι «υστερούντες» να «βελτιωθούν».
Όμως, αυτοί που θα υστερούν, είτε σχολεία είτε εκπαιδευτικοί, οι ανεπαρκείς δηλαδή, δεν είναι κρίμα κι άδικο να πληρώνονται εις βάρος των «καλών» και των «αρίστων». Τέτοια αδικία δεν τη θέλει ούτε ο ΟΟΣΑ. Τα σχολεία που θα βρεθούν στον πάτο της κατάταξης πρέπει να λάβουν το μήνυμα. Ή θα προσαρμοστούν ή θα κλείσουν. Το ίδιο και οι εκπαιδευτικοί. Αν και εδώ, υπάρχουν πολλές «ευκαιρίες» γύρω μας. Αρκεί να ενισχυθεί  η σύνδεση του σχολείου με την τοπική κοινωνία. Ποιον θα ενοχλήσει μια χορηγία από ένα ψητοπωλείο της γειτονιάς; Το πολύ-πολύ να ζητήσει ως αντάλλαγμα να μπει ο τιμοκατάλογος του μαγαζιού, δίπλα στον μαυροπίνακα.
Και οι κακόμοιροι οι γονείς; Αυτοί που περνάνε τόσα και τόσα, δεν θα πρέπει να τους δίνεται η δυνατότητα να επιλέγουν το «καλύτερο» σχολείο για τα παιδιά τους; Ειδικά, αν τα παιδιά τους είναι καλοί μαθητές; Είναι σωστό να βρίσκονται σ΄ένα σχολείο με «χαμηλό μέσο όρο» που θα τους φρενάρει;
Αυτά που προέχουν στις μέρες μας είναι η τάξη, ο έλεγχος και η προσαρμοστικότητα. Το περιεχόμενο της εκπαίδευσης έρχεται δεύτερο.
Άλλωστε αυτό το καθορίζει η Θεά αγορά.
http://gregordergrieche.blogspot.gr/2014/01/blog-post_8626.html

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Οι φτωχοί: ένας απειλητικός και απαραίτητος εχθρός




Απο τις επικινδυνες ταξεις στον κινδυνο του πληθους
Δημοσιευμενο στο Global Magazine, Τευχος 2, Μαιος 2003
Οι ευθειες και οι αναστροφες της ιστοριας ειναι παραξενες. Ειναι γνωστο οτι καθ’ολη την διαρκεια της ιστοριας του καπιταλισμου ο ορισμος «επικινδυνες ταξεις» εχει υπαρξει ιδιαιτερα ευπλαστος.


Την εποχη της χειροτεχνιας οι φτωχοι ηταν οι επικινδυνοι:
ηταν το πληθος των απενταρων και περιπλανωμενων εργατων γης και των ακληρων χωρικων που υποχρεωθηκαν να μετακινηθουν στις πολεις και τα εργοστασια.
Την εποχη της μεγαλης βιομηχανιας, οι εργατες αναδειχθηκαν σε «επικινδυνη ταξη»: συγκεντρωμενοι en masse στο εργοστασιο, ασκησαν μια πιεση που επηρεασε ολες τις κοινωνικες σχεσεις·
η επικινδυνη ταξη επρεπε να ωθηθει στο μονοπατι της φτωχειας, της ανεργιας, και του βιομηχανικου εφεδρικου στρατου.
Σημερα οι φτωχοι αποτελουν τον εχθρο για μια ακομη φορα:
στον Μετα-Φορντισμο, ο ευελικτος εργαζομενος – κινητος και επισφαλης, ικανος να παραγει αντιληπτικη και διανοητικη υπεραξια – ειναι ο εχθρος, απειλουμενος μεσω αποκλεισμων, σαν η φτωχεια να μην ηταν αρκετη.
Οι επισφαλεις μεσαιες ταξεις, η κανονικοποιημενη διανοητικη εργασια και η αϋλη εργασια παρηκμασαν μεσω της βιομηχανικης εργαλειοποιησης και την αποξενωση της αξιας: αυτο ειναι το πεπρωμενο της νεας συνθηκης της φτωχειας.
Ωστοσο, ποτε ο φτωχος δεν αποτελουσε την συνθηκη της παραγωγικοτητας στον βαθμο που ειναι σημερα.
Στην κοινωνικη παραγωγη, μιας και η εργασια γινεται συνεργατικη, μια συμπαγης κοινη συνειδητοποιηση – και η κοινοτητα αυτη συγκροτει την απολυτα βασικη συνθηκη για την παραγωγη εμπορευματων και υπηρεσιων – ο αποκλεισμος θα φαινονταν αδυνατος.
.
Παρα τις μυριαδες μηχανισμων αποκλεισμου στους οποιους υποβαλλεται, ο φτωχος εκφραζει μια ασυναγωνιστη δυναμη ζωης και παραγωγης.
Αυτο που αποκλειεται μεσω των νομικων και οικονομικων μορφων του κεφαλαιου συμπεριλαμβανεται παρ’ ολα αυτα στα δικτυα της κοινωνικης και βιοπολιτικης παραγωγης.
Ετσι ο φτωχος, ο ανεργος, ο αστεγος και ο αμμισθος εκπροσωπουν πρωτα απ’ ολα μια αντιφατικη κατασταση: αποκλειονται απο την γενικη κοινωνικη συνθηκη που θεωρει την αξια ως εγγενη της κοινοτητας. Αυτος ειναι ο λογος που εξηγει την επικινδυνοτητα του φτωχου, την ουσια της «εχθροτητας» του στην κυριολεκτικη μορφη της καπιταλιστικης εντολης.
Παρα την σημερινη κριση, η ιδεολογια της εργασιας συνεχιζει να παραγει αρνητικες συνεπειες.
Την εποχη της μεγαλης βιομηχανικης παραγωγης, η οργανωση της εργατικης ταξης δεν συμπαθησε ποτε τους φτωχους: αν ο φτωχος αποκλειστει απο τις παραγωγικες δυναμεις, εχει επισης αποκλειστει απο οποιονδηποτε σημαντικο ρολο στην πολιτικη οργανωση.
Ομοια με τους καπιταλιστες, και η Αριστερα της εργατικης ταξης εχει θεωρησει τους φτωχους επικινδυνους, οχι μονο επειδη οι φτωχοι μπορει να παρουσιαζονται ως αντιπαραγωγικα κοινωνικα παρασιτα (κλεφτες, πορνες, junkies κτλ) αλλα επισης επειδη φαινονται πολιτικα ασταθεις και βασικα παραλογοι.
Στην πραγματικοτητα, σε συγκεκριμενες περιοδους της ιστοριας οι φασιστες και ο αντιδραστικος λαϊκισμος χρησιμοποιησαν τους φτωχους ως την κοινωνικη βαση και το οπλο εναντια στην εργατικη ταξη, βασιζομενοι στην αποδιοργανωση και απεχθεια που τους προκαλουσε ο αποκλεισμος τους.
Το κινημα της εργατικης ταξης συχνα φανταστηκε πως οι φτωχοι αποτελουν μερος του εχθρου, ενα πληρες μελος εκεινου του βιομηχανικου εφεδρικου στρατου που μπορουσε να επιτεθει στην μισθολογικη σχεση και να θεσει την απασχοληση των εργαζομενων σε κινδυνο. Ενω οι κομμουνιστες αποκηρυσσαν με καθε βεβαιοτητα τις εργασιακες αριστοκρατιες, η δυσπιστια προς τους φτωχους δεν θα επαυε εφοσον η ιδεολογια της εργασιας κυριαρχουσε στα μυαλα των σοσιαλιστων.
.
Στον Μετα-Φορντισμο ο φτωχος βγαινει απο την εικονα στην οποια εχει υποχρεωθει απο τον μεγαλης παραγωγης καπιταλισμο και τον εργατισμο εκεινου του σταδιου της κοινωνικης συνθεσης της εργασιας.
Με πολλους τροπους, οσο περισσοτερο ο εργαζομενος εισερχεται στην κοινωνικη παραγωγικη δραστηριοτητα, τοσο πιο φτωχος ειναι σημερα.
Η διακριση μεταξυ της αμεσα παραγωγικης εργασιας και της αντιπαραγωγικης εργασιας ηταν παντα διφορουμενη, το ιδιο και στην Μαρξιστικη αναλυση.
Ωστοσο, για τον Μαρξ οι φτωχοι δεν ηταν ουτε παραγωγικοι ουτε αντιπαραγωγικοι:
μενουν εκτος της παραγωγης, με τον ιδιο τροπο που ο αγριος μενει εκτος του πολιτισμου.

Αλλα με τον ιδιο ακριβως τροπο που ο αγριος διαμενει πληρως εντος της παγκοσμιοποιησης σημερα, ετσι και ο φτωχος εχει επαν-εισελθει πληρως στην κοινωνικη παραγωγη.
Η παραγωγικη του ικανοτητα δεν ειναι πιθανη – οπως ηταν οταν ο περιπλανωμενος απωθηθηκε απο την επαρχια προς τις νεες βιομηχανικες πολεις.
Η εργασιακη ικανοτητα του φτωχου ειναι τωρα ουσιαστικη επειδη το συνολο των κοινωνικων σχεσεων ειναι παραγωγικο.
Ωστοσο, ο φτωχος ειναι ακομη ο εχθρος ή εχει αναδειχθει σε εχθρο κατ’ εξοχην επειδη ειναι απαραιτητος για την παραγωγη, πλουσιος σε παραγωγικη ικανοτητα και συμπεριλαμβανεται στην κοινωνικη παραγωγη.
Ολα αυτα, ακριβως στο ονομα της αναγκης για συμπεριληψη, τον καθιστουν επικινδυνο και εχθρικο.
Οπως ισχυει παντα για τον εχθρο της κοινωνιας, ο φτωχος πρεπει να αγωνιστει εναντια στην φτωχεια και να αναγνωρισει ετσι τον εαυτο του ως τον ιδιο του τον εχθρο.
Αυτη ηταν η περιπτωση του εργαζομενου ο οποιος, ενω αγωνιζονταν εναντια στην εκμεταλλευση, υποχρεωθηκε να διανοηθει την ιδια του την καταστροφη.
Η καταργηση της φτωχειας πρεπει τοτε να εκπροσωπησει τον εαυτο της ως καταργηση των φτωχων.
Αλλα η καταργηση της φτωχειας αποτελει επισης αγωνα εναντια σε εκεινους που οργανωνουν την φτωχεια ως την βαση του δικου τους πλουτου και της καπιταλιστικης αναπτυξης.
.
Εαν αληθευει οτι ο φτωχος συμπεριλαμβανεται στην βιοπολιτικη συναφεια της κοινωνικης παραγωγης, ο αγωνας εναντια στην φτωχεια θα εχει συγκροτησιακη σημασια.
Η φτωχεια φανερωνει το ανατρεπτικο περιεχομενο της παγκοσμιας συμμετοχης της εργατικης δυναμης στην κοινωνικη παραγωγη.
Την εποχη της μεγαλης βιομηχανικης παραγωγης οι αγωνες των φτωχων ηταν παντα αντιστασιακοι αγωνες – οποιο και αν ηταν το αποτελεσμα τους.
Στην Αγγλια, στην Γερμανια, στις Ηνωμενες Πολιτειες της δεκαετιας του 1920, και στην Ευρωπη ξανα κατα την διαρκεια της δεκαετιας του 1970, οι αγωνες των φτωχων ηταν αγωνες για οικειοποιηση.
Η αντισταση και η οικειοποιηση ειναι οι αγωνες των αποκλεισμενων, αλλα σημερα, με την κοινωνικη συμπεριληψη της εργασιας, οι αγωνες των φτωχων συγκλινουν και συσχετιζονται με εκεινους των εργαζομενων και ειναι συγκροτησιακοι.
Γινονται αποτελεσματικοι μονο οταν καταφερνουν να αναστελλουν τους μηχανισμους της εκμεταλλευσης και ιεραρχικοποιησης της παγκοσμιας εργατικης δυναμης.
Λογω αυτου, η υπηκοοτητα αναδεικνυεται σε συγκροτησιακο πολιτικο κλειδι των αγωνων των φτωχων: συγκλινει με την πολιτικη αναγνωριση της συμπεριληψης και του προγραμματος της δημοκρατικης διαχειρισης της παγκοσμιοποιησης. Ετσι ο φτωχος αναδεικνυεται σε πραγματικο εχθρο.
/Δημοσιευμενο στο Global Magazine, Τευχος 2, Μαιος 2003
gregordergrieche.blogspot.gr/


Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

.η συγχρονη νεοελληνικη πραγματικοτητα μυριζει θανατο.

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΠΑΨΕΙΣ ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ


http://celinathens.blogspot.gr/2011/06/blog-post_27.html
1996, καλοκαιρι μολονοτι ημουν σε διακοπες, πολλα ηταν αυτα που με αγχωναν, και μεσα σε ολα αυτα προστεθηκε και η  χυλοπιττα απο μια Σουηδεζα. Αποτυχια στις Πανελληνιες, φτυσιμο απο Ελληνιδες, φτυσιμο μεχρι κι απο ξενες στις διακοπες!
Τα προβληματα αυτα φαινονται αστεια τωρα, αλλα τοτε δεν επαυαν τοτε να φαινονται βουνο. Ενα βραδυ, πιανω μια συζητηση με εναν Αγγλο τυπο, Ληαμ η Ληο, δε θυμαμαι το ονομα του. Γαμω τα παιδια, ο κλασικος Αγγλος χαβαλες τουριστας
που οταν δεν ειναι μεθυσμενος, γουσταρεις τη παρεα του. Καθησα λοιπον να του εξιστορησω τον πονο μου και τα εμποδια που ορθωνονταν τοτε στον δρομο μου και μεταξυ αλλων, μου ειπε την εξης φραση:
     FUCK 'EM ALL EVEN IF YOU DONT FUCK 'EM.
Γαμα τους ολους, ακομα κι αν δεν τους γαμησεις. Γαμα τους ολους, ακομα κι αν τελικα, δε τους γαμησεις.

Ημουν πιτσιρικας κι αυτη η φραση μου φανηκε μεγαλειωδης.
Δε τρεχει τιποτα αν δε "τους εχεις" Δε τρεχει τιποτα αν στο τελος ηττηθεις. Δε τρεχει τιποτα αν δε μπορεις.
Και παλι, γαμα τους. Γραψτους, αδιαφορησε, νικησε τους. Νικησε τους ακομα κι αν δε μπορεις να τους νικησεις. Δωσε τη ψυχη σου και δε τρεχει τιποτα. Ο,τι κ αν γινει.
Απλα...προσπαθησε.

Μια αλλη φραση που μου ειχε κανει εντυπωση: ΙΝΤΕR FAECES ET URINAM NASCIMUR.
Του Αγιου Αυγουστινου. "Μεσα στα σκατα και τα ουρα, γεννιομαστε"
Και πεθαινουμε, αυτο ειναι το λογικο συμπληρωμα της φρασης.
Μεσα στα σκατα και τα ουρα γεννιομαστε και πεθαινουμε. Ειναι τραγικη η Υπαρξη μας.
Οσο κι αν τη χρωματιζουμε, με οση αγαπη κι αν τη βαψουμε, οσoυς στοχους κι αν κοροιδεψουμε τους εαυτους μας οτι αξιζει να προσπαθησουμε, η ζωη παραμενει απολυτα ομορφη κι απολυτα ασχημη.
Παραμενει ενα μυστηριο, ενα αινιγμα, κατι που φαινομενικα δεν εχει νοημα,
αλλα το ακομα χειροτερο δεν ειναι η απουσια νοηματος..ειναι οτι κατι φωναζει μεσα μας για τη παρουσια νοηματος, κατι βροντοφωναζει μεσα μας οτι υπαρχει αυτο το κρυμμενο νοημα..
απλα εμεις ειμαστε ανικανοι να το βρουμε, οσο κι αν προσπαθουμε.
Γραφει ο Τζουλιαν Μπαρνς στο βιβλιο του "ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ"
"Ο συγγραφεας και σκηνοθετης Τζοναθαν Μιλερ σπουδασε Ιατρικη. Παροτι ειχε ανατμησει ακαμπτα πτωματα κι ειχε χειριστει αλλα ευπλαστα ακομη σαν κερι, απ'τα οποια ειχε μολις σβησει η πνοη της ζωης, ηταν γυρω στα σαραντα οταν, οπως το εθεσε ο ιδιος, "αρχισα να σκεφτομαι, για στασου,-
αυτο ειναι κατι που θα συμβει και σε μενα καποτε"
Σε μια συνεντευξη που εδωσε γυρω στα 55 του, δηλωσε οτι δεν ειχε θορυβηθει ακομη απο τις μακροπροθεσμες συνεπειες:" Ο φοβος της ανυπαρξιας-οχι, δε τον νιωθω καθολου"
Αυτο που παραδεχτηκε, αντιθετα, ηταν ο φοβος του νεκροκρεβατου και ολα τα συμπαρομαρτουντα:
ψυχομαχητο, ντελιριο, βασανιστικες παραισθησεις και τους τεθλιμμενους συγγενεις να ετοιμαζονται για το τελος του. Προσωπικα μου φαινεται αρκετα σωστη αναπτυξη του θεματος, αν και οχι εναλλακτικη, αλλα ως κατι επιπροσθετο στον κανονικο, ενηλικο "φοβο της ανυπαρξιας"

Ο Μιλερ μιμειται τον Φρουντ στο οτι "δεν μπορω στην πραγματικοτητα να διανοηθω, δεν μπορω να βγαλω νοημα απ'την εννοια του πληρους αφανισμου". Κι ετσι, καταπως φαινεται, η ικανοτητα του για τρομο μετατιθεται: πρωτον, στη διαδικασια και στις ταπεινωσεις του θανατου. Και δευτερον, σε διαφορες πιθανες καταστασεις ημιυπαρξης η υπαρξης στο περιπου, που ενδεχεται να συμβουν γυρω απο τον θανατο η και κατοπιν. Φοβαται "αυτη την εναπομεινασα συναισθηση που δεν εχει σβησει τελειως" και φανταζεται μια εξωσωματικη εμπειρια, κατα την οποια παρακολουθει την ιδια του την κηδεια: "Η, για την ακριβεια, οχι να παρακολουθω, αλλα να βρισκομαι ακινητοποιημενος μεσα σε ενα φερετρο". Μπορω να φανταστω αυτη την καινουρια εκδοχη του παλιου φοβου να βρεθεις θαμμενος ζωντανος, μα δεν μπορω να πω οτι τη βρισκω ιδιαιτερα τρομερη. Αν υπηρχε οντως καποια εναπομεινασα συναισθηση παρακολουθωντας την κηδεια σου και στριφογυρνωντας μες στο φερετρο, γιατι ειναι απαραιτητο να εχει να κανει με την κλειστοφοβια;

Οι περισσοτεροι απο εμας εχουν σκεφτει, η εχουν πει για το θανατο:"Καλα, καποτε θα μαθουμε"
αναγνωριζοντας παραλληλα την σχεδον απολυτη βεβαιοτητα οτι δεν προκειται ποτε "να μαθουμε"
το αρνητικο που περιμενουμε. Η εναπομεινασα συναισθηση μπορει να ειναι εκει για να μας δωσει την απαντηση. Μπορει να ειναι ευγενικος τροπος αρνησης. Μπορει να παρακολουθει απο ψηλα την ταφη η την αποτεφρωση, να αποχαιρετησει το οχληρο σωμα μας και τη ζωη που υπηρχε μεσα του, και
(αν υποθεσουμε οτι εχει ακομη καποια συναφεια με τον εαυτο μας η οτι εξακολουθει να τον αντιπροσωπευει) να μας επιτρεψει να αισθανθουμε οτι αυτο που συμβαινει ειναι το πρεπον.
Μπορει να γεννησει μια ηρεμη αισθηση, μια γλυκεια εγκαταλειψη, μια παρηγορια, μια τρυφερη καληνυχτα, ενα οντολογικο τελευταιο ποτηρακι πριν απο τον υπνο.

Εχω μια σουηδεζα φιλη, την Κ., που καποτε, πολυ τρυφερα και συναισθηματικα, ψιθυρισε σε εναν κοινο μας φιλο που αργοπεθαινε εδω και πολυ καιρο απο καρκινο "Καιρος να αφεθεις"
Παντα την πειραζα λεγοντας της οτι θα καταλαβω πως τα πραγματα ειναι πολυ σχημα για μενα, οταν ακουσω αυτη την ελαφρως αλλοιωμενη φωνη στο αυτι μου και αυτα τα τοσο καλα προβαρισμενα συμβουλευτικα λογια. Ισως, λοιπον, η εναπομεινασα συναισθηση που φοβαται ο Μιλερ να αποδειχτει κατι χρησιμο και καλοπροαιρετο, ενα κλεισιμο λογαριασμων εκφρασμενο με μιαν απαλη σουηδικη προφορα."






Τι δουλεια εχει εδω αυτο το αποσπασμα του Μπαρνς; Και που κολλαει περαν της κοινης αναφορας σε μια Σουηδεζα; (Η δικια μου με χυλοπιτιασε, η του Μπαρνς προσφερε μια ελπιδα στη πιο μαυρη ανθρωπινη σκεψη)
Μπορει το αποσπασμα να ειναι μακαβριο, αλλα ειναι και επικαιρο. Θανατος εκει, θανατος κι εδω.
Θανατος κι εδω γιατι η συγχρονη νεοελληνικη πραγματικοτητα μυριζει θανατο.

Και πρεπει οπωσδηποτε να βρεθει καποιος να μας ψιθυρισει στο αυτι "Καιρος να αφεθεις"
Οχι καιρος να παραδοθεις...Καιρος να παψεις να φοβασαι.
Γιατι, καποιο ειδος θανατου ειναι σημερα αναποτρεπτο. Ακομα κι αν βρισκαμε ενα τροπο να αναστησουμε τον Μιλτιαδη, τον Λεωνιδα, τον Μεγα Αλεξανδρο και τον Κολοκοτρωνη
και τους βαζαμε κυβερνητες να μας σωσουν, η αληθεια ειναι οτι τα επομενα χρονια παλι το ιδιο σκοτεινα και δυσκολα θα ηταν.
Ακομα κι αυριο να εφευγαν απο το σβερκο μας οι πρακτορες της διεθνους καπιταλοτοκογλυφιας,
παλι κανεις δε θα μπορουσε να φερει τη προηγουμενη ευημερια.
Το μονο που ειναι εξασφαλισμενο ειναι η δυσκολια που θα αντιμετωπισουμε τα επομενα χρονια.
Αναποτρεπτες, αναποφευκτες, αναποδραστες.

Και παλι ομως, η προηγουμενη προτροπη ισχυει στο ακεραιο.
Μαυρο κι αραχνο το μελλον - καιρος να παψεις να φοβασαι.
Θα αντιμετωπισουμε δυσκολιες που ειδικα οι νεοτεροι ειμαστε αμαθοι- καιρος να παψεις να φοβασαι.
Τα δωσιλογικα πολιτικα καθαρματα και παχυδερμα απειλουν με τανκς αν δεν ψηφιστει το νομοσχεδιο της υποδουλωσης-καιρος να παψεις να φοβασαι.
Τιποτα δε θα ειναι το ιδιο με πριν, πολλοι θα αλλαξουν επαγγελμα, πολλοι θα καταρρευσουν ανημποροι να αντιμετωπισουν τη νεα πραγματικοτητα- καιρος να παψεις να φοβασαι.
Μεγαλωσαμε κανοντας ονειρα για ενα δικο μας greek dream, και ολα αυτα τα ονειρα αποδεικνυονται απραγματοποιητα και εμεις περιμενουμε τον απο μηχανης θεο για να μας ξυπνησει απο τον εφιαλτη
-καιρος να παψεις να φοβασαι.

Γραφω λες και απευθυνομαι σε καποιον, ενω ουσιαστικα ο δεκτης αυτης της προτροπης δεν ειμαι παρα εγω, που εχω χεστει απ'τον φοβο μου..και παλι..καιρος να παψεις να φοβασαι.

Καιρος να παψεις να φοβασαι, μολονοτι οι χειροτεροι συλλογικοι μας φοβοι παιρνουν σαρκα και οστα.
Καιρος να παψεις να φοβασαι γιατι τιποτα δε θα εξυπηρετησει ο φοβος μας παρα την αδρανεια και την υποταγη, και ,ω, τι συμπτωση, ο φοβος και η αδρανεια με τη σειρα τους, το μονο που εξυπηρετουν ειναι το σχεδιο των επικυριαρχων και των ντοπιων εντολοδοχων τους.
Ειναι ενα αυριο που λεγεται Κινεζοποιηση, δηλαδη η ονειρωξη των τοκογλυφων και των λοιπων κεφαλαιοκρατων.
Θανατος, πονος, φτωχεια, προσωπικα αδιεξοδα, συλλογικα αδιεξοδα, η ζωη ειναι απο μονη της δυσκολη. Και τα πολιτικα καθαρματα που εξουσιαζουν, το μονο που επιδιωκουν ειναι να πολλαπλασιασουν και να εντεινουν τα παραπανω. 300 με 500 ευρω μισθος για το νεο εργαζομενο, καταθλιψη και γενοκτονια, γιατι ποιος θα κανει παιδια μεσα σε αυτον τον μαυρο ορυμαγδο;
Σκλαβοι σε μια Οργουελιανη Δυστοπια.
Ανθρωποι-μπαταριες που θα θρεφουν τα υπερκερδη των τοκογλυφων-μηχανων σε ενα δις απανθρωπο Ματριξ.
Ενα μεσοπροθεσμο δανειο για εναν μακροπροθεσμο θανατο της πατριδας.



Υπαρχει αλλη απαντηση σε ολα αυτα πλην την απαντηση του φιλου μου του Βρετανου;


FUCK 'EM ALL.EVEN IF YOU DON'T FUCK 'EM.
Παμε να τους πηδηξουμε, ακομα κι αν δε τους πηδηξουμε.
Μες στα σκατα και τα ουρα γεννιομαστε, μες στα σκατα και τα ουρα πεθαινουμε αλλα...

....αλλα αυτο δε σημαινει οτι πρεπει να ζησουμε μες στα σκατα και τα ουρα και καθ'ολην τη διαρκεια της ζωης μας..



Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Παραιτούμαι - Δεν μπορώ να γίνω μέρος της διάλυσης

Διευθυντής σχολείου

Επιστολή παραίτησης από τη θέση του Διευθυντή του Γυμνασίου Αμμοχωρίου
Παραίτηση από τη θέση του Διευθυντή του Γυμνασίου Αμμοχωρίου, Επιστολή του συναδέλφου Βαγγέλη Καπαρού
Προς τους φίλους Διευθυντές και όλους τους συναδέλφους εκπαιδευτικούς

Παραίτηση από τη θέση του Διευθυντή του Γυμνασίου Αμμοχωρίου
Πάντα πίστευα σε μια διευθυντική θητεία με δημοκρατικότητα, που θα δίνει λόγο στα οράματα και τις πρωτοβουλίες των συναδέλφων, στις ιδιαιτερότητες και τις κλίσεις των μαθητών. Πάντα πίστευα στον Διευθυντή που θα ξεπερνά τις τυπικότητες στοχεύοντας πέρα από παγερές γραφειοκρατίες, στη δημιουργία ενεργών πολιτών. Πάντα πίστευα ότι διοίκηση σημαίνει διορατικότητα, πρωτοπορία, συμμετοχή, συναδελφικότητα.

Όταν ανέλαβα τη θέση του Διευθυντή του Γυμνασίου Αμμοχωρίου ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα κατέληγα να γίνω ελεγκτής παρουσίας, συντάκτης προγραμμάτων με επιφύλαξη, τιμητής των συναδέλφων, αποδέκτης υποβιβασμών. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα μου ζητηθεί να συμπεριφέρομαι σαν ένας στυγνός γραφειοκράτης με προσκόλληση στην απόλυτη τυπικότητα, αδιάφορος για την δημιουργία κλίματος εκπαιδευτικής προσφοράς και καινοτομίας. Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα μου ζητηθεί να βάλω απέναντί μου τον σύλλογο, τον συνάδελφο, τον ίδιο μου τον «εαυτό», για να τον κατατάξω, ώστε να τον καταστήσω εύκολη λεία όσων επιδιώκουν να έχουν διαθέσιμους «αριθμούς», διαθέσιμα «νούμερα» για καρατόμηση. Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα επιβάλουν εξωτερικούς κριτές των αποφάσεων Διευθυντή και συλλόγου οι οποίοι θα αρνούνται να αποδεχθούν τις προτάσεις του. Ποτέ δεν θεώρησα ότι η επιλογή μου σε κάποια θέση, ως Διευθυντής, Σχολικός Σύμβουλος ή Διευθυντής Διεύθυνσης θα με διαφοροποιήσει από τους συναδέλφους μου.

Φτάνει πια συνάδελφοι Διευθυντές, εμείς έχουμε τώρα τον λόγο, δεν μπορούμε να γίνουμε οι τιμητές του «εαυτού» μας, οι κριτές των συναδέλφων μας, οι εμπρηστές των συλλόγων. Γιατί όσο κι αν το πιστεύουμε, δεν θα γλυτώσουμε, θα μας πετάξουν και εμάς, αφού πρώτα μας χρησιμοποιήσουν και μας αποξενώσουν από τους δίπλα μας. Τώρα είναι η δική μας ευθύνη. Ας γίνουμε ένα με τους συναδέλφους μας. Ας σκεφτούμε ότι είμαστε σπλάγχνα από τα σπλάγχνα τους. Είμαστε και εμείς εκπαιδευτικοί.

Πως μπορούμε να γίνουμε τιμητές και αίτιοι της μισθολογικής καθήλωσης και της πιθανής αποπομπής των συναδέλφων μας; Πως μπορούμε να κρίνουμε τον συνάδελφο που αγωνίζεται, σε εποχές δύσκολες, με πάθος αλλά και πόνο, για τους μαθητές του και τα παιδιά μας; Η παιδεία θέλει όραμα, θέλει πάθος, θέλει αγάπη, θέλει θυσία, θέλει δημιουργικότητα. Η παιδεία είναι πάντα δημοκρατική. Δεν μπορεί να αποδώσει σε καθεστώς φόβου, έντονης υποκριτικότητας, προσωπικής κατάθλιψης, καθημερινού καταναγκασμού.

Άλλωστε ποιος είναι ο ρόλος μας; Διευθύνω εκπαιδευτικούς, διευθύνω σχολείο, σημαίνει οραματίζομαι, δημιουργώ συνθήκες, διευκολύνω, συν-εργάζομαι, διευρύνω τους ορίζοντες, διαλέγομαι. Διευθύνω σχολείο δεν σημαίνει διατάζω, διαιρώ, υποτάσσω, αναγκάζω, απειλώ, φοβίζω.

Σήμερα μου στερούν τη δυνατότητα να συνδιοικώ με το σύλλογο, μου στερούν τη δυνατότητα να δημιουργώ, μου στερούν τη δυνατότητα να έχω οράματα, μου στερούν τη δυνατότητα να αποφασίζω, μου στερούν τη δυνατότητα να αισθάνομαι συνάδελφος. Δεν διαφέρω από τους καθημερινούς μου συντρόφους. Αυτούς που καθημερινά δίπλα μου αγωνίζονται και προσφέρουν. Δεν μπορώ να ανεχτώ ένα σχολείο κομμάτι της γραφειοκρατίας, όπου ελέγχουν την παραμικρή μας κίνηση, όπου πρωτοβουλία σημαίνει παράπτωμα, όπου κάθε τι πρέπει να καταγράφεται.

Διοικώ (τι λέξη κι αυτή) ένα σχολείο όπου οι καθηγητές έρχονται για μάθημα και μέρες που έχουν άδεια. Διοικώ ένα σχολείο όπου οι συνάδελφοι προετοιμάζουν εκδηλώσεις απογεύματα και Σαββατοκύριακα. Διοικώ ένα σχολείο όπου οι καθηγητές κάθονται παραπάνω χωρίς να τους το επιβάλλει κανείς. Διοικώ ένα σχολείο όπου οι συνάδελφοι διδάσκουν επιπλέον ώρες από αυτές που φαίνονται στα προγράμματα. Διοικώ ένα σχολείο όπου αισθάνομαι ότι αναπνέω, ότι χαίρομαι, ότι μπορώ να ζω.

Σ’ αυτό λοιπόν το σχολείο δεν μπορώ να ανεχθώ να επιβληθούν τυπικότητες, γραφειοκρατικές αστειότητες, καταπιεστικές διαταγές, ανελεύθερες επιβολές. Δεν μπορώ να γίνω μέρος της διάλυσης. Γιατί η διάλυση θα αρχίσει μέσα στο σύλλογο, από τη διχόνοια, την αντιπαλότητα, τον ανθρωποφάγο ανταγωνισμό.

Πέρα από όλα αυτά υπάρχει ένα επιπλέον προσωπικό μου δίλημμα, τώρα που αρχίζει η αξιολόγηση. Μπορώ να είμαι ταυτόχρονα συνήγορος και εισαγγελέας; Συνήγορος των συναδέλφων ως αιρετός στο ΠΥΣΔΕ και δικαστής τους στο σχολείο ως Διευθυντής- αξιολογητής; Η έναρξη λοιπόν της αξιολόγησης το 2014 (μια αξιολόγηση που σκοπό δεν έχει τη βελτίωση αλλά την κατάταξη και τον εξοστρακισμό) δεν μου επιτρέπει να συνεχίσω την παρουσία μου στη Διεύθυνση του Γυμνασίου Αμμοχωρίου. Είναι η ώρα της επιλογής. Μέλημα και αγώνας μου είναι οι συνάδελφοι. Από αυτούς εκλέχτηκα, αυτούς υπερασπίζομαι και σε αυτούς απολογούμαι.

Για όλα τα προαναφερθέντα, με λύπη, έντονη στενοχώρια, μεγάλη συναισθηματική φόρτιση αλλά και αίσθημα ευθύνης σας ενημερώνω ότι υπέβαλα αίτηση- παραίτησης από τη θέση του Διευθυντή του Γυμνασίου Αμμοχωρίου, παραμένοντας ως αιρετός στο ΠΥΣΔΕ Φλώρινας για να υπερασπιστώ τα δικαιώματα των συναδέλφων μου.

Το σχολείο των αγέλαστων «προσώπων», των μαυροντυμένων «εισαγγελέων», των απόμακρων «δικαστών», των ποταπών κολάκων, που επιχειρείται σήμερα να επιβληθεί, δεν μου ταιριάζει. Γι αυτό και δεν μπορώ να το διευθύνω. Δεν αισθάνομαι «ικανός» να διευθύνω ένα τέτοιο σχολείο. Δεν μπορώ να διευθύνω παραβλέποντας τα οράματά μου, τη συνείδησή μου, τον λόγο μου, μόνο και μόνο για να διατηρήσω τη θέση μου.

Ξέρω ότι στενοχωρώ τους καθημερινούς μου, στο Γυμνάσιο Αμμοχωρίου, συντρόφους. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να ξαναζήσω ότι έζησα μαζί τους. Ας με συγχωρέσουν, δεν έχω άλλη επιλογή. Δεν μπορώ να αισθάνομαι ότι δεν είμαι τίποτε άλλο παρά ένα γρανάζι της κρατικής μηχανής. Μιας μηχανής αν-αίσθητης, αυστηρά αριθμολάγνας, αδιάφορης για το άλλο «πρόσωπο», το ανθρώπινο «πρόσωπο», που υποφέρει και αγωνιά. Άλλα ήταν τα οράματά μου, άλλες οι ελπίδες μου, άλλη η «αγάπη» μου, για ένα σχολείο δημιουργίας, συναδελφικότητας, ελπίδας. Αυτό το σχολείο έζησα μαζί τους, στη ζεστασιά τους, στο καθημερινό αγώνα τους, στην ακούραστη αγάπη τους, στις αμέτρητες ώρες προσφοράς τους, στη κατανόηση των λαθών μου και γι αυτό από τα βάθη της καρδιάς μου τους ευχαριστώ.

Καπαρός Βαγγέλης
Αιρετός ΠΥΣΔΕ Φλώρινας,
Διευθυντής Γυμνασίου Αμμοχωρίου

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Λιβαδερό



Λιβαδερό
Θανάσης Καλλιανιώτης, Αιανή 11 Αυγούστου 2007, eaniotis@yahoo.gr

Ορεινή κοινότητα του Νομού Κοζάνης.

Links:

http://www.mokro.gr http://www.livadero.ch http://www.pslivaderou.gr

Ένα σύντομο Ιστορικό για το Λιβαδερό

Η παλαιά, ίσως και η αρχική ονομασία του χωριού ήταν ¨Μόκρο¨που βουλγαριστί σημαίνει ¨υγρόν¨και μετονομάσθηκε μετά την απελευθέρωση σε Λιβαδερό. Ο Κ. Γουναρόπουλος σε δημοσίευμα το1872 αναφέρει : « .... Μόκρον βουλγαριστί υγρόν .... τα ονόματα κατέλιπον οι βούλγαροι απο του 6ος αιώνος ...» Εφόσον δεχθούμε τούτο, είναι αυτονόητο ότι ο οικισμός υπήρχε απο του 6ου ή 7ου αιώνος και μάλιστα η κατοίκηση του χωριού είναι συνεχής και αδιάκοπη απο τους χρόνους εκείνους μέχρι και σήμερα, αφού διατηρεί την ιδια ονομασία. Από διάφορα ευρύματα στο εξωκκλήσι της Αναλήψεως πιθανολογείται ότι υπήρχε στη θέση αυτή κάποιο μοναστήρι, για το οποίο όμως δεν υπάρχουν άλλες μαρτυρίες ή αναφορές σε γραπτά κείμενα των αρχείων της Ι. Μητροπόλεως ή της επαρχίας, ούτε και η παράδοση φέρνει τέτοιες μνήμες.

Απο όσο θυμάται ο σημερινός κόσμος της επαρχίας και απο όσες μνήμες και παραδόσεις φέρνει ο χρόνος, ήταν πάντοτε απο τα πολυπληθέστερα χωριά της περιοχής των Καμβουνίων, απο τα πιό ορεινά, παλαιότερα δε και μέχρι τη δεκαετία του 1960 απο τα πλέον δυσπρόσιτα και απομακρυσμένα, αφού απο τα Σέρβια που ήταν το Αστικό κέντρο της περιοχής απέχει περί τα 20 χλμ και οι δρόμοι ήταν οικτροί και δύσβατοι, όπου αν διασταυρώνονταν δύο φορτωμένα ζώα δεν μπορούσαν να προσπερασθούν, ιδίως στην περιοχή Τριγωνικό – Λιβαδερό τμήμα της ¨Σκάλας¨. Η ματάβαση των κατοίκων στην αγορά των Σερβίων και η επιστροφή ήταν προβληματική, ιδιαίτερα δε κατα τους χειμερινούς μήνες με τις βροχές, τα χιόνια και τις λάσπες. Μετά το 1950 έγινα κάποιος αμαξητός χωματόδρομος και και άρχισε κάποια συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση με αυτοκίνητα φορτηγά της λεγόμενης άγονης γραμμής, και απο το 1963 έγινε η παρακαμπτήρια εθνική οδός Κοζάνης – Λαρίσης μέσω Μεταξά και εντεύθεν του χρόνου αυτού αποκαταστάθηκε τακτική συγκοινωνία, αφού επεκτάθηκε λίγο αργότερα ασφαλτοστρωμένος δρόμος μέχρι το Λιβαδερό. Έσπασε έτσι η απομόνωση και το χωριό πήρε άλλη κίνηση και άλλη μορφή.

Στο μεγαλύτερο διάστημα της Τουρκοκρατίας ήταν ελεύθερο κεφαλοχώρι με αμιγή Ελληνικό πληθυσμό. Ζούσε και κινούνταν με το δικό του κόσμο και με τους δικούς του τρόπους. Χωριό ορεινό και άγονο σε γεωργική παραγωγή που περιοριζόταν στην καλλιέργεια και παραγωγή βρίζας κυρίως που πάντα κι΄αυτή ήταν λιψή και δεν επαρκούσε για τη διατροφή του πληθυσμού. Ο βιοπορισμός τους στηριζόταν περισσότερο στην κτηνοτροφία απο γιδοπρόβατα, αγελαδικά και χοιρινά. Διατηρούσαν καπάδια απο χοιρινά που τα εμπορεύονταν και προμήθευαν με μικρά χοιρίδια όλη την επαρχία Σερβίων. Στο πανηγύρι του Αηθόδωρου στα Σέρβια η κάθε οικογένεια της επαρχίας θα προμηθεύοταν ένα με δύο χοιρίδια Μοκριώτικα για να παχύνουν ως τα επόμενα Χριστούγεννα. Ο Χαρίσιος Μιγδάνης παρί τα 1820 αναφερόμενος στην επαρχία Σερβίων μεταξύ άλλων σημειώνει: « Τα πεδινά χωριά κάμνουν αρκετά γεννήματα, λινάριον, κανάβιον, καπνόν. Τα ορεινά τα οποία είναι και τα περισσότερα είναι ολιγώτερον γεννηματοφόρα, οι κάτοικοι των αναπληρούσι την έλλειψιν μόνο με περίσσευσιν της κτηνοτροφίας απο πρόβατα, αιγίδια, αγελάδια και χοίρους όπου γίνεται βαλάνιον.» Και το Λιβαδερό με τα απέραντα δάση δρυόδενδρων έχει άφθονο βαλάνιον και γι’αυτό και τα χοιρίδια αποτελούσαν απο τα χρόνια εκείνα βασική πηγή προσόδων.

Όταν ο Αλή πασάς λίγο πρίν απο το 1800 απέκτησε κάποιες αρμοδιότητες στο χώρο της Μακεδονίας, με τις επεκτατικές του επιδρομές και με διάφορους δόλιους και δυναστικούς τρόπους, άρπαζε το ένα μετά το άλλο τα χωριά και τα τσιφλικοποιούσε, τότε κατέστησε και το Λιβαδερό τσιφλίκη μαζί με τα άλλα χωριά των Καμβουνίων. Με επιστολές τους προς τον Μητροπολίτη οι ιερείς των χωρίων γράφουν : «.....Σας είναι γνωστόν Άγιε Δεσπότη μας ότι τα χωριά μας Τρανόβαλτον, Λαζαράδες και Μόκρον τα έκαμεν τσιφλίκια ο τύρανος με δυναστείαν και τζέρμπι ( με το ζόρι) χωρίς να δώσει ούτε οβολό περι τούτο και έλαβε σινέτια ( συμβόλαια ) ότι του τα επωλήσαμεν με ευχαρίστηση μας. Τι ημπορούσαμε να κάμωμεν ένα τοιούτον απάνθρωποιν και αιμοβόρον, θέλοντας και μή θέλοντες τα εδώκαμεν» Ελπίζομεν να βάλει μεν ογλήγορα τον παντελή αξολοθρευμόν του τυράνος μεν την ησυχίαν και ραχάτι ημών ... και άμποτε εισακούσαμεν τη δέηση ημών...» Παπανίκος και Παπαντώνης από Τρανόβαλτο, Παπαλιώλιος και Παπαπαναγιώτης απο Λαζαράδες και Παπαγιάννης, Παπαφώτης απο Μόκρο Ιούνη 1820»

Με την επιστολή αυτή παρακαλούσαν τον Επίσκοπο να μεσολαβήσει ώστε να τους επιστραφεί το κτήμα ή να τους καταβληθεί ή αξία. Με την εξίντωση του Αλή Πασά που συνέβη το Δεκέμβριο του 1820 τα κτήματα περιήλθαν στην ιδιοκτησία της Σουλτανικής αρχής, ώς ιμπλιάκια, δηλαδή ώς εθνικά κτήματα που τα καλιεργούσαν οι χωρικοί με την υποχρέωση να τους παραδίνουν το ένα τρίτο της παραγωγής σε χρήμα στους νέους σουμπασήδες που εγκαταστάθηκαν στα χωριά.

Κατά τον Ιούλιο του 1820 ο ληστής Γεώργιος Σουλιώτης μαζί με άλλους 40, έδεσαν τον αδερφό του Παπαγιάννη και άλλους δύο και πήραν 600 πρόβατα. Αυτά γράφει σε επιστολή του προς τον επίσκοπο Βενιαμίν ο Χατζή Χαλίλ Αγάς, γενικός φρούραρχος των περιοχών Χασίων, Σερβίων, Ελασώνος και Καϊλαρίου. Το σχετικό απόσπασμα της επιστολής έχει ως εξής : « ....Δια τον εις αυτόθι ερχομόν μου σοι λέγω τούτο, ότι κατά το παρόν εμποδίζομαι, διότι είμαι προσταγμένος απο τον υψηλότατον Ρούμελη Βελεσή δια να κυβερνήσω εδώ ανθρώπους εις φύλαξιν απο την ημέραν που ήλθον εδώ, εύρον τον βελέση πεφοβισμένον και ταραγμένον, επειδή ο Γιώργης ο Σουλιώτης , ομού με άλλους σαράντα ανθρώπους εμβήκαν εις το Μόκρον και έδεσαν τον αδερφό του Παπαγιάννη και άλλους δύο νοικοκυραίους και πήραν και εξακόσια πρόβατα και καθώς μανθάνομεν ότι τα χωριά των Τρικάλων και Χασίων είναι γεμάτα απο αρβανιτιά και πάντα φίλαξιν ευρυσκόμεθα....» Όπως φαίνεται απο το γράμμα του φρούραρχου ο Γεώργιος Σουλιώτης πρέπει να ήταν απο τους γνωστούς αρχηγούς των συμμοριών. Τον καιρό αυτό οι Σουλτανικές δυνάμεις βρίσκονταν σε πλήρη και δυναμική σύγκρουση με τις δυνάμεις του Αλή Πασά και επικρατούσε γενική σύγχιση και αναρχία στην ύπαιθρο της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Είχαν αναπτυχθεί οργανωμένες συμμορίες και αλώνιζαν και ταλαιπωρούσαν την ύπαιθρο. Σε μια τέτοια συμμορία αρχηγός πρέπει να ήταν ο Σουλιώτης, που ίσως βρισκόταν και σε συνεργασία με συμμορίες της αρβανιτιάς του Αλή Πασά. Αυτές οι συμμορίες δεν υπηρετούσαν κανένα εθνικό ή άλλο σκοπό, ούτε κινούνταν με κάποια ιδεολογία. Δρούσαν απλώς με την ψυχολογία, τη νοοτροπία και την αντίληψη του ληστού.
<--===+===-->
Κατα την επανάσταση του 1854 το Λιβαδερό ήταν μεταξύ των επαναστατημένων χωριών, γι’αυτό και οι Τούρκοι παρά τις υποσχέσεις τους κατα τη συμφωνία που έγινε με την αποχώρηση των επαναστατών, ότι δεν θα προχωρούσαν σε αντίποινα, βγήκαν στο χωριό, επιδόθηκαν σε λεηλασίες και έκαψαν και την εκκλησία της Παναγίας ( η οποία κατα την επανάσταση του 1854 βρισκόταν σε άλλη θέση ). Ο Κ. Γουναρόπουλος το 1872 σημειώνει « ...Μόκρον 80 οικιών επαναστάντων το 1854 οι δε Τούρκοι έκαυσαν τον αυτόθι ναόν της Παναγίας ως αν αυτός επανέστη...»

Απο το έγγραφο της 2-6-1891 καταχωρημένο στον εκκλησιαστικό κώδικα 48 Ιστ. Αρχ. Φαίνεται ότι ο ιερέας Μόκρου Παπαδημήτριος κλήθηκε στα Σέρβια και φυλακίσθηκε χωρίς αιτία. Για πόσο χρόνο έμεινε φυλακισμένος και με ποιές συνθήκες και πότε απολύθηκε ή κάποια άλλα σχετικά δεν υπάρχουν πληροφορίες.

Απο διάφορα έγγραφα που βρίσκονται στα αρχεία φαίνεται ότι ο Μητροπολίτης Κωνστάντιος, ενδιαφερόμενος για τα σχολεία όλης της Επαρχίας, ιδιαίτερη αγάπη είχε για το Λιβαδερό και ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειχνε. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή του της 15/8/1904 οπου μεταξύ άλλων σημειώνει : « ....Όλα τα χωριά και τους χριστιανούς μας αγαπώμεν, αλλά το Μόκρον και τους Μοκριώτες περισσότερον, δια τούτο και θέλομεν το σχολείον χρόνον με το χρόνον να πηγαίνει εμπρός... Σας συμβουλεύω να ζητήσωμεν καλό δάσκαλον απο την Μητρόπολιν...»

Μετά την απελευθέρωση απο τους Τούρκους το 1912, και για αρκετά χρόνια όπως όλα τα χωριά των Χασίων ταλαιπωρήθηκε απο τη δράση των ληστών και το κυνηγητό των Αστυνομικών Αρχών.

Κατα τη διάρκεια του Μεσοπολέμου 1912-1940 δέν υπήρχε στην περιοχή και στο χωριό καμιά ιδιαίτερη έξαρση. Οι άνθρωποι προσπαθούν να επιβιώσουν, τα οικομομικά τους είναι πενιχρά, οι δυσκολίες πολλές, η επικοινωνία δύσκολη. Λειτούργησε βέβαια σχολείο, οργανώθηκε η κοινότητα, μπήκαν τα πράγματα σε κάποια σειρά αλλά η ζωή ήταν σκληρή. Γιατροί δεν υπήρχαν, συγκοινωνία δεν υπήρχε, προστασία απο το κράτος δεν υπήρχε εκτός απο ένα μικρό Αστυνομικό σταθμό. Δεν μπορούμε να πούμε ότι στα χρόνια αυτά προωθήθηκε ιδιαίτερα η αξιόλογα η οικονομική, πολιτιστική και κοινωνική ζωή. Υπήρχαν μερικά τσελιγκάτα με μεγάλα κοπάδια, αλλά ο πολύς κόσμος ζούσε μέσα στην ανέχεια και σε άλλες δυσκολίες.

Κατα τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής 1941-1944 είχαν εγκατασταθεί αρχηγεία και στρατιωτικές ομάδες των αντάρτικών σωμάτων του ΕΛΑΣ και η πολιτική ηγεσία του ΕΑΜ. Λειτουργούσαν εκεί Λαϊκά Δικαστήρια και ασκούνταν όλες οι εξουσίες. Το Λιβαδερό είχε γίνει η πρωτεύουσα της επαναστατημένης περιοχής. Οι Λιβαδεριώτες όπως φάνηκε και απο τα μεταγενέστερα χρόνια δε συμμετείχαν και πολύ στο επαναστατικο αυτό κίνημα. Όχι ότι τους έλειπε η φιλοπατρία, αλλά διαφωνούσαν με τα πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά συνθήματα του κινήματος και με τους τρόπους που ενεργούσε. Γι΄αυτό και μεταγενέστερα κατα τον ανταρτοπόλεμο ή εμφύλιο 1946-1949, αντιτάχθηκαν ενεργά κατά των ανταρτών συγκροτήσαντες ένοπλες ομάδες κατά των επαναστατών. Έτσι κατα τη διάρκεια απο το 1943 ως το 1950 το χωριό ήταν κέντρο πολεμικού ενδιαφέροντος και συνέβησαν πολλά, καλά και άσχημα που δεν είναι όμως στις προθέσεις μας να ασχοληθούμε γιατί τα περισσότερα απο αυτά δεν είναι προς έπαινον.

Απο τη λήξη του ανταρτοπόλεμου και μετά, από τη 10ετία του 1950 δηλαδή και εδώθε το Λιβαδερό παρουσιάζει μια εκρηκτική αποτίναξη. Εκτινάσονται οι κάτοικοι προς κάθε κατεύθυνση, σαν μέτοικοι, σα μετανάστες, σαν ταξιδευτές και αναζητητές καινούργιων ορων ζωής. Περισσότερα απο 1500 άτομα έφυγαν προς Αυστραλία, Ελβετία, Δυτική Γερμανία, Θεσσαλονίκη, Κοζάνη, Αθήνα και Σέρβια. Και όλοι εργάστηκαν και πρόκοψαν και με κάθε τρόπο βοήθησαν και τους δικούς τους που παρέμειναν πίσω και το χωριό γενικότερα.

Αρκετοί που μετακόμισαν στα Σέρβια άνοιξαν καταστήματα και δημιούργησαν επιχειρήσεις. Άλλοι ασχολήθηκαν με αυτοκίνητα και μεταφορές, άλλοι διάφορες άλλες επιχειρήσεις και εργασίες, αλλά και όσοι έμειναν στο χωριό δεν έμειναν ενενεργοί. Ανέπτυξαν όλλες τις δραστηριότητες. Το χωριό ζωντάνεψε, ανοικοδομήθηκε εξ ολοκλήρου, κτίσθηκαν σπίτια και κοινοτικά κτίσματα, σχολεία, διαμορφώθηκαν πλατείες και άλλοι κοινόχρηστοι χώροι, έγινε ασφαλτοστρωμένος αυτοκινητόδρομος και απέκτησε τακτική και άνετη συγκοινωνία, καθώς και κάθε τηλεπικοινωνιακό μέσο. Απο το 1969 το χωριό ηλεκτροδοτήθηκε και απόκτησε όλα τα μέσα σε σκεύη και μηχανήματα που υπηρετεί ο ηλεκτρισμός. Το Λιβαδερό άλλαξε δεν είναι δυσπρόσιτο, απόμακρο και απομονωμένο φτωχοχώρι. Μεταμορφώθηκε οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά και πορεύεται ανοδικά.

Όσοι και να έφυγαν στα ξένα σο χωριό είναι ακόμα μεγάλο και φαίνεται πως θα επιζήσει γιατί και όσοι έφυγαν ακόμη δεν το ξεχνούν, το επισκέπτονται κατα καιρούς και το βοηθούν. Μένουν μόνιμα 1700 άτομα και ασχολούνται επαγγελματικά κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και με άλλα διάφορα βοηθητικά επαγγέλματα.

Πηγή : Τα παρα του Αλιάκμονα Εκκλησιαστικά ( Από το http://www.mokro.gr)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες