Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

οι θέσεις των πατέρων της εκκλησίας για την ιδιοκτησία.

http://www.aformi.gr
Του GEM DE Ste. Croix
Με την ευκαιρία του χριστιανικού Πάσχα (…που πέρασε!) το aformi  δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του μεγάλου μαρξιστή ιστορικού Croix, Ο χριστιανισμός και η Ρώμη, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2005. Σε αυτό ο Croix καταρρίπτει τους ισχυρισμούς ότι δήθεν ο χριστιανισμός επέφερε καλυτέρευση της θέσης των δούλων. Και ακόμα παρουσιάζει τις θέσεις των πατέρων της εκκλησίας για την ιδιοκτησία.


Σε αυτό το σημείο, πριν προχωρήσω στη στάση των Πα­τέρων στο θέμα της ιδιοκτησίας, θα κάνω μια παρέκβαση και θα ασχοληθώ με τη στάση των πρώτων χριστιανών στο ειδικό πρόβλημα της δουλείας. Αυτό φυσικά αποτε­λεί εν μέρει μια πτυχή του ευρύτερου ζητήματος της ιδιο­κτησίας, διότι, στην κλασική αρχαιότητα, οι δούλοι αξιο­λογούνταν πολύ ψηλά στην κλίμακα των περιουσιακών στοιχείων που θεωρούνταν τότε απαραίτητα για την καλή διαβίωση. Η βασική διαφορά οργάνωσης ανάμεσα στην οι­κονομία του αρχαίου κόσμου και τη δική μας είναι ότι, στην αρχαιότητα, oι ιδιοκτήτριες τάξεις αντλούσαν το πλεόνα­σμα τους, που τους έδινε τη δυνατότητα να ζουν όπως ε­πιθυμούσαν, όχι από την εκμετάλλευση της ελεύθερης μισθωτής εργασίας (η οποία ήταν σχετικά σπάνια και ποτέ δεν είχε μεγάλη σημασία για την οικονομία) αλλά από την ανελεύθερη εργασία -κυρίως αυτή των αργυρώνητων δούλων, άλλα και σε κάποιο βαθμό των δουλοπάροικων (όπως οι Σπαρτιάτες είλωτες ή η πλειονότητα των πάροικων [coloni] της ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) ή των υ­ποδούλων για χρέη. Φυσικά, ένα μεγάλο μέρος της αγρο­τικής παραγωγής και βιοτεχνίας προερχόταν από μικρούς ανεξάρτητους χωρικούς και τεχνίτες. Αλλά όποιος επιθυ­μούσε να ζήσει ως ευγενής και να έχει χρόνο για ενασχο­λήσεις όπως την πολιτική ή τη φιλοσοφία ή απλώς για μια ζωή με απολαύσεις έπρεπε να βασίζεται κυρίως στην εκμετάλλευση της εργασίας των δούλων. (Δεν υπήρχε ε­ναλλακτική λύση, έκτος από την εκμίσθωση γης ή σπιτιών σε ενοικιαστές.)
Φυσικά, σε μια ταξική κοινωνία, ειδικά όταν αυτή στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην εργασία των δούλων, η άρ­χουσα τάξη θα πρέπει να διατηρεί συνεχώς την απειλή της βίας, προκειμένου να εξασφαλίζει την υποταγή εκείνων εις βάρος των οποίων ζει. Οι Έλληνες, και ακόμα περισσότε­ρο οι Ρωμαίοι, ήταν ικανοί να αντιμετωπίζουν ανυπάκουους δούλους με εξαιρετική σκληρότητα. Κατά τη διάρκεια της διαμάχης στη ρωμαϊκή Σύγκλητο το 61, σχετικά με το αν θα έπρεπε να εκτελεστούν μαζικά και οι 400 αστικοί δού­λοι του Πεδανίου Σεκούνδου, έπαρχου της πόλεως (praefectus urbi) ο οποίος είχε δολοφονηθεί από έναν δούλο του, ο συντηρητικός νομικός Γάιος Κάσσιος είπε στους ταραγμένους συγκλητικούς: «Δεν θα χαλιναγωγήσετε αυτόν τον όχλο παρά μόνο με τον τρόμο». Συνακόλουθα, οι δούλοι εκ­τελέστηκαν, παρά την έντονη διαμαρτυρία των απλών Ρω­μαίων, οι όποιοι διαδήλωσαν βίαια υπέρ της χαλάρωσης του βάναυσου αρχαίου νόμου — παρεμπιπτόντως ο εν λόγω νό­μος εξακολουθούσε να ισχύει στη νομοθεσία του χριστιανού αυτοκράτορα Ιουστινιανού πέντε αιώνες αργότερα. Μια άρχουσα τάξη όμως σπάνια προσπαθεί να κυβερνήσει μό­νο με τη βία- συνήθως επινοείται κάποια ιδεολογία η οποία δικαιολογεί την προνομιούχο θέση των αρχόντων και επι­ζητεί να πείσει τους αρχόμενους ότι η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων είναι δίκαιη και ορθή· ακόμη και «για το δικό τους συμφέρον».
Οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι επινόησαν δύο βασικούς τύ­πους φιλοσοφικής δικαιολόγησης της δουλείας. Η πρώ­τη, η περίφημη θεωρία της «κατά φύσιν δουλείας», η οποία ενυπάρχει στη σκέψη του Πλάτωνα και αναπτύσσεται πλήρως από τον Αριστοτέλη, ήταν φυσική απόρροια του ιστορικού γεγονότος ότι οι περισσότεροι δούλοι στην κλα­σική περίοδο ήταν βάρβαροι — κυριολεκτικά, μη Έλληνες, άλλα ο όρος «βάρβαροι» χρησιμοποιείται συνήθως ως με­τάφραση αντίστοιχων ελληνικών και λατινικών λέξεων, καθώς είναι ιδιαίτερα βολικός, μολονότι από τεχνικής πλευ­ράς συχνά λανθασμένος. Η θεωρία του Αριστοτέλη βασι­ζόταν στην προϋπόθεση, την οποία θεωρούσε αυταπόδεικτη, ότι ορισμένοι, άνθρωποι, (περιλαμβανόμενων σχεδόν όλων των βαρβάρων) είναι δούλοι από τη φύση τους, με την έννοια ότι στην πραγματικότητα ζουν καλύτερα εάν είναι υποταγμένοι σε ένα δεσπότη: για έναν τέτοιο άνθρωπο η δουλεία είναι και ευεργετική και δίκαιη. Την ουσία της άπο­ψης του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη εξέφρασε πολύ εύ­στοχα και πιο παραστατικά από τους ίδιους τους έλληνες φιλοσόφους ένας ιδιοκτήτης δούλων στη Βιρτζίνια, ο George Fitzhugh, το 1854: «Μερικοί άνθρωποι είναι γεννημένοι με σαμάρια στην πλάτη τους και άλλοι με μπότες και σπιρού­νια για να τους καβαλούν και το καβαλίκεμα τους κάνει καλό»] (Ο Fitzhugh παρέθετε και αντέκρουε βεβαίως τα φημισμένα λόγια που είχε πει στο ικρίωμα το 1685 ο άγ­γλος ριζοσπάστης Richard Rumbold.) Σε ένα πολύ ενδια­φέρον χωρίο στα Πολιτικά, ο Αριστοτέλης συμβουλεύει να προσφερθεί σε όλους τους δούλους η ανταμοιβή της τελικής απελευθέρωσης (vii.10, 1330a 32-3): ο φιλόσοφος υπόσχε­ται να εξηγήσει τους λόγους αργότερα, άλλα δυστυχώς δεν το κάνει. Αν διαβάσουμε αυτή τη συμβουλή μαζί με προη­γούμενα χωρία που εξηγούν πως ο δούλος μπορεί να επω­φεληθεί από τη σχέση του με τον δεσπότη του, βλέπουμε ότι υπάρχει εδώ μια σχεδόν ακριβής παραλληλία, σε ατομι­κό επίπεδο, με τη θεωρία της «δουλείας υπανάπτυκτων ε­θνών», ενός από τους συνεκτικούς αρμούς στην ιδεολογία του σύγχρονου δυτικού ιμπεριαλισμού.
Ο άλλος τύπος φιλοσοφικής δικαίωσης της δουλείας, ο όποιος συνδέεται ιδιαίτερα με τους στωικούς, έχει το προη­γούμενο του σε μια δήλωση του Αριστοτέλη στα Πολι­τικά (i.6, 1255a 25-6), στην οποία ο φιλόσοφος αρνείται να αποκαλέσει δούλο τον άνθρωπο που δεν αξίζει να βρί­σκεται στη θέση του δούλου — ή, θα μπορούσαμε να πούμε, ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος που δεν αξίζει να είναι δού­λος δεν είναι «πραγματικά» δούλος. Αύτη την άποψη, και όχι τη θεωρία της «κατά φύσιν δουλείας», ασπάστηκαν οι σκεπτόμενοι ιδιοκτήτες δούλων στην ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο. Ακόμη και πριν από τον Αριστοτέλη υπήρξαν διαμαρτυρίες εναντίον της θεωρίας της «κατά φύ­σιν δουλείας», καθώς και εναντίον της υπόθεσης ότι οι βάρβαροι είναι από τη φύση τους κατώτεροι από τους Έλληνες. Μάλιστα, η θεωρία της «κατά φύσιν δουλείας» εξα­φανίζεται στην αρχαιότητα μετά την εποχή του Αριστο­τέλη και, όταν επανεμφανίζεται, εφαρμόζεται πρωτίστως σε λαούς και όχι σε άτομα. Οι διατυπώσεις αυτές είναι κάποτε ρητορικές, όπως όταν ο Κικέρων στιγματίζει τους Ιουδαίους και τους Σύρους ως «λαούς γεννημένους για τη δουλεία» (Deprovinciis consularibus 10-Γιά τις επαρχίες των τέως υπάτων), άλλα και όταν ένας ομιλητής στο διά­λογο του Κικέρωνα De republica — Περί πολιτείας (iii.25/ 37) δηλώνει πολύ σοβαρά ότι ένα έθνος μπορεί να επωφε­ληθεί ευρισκόμενο σε κατάσταση απόλυτης πολιτικής υπο­ταγής (servitus) σε κάποιο άλλο. Πάντως υπήρξε κάποια μακρινή άλλα ισχυρή απήχηση της θεωρίας της «κατά φύσιν δουλείας» σε πολύ μεταγενέστερες περιόδους, όταν έ­παιξε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη χριστιανική Ισπα­νία, στη διαμάχη που αφορούσε το δίκαιο της υποδούλωσης των νέγρων και των Ινδιάνων της Καραϊβικής και της κεν­τρικής άλλα και νότιας Αμερικής, από τον 15ο αιώνα και μετά. Στη μεγάλη διαμάχη της όποιας ηγήθηκε ο Κάρολος ο Ε’ στο Βαγιαδολίδ το 1550, προκειμένου να αποφασιστεί αν οι χριστιανοί Ισπανοί μπορούσαν δίκαια να διεξαγάγουν πόλεμο εναντίον των Ινδιάνων και να τους υποδουλώσουν πριν ακόμη κηρύξουν σε αυτούς την πίστη, το δόγμα του Αριστοτέλη έγινε δεκτό καταρχήν και από τους δύο βασι­κούς εριζόμενους: τον σπουδαίο μελετητή Χουάν Χινές δε Σεπουλβεδα και τον φραγκισκανό αδελφό Βαρθολομαίο δε Λάς Κάσας. (To βασικό βιβλίο σε αγγλική γλώσσα πάνω στο όποιο στηρίζομαι σχετικά με αυτό το ζήτημα φέρει τον θαυμάσιο τίτλο Aristotle and the American Indians.) To κύ­ριο σημείο διαφωνίας, όπως φαίνεται, ήταν απλώς το πραγ­ματολογικό ερώτημα εάν οι Ινδιάνοι ήταν ή όχι «φύσει δού­λοι»· δεν ετίθετο καν ζήτημα για τους νέγρους.
Από την ελληνιστική περίοδο και μετά, η ελληνική και ρωμαϊκή σκέψη αναφορικά με το ζήτημα της δουλείας, χω­ρίς εξαίρεση, δίνει μια σειρά από στερεότυπες παραλλαγές του ίδιου θέματος: ότι το καθεστώς της δουλείας —όπως η πενία και ο πόλεμος, ή η ελευθερία, ο πλούτος και η ει­ρήνη— είναι αποτέλεσμα της Τύχης και όχι της Φύσης, και ότι είναι ένα θέμα αδιάφορο που επηρεάζει μόνο την εξωτερική πραγματικότητα· ότι οι καλοί και σοφοί άνθρω­ποι δεν είναι ποτέ «πραγματικά» δούλοι, ακόμη και αν συμ­βαίνει να βρίσκονται υποδουλωμένοι, άλλα είναι «πραγ­ματικά» ελεύθεροι· ότι ο κακός άνθρωπος είναι «στην πραγ­ματικότητα» δούλος, επειδή είναι δούλος των παθών του — θαυμάσια βολικά δόγματα για τους ιδιοκτήτες δούλων. (Υποθέτω ότι τέτοιες λιτές φιλοσοφικές έννοιες παρέχουν μεγαλύτερη βοήθεια στην αποδοχή της ελευθερίας, του πλούτου και της ειρήνης, παρά της δουλείας, της φτώχειας και του πολέμου.) Βρίσκουμε ευφυείς αναπτύξεις διαφό­ρων επιμέρους θεμάτων της καθιερωμένης άποψης που μό­λις περιέγραψα, και φυσικά κάποιοι συγγραφείς τονίζουν τη μία πλευρά της, άλλοι την άλλη· υπάρχει ωστόσο μια γενική πληκτική ομοιότητα αντιλήψεων. Νομίζω ότι ο δέ­κατος τέταρτος λόγος του Δίωνα Χρυσόστομου είναι το πιο διασκεδαστικό παράδειγμα αυτού του είδους διεστραμμένης ευφυΐας που γνωρίζω.
Λέγεται συχνά ότι ο χριστιανισμός εισήγαγε μια εντελώς νέα και καλύτερη στάση απέναντι στη δουλεία. Τίπο­τε δεν θα μπορούσε να είναι πιο λανθασμένο: ο Ιησούς δέ­χτηκε τη δουλεία ως δεδομένη του περιβάλλοντος του, όπως ακριβώς γίνεται δεκτή και στην Παλαιά Διαθήκη, και οι οπαδοί του δέχτηκαν και υιοθέτησαν την κυρίαρχη ελληνορωμαϊκή άποψη που μόλις περιέγραψα. Παρατίθε­ται συχνά το έξης εδάφιο από την Προς Κολοσσαείς επι­στολή του Παύλου (3:11): ουκ ενι Έλλην και ‘Ιουδαίος, περιτομή και άκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ε­λεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσιν Χριστος. Η ση­μασία του γίνεται καλύτερα κατανοητή στο φως ενός εδα­φίου από την Προς Γαλατάς επιστολή (3:28): ουκ ενι ‘Ιου­δαίος ουδέ Έλλην, ουκ ενι δούλος ουδέ ελεύθερος, ούκ ενι άρσεν και θήλυ· πάντες γάρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού. Το «δεν υπάρχει ούτε δούλος ούτε ελεύθερος» έχει ακριβώς το ίδιο νόημα που έχει και το «δεν υπάρχει ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό»: αυτές οι δηλώσεις ισχύουν μόνο με μια αυστηρά πνευματική σημασία- η ισότητα υπάρχει «στα μάτια του Θεού» και δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινή πραγματικότητα. Δεν θεωρείται αναγκαίο να αλλάξει η διάκριση μεταξύ δεσπότη και δούλου σε αυτό τον κόσμο, περισσότερο από ό,τι η διάκριση μεταξύ αρσε­νικού και θηλυκού. Κατά τον απόστολο Παύλο, ο Ιησούς ελευθέρωσε όλους τους πιστούς του — από τη σάρκα και τα έργα της. Η προτροπή προς τον χριστιανό δούλο να θεωρεί τον εαυτό του «απελεύθερο του Χρίστου» (με τον ίδιο τρόπο που ένας ελεύθερος χριστιανός είναι δούλος Χρι­στού, Προς Κορινθίους Α’ 7:22) πιθανότατα του έδινε πο­λύ μεγαλύτερη πνευματική ανακούφιση από αυτή που θα μπορούσε να βρει ο εθνικός δούλος στη γνωστή φιλοσοφική άποψη ότι, αν ήταν καλός άνθρωπος, ήταν «στην πραγμα­τικότητα» ήδη ελεύθερος- βασικά όμως επρόκειτο για την ιδία άποψη. Κι αν οι χριστιανοί δεσπότες καλούνταν με συν­τομία (με τον ίδιο τρόπο που καλούνταν οι δεσπότες από φιλοσοφούντες εθνικούς) να μεταχειρίζονται δίκαια τους δούλους τους, ο ζυγός της δουλείας γινόταν ακόμη πιο βαρύς για τους χριστιανούς δούλους, καθώς η έμφαση στην υπακοή στους δεσπότες τους καθίσταται ακόμα πιο απόλυ­τη. Μερικές φράσεις στις επιστολές του Παύλου, όπως αυτή στην Προς Εφεσίους επιστολή (6:5) που προτρέπει τους δούλους να υπακούουν τους δεσπότες τους μετά φόβου και τρόμου εν άπλότητι της καρδίας υμών ως τω Χριστώ (όπως υπακούουν τον Χριστό), είχαν ιδιάζουσες συνέπειες, οι όποιες έγιναν φανερές σε δύο μετα-αποστολικά έργα, την Επιστολή Βαρνάβα (19:7) και τη Διδαχή (4:11): ξε­κάθαρα λένε στο δούλο ότι θα πρέπει να υπηρετεί το δεσπότη του ως τύπω Θεού εν αισχύνη και φόβω. Δεν γνωρίζω κείμενο στη φιλολογία των εθνικών που να φθά­νει σε τέτοιο σημείο. Κατά συνέπεια, ό,τι κι αν σκέφτεται ένας θεολόγος για τη διακήρυξη ότι ο χριστιανισμός ελευ­θέρωσε την ψυχή των δούλων, για τον Ιστορικό είναι αναν­τίρρητο ότι έσφιξε τα δεσμά πιο δυνατά στα πόδια τους. Επιτελούσε την ίδια κοινωνική λειτουργία με τις διαδεδομένες φιλοσοφίες του ελληνικού κόσμου, και ίσως με βαθύ­τερες συνέπειες: έκανε το δούλο να αισθάνεται συγχρόνως ευχαριστημένος υπομένοντας την επίγεια μοίρα του, καθώς και πιο πειθήνιο και υπάκουο. Ο Ιγνάτιος, στην Προς Πολύκαρπον επιστολή του (4:3), δηλώνει με έμφαση ότι δεν θα έπρεπε ούτε να περιφρονούν τους χριστιανούς δού­λους ούτε «να τους φουσκώνουν τα μυαλά» (μή φυσιούσθωσαν) · πως θα έπρεπε να δουλεύουν περισσότερο, εις δόξαν Θεού- επίσης, ότι «δεν θα έπρεπε να επιθυμούν να ε­λευθερωθούν με έξοδα του κοινού ταμείου, μήπως τυχόν γίνουν δούλοι της επιθυμίας» (ίνα μή δούλοι ευρεθώσιν επιθυμίας). (Ομολογώ ότι βρίσκω την τελευταία φράση κάπως ανακόλουθη. Επίσης, αδυνατώ να καταλάβω πως ένας ακόμη πιο εντατικός ρυθμός εργασίας από την πλευρά του δούλου μπορεί να αυξήσει τη δόξα του Θεού.) Ο πέμ­πτος κανόνας της Συνόδου της Ελβίρας, στο τέλος του τρί­του ή στις αρχές του τέταρτου αιώνα, τιμωρούσε μόλις με επτά χρόνια αφορισμό το θανατηφόρο εκ προθέσεως μα­στίγωμα μιας δούλης από τη δέσποινα της — ίσως της δούλης που είχε γίνει αντικείμενο ερωτικού ενδιαφέροντος του συζύγου της γυναίκας. Επίσης, φαίνεται ότι, τουλάχι­στον ορισμένες εκκλησίες, αρνήθηκαν το βάπτισμα σε δού­λο χωρίς τη συγκατάθεση του δεσπότη του — στην αρχή ίσως μόνο αν ήταν χριστιανός, αλλά αργότερα ακόμη και αν ήταν εθνικός. Κατά την άποψη μου, μια τέτοια θυσία της αθάνατης ψυχής ενός υποψήφιου χριστιανού δούλου στα δικαιώματα περιουσίας του δεσπότη είναι αδικαιολόγητη σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές.
Η κατάσταση δεν άλλαξε καθόλου όταν ο χριστιανισμός κατέλαβε την εξουσία τον τέταρτο αιώνα, και η ‘Εκκλη­σία ανέλαβε ρόλο ακόμη και στη δημόσια ζωή της Ρω­μαϊκής Αυτοκρατορίας από τον τέταρτο αιώνα και στο έξης. Τη σύζευξη Εκκλησίας και κράτους μπορώ να τη συγκρί­νω, από πλευράς λειτουργικότητας, μόνο με αυτό που ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ αποκάλεσε «στρατιωτικό-βιομη­χανικό σύμπλεγμα» στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα. Ο Αυγουστίνος τουλάχιστον παραδέχτηκε ότι η δουλεία ή­ταν καθεαυτή ένα κακό- άλλα με αυτή την εξαιρετική, διεστραμμένη ευφυΐα του, η οποία ποτέ δεν σταματά να εκ­πλήσσει, τη θεώρησε ως τιμωρία του Θεού στην ανθρωπό­τητα για την αμαρτία του Αδάμ. (Δεν σκέφτηκε ότι ίσως ήταν βλασφημία να αποδώσει σε μια δίκαιη θεότητα μια τέτοια τυφλή μέθοδο συλλογικής τιμωρίας.) Έτσι, υ­ποθέτοντας ότι «δίκαια το φορτίο της δουλείας τιμώρησε την παράβαση του θείου νόμου», ο Αυγουστίνος παρουσία­σε τη δουλεία ως θεϊκά εντεταλμένη και έδωσε στο θεσμό ακόμη πιο ισχυρή νομιμοποίηση από όση είχε λάβει ποτέ από διανοητές της προχριστιανικής περιόδου, από την ε­ποχή που εμφανίστηκαν oι θεωρίες της «κατά φύσιν δου­λείας». Πράγματι, ο Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος έφτα­σαν στο σημείο να σκεφτούν ότι η δουλεία μπορούσε να εί­ναι, για το καλό του δούλου, μια παιδευτική μορφή βελτίω­σης, ακόμη και μια ευλογία -διότι, όπως το έθεσε ο Αμ­βρόσιος, «όσο ταπεινότερη είναι η θέση στη ζωή τόσο εξυ­ψώνεται η αρετή». Δεν μπόρεσα να βρω σε κανέναν πρώ­ιμο χριστιανό συγγραφέα κανενός είδους απαίτηση για κα­τάργηση της δουλείας, ή έστω για μια γενική απελευθέ­ρωση των δούλων εκείνης της συγκεκριμένης εποχής. Το πλησιέστερο που γνωρίζω είναι ένας από τους Ύμνους εις την Γέννησιν (διασώζονται μόνο στα συριακά) του Εφραίμ, από τη Νίσιβη και την Έδεσσα της Μεσοποταμίας: εδώ ο Εφραίμ παρουσιάζει τη Μαρία να λέει: «Ο άνθρωπος που έχει στην ιδιοκτησία του έναν δούλο οφείλει να τον απε­λευθερώσει». Αμέσως μετά όμως συμπληρώνει: «ώστε να έλθει και να υπηρετήσει τον Κύριο του». Επίσης, σε έναν από τους ‘Ύμνους εις τα ‘Επιφάνια, ο Έφραίμ καθί­στα σαφές ότι στα μάτια του ο δούλος και ο ελεύθερος άν­θρωπος εξισώνονται μέσω της βάπτισης — η καθιερωμένη χριστιανική άποψη. Δεν μπόρεσα έξαλλου να ανακαλύ­ψω καμία επίθεση στο θεσμό της δουλείας σε έργα αιρετι­κών, ανάλογη με την επίθεση των πελαγιανών στα πλού­τη, την οποία θα αναφέρω αμέσως παρακάτω. Τουλάχι­στον δύο σύγχρονοι μελετητές του χριστιανισμού, ο C. J. Cadoux και ο R. Μ. Grant, έχουν δηλώσει ότι οι γνωστικές Πράξεις Θωμά επιτίθενται σε αυτόν καθαυτόν το θεσμό της δουλείας, με το αιτιολογικό ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον τού Θεού. Δεν βλέπω τίποτε τέτοιο στο κεί­μενο, παρά μόνο μια έκφραση συμπάθειας για τους δούλους, τους οποίους οι δεσπότες φορτώνουν με βάρη σαν να είναι κτήνη και αρνούνται να τους φερθούν σαν να είναι άνθρωποι όπως αυτοί οι ίδιοι.
Στους ρωμαίους νομομαθείς (προφανώς όλοι τους εθνικοί), από τον δεύτερο ή τον τρίτο μεταχριστιανικό αιώνα μέχρι τον έκτο, μερικές φορές απαντάτε η παραδοχή ότι η δουλεία ήταν «contra naturam, iuri naturali contraria». (Πράγματι, φαίνεται ότι η δουλεία θεωρούνταν, από μερι­κούς τουλάχιστον νομομαθείς, ως το μοναδικό χαρακτηρι­στικό του ius gentium —του δικαίου των εθνών— που δεν α­ποτελούσε μέρος του ius naturale — του φυσικού δικαίου.) Αυτός είναι ένας τρόπος σκέψης που ανάγεται στους ανώ­νυμους διανοητές του πέμπτου ή του τέταρτου αιώνα π.Χ., οι όποιοι, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είχαν δια­κηρύξει ότι η δουλεία, επειδή βασιζόταν στη βία, ήταν αν­τίθετη με τη φύση και λάθος —όχι απλώς ου κατά φύσιν άλλα παρά φύσιν— μια σημαντική διαφορά. Αυτός ο τρό­πος σκέψης ενδέχεται να έφτασε μέχρι τους ρωμαίους νο­μομαθείς μέσω των στωικών. Πράγματι, κάποιοι στωικοί —ο πρώην δούλος Επίκτητος για παράδειγμα— μπορεί περιστασιακά να είχαν εκφραστεί δίνοντας την εντύπωση ότι επέκριναν την ιδιοκτησία δούλων από πλευράς αρχών. Άλλα όλα αυτά είναι σε τελική ανάλυση εξωπραγματικά, μέρος από το προπέτασμα καπνού των εύσχημων ιδεών με τις όποιες οι πιο σχολαστικοί διανοητές της αρχαιότητας έκρυβαν από τον εαυτό τους τη δυσάρεστη αλήθεια για έναν αμείλικτο κόσμο, τον όποιο προσπαθούσαν να παρουσιά­σουν όσο καλύτερα μπορούσαν, ανάλογα με την έμπνευση τους. Ο εξωπραγματικός χαρακτήρας όλων αυτών των συζητήσεων αναδύεται ξεκάθαρα από την περιγραφή του Επί­κτητου σχετικά με έναν πρώην δούλο που καταλήγει να γί­νει συγκλητικός: γίνεται τότε, λέει ο Επίκτητος, δούλος της καλλίστης και λιπαρωτάτης δουλείας. Αν η ιδιό­τητα του συγκλητικού ήταν δουλεία, τότε ήταν δουλεία με μια πολύ ιδιότυπη έννοια. Το μεγαλύτερο μέρος του πλη­θυσμού του ελληνορωμαϊκού κόσμου θα την ασπαζόταν πο­λύ πρόθυμα.
Κατά συνέπεια, στην πρώιμη χριστιανική σκέψη δεν βρή­κα σχεδόν τίποτε που να φτάνει τουλάχιστον στο σημείο της απόρριψης της δουλείας, όπως συνέβαινε με τις καθαρά θεω­ρητικές δηλώσεις των ρωμαίων νομομαθών, ότι δηλαδή η δουλεία «είναι αντίθετη στη φύση». Εδώ θα πρέπει να αναφέρω κάτι που με απασχολεί από παλιά. Αντιλαμβάνο­μαι ότι, με βάση τις χριστιανικές αρχές, μπορεί να υπο­στηριχτεί ότι το καθεστώς της δουλείας είναι αποδεκτό για τον δούλο, με τον τρόπο που το αποδέχτηκαν οι στωικοί και οι επικούρειοι, ο απόστολος Παύλος και τόσο πολλοί άλλοι πρώτοι χριστιανοί, ως κάτι εξωτερικό και ασήμαντο. Ο ισχυρισμός αυτός ισχύει ακόμη και για εκείνους που ίσως να μη συμφωνούν απόλυτα με τον καρδινάλιο Newman, ο όποιος διακήρυξε ότι, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκ­κλησίας του, «θα ήταν καλύτερα να γκρεμιστούν ο ήλιος και το φεγγάρι από τον ουρανό, η γη να χαθεί, και τα πολλά εκατομμύρια άνθρωποι που βρίσκονται πάνω της να πεθάνουν από την πείνα μέσα στην έσχατη αγωνία όσο διαρκεί η εγκόσμια θλίψη, παρά μία και μοναδική ψυχή —δεν θα έ­λεγα να χαθεί— να διαπράξει ας είναι και ένα μόνο συγχωρητέο αμάρτημα, να πει ένα συνειδητό ψέμα, έστω και αν δεν βλάπτει κανέναν, ή να κλέψει μία δεκάρα χωρίς λόγο». Αλλά τί συμβαίνει με τις επιπτώσεις της δουλείας στο δε­σπότη; Άραγε, ο χριστιανός που προσεύχεται, ώστε να μην «παρασυρθεί από τον πειρασμό», δεν θα πρέπει να αποκη­ρύξει και την απολύτως ανεύθυνη κυριαρχία επί των συναν­θρώπων του, ιδιότητα που ανήκει στο δεσπότη δούλων και που είναι πολύ πιθανό να τον οδηγήσει (όπως γνωρίζουμε ότι συνέβη) στον μεγαλύτερο πειρασμό, να συμπεριφερθεί δηλαδή με σκληρότητα και λαγνεία; Δεν γνωρίζω πότε αυ­τό έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά. Ήταν ωστόσο προ­φανές στον Τολστόι, ο οποίος, σε μια αξιοθαύμαστη περι­γραφή στο μυθιστόρημα Πόλεμος και ειρήνη, παρουσιά­ζει τον πρίγκιπα Αντρέι να λέει στον Πιέρ ότι το χειρότε­ρο πράγμα όσον άφορα τη δουλοπαροικία είναι η επίδραση της πάνω στους δεσπότες εκείνους που έχουν τη δύναμη να τιμωρούν τους δουλοπάροικους όπως τους αρέσει και, κάνοντας το αυτό, «καταπνίγουν τις τύψεις τους και σκληραίνουν». Μπορώ μόνο να συμπεράνω ότι εκείνο που εμ­πόδισε τη χριστιανική Εκκλησία να παραδεχτεί την επικίν­δυνη, αποκτηνωτική επίδραση της δουλείας (και της δου­λοπαροικίας) πάνω στους δεσπότες ήταν η ακαταμάχητη δύναμη της κοινωνικής πραγματικότητας — αυτή που θα αποκαλούσα, συμφωνώντας με τον Μαρξ, πάλη των τά­ξεων: η απόλυτη αναγκαιότητα για τις άρχουσες τάξεις του ελληνορωμαϊκού κόσμου να διατηρήσουν τους κοινωνι­κούς θεσμούς πάνω στους οποίους βασιζόταν η προνομιού­χος θέση τους, την οποία άλλωστε δεν είχαν διάθεση ή δεν μπορούσαν να την εγκαταλείψουν.
Δεν γνωρίζω τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας μετά τον έκτο αιώνα, και γι’ αυτό δεν μπορώ να πω πολ­λά. Θα έλεγα όμως ότι δεν έχω υπόψη μου καμία απερί­φραστη καταδίκη της δουλείας ως θεσμού από κανένα χρι­στιανό συγγραφέα στη διάρκεια του Μεσαίωνα: οι δηλώ­σεις που έχω δει να παρατίθενται από τον Θεόδωρο Στουδίτη, τον αβά Σμάραγδο και άλλους έχουν πάντα κάποια ειδική, περιορισμένη εφαρμογή. Ομολογώ ότι ίσως να οφείλεται στην άγνοια μου, άλλα δεν γνωρίζω καμία γενι­κή, άμεση καταδίκη της δουλείας εμπνεόμενη από χρι­στιανικές πεποιθήσεις, προτού εμφανιστεί η έκκληση των μενονιτών της Τζερμαντάουν στην Πενσυλβανία το 1688 — μια ομάδα παρόμοια με τους κουάκερους, εκτός του κύ­ριου ρεύματος του χριστιανισμού. Ορισμένοι χριστιανοί συγγραφείς συχνά τονίζουν προσπάθειες χριστιανών να εμ­ποδίσουν ή, τουλάχιστον, να αποθαρρύνουν την υποδούλω­ση. Οι συγκεκριμένες προσπάθειες όμως πολύ σπάνια, σχε­δόν ποτέ δεν επεκτείνονταν προς όφελος άλλων, έκτος του χριστιανικού πλήθους, και οι συγγραφείς που έχουν επι­σύρει την προσοχή σε αυτές συχνά παραλείπουν να αναφέ­ρουν ότι η καταδίκη του αμαρτήματος της υποδούλωσης χριστιανών συνοδεύεται συνήθως από τη σιωπηλή παρα­δοχή ότι η υποδούλωση μη πιστών ήταν επιτρεπτή, ακό­μη και αξιέπαινη, αν συνοδευόταν από προσηλυτισμό — έναν προσηλυτισμό που ενδεχομένως μερικές φορές δεν θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί με άλλα μέσα.
Ο χριστιανισμός και η ιδιοκτησία
Αυτά για τη δουλεία. Στρέφομαι τώρα στο πιο γενικό πρό­βλημα της στάσης των πρώτων Πατέρων της Εκκλησίας απέναντι στο ζήτημα της ιδιοκτησίας. Υπάρχουν φυσικά μεγάλες διαφορές στην έμφαση, άλλα νομίζω ότι όλοι σχε­δόν ανεξαιρέτως οι ορθόδοξοι συγγραφείς δεν έχουν κανέ­ναν σοβαρό δισταγμό να αποδεχτούν ότι ένας χριστιανός μπορεί να κατέχει περιουσία, κάτω από ορισμένες συνθή­κες, οι πιο σημαντικές από τις όποιες είναι ότι δεν θα πρέ­πει ούτε να την επιζητεί άπληστα ούτε να την αποκτά με αθέμιτα μέσα- ότι δεν θα πρέπει να κατέχει πλεόνασμα αλλά μόνο τα επαρκή· επίσης, ότι αυτό που έχει μπορεί να το χρησιμοποιεί άλλα να μην το καταχράται: θα πρέπει να το κατέχει ως καταπιστευματοδόχος (αγγλ. trustee — αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτόν τον ιδιόρρυθ­μο τεχνικό όρο της αγγλικής νομοθεσίας) των φτωχών, στους οποίους οφείλει να δίνει ελεημοσύνη. Σε αυτή την τελευταία προϋπόθεση, την αναγκαιότητα φιλανθρωπίας, αποδίδεται η μέγιστη έμφαση: η όλη σύλληψη φυσικά προ­ήλθε άμεσα από τον ιουδαϊσμό και στο σημείο τούτο οι χριστιανικές εκκλησίες φαίνεται ότι προχώρησαν πολύ πέ­ρα από το σύνηθες όριο των εθνικών. (Υπάρχουν μερικές εν­διαφέρουσες παρατηρήσεις στα έργα του αυτοκράτορα Ιου­λιανού σχετικά με την απουσία παρόμοιων οργανωμένων δραστηριοτήτων ανάμεσα στους εθνικούς.) Προαγγέλματα των χριστιανικών ιδεών που μόλις σκιαγράφησα εμφα­νίζονται σποραδικά σε προγενέστερους έλληνες συγγρα­φείς, για παράδειγμα στον Ευριπίδη, όταν παρουσιάζει την Ιοκάστη να λέει ότι οι θνητοί δεν κατέχουν την περιουσία ως ατομική τους ιδιοκτησία: ανήκει στους θεούς και οι θνητοί απλώς έχουν τη φροντίδα της· οι θεοί την παίρνουν πί­σω όποτε το θελήσουν (Φοίνισσες 555-7). Θα επιστρέψω σε λίγο στο θέμα της φιλανθρωπίας, το οποίο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, και έχω επίσης κάτι να ισχυριστώ για το ζήτημα της επάρκειας ή του πλεονάσματος περιουσίας. Θα πρέπει όμως να συμπληρώσω πρώ­τα κάτι σχετικά με τη γενική άποψη των πρώτων χριστια­νών όσον άφορα την κατοχή περιουσίας. Τα λόγια του Ιη­σού προς τον πλούσιο άντρα που ζητούσε την αιώνια ζωή[ 
, τα όποια σχολίασα πιο πάνω, δεν αγνοήθηκαν τελείως. Φαίνεται όμως ότι η χωρίς προσδιορισμούς εκδοχή του Μάρκου και του Λουκά πολύ βολικά ξεχάστηκε, και τα λόγια του Ιησού διαβάζονταν πάντα στην εκδοχή του Ματ­θαίου (19:21): εδώ, ο λόγος ει θέλεις τέλειος είναι προη­γείται της οδηγίας να πουλήσει ο πλούσιος τα πάντα και να τα δώσει στους φτωχούς. Δεκάδες εδάφια εντόπισα στους Πατέρες, δεν έχω δει όμως ούτε ένα που να προσέχει τη διαφορά ανάμεσα στο κείμενο του Ματθαίου και στα κεί­μενα των Μάρκου και Λουκά. Ήταν τόσο απόλυτη η άρ­νηση να αναγνωρίσουν την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης εκ­δοχής έκτος από του Ματθαίου, ώστε όταν ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς στο έργο του Τις ο σωζόμενος πλούσιος; παρουσιάζει εκτενώς τη διήγηση του Μάρκου στο κείμενο του σαφώς ως πηγή του, εισάγει το ει θέλεις τέλειος εί­ναι του Ματθαίου (στο σημείο που αντιστοιχεί με το Κατά Ματθαίον 19:21) χωρίς καμία ένδειξη ότι αυτά τα λόγια δεν υπάρχουν στο Ευαγγέλιο του Μάρκου. Ο Ιωάννης Χρυσόστομος επίσης επιμένει να αναδείξει την υποθετική πρό­ταση, και εξηγεί ότι ο Ιησούς δεν είπε απλώς στον πλού­σιο άντρα υπάγε πώλησαν σου τα υπάρχοντα- στην πραγ­ματικότητα ο Ιωάννης επιμένει ιδιαίτερα, προεκτείνοντας τα λόγια του Ιησού ως έξης: επί τη ση τίθημι γνώμη, σε κύριον ποιώ της προαιρέσεως, ουκ εις ανάγκην άγω. (Το αφήνω στη θέληση σου. Σου δίνω πλήρη δυνατότητα να επιλέξεις. Δεν σου επιβάλλω καμία υποχρέωση.) Έτσι, παραθέτοντας τα λόγια του Ιησού με τον προσδιορισμό της εκδοχής του Ματθαίου, οι Πατέρες μπόρεσαν να εκμε­ταλλευτούν την καθιερωμένη διάκριση ανάμεσα στην ηθι­κή «επιταγή» και τη «συμβουλή»: η διαταγή να τα που­λήσουν όλα οι πλούσιοι έγινε, κυριολεκτικά, μια «συμ­βουλή για την τελειότητα». Και νομίζω ότι μετά την άνοδο του μοναχισμού, τον τέταρτο αιώνα, υπήρχε μια τάση να θεωρούν ότι το ει θέλεις τέλειος είναι αναφέρεται ουσιαστικά στην υιοθέτηση του μοναχικού βίου: έτσι, όταν ο Ιερώνυμος προσπαθεί φορτικά να πείσει τον πλούσιο φίλο του Ιουλιανό ότι είναι επιθυμητό να ξεφορτωθεί όλα του τα υπάρχοντα (φυσικά, πάλι με βάση το κείμενο του Ματ­θαίου που εξετάσαμε), ξεκάθαρα τον συμβουλεύει να γίνει μοναχός.
Επιστρέφουμε τώρα στη φιλανθρωπία. Υπάρχει πλη­θώρα μαρτυριών για τη μεγάλη σημασία που απέδιδαν στη φιλανθρωπία οι πρώτοι χριστιανοί στοχαστές, και θα ήταν πλεονασμός να τις παραθέσω. Θα ασχοληθώ με δύο χω­ρία, ενός λατίνου και ενός έλληνα Πατέρα- και οι δύο το­νίζουν τον εξιλεωτικό χαρακτήρα της φιλανθρωπίας, επι­δεικνύοντας έτσι τις ιουδαϊκές ρίζες της χριστιανικής σκέ­ψης σε αυτόν τον τομέα. Ο Οπτατός, στο έργο του κατά των δονατιστών, είχε την ευκαιρία να παραπέμψει στη φι­λανθρωπία μιλώντας για την επίσκεψη κάποιων αυτοκρα­τορικών απεσταλμένων (του Μακαρίου και άλλων) στην Αφρική το 347, με σκοπό την οργάνωση συσσιτίων που παρείχε ο αυτοκράτορας Κώνστας. Στην αρχή ισχυρίζε­ται, με βάση το εδάφιο Παροιμίαι 22:2, ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει και τους φτωχούς και τους πλούσιους, και κατόπιν εξηγεί ότι ο Θεός είχε έναν πολύ καλό λόγο για να εδραιώσει αυτή τη διάκριση: φυσικά ήταν απόλυτα δυ­νατό γι’ αυτόν να προσφέρει και στις δύο κοινωνικές τάξεις ταυτόχρονα, άλλα αν το είχε κάνει, ο αμαρτωλός δεν θα εί­χε καμία δυνατότητα να εξιλεωθεί για τα αμαρτήματα του («si ambobus daret, peccator quae sibi succurreret invenire non posset»). Για να φτάσει στην καρδιά του επιχειρήματος του, ο Οπτατος παραθέτει αυτό που θεωρούσε άλλο ενα εμ­πνευσμενο και κανονικό έργο, τη Σοφία Σιράχ (3:30): πυρ φλογιζόμενον αποσβέσει ύδωρ, και ελεημοσύνη εξιλάσεται αμαρτίας (Ακριβώς όπως το νερό σβήνει τη φωτιά, έ­τσι και η ελεημοσύνη συγχωρεί την αμαρτία.) Αργότε­ρα, η θεολογία της φιλανθρωπίας —αν μπορώ να την απο­καλέσω έτσι— ίσως έγινε πιο εκλεπτυσμενη (η παρουσία­ση της όμως υπερβαίνει τα όρια της δικής μου έρευνας), άλλα όποτε γίνεται λόγος για φιλανθρωπία σπάνια απου­σιάζει η αντίληψη ότι μπορεί να αποτελεί την εξιλέωση για την αμαρτία. Αυτό σίγουρα ισχύει για το δεύτερο παράδειγ­μα της χριστιανικής αντίληψης περί φιλανθρωπίας, προερ­χόμενο από έναν έλληνα Πατέρα. Πρόκειται για το έργο του Κλήμεντα του Άλεξανδρέα το όποιο είναι γνωστό με τον τίτλο Τίς ο σωζόμενος πλούσιος;· μάλιστα είναι η πρωιμότερη πραγματεία που προσφέρει μια λεπτομερή δικαιο­λόγηση της ιδιοκτησίας από χριστιανούς, και είναι ίσως το σημαντικότερο έργο του είδους του. Ο Κλήμης παρουσιά­ζει με ιδιαίτερη εύγλωττία το επιχείρημα Ότι η φιλανθρω­πία μπορεί στην πραγματικότητα να εξαγοράσει τη σωτη­ρία και αναφωνεί: ώ καλής εμπορίας, ώ θείας αγοράς («Τί θαυμάσιο εμπόριο! Τί θεϊκή ανταλλαγή!»). Περιττό να πούμε ότι η φιλανθρωπία πολλές φορές έπαιζε σημαντικό ρόλο στη μετάνοια. Πάντως, φαίνεται ότι οι πλούσιοι κα­τέφευγαν πολύ συχνά στην πράξη αυτή σαν ένα τρόπο αυ­τοδιαφήμισης, αντίθετα από την αξιοθαύμαστη προτρο­πή του Ιησού (Κατά Ματθαίον 6:1-4).
Η στάση των πρώτων χριστιανών απέναντι στην ιδιο­κτησία, όπως την περιέγραψα, επιδέχεται πολύπλευρη κρι­τική. Θα επικεντρώσω το ενδιαφέρον μου σε δύο πλευρές στις οποίες αποδεικνύεται τώρα όχι και τόσο ικανοποιητι­κή: πρώτον, στον υπερβολικά σημαντικό ρόλο που απέδι­δε στη φιλανθρωπία- και δεύτερον, στην αντίληψη ότι η ε­πάρκεια πλούτου ήταν ακίνδυνη, έστω και αν το πλεόνα­σμα ήταν επικίνδυνο.
Φυσικά, μέχρι πολύ πρόσφατα, η φιλανθρωπία γινόταν αποδεκτή από τη μεγάλη πλειονότητα ως κάτι απόλυτα αξιοθαύμαστο. Μόνο στη δική μας γενιά πολλοί άνθρωποι άρχισαν να επικρίνουν έντονα την όλη ιδέα της οργανωμένης φιλανθρωπίας εντός μιας κοινότητας ως γιατρικό για τα κοινωνικά δεινά, όχι μόνο επειδή παρέχει στον δωρητή μια ηθική δικαίωση της προνομιούχας θέσης του, αλλά και ε­πειδή γίνεται αντιληπτή από τον αποδέκτη όλο και περισ­σότερο ως κάτι υποτιμητικό, που θίγει την ανθρώπινη αξιο­πρέπεια — ένα αίσθημα το οποίο κατανοώ απόλυτα. (Σύμ­φωνα με την κρατούσα αντίληψη του «κράτους πρόνοιας», ο καθένας συνεισφέρει αν μπορεί· και λαμβάνει, ό,τι λαμβά­νει, όχι ως φιλανθρωπία, άλλα ως κοινωνικό δικαίωμα — μια θεμελιακά διαφορετική αντίληψη.) Κατά συνέπεια, η φιλανθρωπία, για την οποία οι πρώτοι χριστιανοί τόσο υπερηφανεύονταν, φαίνεται σε πολλούς από εμάς σήμερα πολύ λιγότερο ελκυστική από ό,τι παρουσιαζόταν στην εποχή της και στους αιώνες που ακολούθησαν. Η άλλη κριτική που θέλω να ασκήσω στη στάση των πρώτων χριστιανών απέναντι στην ιδιοκτησία είναι ότι η έννοια της «επάρκει­ας» περιουσίας, όποτε εμφανιζόταν, έμενε πάντα αόριστη, και ο καλύτερος προσδιορισμός της ήταν κάποια ανακριβής φόρμουλα όπως: «non plus quam necesse est» («μην έχεις περισσότερα από όσα χρειάζεσαι»). Το αποτέλεσμα ήταν ότι, έκτος από τον πολυεκατομμυριούχο της αρχαιότητας, κανένας δεν πίστευε ότι διέθετε πλεόνασμα. Ο Πλίνιος ο Νεότερος ισχυριζόταν ότι είχε μόνο μια «μέτρια περιουσία» («Sunt quidem omnino nobis modicae facultates», Epistula ii.4.3)· και όμως η περιουσία του δεν ήταν λιγότερη από 20 εκατομμύρια σηστέρτιους, και συγκαταλέγεται ανάμεσα στις δύο ή τρεις δεκάδες πλουσιότερων Ρωμαίων που γνω­ρίζουμε από την εποχή της Ηγεμονίας, αν και τα περι­ουσιακά του στοιχεία δεν ξεπερνούσαν το ένα δέκατο πέμ­πτο ή το ένα εικοστό των αγαθών που αποδίδονταν στους πλέον εύπορους, οι όποιοι ίσως είχαν στην ιδιοκτησία τους τριακόσια ή τετρακόσια εκατομμύρια, χωρίς να φτάνουν βέβαια τον πλούτο των μεγάλων αυτοκρατορικών οικογε­νειών. Οι μεγάλες περιουσίες έγιναν ακόμα μεγαλύτερες τον τέταρτο και τον πέμπτο αιώνα, και εκείνη την εποχή ήταν ακόμη πιο εύκολο για τους εύπορους να πιστεύουν ότι κατείχαν μόνο «μέτριες περιουσίες».
Σχεδόν όλες οι μεγάλες μορφές των γραμμάτων και της θρησκείας υποστήριζαν (με μικρές παραλλαγές) την ορθό­δοξη χριστιανική θέση που μόλις περιέγραψα: στη Δύση, ο Ειρηναίος (που βέβαια σκεπτόταν και έγραφε ελληνικά), ο Τερτυλλιανός, ο Κυπριανός, ο Λακταντιος, ο Ιλάριος Πικταβίου (Πουατιέ), ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος και ο Ιωάννης Κασσιανός· στην Ανατολή, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Ιωάννης Χρυσόστομος και ο Θεοδώρητος. Μέχρι τώρα έχω βρει τρεις μερικές εξαιρέσεις ανάμεσα στους μη αι­ρετικούς συγγραφείς. Τον πρώτο, τον Ωριγένη, νομίζω ότι δεν τον γνωρίζω πολύ καλά για να δώσω καλή περίληψη της στάσης του. Παρατήρησα όμως ότι ο Ωριγένης αρνή­θηκε, για παράδειγμα, να αποδεχτεί προσευχές για προσωρινά ευεργετήματα οποιουδήποτε είδους και ότι, αν­τίθετα με τον Κλήμεντα, δεν προσπάθησε να ερμηνεύσει αλληγορικά τα βιβλικά εδάφια τα όποια επιτίθενται στον πλούτο, και κατά λέξη εκείνα που συνήθως παρατίθενται για να αποδειχτεί ότι τον επιτρέπουν — για την ακρίβεια, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Θα έλεγα ότι η ίδια η ιδέα του πλούτου έκανε τον Ωριγένη να αισθάνεται αμηχανία· επίσης επιμένει ότι οι Ιερείς θα πρέπει να απαρνηθούν όλη τους την περιουσία. Λίγο πολύ το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη εξαίρεση, τον Βασίλειο, στου οποίου τα γραπτά εμφανίζονται αντιφάσεις που δεν εξηγούνται παρά μόνο αν παραδεχθούμε ότι ο Βασίλειος, ο όποιος σκεφτόταν από­λυτα ως μοναχός, μερικές φορές εφάρμοζε στον εξωτερικό κόσμο ηθικούς κανόνες που, στην πραγματικότητα, ήταν εφαρμόσιμοι μόνο σε μια μοναστική κοινότητα, στην οποία η αποκήρυξη εξολοκλήρου της ατομικής ιδιοκτησίας ήταν δυνατή με έναν τρόπο πρακτικά αδύνατο για τον ελληνο­ρωμαϊκό κόσμο εν γένει. Η τρίτη εξαίρεση, ένα όνομα που προκαλεί μάλλον έκπληξη, είναι ο Αμβρόσιος, σίγου­ρα ένας από τους πλέον επιφανείς χριστιανούς Πατέρες, από κοινωνική άποψη — ήταν μέλος της συγκλητικής αρι­στοκρατίας, γιος του έπαρχου του πραιτωρίου της Γαλα­τίας και, την εποχή του διορισμού του στην επισκοπή του Μεδιόλανου το 374, διοικητής της επαρχίας της Αιμιλίας και Λιγυρίας, της οποίας το Μεδιόλανο ήταν πρωτεύουσα. (Δεν γνωρίζω κανέναν άλλον Πατέρα που να ήταν κοινω­νικά αντάξιος του, έκτος από τον Παυλίνο της Νώλης.) Ο Αμβρόσιος είναι ιδιαίτερα ασυνεπής στη στάση του απέναντι στα δικαιώματα περιουσίας. Κάποιοι σύγχρονοι ευ­ρωπαίοι μελετητές, στην προσπάθεια τους να τον περισώσουν από κάποιο αποτρόπαιο παράπτωμα, όπως πίστη στον «κομουνισμό» (μια μονογραφία τιτλοφορείται preteso comunismo di San Ambrogio), έχουν δώσει μάλλον διεστραμμένες ερμηνείες μερικών γραπτών του, ειδικά ενός χωρίου στο έργο του De officiis ministrorumΠερί υπουρ­γικών καθηκόντων (i. 132)— το όποιο περιλαμβάνει τα λόγια: «usurpatio ius fecit privatum». To γεγονός είναι ότι σε τέτοια εδάφια ο Αμβρόσιος δείχνει μεγάλη αμηχανία σχετικά με το θέμα των δικαιωμάτων περιουσίας. Παρ’ όλα αυτά εξηγεί αλληγορικά τη δήλωση του Ιησού, που υπάρχει και στους τρεις ευαγγελιστές (Κατα Μάρκον 10:25· Κατά Ματθαίον 19:24. Κατα Λουκάν 18:25), ότι εί­ναι ευκολότερο για μια καμήλα να περάσει μέσα από το μάτι μιας βελόνας παρά για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού- επίσης λέει ότι δεν είναι πάντα η φτώχεια (paupertas) ιερή (sancta) ούτε όλα τα πλούτη (divitiae) αναγκαστικά εγκληματικά (criminose), και ότι στους καλούς ανθρώπους τα πλούτη μπορεί να είναι συνεπικουρία αρετής (adiumenta virtutis)· και φυσικά αποδέχεται τη φιλανθρωπία ως τη μεγάλη πανάκεια με την οποία μπορεί να απομακρυνθεί το στίγμα του πλούτου: μόνον έτσι μπορούν τα πλούτη να γίνουν «λύτρα της ζωής ενός άνθρωπου» και «σωτηρία της ψυχής», διότι η φιλανθρω­πία «αποκαθαίρει από την αμαρτία». Έτσι, ο Αμβρό­σιος λέει ότι ο Θεός ήθελε όλη η γη και τα προϊόντα της να είναι κοινή ιδιοκτησία όλων των ανθρώπων, και συνεχίζει «sed avaritia possessionum iura distribuit», αλλά παρ’ όλα αυτά αποδέχεται την υπάρχουσα κατάσταση, με την προϋπόθεση ότι ο κάτοχος περιουσίας ελεεί τους φτωχούς. Η στάση του παρουσιάζεται με σαφήνεια σε ένα χωρίο του έργου του De Helia et ieiunio (76), όπου ο Αμβρόσιος λέει στον αμαρτωλό να λυτρωθεί από τις αμαρτίες του με τα δικά του χρήματα, χρησιμοποιώντας έτσι το ένα δηλητήριο για να εξουδετερώσει το άλλο: «Et venenum frequenter antidoto temperatur, hoc est veneno venenum excluditur, veneno mors repellitur, vita servatur» — ο ίδιος ο πλούτος εί­ναι ένα δηλητήριο, άλλα η φιλανθρωπία, που εξαγνίζει από την αμαρτία, μετατρέπει τον πλούτο σε αντίδοτο της αμαρτίας!
Φαίνεται ότι ο Αυγουστίνος δεν είχε προβληματιστεί ιδιαίτερα με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Με τη χαρακτη­ριστική του ευφυΐα αντλεί ένα επιχείρημα υπέρ αυτού του δικαιώματος ακόμη και από την παραβολή του Λαζάρου: ο Λάζαρος, μας λέει, πήγε στους κόλπους του Αβραάμ· ο Αβραάμ, ωστόσο, ήταν πλούσιος! (Όπως δείχνουν αυτό και πολλά άλλα εδάφια, το επίπεδο επιχειρηματολο­γίας σε αυτόν τον τομέα δεν είναι πάντα υψηλό, και ίσως κάποιοι αισθάνονται συμπάθεια για τον πελαγιανό που έ­στρεψε ένα από τα αγαπημένα όπλα του Αυγουστίνου ε­ναντίον του, προτείνοντας μια συμβολική ερμηνεία του Α­βραάμ στην παραβολή!) Μερικές φορές τον τέταρτο αιώ­να, οι φτωχοί προειδοποιούνται ότι δεν πρέπει να νομίζουν πως μπορούν να πάρουν την πρωτοβουλία και να απαιτήσουν ακόμη και το ελάχιστο για τη διαβίωση τους από χρι­στιανούς που έχουν τεράστια περιουσία. Δύο αιώνες νωρί­τερα, ο Ειρηναίος, παραθέτοντας από τις Γραφές το παράλληλο εδάφιο των Ισραηλιτών που «λαφυραγώγησαν τους Αιγυπτίους» την εποχή της Εξόδου, είχε εκφράσει κά­ποια συμπάθεια για τον άνθρωπο που, αφού είχε υποχρε­ωθεί να προσφέρει χρόνια αναγκαστικής εργασίας σε κά­ποιον άλλον, έφυγε παίρνοντας ένα μικρό κομμάτι της πε­ριουσίας του. Αλλά ο Γρηγόριος Νύσσης πολύ προσε­κτικά δείχνει ότι καμία τέτοια πρωτοβουλία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί απλώς και μόνο με το να επικαλείται κανείς ως προηγούμενο τη «λαφυραγώγηση των Αιγυπτίων» κατά την Έξοδο.
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφέρω ένα μικρό χω­ρίο το όποιο γενικά δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό και ίσως εκπλήξει όσους θυμούνται ότι ο Άγιος Κυπριανός και άλ­λοι δυτικοί επίσκοποι είχαν καταδικάσει τους libellatici του διωγμού του Δέκιου. Αυτοί οι libellatici είχαν αγορά­σει πιστοποιητικά που βεβαίωναν ψευδώς ότι είχαν συμ­μορφωθεί με την αυτοκρατορική διαταγή για θυσία και αντιμετωπίστηκαν ως πεπτωκότες, μολονότι το σφάλμα τους ήταν λιγότερο σοβαρό από ό,τι εκείνων που είχαν πραγματικά θυσιάσει ή προσφέρει θυμίαμα. Το χωρίο που έχω υπόψη μου είναι ο κανόνας IB’ στην Κανονική επιστο­λή που εκδόθηκε το Πάσχα του 306, την εποχή του Μεγάλου Διωγμού, από τον άγιο Πέτρο, επίσκοπο Αλεξαν­δρείας, και η οποία απάλλασσε από οποιοδήποτε θρη­σκευτικό παράπτωμα αυτούς που είχαν εξαγοράσει ασυλία από τη θυσία, με το αιτιολογικό ότι είχαν υποστεί απώ­λεια περιουσίας για να σώσουν την ψυχή τους. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι εδώ υπάρχει μια αρκετά διαφορετική (και σίγουρα πολύ πιο συνετή) στάση από αυτήν που επικρά­τησε στη Δύση την εποχή του διωγμού του Δέκιου, μόλις μισό αιώνα νωρίτερα. Όπως έχουν τα πράγματα, οι μαρ­τυρίες μας από τη Δύση αφορούν μόνο το διωγμό του Δέ­κιου, ενώ από την Ανατολή μόνο το Μεγάλο Διωγμό. Ωστόσο έχω υποστηρίξει άλλου ότι μπορούμε να χρησιμοποι­ήσουμε τα δύο είδη μαρτυριών μαζί, και να συμπεράνουμε ότι στην Ανατολή η εξαγορά ασυλίας από τη θυσία δεν θε­ωρούνταν αμάρτημα σε κανέναν από τους δύο διωγμούς.
Αν αγνοήσουμε κάποια χωρία στα πρώιμα Ιουδαιοχριστιανικά γραπτά, μόνο στους αιρετικούς βρίσκουμε μια άνευ όρων αποκήρυξη της ατομικής ιδιοκτησίας. Φυσικά, συνή­θως δεν γνωρίζουμε τίποτα για τα επιχειρήματα τους, καθώς όλες οι πληροφορίες μας προέρχονται από ορθοδόξους οι όποιοι καταδικάζουν τις απόψεις των αιρετικών. Σε αύτη την κατηγορία υπάρχουν τέσσερις ή πέντε τάσεις αιρετι­κής σκέψης. Καταρχάς το έργο του δεύτερου αιώνα Περί δι­καιοσύνης, το όποιο ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αποδίδει στον Επιφάνη και στο όποιο επιτίθεται χαρακτηρίζοντας το γνωστικό της καρποκράτειας σχολής· το έργο επιχειρημα­τολογεί όχι μόνον υπέρ της ισότητας και της κοινής περιου­σίας, άλλα και υπέρ της κοινοκτημοσύνης των γυναικών μολονότι πρέπει να πω πως ασπάζομαι την άποψη που προτάθηκε πρόσφατα ότι οι βιογραφικές και ιστορικές πλη­ροφορίες που δίνει ο Κλήμης για τον συγγραφέα αυτού του έργου είναι αναξιόπιστες, αν και οι παραπομπές που αντλεί από το κείμενο είναι γνήσιες. Νομίζω μάλιστα ότι το εν λόγω έργο δεν είχε καμία σχέση με το γνωστικισμό ή τις χριστιανικές αιρέσεις. Θα κάνω μόνο μια σύντομη αναφορά στις ασήμαντες αν και πολυσυζητημένες ψευδο-Κλημεντιες Ομιλίες, η 15η από τις οποίες περιέχει υλικό που αρνείται το δικαίωμα ιδιοκτησίας σε όσους έχουν επιλέξει την ουρά­νια βασιλεία- επιτρέπει μόνο το νερό, το ψωμί και ένα μο­ναδικό ένδυμα και επιμένει ότι η κατοχή οποιασδήποτε άλλης ιδιοκτησίας θα ήταν αμάρτημα, το όποιο θα εξαλει­φόταν μόνο με την απάρνηση αυτής της ιδιοκτησίας.
Ανάμεσα στους γνήσιους αιρετικούς χριστιανούς συγκατα­λέγονται οι οπαδοί του Ευσταθίου Σεβάστειας (της Αρ­μενίας) που καταδικάστηκαν στη Συνοδική επιστολή της Συνόδου της Γάγγρας, στο μέσον του τέταρτου αιώνα, ε­πειδή αρνούνταν τη δυνατότητα σωτηρίας στους πλουσίους που δεν απαρνούνταν όλα τους τα υπάρχοντα. Υπάρχουν επίσης οι δυϊστές του τέταρτου αιώνα, τους οποίους απο­κηρύσσει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων. Αυτοί απέρριπταν την κατοχή ιδιοκτησίας και όλα τα άλλα φυσικά πράγματα, με το αιτιολογικό ότι ανήκουν στη σφαίρα του διαβόλου. Τέλος, υπάρχουν οι διάφορες ασκητικές ομάδες που περι­γράφονται ως εγκρατητές και ήκμασαν κυρίως στη Μικρά Ασία, όπως οι αποστολικοί ή άποτακτικοι, στους οποίους επιτίθεται ο Επιφάνιος στο Πανάριον τη δεκαετία του 370, διότι κήρυτταν ότι η απόλυτη άρνηση της ιδιοκτησίας (όπως και του γάμου) ήταν μια αναγκαιότητα για όλους τους χριστιανούς. Δυστυχώς δεν έχουμε λεπτομέρειες των επιχειρημάτων με τα όποια αυτές οι σχισματικές ομά­δες προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την ερμηνεία των Γραφών εναντιωνόμενες στην ορθόδοξη θέση. Κατάφερα να ανακαλύψω μόνο ένα σωζόμενο έργο το όποιο επιχει­ρηματολογεί επί μακρόν υπέρ της άποψης ότι και μόνο η κατοχή πλούτου δημιουργεί τάση προς αμαρτία, κι ότι εί­ναι καλύτερα να απαλλαγεί κανείς από όλα του τα υπάρ­χοντα. Πρόκειται για ένα έργο που γράφτηκε πιθανότατα την πρώτη δεκαετία του πέμπτου αιώνα και φέρει τον τίτ­λο Dedivitiis (Περί πλούτου). Ανήκει σε μια ομάδα πελαγιανών έργων τα όποια εξέδωσε ο Caspari το 1890. Ο de Plinval το αποδίδει στον ίδιο τον Πελάγιο, ενώ άλλοι με­λετητές σε έναν από τους οπαδούς του: στον Φαστίδιο, τον Κελέστιο ή τον Άγρίκολα. Το έργο αυτό έχει συζητηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια. Θα παρατηρήσω μόνο ότι, παρόλο που η αξιοθαύμαστη ετούτη πραγματεία όντως συνιστά να απαλλαγεί κανείς από όλη του την περιουσία («με­ταφέροντας την από τη γη στον ουρανό», xix.4), δεν κατα­δικάζει τη sufficientia (επάρκεια), και τον πλούτο ακόμη δεν τον θεωρεί ως πραγματικό αμάρτημα (vii.5) άλλα ως τυχαίο, peccandi occasio (xix.3), κάτι που είναι πολύ πιθα­νόν να καταλήξει σε αμάρτημα. Αν τηρήσουμε τις εντολές της Καινής Διαθήκης, τότε per divitiarum contemptum, peccatorum aufertur occasio (x.l) («με την περιφρόνηση του πλούτου χάνεται η ευχέρεια διάπραξης αμαρτιών»). Το πιο ριζοσπαστικό εδάφιο καταλήγει να θεωρεί ότι είναι εξαιτίας των λίγων πλουσίων που υπάρχουν τόσο πολλοί φτωχοί: pauci divites pauperum causa sunt multorum («λίγοι πλούσιοι είναι η αιτία πολλών φτωχών») · γι’ αυτό ορίζει tolle divitem etpauperem non invenies (xii.2) («απαλλαγείτε από τους πλουσίους και δεν θα υπάρχει κανείς φτωχός»). Ωστόσο δεν υπάρχει ούτε μία λέξη στο κείμενο που να δη­λώνει ότι αυτός ο επιθυμητός στόχος μπορεί να επιτευχθεί με οποιοδήποτε άλλο μέσο έκτος από τη θρησκευτική πει­θώ- και —πράγμα μάλλον περίεργο— δεν υπάρχει καμία επίκληση στον «αρχέγονο κομουνισμό» (αν μπορώ να τον αποκαλέσω έτσι) της πρώτης αποστολικής κοινότητας στην Ιερουσαλήμ. Μάλιστα, ο συγγραφέας του έργου πουθενά δεν επικαλείται την κοινοκτημοσύνη περιουσίας, ακό­μα και ως υποθετικό ιδανικό. Δεν γνωρίζω καμία πηγή που να μαρτυρεί ότι πελαγιανός ζήτησε ποτέ τη μεταρρύθμιση κοσμικών θεσμών. Θα προσθέσω μόνο ότι το έργο Dedivitiis, πέρα από ορισμένα υπερβολικά ευφυή επιχειρήματα και τη συνηθισμένη πληθωρική ρητορεία, μου φαίνεται πο­λύ καλύτερη προσέγγιση της σκέψης του Ιησού, όπως αύτη εκφράζεται στα Ευαγγέλια (ιδίως του Λουκά), συγκρι­νόμενη με το βασικό έργο της ορθόδοξης πλευράς Τις ο σωζόμενος πλούσιος; του Κλήμεντα, στο όποιο παρέπεμψα παραπάνω. Φυσικά, ο Κλήμης χρησιμοποιεί επιδέ­ξια, και εδώ και αλλού, την αλληγορική μέθοδο ερμηνεί­ας η οποία είχε επινοηθεί από εθνικούς έλληνες στοχαστές κατά την κλασική περίοδο και τελειοποιήθηκε από τον ελ­ληνιστικό ιουδαϊσμό όσον άφορα την Παλαιά Διαθήκη (ο Φίλων παρέχει κάποια αξιοθαύμαστα παραδείγματα) · αυ­τός ο τύπος ερμηνείας ευδοκίμησε υπερβολικά, ιδίως στην Αλεξάνδρεια. Ο Κλήμης δεν διστάζει να χρησιμοποιή­σει το επιχείρημα (κεφ. 13) ότι μόνο αν ένας άνθρωπος κα­τέχει κάποια περιουσία μπορεί να κάνει τα πράγματα που απαιτεί ο Κύριος: να ταΐσει τους πεινασμένους και να ποτί­σει τους διψασμένους, να ντύσει τους γυμνούς και να φρον­τίσει τους άστεγους — όπως ο Ζακχαίος και άλλοι φιλοξέ­νησαν τον ίδιο τον Κύριο (Κατά Λουκάν 19:1-10). «Τι μοιρασιά (κοινωνία) θα έμενε μεταξύ των ανθρώπων», διερωτάται «εάν κανείς δεν είχε τίποτε;». Αυτό τουλάχιστον δεν είναι τόσο σαθρό όσο το απόσπασμα στο όποιο ο Αρι­στοτέλης (Πολιτικά ii.5, 1263b 5-14) υποκρίνεται ότι η μέγιστη χαρά του να κάνει κανείς καλό στους φίλους, στους φιλοξενούμενους ή στους συντρόφους είναι δυνατή μόνο ό­ταν υπάρχει ατομική ιδιοκτησία — θαρρείς και η απλοχε­ριά ή η γενναιοδωρία μπορεί να εκφραστεί μόνο με τη μορ­φή υλικών ευεργεσιών.

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι (1998) των Ήθαν & Τζόελ Κοέν,η απόλυτη κάλτ ταινία

http://aleksandrosdelarge.blogspot.com


πρότυπο προκομμένου ανθρώπου. μη δείτε την ταινία με την
κοπέλα σας
Τα'χα κάποτε με μια νεαράν κι εγώ, που έπαιρνε νοίκια από τρία (3) διαμερίσματα και είχε και κάτι οικοπεδάκια στη Θέρμη. Που οι μικροαστικές φρούδες πασοκικές της ελπίδες, είμαι σίγουρος, θα την έπειθαν ότι κάποτε θα πάρουν αξία και θα βγάλει λεφτά με τα τσουβάλια.
Η αποφράς εκείνη μέρα που η σχέση μας πήρε την κάτω βόλτα (κι έτσι εχάσαμε την προίκα αλλά μας εκέρδισε το κίνημα, τρομάρα μας) ήταν όταν καθίσαμε ομού να ιδούμεν μιαν ταινίαν όπως κάμνουν όλα τα νεανικά ζευγάρια είς τον κολοφώνα του έρωτός τους.
Η ταινία αυτή ήτο η απόλυτη κάλτ ταινία Ο Μεγάλος Λεμπόφσκι (1998) των Ήθαν & Τζόελ Κοέν, μην λέμε άλλα στοιχεία, τα ξέρετε. Μια απ' τις πιο λατρεμένες ταινίες της γενιάς μου, έμελλε να με χωρίσει eventually απ' την πόντια με τα οικόπεδα στη Θέρμη και ταυτόχρονα να με σπρώξει στα τρίσβαθα της ταξικής πάλης. Εδώ η ιμπεριαλιστική προπαγάνδα έριξε γεμάτα κι έπιασε άδεια. Η (πρώην) κοπέλα μου τη μίσησε την ταινία, εγώ πάλι δεν χόρταινα να τη βλέπω ξανά και ξανά, το ένα έφερε το άλλο, και να' μαι τώρα εδώ να σας το διηγούμαι.
κάτι μεταξύ σφυροδρέπανου και
γραναζιού. Η σύγχιση είναι εμφανής
Ο Λεμπόφσκι, ο “μάγκας” (the dude) όπως ήταν το καθιερωμένο όνομά του, είναι η απόλυτη ενσάρκωση της παταγώδους αποτυχίας του ταξικού εργατικού κινήματος, το απόλυτο ναυάγιο της επαναστατικής πάλης μέσα στα σπλάχνα του πιο kτηνώδους καπιταλισμού, η πιο τελειωμένη κατάντια των αξιοθρήνητων υπολειμμάτων του κάποτε υπαρκτού κομμουνιστικού κινήματος των ΗΠΑ, όπως εσχάτως θεωρητικοποιήθηκε σε ένα απύθμενης οπορτουνιστικής γελοιότητας μανιφέστο του Sam Webb, national chair όπως τον λένε, πανεθνικού καρεκλάκια σε ακριβή μετάφραση προέδρου του θλιβερού Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Το κείμενο αυτό περίλαβε με επαναστατική εγρήγορση ο ριζομπρέηκερ και το ξέχεσε πατόκορφα
Ναι, υπάρχει και ΚΚ ΗΠΑ, και μάλιστα κάποτε ήταν βαρβάτο και επιστρατεύσαν τη μισή CIA για να το εξαρθρώσουν. Ε, και τα κατάφεραν με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει ένα μουχαμπέτ-τεκέ (λέσχη συζητήσεων, φίλων και συζύγων αυτών), που αριθμεί ολάκερη αμερική 1500 μέλη, και τους έχουν πάρει στο ψιλό όλοι εκεί. Θα μου πεις, συνεπείς, καλούς, μορφωμένους κομμουνιστές δεν έχει; πώς δεν έχει! κι έχουν ρίξει τέτοιο κράξιμο στο κόμμα τους, που προηγούμενο δεν έχει.
τα ρεμάλια του μπόουλινγκ. πιθανός πυρήνας του ΚΚ ΗΠΑ;
δεν νομίζω...
Καλά κι ο Μάγκας τι σχέση έχει θα μου πεις; Ο Μάγκας είναι κρυφοκομμουνιστής. Η ζωή του και η “καριέρα” του , που έχει φρενάρει τελευταία κατα δήλωσιν του ιδίου, έχει λίγο πολύ την ίδια κατάντια με το παραμάγαζο του ΚΚΗΠΑ. Σε κάποια χαρακτηριστική του επιπέδου και του βάθους της παρέας, συζήτηση, ο Μάγκας επιχειρεί να πει ένα τσιτάτο του Λένιν: “Κι όπως λέει ο Λένιν... ψάξε γι' αυτόν που ωφελείται και... και... εεεεε”... δεν θυμάται τι είπε ο Λένιν! Αυτό θα πει να αναπτύσσεις δημιουργικά την κοσμοθεωρία.
Με αφελέστατη μυθομανία υπό επήρρεια χασισίου, προσπαθώντας να εντυπωσιάσει την φεμινίστρια Μώντ, υποστηρίζει ότι ήταν ο συντάκτης της Διακήρυξης του Πορτ Χιούρον  αλλά της ορίτζιναλ, όχι αυτηνής που βγάλανε στα μέσα, της ξεπουλημένης να πούμε. Τους εφτά του Σικάγο τους ξέρατε; Ε, ο Μάγκας ήταν. Δηλαδή αυτός κι άλλοι έξι. Όπερ συμπεραίνουμε ότι ήτο οπαδός του Τόμας Χέιντεν που ήτουνα και στα δυο. Στο κολέγιο, όταν δεν έπινε χασίσι, έκαμνε κατάληψη στα γραφεία της διοίκησης κλπ. Μετά λέει, ασχολήθηκε με τη μουσική. Συμμετείχε στην περιοδεία speed of sound των Metallica, κι όσο κι αν ψάξετε ανάθεμά με αν βρείτε τέτοια περιοδεία. Δεν πειράζει όμως μια και τα παιδιά δεν ήταν παρά ένα τσούρμο μαλάκες.
Δεν δούλεψε καμμιά φορά στη ζωή του, πίνει αποκλειστικά white russian κοκτέιλ... Σας θυμίζει κάτι αυτή η περιγραφή; Αναμφισβήτα.
Αν ο μάγκας ζούσε στη χώρα μας, θα ήταν καριερίστας πρώτης. Στην αμερική, στο άντρο του Κρατικομονοπωλιακού Καπιταλισμού χαραμίζεται. Ο Μάγκας, αφού θα έκανε μια σύντομη πορεία απ' την ΚΝΕ (απ' την οποία απ' ό,τι φαίνεται όλοι περάσαν εκτός από μένα!) στη συνέχεια, αν δεν ανήρχετο εις την κομματικήν ηγεσίαν θα πήγαινε κατευθείαν στο ΠΑΣΟΚ όπου και θα πρόκοβε σαν άνθρωπος, ένας τμηματάρχης, κλητήρας, κάτι. Οι συνήθειές του δεν θα άλλαζαν και πολύ, πάλι εξπέρ στο μπόουλινγκ θα γινόταν. Και παρακαλώ να μην εκληφθεί ως κατηγόρια δια την συμπαθήν τάξιν των δημοσίων υπαλλήλων. Μακάρι να παίρναμε όσα έπαιρναν κι αυτοί κάποτες, τώρα τους ρίξαν κι αυτούς στα τάρταρα μαζί με μας της γης τους κολασμένους. Οι μικροαστοί γονείς μας θέλαν να μας βάλουν κι εμάς στο δημόσιο, να μην πεινάσουμε, να μη δυσκολευτούμε. Τα μικροαστικά τους όνειρα δεν ευοδώθηκαν, όπως και της συντριπτικής πλειοψηφίας της γενιάς του 50, της γενιάς του 60, του 70 και του 80, του 90, άντε και κάνα δυο χρόνια απ' τη νέα χιλιετηρίδα. 40 χρόνια φουρνάρηδες της μικροαστικής γης της επαγγελίας για μια “θεσούλα”, ιδίως τη μεταπολίτευση και το 80-90. Γι αυτό έβριζε ο κόσμος τους τεμπέληδες δημοσιοϋπάλληλους, από ζήλια γιατί όλοι κατα βάθος θέλαν να μπουν και δεν μπήκαν. Πίστεψαν όλοι ότι ήρθε ο σοσιαλισμός και κοινωνικοποιήθηκαν τα πάντα. Όλοι δημόσιοι υπάλληλοι. Ουαί κι αλίμονο όμως, πάλι καπιταλισμό είχαμε και να σου ρχεται τώρα ο Πάγκαλος, ο οχτακόσα κιλά αηδία να σου λέει μαζί τα φάγαμε. Παρακάτω.
Ο Μάγκας έχει μείνει στην εποχή που η απελπισία και έλλειψη προοπτικής μετατρέπεται σε βαρεμάρα και καιροσκοπισμό της καθημερινότητας. Η εύκολη μπάζα πάντα ήταν θέλγητρο γι' αυτούς που μονίμως ψωλοβροντάν (μια υπέροχη, κτηνώδης και μοναδική στην ωμή χυδαιότητά της λέξη). Ο Μάγκας είναι τόσο τζερεμές που δεν μπορεί να κάνει ούτε και την πιο απλή δουλειά, την αποτυχία της οποίας δικαιολογεί με ακατάσχετη μπουρδολογία.
Η έκβαση της ταινίας δεν έχει και πολύ σημασία. Αυτό που πρέπει να κρατήσετε είναι ότι όλοι μας, όσοι τουλάχιστον είμεθα του λαού παιδιά με εξακόσα ευρώ και μπλογκ, ταυτιστήκαμε τότενες με τον Μάγκα καθώς η τέχνη εδώ του σκηνοθέτου και σεναριογράφου (αδερφοί Κοέν) συμπύκνωσε σε έναν άνθρωπο τις επιπτώσεις της παρηκμασμένης καπιταλιστικής κοινωνίας προς το άτομο και τον μετέτρεψε σε μισολούμπεν, πώς λέμε πισοπρολετάριος. Δεν απέχει και πολύς κόσμος απ' αυτήν την κατάσταση, εμείς όμως που κάπως ήμασταν ψυλλιασμένοι απ' τα μικράτα μας, πιάσαμε “πάτο” ταυτιζόμενοι κατα φαντασίαν με τον πρωταγωνιστή. Μετά από τις στάχτες μας αναγεννηθήκαμαν και προς τη δόξα τραβάμε, όχι την προσωπική μας, αλλά του συναφιού μας. Κακώς με απαράτησε το λοιπόν η πόντια (είχε κι εκείνα τα οικόπεδα γαμώτο, όχι τίποτ' άλλο γιατί δεν διέβλεπε το μακροχρόνιο ιδεολογικοπολιτικό όφελος της ταινίας. Αλλά και να το' βλεπε θα μου πεις, σιγά μη σ' έπαιρνε πάλι.
Ο  πατέρας μου έλεγε πιο μεγάλη κατάρα είναι να είσαι πούστης, άσκημος κι άφραγκος. Αντί του πρώτου μας εκέρδισεν ο κομμουνισμός, η νιότη του κόσμου κι αν κρίνω από την επιτυχή καρριέρα πολλών θιασωτών της σεξουαλικής αυτής τάσεως. μια χαρά τα πήγαν ορισμένοι, άσε δε που είναι εκατό φορές πιο έξυπνοι και ικανότατοι ψυχολόγοι των ανθρώπων, εν αντιθέσει με πολλούς από μας που είναι εντελώς αποτυχημένοι ψυχολόγοι, σαν το Μάγκα ένα πράμα. Και δεν υποβιβάζω τον κομμουνισμόν αντικαθιστώντας τον με την ομοφυλοφιλίαν. Άλλωστε αι δύο αυτές καταστάσεις έχουν κάτι κοινό: οι γκέι και οι κομμουνιστές αναγνωρίζονται αμέσως μεταξύ αγνώστων. Για το δεύτερο, όταν ήμανε μικρό παιδάκι ήμανε όμορφο, τώρα που μεγάλωσα ασκήμυνα. Ε, και για το τρίτο, τέτοιες μέρες που ζούμε, δεν υπάρχει περίπτωση, θα βάζουμε το χέρι στο πανταλόνι και θα πιάνουμε το παπούτσι. Κομμουνιστής, άσκημος κι άφραγκος. Και ούτε στιγμή μη νομίσετε ότι κλαίω και οδύρομαι για τη ζωή μου. Μ' αρέσει να κοροϊδεύω το παρελθόν μου που δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει πίσω. Λέω πέντε πράγματα εδώ κι εκεί, μέσα από το μπλόγκ αλλά κι απ' έξω, κι αν κανένας καταλάβει τίποτις και τσιμπίσει και προβληματιστεί θα λέω, κάτι έκανα. Μη το βάζετε λοιπόν κάτου κι εσείς. Ψήστε τον κόσμο, μιλήστε του. Ζωστείτε τα ιδεολογικοπολιτικά τσαπράζια σας και τα τουζλούκια σας και πείστε τον κόσμο ως σύγχρονοι αγκιτπρόπ να κάμει το ίδιο. Κι άμα δεν το κάνουν χίλιοι, από δω παν κι άλλοι, θα το κάνουν πέντε, ο καλός επαναστάτης όλα τα υπομένει, ακόμα και την απραξία των υπολοίπων. The dude abides!

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ένα άλλο ζήτημα, αυτό της επιβίωσης του πολιτισμού μας.Συνειδητοποιείστε την μικρότητά σας στο αχανές σύμπαν, νιώστε και δουλέψτε σαν μυρμηγκάκι, υπομονετικά.

Η δουλειά μυρμηγκιού και ο επερχόμενος διαγαλαξιακός κομμουνισμός (μέρος 1ο)






Το μυρμήγκι είναι ο πιο δυνατός οργανισμός στη φύση και πολύ σκληρά εργαζόμενο έντομο. Μπορεί να σηκώσει μέχρι και 50 φορές το βάρος του, με λίγα λόγια είναι από τη φύση του Σταχανοβίτικο ζωάκιΜε φορτίο 50 φορές μεγαλύτερο απ' το σωματικό βάρος,
τι ένσημα θα εδικαιούτο; υπερβαρέα;
. Η συστηματική, επίμονη και ακούραστη δουλειά του μυρμηγκιού έχει καθιερωθεί και στα καθ' ημάς, τα ανθρώπινα πράγματα δηλαδή, ως η πλέον αποτελεσματική μέθοδος πολιτικής πειθούς. Αν μπορούσαμε να σηκώναμε και 50 φορές το βάρος μας δεν θα υπήρχε ανάγκη οργανωτικής επιτροπής φεστιβάλ, συνεδρίων, κάμπινγκ κλπ. Θα μπορούσαν όλ' αυτά να είναι έργο ενός και μόνο ανθρώπου, αλλά όπως είναι κατανοητόν, αυτά είναι απλά φαντασιοπληξίες για τεμπέληδες που θέλουν να λουφάρουν, δηλαδή η ρίζα του οπορτουνισμού.

Antz είναι ο τίτλος ταινίας animation για παιδιά, που κυκλοφόρησε το 1999. Η ταινία μας περιγράφει εν πολλοίς τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας μιας αποικίας μυρμηγκιών καθώς και το κοινωνικοπολιτικό σύστημα από το οποίο διέπεται. Κι εδώ υπάρχει η πρώτη λαθροχειρία η οποία εμφυτεύεται ύπουλα εις το παιδικό μυαλουδάκι το οποίο κατά την ενηλικίωσή του μετά, δεν θα δύναται να ξεχωρίσει το ελάφι απ' το πιλάφι, ήτοι τον φασισμό απ' τον κομμουνισμό.
Η αποικία των μυρμηγκιών είναι δηλαδή μια αυστηρά συγκεντρωτική και πειθαρχημένη κοινωνία από την οποία θέλει να ξεφύγει ο ήρωάς μας ο Ζ (οιοσδήποτε συνειρμός με την ομώνυμη ταινία του Γαβρά είναι τυχαίος αν όχι προβοκατόρικος) ψάχνοντας για την ουτοπία όλων των εντόμων, τη λεγόμενη insectopia (εντομοουτοπία). Η αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου συνδέεται με την αστικήν έννοια της ελευθερίας με μιαν μεταφυσική - εύπεπτη για το παιδικό μυαλουδάκι - χροιά, ότι ο ιδανικός κόσμος για τον καθένα μας είναι κάτι ανάλογο με τον μωαμεθανικό παράδεισο με τα βουνά από πιλάφια.
Στην αποικία τάξεις δεν υπάρχουν, κοινωνικά στρώματα υπάρχουν. Οι εργάτες και οι στρατιώτες και ως εκ τούτου αντιλαμβανόμαστε ότι τα σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών στην Πετρούπολη πριν την Οχτωβριανή Επανάσταση ήσαντε μια πολύ σοβαρή υπόθεση ώστε μετά από πολλές δεκαετίες να καταντήσει μια κωμωδία για παιδιά. Η ιεραρχία και η γραφειοκρατία ανθεί και στις αποικίες των μυρμηγκιών και μπορούμε να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι το πολίτευμα της αποικίας είναι απόλυτη μοναρχία (η βασίλισσα είναι αρχηγός του κράτους) και ο δεύτερος τη τάξει ηγεμόνας είναι ο υπουργός εθνικής άμυνας, ο γενικός αρχηγός του στρατού.
Η αποικία βρίσκεται υπό διαρκή και καταπιεστική ιμπεριαλιστική περικύκλωση από μεγάλους και αιμοβόρους τερμίτες και οι πόλεμοι είναι συχνοί. Αλλά έτσι είναι η φύση, σκληρή κι άτεγκτη από μόνη της. Η φυσική επιλογή δεν σηκώνει φιλειρηνικά κινήματα.

Ο Καρντάσεφ. Είδατε τι μυαλά έβγαζε
η σοβιετία;
Πράγματι, στην ταινία υπάρχει συχνά η παρέμβαση του ανθρώπου στις περιπέτειες των μυρμηγκιών, παρέμβαση την οποία αδυνατούν να συλλάβουν οι μικροί μας ήρωες. Κι εδώ έρχεται στο μυαλό μας ο μέγας σοβιετικός αστρονόμος Νικολάι Καρντάσεφ (Nikolai Kardashev) και η κλίμακα Καρντάσεφ.
Την κλίμακα Καρντάσεφ μας τη συνέστησε πρώτος ένας άλλος μεγάλος αστρονόμος των καιρών μας, ο συχωρεμένος Καρλ Σέιγκαν (Carl Sagan), ο οποίος πρώτος εκλαΐκεψε λιγάκι και προσπάθησε να βάλει στο φουρτουνιασμένο μυαλό μας μια προοπτική για την εξέλιξη του πολιτισμού.
Ο Καρλ Σέιγκαν λοιπόν (θαρρώ στο βιβλίο του “οι δράκοι της εδέμ”) αναφερόμενος στην κλίμακα Καρντάσεφ αναρωτιέται: υπάρχουν άραγε πολύ πολύ εξελιγμένοι πολιτισμοί στον γαλαξία μας ή και στο σύμπαν συνολικά; Κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν, άραγε δεν θα μπορούσαμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους; Ναι, αλλά αυτό δεν θα προϋπέθετε και να μπορούμε να συλλάβουμε το μέγεθος, τα χαρακτηριστικά και το βαθμό εξέλιξής τους;
Κι αν υπάρχει ένα δίκτυο εξελιγμένων πολιτισμών στο γαλαξία μας; που έχει αναπτύξει έναν πολύ εκλεπτυσμένο τρόπο επικοινωνίας από πολιτισμό σε πολιτισμό;
Ο Καρλ Σέιγκαν. Γελαστός άνθρωπος,
μας άνοιξε τα μάτια σε πολλά
Και εκθέτει ο Καρλ εδώ το παράδειγμα με το μυρμήγκι. Ένα μυρμήγκι που περπατάει στα πλακάκια μιας πισίνας στην εξοχή, είναι σε θέση να αντιληφθεί το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού πάνω στα πλακάκια του οποίου περπατάει; Ομοίως κι εμείς, αν ευρισκόμεθα στο μέσον ενός διαγαλαξιακού τσατ ρουμ ανώτερων πολιτισμών, μας κόβει αρκετά ώστε να συλλάβουμε το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά αυτών των πολιτισμών; κι αν όχι, πώς θα τα κάνουμε πλακάκια μαζί τους;
Το ζήτημα της κατωτερότητος του πολιτισμού μας θα το διαπραγματευτούμε στο επόμενο ποστ, αφού εξηγήσουμε τι είναι η κλίμακα Καρντάσεφ.
Ο σοβιετικός αστρονόμος το λοιπόν, είπε ότι για να κατηγοριοποιήσουμε τους πολιτισμούς, θα πρέπει να το κάνουμε με κριτήριο την ενέργεια που μπορεί να διαχειριστεί. Θα μου πεις, πόσους άλλους πολιτισμούς ξέρουμε για να κάνουμε και τέτοιου είδους δουλειά; δεν πειράζει, ακόμα κι έτσι, όταν το μυαλό του ανθρώπου σκέφτεται σ' αυτά, τα μη-πρακτικά πεδία σημαίνει ότι έχουν ωριμάσει οι υλικές προϋποθέσεις για λύσει διάφορα απλά καθημερινά προβλήματα. Ειδάλλως θα ήταν σαν τα μυρμηγκια που δουλεύουν ολημερίς κι ολονυχτίς, φυλακισμένα στα βιοδιανοητικά τους όρια. Εμείς τουλάχιστον αντιλαμβανόμαστε τη μικρότητά μας εντός του σύμπαντος.
Ο Καρντάσεφ λοιπόν, έλεγε ότι ένας πολιτισμός που έχει φτάσει στο σημείο να μπορεί να εκμεταλλευθεί το σύνολο της διαθέσιμης ενέργειας ενός πλανήτη είναι πολιτισμός τύπου Ι. Εμείς δεν έχουμε ακόμα εξαντλήσει τις διαθέσιμες πηγές ενέργειας, ωστόσο εδώ μπαίνουν και ζητήματα καταστροφής του περιβάλλοντος και εξέλιξης της τεχνολογίας τα οποία θα τα δούμε παρακάτω. Εμείς τελωσπάντων, αν πούμε ότι ο πολιτισμός τύπου Ι είναι η μονάδα, το 1, εμείς βρισκόμαστε στο 0,7. Κάτω από τη βάση λοιπόν κι ας νομίζουμε ότι τεχνολογία είναι το κινητό με οθόνη αφής. Αυτά είναι της πλάκας, παιχνιδάκια για να παίζουν τα παιδιά.
Μια υπερδομή στο διάστημα, τύπου ΙΙΙ. Δεν θα μας πάρετε μόνο
τα σπίτια, αλλά και τους ήλιους.
Οι πολιτισμοί που έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευθούν το σύνολο της ενέργειας που παράγεται από ένα άστρο, π.χ. τον ήλιο, είναι πολιτισμοί τύπου ΙΙ. Κι εδώ μπαίνει το εξής ζήτημα. Αν γεμίσουμε τον τόπο φωτοβολταϊκά, μπαίνουμε στους πολιτισμούς τύπου >ΙΙ; Εδώ θέλει παραπάνω μελέτη το θέμα. Τέλως πάντων είμαστε πολύ πολύ πολύ πίσω από το επίπεδο ΙΙ μιας και δεν έχουμε ακόμα λύσει τα βασικά ακόμα, όπως π.χ. το κατάλληλο κοινωνικοπολιτικό σύστημα (μπηχτή δια τους υποστηρικτάς της ελεύθερης αγοράς).
Καλά έλεγε ο Μαρξ λοιπόν ότι με τον κομμουνισμό αρχίζει η πραγματική ιστορία της κοινωνίας... Τώρα είμαστε ακόμα στην προϊστορία, νεάτερνταλ της τεχνολογίας. Ουγκ!
Ε, και για να νιώσουμε το ανάλογο δέος, οι πολιτισμοί (ή τα δίκτυα πολιτισμών) που θα μπορούν να διαχειριστούν το σύνολο της ενέργειας ενός ολάκερου γαλαξία (για τους άσχετους με την αστρονομία, ένας γαλαξίας έχει κατα μέσο όρο 100 δισεκατομμύρια ήλιους!) είναι πια πολιτισμός τύπου ΙΙΙ. Εδώ έχουμε ξεφύγει πάρα πάρα πάρα μα πάρα πολύ. Δεν πειράζει όμως να τολμάμε να σκεφτούμε τόσο μακρυά, σημαίνει ότι δεν ζούμε στο σκοτάδι και την αμάθεια όπως τα μυρμηγκάκια. Τέτοια πράγματα σκεφτόταν ο Καρντάσεφ, και να λάβετε παρακαλώ υπόψη σας, υπό ποιο “καθεστώς”, υπό ποιο κοινωνικοπολιτικό σύστημα έκανε τις ενοράσεις του ο επιστήμων της Σοβιετίας; Ακριβώς αυτό.
Τώρα μπορείτε να επιστρέψετε ήσυχοι εις την καθημερινότητά μας, τη μικρή, τη μίζερη, την πρωτόγονη, την καπιταλιστική, που δεν έχουμε λύσει τα βασικά ακόμα. Ωραίο είναι να οραματίζεσαι το μέλλον και μετά να επιστρέφεις ταπεινά στο παλαιολιθικό σήμερα. Ζούμε στην εποχή των σπηλαίων ακόμα για όσους δεν το' χετε καταλάβει, η πραγματική εξέλιξη θα συμβεί όταν η ανθρωπότης (να σουνα θεέ μου πότης) περάσει εις ανώτερον κοινωνικοοικονομικόν σχηματισμόν. Δουλειά μυρμηγκιού λοιπόν για μια κοινωνία άλληνε, που λέει και το σύνθημα.




Ο καθένας με την ουτοπία του


Η δουλειά του μυρμηγκιού είναι βαρετή, άχαρη, αφανής, μονότονη, χωρίς άμεσα και χειροπιαστά αποτελέσματα δια τούτο και δίνει την ψευδαίσθηση της αποτυχημένης μεθόδου. Η αρετή που πρέπει να συνοδεύει τον εκτελόντα τη δουλειά αυτή είναι η ιώβειος υπομονή, αρετή που όλο και λιγότερο συναντάμε στις ημέρες μας. Βιασύνη, ανυπομονησία, άντε γιούργια στον νταβλά με τα κουλούρια, τα θέλω όλα και τα θέλω σήμερα, άντρα θέλω και τώρα τονε θέλω (προκειμένου δια το ασθενές φύλον), πότε θα γίνω μάνα (πάλι δια το ασθενές φύλον) αλλά όπως λέει κι ο σοφός λαός μας, όποιος βιάζεται σκοντάφτει.
Η υπομονή φτιάχνει χαρακτήρα, προσγειώνει τον άνθρωπο στα λογικά του. Υπάρχει βεβαίως κίνδυνος η υπομονή να γίνει αναβλητικότητα, αναποφασιστικότητα και στο τέλος παραίτηση. Κατεβείτε στην παραλία το λοιπόν, ηρεμήστε, τρίψτε του κροτάφους σας, πάρτε βαθιές αναπνοές και διώχτε από μέσα σας το αισχρόν ελάττωμα της βιασύνης. Οραματιστείτε το αύριο, και μετά ελάτε στο ταπεινό σήμερα και θα δείτε πόσο θα αλαφρώσετε από την πίεση και το άγχος της αμέσου επιτεύξεων των στόχων σας. Ο νοών νοείτο, δωρεάν μαθήματα γιόγκα και αυτοσυγκεντρώσεως, προσφορά της συντακτικής επιτροπής του μπλογκ.
Η σκουληκότρυπα που σε πάει απ' το ένα μέρος του σύμπαντος
στο άλλο, γρηγορότερα. Μια καλή πρόταση για το κίνημα για
να παρακάμψει τα διόδια
Σε μια τέτοια σκουληκότρυπα είχε ταξιδέψει και η ηρωίδα της ταινίας “Η Επαφή” (Contact – 1997, Robert Zemeckis) με τη βοήθεια μιας κατασκευής, της οποίας η τεχνογνωσία ανήκε σε έναν ανώτερο πολιτισμό, ή μάλλον ένα δίκτυο πολιτισμών. Η εκπληκτική αυτή ταινία, της οποίας το σενάριο έγραψε ο κοσμαγάπητος Carl Sagan, ο άγιος αυτός άνθρωπος, επιστήμων και μέγας εκλαϊκευτής της επιστήμης και κοσμολογίας μέσω της σειράς “cosmos”, θέτει προ των ευθυνών της την ανθρωπότητα, πλην όμως με μια ρομαντική και εξιδανικευτική ματιά του αξιαγάπητου συγγραφέως.
Ο βρωμοκαπιτάλας που μου το παίζει
κι ανθρωπιστής... Ουστ!
Ήτοι, την έρευνα για την ανίχνευση εξωγήινης νοημοσύνης την είχε χρηματοδοτήσει ο αρχικαπιτάλας (άρα και αρχιεκμεταλλευτής) και ζάμπλουτος S.R. Hadden... Όμορφος κόσμος καπιταλιστικά πλασμένος, αυτά μόνο στας ταινίας γίνονται και μη διανοηθείτε να πιστεύσετε ποτέ ότι ο Γκέιτς, ο Ζούκερμπεργκ, ο Μπριν, ο Τζόμπς και άλλα ποταπά υποκείμενα της κεφαλαιοκρατίας θα είχον ποτέ τέτοια οράματα. Αν είχε κέρδος, θα είχαν.
Η καλή επιστήμων Allie Aroway (Τζόντυ Φόστερ) που είναι ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, εμπιστεύεται την εξωγήινη τεχνολογία και την τεχνολογική ανωτερότητά τους, εν αντιθέσει με τους αμερικανούς αξιωματούχους που διαρκώς είναι καχύποπτοι κι όλα τα βλέπουν σαν απειλή εθνικής ασφαλείας.
Στέιτ-οβ-δι-αρτ τεχνολογία που σε ταξιδεύει
σ' άλλη γη, σ' άλλα μέρη
Η επαφή της εκπροσώπου των ανθρώπων, της ηρωίδος μας με το εξωγήινο δίκτυο πολιτισμών γίνεται κάτα τρόπον φιλικό εις τον χρήστη, γιούζερ-φρέντλυ. Φτιάξαν σκηνικό από τροπική παραλία της Φλόριδας (παρμένη από μια παιδική ανάμνηση της ηρωίδος) και ο εξωγήινος έρχεται με τη μορφή του συχωρεμένου του πατέρα της... Μη της έρθει νταμπλάς! Η ηρωίδα μας το καταλαβαίνει το σκηνικό, συγκινείται σφόδρα αλλά δεν χάνει την ψυχραιμία της. Έχει να ρωτήσει ένα εκατομμύριο πράματα αλλά εκεί λέει τη μαγική λέξη ο “εξωγήινος”: Υπομονή! Μη βιάζεσαι. Έτσι γινόταν πάντα, αργά αργά, να τη χωνέψει ο άλλος την επαφή, μη πάθει κανένα πολιτισμικό ντουβρουτζά. “Καλημέρα” έλεγε ο ένας πολιτισμός. Μετά από καναδυό εκατομμύρια χρόνια “καλημέρα και σε σας” απαντούσε ο άλλος. Άλλα δυο-τρία κατομμυριάκια χρόνια, “πώς πάει;” ρωτούσε πάλι ο πρώτος, άλλα πεντέξι κατομμυριάκια (ε, περνούσε και λίγος χρόνος να επεξεργαστούν το μήνυμα καλύτερα), “είμεθα καλά, τω αυτώ επιθυμούμε και δι' υμάς” απαντούσε ο δεύτερος και πάει λέγοντας. Υπομονή! Κάτι ξέρουν παραπάνω οι πεπολιτισμένοι εξωγήινοι.
Η Έλι, η ταξιδεύτρια. Καλή
κοπέλα και μυαλωμένη, αλλά τα'
μπλεξε μ' έναν παπά
Ο C. Sagan, ο άγιος αυτός άνθρωπος, που συνεργάστηκε με έναν άλλο σοβιετικό επιστήμονα σε ζητήματα εξω-νοημοσύνης, τον αγαπητόν Ιωσήφ Σαμουήλοβιτς Σκλόβσκι (Iosif Samuilovich Shklovskyi), είχε θέσει κι ένα άλλο ζήτημα, αυτό της επιβίωσης του πολιτισμού μας. Έλεγε, μήπως ο πολιτισμός μας είναι σε εκείνο το κρίσιμο σημείο που, ή θα συνεχίσει αυτή την ξέφρενη αυτοκαταστροφική πορεία με την καταστροφή του περιβάλλοντος ή με κανένα πυρηνικό ολοκαύτωμα, ή θα το ξεπεράσει, θα ζήσει ειρηνικά και θα εξελιχτεί εις το διηνεκές; Δύο δρόμοι κι εδώ, ή με τα μονοπώλια ή με το λαό. Μη το γελάτε καθόλου και η ομοιότητα των δύο διλημμάτων δεν είναι καθόλου τυχαία.
Ο Σκλόβσκι. Ατενίζει το μέλλον
Ο Sagan, και εδώ θα του κάνουμε κριτική (ασχέτως αν τον αποκαλέσαμε πριν άγιο, δεν μας αφαιρείται το δικαίωμα της κριτικής και της αμφισβητήσεως, ο ίδιος άλλωστε ήταν θιασώτης της κριτικής σκέψεως) ήταν ένθερμος οπαδός της “ειρηνικής συνύπαρξης” ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου. Οι προθέσεις του όμως, όπως και πολλών σοβιετικών συναδέλφων του, ήταν απολύτως αγαθές και ανθρωπιστικές και ως εκ τούτου λειψές. Όχι πώς ο ανθρωπισμός είναι κακό πράμα, αλλά ο κόσμος μας δεν διαπνέεται πάντοτε από φιλάνθρωπες δραστηριότητες. Δεν πειράζει όμως, άλλωστε επιστήμων ήταν ο άνθρωπος, όχι πολιτικός και δεν ήξερε από τέτοια κόλπα. Οι πολιτικοί θιασώτες της “ειρηνικής συνύπαρξης”, εισήγαγαν το εν λόγω δόγμα εξωτερικής πολιτικής καθαρά για πολιτικούς λόγους και η ζωή μας οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η ειρηνική συνύπαρξη, μόνο ειρηνική δεν ήταν, κατέληξε στην επικράτηση του καπιταλισμού και ο κόσμος μας δεν έγινε καλύτερος από τότε. Μια ψυχή που ήταν να βγει, έπρεπε να βγει, αλλά η ιστορία δεν γράφεται με το τι έπρεπε να γίνει αλλά με το τι έγινε. Νεξτ τάιμ.


Δύο δρόμοι λοιπόν, αυτοκαταστροφή του πολιτισμού μας ή επιβίωση και μακροημέρευση; Το ζήτημα αυτό αναπόφευκτα συνδέεται με το ερώτημα: ο πολιτισμός μας, μπορεί να επιβιώσει με τον τρόπο που είναι οργανωμένος σήμερα; η απάντησις είναι ξερά και μονολιθικά, όπως ταιριάζει άλλωστε στο συνάφι μας ΟΧΙ!
Ο καπιταλισμός είναι χύμα σύστημα. Ζούγκλα, η αυθόρμητη μίμηση της φυσικής επιλογής στην κοινωνία την άτιμη. Ποιος θα βγάλει πιο πολλά, ποιος θα γίνει πιο πλούσιος, πιο δυνατός, πιο power. Και δώστου υπερπαραγωγή για το ποιος θα πουλήσει πιο πολλά, και δώστου κρίση, και δώστου φτώχια κι ανέχεια, και δώστου πολέμους, να γκρεμίσουμε για ξαναχτίσουμε να κινηθεί το χρήμα, και δώστου φτιάξε όπλα και μπόμπες και πυρηνικά. Σώνεται το πετρέλαιο, σώνεται το φυσικό αέριο, τα σκουπίδια μαζεύονται βουνά, καταστρέφονται τα οικοσυστήματα, οι αλυσίδες, κόσμος ψοφάει της πείνας και ζει μέσα στους υπομόνους, άστα. Κανένα σχέδιο για εξοικονόμηση πόρων, πρώτων υλών, άναρχη παραγωγή, σκουπίδια, πράγματα που φτιάχνονται τζάμπα και βερεσέ και πέφτουν σε αχρηστία, εφιάλτης σκέτος. Πώς όμως θα ξεπεραστεί όλο αυτό; η κοινωνία που είναι σαν ζωντανός οργανισμός, κάποτε θα μεγαλώσει, θα ωριμάσει. Αυτοί που χτίσαν και συντηρούν αυτή την παλιοκοινωνία, θα τα πάρουν στο κρανίο μια μέρα, διάσπαρτα εδω κι εκεί, και θα οργανώσουν έναν νέο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό που θα προσπαθεί να τα λύσει όλα τα παραπάνω. Κουτσά στραβά στην αρχή, πιο καλά στη συνέχεια. Μπορεί κι αυτοί να βιαστούν και να σκοντάψουν όπως είπαμε πιο πάνω. Να, όπως η σοβιετία που ητανε μια τέτοια, πρώτη προσπάθεια. Βιαστήκαν σε κάποια φάση και είπαν, τώρα δέσαμε το γάιδαρό μας, πάμε ντουγρού για αταξικιά κενωνία. Όπα ταβαρίς, βαστάτε τούρκοι τ' άρματα. Χαλαρώσατε λίγο αντί να χετε το νου σας, μετά είπατε “παλλαϊκό κράτος” και κουραφέξαλα και να τώρα που τρέχουμε να συμμαζέψουμε τα ασυμμάζευτα, με δουλειά μυρμηγκιού.
Η γιαγιά μου, όταν είχε να καθαρίσει ένα ολόκληρο σπίτι όπου γινόταν μύλος, στην αρχή δυσανασχετούσε, μετά έλεγε “μάτι φοβάται, χέρι δεν φοβάται”. Σιγά-σιγά θέλει, τσούκου τσούκου μπώλ σύστημα, που μπορεί να μην είναι καλό για το ποδόσφαιρο που είναι παιχνίδι και θέλει θέαμα, αλλά για να φτιάξεις μια κοινωνία δίκαιη -που δεν είναι παιχνίδι- είναι το καλύτερο σύστημα. Είπαμε όμως, δεν σημαίνει και κωλυσιεργία κι ώσπου να σηκώσεις το' να πόδι να βρωμάει τ' άλλο.
Μια σφαίρα Dyson. Με τόσο μεγάλο
εργοστάσιο ενέργειας, σκεφτείτε πόσα μέλη
να'χει το επιχειρησιακό σωματείο
Μετά απ'τα πρώτα εκατό χρόνια που είναι δύσκολα, τηρουμένων των σοσιαλιστικών αναλογιών (η σοβιετία δεν τα πέρασε, μέχρι τα εβδομηνταδυό έφτακε), κι όταν βασιλέψει η αταξική κοινωνία στο ντουνιά, τότε -έλεγε ο Μαρξ- θα περάσουμε απ' το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας. Βαριά κουβέντα, και σημαίνει πολλά περισσότερα απ' όσο μας κόβει τη σήμερον. Σημαίνει ότι θα απελευθερωθούν δυνάμεις της ανθρωπότητας πρωτόγνωρες, να σου φύγει το καφάσι. Δεν μπορούμε να ξέρουμε ακόμα γιατί και το μυαλό του ανθρώπου θα έχει αποχτήσει άλλα χαρακτηριστικά, θα σκέφτεται αλλιώς.
Μιαν ιδέα στο πώς θα εξελιχτεί ο κόσμος και η κοινωνία μας έχουν δώσει λίγο πολύ κάποιοι επιστήμονες, περισσότερο κάποιοι συγγραφείς της επιστημονικής φαντασίας Το μυαλό τους ταξίδεψε μακρυά και χωρίς να το ξέρουν, κάποιοι απ' αυτούς τήρησαν την αρχή που διατύπωσε ο καλός μας Ένγκελς, ότι δηλαδή η κοινωνία προσπαθεί μέσω της εργασίας να τιθασέψει τη φύση. Και αφού κάποια στιγμή παραστεί ανάγκη, θα μπορέσουμε να τιθασέψουμε τον ήλιο ολάκερο, και πιο μακρυά ακόμα και με τη βοήθεια άλλων “σύμμαχων” στρωμάτων όπως λέμε σήμερα, άλλων πολιτισμών, να τιθασέψουμε ολάκερο το γαλαξία.
Είπαμε για τον Καρντάσεφ στο προηγούμενο που έκανε μια υπόθεση πάνω στην κατάταξη των πολιτισμών (όταν τους βρούμε, αμήν και πότε αλλά είπαμε όχι βιασύνες) με βάση την ενέργεια που μπορούν να τιθασέψουν, τις δυνάμεις της φύσης δηλαδή.
Ο F. Dyson. Το μυαλό του είναι
μεγαλύτερο απ' τ' αυτιά του.
Ο Freeman Dyson, αμερικάνος θεωρητικός φυσικός και μαθηματικός που κι αυτουνού το μυαλό ήταν τούρμπο δεκαεξαβάλβιδο, ένας απ' τους πρωτεργάτες μάλιστα της γενετικής μηχανικής και της βιοτεχνολογίας, πίστευε ότι μέσα σε μερικές χιλιάδες χρόνια η ανάπτυξη θα μπορεί να φτάσει στο σημείο να μπορούν να εξαχτούν πρώτες ύλες από άλλους πλανήτες και να κατασκευαστεί μια Μεγακατασκευή (megastructure – πομπώδικες λέξεις) γύρω απ' τον ήλιο που να συλλέγει ηλιακή ενέργεια. Η υποθετική αυτή κατασκευή έλαβε την ονομασία σφαίρα Dyson και ενέπνευσε αρκετούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Κι ακόμα παραπέρα, αν αυτή την ιδέα την επεκτείνουμε σε επίπεδο πολλών πολιτισμών, τότε θα μπορούμε να τολμήσουμε να μιλήσουμε για σμήνος Dyson, ένα δίκτυο μεγακατασκευών, μια ΜεγαΜηχανή συλλογής γαλαξιακής ενέργειας, δια την κάλυψιν των διαρκώς αυξανόμενων αναγκών όλων των κατοίκων ενός γαλαξία, ανθρώπων, πρασίνων ανθρωπακίων κλπ. Κι άμα τρελλαθούμε τελείως και συνδέσουμε τη σκέψη με το μαρξισμό, θα λέγαμε ότι το σμήνος Dyson, είναι το ανώτατο μέσον παραγωγής σε γαλαξιακή κλίμακα. Πςςςςςς...
Δεν θα το πάω σκοπίμως παραπέρα, σε πολιτισμούς τύπου VI (τέσσερα) για να μη ζαλιστείτε απ το πολύ παραμύθι. Προσέξτε: δεν είναι κακό να πηγαίνει το μυαλό τόσο μακρυά, αρκεί να μη μένει μόνο εκεί. Να μπορεί να προσγειώνεται στην πεζή πραγματικότητα και να συνειδητοποιεί ότι και το παραμικρό που κάνουμε συνειδητά, είναι ένα απειροελάχιστο πετραδάκι προς την εξέλιξη. Και επιπλέον, ότι όλ' αυτά δεν θα γίνουν αυτόματα. Θα γίνουν με τη συλλογική, συνειδητή προσπάθεια της ανθρωπότητας, οπότε καταλαβαίνετε γιατί έχει σημασία να λειτουργείτε συνειδητά στο σήμερα, αφού φυσικά θα έχουμε επιλύσει τα αυτονόητα προβλήματα περί της οργάνωσης της κοινωνίας. Οι απόγονοί μας στο μέλλον, που θα σπαν το κεφάλι τους στο πώς να φτιάξουν π.χ. έναν πλανήτη πάρκο ολάκερο, για να πηγαίνει διακοπές ο κόσμος με τα παιδιά, θα γελάνε με την σημερινή μας ταπεινότητα που ακόμα έχουμε καπιταλισμό, τον οποίο μάλιστα μερικοί τον θεωρούν “το καλύτερο σύστημα”. “Βρε τα κατακαημένα τα ανθρωπάκια” θα λένε, “τότε είχαν βγάλει τα tablet pc's που είδαμε στο μουσείο προϊστορικής τεχνολογίας προχτέ..”.
Συνδέσαμε λοιπόν στα δύο τελευταία άρθρα μας τα εξής στοιχεία: την μικρότητα του μυρμηγκίου, το μεγαλείο της ανθρώπινης σκέψεως και την υπομονή. Αφού προσγειωθείτε το λοιπόν ξανά, έχοντας τη γαλήνη της βεβαιότητος ότι η συνείδηση θα υπερνικήσει την ανάγκη, οπλιστείτε με επαναστατική αισιοδοξία για το σήμερα. Αγωνιστείτε για τιποτένια, παλαιολιθικά πράγματα όπως φτηνό εισιτήριο στο λεωφορείο και κατάργηση των διοδίων. Γελάστε συγκαταβατικά με την τωρινή κατάντια του συστήματος, σκεφτείτε ότι αύριο-μεθαύριο, τα δεκαεξάκις-εγγονά σας θα κοιτάνε τις φωτογραφίες του πολιτισμού μας και θα σκαν στο γέλιο λέγοντας “ουγκα-ούγκα”. Συνειδητοποιείστε την μικρότητά σας στο αχανές σύμπαν, νιώστε και δουλέψτε σαν μυρμηγκάκι, υπομονετικά. Τολμήστε και οραματιστείτε όσο πάει ο νους σας κι επιστρέψτε. Ξαναγίνετε μυρμήγκι που σκέφτεται διαγαλαξιακά, κι όχι ελέφαντας που σκέφτεται ενδοκαπιταλιστικά. Δύσκολα χρόνια έχουμε, ήρθαν αυτά που έλεγε ο Καζαντζίδης. Αλλά εμείς οι κομμουνισταί είμεθα -εκτός από φωνακλάδες- και αισιόδοξοι άνθρωποι. Δι ευχών.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες