το χωριο μας

Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

κρατιστική εγκληματολογία


 Του Στιούαρτ Κρίστι
Η κρατιστική εγκληματολογία πραγματεύεται το παράνομο έγκλημα το οποίο, ενώ είναι το λιγότερο σοβαρό από τα προβλήματα της κοινωνίας, αντιμετωπίζεται ως το σοβαρότερο. Η ύπαρξη του παράνομου εγκλήματος παρουσιάζεται ως συνηγορία υπέρ του κρά­τους, βάσει της υπόθεσης ότι μόνο μια κυβερνητική μηχανή μπορεί να το εμποδίσει. Σπάνια γίνεται παραδεκτή η ύπαρξη του νόμιμου εγκλήματος, ενώ στην περίπτωση που κάτι τέτοιο συμβεί, όπως έγινε για παράδειγμα με την αναμφισβήτητη εγκληματικότητα του χιτλε­ρικού καθεστώτος, τότε οι κρατιστές εκφράζουν τις αμφιβολίες τους ως προς την νομιμότητα ενός τέτοιου καθεστώτος. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι ναζιστές ηγέτες «δικάστηκαν» σ’ ένα «δικαστήριο» για πράξεις αναμφίβολα νομιμοποιημένες από το γερμανικό κράτος, με βάση την εντελώς φανταστική υπόθεση μιας ανώτερης νομικής αρχής που σε τελική ανάλυση προκύπτει από το γεγονός ότι έχασαν τον πόλεμο στον οποίο ενεπλάκησαν. Ελάχιστες αμφιβολίες μπορεί να υπάρχουν για το ότι και οι Ρώσοι ηγέτες θα μπορούσαν να δουν τα εγκλήματά τους ενάντια στην ανθρωπότητα να ξεσκεπάζονται, στην πραγματικότητα, όμως, έγιναν αποδεκτά ως «νόμιμα» και «πέ­ραν εξωτερικών παρεμβάσεων», διότι οι ένοπλες δυνάμεις τους έτυχε να είναι οι ισχυρότερες με άλλα λόγια, επειδή διατήρησαν την κρα­τική εξουσία.

Η καταγωγή του κράτους, ή η άνοδος οποιασδήποτε άρχουσας τάξης, όσο κι αν η τελευταία αυτοχαλιναγωγείται με δημοκρατικούς ή συνταγματικούς περιορισμούς, δεν διαφέρει από την άνοδο οποιασδήποτε ολιγαρχίας του εγκλήματος· η μαφία, αν είχε διαρκέ­σει περισσότερο ή είχε απλώσει βαθύτερα τις ρίζες της, δεν θα ήταν μια κυβέρνηση του εγκλήματος αλλά μια νόμιμη κυβέρνηση, αν και σε μια τέτοια περίπτωση οι δραστηριότητές της, παρ’ ότι νομιμο­ποιημένες, και πιό εγκληματικές θα ήταν και πολύ πιό εκτεταμένες.
Για το κράτος, τα χειρότερα από τα παράνομα εγκλήματα στα οποία επιβάλλονται οι βαρύτερες ποινές, είναι η προδοσία και η υπο­νόμευση της κρατούσας τάξης. Όμως, αν αυτά είναι επιτυχημένα, δεν είναι καθόλου παράνομα· αν δε η επιτυχία τους είναι απόλυτη, δεν θεωρούνται παράνομα ούτε καν από εκείνους που προδόθηκαν ή ανατράπηκαν. Ο Μπένεντικτ Άρνολντ θεωρείται προδότης παρ’ ότι υποστήριξε την συνταγματική και νόμιμη κυβέρνηση. Ποιός όμως θα χρησιμοποιούσε ποτέ αυτόν τον χαρακτηρισμό για τον επαναστάτη Τζωρτζ Ουάσινγκτον; Μόλις 20 χρόνια μετά τον θάνατό του και ο πιό μισαλλόδοξος Βρετανός συντηρητικός είχε πάψει να το κάνει –τόσο εδραιωμένο στον «νόμο» είναι το κάποτε επαναστατικό Αμερι­κανικό Κράτος! Κάθε χρόνο πάντως, ο Γκάϋ Φωκς γιορτάζεται χλευαστικά σαν προδότης.
Το κράτος, που εγκαθιδρύθηκε διά της βίας και συντηρείται από την καταστολή –σε όποιον βαθμό απαιτείται για την επιβίωσή του– καθορίζει τι είναι νόμιμο. Ένα δικτατορικό κράτος θα νομιμοποιήσει την γενοκτονία ακόμα και του ίδιου του τού πληθυσμού, και θα ήταν ανόητο να υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι «παράνομο» ως προς αυτό. Παράνομες μεθόδους θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα κόμμα που υποστηρίζει ένα τέτοιο πρόγραμμα για την κατάκτηση της εξου­σίας, από την στιγμή όμως που θα την κατακτήσει, όλες του οι πρά­ξεις είναι «νόμιμες». Η αντίσταση γίνεται παράνομο έγκλημα –εκτός από την περίπτωση πολέμου, και τότε μόνο όταν βολεύει την άλλη πλευρά– και θεωρείται ληστεία. Αλλά πώς είναι δυνατόν μια τέτοια αντίσταση να θεωρείται εγκληματικότητα ή έγκλημα κατά της κοινωνίας; Απεναντίας, είναι η ύψιστη αρετή.
Σήμερα είναι της μόδας να μιλάμε περισσότερο για «βία» παρά για «έγκλημα», ωστόσο ισχύει η ίδια λογική. Αυτό που καταγγέλλε­ται από τα ΜΜΕ, δηλαδή η αντίσταση στο κράτος, είναι «παράνομη βία». Αυτό που εγκωμιάζεται και δικαιολογείται, είναι νόμιμη βία. Όταν διαβάζουμε στον Τύπο ότι «τρομοκράτες έκαναν σαμποτάζ σε βάση πυρηνικών πυραύλων», η υποβάθμιση της γλώσσας φθάνει στο αποκορύφωμά της.
Η ιστορία της Ισπανίας προσφέρει ένα διαφωτιστικό παράδειγμα. Όταν οι στρατηγοί στασίασαν ενάντια στο ίδιο το κρά­τος και την πατρίδα –που ενσάρκωναν την δική τους αντίληψη περί καθήκοντος– απλά και μόνο επειδή δεν τους άρεσε ο τρόπος που εξελίσσονταν τα πράγματα, αυτό στιγματίστηκε σαν έγκλημα από την ισπανική κυβέρνηση. Ωστόσο, από κανέναν άλλον δεν θεωρή­θηκε ως τέτοιο, εφ’ όσον έγινε από έναν στρατό που κατείχε την μυστηριώδη γοητεία της «νόμιμης εξουσίας», και όχι από έναν ανορ­γάνωτο όχλο μέσα στους κόλπους των ενόπλων δυνάμεων. Ο στρα­τός σύντομα έγινε κυβέρνηση και η κατάσταση στο διεθνές επίπεδο ομαλοποιήθηκε με την επικράτηση της αντίληψης ότι υπάρχουν δύο de facto κυβερνήσεις –μία συνταγματική και μία στρατιωτική– ενώ το βραβείο τού να είναι de jureκυβέρνηση θα δινόταν σε όποια κέρδιζε τον εμφύλιο πόλεμο. Δεν θεωρούσαν, εν τούτοις, παράνομο, «βίαιο», ούτε και «τρομοκρατικό», το να συνταχθεί κανείς με την μία ή την άλλη πλευρά.
Μετά την νίκη του Φράνκο, πολλοί δεν δέχθηκαν αυτό το γεγονός· καθώς όμως σύντομα ακολούθησε ο [Β΄] Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν υπήρξε καθολική καταδίκη. Η Βρετανία είχε συμφέρον να ενισχύσει τις αντιστασιακές δυνάμεις στην κατε­χόμενη από τους ναζί Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ισπα­νίας. Απέφυγε να επιτεθεί εναντίον τους, ενώ, σε ορισμένες περι­πτώσεις, τις χρησιμοποίησε. Η ίδια αντίσταση, χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους, συνεχίστηκε –στο μέτρο βέβαια που αφορούσε τους αναρχικούς– για μια ολόκληρη γενιά μετά. Ωστόσο, μετά το 1945, έγινε «εγκληματική», «τρομοκρατική» και –η μεγαλύτερη μεταμόρ­φωση απ’ όλες– «βίαιη», ενώ οι ψευδολογίες ότι η αντίσταση είχε κατά κάποιον τρόπο γίνει αντικοινωνική επειδή ήταν «βίαιη», ήταν τόσο διαδεδομένες, ώστε εισχώρησαν και μέσα στις γραμμές των ίδιων των ελευθεριακών.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει στις μέρες μας ο κόσμος, είναι οι τεράστιες δυνάμεις που σήμερα διαθέτει το κράτος και διαχειρίζεται το κατεστημένο. Σε σύγκριση με αυτές τις δυνάμεις του θανάτου, της καταστροφής και της καταλήστευσης, οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα επισκιάζεται. Αλλά αυτή η μορφή του νόμιμου εγκλήματος –ακόμη κι αν έχουμε δει πόσο εύκολα μπορεί να δια­πραχθεί από αυτούς που θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, νόμιμο ή παράνομο, προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο του κράτους και να μπορούν να εγκληματούν ενάντια στην ίδια την κοινωνία– ελάχι­στα ελκύει την προσοχή, προσοχή που αν επιδειχθεί, απορρίπτεται ως εκκεντρικότητα· η «ζώνη προστασίας» έχει αναλάβει αυτά τα ζητήματα. Με την πλήρη υποστήριξη των δημοφιλών ΜΜΕ όμως, ολόκληρος ο πληθυσμός, κάθε βαθμού ευφυΐας, μπορεί να κυριευθεί από μανία ενάντια σε μια χούφτα παιδαρέλια που βγαίνουν το σαββατόβραδο και αρπάζουν τσάντες.
Στην Αγγλία δεν διατρέχεις κανέναν κίνδυνο όποια ώρα κι αν περπατάς στους δρόμους, και μάλιστα ο δείκτης εγκληματικότητας είναι τόσο χαμηλός ώστε τα εγκλήματα εναντίον προσώπων είναι φυσικό να ελκύουν πολύ περισσότερο την προσοχή της κοινής γνώμης απ’ ό,τι σε άλλες χώρες, στις οποίες αυτά αποτελούν τον κανόνα. Είναι απολύτως σωστό τα εγκλήματα εναντίον προσώπων να αντιμετωπίζονται με αποτροπιασμό, όμως αυτός εκδηλώνεται με μια μόνιμη και εμπρη­στική εκστρατεία που φθάνει σε μεγάλο βάθος, προκειμένου να αυξηθεί η ισχύς του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους που είναι ο μεγαλύτερος και ο πιό αναξιόπιστος εγκληματίας απ’ όλους. Πιστεύεται ότι δεν υπάρχει σοβαρότερο επιχείρημα εναντίον μιας α-κρατικής κοινωνίας από την αξίωση των ανθρώπων να προστα­τεύονται τα πορτοφόλια τους από την αρπαγή τους από κακοποιά στοιχεία, από το ίδιο το κράτος που λυμαίνεται ακριβώς αυτά τα πορτοφόλια. Ακόμη και η ιδέα ότι ένα ποσοστό των νεαρών κλεφτών ίσως έχουν δέρμα διαφορετικού χρώματος, ή ότι προέρχονται από ένα πολιτιστικό περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο της πλειοψη­φίας, αρκεί για να δικαιολογήσει τις αξιώσεις των πλέον εγκληματι­κών κρατιστών, στο μυαλό ενός ανησυχητικά μεγάλου αριθμού ατόμων.
Αυτό το πρόβλημα είναι όντως μικρότερης σημασίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να το παραβλέψουμε. Μια ελευθεριακή εγκληματολογία θα πρέπει να είναι έτοιμη να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα που δημιουργούνται από τα εγκλήματα ενάντια στην κοινωνία, διαφοροποιώντας τα σαφώς από τα εγκλήματα ενάντια στο κράτος, τα οποία συχνά δεν είναι καθόλου εγκλήματα, ή από τα εγκλήματα τουκράτους ενάντια στην κοινωνία, τα οποία είναι συντριπτικά περισσότερα και συνι­στούν το αναρχικό επιχείρημα ενάντια στον κρατισμό.
Ένας αναρχικός δεν μπορεί να εγκληματεί ενάντια στην κοινωνία. Αυτό μπορεί να το ισχυρισθεί κανείς με δογματική βεβαιότητα διότι ένας άνθρωπος ένοχος για βιασμό, αντικοινωνικό φόνο, εκμετάλ­λευση, πάθος να κυβερνά, ή για άσκηση εξωτερικού καταναγκασμού πάνω σε άλλους ανθρώπους, αυτομάτως δεν μπορεί πλέον να είναι αναρχικός, όπως δεν μπορεί να είναι χορτοφάγος αυτός που τρώει χοιρινές μπριζόλες, ροστ-μπιφ ή κοκκινιστό αρνί. Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο ένα άτομο κατανοεί την τάδε ή την δείνα ιδεολογία, ή υποστηρίζει την τάδε ή την δείνα οργάνωση, αλλά κατά πόσο είναι αυτό που πρεσβεύει ότι είναι. Να προσθέσουμε ότι τα διαχωριστικά όρια μεταξύ εξουσιαστή και ελευθεριακού πουθενά δεν διακρίνονται καθαρότερα απ’ ό,τι στο έγκλημα.
Ένας αναρχικός συχνότατα στιγματίζεται σαν εγκληματίας από το κράτος, ή μπορεί να αναμειχθεί σε δραστηριότητες που αντιστρα­τεύονται τα συμφέροντα του κράτους. Η αναρχική φιλοσοφία είναι από την φύση της εχθρός του κράτους. Ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό ένας αναρχικός να αναμειχθεί σε παράνομες δραστηριότητες, ποτέ όμως σε αντικοινωνικές.
Για παράδειγμα, είναι αντικοινωνική η διάρρηξη; Οι νόμοι περί ιδιοκτησίας αντιμετωπίζουν όλες τις μορφές διάρρηξης με την ίδια αυστηρότητα. Όμως, υπάρχει αντικοινωνική διάρρηξη και παράνομη διάρρηξη (για να μην αναφέρουμε την νόμιμη διάρρηξη που είναι η χειρότερη απ’ όλες). Ο κερδοσκόπος, ή ο ανέντιμος χρηματιστής που καταληστεύει τις οικονομίες του κόσμου είτε νόμιμα είτε παράνομα –η διαχωριστική γραμμή είναι πολύ λεπτή στην πράξη– είναι αντι­κοινωνικός. Αλλά μπορούμε να πούμε ότι ο διαρρήκτης που ληστεύει τράπεζες, εφορίες ή γραφεία στοιχημάτων, είναι αντικοινω­νικός; Όχι ότι μυθοποιούμε τέτοιους ανθρώπους (δεν είναι απαραί­τητα Ρομπέν των Δασών), αλλά δεν αποτελούν καμιά απειλή για την κοινωνία, δηλαδή για τους φιλήσυχους πολίτες.
Για να ξαναγυρίσουμε στις εφηβικές συμμορίες, οι οποίες, συνει­δητοποιώντας ότι λίγοι οργανωμένοι πάντα νικούν μια μάζα ασύνδε­των μεταξύ τους ατόμων, υιοθετούν, αναμφίβολα, έναν φτηνό κι εύκολο τρόπο για να ξεφύγουν από την άμεση φτώχεια τους, και αποτελούν μια πληγή για την κοινωνία: υπακούουν στον νόμο της αστικής κοινωνίας που λέει «πλούτισε»· υποκινούνται από τις σαγη­νευτικές διαφημίσεις που δείχνουν τις αμοιβές στις οποίες μπορούν να ελπίζουν· είναι μικροεξουσιαστές που δείχνουν την δύναμή τους (συλλογική) ενάντια στην αδυναμία (ατομική). Αν γίνονταν ελευθε­ριακοί δεν θα έκλεβαν πορτοφόλια παρά μόνο μέσα στην Εθνική Αθλητική Λέσχη, και έτσι οι κλοπές τους θα στρέφονταν ενάντια στην στρατιωτική μηχανή.
Ωστόσο, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σχετικά με το πώς θα τους αντιμετώπιζαν τα ΜΜΕ και, τελικά, η αστυνομία και τα δικαστήρια. Δεν θα ήταν πιά μια μη πολιτική πληγή ενάντια στην οποία η θερα­πεία θα ήταν μια αστυνομική δύναμη με υψηλό βαθμό πολιτικοποίη­σης. Αντίθετα, θα ήταν μια «απειλή για την κοινωνία», μια «επικίν­δυνη εγκληματική συνωμοσία» υπονόμευσης των θεμελίων της κοινωνικής συμβίωσης. Τώρα, είναι εντελώς αδιάφορο αν οι εγκλη­ματίες είναι σοσιαλιστές ή συντηρητικοί, φιλελεύθεροι ή φασίστες· πράγματι, στην πλειοψηφία τους, τείνουν προς έναν δεξιό ή κεντρώο εξτρεμισμό, και γι’ αυτό είναι κοινωνικά αποδεκτοί –εκτός κι αν ανήκουν σε μια φυλετική μειονότητα οπότε συνιστούν «εθνική απειλή». Αν ήταν ελευθεριακοί, τότε όχι μόνο θα χαρακτηρίζονταν ως οι μεγαλύτεροι εγκληματίες, αλλά και ολόκληρο το ελευθεριακό κίνημα θα θεωρείτο υπεύθυνο, όχι μόνο διεθνώς, αλλά και εις τους αιώνας των αιώνων –ακόμη κι αν θεωρούνταν αναρχικοί μόνο από τις πράξεις τους, χωρίς οι ίδιοι να αυτοχαρακτηρίζονται έτσι. Επι­πλέον, η επίδραση στο κοινό θα ήταν να υποβιβάσουν τις πράξεις τους σε μια απλή υπόθεση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και στην εξάλειψη της προσωπικής βίας ή του στοιχείου της εκμετάλ­λευσης.
Η «κοινωνία» –δηλαδή, η όλη διαδικασία της συμβίωσης– τίθεται σε κίνδυνο εξ αιτίας της προσωπικής βίας –δηλαδή, ο ένας εναντίον του άλλου. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να καταδικάζουμε την βία συνολικά και να εξισώνουμε τις αμυντικές με τις επιθετικές μορ­φές βίας. Ήταν «φόνος» η πράξη για την οποία ενοχοποιήθηκε η Μαρία Σπριντίνοβα –όταν πυροβόλησε και σκότωσε τον στρατηγό του Τσάρου που ήταν ένοχος για αμέτρητους αντικοινωνικούς φόνους– και για την οποία με επιμονή ζητούσε να αναλάβει την ευθύνη; Πρέπει αυτή να καταδικαστεί ως «τρομοκράτισσα» και αυτός να αναγορευτεί «θύμα της τρομοκρατίας»; Αυτό δεν είναι παρά μια προέκταση της κρατιστικής ιδεολογίας που λέει ότι εμείς, όχι μόνο μπορούμε αλλά και πρέπει να σκοτώνουμε, να βιάζουμε και να αρπάζουμε χάριν του κράτους, και να μην αντιστεκόμαστε ποτέ στο κακό που, βάσει των ισχυρισμών του κράτους, είναι νόμιμο, κάτι που αποτελεί ένα εύχρηστο δόγμα για τους δικαστές.
Ποιά, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η πηγή του ηθικού μας προσανα­τολισμού; Συνήθως ήταν η Εκκλησία, αυτός ο υπηρέτης του κρά­τους. Συχνά η διαστροφή της έφθασε στο σημείο να υπερασπίζεται το κράτος ό,τι κι αν αυτό έκανε. (Ο φόνος δεν ήταν φόνος όταν ήταν νόμιμη σφαγή, ενώ οι επίσκοποι ευλογούσαν τα λάβαρα των πολε­μιστών.) Η ηθική που πολύ συχνά δίδαξαν οι επίσκοποι, ήταν ελάχιστα καλύτερη από το ηθικό χάος που υποτίθεται ότι καταπολε­μούσαν. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, κάποτε τους ανθρώπους συγκρατούσε μια ιδεατή ηθική που χαρακτήριζε κάποιες πράξεις ως κακές και άλλες ως ηθικά επιλήψιμες. Η ιδεατή ηθική είχε ως έρει­σμα μια κενή περιεχομένου πρόληψη στην οποία σήμερα δεν πιστεύει κανείς. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν ενδοιασμοί τους οποίους θα μπορούσε κανείς λογικά να υποδείξει –τι να πει μια αδύ­ναμη ή ηλικιωμένη γυναίκα για να αποτρέψει έναν κακοποιό που της επιτίθεται σ’ έναν απόμερο δρόμο; Ότι τον βλέπει ο Θεός; Στην καλύτερη περίπτωση, θα την θεωρήσει μια ακίνδυνη, εκκεντρική γριά.
Η κοινότητα είναι –και ανέκαθεν υπήρξε– η μόνη πραγματική ηθική δύναμη. Η πίστη στην αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια, την εγγυημένη ελευθερία, που είναι η μοναδική εγγύηση για μια ειρηνική κοινωνία, είναι ριζωμένη στον αναρχισμό, ενώ το κράτος όχι μόνο αποδοκιμάζει αλλά και καταπνίγει τέτοιες αντιλήψεις.
Παράλληλα με την έλλειψη ηθικών κυρώσεων για τα εγκλήματα ενάντια στην κοινωνία, προβάλλει η απαίτηση για αυξημένες νομικές κυρώσεις, που όμως δεν αποτρέπουν ούτε κατ’ ελάχιστο το έγκλημα. Αποφέρει η εμπιστοσύνη στην αστυνομία το επιθυμητό αποτέλεσμα; Αν πάρετε τις εφημερίδες οποιασδήποτε σύγχρονης πρωτεύουσας, θα διαπιστώσετε πως δεν το κάνει. Η ενίσχυση της δύναμης της αστυ­νομίας μπορεί να καταστείλει την υπονόμευση, αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το έγκλημα διότι αυτό απλώνεται στην κυριολεξία παντού. Μπορεί να διαλύσει ένα τυπογραφείο, δεν μπορεί όμως να περιπολεί σε κάθε λεωφόρο ή απόμερο δρόμο. Και όσο ισχυρότερη και αποτελεσματικότερη μπορεί να είναι η αστυνομική δύναμη, τόσο πιό αδύναμο και λιγότερο οργανωμένο είναι το κοινό που ζητά προ­στασία.
Διότι για να είναι το κράτος τα πάντα, οι άνθρωποι πρέπει να μην είναι τίποτα· για να είναι η αστυνομία αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, οι άνθρωποι πρέπει να είναι αδρανείς. Η αστυνομία ενθαρρύνει την συνεργασία· σίγουρα θέλουν άτομα ως πληροφοριοδότες, ως βοηθητικούς. Αν όμως οι άνθρωποι είναι αρκετά δυνατοί για να αντιμετωπίσουν τις όποιες αντικοινωνικές ενέργειες, η αστυνομία δεν είναι τίποτα. Φανταστείτε μια εργατική περίπολο ικανή να αντιμετωπίσει τοπικά παραπτώματα εκμετάλλευ­σης και καταπίεσης, να καταστείλει βιαστές και να αντιμετωπίσει διαρρήξεις –και, φανταστείτε την, να γίνεται αποδεκτή μέσα σε μια κρατιστική κοινωνία!
Αφού θέσει κανείς τα προβλήματα της εγκληματικότητας με σωστό τρόπο, αυτό που μένει είναι να τα αντιμετωπίσει. Η αντιμε­τώπιση αυτή δεν κατέλαβε αρκετό χώρο στην αναρχική θεωρία και ο Πέτρος Κροπότκιν την προσπέρασε περιφρονητικά. Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν θα υπάρχει έγκλημα. Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτη­σίας θα εξαφανισθούν, όταν θα εξαφανισθεί η έννοια της ιδιοκτη­σίας. Παρ’ όλα αυτά, η όποια κριτική της παρεκκλίνουσας συμπερι­φοράς και της εγκληματολογίας από ελευθεριακή άποψη, οφείλει πολλά στον Κροπότκιν και επίσης, πιό πρόσφατα, στις καινοτόμες μελέτες του Άλεξ Κόμφορτ.
Διότι, αν και η εγκληματολογία αποτελεί ένα από τα δευτερεύο­ντα, σε σχέση με τα εγκλήματα των κρατιστών, ενδιαφέροντα τής κοινωνίας ως σύνολο, έχει μεγάλη σημασία ως έσχατη αμυντική θέση του κρατισμού. Κατά συνέπεια, η εγκληματολογία πρέπει να διασωθεί ως επιστημονικός κλάδος από τους κρατιστές, ενώ πρέπει να ξέρουμε πώς ανακύπτουν τα προβλήματα της εγκληματικής συμπεριφοράς και πώς αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί. Μέχρις ότου μια πειστική αναρχική εγκληματολογία μπορέσει να δείξει ότι η κοινωνία μπορεί να ζήσει ειρηνικά, χωρίς μια θεσμοποιημένη αστυ­νομική δύναμη και χωρίς την απάνθρωπη εφεύρεση του σωφρονιστι­κού συστήματος, οι άνθρωποι θα στρέφονται προς το εγκληματικό κράτος –απρόθυμα– και, αν και εξαρτημένοι από αυτό, θα ελπίζουν ότι με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις ίσως μπορέσουν να το κάνουν κάπως λιγότερο εγκληματικό.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

ΑΓΑΠΗΤΕ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΕ

http://antipetroula.blogspot.com/
Σε λέω αγαπητό, παρότι…

  με είχες φιλοδωρήσει με ένα φάκελο ικανό να φράξει το δρόμο τα ζωής μου.

Και  στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου με μια παρέα συναδέλφων σου μας είχατε δείρει, όσο τραβούσε η όρεξή σας, γιατί φωνάζαμε για το δίκιο.


Σε λέω, λοιπόν, αγαπητό, γιατί μεγαλώσαμε μαζί. Γιατί φάγαμε μαζί το ψωμί της φτώχειας. Δουλεύοντας είκοσι ώρες το 24ωρο, για να καλοτρώει το τεμπελχανείο των πάσης φύσεως παρασίτων.
Πρέπει όμως να σου εξομολογηθώ ότι για ένα χρονικό διάστημα σε μισούσα.

Γιατί σε έβλεπα να κακομεταχειρίζεσαι τ’ αδέλφια μας: Τους αγρότες, τους εργάτες, τη φτωχολογιά. Με τα ροζιασμένα χέρια και τα πονεμένα πρόσωπα. Τη στιγμή, που φωνάζουν για το δίκιο τους. Που μονίμως καταπατούν τα παχύδερμα του κατεστημένου.

Σε μισούσα. Γιατί σε έβλεπα σαν τους γενίτσαρους. Που οι Τούρκοι τους άλλαζαν την πίστη, τη συνείδηση και την καρδιά. Και τα έκαναν τους φοβερότερους εχθρούς εκείνων, που τα γέννησαν. Για ν’ απολαμβάνουν ανενόχλητοι τα πλούτη, που άρπαζαν απ’ τους σκλαβωμένους λαούς. Όπως σήμερα απ’ τον ελληνικό λαό οι βδέλλες της ολιγαρχίας.



Μετά όμως έπαψα να σε μισώ. Γιατί κατάλαβα πως δεν είσαι ο θύτης αλλά το θύμα.

Αφού τ’ αφεντικά σε μεταχειρίζονται, όπως θέλουν, αλλά δεν σε πληρώνουν ανάλογα με τις ανάγκες σου. Και την επικίνδυνη, συνήθως, εργασία, που κάνεις.

Κι ακόμη, γιατί είσαι παγιδευμένος. Αφού έχουν ριζώσει μέσα στη συνείδησή σου την απατηλή πεποίθηση ότι είσαι ο εκπρόσωπος και ο εφαρμοστής του νόμου. Κι εσύ νιώθεις, ίσως, περήφανος γι’ αυτό.

Αναλογίστηκες όμως ποτέ τι, σε μεγάλο βαθμό, αντιπροσωπεύει ο νόμος;

Έπρεπε ν’ αντιπροσωπεύει τη δικαιοσύνη. Αυτή την όμορφη ιδέα και ορμή, που φύτεψε ο Θεός μες στις καρδιές μας. Για να καταλαβαίνουμε ότι οφείλουμε να απολαμβάνουμε όλοι τ’ αγαθά, που μας έδωσε ο Θεός.

Αλλά πλάι στη δικαιοσύνη φύτεψε και ο διάβολος τα δηλητηριώδη αγκάθια της αδικίας. Σύμφωνα με την οποία τ’ αγαθά πρέπει να τα ’χουν οι λίγοι. Για να μπορούν να καταδυναστεύουν το κοπάδι των πολλών.

Και αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα αντιπροσωπεύει ο νόμος στην κοινωνική του διάσταση: Τα ληστρικά πλούτη των ελαχίστων και τη φτώχεια και τη δυστυχία των περισσοτέρων.

Ξημεροβραδιάζεσαι σε ατέλειωτες βάρδιες. Κουράζεσαι και διακινδυνεύεις. Για να εξιχνιάσεις κάποια εγκλήματα. Ή να συλλάβεις κάποιους ληστές ή διαρρήκτες.

Αναλογίστηκες όμως ποτέ πως οι μεγαλύτεροι κλέφτες και διαρρήκτες μπορεί να είναι αυτοί, που προστατεύει ο νόμος κι εσύ; Και που τόσο χειρότεροι μπορεί να είναι, όσο μεγαλύτερη κουστωδία αστυνομικών χρειάζονται. Κι ακόμη χειρότεροι μπορεί να είναι αυτοί, που κάνουν τους νόμους. Αφού οι νόμοι είναι «κατ’ εικόνα και ομοίωση δική τους. Δηλαδή σαρξ εκ της σαρκός της αδικίας.
Και γι’ αυτό ακριβώς δεν θα πρέπει να αισθάνεσαι καθόλου περήφανος.

Και σκέφτεσαι πόσο αστείο και συνάμα θλιβερό είναι να καταδιώκεις τους ψιλικατζήδες της εγκληματικότητας και να προστατεύεις τους χοντρέμπορους και επιχειρηματίες της κακουργίας!
Να δέρνεις τους μικροαπατεώνες. Κι από το άλλο μέρος να στέκεσαι προσοχή και να υποκλίνεσαι και να είσαι έτοιμος να δώσεις ακόμη και τη ζωή σου για την τιμή και το συμφέρον και την υπόληψη των μεγαλοαπατεώνων!…

Και το ακόμη χειρότερο, να χτυπάς απάνθρωπα τα’ αδέρφια σου και τους γονείς σου. Που φωνάζουν για το δίκιο τους. Που το καταπατούν οι εχθροί εκείνων και του εαυτού σου. Στο όνομα της αδικίας. Επιτήδεια τυλιγμένης με το χρυσόχαρτο της νομιμότητας. Για να εξαπατούν και να φοβίζουν εσένα και το λαό.

Και το πάντων φοβερότερο: . Να χτυπάς και δηλητηριάζεις με τα’ ασφυξιογόνα τους συμπολίτες σου. Επειδή διαμαρτύρονται-όπως τώρα- για την εφιαλτική προδοσία και το ξεπούλημα της πατρίδας. Που ήρωες και μάρτυρες πότισαν με το αίμα τους και λευτέρωσαν με τη θυσία της ζωής τους!

Αλλά ως πότε οι άνθρωποι του λαού θα χτυπιόμαστε και θα σκοτωνόμαστε μεταξύ μας. Όχι απλά «για τα’ αφέντη το φαΐ», όπως λέει ο Βάρναλης. Αλλά, για να πλουτίζουν και να ασωτεύουν οι ντόπιοι κοπρίτες και οι διεθνείς μεγαλοαπατεώνες. Και να καγχάζουν σε βάρος μας!

Σε λέω, λοιπόν, αγαπητό, γιατί κατάλαβα.

Εύχομαι ολόψυχα κι εσύ να καταλάβεις. Και να βοηθήσεις. Για ν’ απαλλάξουμε το νόμο απ’ την αδικία και την πατρίδα μας απ’ την έσχατη προδοσία και την ανελέητη και καλπάζουσα, τώρα, λεηλασία.

Για να νιώθεις κι εσύ δίκαια περήφανος. Αλλά και αξιαγάπητος απ’ όλους τους τίμιους και πατριώτες Έλληνες!

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

one night stand



"ONE NIGHT STAND"
Ο όρος «one night stand» μπήκε στη ζωή μας
σχετικά πρόσφατα. Ανέκαθεν οι Έλληνες και οι Ελληνίδες είχαν ερωτικές
σχέσεις που διαρκούσαν μια βραδιά, αλλά δεν ήξεραν πως αυτές
αποκαλούνται «one night stand» και αυτό είχε ως αποτέλεσμα για πολλά
χρόνια να νομίζουν πως απλώς έβγαζαν τα μάτια τους με κάποιον άνθρωπο
που τους ήταν εντελώς άγνωστος.

Αυτό δημιουργούσε ενοχές
-ιδιαίτερα στις γυναίκες-, οπότε ευτυχώς που μάθαμε πως το να
φασώνονται δυο άνθρωποι που μόλις γνωρίστηκαν λέγεται οne night stand -
οπωσδήποτε είναι προτιμότερο να λες πως έκανες ένα one night stand παρά
πως είσαι της ξεπέτας.

Πριν εμφανιστεί ο όρος one night stand,
οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν μετά το κουτούπωμα - άλλοι
έπιαναν την πάρλα, άλλοι έκοβαν έναν υπνάκο, άλλοι το έβαζαν στα πόδια,
άλλοι το έριχναν στο διάβασμα, άλλοι κάπνιζαν τρία πακέτα τσιγάρα και,
γενικότερα, επικρατούσε ένα χάος πάνω στο κρεβάτι.

Ευτυχώς, μαζί
με τον όρο one night stand μάθαμε και τους κανόνες του παιχνιδιού,
οπότε δεν μπορούσε πια ο καθένας να κάνει του κεφαλιού του και μπήκαν
επιτέλους τα πράγματα σε μια τάξη.

Διαπιστώνουμε πως κάποιες
ξένες λέξεις ή φράσεις έχουν απλοποιήσει πολύ τη ζωή μας γιατί
οπωσδήποτε είναι πιο εύκολο να πεις στους φίλους σου «Πάμε για πικνίκ;»
παρά να τους πεις «Ρε μάγκες, είστε να πάρουμε φαγητά και ποτά και να
πάμε να στρώσουμε ένα τραπεζομάντηλο μέσα σε ένα χωράφι για να την
κάνουμε ταράτσα;».

Το one night stand εξαρτάται αποκλειστικά από
τη γυναίκα γιατί αυτή αποφασίζει αν θα σας κάτσει - εκτός, βέβαια, αν
είστε από εκείνους τους τύπους που αρπάζουν τις γυναίκες από τα μαλλιά
και τις σέρνουν βίαια μέχρι τη σπηλιά τους.

Μιας και η γυναίκα
επιλέγει, το λογικό θα ήταν να καθίσετε σε μια γωνιά και να περιμένετε
να έρθει να σας μιλήσει αλλά, αν μοιάζετε με τον Τζορτζ Κλούνεϊ,
υπάρχει ο κίνδυνος να νομίζει πως δεν θα της κάτσετε με τίποτα και να
βολευτεί με κάποιον παρακατιανό - οπότε, καλό θα ήταν να θυμάστε να
ρίχνετε πού και πού καμιά ματιά γύρω σας.

Το ιδανικό θα ήταν να
εντοπίζετε γυναίκες που μοιάζουν πρόθυμες για όλα, αλλά κοιτάξτε να
παίρνετε προφυλάξεις γιατί σέρνονται και αρρώστιες.

Προτιμήστε
γυναίκες που φοράνε αποκαλυπτικά ρούχα γιατί έχει παρατηρηθεί πως οι
γυναίκες τις ημέρες της ωορρηξίας κυκλοφορούν σχεδόν ξεβράκωτες - το
γεγονός πως οι γυναίκες τους καλοκαιρινούς μήνες ντύνονται ελαφρά δεν
σημαίνει απαραίτητα πως ψάχνουν απελπισμένα για επιβήτορα αφού, σύμφωνα
με έρευνες, οι γυναίκες υποφέρουν από τη ζέστη όσο και οι άντρες.

Παράλληλα,
θα ήταν χρήσιμο να θυμάστε πως οι γυναίκες που κάνουν γυμνισμό δεν
είναι μητρομανείς - απλώς, θέλουν να μαυρίσουν παντού.

Ο κανόνας
που δεν πρέπει να ξεχνάτε ποτέ είναι ότι δεν πρέπει να την πέφτετε στην
πιο ωραία της παρέας γιατί την πολιορκεί όλος ο αντρικός πληθυσμός και
δεν θα έχετε μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.

Είναι προτιμότερο να
την πέσετε στη φίλη της, αλλά μην ακολουθήσετε όλοι μαζί αυτόν τον
κανόνα γιατί έτσι θα πολιορκείτε όλοι την ασχημούλα και αυτό θα έχει ως
συνέπεια αφενός να δημιουργηθεί μεγάλος ανταγωνισμός και αφετέρου η
όμορφη φίλη της να μείνει μπουκάλα.

Ακόμα κι αν δεν σας κάτσει η
ασχημούλα, θα ζηλέψει η ωραία, θα πιαστεί μαλλί με μαλλί με την κολλητή
της, οπότε κι εσείς θα απολαύσετε το συναρπαστικό θέαμα και θα νιώσετε
περήφανος επειδή γίνατε η αιτία να χαλάσει μια φιλία - δεν υπάρχει
λόγος να νιώσετε τύψεις, αφού δυο γυναίκες που τσακώνονται για έναν
άντρα που δεν γνωρίζουν, είναι ολοφάνερο πως είναι για τα μπάζα.

Δεν
πρέπει ποτέ να πείτε σε μια γυναίκα πως το μόνο που θέλετε είναι ένα
one night stand. Κατά συνέπεια, απαγορεύεται να της πείτε «θα είσαι το
έκτο συνεχόμενο one night stand που θα κάνω» γιατί μπορεί να έχετε
πέσει σε κακό άνθρωπο και να θελήσει να σας σπάσει το σερί.

Από
την άλλη, μην αρχίσετε να λέτε «δεν κοιμάμαι ποτέ με μια γυναίκα από
την πρώτη βραδιά επειδή μετά αισθάνομαι φθηνός», γιατί το πιθανότερο
είναι πως θα κόψει λάσπη - παίζει βέβαια και το ενδεχόμενο να καταλάβει
πως είστε δύσκολος και να θελήσει να σας αποπλανήσει.

Ακόμα και
στην περίπτωση του σεξ της μιας βραδιάς δεν υπάρχει λόγος να μη
φερθείτε σαν τζέντλεμαν. Μπορεί να βρίσκεστε στο κρεβάτι με μια γυναίκα
που το πιθανότερο είναι πως δεν θα ξαναδείτε ποτέ στη ζωή σας, αλλά
αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να προσπαθήσετε να ανακαλύψετε το
σημείο G. Προσέξτε, όμως, γιατί έχει χαθεί πολύς κόσμος ενώ εξερευνούσε
αυτές τις περιοχές - καλό θα ήταν να πάρετε μαζί σας ένα φακό και μια
σφυρίχτρα.

Αν ακούτε κραυγές και επιφωνήματα, αυτό σημαίνει πως
είστε σε καλό δρόμο αλλά, αν πέσει βουβαμάρα, ρίξτε καλού κακού μια
ματιά μπας και έχει ξεραθεί στον ύπνο - κρίμα είναι να βάζετε εσείς τα
δυνατά σας και η άλλη η αναίσθητη να κοιμάται του καλού καιρού.

Αν
ακούσετε γέλια, είναι επειδή τη γαργαλάτε αλλά αυτό δεν πρέπει να σας
πτοήσει - πάλι είστε σε καλό δρόμο γιατί όλες οι γυναίκες δηλώνουν πως
τους αρέσουν οι άντρες που τις κάνουν να γελάνε.

Πολλοί άντρες
συμπεριφέρονται σαν κτήνη κατά τη διάρκεια του one night stand -
βέβαια, και πολλές γυναίκες συμπεριφέρονται σαν κτηνάρες αλλά αυτό,
περιέργως, δεν γίνεται ποτέ θέμα.

Ό,τι κι αν έχει συμβεί στο
κρεβάτι, το πρωί μπορείτε να πεταχτείτε σε ένα ανθοπωλείο και να της
αγοράσετε λουλούδια∙ αν η γνωριμία σας έχει γίνει σε μπουζουξίδικο, θα
ήταν έξυπνο εκ μέρους σας να αγοράσετε δυο τρία πανέρια γαρύφαλλα από
τη λουλουδού, ώστε να μη χρειάζεται να τρέχετε για λουλούδια μέσα στ'
άγρια χαράματα - μπορείτε να τα μαζέψετε και από την πίστα ενώ αυτή
βρίσκεται στην τουαλέτα, για να γλιτώσετε και τα περιττά έξοδα.

Μη
βάλετε τα λουλούδια πολύ κοντά στο κρεβάτι γιατί μπορεί να 'ναι
αλλεργική, οπότε θα την πιάσει φαγούρα και θ' αρχίσει να φταρνίζεται
σαν τρελή.

Αν το one night stand έχει γίνει στο σπίτι της,
μπορείτε να της φτιάξετε πρωινό και να της το πάτε στο κρεβάτι. Αν,
παρ' όλα αυτά, συνεχίσει να ροχαλίζει, εσείς μπορείτε να φανείτε
τζέντλεμαν για μια ακόμα φορά και να της μαγειρέψετε ένα ταψί παστίτσιο
για να έχει κάτι να τσιμπήσει το μεσημεράκι.
Δεν
είναι λίγες οι φορές που ένα one night stand καταλήγει σε μόνιμη σχέση
ή ακόμα και σε γάμο. Αυτό στην αρχή λέγεται «κεραυνοβόλος έρωτας», αλλά
μετά από δέκα χρόνια συμβίωσης υπάρχει η πιθανότητα ο άντρας να νιώθει
την επιθυμία να θυμίζει κάθε μέρα στην καλή του πως φασώθηκε μαζί του
αν και τον γνώριζε μόνο δυόμισι ώρες.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

ΕΛΛΑΔΑ

http://vasiliskos2.blogspot.com/                                          ΤΙ ΜΕΘΥΣΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ! ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΡΑΤΗΣΕ ΕΙΠΑΜΕ?

Ο καπιταλισμός. Ο επίγειος παράδεισος. Εκείνο το ατέλειωτο μεθύσι που ισοπέδωσε τα πάντα. Κυρίως την εποχή του 80 ε? Γύρω γύρω ναι υπήρχαν κάτι ενοχλητικές λεπτομέρειες. Κάτι πόλεμοι μακρινοί, μερικά εκατομύρια κόσμος που ψωμολύσαγε, ναι υπήρχε κι εκείνο το δηλητήριο που απλωνόταν σιγά σιγά πάνω στο νερό, τη γη, τον αέρα, το φαί μας αλλά υπήρχαν τόσα όνειρα που γινόντουσαν πραγματικότητα. Ποιος χέστηκε γι΄αυτές τις ενοχλητικές λεπτομέρειες.
Και το κράτος? Στα σκουπίδια. Τι σεβασμός κι αηδίες. Εδώ γεννιόντουσαν οι νέοι προφήτες. Οι Μεσσίες των προσωπικών παραδείσων!!

Εκείνα τα μίζερα κομποδέματα βγήκαν κάτω από τα στρώματα και δόθηκαν απλόχερα στους οργανοπαίχτες της μεγάλης αλλαγής. Τους τα κολλήσαμε στο κούτελο, κέρασμα, για τα απίστευτα κομμάτια που μας έπαιζαν για να χορεύουμε. Οι μεσίτες, οι χρηματιστές έκαναν θαύματα που ούτε ο ταπεινός Ιησούς δεν είχε κατορθώσει να κάνει. Τι άρτος και ψάρια που πολλαπλασιάζοναι. Εδώ σπίτια και πολλαπλασίάζονταν, εξοχικά, αυτοκίνητα, έπιπλα, ρούχα, κοσμήματα, ολόκληρες Βαβέλ χτίστηκαν σε μια νύχτα. Ανθρωποι ασήμαντοι και ανώνυμοι περπάταγαν με τις τσέπες να στενάζουν από τα πεντοχίλιαρα που ήταν τελικά πετσετάκια....

Η επέλαση των καρτών, των δανείων, οι καινούργιοι μας φίλοι οι Τράπεζες. Εκεί που η γιαγιά υπηρέτρια από το χωριό δεν είχε τολμήσει να πατήσει ποτέ το πόδι παρά μόνο συνοδεύοντας τη κυρά της όταν πήγαινε να εισπράξει τα νοίκια, τα εγγόνια έμπαιναν πλέον και γάμαγαν . Υπόγραφαν  συμβόλαια για σπίτια, εξοχικά, αυτοκίνητα, βάρκες, μοντελάκια, ταξίδια σε μέρή ξωτικά. Τι μεθύσι θεέ μου, τι νέκταρ, τι πυρετός να τα έχω όλα και να μην υπολογίζω τίποτα.

Κι οι φωνές που χτύπαγαν καμπάνα? Εκείνες οι ενοχλητικές φωνές που μας χάλαγαν το γλέντι? Αποστροφή. Κακόμοιροι αποτυχημένοι, μόνιμα ανικανοποίητοι, άνθρωποι που δεν μπορούσαν να ελιχτούν και θέλανε να μας παρασύρουν στο θλιβερό κόσμο τους. Τους βλέπαμε καμιά φορά περνώντας από κάτω με τη κουρσάρα να μας κοιτάνε με βλέμμα σκοτεινό και πατάγαμε τη κόρνα. Φάτε χώμα ρε μίζεροι, αντιδραστικοί, σπαστικοί, ανίκανοι να γλεντήσετε.


Και ξαφνικά ξημέρωσε. Ξημέρωσε με ένα κεφάλι να σπάει από το πόνο από τις μπόμπες. Με τα πισινά να πονάνε από τη κλωτσιά του μπάρμαν που μας πέταξε έξω φωνάζοντας τελείωσε ρε μαλάκες. Τέρμα το γλέντι. Με τις τσέπες άδειες στο πεζοδρόμιο και με τις πόρτες του παραδείσου εκ νέου σφραγισμένες για τα εγγόνια. Κι εκείνα τα χαμόγελα που μας έκαναν όλο το βράδυ? Εκείνο το πιεστικό καμάκι μέχρι να τα δώσουμε όλα? Εκείνες οι υποκλίσεις από τους σερβιτόρους? Τα πεντοχίλιαρα στο κούτελο του οργανοπαίχτη? Ολα καπνός.


Το μόνο που μένει είναι εκείνη  η θολούρα και το κενό να μην ξέρεις ποιος είσαι. Να μη θυμάσαι ούτε τη διεύθυνση του σπιτιού σου. Εκείνο το συναίσθημα της φτωχο λαϊκής πουτανίτσας σε ταινία της εποχής του 50 που τη γλέντησαν οι λιμοκοντόροι του κολωνακίου και τη πέταξαν. Εκείνη η επιστροφή στο παρελθόν σαν να μη πέρασε μια μέρα....


Ο καπιταλισμός και τα ξένα μονοπώλεια ρουφάνε το αίμα του λαού. Κι εσύ βρε μαλάκα είχες χάψει το παραμύθι πως λαός δεν είσαι. Η Ευρώπη δεν είναι των λαών αλλά των μονοπωλείων και των καρχαριών του τραπεζικού συστήματος. Κι εσύ βρε μαλάκα πήγαινες στο Μπαλί για διακοπές και δε πήρες χαμπάρι τι έγινε. Η αστική τάξη άνοιξε για λίγο τις ιδιωτικές της λέσχες, έκλεισε και τη μύτη υπομονετικά μέχρι να σου φάει το κομπόδεμα και να σιγουρευτεί πως δεν θα ξερες που είναι το σπίτι σου και τώρα ξανάκανε τα μαγαζιά κλαμπ πριβέ όπως ήταν πάντα και όπως θα είναι.


Κι εσύ γυρνάς στο καφενείο με τους υπόλοιπους έχοντας χάσει το μπούσουλα εντελώς. Η πυξίδα σου έδειχνε πάντα δεξιά. Κι εκεί πήγες ο δύστυχος. Κι εκεί έφαγες πόρτα. Και τώρα? Να βρεις ένα τίμιο παληκάρι να σε συμμαζέψει πουτανίτσα. Να ελπίζεις πως κάποιος θα σε συμπονέσει και θα σε συγχωρήσει γιατί έχεις καλή καρδιά κατά βάθος  ή τουλάχιστον έτσι θα νομίσει....


Και δεν υπάρχουν και γιαγιάδες πια να έχουν φυλάξει κάτι στην άκρη. Γιατί μέχρι και της γιαγιάς το κομπόδεμα έκλεψες για να το κάνεις ζάντες γυαλιστερές και λουλούδια στα σκυλάδικα... Δύστυχε...


Το παραπάνω κείμενο είναι ένα μέρος της ιστορίας, και μην χαλιέστε. Υπάρχει αλλιώτικη Ελλάδα και τη ψάχνουμε.... Στη πλατεία προχτές κοίταζα έναν άνθρωπο που μούτζωνε με όλη του τη ψυχή. Γύρω στα 50, με χέρια που δεν είχαν πιάσει ξινάρι ποτέ, νύχια καλοφτιαγμένα, δέρμα αρυτίδωτο κι αφράτο. Εμοιαζε με ένα μικρό παιδί που πρώτη φορά μάθαινε να φωνάζει. Κοίταζε και τους άλλους να βεβαιωθεί πως κάνουν το ίδιο γιατί ντρεπόταν. Μια από τις χιλιάδες μύγες στο γάλα της οργής. Βυζαίνουμε ασταμάτητα αυτές τις μέρες και το πιο παράλογο από όλα είναι πως για πρώτη φορά βυζαίνουμε από τον αέρα. Δεν υπάρχει καμιά μάνα να γραπωθούμε επάνω της, ίσως μόνο μια που μας κοιτά από τη γωνία. Η πατρίδα. Η  πατρίδα των ανθρώπων και όχι των υπανθρώπων. Εκείνη η ξεχασμένη τόσα χρόνια, στους καιρούς της μεγάλης μέθης.


Γιάννη ξέρεις πόσο κάνει η ζωή σου πιά? Οσο τη τιμολογήσουν οι έμποροι. Τόσο έκανε πάντα.

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΝΤΑΡΤΗΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΠΛΑΤΑΝΟΣ

 το βιβλιο του παππου με πολλες ατελειες [ανιψιε αλλιως τα ειπα αλλιως τα εγραψαν]
 αλλα παρολα αυτα ειναι η ιστορια μιας  ζωης δημοκρατικων αγωνων για μια καλυτερη Ελλαδα ακομα και στα βαθια  γεραματα
 περσι το καλοκαιρι σε μια απο τις πολλες συζητησεις για πολιτικα στο καφενειο τον στεναχωρησα με τις αποψεις μου και την αλλη μερα δεν πηγε καφενειο πηγε στην μανα μου και της λεει κανε καφε και φωναξε τον νικο

 πραγματι με βρηκαν [μικρο χωριο ημαστε ] και πινοντας καφε μου λεει ΑΝΙΨΙΕ εμεις οι δημοκρατες πρωτα τα συζηταμε μονοι μας και μετα τα λεμε στο καφενειο γιατι ειμαστε το παραδειγμα στον κοσμο για να κανουμε καλυτερο τον κοσμο εμεις οι ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ
 ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΟΥ ΤΟ ΝΑ ΔΙΝΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

 ΟΙ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΙ ΝΑ ΠΡΩΤΟΘΥΜΗΘΩ ΩΡΕΣ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΑΛΛΑ ΚΑΙ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΗ ΠΑΡΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΒΑΡΑΙΝΑΝ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΟΥ ΑΦΗΝΕ ΤΗΝ ΔΗΛΩΤΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΠΙΧΛΙΒΑ ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΙ ΑΡΧΙΖΕ ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕ ΜΑΣ ΕΠΑΙΡΝΕ Η ΝΥΧΤΑ  [Ανιψιε πηγαινε με τωρα σπιτι νυχτωσε δεν βλεπω]
 Να και ενας αλλος που ομως δεν προλλαβα να τον ζησω  Κοντοτασιος Θεοδοσης αδελφος του πατερα μου[μπαρμπα ειναι καλυτερα στην Ρωσια η εδω ]η ερωτηση το 1989 και η μεγαλη απαντηση [Ανιψιε ειμαι 70 χρονων και μια ζωη παλεψα για την επανασταση τι περιμενεις να σου πω]το μεγαλειο μιας ΖΩΗΣ
Ενα αποσπασμα απο το βιβλιο του για το ανταρτικο γεματο αυτοκριτικη και πολυ ηρωισμο

 υπαρχουν παρα πολλες ιστοριες που δεν γραφτηκαν γιατι θα ανοιγαν δικαστικες διαμαχες στο χωριο μας αλλα ξερουμε ποιοι καψαν το χωριο και ποιοι ηταν συνεργατες των  ΜΑΥδων και των Γερμανοτσολιαδων
 Η Γιανωτα παντα ηταν μεσα στο μυαλο του[ πολυ δημοκρατικο χωριο και τα αγορια και τα κοριτσια]παντα το αναφερε στις κουβεντες του ποσο θα το βοηθησαν εκεινες τις αγριες μερες που παλευαν για την λαοκρατια


ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΑΓΑΠΗ ΟΤΙ ΚΑΠΟΤΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ χθες το απογευμα εγινε η κηδεια του και τον θαψαν στο αγαπημενο χωριο του που το τιμησε ΕΝΑ αιωνα ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΥΝΤΡΟΦΕ

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Μήτσος-Δημήτρης και ο κάθε Μήτσος



Του Πάνου Αλεξανδρή


Κάθε φορά που πιάνω το μολύβι στο χέρι φοβάμαι ότι επιτείνω τη μελαγχολία σας. Σε κάθε περίεργη εποχή με άγνωστο άμεσο αλλά και απώτερο μέλλον, ο καθένας προσπαθεί να ιχνηλατήσει πέρα από τα μερίδια ευθύνης στο σημερινό κατάντημα, και την εικόνα του αύριο αυτής της χώρας.


Βλέποντας και κυριολεκτικά ζώντας τα αδιόρθωτα χάλια μιας απίστευτης οικονομικής, κοινωνικής και ως εκ τούτου πολιτικής αποσάθρωσης έχω να σας διηγηθώ την ιστορία του Μήτσου της δεκαετίας του 1980 που μετεβλήθη σε κύριο Δημήτρη, και που τώρα ο ίδιος ή και τα παιδιά του έχουν μετατραπεί σε αγανακτισμένους πολίτες ενός απροσδιόριστων χαρακτηριστικών πολιτικού κινήματος αγανακτισμένων πολιτών.
Ο Μήτσος λοιπόν του 1980, ήταν ένας άνθρωπος που έμενε στην καλύτερη περίπτωση σε τριάρι στα Πατήσια, είχε ένα επάγγελμα μικρής απόδοσης και ένα μέλλον μετρημένα ευοίωνο. Ήρθε λοιπόν το σάρωμα της Αλλαγής του 1981. Με πολλά δάνεια και μπόλικη ετεροχρηματοδοτούμενη ανάπτυξη, ο Μήτσος άρχισε να μεταλλάσσεται. Από εργάτης, μικροϋπάλληλος και μικροεπιχειρηματίας μεταβλήθηκε σε μικροαστό ή έστω μεσοαστό.


Έζησε την ανατροπή του σκηνικού της μετεμφυλιακής δεξιάς διαχείρισης. Βγήκε από το σκοτάδι του «σιγά-σιγά και βλέπουμε». Πήρε αυτοκίνητο, άλλαξε σπίτι, προσπάθησε να αφήσει τα Πατήσια, την Αχαρνών και το Παγκράτι. Έκανε μία καλύτερη ζωή. Μεταβλήθηκε σιγά-σιγά στη δεκαετία του 1990 σε κύριο Δημήτρη. Είχε ένα πρόβλημα ακόμη. Η δανειακή του εξέλιξη, ήταν ακριβή, λόγω των επιτοκίων που εκείνη την εποχή παρέμεναν ψηλά. Αυτό, που σήμερα ζητά ο Μήτσος να του επιτρέψουν, είναι να ξαναγυρίσει στην εποχή που ξεκίνησε. Θέλει τη δραχμή με 23% επιτόκια, και όποιον έχει λεφτά στην τράπεζα, η όποιον πρόλαβε και τα έβγαλε έξω, να τα βάλει μέσα με τη νέα ισοτιμία, και να παίρνει τόκο υπέρογκο. Ας πάμε όμως πίσω στην ιστορία μας.
Η ζωή του Μήτσου στη δεκαετία του 1990 άλλαξε. Δίπλα στην αγαπημένη σύζυγο, μερικές φορές (όχι πάντα) προστέθηκε και μια καλλιεπής δεύτερη εναλλακτική επιλογή. Το παιδί του αξιώθηκε μιας πιο λουσάτης εκπαίδευσης. Άλλαξε πιο γρήγορα τα αυτοκίνητα και γρήγορα μετεγκαταστάθηκε στα μεσοβόρεια Προάστια (Νέο Ψυχικό, Μαρούσι, Χαλάνδρι) ή στα λίγο πιο βόρεια (Ερυθραία, Δροσιά). Η καλή του σύνταξη ήταν εξασφαλισμένη, χρειαζόταν ακόμη ένα μικρό σπρώξιμο για να γίνει μεγαλύτερος. Πίεζε τον πολιτικό της αρεσκείας του για μια καλύτερη ζωή. Αν δεν ήταν υπάλληλος, ψιλοξέχναγε να τα δηλώνει όλα στην Εφορία. Άρχισε να ταξιδεύει συχνά στο εξωτερικό και οι διακοπές του ήταν μεγαλύτερες σε διάρκεια.
Έτσι έζησε για μια 20ετία το δικό του μύθο. Πάνω στην εξέλιξη όλων αυτών, του ήλθε και η χρυσή ευκαιρία της τελευταίας 10ετίας. Έγινε πολίτης του Ευρώ. Το χρυσοπλήρωσε βέβαια στην ισοτιμία, μιας και σε μια βραδιά, μαγικά όλα τα είδη ξέφυγαν 20%-30% επάνω, χωρίς κανένα ουσιώδη έλεγχο. Έπαιξε και ως «ειδήμων» στο Χρηματιστήριο, περισσότερο έχασε, κάποιες στιγμές κέρδιζε, έγινε και γκάμπλερ (παίκτης). Ήρθε το τζιπ, η πιο λουσάτη ζωή και τα πιο φθηνά σε επιτόκια δάνεια. Έτσι μέσω των θεσμών των χαμηλότοκων δανείων πήγε ακόμη πιο ψηλά τη ζωή του και τις καταναλωτικές του δυνατότητες. Το παιδί του τέλειωσε στο Πανεπιστήμιο, έκανε μεταπτυχιακό, αλλά δυστυχώς στην Ελλάδα της περιορισμένης αγοράς, οι ευκαιρίες δεν ήταν πολλές. Κάτι λοιπόν η έλλειψη ευκαιριών για τα παιδιά του Μήτσου-Δημήτρη, κάτι το Χρηματιστήριο, όπου ο Μήτσος έπαιξε και έχασε, κάτι οι υπόνοιες για διαφθορά (στην οποία ουκ ολίγες φορές συνήργησε ο Μήτσος-Δημήτρης) κατέστησαν τις τότε κυβερνήσεις και ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Σημίτη, που δεν στερείται ευθυνών για τα σημερινά χάλια, μη ελκυστικούς. Άλλωστε αυτή η εσωστρεφής διάθεση του τότε Πρωθυπουργού, οι καλβινιστικές του προσεγγίσεις της μορφής «αυτή είναι η Ελλάδα», δημιούργησαν ενόχληση στον Μήτσο-Δημήτρη. Ήταν άλλωστε βαρετό να βλέπει χρόνια τους ίδιους ανθρώπους να διαχειρίζονται τα δανειακά του και να έχουν ξεφύγει κατά τη κρίση του Μήτσου του συνήθους μέτρου μίζας. «Είπαμε να τρώνε αλλά όχι τόσο», ήταν μία συνήθης ατάκα για πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Ήθελε αλλαγή. Ήθελε τον κιμπάρη, τον Ραφηνιώτη, τον αλέγκρο τύπο με τις ταβέρνες, τη λίγη δουλειά, το περισσότερο καθισιό και τις θαμπές υποσχέσεις για διαφάνεια.
Έτσι συνεχίστηκε ο κύκλος της μεταπολίτευσης με ούζα, μεζέδες και έχει ο θεός. Όσο για το σύνηθες μέτρο της μίζας, σταδιακά ο Μήτσος άρχισε να καταλαβαίνει ότι έγινε όλως ασύνηθες. Κάτι οι περισσότερες προσλήψεις στο Δημόσιο, κάτι τα μπλοκάκια και οι συμβάσεις έργου, που βολεύτηκαν τα παιδιά του Μήτσου, η κατάσταση συνεχίστηκε. Βέβαια τα σύννεφα πύκνωσαν πάνω από τους Μήτσους-Δημήτρηδες κατόχους του Κυπέλλου Euro 2004 και των Ολυμπιακών, αλλά εντέλει βρε αδελφέ, όλοι πίστευαν ότι το συννεφάκι τους, θα είναι πάντα το σπίτι τους.


Έγιναν και οι εκλογές του 2009, ο Μήτσος πια είχε ενοχληθεί από το Βατοπέδι, την υπερβολική ανεμελιά του τότε Πρωθυπουργού, τις τελευταίες του δηλώσεις, ότι η διεθνής δήθεν κρίση επηρέασε την Ελλάδα, ζορίστηκε ο Μήτσος. Βλέπετε δεν είχε πάρει χαμπάρι, και κανείς δεν φρόντισε να του το πει δραματικά, ως έπρεπε, τα χάλια που θα βρισκόταν (παρόλο που σχεδόν όλοι το γνώριζαν). Το αδιέξοδο της ελληνικής πολιτικής, εκτός από την ασυλλόγιστη σπατάλη, και την οργανωμένη διαφθορά στηριζόταν και στο γνωστό απόφθεγμα του αγαπημένου ψηφοφόρου Μήτσου «εντάξει τρώνε οι πολιτικοί, αλλά δε βαριέσαι, κάτι τρώμε και εμείς». Εκείνο που δεν ήξερε ο Μήτσος, ήταν ότι τα δάνεια που έφτιαξαν τη ζωή του πρέπει να επιστραφούν, μαζί με τα υπερτιμολογημένα των δημόσιων συμβάσεων, μαζί με το κόστος διόγκωσης του Κράτους, που ο ίδιος με τους ταγούς του τροφοδότησε. Έτσι φτάσαμε π.χ. οικογένειες ολόκληρες να έχουν προσληφθεί στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Έτσι φτάσαμε, οι δημόσιοι εν ευρεία εννοία υπάλληλοι να ‘ναι αναλογικά πολύ περισσότεροι απ’ όσο χρειαζόμασταν.. Εκείνο που δεν ήξερε ο Μήτσος είναι ότι καταναλώνει περισσότερα από όσα βγάζει. Ότι η ζωή του θα κόστιζε μελλοντικά πολύ ακριβότερα απ’ όσο την ευχαριστιόταν. Εκείνο που δεν ήξερε είναι ότι το συννεφάκι που καθόταν έγινε βροχή και άρχιζε πια η ελεύθερη πτώση χωρίς αλεξίπτωτο.
Το μαθαίνει συνεχώς τον τελευταίο καιρό… Και το έμαθε βίαια και σκληρά. Και τώρα πια αδειάζει το πολιτικό σύστημα που ο ίδιος στήριξε, ανέδειξε και βοήθησε… Το σύστημα των κολλητών, του «άμα χρειαστεί θα βρούμε και τα χρήματα». Όλο αυτό το σύστημα κατέρρευσε. Θα πάρει μαζί του εκτός του Μήτσου και τους πολιτικούς «νταβατζήδες» του Μήτσου. Πίστεψε σε ένα όνειρο, που του καλλιέργησαν, αλλά και που τον ίδιο τον βόλευε. Δε θα ξεχάσω, το πόσα αιτήματα διορισμών κατέκλυζαν την τελευταία εικοσαετία βουλευτικά και δημαρχιακά γραφεία. Δε θα ξεχάσω, το ότι σε πολλούς δήμους δεν είχαν να στεγάσουν τους απολύτως μη χρειαζούμενους υπαλλήλους. Δε θα ξεχάσω, το πόσοι δουλεύουν στο Δημόσιο και στους δήμους και δεν πατάνε στη δουλειά τους, εξασκώντας παράλληλα άλλα επαγγέλματα με μαύρα λεφτά. Στην Ελλάδα των ορθώς αγανακτισμένων Ελλήνων, υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό φτώχειας και ξεροκόμματου. Υπάρχει μία σωστή απέχθεια πολλών συμπολιτών μας, που δεν συμμετείχαν σε αυτό το φαγοπότι και που τώρα καλούνται να πληρώσουν εξ ίσου, αν όχι περισσότερο, το φαγοπότι και των πλουτησάντων αλλά και των από κοντά κολλητών της κάθε οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Με αυτούς συμπαρατάσσομαι είτε είναι τις πλατείες, είτε αγκομαχούν στις δουλειές τους, είτε στρέφουν νοερά το παράσημο της ανοιχτής παλάμης στους αιώνιους Μαυρογιαλούρους της Ελλάδας. Δε θα συμπαραταχτώ όμως, ούτε με κείνους που πλούτισαν, ούτε με εκείνους που λιγούρικα περίμεναν το ξεροκόμματο από τη λεία της ληστείας. Ούτε ακόμη με εκείνους που σπατάλησαν τα πάντα, που δανείστηκαν για κατανάλωση ασύστολα, με εκείνους που ήθελαν μόνο δουλειά στο δημόσιο και που τώρα και ζητούν δήθεν περισσότερη Ελλάδα, ενώ επί της ουσίας θέλουν αυτή την Ελλάδα, στην οποία πάντα επιβίωναν στη δεκαετία του 1980 και του 1990.


Έτσι λοιπόν ο Μήτσος ,έζησε το όνειρό του, το εξυπηρέτησε, το μεγάλωσε και τώρα γίνεται εφιάλτης. Το βλέπει ανήμπορος, περιμένοντας κάποιον να του πει ότι βλέπει έναν εφιάλτη και ότι θα ξυπνήσει χαμηλότοκος, εισαγόμενος και κιμπάρης. Με «κολλητούς» της εξουσίας, να του βρίσκουν δουλειά στο Δημόσιο ή να του δίνουν άλλη μία ευκαιρία λίγο πιο πονηρή λίγο πιο μαύρη, αλλά πάντα στην κατεύθυνση «του να πιάσουμε την καλή». Με φίλους Δημάρχους, Βουλευτές, Υπουργούς, συνδικαλιστές. Αυτοί όλοι μαζί, που τώρα άλλοι σφυρίζουν αδιάφορα, άλλοι κρύβονται να μην τους πιάσουν τα σκάγια, άλλοι σεμνύνονται, ότι υπάρχει άλλος δρόμος, και άλλοι διακηρύσσουν , ότι δεν θα ξεπουληθεί εθνικός πλούτος. Και κάτι άλλο… Οι επαγγελματίες επαναστάτες κρατικοδίαιτοι, να δείξουν τις φορολογικές τους δηλώσεις, τις δικές τους και των οικογενειών τους, να αποδείξουν το πόθεν έσχες και επίσης όσοι συνδικαλιζόμενοι εξ αυτών να ενημερώσουν αυτούς που εκπροσωπούσαν, αν μέσα στην τελευταία εικοσαετία της συνδικαλιστικής τους δραστηριότητας, έπαιρναν κανονικά, όλες τις αυξήσεις τους, τα επιδόματα θέσεων, τους βαθμούς στην ιεραρχία κλπ. Διότι είναι γνωστό, ότι ενώ οι συνδικαλιστές στον ιδιωτικό τομέα ζορίζονται, οι του δημοσίου και των Τραπεζών, αποκτούν σταδιακά σχεδόν άπαντες το βαθμό του διευθυντή, τις αποδοχές του διευθυντή, την αναγνώριση του διευθυντή. Ας τους ρωτήσει κανείς αν συμμετείχαν υποχρεωτικώς στις κρίσεις προαγωγών των λοιπών υπαλλήλων, σε πόσες επιτροπές συμμετείχαν και με ποιες αποζημιώσεις… Παλληκάρια, οι καμπάνες σήμαναν και για εσάς… Είσαστε εξίσου δημιουργοί και εκμεταλλευτές και «πολιτικοί προαγωγοί» του φίλου μου του Μήτσου…
Ξύπνησε λοιπόν μετά από 20 και πλέον χρόνια ο Μήτσος σε μία μη φιλική χώρα, τη χώρα του. Βλέπει τους δανειστές του να ζητούν τα δάνεια πίσω. Βλέπει το πολιτικό του σύστημα να απαρνείται μέσω του «όλοι φταίμε» τις ευθύνες του. Βλέπει τη χώρα του στο χείλος του πουθενά με το όνειρο του τίποτα. Τρομοκρατείται, φρενιάζει, ζητά να τους αλλάξει όλους. Καμία αντίρρηση. Να τους αλλάξει. Στην ίδια χώρα όμως θα ξυπνήσει αύριο. Και καλείται πλέον ο ίδιος να πράξει το πολύ δύσκολο. Να δημιουργήσει, με πολλή αυτοκριτική, τους νέους ηγήτορές του. Που δεν μπορεί να είναι όλοι αυτοί, που μαζί τους δημιουργήθηκε το «μεγαλείο της Μεταπολίτευσης»… Που μαζί τους αυτοχαρακτηρίστηκε «γενιά του πολυτεχνείου»… Μια που τώρα οι νέοι που είναι στους δρόμους, δεν την αναγνωρίζουν φιλικά αυτή τη γενιά.. .Δεν πολυσκοτίζονται για τα επιτεύγματά της και για την απόλυτη υπερτίμηση των αγώνων της… Ίσως μερικοί μάλιστα εύλογα πλέον να αναρωτιούνται, μήπως τελικά εκείνα τα όνειρα χρησιμοποιήθηκαν γι αυτό που σήμερα αποκαλείται ελληνικό κατάντημα.


Και δε θα συμφωνήσω, αλλά αντίθετα θα διαφωνήσω που μέσα από την ιστορία του μνημονίου ξυπνήσανε τα κάθε είδους φασιστοειδή και οι νοσταλγοί της χούντας για να θυμηθούν ότι τότε δήθεν είχαμε καλά οικονομικά αποτελέσματα και ανάπτυξη. Όπως επίσης τότε είχαμε ξύλο, βασανιστήρια, εξορίες, τον μεγάλο… οικονομολόγο συνταγματάρχη Μακαρέζο, τα σκάνδαλα του Μπαλόπουλου, του Λαγονησίου και της βίλας της Πάρνηθας, την παράνομη χαριστική δόμηση σε παραλίες, αιγιαλούς, τα χαριστικά δάνεια σε όλους τους φίλους της Εθνοσωτηρίου, τις χαριστικές συμβάσεις αποικιοκρατικού τύπου, πολύ μικρότερους ρυθμούς ανάπτυξης από όλη της Ευρώπη, που αναπτυσσόταν ραγδαία, την αποσάθρωση των Ενόπλων Δυνάμεων, την προδοσία στη Θράκη το 1967, τη προδοσία της Κύπρου το 1974… Αλλά δε φταίνε αυτοί… Φταίει η Δημοκρατία που ανέστειλε αμέσως την απόφαση του Ντεγιάννη… Σε τελευταία ανάλυση εγώ θα συμφωνήσω με κάθε Έλληνα κεντροδεξιό, κεντροαριστερό, δημοκράτη αριστερό, που αποδέχεται τη κοινοβουλευτική δημοκρατία, ως το καλύτερο δυνατό ή αλλιώς λιγότερο χειρότερο σύστημα, όπου ο λαός εκλέγει ότι θέλει… Και ας εκλέγει καμιά φορά τους χειρότερους… στο κάτω-κάτω αν ένας λαός εκλέγει από αυτά που του προτείνονται τα λαμόγια, τους ηλίθιους και τους κάθε είδους trendy, φταίει κομματάκι και αυτός.


Άρα ο Μήτσος-Δημήτρης και ο κάθε Μήτσος μέσα μου και μέσα μας πρέπει να καταλάβει ότι ήλθε η ώρα της πληρωμής μιας εποχής, στην οποία αυτός δεν ήταν απών… Οφείλει δε απέναντι στα παιδιά του και τα εγγόνια του μια χώρα διαφορετική από αυτή που πέτυχε η Ελλάδα του 114, του Πολυτεχνείου, της Αλλαγής και της μηδέποτε συντελεσθείσης επανίδρυσης του Κράτους… Όμως αυτό πρέπει να το καταλάβουν και όσοι έχτισαν αυτή την Ελλάδα, όσοι άνθρωποι του πολιτισμού έλεγαν το Καραμανλής ή τανκς, όσοι καμάρωναν ως τέως αριστεροί, που ήσαν Υπουργοί Επικρατείας στην πιο σκληρή νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση της δεκαετίας του 1990… Δε λέω καλή η επανάσταση, εύλογη και η πολιτιστική συνεισφορά, ηρωικό το ένα το χελιδόνι, αλλά μην τρελαθούμε κιόλας…. Η πολιτική είναι εκκρεμές, αλλά δεν είναι το πρωί στην Αργεντινή και το βράδυ στη Νορβηγία…


ΥΓ: Παρόλο που έχω και γερμανική παιδεία και που τιμώ μεγάλες μορφές του γερμανικού πολιτισμού, ποτέ δε συμπάθησα ιδιαίτερα τους Γερμανούς… Περισσότερο με ενοχλούσε ότι ένας εργατικός λαός, συνεπής και φιλοπρόοδος, ανέχθηκε, στήριξε τον μεγαλύτερο εγκληματία της ανθρωπότητας το Χίτλερ. Ποτέ δεν εννόησα ως προσόν ενός λαού την τυφλή υπακοή, σε τρελούς, δικτάτορες, σε ανελεύθερες πρακτικές και απάνθρωπες μεθόδους… Όμως την όψιμη αντιγερμανική υστερία ορισμένων (που δεν υπήρχε τη δεκαετία του 1960 έναντι των Γερμανών για τις πολεμικές αποζημιώσεις, που δεν έδιναν) δεν την αντιλαμβάνομαι. Ιδιαίτερα όταν τις μεγαλύτερες κορώνες κατά των Γερμανών τις εκφέρουν συνήθως απόγονοι γερμανοτσολιάδων, πραγματικοί και DNAιικοί…


ΥΓ: Ποτέ μου δεν αγάπησα τους ξένους, αλλά ποτέ μου δεν πίστεψα, ότι έχουν την οιαδήποτε υποχρέωση απέναντί μας..Υποχρέωση έχουμε εμείς έναντι του εαυτού μας, να είμαστε αξιοπρεπείς, δουλευταράδες και σκληροί διαπραγματευτές των εθνικών μας δικαίων, όχι μπαταχτζήδες και εθελόδουλοι. Ποτέ όμως δε συμπάθησα και την άγνοια της ιστορίας. Γιατί αν δεν υπήρχε η εμπλοκή των ξένων μετά την επανάσταση του 1821, (για εξυπηρέτηση δικών τους γεωπολιτικών σχεδίων τότε), αν δεν υπήρχε η ναυμαχία του Ναυαυρίνου, η Ελλάδα μπορεί να μην υπήρχε ως Κράτος. Δεν τους ευγνωμονώ, αλλά δεν θα βλογάω συνέχεια τα γένια μου, λες και μόνο η διαχρονική ελληνική παλληκαριά διαμόρφωσε και την ελληνική και την παγκόσμια ιστορία. Εντάξει γεννήσαμε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, αλλά δεν θα έχουμε παγκόσμια ασυλία για τα δικαιώματα του copyright… 
ΥΓ. Δεν σας έγραψα κάτι για το όραμα του 2020. Ισως γιατί είναι σαν το Plan B για την Ελλάδα… Έννοια ανύπαρκτη. 


* Ο κ. Πάνος Αλεξανδρής είναι δικηγόρος


Πηγή:www.capital.gr

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ Ο ελληνικός εθνικισμός είναι εκείνος που συντηρεί σήμερα έναν εντελώς άχρηστο στρατό

Συνέντευξη στο ΒΗΜΑ, 19.6.11
«ΕΝΑ ΕΧΩ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ: σταματήστε να ονειρεύεστε τον Μάη του ΄68, ονειρευτείτε το μέλλον» λέει ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ. Τη συζήτησή μας, τηλεφωνικά με τις Βρυξέλλες όπου βρίσκεται ως επικεφαλής των Πρασίνων στο Ευρωκοινοβούλιο, μονοπωλεί το κίνημα των «Αγανακτισμένων» και η οικονομική κρίση. Ο γαλλογερμανός ευρωβουλευτής «τα χώνει» σε όλους και δεν χαρίζεται σε κανέναν:ούτε στην Ευρώπη ούτε στους Ελληνες. Λέει ότι στην Ελλάδα «είστε ο καθένας για την πάρτη του». Και δεν καταλαβαίνει γιατί ενώ το ελληνικό κράτος επιθυμεί να εξοικονομήσει χρήματα,συνεχίζει να πληρώνει τους μισθούς των παπάδων και να πληρώνει για πανάκριβους εξοπλισμούς. «Ο ελληνικός εθνικισμός είναι εκείνος που συντηρεί σήμερα έναν εντελώς άχρηστο στρατό» λέει.


«Βλέπετε ομοιότητες ανάμεσα στον Μάη του ΄68 και το κίνημα των “Αγανακτισμένων” του Μάη 2011;» ρωτάμε τον πρώην ηγέτη της ιστορικής φοιτητικής εξέγερσης στη Γαλλία. Προτού προλάβουμε να ολοκληρώσουμε την ερώτηση, μας διακόπτει ένας παθιασμένος «Ντανί»: «Αρκετά! Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι παρόμοιο κάπου στον κόσμο μού τηλεφωνούν για να κάνουν συγκρίσεις με τον Μάη του ΄68. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι μια απάντηση στη σημερινή κρίση. Δεν θέλω κάθε φορά που υπάρχει μια αποχή φοιτητών ή μια εξέγερση νέων να κάνω αναφορές στο ΄68 γιατί δεν σημαίνουν τίποτε. Γιατί να μην τα συγκρίνουμε με τη Γαλλική Επανάσταση ή τη Ρωσική ή καλύτερα με την επανάσταση του Σπάρτακου πριν από 2.000 χρόνια;» .

Ο κ. Κον-Μπεντίτ παρακολουθεί τις κινητοποιήσεις των «Αγανακτισμένων» στην Ελλάδα. «Το κίνημα αυτό εκφράζει τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση μέρους της κοινωνίας για όσα συμβαίνουν σήμερα. Δείχνει ότι η σημερινή στρατηγική εξυγίανσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς να λάβουμε υπόψη την κατάσταση της κοινωνίας. Η ΕΕ και η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν μια αφηρημένη γνώση για την κρίση. Ασχολούνται με τις κυβερνήσεις αλλά όχι με την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας» .

Και προσθέτει: «Είναι δικαίωμα των Ελλήνων να αρνηθούν τη βοήθεια της ΕΕ και του ΔΝΤ, όμως αυτό δεν θα βελτιώσει την κατάστασή τους. Ακόμη και αν δεν κάνετε τις θυσίες που ζητεί η ΕΕ και δεν πάρετε τα λεφτά, το έλλειμμα της Ελλάδας θα παραμείνει. Και το κράτος δεν θα έχει χρήματα».

Από τους πρώτους που έσπευσαν να δηλώσουν «Είμαστε όλοι Ελληνες» όταν ξέσπασε η κρίση, επικρίνοντας τους ευρωπαίους εταίρους μας για το ότι άργησαν να λάβουν μέτρα αφήνοντας την Ελλάδα επί μήνες στο έλεος των κερδοσκόπων, ο κ. Κον-Μπεντίτ δεν διστάζει σήμερα, στην τηλεφωνική συνομιλία μας, να επικρίνει σφοδρά και τους ίδιους τους Ελληνες. «Είστε ο καθένας για πάρτη του. Βλέπουμε τι συνέβη τα τελευταία 10-15 χρόνια στην Ελλάδα. Κανείς δεν ήθελε να πληρώνει φόρους, δεν υπήρχε μια κοινωνία που ταυτιζόταν με το συλλογικό καλό. Θα δυσκολευτείτε να βγείτε από την κρίση αν δεν υπάρξει μια ταύτιση της πλειοψηφίας της κοινωνίας με το συλλογικό καλό, με τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις. Αυτή είναι μια συζήτηση που θα έπρεπε να κάνετε στην Ελλάδα».

Πριν από λίγες ημέρες κάλεσε την ΕΕ να απαιτήσει από τις τράπεζες της Ελβετίας, του Λουξεμβούργου και της Αυστρίας να παγώσουν τους λογαριασμούς των Ελλήνων προκειμένου να διαπιστώσει η ελληνική κυβέρνηση αν έχουν και αν είναι προϊόν φοροδιαφυγής.

«Και της Κύπρου», προσθέτει. «Την τελευταία διετία 45 δισ. ευρώ βγήκαν από την Ελλάδα και κατατέθηκαν σε λογαριασμούς στην Ελβετία, στο Λουξεμβούργο, στην Κύπρο- αναφέρομαι στις ευρωπαϊκές χώρες γιατί υπάρχει και το Μπαρμπάντος κ.ά. Να επιβάλουμε στις τράπεζες να δηλώσουν στο ελληνικό κράτος ποιοι Ελληνες διατηρούν λογαριασμούς σε αυτέςπροκειμένου να βρεθεί αν οι κάτοχοί τους φοροδιαφεύγουν» .

Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο έχει απαντήσει ότι αν η Ελλάδα ζητήσει τις πληροφορίες αυτές, θα της δοθούν. Ομως ο κ. Κον Μπεντίτ του ανταπαντά μέσω του «Βήματος»: «Το πρόβλημα είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν γνωρίζει τα ονόματα. Πρέπει να αναγκαστούν οι τράπεζες να δηλώσουν στην Ελλάδα ότι οι τάδε κύριοι διατηρούν λογαριασμούς σε αυτές ώστε μετά να ανοίξουν οι λογαριασμοί τους».

Του θυμίζουμε ότι κατηγορεί επίσης την Ευρώπη για υποκρισία επειδή από τη μια δανείζει χρήματα στην Ελλάδα και από την άλλη την υποχρεώνει να αγοράζει γαλλικά και γερμανικά όπλα. «Μα, αυτό το πρόβλημα οφείλεται στον ελληνικό εθνικισμό» απαντά. «Γιατί η Ελλάδα να έχει ανάγκη σήμερα από έναν στρατό που αναλογικά με το μέγεθος του πληθυσμού της είναι μεγαλύτερος από τον στρατό της Γερμανίας; Γιατί το ελληνικό κράτος να πληρώνει την Ορθόδοξη Εκκλησία; Γιατί οι παπάδες να είναι δημόσιοι υπάλληλοι; Γιατί αγοράζετε υποβρύχια; Πρέπει να σταματήσετε να πιστεύετε ότι οι Τούρκοι δεν έχουν άλλο στον νου τους από το να εισβάλουν στην Ελλάδα. Αλλά και οι γαλλικές και γερμανικές εταιρείες πρέπει να σταματήσουν να ενισχύουν τη διαφθορά προκειμένου να εξασφαλίσουν συμβόλαια με το ελληνικό κράτος».


ΑΤΟΠΕΣ ΟΙ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΗ ΤΟΥ ΄68
- Κολακεύεστε όταν διαπιστώνετε ότι ο Μάης του ΄68 συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς σήμερα;
«Ναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Αφήστε στους νέους τη δική τους εξέγερση. Το ότι ο κόσμος εξεγείρεται στην Ελλάδα οφείλεται στις κρίσεις που βιώνουμε σήμερα και οι συγκρίσεις με τον Μάη του ΄68 περιττεύουν. Το θέμα δεν είναι αν κολακεύομαι ή όχι. Παρακολουθώ τις σημερινές εξεγέρσεις, προσπαθώ να τις καταλάβω και αυτό είναι όλο. Ομολογώ όμως πως δεν είμαι πάντα ικανός να τις ερμηνεύσω με ενδιαφέροντα τρόπο».

Ο «Κόκκινος Ντανί» πέθανε, ζήτω ο «Πράσινος Ντανί»
Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, γνωστός ως «Κόκκινος Ντανί» τον Μάη του ΄68-τόσο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων όσο και λόγω των μαλλιών του-, αποκαλείται σήμερα «Πράσινος Ντανί» λόγω της οικολογικής του ιδεολογίας. Από ηγέτης των εξεγερμένων φοιτητών τον Μάη του ΄68 στη Γαλλία, συμπροεδρεύει σήμερα στην ομάδα των Πρασίνων στο Ευρωκοινοβούλιο έχοντας γαλουχηθεί στο αναρχοαριστερίστικο περιβάλλον της Φραγκφούρτης (μαζί με τον μετέπειτα υπουργό Εξωτερικών της Γερμανίας Γιόσκα Φίσερ ). «Είμαι ένας ευρωβουλευτής που δεν φοβάται να πει τα πράγματα με το όνομά τους, αυτός είναι ο ρόλος μου» λέει στο «Βήμα». Γεννημένος πριν από 66 χρόνια στη Γαλλία από γερμανοεβραίο πατέρα και γαλλοεβραία μητέρα, ο Κον-Μπεντίτ δεν διστάζει να προκαλεί. Από το 1968, όταν διέκοψε την ομιλία υπουργού στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ για να ζητήσει ελεύθερη πρόσβαση στους γυναικείους φοιτητικούς κοιτώνες- πράγμα που αποτέλεσε τη «σπίθα» του Μάη του ΄68-, ως το 2003 όταν πρότεινε στην ΕΕ να πετάει έξω τις χώρες που θα ψήφιζαν «Οχι» στο Ευρωσύνταγμα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες