Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

κρατιστική εγκληματολογία


 Του Στιούαρτ Κρίστι
Η κρατιστική εγκληματολογία πραγματεύεται το παράνομο έγκλημα το οποίο, ενώ είναι το λιγότερο σοβαρό από τα προβλήματα της κοινωνίας, αντιμετωπίζεται ως το σοβαρότερο. Η ύπαρξη του παράνομου εγκλήματος παρουσιάζεται ως συνηγορία υπέρ του κρά­τους, βάσει της υπόθεσης ότι μόνο μια κυβερνητική μηχανή μπορεί να το εμποδίσει. Σπάνια γίνεται παραδεκτή η ύπαρξη του νόμιμου εγκλήματος, ενώ στην περίπτωση που κάτι τέτοιο συμβεί, όπως έγινε για παράδειγμα με την αναμφισβήτητη εγκληματικότητα του χιτλε­ρικού καθεστώτος, τότε οι κρατιστές εκφράζουν τις αμφιβολίες τους ως προς την νομιμότητα ενός τέτοιου καθεστώτος. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι ναζιστές ηγέτες «δικάστηκαν» σ’ ένα «δικαστήριο» για πράξεις αναμφίβολα νομιμοποιημένες από το γερμανικό κράτος, με βάση την εντελώς φανταστική υπόθεση μιας ανώτερης νομικής αρχής που σε τελική ανάλυση προκύπτει από το γεγονός ότι έχασαν τον πόλεμο στον οποίο ενεπλάκησαν. Ελάχιστες αμφιβολίες μπορεί να υπάρχουν για το ότι και οι Ρώσοι ηγέτες θα μπορούσαν να δουν τα εγκλήματά τους ενάντια στην ανθρωπότητα να ξεσκεπάζονται, στην πραγματικότητα, όμως, έγιναν αποδεκτά ως «νόμιμα» και «πέ­ραν εξωτερικών παρεμβάσεων», διότι οι ένοπλες δυνάμεις τους έτυχε να είναι οι ισχυρότερες με άλλα λόγια, επειδή διατήρησαν την κρα­τική εξουσία.

Η καταγωγή του κράτους, ή η άνοδος οποιασδήποτε άρχουσας τάξης, όσο κι αν η τελευταία αυτοχαλιναγωγείται με δημοκρατικούς ή συνταγματικούς περιορισμούς, δεν διαφέρει από την άνοδο οποιασδήποτε ολιγαρχίας του εγκλήματος· η μαφία, αν είχε διαρκέ­σει περισσότερο ή είχε απλώσει βαθύτερα τις ρίζες της, δεν θα ήταν μια κυβέρνηση του εγκλήματος αλλά μια νόμιμη κυβέρνηση, αν και σε μια τέτοια περίπτωση οι δραστηριότητές της, παρ’ ότι νομιμο­ποιημένες, και πιό εγκληματικές θα ήταν και πολύ πιό εκτεταμένες.
Για το κράτος, τα χειρότερα από τα παράνομα εγκλήματα στα οποία επιβάλλονται οι βαρύτερες ποινές, είναι η προδοσία και η υπο­νόμευση της κρατούσας τάξης. Όμως, αν αυτά είναι επιτυχημένα, δεν είναι καθόλου παράνομα· αν δε η επιτυχία τους είναι απόλυτη, δεν θεωρούνται παράνομα ούτε καν από εκείνους που προδόθηκαν ή ανατράπηκαν. Ο Μπένεντικτ Άρνολντ θεωρείται προδότης παρ’ ότι υποστήριξε την συνταγματική και νόμιμη κυβέρνηση. Ποιός όμως θα χρησιμοποιούσε ποτέ αυτόν τον χαρακτηρισμό για τον επαναστάτη Τζωρτζ Ουάσινγκτον; Μόλις 20 χρόνια μετά τον θάνατό του και ο πιό μισαλλόδοξος Βρετανός συντηρητικός είχε πάψει να το κάνει –τόσο εδραιωμένο στον «νόμο» είναι το κάποτε επαναστατικό Αμερι­κανικό Κράτος! Κάθε χρόνο πάντως, ο Γκάϋ Φωκς γιορτάζεται χλευαστικά σαν προδότης.
Το κράτος, που εγκαθιδρύθηκε διά της βίας και συντηρείται από την καταστολή –σε όποιον βαθμό απαιτείται για την επιβίωσή του– καθορίζει τι είναι νόμιμο. Ένα δικτατορικό κράτος θα νομιμοποιήσει την γενοκτονία ακόμα και του ίδιου του τού πληθυσμού, και θα ήταν ανόητο να υποθέσουμε ότι υπάρχει κάτι «παράνομο» ως προς αυτό. Παράνομες μεθόδους θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα κόμμα που υποστηρίζει ένα τέτοιο πρόγραμμα για την κατάκτηση της εξου­σίας, από την στιγμή όμως που θα την κατακτήσει, όλες του οι πρά­ξεις είναι «νόμιμες». Η αντίσταση γίνεται παράνομο έγκλημα –εκτός από την περίπτωση πολέμου, και τότε μόνο όταν βολεύει την άλλη πλευρά– και θεωρείται ληστεία. Αλλά πώς είναι δυνατόν μια τέτοια αντίσταση να θεωρείται εγκληματικότητα ή έγκλημα κατά της κοινωνίας; Απεναντίας, είναι η ύψιστη αρετή.
Σήμερα είναι της μόδας να μιλάμε περισσότερο για «βία» παρά για «έγκλημα», ωστόσο ισχύει η ίδια λογική. Αυτό που καταγγέλλε­ται από τα ΜΜΕ, δηλαδή η αντίσταση στο κράτος, είναι «παράνομη βία». Αυτό που εγκωμιάζεται και δικαιολογείται, είναι νόμιμη βία. Όταν διαβάζουμε στον Τύπο ότι «τρομοκράτες έκαναν σαμποτάζ σε βάση πυρηνικών πυραύλων», η υποβάθμιση της γλώσσας φθάνει στο αποκορύφωμά της.
Η ιστορία της Ισπανίας προσφέρει ένα διαφωτιστικό παράδειγμα. Όταν οι στρατηγοί στασίασαν ενάντια στο ίδιο το κρά­τος και την πατρίδα –που ενσάρκωναν την δική τους αντίληψη περί καθήκοντος– απλά και μόνο επειδή δεν τους άρεσε ο τρόπος που εξελίσσονταν τα πράγματα, αυτό στιγματίστηκε σαν έγκλημα από την ισπανική κυβέρνηση. Ωστόσο, από κανέναν άλλον δεν θεωρή­θηκε ως τέτοιο, εφ’ όσον έγινε από έναν στρατό που κατείχε την μυστηριώδη γοητεία της «νόμιμης εξουσίας», και όχι από έναν ανορ­γάνωτο όχλο μέσα στους κόλπους των ενόπλων δυνάμεων. Ο στρα­τός σύντομα έγινε κυβέρνηση και η κατάσταση στο διεθνές επίπεδο ομαλοποιήθηκε με την επικράτηση της αντίληψης ότι υπάρχουν δύο de facto κυβερνήσεις –μία συνταγματική και μία στρατιωτική– ενώ το βραβείο τού να είναι de jureκυβέρνηση θα δινόταν σε όποια κέρδιζε τον εμφύλιο πόλεμο. Δεν θεωρούσαν, εν τούτοις, παράνομο, «βίαιο», ούτε και «τρομοκρατικό», το να συνταχθεί κανείς με την μία ή την άλλη πλευρά.
Μετά την νίκη του Φράνκο, πολλοί δεν δέχθηκαν αυτό το γεγονός· καθώς όμως σύντομα ακολούθησε ο [Β΄] Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν υπήρξε καθολική καταδίκη. Η Βρετανία είχε συμφέρον να ενισχύσει τις αντιστασιακές δυνάμεις στην κατε­χόμενη από τους ναζί Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ισπα­νίας. Απέφυγε να επιτεθεί εναντίον τους, ενώ, σε ορισμένες περι­πτώσεις, τις χρησιμοποίησε. Η ίδια αντίσταση, χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους, συνεχίστηκε –στο μέτρο βέβαια που αφορούσε τους αναρχικούς– για μια ολόκληρη γενιά μετά. Ωστόσο, μετά το 1945, έγινε «εγκληματική», «τρομοκρατική» και –η μεγαλύτερη μεταμόρ­φωση απ’ όλες– «βίαιη», ενώ οι ψευδολογίες ότι η αντίσταση είχε κατά κάποιον τρόπο γίνει αντικοινωνική επειδή ήταν «βίαιη», ήταν τόσο διαδεδομένες, ώστε εισχώρησαν και μέσα στις γραμμές των ίδιων των ελευθεριακών.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει στις μέρες μας ο κόσμος, είναι οι τεράστιες δυνάμεις που σήμερα διαθέτει το κράτος και διαχειρίζεται το κατεστημένο. Σε σύγκριση με αυτές τις δυνάμεις του θανάτου, της καταστροφής και της καταλήστευσης, οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα επισκιάζεται. Αλλά αυτή η μορφή του νόμιμου εγκλήματος –ακόμη κι αν έχουμε δει πόσο εύκολα μπορεί να δια­πραχθεί από αυτούς που θα χρησιμοποιήσουν κάθε μέσο, νόμιμο ή παράνομο, προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο του κράτους και να μπορούν να εγκληματούν ενάντια στην ίδια την κοινωνία– ελάχι­στα ελκύει την προσοχή, προσοχή που αν επιδειχθεί, απορρίπτεται ως εκκεντρικότητα· η «ζώνη προστασίας» έχει αναλάβει αυτά τα ζητήματα. Με την πλήρη υποστήριξη των δημοφιλών ΜΜΕ όμως, ολόκληρος ο πληθυσμός, κάθε βαθμού ευφυΐας, μπορεί να κυριευθεί από μανία ενάντια σε μια χούφτα παιδαρέλια που βγαίνουν το σαββατόβραδο και αρπάζουν τσάντες.
Στην Αγγλία δεν διατρέχεις κανέναν κίνδυνο όποια ώρα κι αν περπατάς στους δρόμους, και μάλιστα ο δείκτης εγκληματικότητας είναι τόσο χαμηλός ώστε τα εγκλήματα εναντίον προσώπων είναι φυσικό να ελκύουν πολύ περισσότερο την προσοχή της κοινής γνώμης απ’ ό,τι σε άλλες χώρες, στις οποίες αυτά αποτελούν τον κανόνα. Είναι απολύτως σωστό τα εγκλήματα εναντίον προσώπων να αντιμετωπίζονται με αποτροπιασμό, όμως αυτός εκδηλώνεται με μια μόνιμη και εμπρη­στική εκστρατεία που φθάνει σε μεγάλο βάθος, προκειμένου να αυξηθεί η ισχύς του κατασταλτικού μηχανισμού του κράτους που είναι ο μεγαλύτερος και ο πιό αναξιόπιστος εγκληματίας απ’ όλους. Πιστεύεται ότι δεν υπάρχει σοβαρότερο επιχείρημα εναντίον μιας α-κρατικής κοινωνίας από την αξίωση των ανθρώπων να προστα­τεύονται τα πορτοφόλια τους από την αρπαγή τους από κακοποιά στοιχεία, από το ίδιο το κράτος που λυμαίνεται ακριβώς αυτά τα πορτοφόλια. Ακόμη και η ιδέα ότι ένα ποσοστό των νεαρών κλεφτών ίσως έχουν δέρμα διαφορετικού χρώματος, ή ότι προέρχονται από ένα πολιτιστικό περιβάλλον διαφορετικό από εκείνο της πλειοψη­φίας, αρκεί για να δικαιολογήσει τις αξιώσεις των πλέον εγκληματι­κών κρατιστών, στο μυαλό ενός ανησυχητικά μεγάλου αριθμού ατόμων.
Αυτό το πρόβλημα είναι όντως μικρότερης σημασίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να το παραβλέψουμε. Μια ελευθεριακή εγκληματολογία θα πρέπει να είναι έτοιμη να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα που δημιουργούνται από τα εγκλήματα ενάντια στην κοινωνία, διαφοροποιώντας τα σαφώς από τα εγκλήματα ενάντια στο κράτος, τα οποία συχνά δεν είναι καθόλου εγκλήματα, ή από τα εγκλήματα τουκράτους ενάντια στην κοινωνία, τα οποία είναι συντριπτικά περισσότερα και συνι­στούν το αναρχικό επιχείρημα ενάντια στον κρατισμό.
Ένας αναρχικός δεν μπορεί να εγκληματεί ενάντια στην κοινωνία. Αυτό μπορεί να το ισχυρισθεί κανείς με δογματική βεβαιότητα διότι ένας άνθρωπος ένοχος για βιασμό, αντικοινωνικό φόνο, εκμετάλ­λευση, πάθος να κυβερνά, ή για άσκηση εξωτερικού καταναγκασμού πάνω σε άλλους ανθρώπους, αυτομάτως δεν μπορεί πλέον να είναι αναρχικός, όπως δεν μπορεί να είναι χορτοφάγος αυτός που τρώει χοιρινές μπριζόλες, ροστ-μπιφ ή κοκκινιστό αρνί. Το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο ένα άτομο κατανοεί την τάδε ή την δείνα ιδεολογία, ή υποστηρίζει την τάδε ή την δείνα οργάνωση, αλλά κατά πόσο είναι αυτό που πρεσβεύει ότι είναι. Να προσθέσουμε ότι τα διαχωριστικά όρια μεταξύ εξουσιαστή και ελευθεριακού πουθενά δεν διακρίνονται καθαρότερα απ’ ό,τι στο έγκλημα.
Ένας αναρχικός συχνότατα στιγματίζεται σαν εγκληματίας από το κράτος, ή μπορεί να αναμειχθεί σε δραστηριότητες που αντιστρα­τεύονται τα συμφέροντα του κράτους. Η αναρχική φιλοσοφία είναι από την φύση της εχθρός του κράτους. Ως εκ τούτου, είναι πολύ πιθανό ένας αναρχικός να αναμειχθεί σε παράνομες δραστηριότητες, ποτέ όμως σε αντικοινωνικές.
Για παράδειγμα, είναι αντικοινωνική η διάρρηξη; Οι νόμοι περί ιδιοκτησίας αντιμετωπίζουν όλες τις μορφές διάρρηξης με την ίδια αυστηρότητα. Όμως, υπάρχει αντικοινωνική διάρρηξη και παράνομη διάρρηξη (για να μην αναφέρουμε την νόμιμη διάρρηξη που είναι η χειρότερη απ’ όλες). Ο κερδοσκόπος, ή ο ανέντιμος χρηματιστής που καταληστεύει τις οικονομίες του κόσμου είτε νόμιμα είτε παράνομα –η διαχωριστική γραμμή είναι πολύ λεπτή στην πράξη– είναι αντι­κοινωνικός. Αλλά μπορούμε να πούμε ότι ο διαρρήκτης που ληστεύει τράπεζες, εφορίες ή γραφεία στοιχημάτων, είναι αντικοινω­νικός; Όχι ότι μυθοποιούμε τέτοιους ανθρώπους (δεν είναι απαραί­τητα Ρομπέν των Δασών), αλλά δεν αποτελούν καμιά απειλή για την κοινωνία, δηλαδή για τους φιλήσυχους πολίτες.
Για να ξαναγυρίσουμε στις εφηβικές συμμορίες, οι οποίες, συνει­δητοποιώντας ότι λίγοι οργανωμένοι πάντα νικούν μια μάζα ασύνδε­των μεταξύ τους ατόμων, υιοθετούν, αναμφίβολα, έναν φτηνό κι εύκολο τρόπο για να ξεφύγουν από την άμεση φτώχεια τους, και αποτελούν μια πληγή για την κοινωνία: υπακούουν στον νόμο της αστικής κοινωνίας που λέει «πλούτισε»· υποκινούνται από τις σαγη­νευτικές διαφημίσεις που δείχνουν τις αμοιβές στις οποίες μπορούν να ελπίζουν· είναι μικροεξουσιαστές που δείχνουν την δύναμή τους (συλλογική) ενάντια στην αδυναμία (ατομική). Αν γίνονταν ελευθε­ριακοί δεν θα έκλεβαν πορτοφόλια παρά μόνο μέσα στην Εθνική Αθλητική Λέσχη, και έτσι οι κλοπές τους θα στρέφονταν ενάντια στην στρατιωτική μηχανή.
Ωστόσο, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά σχετικά με το πώς θα τους αντιμετώπιζαν τα ΜΜΕ και, τελικά, η αστυνομία και τα δικαστήρια. Δεν θα ήταν πιά μια μη πολιτική πληγή ενάντια στην οποία η θερα­πεία θα ήταν μια αστυνομική δύναμη με υψηλό βαθμό πολιτικοποίη­σης. Αντίθετα, θα ήταν μια «απειλή για την κοινωνία», μια «επικίν­δυνη εγκληματική συνωμοσία» υπονόμευσης των θεμελίων της κοινωνικής συμβίωσης. Τώρα, είναι εντελώς αδιάφορο αν οι εγκλη­ματίες είναι σοσιαλιστές ή συντηρητικοί, φιλελεύθεροι ή φασίστες· πράγματι, στην πλειοψηφία τους, τείνουν προς έναν δεξιό ή κεντρώο εξτρεμισμό, και γι’ αυτό είναι κοινωνικά αποδεκτοί –εκτός κι αν ανήκουν σε μια φυλετική μειονότητα οπότε συνιστούν «εθνική απειλή». Αν ήταν ελευθεριακοί, τότε όχι μόνο θα χαρακτηρίζονταν ως οι μεγαλύτεροι εγκληματίες, αλλά και ολόκληρο το ελευθεριακό κίνημα θα θεωρείτο υπεύθυνο, όχι μόνο διεθνώς, αλλά και εις τους αιώνας των αιώνων –ακόμη κι αν θεωρούνταν αναρχικοί μόνο από τις πράξεις τους, χωρίς οι ίδιοι να αυτοχαρακτηρίζονται έτσι. Επι­πλέον, η επίδραση στο κοινό θα ήταν να υποβιβάσουν τις πράξεις τους σε μια απλή υπόθεση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και στην εξάλειψη της προσωπικής βίας ή του στοιχείου της εκμετάλ­λευσης.
Η «κοινωνία» –δηλαδή, η όλη διαδικασία της συμβίωσης– τίθεται σε κίνδυνο εξ αιτίας της προσωπικής βίας –δηλαδή, ο ένας εναντίον του άλλου. Είναι προφανές ότι δεν μπορούμε να καταδικάζουμε την βία συνολικά και να εξισώνουμε τις αμυντικές με τις επιθετικές μορ­φές βίας. Ήταν «φόνος» η πράξη για την οποία ενοχοποιήθηκε η Μαρία Σπριντίνοβα –όταν πυροβόλησε και σκότωσε τον στρατηγό του Τσάρου που ήταν ένοχος για αμέτρητους αντικοινωνικούς φόνους– και για την οποία με επιμονή ζητούσε να αναλάβει την ευθύνη; Πρέπει αυτή να καταδικαστεί ως «τρομοκράτισσα» και αυτός να αναγορευτεί «θύμα της τρομοκρατίας»; Αυτό δεν είναι παρά μια προέκταση της κρατιστικής ιδεολογίας που λέει ότι εμείς, όχι μόνο μπορούμε αλλά και πρέπει να σκοτώνουμε, να βιάζουμε και να αρπάζουμε χάριν του κράτους, και να μην αντιστεκόμαστε ποτέ στο κακό που, βάσει των ισχυρισμών του κράτους, είναι νόμιμο, κάτι που αποτελεί ένα εύχρηστο δόγμα για τους δικαστές.
Ποιά, λοιπόν, θα πρέπει να είναι η πηγή του ηθικού μας προσανα­τολισμού; Συνήθως ήταν η Εκκλησία, αυτός ο υπηρέτης του κρά­τους. Συχνά η διαστροφή της έφθασε στο σημείο να υπερασπίζεται το κράτος ό,τι κι αν αυτό έκανε. (Ο φόνος δεν ήταν φόνος όταν ήταν νόμιμη σφαγή, ενώ οι επίσκοποι ευλογούσαν τα λάβαρα των πολε­μιστών.) Η ηθική που πολύ συχνά δίδαξαν οι επίσκοποι, ήταν ελάχιστα καλύτερη από το ηθικό χάος που υποτίθεται ότι καταπολε­μούσαν. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, κάποτε τους ανθρώπους συγκρατούσε μια ιδεατή ηθική που χαρακτήριζε κάποιες πράξεις ως κακές και άλλες ως ηθικά επιλήψιμες. Η ιδεατή ηθική είχε ως έρει­σμα μια κενή περιεχομένου πρόληψη στην οποία σήμερα δεν πιστεύει κανείς. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχουν ενδοιασμοί τους οποίους θα μπορούσε κανείς λογικά να υποδείξει –τι να πει μια αδύ­ναμη ή ηλικιωμένη γυναίκα για να αποτρέψει έναν κακοποιό που της επιτίθεται σ’ έναν απόμερο δρόμο; Ότι τον βλέπει ο Θεός; Στην καλύτερη περίπτωση, θα την θεωρήσει μια ακίνδυνη, εκκεντρική γριά.
Η κοινότητα είναι –και ανέκαθεν υπήρξε– η μόνη πραγματική ηθική δύναμη. Η πίστη στην αλληλεγγύη, την αλληλοβοήθεια, την εγγυημένη ελευθερία, που είναι η μοναδική εγγύηση για μια ειρηνική κοινωνία, είναι ριζωμένη στον αναρχισμό, ενώ το κράτος όχι μόνο αποδοκιμάζει αλλά και καταπνίγει τέτοιες αντιλήψεις.
Παράλληλα με την έλλειψη ηθικών κυρώσεων για τα εγκλήματα ενάντια στην κοινωνία, προβάλλει η απαίτηση για αυξημένες νομικές κυρώσεις, που όμως δεν αποτρέπουν ούτε κατ’ ελάχιστο το έγκλημα. Αποφέρει η εμπιστοσύνη στην αστυνομία το επιθυμητό αποτέλεσμα; Αν πάρετε τις εφημερίδες οποιασδήποτε σύγχρονης πρωτεύουσας, θα διαπιστώσετε πως δεν το κάνει. Η ενίσχυση της δύναμης της αστυ­νομίας μπορεί να καταστείλει την υπονόμευση, αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το έγκλημα διότι αυτό απλώνεται στην κυριολεξία παντού. Μπορεί να διαλύσει ένα τυπογραφείο, δεν μπορεί όμως να περιπολεί σε κάθε λεωφόρο ή απόμερο δρόμο. Και όσο ισχυρότερη και αποτελεσματικότερη μπορεί να είναι η αστυνομική δύναμη, τόσο πιό αδύναμο και λιγότερο οργανωμένο είναι το κοινό που ζητά προ­στασία.
Διότι για να είναι το κράτος τα πάντα, οι άνθρωποι πρέπει να μην είναι τίποτα· για να είναι η αστυνομία αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, οι άνθρωποι πρέπει να είναι αδρανείς. Η αστυνομία ενθαρρύνει την συνεργασία· σίγουρα θέλουν άτομα ως πληροφοριοδότες, ως βοηθητικούς. Αν όμως οι άνθρωποι είναι αρκετά δυνατοί για να αντιμετωπίσουν τις όποιες αντικοινωνικές ενέργειες, η αστυνομία δεν είναι τίποτα. Φανταστείτε μια εργατική περίπολο ικανή να αντιμετωπίσει τοπικά παραπτώματα εκμετάλλευ­σης και καταπίεσης, να καταστείλει βιαστές και να αντιμετωπίσει διαρρήξεις –και, φανταστείτε την, να γίνεται αποδεκτή μέσα σε μια κρατιστική κοινωνία!
Αφού θέσει κανείς τα προβλήματα της εγκληματικότητας με σωστό τρόπο, αυτό που μένει είναι να τα αντιμετωπίσει. Η αντιμε­τώπιση αυτή δεν κατέλαβε αρκετό χώρο στην αναρχική θεωρία και ο Πέτρος Κροπότκιν την προσπέρασε περιφρονητικά. Σε μια ελεύθερη κοινωνία δεν θα υπάρχει έγκλημα. Τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτη­σίας θα εξαφανισθούν, όταν θα εξαφανισθεί η έννοια της ιδιοκτη­σίας. Παρ’ όλα αυτά, η όποια κριτική της παρεκκλίνουσας συμπερι­φοράς και της εγκληματολογίας από ελευθεριακή άποψη, οφείλει πολλά στον Κροπότκιν και επίσης, πιό πρόσφατα, στις καινοτόμες μελέτες του Άλεξ Κόμφορτ.
Διότι, αν και η εγκληματολογία αποτελεί ένα από τα δευτερεύο­ντα, σε σχέση με τα εγκλήματα των κρατιστών, ενδιαφέροντα τής κοινωνίας ως σύνολο, έχει μεγάλη σημασία ως έσχατη αμυντική θέση του κρατισμού. Κατά συνέπεια, η εγκληματολογία πρέπει να διασωθεί ως επιστημονικός κλάδος από τους κρατιστές, ενώ πρέπει να ξέρουμε πώς ανακύπτουν τα προβλήματα της εγκληματικής συμπεριφοράς και πώς αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί. Μέχρις ότου μια πειστική αναρχική εγκληματολογία μπορέσει να δείξει ότι η κοινωνία μπορεί να ζήσει ειρηνικά, χωρίς μια θεσμοποιημένη αστυ­νομική δύναμη και χωρίς την απάνθρωπη εφεύρεση του σωφρονιστι­κού συστήματος, οι άνθρωποι θα στρέφονται προς το εγκληματικό κράτος –απρόθυμα– και, αν και εξαρτημένοι από αυτό, θα ελπίζουν ότι με δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις ίσως μπορέσουν να το κάνουν κάπως λιγότερο εγκληματικό.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες