Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

ΕΛΛΑΔΑ

http://vasiliskos2.blogspot.com/                                          ΤΙ ΜΕΘΥΣΙ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟ! ΠΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΡΑΤΗΣΕ ΕΙΠΑΜΕ?

Ο καπιταλισμός. Ο επίγειος παράδεισος. Εκείνο το ατέλειωτο μεθύσι που ισοπέδωσε τα πάντα. Κυρίως την εποχή του 80 ε? Γύρω γύρω ναι υπήρχαν κάτι ενοχλητικές λεπτομέρειες. Κάτι πόλεμοι μακρινοί, μερικά εκατομύρια κόσμος που ψωμολύσαγε, ναι υπήρχε κι εκείνο το δηλητήριο που απλωνόταν σιγά σιγά πάνω στο νερό, τη γη, τον αέρα, το φαί μας αλλά υπήρχαν τόσα όνειρα που γινόντουσαν πραγματικότητα. Ποιος χέστηκε γι΄αυτές τις ενοχλητικές λεπτομέρειες.
Και το κράτος? Στα σκουπίδια. Τι σεβασμός κι αηδίες. Εδώ γεννιόντουσαν οι νέοι προφήτες. Οι Μεσσίες των προσωπικών παραδείσων!!

Εκείνα τα μίζερα κομποδέματα βγήκαν κάτω από τα στρώματα και δόθηκαν απλόχερα στους οργανοπαίχτες της μεγάλης αλλαγής. Τους τα κολλήσαμε στο κούτελο, κέρασμα, για τα απίστευτα κομμάτια που μας έπαιζαν για να χορεύουμε. Οι μεσίτες, οι χρηματιστές έκαναν θαύματα που ούτε ο ταπεινός Ιησούς δεν είχε κατορθώσει να κάνει. Τι άρτος και ψάρια που πολλαπλασιάζοναι. Εδώ σπίτια και πολλαπλασίάζονταν, εξοχικά, αυτοκίνητα, έπιπλα, ρούχα, κοσμήματα, ολόκληρες Βαβέλ χτίστηκαν σε μια νύχτα. Ανθρωποι ασήμαντοι και ανώνυμοι περπάταγαν με τις τσέπες να στενάζουν από τα πεντοχίλιαρα που ήταν τελικά πετσετάκια....

Η επέλαση των καρτών, των δανείων, οι καινούργιοι μας φίλοι οι Τράπεζες. Εκεί που η γιαγιά υπηρέτρια από το χωριό δεν είχε τολμήσει να πατήσει ποτέ το πόδι παρά μόνο συνοδεύοντας τη κυρά της όταν πήγαινε να εισπράξει τα νοίκια, τα εγγόνια έμπαιναν πλέον και γάμαγαν . Υπόγραφαν  συμβόλαια για σπίτια, εξοχικά, αυτοκίνητα, βάρκες, μοντελάκια, ταξίδια σε μέρή ξωτικά. Τι μεθύσι θεέ μου, τι νέκταρ, τι πυρετός να τα έχω όλα και να μην υπολογίζω τίποτα.

Κι οι φωνές που χτύπαγαν καμπάνα? Εκείνες οι ενοχλητικές φωνές που μας χάλαγαν το γλέντι? Αποστροφή. Κακόμοιροι αποτυχημένοι, μόνιμα ανικανοποίητοι, άνθρωποι που δεν μπορούσαν να ελιχτούν και θέλανε να μας παρασύρουν στο θλιβερό κόσμο τους. Τους βλέπαμε καμιά φορά περνώντας από κάτω με τη κουρσάρα να μας κοιτάνε με βλέμμα σκοτεινό και πατάγαμε τη κόρνα. Φάτε χώμα ρε μίζεροι, αντιδραστικοί, σπαστικοί, ανίκανοι να γλεντήσετε.


Και ξαφνικά ξημέρωσε. Ξημέρωσε με ένα κεφάλι να σπάει από το πόνο από τις μπόμπες. Με τα πισινά να πονάνε από τη κλωτσιά του μπάρμαν που μας πέταξε έξω φωνάζοντας τελείωσε ρε μαλάκες. Τέρμα το γλέντι. Με τις τσέπες άδειες στο πεζοδρόμιο και με τις πόρτες του παραδείσου εκ νέου σφραγισμένες για τα εγγόνια. Κι εκείνα τα χαμόγελα που μας έκαναν όλο το βράδυ? Εκείνο το πιεστικό καμάκι μέχρι να τα δώσουμε όλα? Εκείνες οι υποκλίσεις από τους σερβιτόρους? Τα πεντοχίλιαρα στο κούτελο του οργανοπαίχτη? Ολα καπνός.


Το μόνο που μένει είναι εκείνη  η θολούρα και το κενό να μην ξέρεις ποιος είσαι. Να μη θυμάσαι ούτε τη διεύθυνση του σπιτιού σου. Εκείνο το συναίσθημα της φτωχο λαϊκής πουτανίτσας σε ταινία της εποχής του 50 που τη γλέντησαν οι λιμοκοντόροι του κολωνακίου και τη πέταξαν. Εκείνη η επιστροφή στο παρελθόν σαν να μη πέρασε μια μέρα....


Ο καπιταλισμός και τα ξένα μονοπώλεια ρουφάνε το αίμα του λαού. Κι εσύ βρε μαλάκα είχες χάψει το παραμύθι πως λαός δεν είσαι. Η Ευρώπη δεν είναι των λαών αλλά των μονοπωλείων και των καρχαριών του τραπεζικού συστήματος. Κι εσύ βρε μαλάκα πήγαινες στο Μπαλί για διακοπές και δε πήρες χαμπάρι τι έγινε. Η αστική τάξη άνοιξε για λίγο τις ιδιωτικές της λέσχες, έκλεισε και τη μύτη υπομονετικά μέχρι να σου φάει το κομπόδεμα και να σιγουρευτεί πως δεν θα ξερες που είναι το σπίτι σου και τώρα ξανάκανε τα μαγαζιά κλαμπ πριβέ όπως ήταν πάντα και όπως θα είναι.


Κι εσύ γυρνάς στο καφενείο με τους υπόλοιπους έχοντας χάσει το μπούσουλα εντελώς. Η πυξίδα σου έδειχνε πάντα δεξιά. Κι εκεί πήγες ο δύστυχος. Κι εκεί έφαγες πόρτα. Και τώρα? Να βρεις ένα τίμιο παληκάρι να σε συμμαζέψει πουτανίτσα. Να ελπίζεις πως κάποιος θα σε συμπονέσει και θα σε συγχωρήσει γιατί έχεις καλή καρδιά κατά βάθος  ή τουλάχιστον έτσι θα νομίσει....


Και δεν υπάρχουν και γιαγιάδες πια να έχουν φυλάξει κάτι στην άκρη. Γιατί μέχρι και της γιαγιάς το κομπόδεμα έκλεψες για να το κάνεις ζάντες γυαλιστερές και λουλούδια στα σκυλάδικα... Δύστυχε...


Το παραπάνω κείμενο είναι ένα μέρος της ιστορίας, και μην χαλιέστε. Υπάρχει αλλιώτικη Ελλάδα και τη ψάχνουμε.... Στη πλατεία προχτές κοίταζα έναν άνθρωπο που μούτζωνε με όλη του τη ψυχή. Γύρω στα 50, με χέρια που δεν είχαν πιάσει ξινάρι ποτέ, νύχια καλοφτιαγμένα, δέρμα αρυτίδωτο κι αφράτο. Εμοιαζε με ένα μικρό παιδί που πρώτη φορά μάθαινε να φωνάζει. Κοίταζε και τους άλλους να βεβαιωθεί πως κάνουν το ίδιο γιατί ντρεπόταν. Μια από τις χιλιάδες μύγες στο γάλα της οργής. Βυζαίνουμε ασταμάτητα αυτές τις μέρες και το πιο παράλογο από όλα είναι πως για πρώτη φορά βυζαίνουμε από τον αέρα. Δεν υπάρχει καμιά μάνα να γραπωθούμε επάνω της, ίσως μόνο μια που μας κοιτά από τη γωνία. Η πατρίδα. Η  πατρίδα των ανθρώπων και όχι των υπανθρώπων. Εκείνη η ξεχασμένη τόσα χρόνια, στους καιρούς της μεγάλης μέθης.


Γιάννη ξέρεις πόσο κάνει η ζωή σου πιά? Οσο τη τιμολογήσουν οι έμποροι. Τόσο έκανε πάντα.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες