το χωριο μας

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

δασκαλε


Γράμμα σ’ ένα νέο δάσκαλο



Οι σημερινές προκλήσεις


Του Βασίλη Kαραποστόλη από τη Καθημερινή 30/10/11 


Αγαπητέ μου


Δεν σε γνωρίζω προσωπικά, ξέρω όμως αρκετά για την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Από πέρυσι που διορίστηκες στο δημοτικό σχολείο αυτού του χωριού -είναι από τα λίγα που κρατάνε ακόμη- διαπίστωσες πως θα δυσκολευόσουν πολύ με τα έξοδά σου. Ο μισθός σου ψαλιδίστηκε, γεγονός που σε καίει όλο και περισσότερο. Δεν θα συζητήσουμε όμως εδώ για το πόσο επώδυνο και άδικο είναι αυτό. Αν σου γράφω αυτό το γράμμα, είναι για να σου θέσω ανοιχτά ένα άλλο ζήτημα που το θεωρώ εξίσου σοβαρό. Εννοώ τη μετάγγιση της δυσαρέσκειάς σου στους μαθητές.
Θα το πω ευθέως και με όλο τον κίνδυνο να παρεξηγηθώ: στον δάσκαλο απαγορεύεται όχι βέβαια η απογοήτευση, αλλά το να κάνει επάγγελμα τη διάδοσή της. Δεν έχει το δικαίωμα να παρουσιάζεται στην τάξη του σαν ένας κακοπαθημένος χωρίς ελπίδες, γιατί οι μικροί μαθητές που τον βλέπουν διαβάζουν στο πρόσωπό του μιαν αποτυχία που δεν είναι μόνο δική του, είναι όλων, όλης της κοινωνίας, όλης της προσπάθειας που υποτίθεται ότι κάνει η ανθρωπότητα για να είναι πιο ανθρώπινη. Είναι παιδιά αυτά που σε παρατηρούν, μην το ξεχνάς. Πράγμα που σημαίνει ότι εσύ μπορείς μεν να δυσαρεστείσαι ή να οργίζεσαι με την κρίση, δεν μπορείς όμως να προκαταλαμβάνεις εντελώς την εμπειρία των μικρών ακροατών σου. Πιθανόν στη ζωή τους να υποστούν ακόμη χειρότερα, να τους λείψει ακόμη και το ψωμί. Επίτρεψέ μου όμως να σου θυμίσω ότι δουλειά σου δεν είναι τόσο να τους μάθεις πώς θα διεκδικούν το ψωμί όσο το πώς θα σκέπτονται, και σκέψη σημαίνει πρώτα απ’ όλα να διακρίνουν τα όμοια από τα ανόμοια και να ξεχωρίζουν το κύριο από το δευτερεύον. Ενδέχεται, αργότερα, να θέσουν ως κύριο μέλημά τους την ελευθερία και μετά το ψωμί, ή το αντίστροφο. Είναι δική τους πάντως υπόθεση αυτή – εσύ το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τους πείσεις ότι αξίζει τον κόπο να σκέπτεται κάποιος, να κατανοεί και να κρίνει.
Μοιραία γλιστράω σε αφορισμούς, δεν μου διαφεύγει αυτό. Το πρόβλημα όμως είναι επείγον και ο χρόνος πιέζει για να συνεννοηθούμε. Η αιτία που ο τόνος μου είναι ανήσυχος είναι η τάση αρκετών συναδέλφων σου, εκδηλωμένη πρόσφατα (συμβαίνει εξάλλου το ίδιο σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης), να περνάνε την πόρτα του σχολείου με κατεβασμένα τα μούτρα και να παραμένουν έτσι και μέσα στην αίθουσα. Οσο κι αν συμμερίζομαι τις οικονομικές στενοχώριες τους, με λυπεί που δεν βλέπουν στα πρόσωπα των μαθητών τον ερχομό του πραγματικά Καινούργιου, την αθωότητα για χάρη της οποίας θα ήταν σκόπιμο να συγκρατηθούν, να μην πουν με απόγνωση ότι ένα κι ένα κάνουν μηδέν, να ξεπεράσουν την πικρία τους στο όνομα μιας νέας αρχής. Πράγματι, όταν βρισκόμαστε κοντά σε παιδιά, μας φαίνεται μερικές φορές ότι είναι δυνατόν να ξεκινήσουμε κι εμείς τη ζωή μας από την αρχή. Πρέπει να το πιστεύει αυτό ένας δάσκαλος, πρέπει να το νιώθει, διαφορετικά ας ψάξει για άλλη εργασία. Οποιος στέκεται αντίκρυ στα παιδιά, οφείλει να παίρνει κάτι από την ευπιστία τους, την ίδια στιγμή που εκείνος τους δίνει την επιφύλαξη και την ικανότητα για κριτική.
Θα μου πεις, και με το δίκιο σου, ότι για να το κατορθώσει αυτό σήμερα ένας δάσκαλος, και ειδικά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, είναι πιο δύσκολο παρά ποτέ. Γιατί η κοινωνία τού υποβίβασε το κύρος του και η οικογένεια του υπονόμευσε την πειθώ του. Συμφωνώ με την ένστασή σου. Και επαυξάνω μάλιστα, λέγοντας πως οι γονείς από τη μια σού αναθέτουν την εκπαίδευση των παιδιών τους (όπως εκείνοι την εννοούν) και από την άλλη σού δείχνουν πως δεν σε εμπιστεύονται και πολύ. Γεγονός που το πιάνουν στον αέρα τα ανήλικα, κι από εκεί αρχίζουν όλα όσα ζεις καθημερινά: οι πρώιμες ευθιξίες των παραχαϊδεμένων μαθητών (αυξάνονται ακόμη και στην επαρχία), οι δυστροπίες των ατίθασων, οι αυθάδειες των αυριανών βανδάλων.


Εργο πολλαπλό


Είσαι μόνος επομένως. Κυκλωμένος από την απροσεξία των μικρών και από τη δυσπιστία των μεγάλων. Καλείσαι παρ’ όλα αυτά να επωμισθείς ένα έργο πολλαπλό. Καθήκον σου είναι να προστατεύσεις τα παιδιά από τον κόσμο και συγχρόνως να προστατεύσεις τον κόσμο από τα παιδιά, που λόγω της άγνοιάς τους θα μπορούσαν να γίνουν, μεγαλώνοντας, οι τυφλοί καταστροφείς του. Και μήπως προς τα εκεί δεν οδεύουμε; Το φτύσιμο του κόσμου είναι ένα εφηβικό παιγνίδι που γίνεται όλο και πιο δημοφιλές. Εσύ όμως το αναχαιτίζεις όσο μπορείς αυτό. Εσύ είσαι που αποσπάς μια άγουρη ύπαρξη από τα εφήμερα και την τοποθετείς μέσα στο εύρος του χρόνου. Θα ’πρεπε να νιώθεις χαρά και περηφάνια γι’ αυτό, και είμαι σίγουρος ότι κάποιες στιγμές έχεις ήδη νιώσει έτσι. Καταλαβαίνεις ότι όλα αυτά που ανέλαβες δεν πληρώνονται με τίποτα. Θα είναι, φοβάμαι, πάντα πολύ στενοκέφαλη η κοινωνία για να αμείψει αρκετά εκείνους που παλεύουν με τα αόρατα.


Φυσικά, δεν σου μένει παρά να αγωνιστείς για έναν καλύτερο μισθό, ζήτησέ τον λοιπόν, απαίτησέ τον, προσπάθησε όμως, παράλληλα, να φέρεις στον νου σου και κάποιους άλλους στον ίδιο ρόλο με σένα, άλλοτε, που τους παράσερνε το δασκαλίκι τόσο, ώστε να ξεχνάνε και τα κομμένα τους επιδόματα και την κούρασή τους και το ίδιο το σπίτι τους ακόμη. Μάλλον θα το έβρισκες εξωφρενικά ντεμοντέ να ξαναδιαβάσεις το «Ωχ! βασανάκια» του Παπαδιαμάντη με τον παλιό εκείνο δάσκαλο των δεκατριών ωρών διδασκαλίας την ημέρα, αντιμέτωπο με τους «σκληροτράχηλους» μαθητές του, ή ακόμη να ξαναδείς τη «Ζούγκλα του μαυροπίνακα», με τον πεισματάρη δάσκαλο που δηλώνει ότι το να πλησιάσει τους άγριους εφήβους στην τάξη του είναι για κείνον μια «πρόκληση». Αλλοι καιροί εκείνοι. Αυτό δεν σου έρχεται να μου πεις; Και δεν είναι μια μισο-υπεκφυγή αυτό; Δεν είναι ψέμα αυτό που λέγεται, ότι από τα σχολεία, από την κοινωνία, εξαφανίστηκαν για πάντα οι ανθρώπινοι τύποι που τις δυσκολίες τις παίρνουν σαν πρόκληση; Θα ’θελα πολύ να σ’ ακούσω να μου λες ότι ναι, αυτό είναι ψέμα. Να μου πεις πως εσύ δεν είσαι από εκείνους που μαραζώνουν προτού ακόμη μαραζώσουν. Κι ότι υπάρχουν κι άλλοι με το ίδιο σθένος.

δημιουργία ανταλλακτικών δικτύων προιοντων και υπηρεσιων

Ραδιενεργοί κι απόβλητοι

Σύμφωνα με τις τελευταίες εξελίξεις στον γεωγραφικό χώρο που αποκαλούν Ελλάδα, εχθροί της πατρίδας είναι όσοι εργάστηκαν, εργάζονται και έχουν διαφορετική άποψη από τους εξουσιαστές και τους τεμπέληδες της εύφορης γελάδας που την αρμέγουν ακόμη και σήμερα που είναι πια ισχνή και ετοιμοθάνατη. Το μέγα θέμα είναι να πληρώνουν μια αντιπαραγωγική νοοτροπία που επέβαλαν χρόνια για να έχουν την εξουσία που υποδούλωσε έναν λαό στην καλοπέραση με δανεικά και μια χώρα στα αφεντικά, που την κουμαντάριζαν χρόνια πίσω από την κουρτίνα «δημοκρατικά». Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το θηρίο που εξέθρεψαν θα τους φάει ζωντανούς, κάνουν εδώ και καιρό τα αδύνατα δυνατά να καταβάλουν τα οφίτσια που μοίραζαν αφειδώς σε ανθρώπους που ξεπουλήθηκαν πανεύκολα για μια εύκολη ζωή στο matrix του φιλοτομαρισμού. Η μόνη παραγωγή που επέτρεπαν ήταν η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή ανήθικων για να γεμίζουν τα κομματικά εκτροφεία.
Επειδή τα πράγματα οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στην επιβίωση μέσα από την παραγωγική διαδικασία ανακύπτει ένα βασικό και βασανιστικό ερώτημα στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν οι εξουσιαστές και οι μυριάδες βολεμένοι οπαδοί τους. Χωράνε άραγε όλοι αυτοί σε κοινωνίες που άρχισαν να αυτοοργανώνονται ξεκινώντας από την δημιουργία ανταλλακτικών δικτύων ; Κι αν χωράνε τι έχουν να προσφέρουν έτσι όπως κατάντησαν; Διότι αν ρίξουμε μια ματιά σε κινήσεις που ξεκίνησαν στον Βόλο και στην Ιεράπετρα θα διαπιστώσουμε πολλά. Λένε για παράδειγμα οι αυτοοργανωμένοι:
«Τα τοπικά δίκτυα ανταλλαγών στηρίζονται στην αυτοοργάνωση των ανθρώπων σε τοπικό επίπεδο (γειτονιά, πόλη, χωριό), οι οποίοι, αφού καταγράψουν τις ανάγκες και τις ειδικότητες του καθενός που συμμετέχει, ανταλλάσσουν μεταξύ τους προϊόντα ή υπηρεσίες ανεξαρτητοποιημένοι από το χρήμα και τις τιμές της προσφοράς και της ζήτησης της αγοράς, φτιάχνοντας έτσι ένα τοπικό δίκτυο. Σ’ αυτό ο καθένας δηλώνει τι μπορεί να προσφέρει και τι έχει ανάγκη. Η ανταλλαγή αφορά αγαθά, υπηρεσίες ή γνώσεις. Όλοι προσφέρουν και όλοι έχουν κάποια στιγμή κάτι ανάγκη. Στο δίκτυο μας π.χ. προσφέρονται υπηρεσίες ηλεκτρολόγου, υδραυλικού, ράπτη, τοποθέτησης πλακιδίων, ελαιοχρωματισμού, ξυλουργικών εργασιών, κηπουρικών εργασιών, ιατρικές υπηρεσίες, γραφιστικές εργασίες, μοντάζ ήχου - εικόνας, εκμάθηση ξένων γλωσσών, χορού, υπολογιστών, μαθημάτων γυμνασίου - λυκείου, τοπογραφικές συμβουλές, νομικές συμβουλές, λογιστικές υπηρεσίες αγροτικές εργασίες και αγαθά και πολλά άλλα. Κάποιοι από τα μέλη, έχουν και αυτοκίνητο και μπορούν να μεταφέρουν ανθρώπους σε διάφορους προορισμούς, ή έχουν ελεύθερο χρόνο να προσέξουν το παιδί κάποιου, ή ακόμα και να πληρώσουν λογαριασμούς, που κάποιος δεν έχει το χρόνο να τρέξει να πληρώσει. Ας υποθέσουμε, ότι μια ηλικιωμένη γυναίκα, που ζει με μια μικρή σύνταξη, έχει πρόβλημα με τα υδραυλικά του σπιτιού της και δεν έχει τα χρήματα να πληρώσει κάποιον υδραυλικό. Έρχεται ένα μέλος του συστήματος και κάνει τη δουλειά και η γυναίκα χρεώνεται σε κοινωνικό νόμισμα και θα αποπληρώσει κάνοντας κάποιες δουλειές σε κάποια μέλη του συστήματος. Μπορεί να μαγειρέψει για κάποιους ή να διαβάσει και να προσέξει τα παιδιά κάποιων άλλων. Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι κάθε υπηρεσία έχει διαφορετική αξία. Όταν καλέσεις κάποιον να βάψει το σπίτι σου ή να φτιάξει μια βλάβη στο αυτοκίνητό σου, δεν την ξεχρεώνεις με το να προσέξεις μία ώρα το παιδί κάποιου. Αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης του κοινωνικού νομίσματος, η διευκόλυνση των ανταλλαγών μεταξύ υπηρεσιών και προϊόντων που έχουν διαφορετική αξία».
Πού χωράει λοιπόν ο αντιπαραγωγικός ανθρωπότυπος που δημιούργησαν σε όλα αυτά; Τι θα κάνουν όταν οι βολευτές και οι προστάτες τους θα τους παρατήσουν και δεν θα μπορούν να τους καταβάλουν το αντίτιμο (μισθό) της δουλείας για την καλοπέραση; Ακόμη και την ύστατη στιγμή δεν συντάσσονται με τον παραγωγικό άνθρωπο αλλά κάνουν κόλπα (απεργίες) για τα κλεμμένα από τον πραγματικό λαό οφίτσια που απολάμβαναν χρόνια. Εάν ξεπεραστεί και η τρομοκρατία, που ασκούσαν χρόνια οι αντιπαραγωγικοί τεμπέληδες εκβιάζοντας πολλά χρόνια τώρα πραγματικούς ανθρώπους, το πράγμα φαίνεται να δυσκολεύει πολύ για τον βολεμένο ανθρωπότυπο που δημιούργησαν. Γιατί όπως τονίζουν στην Ιεράπετρα : Θεμελιώδεις μας αρχές και αξίες είναι:
• η κοινωνική αλληλεγγύη
• η ποιότητα ζωής
• η ατομική και κοινωνική ευθύνη
• ο σεβασμός στη διαφορετικότητα
• η άμεση και συμμετοχική δημοκρατία
• η μη βία
• η βιωσιμότητα
• η οικολογική σοφία
Ξεκάθαρα, λοιπόν, θα χρειαστούμε εκτός από δίκτυα ανταλλαγής υπηρεσιών – προΐόντων και δίκτυα αλλαγής ανθρωπότυπων.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι

Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.
Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες. Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.
Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.
Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».
Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις κουβέντες της παρέας. Το δίλημμα «δημόσιο ή ιδιωτικό;» μεταλλάχτηκε: «με τον αργόμισθο ή με το φοροφυγά;». Το «συνδικάτα ή εργοδοσία;» μεταλλάχτηκε: «να κόψουμε τη σύνταξη από τα 52 ή τα ιατρικά υλικά που τα πληρώνουμε για χρυσάφι;». Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. Αυτό είναι υγιές. Είναι η αρχή της αυτογνωσίας.
Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονόλογους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί, και να ορίζει επιλογές.
Θεωρίες της ιδιομορφίας
Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα και όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμη μια νεοθεσμική οπτική, που αναλύει τις παραλλαγές του καπιταλισμού και τις σχετίζει με τις ιστορικές καταβολές και τους θεσμούς κάθε χώρας
Οι θεσμοί είναι μια ευρεία έννοια, που επιδέχεται διαφορετικούς ορισμούς. Στον πιο γενικό ορισμό ο όρος περιλαμβάνει τους επίσημους θεσμούς (το σχολείο) και τους ανεπίσημους (το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο). Περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις (ιατρική νομοθεσία), τους οργανισμούς (το νοσοκομείο), αλλά και τις συχνές συμπεριφορές (το φακελάκι). Περιλαμβάνει επίσης, σε μερικές θεωρήσεις, την ιδεολογία (τι είναι πρόοδος) και τη νοοτροπία (εργασιακή ηθική).
Η νεοθεσμική θεώρηση επιδιώκει να φωτίσει και να εξηγήσει τις μικρο-οικονομικές συμπεριφορές που διαμόρφωσαν τα μακρο-μεγέθη. Γιατί αφήσαμε την κοινωνική ασφάλιση να χρεοκοπήσει; Γιατί δεν πληρώνουμε φόρους; Γιατί δεν έχουμε εξαγώγιμα βιομηχανικά προϊόντα; Γιατί κάνουν φροντιστήριο οι μαθητές των λυκείων; Σε τι είμαστε διαφορετικοί σε αυτό το επίπεδο από τους Γερμανούς;
Η πρόχειρη εμπειρική απάντηση είναι ένας πολύ μακρύς κατάλογος: διαφθορά, πελατειακό σύστημα, γραφειοκρατία, οικογενειοκρατία, διαπλοκή, καταναλωτισμός, παπαγαλία στο σχολείο, καχυποψία, αλλά και ευέλικτες επιχειρήσεις, πτυχιούχοι, φιλοδοξία, κινητικότητα, πολιτική άποψη, αντίσταση, πολυγλωσσία, εργατικότητα (υπό όρους), εξωστρέφεια. Δεν βοηθάει όμως πολύ μια τέτοια παράθεση. Πιο διαφωτιστικό είναι, από όλο το πλέγμα των θεσμών που απαρτίζουν την ελληνική μικροοικονομία, να ξεχωρίσουμε λίγα και βασικά, όπου διαφέρουμε από τις πιο αναπτυγμένες οικονομίες. Τα ακόλουθα θεωρώ ότι είναι τα κρίσιμα στοιχεία της ελληνικής ιδιομορφίας:
Το πλήθος και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, μαζί με τη μεγάλη διασπορά της ιδιοκτησίας των ακινήτων (νοικοκυραίοι).
Η μεγάλη έκταση και διασπορά των προσόδων (ραντιέρηδες).
Η ελλιπής συνείδηση συνεργασίας και παράλληλα η μεγάλη ανταπόκριση σε κίνητρα και αντικίνητρα (καιροσκόποι).
Η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική οικονομία με κοινωνικό κράτος, όπως πολλές άλλες. Αλλά όπως και κάθε άλλη έχει τη δική της δυναμική, που δημιουργείται από τα ιδιαίτερα στοιχεία της μαζί με τα γενικά στοιχεία του καπιταλισμού.
ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ
‘Ενας θεμελιακός θεσμός
Δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη και στον ΟΟΣΑ που να έχει τόσο πολλούς αυτοαπασχολούμενους και τόσα μικροαφεντικά όπως η Ελλάδα σε αναλογία με τον πληθυσμό. Στην Ελλάδα το 57% όσων απασχολούνται στη «μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία» (ΜΧΕΟ) είναι είτε αυτοαπασχολούμενοι είτε σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 απασχολούμενους. Στο σύνολο της ΕΕ των «27» ο δείκτης είναι 30%. Η Ιταλία έρχεται δεύτερη με 47%, η Πορτογαλία τρίτη με 42%. Η Γαλλία είναι στο 27%, η Μ. Βρετανία στο 21%, η Γερμανία στο 18%. Το νέο μας πρότυπο, η Δανία, στο 20%
Εξίσου κατακερματισμένη είναι και η γεωργία, που δεν περιλαμβάνεται στα παραπάνω. Στην αμπελοπαραγωγό Κορινθία ο μέσος εξαγωγικός αμπελώνας είναι κάτω από 30 στρέμματα και ο μεγαλύτερος κάτω από 200. Οι ανταγωνιστές της Κορινθίας στη Μούρθια της Ισπανίας έχουν πάνω από 1.000 στρέμματα ο καθένας. Το ίδιο και στην Καλιφόρνια, στη Νότιο Αφρική, στη Χιλή, στην Αίγυπτο.
Στο σύνολο της οικονομίας, οι απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων δεν ξεπερνούν το 9% του εργατικού δυναμικού – μαζί με τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες.
Πώς έχει συμβεί να έχουμε τόσο πολλές και μικρές επιχειρήσεις –αμπέλια, ελαιοτριβεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, μίνι μάρκετ, ιατρεία, θέατρα, μπουτίκ, βιοτεχνίες ενδυμάτων, εταιρειούλες πληροφορικής– και γιατί πολύ λίγους μεγάλους εργοδότες;
Το οφείλουμε στην ιστορία, που απέτρεψε σε εμάς την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου των δυτικών οικονομιών, στους θεσμούς του σημερινού κράτους, που βοηθούν να επιβιώσει η μικρή ιδιοκτησία και εμποδίζουν τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, αλλά και στη νοοτροπία που μας αποτρέπει από το να συνεργαζόμαστε.
Η Δυτική Ευρώπη μπήκε στη βιομηχανική εποχή με μεγάλες γαιοκτησίες και πλήθος ακτήμονες εργάτες, κληρονομιά της φεουδαρχίας. Το νέο ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε μια κοινωνία από μικροϊδιοκτήτες, συνέπεια της οθωμανικής πολιτικής που στήριζε τον μικρό γεωργό και αποθάρρυνε τη μεγάλη γαιοκτησία. Η πολιτική γης του νέου κράτους συνέχισε να ευνοεί τον μικρό κλήρο. Ακόμα και τα μεγάλα τσιφλίκια της Θεσσαλίας κατακερματίστηκαν με τα χρόνια. Η μεγάλη πλειονότητα των οικογενειών είχε κάποια ακίνητη περιουσία, αγροτική ή αστική, όπου έστησε μια αγροτική εκμετάλλευση ή ένα μαγαζί ή έχτισε ιδιόκτητο σπίτι. Σε αυτό η Ελλάδα ήταν τελείως διαφορετική από όλη τη μη Οθωμανική Ευρώπη. Οι δε γείτονές μας στα Βαλκάνια, όσοι είχαν εκτεταμένη μικροϊδιοκτησία, την απώλεσαν με τον σοσιαλισμό.
Οι μικροεπιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μετά από 180 χρόνια σύγχρονου κράτους, με αστικούς θεσμούς και με περίπου ελεύθερη αγορά. Αυτό είναι αξιοπερίεργο. Σε μια σύγχρονη οικονομία το μέγεθος είναι πλεονέκτημα – αν όχι σε όλες τις δουλειές, πάντως σε πάρα πολλές. Εδώ όμως οι επιχειρήσεις δεν μεγαλώνουν. Ας απαριθμήσουμε τις αιτίες.
Οι οικογένειες με ιδιοκτησία, έστω και μικρή, δεν στέλνουν τα παιδιά τους να γίνουν εργάτες. Αν αποφασίσουν να γίνουν χαμηλόμισθοι υπάλληλοι, αυτό γίνεται μόνο σε δουλειές με εργασιακή ασφάλεια και καλή σύνταξη – στο Δημόσιο ή στις τράπεζες. Αλλιώς προτιμάνε το χωράφι ή το μικρομάγαζο των γονιών. Το νοικοκυριό αντιστέκεται στην προλεταριοποίηση.
Οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα. Η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση, οι κανονισμοί εργασίας κ.ά. επιβαρύνουν περισσότερο τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, επειδή οι μικρές παρανομούν πιο εύκολα. Όταν το ταμείο το κρατάει η οικογένεια μπορεί να αποκρύψει πωλήσεις ή να απασχολήσει ανασφάλιστους. Ενώ όταν η τιμολόγηση και οι προσλήψεις καταγράφονται σε οργανωμένο λογιστήριο από υπαλλήλους, η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή ενέχει μεγαλύτερο ρίσκο. Συνεπώς στην Ελλάδα η ανομία ευνοεί τον κατακερματισμό. Το κράτος γενικά δεν κυνηγάει τους μικρούς.
Οι ξένες άμεσες επενδύσεις αποθαρρύνονται. Σε άλλες περιφερειακές χώρες δημιουργήθηκε μεγάλη βιομηχανία από το ξένο κεφάλαιο. Εδώ, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η αντίσταση των τοπικών κοινωνιών, η ρητορική του λαϊκισμού είχαν αποτέλεσμα να έρθουν σχετικά λίγοι ξένοι επενδυτές και να παραμείνουν πολύ λιγότεροι. Σημαντικές εξαιρέσεις, οι κλάδοι των μη εμπορεύσιμων (non-tradable) υπηρεσιών: τράπεζες, τηλεφωνία, λιανικό εμπόριο. Σε αυτούς οι ξένοι ήρθαν γιατί το ψηλό κόστος εισόδου και λειτουργίας δεν τους αποτρέπει – το καλύπτουν με ψηλότερες τιμές. Άλλο να έχεις να ανταγωνιστείς στην παγκόσμια αγορά και άλλο μόνο τις ελληνικές επιχειρήσεις στην ελληνική αγορά.
Στα παραπάνω ας προστεθούν οι πάμπολλοι κανονισμοί και απαγορεύσεις που προστατεύουν τον υπάρχοντα τρόπο λειτουργίας σε δεκάδες κλάδους, καθώς και το μικρό μέγεθος των οικοπέδων.
Είναι τόσο ισχυρή η θεσμική προτίμηση προς τη μικρή κλίμακα, ώστε ούτε οι πρόσφυγες του 1922, ούτε οι μετανάστες μετά το 1990 δεν έγιναν μόνιμο προλεταριάτο για μεγάλους εργοδότες, όπως συνέβη αντίστοιχα αλλού. Ενώ οι μικροεργοδότες πλούτισαν στα χωράφια και στις πόλεις στην πλάτη των μεταναστών.
Η αυτοαπασχόληση, η μικροεργοδοσία, η οικογενειακή επιχείρηση είναι σταθερός και θεμελιακός θεσμός της οικονομικής μας οργάνωσης. Ίσως ο πιο θεμελιακός. Η ποσοστιαία συμμετοχή τους στην απασχόληση και στο εισόδημα δεν πρόκειται να συρρικνωθεί υπό κανονικές συνθήκες. Ούτε καν μια βαθιά και μακροχρόνια ύφεση δεν θα το αλλάξει αυτό. Μόνο μια επανάσταση στους θεσμούς θα το άλλαζε.
Είναι σημαντικό το εξής: ο θεσμός ορίζει την εξειδίκευση και όχι το αντίστροφο. Δηλαδή, επειδή είμαστε μια κοινωνία μικροεπιχειρηματιών, δεν μπορούμε να παράγουμε ηλεκτρονικές συσκευές – και όχι, επειδή δεν παράγουμε συσκευές, είμαστε μικροεπιχειρηματίες. Αυτό δεν έχει γίνει συνείδηση στην τεχνοκρατία που σχεδιάζει κατά καιρούς τις πολιτικές της ανάπτυξης. Πιστεύει ότι με κατάλληλες χρηματοδοτήσεις και υποδομές μπορεί να δημιουργηθούν ανταγωνιστικές βιομηχανίες σε κλάδους που απαιτούν μεγαλύτερη κλίμακα. Σε κάθε εποχή οι μικροϊδιοκτήτες θα κάνουν τις εργασίες που τους ταιριάζουν – χτες σφουγγαράδες, σήμερα ενοικιαζόμενα δωμάτια, αύριο τι;
Οικογενειακές στρατηγικές
Μια οικονομία μικρών μονάδων ωθεί τα νοικοκυριά σε άλλες επιλογές από μια οικονομία υπαλλήλων και μεγάλων οργανισμών. Η οικογένεια αναζητά τη σταθερότητα στην πολυέργεια, δηλαδή σε πολλαπλές πηγές εισοδήματος, όσες μπορεί να βρει και να προσποριστεί. Υπάρχει οικογενειακή αλληλεγγύη: τα πολλαπλά εισοδήματα απαιτούν πολλαπλά χέρια: ο πατέρας έχει το πρατήριο βενζίνης για τη σιγουριά, ο γιος σπουδάζει πληροφορική για το κάτι παραπάνω, αλλά άμα δεν του βγει δεν θα πεινάσει. Η κόρη, κατά προτίμηση δασκάλα ή υπάλληλος του Δήμου – κάτι σταθερό που αφήνει ελεύθερο χρόνο για να φροντίζει γέροντες γονείς και την επόμενη γενιά. Αν το οικογενειακό μαγαζί πάει καλά, η οικογένεια ολόκληρη το δουλεύει. Αν όχι, μένει να δουλεύει με ένα-δυο μέλη. Το σύστημα έχει θαυμαστή σταθερότητα, ευελιξία και διάρκεια.
Σε οικονομία μικροϊδιοκτητών, οι επενδύσεις των νοικοκυριών διαφέρουν από αυτές στις οικονομίες της μεγάλης κλίμακας. Κατευθύνονται, απόλυτα ορθολογικά, σε ακίνητα και σε εκπαίδευση. Στις δυτικές οικονομίες οι αποταμιεύσεις επενδύονται συλλογικά μέσα από ασφαλιστικά ταμεία, ή από αμοιβαία κεφάλαια, ή από καταθέσεις. Καταλήγουν ως χρηματοδότηση στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, σε υποδομές, και γενικά σε μεγάλους οργανισμούς. Στην ελληνική μικρή οικονομία η χρηματική αποταμίευση δεν έχει αξιόπιστες συλλογικές διεξόδους.
Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει άλλη μορφή στη μικροϊδιοκτησία. Στις δυτικές οικονομίες μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από καριέρα – δηλαδή χτίζοντας σχέση με μια μεγάλη επιχείρηση ή οργανισμό. Η ανώτατη εκπαίδευση είναι χρήσιμη μόνο ως πρώτο βήμα στην καριέρα – αν η αγορά εργασίας δεν την ζητά ούτε οι νέοι την επιδιώκουν. Στη μικρή ιδιοκτησία, η αξία του ανθρώπου επενδύεται στα ατομικά του στοιχεία. Η αγορά εργασίας δεν δίνει σαφή μηνύματα. Σημασία έχουν τα εφόδια που θα κατέχω σε μια γενικά αβέβαιη πορεία. Σπουδάζω μηχανικός, όχι επειδή προσδοκώ να δουλέψω στη Volkswagen, αλλά επειδή θα έχω επιλογές ως έμπορος, κατασκευαστής, εργολάβος, μελετητής, και ίσως ίσως στέλεχος. Γι’ αυτό τα νοικοκυριά υπερεπενδύουν στην εκπαίδευση των παιδιών: σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών και πανελλαδικών εξετάσεων, σε δαπάνες διαβίωσης των φοιτητών. Στους εθνικούς λογαριασμούς αυτές οι δαπάνες φαίνονται ως κατανάλωση. Αλλά είναι επένδυση.
Δυναμική
Ο θεσμός είναι σταθερός εφόσον μπορεί να παράγει αρκετό εισόδημα για τα μέλη του, έστω με κρίσεις και μεταλλάξεις. Αλλά δεν υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στον κόσμο που οι τοπικές οικονομίες μικροεπιχειρήσεων να είναι διεθνώς ανταγωνιστικές – στη βόρεια Ιταλία βρίσκονται τα λίγα πετυχημένα παραδείγματα. Στην Ελλάδα ήταν ανταγωνιστική κατά καιρούς η μικρής κλίμακας γεωργία και ο τουρισμός, και είχαν μεγάλη συμβολή τα εμβάσματα από προσωπική εργασία– από τους μετανάστες και τους ναυτικούς. Αλλά αυτά δεν έφταναν και τα συμπληρώναμε με δάνεια και επιχορηγήσεις από το εξωτερικό.
Τώρα που στέρεψαν τα δάνεια, η Ελλάδα θα χρειαστεί να γίνει ανταγωνιστική σε περισσότερους κλάδους. Μπορούν αυτό να το πετύχουν οι μικροεπιχειρήσεις; Δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερο πρόβλημα η μετάβαση σε νέες δραστηριότητες. Η ελληνική πολυέργεια των οικογενειών αυτό σημαίνει. Δεν πρόκειται για οικογένειες που αφοσιώνονται στην ίδια τέχνη από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά σπουδάζουν νέα αντικείμενα και οι γονείς τα στηρίζουν.
Τρία είναι τα μεγάλα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας: το κόστος (οικονομίες κλίμακας), ο συντονισμός (κόστος συναλλαγών, οικονομίες φάσματος) και η συνέχεια (καινοτομία, αναβάθμιση, διαδοχή γενεών). Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση του κεφαλαίου.
ΡΑΝΤΙΕΡΗΔΕΣ
Ο όρος πολιτική πρόσοδος δηλώνει τους διάφορους μηχανισμούς με τους οποίους επιχειρήσεις, συντεχνίες και άτομα καρπώνονται εισοδήματα από το κράτος που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική προσφορά υπηρεσίας ή προϊόντος. Ο όρος περιλαμβάνει την αργομισθία, τη συνταξιοδότηση με προνομιακούς όρους, τις επιχορηγήσεις χωρίς αναπτυξιακό αποτέλεσμα, τις υπερκοστολογημένες προμήθειες και έργα, και τις μίζες των δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει επίσης τις ρυθμίσεις που επιτρέπουν σε συντεχνίες να υπερτιμολογούν στην αγορά (κλειστά επαγγέλματα, ρυθμιζόμενες αμοιβές, απαγορεύσεις), και, κάτι λιγότερο φανερό, τα οφέλη από την παρανομία όταν οι ανταγωνιστές σου είναι σύννομοι. Δεν περιλαμβάνει εκείνους του μισθούς του Δημοσίου που αμείβουν πραγματικά εργαζόμενους, ούτε τις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας, κτλ, που δίνονται με γενικά κοινωνικά κριτήρια.
Μερικοί ανάγουν τη διόγκωση της πολιτικής προσόδου στη δεκαετία του 1980 και στον τρόπο με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε νέα στρώματα και νέα τζάκια στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά η φαυλοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις ήταν σύμφυτες με το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του και το κράτος ήταν πάντα ρυθμιστής στην οικονομία. Η διανομή προσόδων ήταν αναγκαίος μηχανισμός για τη νομιμοποίηση των πολιτικών στα μάτια του κόσμου, αλλά και ο προσπορισμός προσόδων ήταν βασικός λόγος για γίνει κάποιος πολιτικός.
Το κράτος συνολικά υπήρξε ραντιέρης εμβασμάτων, ζώντας σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς εισροές: δάνεια που μοίρασε και δεν αποπλήρωσε, σχέδια βοήθειας, και πιο πρόσφατα τα ταμεία της ΕΕ. Τούτα τα εμβάσματα έχουν επηρεάσει σε βάθος την κοινωνία: «Ας περάσει το χρήμα τα σύνορα και θα βρούμε τη μοιρασιά» μου έλεγε ένας μικροεργολάβος αγροτικών εγκαταστάσεων κουβεντιάζοντας πώς θα πάρουμε κάποια επιχορήγηση.
Υπήρχαν και υπάρχουν σημαντικές μη πολιτικές πρόσοδοι στην ιδιωτική οικονομία. Τα έσοδα από τουρισμό ενέχουν μεγάλο στοιχείο προσόδου, εφόσον ο επισκέπτης πληρώνει πρώτα για τον τόπο και μετά για τις υπηρεσίες. Τα εμβάσματα από το εξωτερικό (ναυτιλιακά, μεταναστευτικά) παράγονται μεν από εργασία εκτός συνόρων, αλλά για την τοπική κοινωνία που τα υποδέχεται είναι καθαρή πρόσοδος.
Η δημοκρατική πρόσοδος
Οι μηχανισμοί προσπορισμού προσόδων διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Παράγουν όμως ένα κοινό πολιτισμικό αποτέλεσμα: όλοι σχεδόν οι Έλληνες, από τον μεγάλο επιχειρηματία μέχρι τον μικροοικοπεδούχο στο νησί και τον δημοτικό υπάλληλο στην επαρχία, θεωρούν φυσικό να έχουν κάποια εισοδήματα χωρίς να ρισκάρουν κεφάλαια και χωρίς να εργάζονται παραγωγικά – εισοδήματα σημαντικά για τα μέτρα του καθενός. Αν δεν το πετύχουν αισθάνονται αδικημένοι.
Πώς αναπαραγόταν τόσα χρόνια το σύστημα της προσοδοκρατίας; Η πρώτη αιτία ήταν ότι «λεφτά υπάρχουν» – από τις εισροές από το εξωτερικό, από την απομύζηση της παραγωγής σε μια κοινωνία που μπορούσε κατά καιρούς να παρακολουθεί ικανοποιητικά την τεχνική πρόοδο, αλλά πρόσφατα και από την υπερεκμετάλλευση των μεταναστών.
Η δεύτερη αιτία ήταν ο δημοκρατικός χαρακτήρας του συστήματος. Οι πρόσοδοι είχαν ευρεία διασπορά· ιδίως μετά το 1980 τα περισσότερα νοικοκυριά κάτι τσιμπούσαν από το σύστημα. Η δημοκρατική νομιμοποίηση ενισχύθηκε από νέους μηχανισμούς που προσδίδουν στο σύστημα έναν αντικειμενικό χαρακτήρα: ΑΣΕΠ αντί για ρουσφέτι, πανελλαδικές αντί για το βαθμό του σχολείου. Όταν για να διοριστούν ή να εισαχθούν χρειάζεται να κοπιάσουν και να ανταγωνιστούν τίμια, κανένας δεν αναρωτιέται μήπως η θέση που πήραν είναι άχρηστη. Και θεωρείται άδικο να καταργηθούν τα όποια προνόμια έχει η θέση.
Συμπεριφορές
Όπως κάθε οικονομικός μηχανισμός που κυριαρχεί (ή συγκυριαρχεί) σε μια κοινωνία έτσι και η προσοδοκρατία επιδρά με πολλούς τρόπους στις συμπεριφορές και στη νοοτροπία. Μπορεί να μην πηγάζει από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, αλλά σίγουρα τις δημιουργεί.
Μηδενικό άθροισμα: η πρόσοδος δεν μεγεθύνει την πίτα, τη μοιράζει. Συνεπώς προϋποθέτει μαχητική διεκδίκηση, και δεν προϋποθέτει παραγωγική εργασία. Εκτρέφει το λαϊκισμό, που βασικό συστατικό του είναι ότι μεταθέτει την ευθύνη για το σύνολο στον άλλο πόλο, στον εχθρό. Στο λαϊκισμό οι πολίτες, ανεξάρτητα από την πραγματική τους θέση στην παραγωγή και στη διανομή, νιώθουν σαν να ανήκουν στο πιο αδύναμο στρώμα, που δικαιούται να διεκδικεί αναδιανομή για λόγους ανθρωπιστικούς, δικαιοσύνηςΔεν τους αφορά πώς θα παραχθεί ο πλούτος, ούτε αν πρέπει η αναδιανομή να γίνει πρώτα σε άλλους, πιο αδύναμους. Την ευθύνη για το όλον την έχουν άλλοι. Ο λαϊκισμός διαφέρει ριζικά σε τούτο από μια σοσιαλιστική στρατηγική που θα άρχιζε από τον τρόπο παραγωγής πριν φτάσει στη διανομή. Ή από μια στρατηγική αναδιανομής που θα εστίαζε στους πραγματικά πιο αδύναμους και αποκλεισμένους.
Επιχειρηματικότητα: αν οι επιχειρήσεις μπορούν να βγάλουν ψηλά κέρδη από τις κρατικές εργολαβίες ή από άλλα προνόμια, επενδύουν πιο πολύ στο να αποκτήσουν τα προνόμια παρά στο να γίνουν ανταγωνιστικές σε μια ανοιχτή αγορά. Με το καιρό αυτό στρεβλώνει όλη τη στρατηγική τους – ο καλός πωλητής είναι αυτός που καλλιεργεί σχέσεις στο Δημόσιο, ο καλός μηχανικός είναι αυτός που ξεχειλώνει το έργο για να κοστίσει περισσότερο, κτλ. Σπάνια μια επιχείρηση κρατικοδίαιτη είναι και ανταγωνιστική. Τα παραδείγματα αρχίζουν από τους εθνικούς προμηθευτές και φτάνουν στις εταιρειούλες πληροφορικής της δεκαετίας του 1990, όπου ευφυέστατοι τεχνικοί έφαγαν τα νιάτα τους σε άκαρπη «έρευνα και ανάπτυξη» για ευρωπαϊκά προγράμματα.
Μετρήσεις και προϋπολογισμοί: ο ραντιέρης δεν έχει ανάγκη να μετρήσει τον κόσμο, ο παραγωγός έχει. Ο ραντιέρης θα παζαρέψει. Ο παραγωγός θα σχεδιάσει τις εισροές και τις εκροές του, θα προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει το περιθώριο ανάμεσα στις δύο. Ό,τι κάνει ο ραντιέρης κάνει και το κράτος της προσοδοκρατίας. Παζαρεύει συνεχώς με διάφορες ομάδες (αδιόριστους για διορισμούς, αγρότες για παροχές, επιχειρηματίες για έργα), στις οποίες πάντα δίνει κάτι παραπάνω από εκεί που ξεκίνησε. Δεν δεσμεύεται από ένα απόλυτο όριο δαπανών ή φοροαπαλλαγών. Καταλήγει σχεδόν πάντα με έλλειμμα, χωρίς να το έχει προγραμματίσει. Αλλά και πέρα από τα δημοσιονομικά, η κοινωνία δεν ζητά μετρήσεις: ούτε για τους ρύπους, ούτε την ποιότητα των νοσοκομείων, ούτε για την επίδραση της αστυνόμευσης στην εγκληματικότητα. Δεν υπάρχει καμιά πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες να μετρήσουν και να αξιολογήσουν. Κάπως έτσι καταλήγουμε στα Greek statistics – πολύ πριν τη σκόπιμη παραποίηση των αριθμών.
ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΙ
Ίσως να είμαστε το ίδιο εργατικοί με τους Δυτικούς όταν έχουμε τις ίδιες επιλογές με αυτούς. Είμαστε όμως λιγότερο συνεργατικοί.
Στη θεωρία παιγνίων καιροσκόπος (ή οπορτουνιστής) είναι αυτός που αρπάζει την ευκαιρία να βγάλει ένα καλό κέρδος σήμερα, ακόμα και αν αυτό δυσχεράνει τη θέση του αύριο. Συνήθως, είναι αυτός που παραβαίνει έναν κανόνα ή χαλάει μια συνεργασία για να κάνει την αρπαχτή.
Ο ταβερνιάρης στην Πλάκα που σερβίρει σαβούρα στους τουρίστες αυτό κάνει: παραβαίνει την άτυπη σύμβαση του εστιάτορα με τον πελάτη, για να βγάλει καλό κέρδος στη μερίδα, με κίνδυνο ο πελάτης να μην ξαναέρθει. Πράττει απόλυτα ορθολογικά, γιατί ο τουρίστας είναι περαστικός και δεν θα ξαναερχόταν έτσι κι αλλιώς. Αυτό χαλάει τη γενική εικόνα της Αθήνας, αλλά δεν τον ενδιαφέρει, γιατί η εικόνα διαμορφώνεται από όλες τις ταβέρνες μαζί, όχι από τη δική του.
Στον αντίποδα της καιροσκοπίας είναι η συμμόρφωση ή η συνεργασία. Η επιχείρηση που επενδύει στην ποιότητα, ο εργολάβος που αποθέτει τα μπάζα στη μακρινή επίσημη χωματερή αντί για το διπλανό χωράφι, ο συνεργάτης που δουλεύει σκληρά αντί να λουφάρει σε βάρος της ομάδας, ο επαγγελματίας που δεν φοροδιαφεύγει είναι στη γλώσσα της θεωρίας παιγνίων συνεργάσιμος (cooperator).
Οι ρίζες της συνεργασίας
Οι Έλληνες φέρονται πιο καιροσκοπικά από τους Σουηδούς ή και τους Γάλλους. Η διαφορετική συμπεριφορά δεν έχει μια μόνο αιτία. Υπάρχει πολιτισμική διαφορά νοοτροπίας. Παράλληλα η δομή των κινήτρων και των κυρώσεων συγκριτικά ευνοεί την αρπαχτή. Τα δύο επίπεδα (νοοτροπία – δομή) αλληλεπιδρούν μέσα από την ανοχή (δεν σε καταγγέλλω που φοροδιαφεύγεις) και τη δυσπιστία (σε ρίχνω, γιατί φοβάμαι ότι θα με ρίξεις).
Πού οφείλεται η πολιτισμική διαφορά στην έφεση για συνεργασία, και πόσο βαθιά είναι; Σε τέτοια ερωτήματα η συστηματική έρευνα και θεωρία διεθνώς τώρα ξεκινάει, ουσιαστικά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Για την Ελλάδα η πιο ενδιαφέρουσα αφήγηση είναι του Στέλιου Ράμφου, για την «άπρακτη εξατομίκευση». Η ανθρωπολογία του προσώπου διαμορφώθηκε διαφορετικά σε εμάς από ό,τι στη Δύση. Εκεί «σκοπός του ατόμου είναι η εντός του ανακεφαλαίωση, ει δυνατόν, της συνολικής κοινωνικής και πνευματικής εξελίξεως – η εν ευαισθησία καθολικότης του ως ανθρώπου». Ο δυτικός άνθρωπος έχει εσωτερικεύσει τους κανόνες της κοινωνίας – τους έχει εξατομικεύσει. Στους Έλληνες, όταν διασπάστηκαν οι συλλογικές δομές του μεσαίωνα, μείναμε στον ατομισμό χωρίς την εξατομίκευση.
Συναφής αλλά διακριτός παράγοντας ήταν η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών και των οικονομικών ιεραρχιών. Στη Δύση η φεουδαρχία, η μοναρχία και η Καθολική Εκκλησία με την αλληλεπίδρασή τους δημιούργησαν το απολυταρχικό κράτος που είχε την ευθύνη να καθοδηγεί την κοινωνία. Το κράτος αυτό το κληρονόμησε η αστική τάξη και ενίσχυσε τον καθοδηγητικό του ρόλο Παράλληλα, στη βιομηχανική επανάσταση αναπτύχθηκαν οι μεγάλες επιχειρήσεις-ιεραρχίες που έδιναν σταθερούς ρόλους σε εργάτες και υπαλλήλους. Αυτά δεν έγιναν στην Ελλάδα, που αποτίναξε το οθωμανικό κράτος, δεν το μετεξέλιξε, και που αντιστάθηκε στις οικονομικές ιεραρχίες.
Με άλλα λόγια, οι αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες δεν στηρίχτηκαν μόνο στην ελεύθερη αγορά και στα ατομικά κίνητρα. Στηρίχτηκαν σε ιεραρχικούς οργανισμούς (κάθετους κανόνες) και σε στρατηγικές συνεργασίας (οριζόντιους κανόνες). Ο πετυχημένος και ιδεολογικά ηγεμονικός καπιταλισμός είναι ελεύθερη αγορά ενσωματωμένη σε κοινωνία κανόνων και ευθύνης. Αλλιώς είναι ή ζούγκλα ή μικρομάγαζα. Εμείς δεν έχουμε αποδεχθεί ούτε τους κάθετους κανόνες ούτε τους οριζόντιους – ούτε πειθαρχούντες ούτε πειθαρχημένοι. Αν έχουμε αποφύγει τη ζούγκλα είναι γιατί έχουμε κρατήσει τα μικρομάγαζα.
Οι θεσμοί των καιροσκόπων
Η καιροσκοπική νοοτροπία εξηγεί γιατί αποτυχαίνουν οι συνεταιρισμοί και πετυχαίνουν οι συντεχνίες. Ο συνεταιρισμός διαχειρίζεται ένα συλλογικό αγαθό – για παράδειγμα, ένα συσκευαστήριο για τα αγροτικά προϊόντα των μελών του ή μια κρατική επιχορήγηση που δίνεται για να γίνει το συσκευαστήριο. Χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη και συμμόρφωση στους κανόνες τα μέλη κοιτάνε πώς θα κερδίσουν ο καθένας ρίχνοντας τη ζημιά στο συλλογικό αγαθό. Θα στείλουν στο συσκευαστήριο τη δεύτερη ποιότητα, αλλά το καλό θα το πουλήσουν ιδιωτικά – ή θα φάνε την επιχορήγηση χωρίς να επενδύσουν, γιατί δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο για συνεταίρο.
Η συντεχνία δεν έχει συλλογικό αγαθό, έχει συλλογική διεκδίκηση. Τα μέλη αναγνωρίζουν το κοινό συμφέρον στην κοινή επαγγελματική ταμπέλα, και διεκδικούν προνόμια κοινά μεν, αλλά που θα τα καρπωθούν ιδιωτικά. Είναι μια συνεργασία με χαμηλή επένδυση και ρίσκο, όπως αρμόζει σε σύνολα με χαλαρούς δεσμούς συνεργασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύξαμε μερικούς αξιοθαύμαστους οικονομικούς θεσμούς, που όμως ξενίζουν τους δυτικής παιδείας τεχνοκράτες. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές, με το νομικό πλαίσιο που τις διέπει, ενισχύουν την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους συναλλασσόμενους γιατί επιφέρουν άμεση κύρωση στον εκδότη της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να παρεμβάλλεται η γραφειοκρατία μιας τράπεζας. Ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη για τον αντισυμβαλλόμενο που επιλέγει. Το πρόσωπο, η φήμη, μετράει ιδιαίτερα. Είναι εντυπωσιακό ότι κανένας αποδέκτης μεταχρονολογημένης επιταγής δεν την εμφανίζει πρόωρα για πληρωμή, ενώ νομικά το δικαιούται. Αν το κάνει, η αγορά θα τον αποβάλει. Αυτόν τον θεσμό της ίσος-προς-ίσον χρηματοδότησης, με την ατομική και ονομαστική ευθύνη, θα πρέπει να τον διαφυλάξουμε, και όχι να θέλουμε να τον καταργήσουμε. Η ιεραρχική χρηματοδότηση των τραπεζών περιθωριοποιεί τη ατομική ευθύνη και ενισχύει τον καιροσκοπισμό.
Το μέλλον της συνεργασίας
Ο καιροσκόπος δεν είναι φύσει απατεώνας. Είναι «ορθολογικά εγωιστής». Θα συμμορφωθεί στους κανόνες όταν τον συμφέρει. Αν βρεθεί σε περιβάλλον όπου πλειοψηφούν οι συνεργάσιμοι και υπάρχουν κυρώσεις στην καιροσκοπία, τότε μετατρέπεται σε συνεργάσιμο. Το πρόβλημα εδώ είναι ο φαύλος κύκλος. Αν το σύνολο ξεκινάει με πλειονότητα καιροσκόπων, πολύ δύσκολα θα συγκλίνει σε ένα καθεστώς συνεργασίας. Για αυτό μετράει τόσο πολύ η ιστορική κληρονομιά.
Στη Δύση η κληρονομιά ήταν υπέρ της συνεργασίας. Υπάρχουν όμως φόβοι ότι τις τελευταίες δεκαετίες φθείρονται οι θεσμοί και διογκώνεται ο ατομισμός. Οι αιτίες που αναφέρονται είναι πολλές, από τη διάβρωση της οικογένειας, τον καταναλωτισμό και τα ατομικά δικαιώματα μέχρι τον οικονομικό φιλελευθερισμό, την εισοδηματική ανισότητα και τις προσόδους. Μήπως εκεί που τείνουν οι Δυτικοί είμαστε ήδη εμείς; Μήπως είμαστε εικόνα από το δυστοπικό τους μέλλον;
Μια αντίρροπη τάση έρχεται από την τεχνολογία. Οι πλατφόρμες ενημέρωσης και συνεργασίας που καθιστούν διάφανη τη συνεισφορά του καθενός και άχρηστη την ιεραρχία επιτρέπουν για πρώτη φορά στην ιστορία να δημιουργούνται συλλογικά προϊόντα με καταμερισμό ατομικής ευθύνης. Δίνουν ένα πλαίσιο συνεργασίας για καιροσκόπους· π.χ. δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε μοναχικό προγραμματιστή να πουλήσει υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα δίνουν μεγάλη δύναμη στην εθελοντική προσφορά του ελεύθερου χρόνου (λ.χ. Wikipedia) και επιτρέπουν τη συντήρηση μερικών συλλογικών αγαθών χωρίς μεγάλες προσωπικές θυσίες. Μήπως ο ελληνικός ατομισμός βρει τώρα μια δημιουργική θέση στην παγκόσμια οικονομία;
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ
Κλείνω με λίγα προλεγόμενα σε μια μεγάλη συζήτηση.
Η πολιτική ανάπτυξης θα πετύχει μόνο αν εστιάσει στις οικογενειακές στρατηγικές, στις μικροεπιχειρήσεις, στην προσοδοκρατία και στον καιροσκοπισμό – είτε για να αξιοποιήσει μερικά στοιχεία τους, είτε για να τα αλλάξει.
Ένα νέο ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα μοιάζει με τα πετυχημένα διεθνώς. Ξεκινάει από άλλες βάσεις, και θα έχει άλλη τροχιά. Ας αποδεχθούμε την ιδιομορφία.
Η κοινωνία έχει αναπτύξει ανεπίσημους θεσμούς ευρείας αποδοχής. Τα φροντιστήρια, για παράδειγμα, που δεν κλείνουν ποτέ όταν γίνονται καταλήψεις στα σχολεία. Ή τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Ας σκεφτούμε πώς θα τους αξιοποιήσουμε.
Δεν έχουμε μεγάλες επιχειρήσεις στα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά. Θα ενισχύσουμε τη συγκέντρωση του κεφαλαίου εκεί, και με ποιο τρόπο; Να ένα ερώτημα-αγκάθι για όλο το ιδεολογικό φάσμα. Και αν ναι, πώς θα αποτρέψουμε την προσοδοθηρία και τον καιροσκοπισμό που εισχωρούν σε όλες τις μεγάλης κλίμακας προσπάθειες στη χώρα μας;
Οι μικρές μονάδες θα είναι πάντα κρίσιμες σε εμάς. Χρειάζεται να γίνουν εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές, να καινοτομούν, να συντονίζονται, να μην επιβαρύνονται από τη δημόσια διοίκηση. Όλα τα συστήματα του Δημοσίου, εκπαιδευτικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, έρευνα, υποδομές, πρέπει να υποστηρίξουν αυτούς τους στόχους. Το αναπτυξιακό λογοπλαίσιο να διαμορφωθεί πάνω στη μικρή κλίμακα.
Ο καθείς και τα όπλα του  Θεσμοί και νοοτροπίες στην ελληνική οικονομία
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 8, Ιούνιος 2010.)

μικρόκοσμος 2

Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι ο λαός της.




Πέρα από τις τεχνικές του κουρέματος που οδηγούν στη σταθεροποίηση της δραματικής μας κατάστασης, η αλήθεια είναι ότι είμαστε μια συνολικά χρεοκοπημένη χώρα. Θα ζήσουμε πάνω από δέκα χρόνια εκτός αγορών, σε διαρκή οικονομική ύφεση, με μη ανταγωνιστική  οικονομία, με κράτος αναποτελεσματικό και άκρως διεφθαρμένο και πολιτικό σύστημα που ενδιαφέρεται μόνο για την εκλογική  πελατεία  και τα ποσοστά του. Στο τέλος της δεκαετίας θα έχουμε  ακόμα, ένα τερατώδες χρέος, στα 120% του ΑΕΠ. Τι άλλο θέλουμε;
Η Ευρώπη δεν μας εγκαταλείπει, το αντίθετο. Αλλά είναι αδύνατο στο εγχώριο πολιτικό προσωπικό, να καταρτίσει ένα οδικό χάρτη για τα επόμενα χρόνια.  Φαντάζει αδύνατο στους πολιτικούς ταγούς δεξιά και αριστερά να πείσουν τον ελληνικό λαό για μια κοινή οργανωμένη προσπάθεια, ώστε να αλλάξει ο τρόπος που η κοινωνίας μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό της.  Αλλά ακόμα και αν υποθέσουμε ότι τα πολιτικά κόμματα εύρισκαν σημεία επαφής, φαντάζει αδύνατο να συμφωνήσει ο λαός σε ένα κοινό σχέδιο δράσης.

Ποια είναι η θέση του λαού;

Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού βρίσκεται  σε κομφούζιο. Αυτό το βλέπεις στις απεργιακές κινητοποιήσεις και τις μαζικές πορείες. Όταν στο ίδιο μπλοκ συνωστίζονται, άνεργοι του ιδιωτικού τομέα, προνομιούχοι υπάλλήλοι των ΔΕΚΟ, χαμηλόμισθοι δάσκαλοι, υψηλόμισθοι εφοριακοί, «σκληρά εργαζόμενοι» στους Δήμους και ταξιτζήδες, με κοινά συνθήματα, υπό την ηγεσία των Παναγόπουλου, Λυμπερόπουλου, Μπαλασόπουλου και Φωτόπουλου καταλαβαίνεις γιατί το εργατικό κίνημα είναι και αυτό μέρος του προβλήματος. Μαζί με την ΕΕ, τις οικονομικές ελίτ και το πολιτικό σύστημα έβαλε και αυτό το χέρι του στην διάλυση της χώρας. Όταν στις κινητοποιήσεις της 28ης Οκτωβρίου, βλέπεις ακροαριστερές οργανώσεις, κοινοβουλευτικά κόμματα, απόστρατους, πατριώτες, «δεν πληρώνω», οπαδοί του Ηρακλή και χρυσαυγίτες να αποκαλούν προδότη τον πρόεδρο της δημοκρατίας και ένα μεγάλο μέρος του κόσμου να χειροκροτεί, καταλαβαίνεις ότι τα επίδικα και η πολιτική έχουν γίνει μαρμελάδα και η κοινωνική συνοχή, γλιστράει πάνω της και διαλύεται.  Ο φασισμός είναι εδώ.

 Ο λαός αδυνατεί να παραδεχθεί την ήττα του μοντέλου ανάπτυξης που υποστήριξε με φανατισμό σε όλη την ύστερη μεταπολιτευτική περίοδο. Και αυτό είναι ως ένα βαθμό δικαιολογημένο. Σε ολόκληρη την περίοδο αυτή, ο λαός διαμόρφωσε την πεποίθηση ότι, η κατανάλωση είναι ο πρώτος και κύριος στόχος της ζωής του ανθρώπου. Η κατανάλωση χωρίς την αντίστοιχη παραγωγή. Πίστεψε στο αεικίνητο 1ου είδους, στο αδύνατο. Μέχρι χτες, η πλειοψηφία του λαού δεν ήξερε ότι η χώρα ζούσε με δανεικά. Σήμερα που το έμαθε, δεν θέλει να τα γυρίσει πίσω. Μέχρι χτες, η λέξη έλλειμμα της ήταν άγνωστη. Σήμερα που την έμαθε, θέλει να τη μεταφράσει σε πλεόνασμα, αλλά χωρίς να χάσει τίποτα από τα κεκτημένα. Γίνεται;
Αύριο, να μηδενιστεί το χρέος, να φύγουμε από την ΕΕ και το ευρώ, να γεμίσουν τα ασφαλιστικά ταμεία, να κυβερνήσει η πιο φιλεργατική Αριστερά, να καταργηθούν οι μπάτσοι και τα ΜΑΤ, να φύγουν τα χαράτσια, να φορολογηθεί αγρίως το μεγάλο κεφάλαιο ( το είδε κανείς;),  να έρθουν εκατομμύρια μετανάστες, θα δούμε άσπρη μέρα; Θα έχουμε κάτι χειροπιαστό να πουλήσουμε σε Άγγλους, Ρώσους, Κινέζους, Αιγυπτίους, ώστε να εισάγουμε αυτοκίνητα, πετρέλαιο, σκόρδα και πατάτες και να διατηρήσουμε και την «εθνική μας κυριαρχία»; Θα θέλει κανείς να πληρώνει έστω και λίγους φόρους; Θα γυρίσουν τα παιδιά στα θρανία και οι δάσκαλοι στον πίνακα; Θα πάψουμε να ζητάμε 1400 Ευρώ πρώτο μισθό, σύνταξη στα 40 με ανήλικο παιδί και επίδομα πλυσίματος χεριών; Θα μαζεύουμε τα σκουπίδια μας, θα κλείνουμε τα φώτα μέρα μεσημέρι;

Μέχρι σήμερα:
Ο λαός ήθελε ένα εύρωστο και ανεκτικό κράτος - χορηγό, πολυδαίδαλο και πολυάνθρωπο να παρέχει άριστες και δωρεάν  υπηρεσίες. Αλλά ποτέ του δεν θέλησε, την αξιολόγηση των υπηρεσιών, τον έλεγχο των υπαλλήλων, τη μέτρηση της απόδοσης.
Ο λαός ήθελε να σπουδάζουν τα παιδιά του με κάθε τίμημα και θυσία, και μετά το κράτος να τους εξασφαλίζει αντίστοιχη δουλειά στο δημόσιο, με υψηλές αποδοχές.
Ήθελε παντού ΑΕΙ και ΤΕΙ, αλλά δεν νοιάστηκε ποτέ για την έρευνα που αυτά κάνουν. Ποτέ του δεν αναρωτήθηκε, αν η επιστήμη μπορούσε να φέρει ευημερία, να παράγει πλούτο και πως γίνεται αυτό. Ήθελε την τεχνολογία και τα πλεονεκτήματά της, αλλά ποτέ του δεν αναρωτήθηκε, αν αυτή μπορεί να πατεντάρεται και να κατασκευάζεται στο εσωτερικό.
Ζητούσε ολοένα και περισσότερη ενέργεια, καταναλωτικά προϊόντα, εξωτικά υλικά, παντός είδους μηχανήματα, αλλά ποτέ του δεν σκέφτηκε ότι  αυτά εισάγονται και κοστίζουν.
Κανένα κόμμα, ομάδα, όμιλος σκέψης, δεν ζήτησε  από τις κυβερνήσεις να στήσουν, να επιδοτήσουν, να ενθαρρύνουν, ανταγωνιστικές παραγωγικές μονάδες. Αντίθετα όλοι υιοθετούσαν  συχνά τις ρετσέτες του ΚΚΕ περί ληστρικού κεφάλαιου και ξένων καταπατητών της χώρας.
Κανένας δεν σκέφτηκε ότι η χώρα πρέπει να παράγει την τροφή της και πως θα γίνεται αυτό, όταν όλοι οι γόνοι των αγροτών γίνουν αρχιτέκτονες και δικηγόροι. Η ιστορια περί πλούσιας χώρας αδυνατει να κρύψει την εγκατάλειψη ή και την ακύρωση όλων εκείνων των πλεονεκτημάτων που θα μπορούσαν να την κάνουν πραγματικά και όχι μεταφυσικά, πλούσια. Δηλαδή τη γεωγραφική της θέση και ότι αυτή συνεπάγεται στον τουρισμό, τις εναλλακτικές καλλιέργειες, την «πράσινη» ενέργεια. Το επιχειρηματικό και εμπορικό δαιμόνιο των κατοίκων της και ότι αυτό συνεπάγεται σε προώθηση και εμπορική εκμετάλλευση των καινοτομιών που θα  ανακαλύπτουν και θα κατασκευάζουν τα παιδιά της.

Αντίθετα, ο ελληνικός λαός ένιωσε λύτρωση, όταν η είσοδος των μεταναστών τον απάλλαξε από κάθε είδους χειρωνακτική εργασία. Στην ύστερη μεταπολίτευση, ο Έλληνας έμαθε να μισεί τη φάμπρικα και το χωράφι. Αντίθετα έμαθε να αγαπά τις υπηρεσίες και δη τις δημόσιες. Στους 10 εργαζόμενους Έλληνες οι 3 είναι ΔΥ, οι 4 παρέχουν ιδιωτικές υπηρεσίες και μόνο οι 3 παράγουν κάτι, για να θρέψουν και τους 10. Όποτε έκλεινε μια φάμπρικα, η Αριστερά πανηγύριζε για τη νίκη της κατά του καπιταλισμού. Νόμιζε ότι οι απολυμένοι θα «πυκνώσουν τις γραμμές της». Μετά ζητούσε να διοριστούν όλοι στο δημόσιο. Και γέμιζαν τα υπουργεία, οι Δήμοι, οι ΔΕΚΟ. Και όταν αυτά γέμιζαν, έφτιαχναν καινούργια. Και όλα αυτά τα πλήρωναν με δανεικά.  Πως να βγει το μοντέλο; Ήρθε η φούσκα και έσκασε.

Ο ελληνικός λαός δεν είναι λαός ηλιθίων. Ξέρει καλά ότι το προηγούμενο μοντέλο ηττήθηκε. Δεν θέλει όμως να το παραδεχτεί. Ήταν ωραία στο παράδεισο, καθένας έβρισκε ότι πάντοτε ζητούσε, ή τουλάχιστον μπορούσε να ελπίζει ότι θα το βρει. Σήμερα κάποιοι τον βγάζουν βίαια από τον παράδεισο, του ξεσκίζουν το όνειρο. Και αυτοί δεν είναι, ούτε η τρόικα, ούτε η κυβέρνηση, ούτε οι πιστωτές, ούτε ο καπιταλισμός. Είναι οι νόμοι της φύσης, η αρχή διατήρησης της ενέργειας. Σήμερα, ο λαός διαδηλώνει, μουτζώνει, βρίζει, τσαμπουκαλεύεται, «κόβει» τα χέρια του και απειλεί, αλλά ξέρει ότι όλα αυτά είναι αδιέξοδα, απλές εκτονώσεις που γίνονται ως ομαδική ψυχοθεραπεία.
Η κρίση μας βοηθά να δούμε πτυχές της ηθικής μας που τις έχουμε απωθήσει.
Δυσκόλεψε η κατάσταση και αυξήθηκαν κατακόρυφα οι ληστείες, οι βιασμοί, οι φόνοι για λίγα ευρώ. Και πολλοί σπεύδουν να τους δικαιολογήσουν ως αποτέλεσμα της κρίσης.
Αντί οι δήμοι να οργανώσουν δίκτυα αλληλεγγύης για τους ασθενέστερους των δημοτών τους, φρόντισαν να πνίξουν τις πόλεις στο σκουπίδι, κάνοντας απεργία, αλλά και εισπράττοντας ταυτόχρονα το μεροκάματο. Οι περισσότεροι δημοτικοί άρχοντες ήταν στο πλευρό των απεργών, αφού αυτοί τους διόρισαν, είναι πελάτες τους.
Αντί οι καθηγητές να κάνουν δωρεάν και εθελοντικά την πρόσθετη διδακτική στήριξη, που έκοψε το υπουργείο, καλούνται από την ΟΛΜΕ να μην κάνουν ούτε την αναπλήρωση των χαμένων ωρών των καταλήψεων. Αντί οι συνδικαλιστές να υπερασπιστούν αυτοί πρώτοι τις σχολικές εγκαταστάσεις, στοχοποιούσαν τους συναδέλφους τους που αγωνίζονταν να κρατήσουν τα σχολεία ανοικτά και να αποτρέψουν τις καταστροφές. Διψάνε τα δημόσια ταμεία από φορολογικά έσοδα και οι δικαστές αποφάσισαν να δουλεύουν λιγότερο,  συσσωρεύοντας έτσι χιλιάδες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις. 

Μέσα στον ορυμαγδό, καταστρέφονται ζωές, διαλύονται περιουσίες, καταρρέουν σχέδια, άνθρωποι φτωχαίνουν και αυτό δεν είναι απλά κακό, είναι ολέθριο, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Αν γινόταν, κάποιος θα έβρισκε τη λύση. Πληρώνουμε την ύβρι, δίκαιοι και άδικοι. Όσοι ακολουθούσαν και όσοι απλά κοίταζαν. Αλλά μέσα στον ορυμαγδό αναζητούμε και την αντίδραση στη δράση του κακού, τη στόφα και το μέταλλο των θιγομένων, την ποιότητα της αυτοκριτικής, την προσπάθεια ανάταξης των θρυμματισμένων ιστών. Και δεν βλέπουμε τίποτα που να μας κάνει να ελπίζουμε. Μονάχα την επανάληψη της ύβρεως. Ξαναμμένους αγύρτες και λαοπλάνους που καμώνονται τους επαναστάτες και προτρέπουν σε ακρότητες, σε εμφύλιο πόλεμο, πανικόβλητοι, γιατί βλέπουν την ήττα του μοντέλου τους και προαισθάνονται και τη δική τους εξαφάνιση.

Ο παράδεισος χάθηκε, αλλά η κόλαση είναι εδώ. 

Καλά θα κάνει, ο λαός, να αναζητήσει από εδώ και μπρος μια άλλη πορεία ζωής και όχι σωτήρες εν λευκώ. Πριν αποφασίσει την επόμενη σύναξη παλουκοφόρων και πετροβολητών καλά θα κάνει να αναστοχαστεί τα πεπραγμένα του και να κοιτάξει μήπως και βρει συλλογικές και ατομικές λύσεις μέσα στον μικρόκοσμό του, για να τη βγάλει στα χρόνια που έρχονται. Μην περιμένει βοήθεια από τους πολιτικούς του, τουλάχιστον  από αυτούς που φόρτωνε μέχρι χτες με ψήφους. Αυτοί τον έφεραν έως εδώ, με την άδειά του, βεβαίως. Μην περιμένει τίποτα καλό από αυτό το κράτος.
Αλλά και οι λύσεις που ήδη δρομολογούν οι πιστωτές του, λύσεις δυσβάσταχτες, θα απαιτούν σκληρή δουλειά, λιτότητα, διαφάνεια, συνέπεια, συνεργασία, ευθύνη, πρωτοβουλία, αξίες που έχει ξεχάσει. Αυτές θα είναι τα όπλα του, οι παντιέρες του, οι αντιστάσεις του στην πτώση.
Ας αυτοοργανωθεί για να επιβιώσει, ας σταθεί αλληλέγγυος στον διπλανό του και ας αφουγκραστεί αυτούς που λένε κάτι διαφορετικό, μήπως και σ’ αυτόν τον άλλο λόγο υπάρχει ίχνος κοινής λογικής, υπάρχει ζωή. Ας αποδεχτεί ότι ο πρότερος μη έντιμος βίος του συνεπάγεται και επιτήρηση και τεχνική βοήθεια και συμβουλές από τους ξένους που μάλλον καλύτερα τα κατάφεραν στο χωριό τους.
Διαφορετικά, θα κυλιέται μέσα στα σκουπίδια, τη βία, το φασιμό και τη φτώχια που επέρχεται.  Και θα νομίζει ότι έτσι αντιστέκεται.

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2011

χιλιάδες κόσμου που σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας βγήκαν στις παρελάσεις

ΜΕΧΡΙ ΠΟΤΕ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΤΕΙ Ο ΣΤΡΟΥΘΟΚΑΜΗΛΛΙΣΜΟΣ?

Μέχρι πότε θα επιμένουν στη χιλιοπαιγμένη κασέτα των - πως το είπε κάποιος - γκρουπούσκολων που προβοκάρουν τη δημοκρατία και τους θεσμούς?

Κάποτε μπορούσατε να το πείτε, κάποτε έπιαναν αυτά, κάποτε... Το να ονομάζεις χιλιάδες κόσμου που σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας βγήκαν στις παρελάσεις με αυγά, ζαρζαβατικά, γιαούρτια, πανώ, και την οργή να ξεχυλίζει τυφλή σε όποιον φόραγε κουστούμι.... το να ονομάζεις όλους αυτούς μεμονομένες ομάδες, δεν κάνεις τίποτα άλλο από το να εξοργίζεις περισσότερο το κόσμο και να δημιουργείς κι άλλους τόσους, κι ακόμα περισσότερους.

Οι θυσίες των ηρώων που σήμερα τιμούσαμε τη μνήμη τους και τους αγώνες τους δεν αμαυρώθηκαν από την οργή του κόσμου που σταμάτησε τις παρελάσεις και κατέβασε τους χαμογελαστούς επισήμους από τα βάθρα τους, αμαυρώθηκαν εδώ και πολύ καιρό όταν το πρώτο παιδί της νεώτερης γεννιάς εκείνων των ηρώων λιποθύμησε από τη πείνα σε κάποιο σχολείο.

Οσο για την δημοκρατία που τόσο συχνά αναφέρεται στα δελτία ειδήσεων,  μπορεί να την αποκαταστήσει άμεσα η κυβέρνηση εφόσον ξεκάθαρα φαίνεται πλέον πως οι κυβερνητικές επιλογές δεν έχουν την λαϊκή συναίνεση. Προχωρώντας σε εκλογές και δίνοντας το δικαίωμα στους πολίτες να εκφράσουν την άποψή τους όχι πετώντας γιαούρτια και προπηλακίζοντας αλλά με τη ψήφο τους.

Απλο δεν είναι?

Κι επί τέλους σταματήστε αυτό το δέκα ήταν εδώ εκατό εκεί ή τρεις χιλιάδες παρά πέρα και δεν ήταν όλος ο λαός, γιατί όταν θα συμβεί να είναι όλος ο λαός κάτω δεν θα προλάβετε να το πείτε στις ειδήσεις. Οπότε καλό είναι να βάλουμε ένα φρένο τώρα και να μεταφραστεί πλέον το μήνυμα από τους πολιτικούς πριν να βιώσει ο τόπος προωτοφανή φαινόμενα τα οποία ούτε από ομαδουλες θα είναι ούτε από δυο - τρία άτομα..

Μήπως είμαι μαλάκας τελικά τόσα χρόνια?

ΤΙ ΜΙΖΕΡΙΑ...

Πολίτες ενοχοποιημενοι και στοχοποιημένοι
Με τις μούρες κατεβασμένες και τις τσέπες άδειες
Ομηροι πολιτικών, όμηροι κομμάτων, όμηροι των ΜΜΕ
Ομηροι των τζογαδόρων.
Πηγαίνουμε κάθε μέρα στην εκκλησία μου λέει η θειά μου, και παρακαλάμε για ένα θαύμα
Θέλει οργάνωση και υπομονή μου λέει ο φίλος ο οργανωμένος και καγκελωμένος πίσω από τα τσιτάτα του
Ευκαιρία για μπίζνες λέει ο μπυροκοιλιάς κουστουμάτος στη δουλειά μου
Δε πα να γαμηθούνε όλοι εγώ πάω να παίξω μια dota λεει ο Γιαννάκης από απέναντι
Οι μπλόγκερς γράφουν, φωνάζουν, τόνοι ηλεκτρονικό μελάνι που στη καλύτερη των περιπτώσεων λέει Γουδί...
Στις πλατείες αμετανόητος και ατρόμητος κυκλοφορεί μόνο ο λουκάνικος
Οι ομάδες αγανακτισμένων φουντώνουν τα like στο φατσοβιβλίο
Οι ομάδες των ανέργων, των άφραγκων, των δυστυχισμένων, των νυν και αεί χωμένων μέσα στα σκατά, οι καταθλλιπτικοί καμπουριασμένοι σαστισμένοι άνθρωποι....
Και να μου το έλεγαν πριν λίγα χρόνια δεν θα το πίστευα
Πόσο χαμηλά έχουμε φτάσει
Και μου ζητάς εμένα φίλε μου να καγκελωθώ σε κάποιο από τα κομματικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και να χάσκω μαζί με τους υπόλοιπους περιμένωντας πότε θα σφυρίξει την έναρξη ο αρχηγός, ο βασιλιάς της χαρτούρας. Οι επαναστάτες που  μόλις κλείνουν τα μικρόφωνα τρέχουν να δουν τι θα γίνει με τις δικές τους μετοχές
Βρε δε πανε στο διάολο όλοι.
Ναι έχουμε κλειστεί εδώ μέσα. Στην ηλεκτρονική πραγματικότητα. Γιατί τελικά που να πάμε. Να δώσουμε παρόν στα μαγαζάκια για να δούμε πως μαλλιοτραβιούνται οι κατίνες πάνω από το πτώμα για το ποιος την έχει πιο μεγάλη την επανάσταση?
Αι σιχτήρ
Απαξιώνω τις προσπάθειες? Πως είπες? Λαϊκίζω? Τι? Σκέφτομαι επιπόλαια και λέω μαλακίες?
Είδες κανέναν κομματικό στρατό έξω σήμερα να έχει γεμίσει τις πλατείες και να φωνάζει έστω ένα ΟΧΙ τιμής ένεκεν στην επέτειο που έχουμε αύριο?
Είδες κόσμο, λαό να κατεβαίνει στους δρόμους βλέποντας τη συμφορά που καταφθάνει πάνω από τα κεφάλια του?
Δεν είδες. Ούτε κι εγώ.
Οπότε επανάληψη
Αι σιχτηρ
Να βγω, εγώ κι εσύ και όλοι οι γνωστοί να μας κρεμάσουν κουδούνια τα παιδάκια χαχανίζοντας....

Μήπως τώρα στα γεράματα να τη δω αλλιώς και να κάνω μπίζνες. Μήπως είμαι μαλάκας τελικά τόσα χρόνια?

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Το κράτος διαβάζει Μακιαβέλι;



του Χρήστου Αβραμίδη
Τα αστικά επιτελεία διαβάζουν Μακιαβέλι?
 Στο συγκεκριμένο άρθρο θα προσπαθήσω να μεταφέρω κάποιες σκέψεις σχετικά με την κρατική βία στην Ελλάδα, την διαχείρισή της από το κράτος και τα ζητήματα  πάνω στα οποία θα έπρεπε να σκύψει η αριστερά.
Παρά τις κατηγορίες που αποδίδονται στην σημερινή κυβέρνηση περί χούντας, οι οποίες κατηγορίες ανιχνεύουν μία υπαρκτή τάση αυταρχικοποίησης του κρατικού μηχανισμού, στην πραγματικότητα η σημερινή κατάσταση στο πολιτικό της σκέλος απέχει πολύ από το να είναι μία δικτατορία όπως αυτές που γνωρίσαμε στον 20ο αιώνα .

Επιπλέον, υπάρχουν αναλύσεις οι οποίες λένε ότι η σημερινή κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το πραγματικό πολιτικό κόστος που θα παραχθεί από την εκάστοτε επιλογή της και για αυτό έχει τα χέρια ελεύθερα να καταστείλει οποιοδήποτε κοινωνικό στρώμα και οποτεδήποτε χρειαστεί
Στην πραγματικότητα η στάση της κυβέρνησης απέναντι στα κοινωνικά κινήματα δεν αποτελεί ακόμα την στάση μίας χούντας, ούτε αψηφά το πολιτικό κόστος. Αντίθετα, συνήθως, επιτίθεται με έξυπνο τρόπο και μόνο εκεί που κρίνει ότι έχει εξαντλήσει όλα τα περιθώρια. Άλλωστε για τον Steven Lukes, η πιο δυνατή εξουσία δεν είναι αυτή που δείχνει διαρκώς τα δόντια της αλλά αυτή που καταφέρνει να ασκεί όσο πιο διακριτικά γίνεται την κυριαρχία της και με τον μικρότερο δυνατό καταναγκασμό
 Πέραν τούτου, για τον Ιταλό στοχαστή Νικόλο Μακιαβέλι η πολιτική αποτελεί μία τέχνη η οποία μπορεί και να απαιτεί τους  ελιγμούς της
Όπως σημειώνει λοιπόν ο Μακιαβέλι σε σχέση με την βία από μέρους του ηγεμόνα, αυτή πρέπει να χρησιμοποιείται:
 1)      μόνο όταν χρειάζεται
2)      Όταν αυτό γίνεται, να χρησιμοποιείται ανελέητα ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα εκδίκησης
3)      Ενίοτε μέσω τρίτων για να μπορεί να αποφεύγει το κοινωνικό κόστος.
 Ποια είναι λοιπόν η στάση της κυβέρνησης μέχρι στιγμής στους κοινωνικούς αγώνες στην Ελλάδα; Δεν χτυπάει ακόμα τους καταληψίες υπουργείων (μπορεί άλλωστε να τα βρει πρώτα με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες), δεν μπουκάρει στις καταλήψεις σχολών και σχολείων (παρότι η αστυνομία βρίσκεται διακριτικά στην γωνία, αφενός για να πιέσει τις καταστάσεις και αφετέρου ώστε εάν δεν τα καταφέρουν να κλείσουν τον αγώνα ΔΑΠ, ΠΑΣΠ ,αγανακτισμένοι φοιτητές να το πράξει αυτή με τα όργανα καταστολής της.
Όταν όμως πρόκειται για την πλατεία Συντάγματος, τότε έχει δείξει ότι ακόμα και προληπτικά, βρίσκεται εκεί για να διώξει τον κόσμο και να μην δημιουργηθεί ένα κίνημα σαν το περσινό. Μάλιστα αυτό αποτελεί και ένα σημαντικό τεκμήριο για την αποτελεσματικότητα του κινήματος των αγανακτισμένων, αφού παρά τις επιφυλάξεις που μπορεί να είχαν μεγάλα κομμάτια της πρωτοπορίας των κινημάτων, με αυτή της την στάση η κυβέρνηση, δείχνει ότι όντως αντιμετώπισε προβλήματα την περυσινή χρονιά.
Όταν λοιπόν η κυβέρνηση αποφασίζει να χτυπήσει, αυτό το κάνει ανελέητα, έτσι ώστε να μην υπάρχει δυνατότητα αντεκδίκησης. Προσπαθεί να μας δείξει ποιος είναι εν τέλει ο ηγεμόνας με τις πλάτες ελλήνων και ξένων καπιταλιστών και κυβερνάει βασισμένη και στον φόβο όπως θα την προέτρεπε και ο Μακιαβέλι .
Είναι γνωστή η στάση της προηγούμενης κυβέρνησης, αυτής της Νέας Δημοκρατίας, που ενώ γενικά δεν κρατούσε επιθετική στάση απέναντι στις πορείες των φοιτητών , στις 8 Μάρτη του 2007, ενώ ψηφιζόταν το νομοσχέδιο, και επομένως το κίνημα θα περνούσε από μία καμπή, η κυβέρνηση προσπάθησε να επιταχύνει τις διαδικασίες αναδίπλωσής του μέσω μίας ανελέητης καταστολής.
Το ίδιο συνέβη και στις 29 Ιούνη 2011 άλλωστε όπου χρησιμοποιήθηκαν 2.200 δακρυγόνα αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ . Την συγκεκριμένη μέρα, και ενώ (κακώς ίσως) μεγάλο κομμάτι του κινήματος είχε ρίξει τις ελπίδες του στο να μπλοκαριστεί με οργανωτικούς όρους η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, αυτό εν τέλει δεν συνέβη.
Έτσι, με την άγρια καταστολή το κράτος δεν περιφρουρούσε απλά την βουλή (αυτό θα μπορούσε να γίνει και με πιο αναίμακτο τρόπο) ,αλλά έδινε ένα μάθημα και επιτάχυνε της διεργασίες που προέρχονται από την υπαρκτή απογοήτευση.
Επομένως, ένα συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε από την τακτική της κυβέρνησης είναι ότι όταν είναι αναγκασμένη να χρησιμοποιήσει μεγάλης κλίμακας καταστολή, και επομένως είναι αναγκασμένη να δεχτεί έτσι και αλλιώς το πολιτικό κόστος, τότε  με συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, είναι πιθανό να δράσει ανελέητα ώστε να αποτρέψει την άμεση ανασυγκρότηση του κινήματος
Σε κάθε περίπτωση στόχος της εκάστοτε κυβέρνησης δεν είναι η φυσική καταστολή αυτή καθεαυτή, αλλά εκείνη η χρήση των κατασταλτικών μηχανισμών, που πρώτον, θα διαφυλάξει την τάξη (δηλαδή την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του κεφαλαίου) και δευτερευόντως, θα προκαλέσει μετατοπίσεις στον αγωνιζόμενο λαό σε μία λιγότερη επικίνδυνη (για το σύστημα) κατεύθυνση. Αυτό συμβαίνει διότι, μακροπρόθεσμα, η φυσική καταστολή δεν είναι ένας παράγοντας που μπορεί από μόνος του να σταθεί καθοριστικός για την εξασθένηση ενός κινήματος. Αντιθέτως μπορεί κατά περίπτωση το κίνημα να επιδείξει θετικότατα αντανακλαστικά απέναντι σε κατασταλτικές ενέργειες και να πάρει απροσδόκητα μεγάλες διαστάσεις. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα όπου αυτό συνέβη ιστορικά, και τα αστικά επιτελεία προφανώς αυτό το γνωρίζουν.
Χαρακτηριστικό αρνητικό παράδειγμα κινημάτων όπου κάμφθηκαν   από την οργανωτική δύναμη του κράτους και στην συνέχεια μεταλλάχθηκαν προς κάτι ακίνδυνο , είναι αναμφίβολα αυτό των  ΗΠΑ το 1968, καθώς μπροστά στον φόβο της “σιδερένιας φτέρνας” του κράτους  ,μέσα  στο κίνημα ηγεμόνευσε μία πολιτική μικρών προσωπικών αλλαγών και ατομικής απελευθέρωσης και έναντι της κοινωνικής επανάστασης, όπως μας πληροφορεί στο πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ του ο Adam Curtis
Εκεί φρονούμε πως έγγειται και ένα από τα καθήκοντα που πρέπει να επιτελέσει η αριστερά, δηλαδή να εξηγήσει την εσωτερική λογική της εξουσίας,να μπορεί να διαβλέπει τις ενδεχόμενες επιλογές της και να συμβάλει στην προετοιμασία των αγωνιζόμενων κομματιών.
Τέλος το κράτος έχει αποδείξει ότι μπορεί πολλές φορές να επιλέξει την επίθεση μέσω τρίτων, προκειμένου να αποφύγει την διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου και την διάλυση των αυταπατών περί ουδετερότητάς του απέναντι στις κοινωνικές τάξεις.
Έτσι, μπορεί να το κάνει ,ενίοτε μέσω του παρακράτους ( που για παράδειγμα βγήκε στους δρόμους τον Δεκέμβρη ως οπισθοφυλακή των Ματ ή για παράδειγμα, μπράβων που εξαπέλυσαν την επίθεση στην Κούνεβα.
 Σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε ότι οι επιθέσεις μέσω τρίτων μπορεί να αφορούν και τις οργανικές δυνάμεις καταστολής  του κράτους ,καθώς πρωταρχικός στόχος της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι και να μετατρέψει στην συνείδηση του κόσμου, και τις επιθέσεις της αστυνομίας σε αυτό που αναφέραμε ως “επιθέσεις μέσω τρίτων”.
            Αυτό, όπως βλέπουμε, συμβαίνει μέσω της αναγωγής των επιθέσεων σε ατομικές ψυχολογικές επιλογές των θητών αστυνομικών και όχι την ανάλυσή των επιθέσεων ως κεντρικών επιλογών της πολιτικής ηγεσίας. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα,ότι αυτού του είδους η ατομοκεντρική αφήγηση, έχει κεντρική θέση σε όλα τα ΜΜΕ μετά από κατασταλτικά γεγονότα, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι  μέσω της προβολής τους, μπορεί να αναδείξουν την βαρβαρότητα της εκάστοτε εξουσίας
 Το κράτος,  προσπαθεί συνεπώς και με αυτόν τον τρόπο, να αμβλύνει το κοινωνικό κόστος της καταστολής. Το ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιλέξει σε διευρυμένη κλίμακα να επιστρατέψει το παρακράτος είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων
 Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι από την μία, δεν έχει διαρρηχθή τόσο το κοινωνικό συμβόλαιο που να πάρει μια τέτοια επιλογή που θα εξέθετε το κράτος και τον ταξικό του ρόλο ως συλλογικό καπιταλιστή και από την άλλη, λόγω της σωστής ανάλυσης της αριστεράς αλλά και των αγωνιζόμενων στρωμάτων μέσα και από την ελληνική πολιτική ιστορία, η επίθεση μέσω τρίτων μπορεί εύκολα να αποδομηθεί και να αποκαλυφθεί στα μάτια της κοινωνίας, ο ηθικός αυτουργός.
Επιπλέον, ακόμα και στο οργανωτικό επίπεδο, είναι μάλλον αμφίβολο ότι μπορεί το παρακράτος με την σημερινή του κατάσταση να σπάσει κοινωνικούς αγώνες. Άξια λόγου για  την ανάλυση  ενός φαινομένου που πιθανότατα θα βρούμε μπροστά μας διατυπώνεται στην παρουσίαση του βιβλίου του Σ. Μαρκέτου για τα πρώτα βήματα του Ελληνικού φασισμού
 Ολοκληρώνοντας,να σημειώσουμε ότι η σημερινή κυβέρνηση  δεν αποτελεί μία κυβέρνηση ηλιθίων,ανδρείκελων όπως παρουσιάζεται σε πολλές περιπτώσεις, αλλά μέχρι στιγμής την πιο αποτελεσματική αστική κυβέρνηση μετά την μεταπολίτευση.  Είναι πλέον κοινή παραδοχή, ότι κρίση από πλευράς των καπιταλιστών μπορεί να αντιμετωπιστεί τόσο σαν κίνδυνος όσο και σαν ευκαιρία για την μεγιστοποίηση του κέρδους.
Μέχρι στιγμής η αστική τάξη (ελληνική και ξένες) έχει καταφέρει να διαχειριστεί με τέτοιον τρόπο την κρίση ώστε η έκβαση τείνει μάλλον προς το δεύτερο. Στο χέρι μας είναι, λοιπόν, να χαράξουμε εκείνο το σχέδιο και να το υλοποιήσουμε ώστε αυτή η κρίση να είναι πραγματική ευκαιρία για τον κόσμο της εργασίας.
 Όπως είδαμε λοιπόν,η αστική τάξη διαθέτει τα δικά της επιτελεία και μπορεί μέχρι στιγμής, στην Ελλάδα σε κάθε κεντρικό γεγονός να κάνει μία συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης και να αντιμετωπίζει αποτελεσματικά την απειλή της κυριαρχίας της.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες