Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2015

Μια φορά κι έναν καιρό...

Το σκίτσο είναι της κυρά Λένης


Ένα όμορφο γιορτινό παραμύθι για τους μικρούς –και γιατί όχι και μεγάλους- φίλους μας. Αφηγείται η κυρά Λένη για το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"

"Μια φορά κι έναν καιρό μέσα στην παρθένα φύση των Αγράφων υπήρχε ένα χαριτωμένο ευρυτανικό χωριουδάκι. Είχε λίγους κατοίκους αλλά ήταν όλοι πολύ ευτυχισμένοι γιατί ήταν μονιασμένοι και αγαπούσε ο ένας τον άλλο. Αυτό το χωριουδάκι είχε και κάμποσα παιδάκια που συνήθισαν να παίζουν στα λιβάδια με τα κατσικάκια και τα αρνάκια, κυνηγούσαν τις πεταλουδίτσες, μάζευαν μέλι, καρπούς και λουλούδια και χαιρόντουσαν με πράγματα απλά και όμορφα!

Ένα πρωί, στις χριστουγεννιάτικες διακοπές, μαζεύτηκαν όλα τα παιδιά και κανονίσανε να πάνε εκδρομή στο απέναντι βουνό που δεν είχαν ποτέ ξανά επισκεφτεί. Περάσανε ρυάκια, περάσανε ποταμάκια και γεφύρια, ανεβήκανε μονοπάτια ώσπου φτάσανε στην ψηλή κορφή! Εκεί κάτω από τα έλατα κάθησαν να ξεκουραστούν και να φάνε λίγο ψωμάκι με τυρί...

Όπως ξεκουράζονταν βλέπουν ξαφνικά ένα όμορφο αρκουδάκι να περνά καμαρωτό-καμαρωτό. Έπειτα από λίγο περνά και ένας λύκος με τη λύκαινα και τα παιχνιδιάρικα λυκόπουλά του, μετά νάσου και η κυρία αλεπού που ρίχνει και μια πονηρή ματιά στα παιδάκια γελώντας! Περνάνε και μερικά ελαφάκια πολύ χαριτωμένα με ωραία χρώματα και τα πλεχτά κερατάκια τους. Κατόπιν τα σκιουράκια με ένα καλάθι καρύδια. Αργά-αργά καταφτάνει η χελώνα κουβαλώντας το καβούκι της και ακολουθεί ο κυρ σκαντζόχοιρος αγκαθωτός-αγκαθωτός! Καθυστερημένος μα τρεχαλητός φτάνει κι ο λαγός. Τελευταία ήρθανε τα πουλιά: η πέρδικα, η κουκουβάγια, ο κούκος και το γλυκόλαλο αηδόνι!

Τα παιδιά απορήσανε. Και ρωτήσανε με κάποια περιέργεια:

-«Εεεε, που πάτε όλοι  εσείς;;;»

Τα ζωάκια απάντησαν:

-«Μα δεν ξέρετε;;; Πηγαίνουμε εδώ κοντά, στην καλύβα του μπάρμπα-Χρήστου που χρόνια τώρα μένει μονάχος του. Η γριούλα του δεν ζει πια και τα παιδιά του ξενιτεύτηκαν στη μακρινή χώρα. Σήμερα έχει τη γιορτή του και δεν θέλουμε να την περάσει μόνος κι έρημος. Γι’ αυτό του πάμε δώρα καρπούς και καλούδια του δάσους. Εκεί θα του μαγειρέψουμε, το αηδόνι με την ωραία φωνή του θα μας τραγουδήσει και θα χορέψουμε όλοι μαζί αντάμα. Ελάτε και εσείς παιδιά, θα περάσωμε ωραία»!

Στα παιδιά άρεσε η ιδέα. Στα δισάκια τους είχαν φροντίσει να έχουν καρύδια, κάστανα, όμως μάζεψαν επιπλέον από το δάσος χρωματιστά κυκλάμινα και τρυφερά μανιτάρια για το γιορτινό τραπέζι. Και ακολούθησαν τα ζωάκια…

Στην καλύβα του μπάρμπα-Χρήστου το τζάκι έκαιγε φωτίζοντας το φτωχικό του. Ο παππούλης ενθουσιάστηκε με την πομπή. Υποδέχτηκε με πολλή χαρά τους απρόσμενους καλεσμένους που με τις χαρούμενες φωνούλες τους ξεσήκωσαν τον τόπο! Καταχαρούμενος και ο γεράκος έβγαλε τη φλογέρα του και ξεκίνησε να παίζει γλυκά-γλυκά. Το αηδονάκι δεν βάσταξε, ξεκίνησε να τραγουδά ενώ τα υπόλοιπα ζωάκια συνεπαρμένα μπήκαν όλα γύρω- γύρω στο χορό!

Τα παιδιά ενθουσιάστηκαν με το θέαμα. Έτσι δεν άργησαν και αυτά να πάρουν μέρος στην όμορφη γιορτή μέχρι αργά το απόγευμα. Τότε, αφού χαιρέτισαν τον καλοσυνάτο παππού και του ευχήθηκαν να ζήσει πολλά και ευτυχισμένα χρόνια, πήραν το δρόμο της επιστροφής για το χωριουδάκι τους. Ήταν όλα πολύ χαρούμενα που για πρώτη φορά γνώρισαν από κοντά τα ζώα του δάσους!

Γυρνώντας στο χωριό διηγήθηκαν όλα όσα είδαν. Τα παιδιά πήραν μάλιστα και μία σπουδαία απόφαση: Παρακάλεσαν τους συγχωριανούς τους κανείς πια να μην ξανακυνηγήσει στο παρθένο δάσος και να μην στερήσει τη φύση και το χωριό τους από αυτά τα υπέροχα πλάσματα που συντροφεύουν τον άνθρωπο.  Όλοι οι χωριανοί υποσχέθηκαν να τηρήσουν αυτή την υπόσχεση.

Κι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!


Χρόνια πολλά παιδιά μου..."


Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Υπάρχει στο εξής ένα παγκόσμιο πρόβλημα της κούρασης, όπως υπάρχει ένα παγκόσμιο πρόβλημα της πείνας

Ζαν Μπωντριγιάρ – Η κούρασηhttp://www.respublica.gr/2015/12/column/%CE%B6%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CF%80%CF%89%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%81-%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%B7/

39-Vanishing-Techniques—Photography-of-Jean-Baudrillard-
Υπάρχει στο εξής ένα παγκόσμιο πρόβλημα της κούρασης, όπως υπάρχει ένα παγκόσμιο πρόβλημα της πείνας. Παραδόξως, η ύπαρξη του ενός αποκλείει το άλλο: η ενδημική, ανεξέλεγκτη κούραση είναι, μαζί με την ανεξέλεγκτη βία […], χαρακτηριστικό των πλούσιων κοινωνιών, και απορρέει μεταξύ άλλων από το ξεπέρασμα της πείνας και της ενδημικής ένδειας, που παραμένει το μείζον πρόβλημα των προβιομηχανικών κοινωνιών. Η κούραση, ως συλλογικό σύνδρομο των μετα-βιομηχανικών κοινωνιών, επιστρέφει έτσι στο πεδίο των βαθιών ανωμαλιών, των «δυσλειτουργιών» της ευημερίας. Χαρακτηρίστηκε «καινούριο δεινό του αιώνα» και πρέπει να αναλυθεί σε συνδυασμό με τα άλλα φαινόμενα ανομίας, που η αναζωπύρωσή τους σημαδεύει την εποχή μας, ενώ όλα θα έπρεπε να συντελούν στην κατάργησή τους.
Όπως η καινούρια βία είναι «χωρίς αντικείμενο», έτσι και αυτή η κούραση είναι «χωρίς αιτία». Δεν έχει καμία σχέση με την μυική και ενεργειακή κούραση. Δεν προέρχεται από σωματικό ξόδεμα. Μιλούνε βέβαια αυθόρμητα για «νευρικό ξόδεμα», για «κατάθλιψη» και για ψυχοσωματική μεταστροφή. Αυτού του τύπου η εξήγηση αποτελεί τώρα μέρος της μαζικής κουλτούρας: υπάρχει σε όλες τις εφημερίδες (και σε όλα τα συνέδρια). Ο καθένας μπορεί να οχυρωθεί πίσω της σαν πίσω από μια καινούρια προδηλότητα, με την κατήφη χαρά ότι τον πρόδωσαν τα νεύρα του. Βέβαια, αυτή η κούραση σημαίνει τουλάχιστον ένα πράγμα (ίδια λειτουργία αποκαλυπτή όπως η βία και η μη βία): ότι αυτή η κοινωνία που προβάλλεται και βλέπει τον εαυτό της πάντα σε συνεχή πρόοδο προς την κατάργηση της προσπάθειας, τη λύση των εντάσεων, προς μεγαλύτερη ευκολία και αυτοματισμό, είναι στην πραγματικότητα μια κοινωνία του stress, της έντασης, του doping, στην οποία ο συνολικός ισολογισμός ικανοποίησης δίνει ένα ολοένα μεγαλύτερο έλλειμμα, στην οποία η ατομική και συλλογική ισορροπία καταστρέφεται ολοένα περισσότερο όσο πολλαπλασιάζονται οι τεχνικές προϋποθέσεις της πραγματοποίησής της.
Οι ήρωες της κατανάλωσης είναι κουρασμένοι. Μπορούμε να προβάλλουμε διάφορες ερμηνείες στο ψυχο-κοινωνιολογικό επίπεδο. Αντί να εξισώνει τις ευκαιρίες και να ειρηνεύει τον κοινωνικό (οικονομικό, κύρους) ανταγωνισμό, η καταναλωτική διαδικασία κάνει πιο βίαιο, πιο οξύ τον ανταγωνισμό σε όλες του τις μορφές. Με την κατανάλωση, είμαστε επιτέλους μόνο μέσα σε μια κοινωνία γενικευμένου, ολοκληρωτικού ανταγωνισμού, που παίζει σε όλα τα επίπεδα, οικονομικό, γνώση, πόθο, σώμα, σημεία και ενορμήσεις, και όλα τα πράγματα στο εξής παράγονται ως ανταλλακτική αξία σε μιαν ακατάπαυστη διαδικασία διαφοροποίησης και υπερ-διαφοροποίησης.
Μαζί με τον Chobart de Lawe, μπορούμε να δεχτούμε και ότι, αντί να συνταιριάζει, όπως προσποιείται πως κάνει, «τις βλέψεις, τις ανάγκες και τις ικανοποιήσεις», η κοινωνία αυτή δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις, στα άτομα καθώς και στις κοινωνικές κατηγορίες, που διαφωνούν με την επιταγή του ανταγωνισμού και της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, και συγχρόνως με την στο εξής σφόδρα εσωτερικευμένη επιταγή να μεγιστοποιήσουν τις απολαύσεις. Με τόσους αντίθετους καταναγκασμούς, το άτομο διαλύεται. Η κοινωνική διαστρέβλωση των ανισοτήτων προστίθεται στην εσωτερική διαστρέβλωση ανάμεσα σε ανάγκες και βλέψεις, για να κάνει αυτήν την κοινωνία μια κοινωνία ολοένα περισσότερο ασυμφιλίωτη, αποσυντεθειμένη, σε κατάσταση «δυσφορίας». Η κούραση (ή «ασθένεια») θα ερμηνευτεί τότε σαν απάντηση, με μορφή παθητικής άρνησης, του σύγχρονου ανθρώπου σ’ αυτές τις συνθήκες ύπαρξης. Αλλά θα πρέπει να καταλάβουμε καλά ότι αυτή η «παθητική άρνηση» είναι στην πραγματικότητα λανθάνουσα βία, και ως τέτοια, είναι μια μόνον από τις εφικτές απαντήσεις, που οι άλλες μορφές της είναι της ανοιχτής βίας. Και εδώ πάλι, πρέπει να ανασυστήσουμε την αρχή της αμφισημαντότητας. Κούραση, κατάθλιψη, νεύρωση μπορούν πάντα να μετατραπούν σε ανοιχτή βία, και αντιστρόφως. Η κούραση του πολίτη της μετα-βιομηχανικής κοινωνίας δεν απέχει πολύ από την καλυμμένη απεργία, το φρενάρισμα, το «slowing down» των εργατών στα εργοστάσια, ούτε από την «ανία» του σχολείου. Όλα αυτά είναι μορφές παθητικής αντίστασης, «εσωστρεφούς» με την έννοια που μιλούμε για «εσωστρεφές νύχι», που αναπτύσσεται μέσα στην σάρκα, προς το εσωτερικό.
Πράγματι, θα πρέπει να αντιστρέψουμε όλους τους όρους της αυθόρμητης όρασης: η κούραση δεν είναι η παθητικότητα ως αντίθεση στην εξωτερική κοινωνική υπερκινητικότητα· είναι, απεναντίας, η μοναδική μορφή δραστηριότητας που μπορεί να εναντιωθεί, σε ορισμένες συνθήκες, στον καταναγκασμό της γενικής παθητικότητας που είναι ο καταναγκασμός των παρουσών κοινωνικών σχέσεων. Ο κουρασμένος μαθητής είναι εκείνος που υφίσταται παθητικά τον λόγο του καθηγητή. Ο κουρασμένος εργάτης, ο κουρασμένος γραφειοκράτης είναι εκείνοι που από τη δουλειά τους έχει αφαιρεθεί κάθε υπευθυνότητα. Η πολιτική «αδιαφορία», αυτή η κατατονία του σύγχρονου πολίτη, είναι η αδιαφορία του ανθρώπου που δεν λαμβάνει καμία απόφαση και διατηρεί μόνο την κοροϊδία του καθολικού δικαιώματος ψήφου. Και η αλήθεια είναι ότι αυτό συμβαίνει σήμερα με την σωματική και ψυχική μονοτονία της δουλειάς στον ιμάντα μεταφοράς και στο γραφείο, με την μυική, αγγειακή, φυσιολογική καταληψία των επιβεβλημένων όρθιων ή καθιστών στάσεων, των στερεότυπων κινήσεων, όλης της χρόνιας αδράνειας και υποαπασχόλησης του σώματος στις κοινωνίες μας. Αλλά δεν είναι αυτό η ουσία, γι’ αυτό και ποτέ δεν θα γιατρέψουν την «παθολογική» κούραση με την άθληση και την μυική άσκηση, όπως λένε οι απλοϊκοί ειδήμονες (ούτε με τα ηρεμιστικά ή τα διεγερτικά). Γιατί η κούραση είναι μια καλυμμένη αμφισβήτηση, που στρέφεται εναντίον του εαυτού της και «εσωστρέφεται» στο σώμα της επειδή, σε ορισμένες συνθήκες, είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κάνει το στερημένο άτομο. Όπως οι Μαύροι που εξεγείρονται στις πόλεις της Αμερικής ξεκινούν καίγοντας τις δικές τους συνοικίες. Η αληθινή παθητικότητα υπάρχει στη χαρούμενη συμμόρφωση στο σύστημα, στο «δυναμικό» στέλεχος, με το ζωηρό μάτι και τους φαρδιούς ώμους, που είναι τέλεια προσαρμοσμένο στην συνεχή του δραστηριότητα. Η κούραση είναι μια δραστηριότητα, μια λανθάνουσα, ενδημική, χωρίς αυτοσυνειδησία εξέγερση. Έτσι διασαφηνίζεται η λειτουργία της: το «slowing down» σε όλες του τις μορφές είναι (όπως η νεύρωση) η μοναδική διέξοδος για ν’ αποφύγουμε την πλήρη και γνήσια «break down». Και επειδή ακριβώς είναι μια (λανθάνουσα) δραστηριότητα μπορεί ξαφνικά να μετατραπεί σε ανοιχτή εξέγερση, όπως έδειξαν παντού τα γεγονότα του Μάη [του 1968]. Η αυθόρμητη, ολική μόλυνση, η «έκρηξη» του κινήματος του Μάη γίνεται κατανοητή μόνο με την ακόλουθη υπόθεση: αυτό που εκλαμβάναμε για ατονία, για απόλυτη αδράνεια, για γενικευμένη παθητικότητα ήταν στην πραγματικότητα ένα δυναμικό δυνάμεων ενεργών ως και μες στην παραίτησή τους, στην κούρασή τους, στην αμπωτίδα τους και άρα αμέσως διαθέσιμων δυνάμεων. Δεν έγινε θαύμα. Και η αμπωτίδα από τον Μάη και μετά δεν είναι, ούτε αυτή, μια ανεξήγητη «αντιστροφή» της διαδικασίας, είναι η μεταστροφή μιας μορφής ανοιχτής εξέγερσης σ’ έναν τρόπο λανθάνουσας αμφισβήτησης (και άλλωστε ο όρος «αμφισβήτηση» θα ίσχυε αυστηρά μόνο για τούτη την τελευταία μορφή: ορίζει τις πολλαπλές μορφές άρνησης που στιγμιαία διακόπτονται από μια πρακτική ριζικής αλλαγής).
Οπότε, για να συλλάβουμε το νόημα της κούρασης πρέπει, πέρα από τις ψυχο-κοινωνιολογικές ερμηνείες, να την ξανατοποθετήσουμε μέσα στη γενική δομή των καταθλιπτικών καταστάσεων. Αϋπνίες, ημικρανίες, κεφαλαλγίες, παθολογική βουλιμία ή ανορεξία, ατονία ή καταναγκαστική υπερδραστηριότητα: τυπικά διαφορετικά ή αντίθετα, τα συμπτώματα αυτά μπορούν στην πραγματικότητα να εναλλαγούν, να αντικαταστήσουν τα μεν τα δε –καθώς η σωματική «μεταστροφή» συνοδεύεται πάντα, και φτάνει μάλιστα να ορίζεται από την δυνητική «μετατρεψιμότητα» όλων των συμπτωμάτων. Ε λοιπόν –κι αυτό ακριβώς είναι το κεφαλαιώδες– αυτή η λογική της κατάθλιψης (δηλαδή, το ότι τα συμπτώματα «περιφέρονται», καθώς πια δεν συνδέονται με οργανικές βλάβες ή με πραγματικές δυσλειτουργίες) απηχεί τη λογική της κατανάλωσης (δηλαδή, το ότι, καθώς πια δεν συνδέονται με την αντικειμενική λειτουργία των αντικειμένων, ανάγκες και ικανοποιήσεις διαδέχονται άλληλες, παραπέμπουν οι μεν στις δε, αντικαθιστούν οι μεν τις δε σε συνάρτηση με μια θεμελιώδη ανικανοποίηση). Ο ίδιος ασύλληπτος, απεριόριστος χαρακτήρας, η ίδια συστηματική μετατρεψιμότητα διέπει την πλημμυρίδα των αναγκών και την «ρευστότητα» των συμπτωμάτων κατάθλιψης. Θα επανέλθουμε εδώ στην αρχή της αμφισημαντότητας, […], για να συνοψίσουμε την ολική, δομική εμπλοκή του συστήματος της κατανάλωσης και του συστήματος της σωματοποίησης (που μόνο μια πτυχή του αποτελεί η κούραση). Όλες οι διαδικασίες των κοινωνιών μας πηγαίνουν προς την κατεύθυνση μιας αποδόμησης, μιας διάλυσης της αμφισημαντότητας του πόθου. Καθώς ολοκληρώνεται στην ηδονή και στη συμβολική λειτουργία, η αμφισημαντότητα αυτή ξεφορτώνεται, αλλά με την ίδια λογική στις δυο έννοιες: όλη η θετικότητα του πόθου περνά μέσα στην αλυσίδα των αναγκών και των ικανοποιήσεων, όπου μεταβάλλεται σύμφωνα με έναν κατευθυνόμενο στόχο –όλη η αρνητικότητα του πόθου περνά στην ανεξέλεγκτη σωματοποίηση ή στην acting out της βίας. Έτσι φωτίζεται η βαθιά ενότητα όλης της διαδικασίας: καμία άλλη υπόθεση δεν μπορεί να εξηγήσει την πολλαπλότητα ξεκάρφωτων φαινομένων (αφθονία, βία, ευφορία, κατάθλιψη) που χαρακτηρίζουν όλα μαζί την «καταναλωτική κοινωνία» και που τα νιώθουμε πως όλα αναγκαστικά συνδέονται, αλλά που η λογική τους μένει ανεξήγητη στην οπτική μιας κλασικής ανθρωπολογίας.
Θα έπρεπε –αλλά δεν είναι εδώ το κατάλληλο μέρος– να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο την ανάλυση:

1.Της κατανάλωσης ως συνολικής διαδικασίας «μετατροπής», δηλαδή «συμβολικής» μεταβίβασης μιας έλλειψης σε μιαν ολόκληρη αλυσίδα σημαινόντων/αντικειμένων, που επενδύονται διαδοχικά ως επιμέρους αντικείμενα.
2.Να γενικεύσουμε τη θεωρία του επιμέρους αντικειμένου στις διαδικασίες σωματοποίησης –κι εδώ συμβολική μετατόπιση και επένδυση– πάνω στη βάση μιας θεωρίας του σώματος και της θέσης που αυτό κατέχει ως αντικείμενο στο σύστημα της νεοτερικότητας. Έχουμε δει ότι αυτή η θεωρία του σώματος είναι ουσιώδης για τη θεωρία της κατανάλωσης –αφού το σώμα είναι μια συνόψιση όλων αυτών των αμφισήμαντων διαδικασιών: επενδύεται ναρκισσιστικά ως αντικείμενο εξερωτισμένης μέριμνας και συγχρόνως επενδύεται «σωματικά» ως αντικείμενο ανησυχίας και επιθετικότητας.
«Είναι εντελώς κλασικό, σχολιάζει ένας ψυχο-σωματολόγος: βρίσκετε καταφύγιο στην κεφαλαλγία σας. Θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο: λόγου χάρη μια κολίτιδα, αϋπνίες, διάφορα εξανθήματα ή εκζέματα, σεξουαλικές διαταραχές, βουλιμία, διαταραχές αναπνευστικές, πεπτικές, καρδιοαγγειακές…ή απλούστατα και το πιο συχνό: μια ακαταμάχητη κούραση».

Η κατάθλιψη ξεπροβάλλει, και έχει σημασία αυτό, εκεί που παύουν οι εργασιακοί καταναγκασμοί και αρχίζει (θα έπρεπε να αρχίζει) ο χρόνος της ικανοποίησης (ημικρανίες των γενικών διευθυντών από την Παρασκευή το βράδυ μέχρι τη Δευτέρα το πρωί, αυτοκτονίες ή γρήγορος θάνατος «συνταξιούχων» κτλ.). Είναι διαβοήτο και ότι ο «χρόνος της σχόλης» βλέπει να αναπτύσσεται, πίσω από την θεσμική, τελετουργική σήμερα ζήτηση ελεύθερου χρόνου, μια αύξουσα ζήτηση για εργασία, για δραστηριότητα, μια καταναγκαστική ανάγκη να «κάνουμε», να «πράξουμε», πράγμα που έκαμε τους ευσεβείς ηθικολόγους μας να δουν σ’ αυτό μιαν απόδειξη ότι η εργασία είναι μια «φυσική τάση» του ανθρώπου. Πρέπει μάλλον να πιστέψουμε ότι σ’ αυτήν την μη οικονομική ζήτηση για εργασία εκφράζεται όλη η επιθετικότητα που μένει ανικανοποίητη στην ικανοποίηση και τη σχόλη. Αλλά δεν θα μπορούσε να λυθεί μ’ αυτό, αφού, καθώς έρχεται από το βάθος της αμφισημαντότητας του πόθου, αναδιατυπώνεται μ’ αυτό σε απαίτηση, σε «ανάγκη» για εργασία, και συνεπώς επανολοκληρώνει τον κύκλο των αναγκών, που ως γνωστόν είναι αδιέξοδος για τον πόθο.
Όπως η βία μπορεί να γίνει οικιακής χρήσεως, για να εξυμνήσει την ασφάλεια, έτσι και η κούραση καθώς και η νεύρωση μπορούν να ξαναγίνουν πολιτισμικό γνώρισμα διάκρισης. Κινητοποιείται τότε όλο το τελετουργικό της κούρασης και της ικανοποίησης, κατά προτίμηση στους καλλιεργημένους και τους προνομιούχους (μα η διάχυση αυτού του πολιτισμικού «άλλοθι» γίνεται πολύ γρήγορα). Στο στάδιο αυτό, η κούραση δεν είναι πια καθόλου ανομική, και τίποτε από τα όσα έχουμε πει δεν ισχύει γι’ αυτήν την «υποχρεωτική» κούραση: είναι κούραση «καταναλωνόμενη» και επιστρέφει στο κοινωνικό τελετουργικό ανταλλαγής ή standing.
* Μπωντρυγιάρ Ζαν, «Η κούραση», Η καταναλωτική κοινωνία: οι μύθοι της, οι δομές της, Θεσσαλονίκη, Νησίδες, 2005[2000], σσ. 225-230.

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

Ολόγραμμα τράγου

"Ολόγραμμα τράγου". Ένα διήγημα για την Κρανιά από τον Γ. Σκαμπαρδώνη http://kraneaelassonas.blogspot.gr/2015/12/blog-post_4.html


                                      
 


Στον Χρήστο Πατούνα

 Ο Ρίτσος, βγήκε πάλι, απόψε, απ’ το γιατάκι του. Είναι ο πιο θρυλικός λύκος των τελευταίων δέκα χρόνων, που οι χωριάτες και οι τσομπαναραίοι της περιοχής, ως κάτω, στα Χάσια, απ’ τα κατορθώματά του, δηλαδή τις ζημιές που τους έκανε, του έχουνε αποδώσει υπερφυσικές δυνάμεις: λένε ότι πηδάει πάνω από δυόμιση μέτρα ύψος και μπαίνει στα μαντριά, ότι δεν έχει μυρωδιά λύκου γιατί ο πατέρας του ήταν λυκόσκυλο μπερδεμένο με Μολοσσό, οπότε τα τσομπανόσκυλα δεν τον μυρίζουν, δεν τον καταλαβαίνουνε όταν κοντοσιμώνει. Ότι δεν τον πιάνει φόλα, ούτε με αρσενικό, ούτε με υδροκυάνιο. Τα σκάγια δεν τον βρίσκουν. Ότι είναι μιάμιση φορά πιο μεγάλος και πιο μακρύς από κανονικό λύκο. Ότι έχει πονηρία αλεπούς και αγριόγατας μαζί και τα μάτια του είναι γαλάζια και κόκκινα. Λένε ιστορίες πολλές γι’ αυτόν τον λύκο, που είναι, πια, απ’ όσο υπολογίζουνε, οχτώ χρονών, σχεδόν γέρος, χωρίς να γερνάει, αφού συνεχίζει να αρπάζει με την ίδια ευκολία γίδια, τράγους και κατσίκια, ακόμα και μέσα από οικισμούς, κι αυλές, όταν βαραίνει πολύ ο χειμώνας.
Πήρε αυτό το όνομα γιατί, όταν γεννάει η λύκαινα (στα μέρη μας την λένε λύκισσα), το λυκάκι που θα έχει την μεγαλύτερη μοβοριά, μοχθηρία και τόλμη απ’ τα υπόλοιπα, αλλά τράβηξε και τα πιο φονικά χούγια κι από παλιότερους προγόνους του, εδώ, στα χωριά της Ελασσόνας, το λέμε Ρίτσο.
Ένας τσομπάνης, ο Τάκης ο Σιγομήτρος, διηγείται ότι ο Ρίτσος μαγεύει το κοπάδι πριν αρπάξει μια γίδα και λέει ότι το είδε με  τα μάτια του: μια μέρα, που ήταν ψηλά, σε ένα πλάτωμα στην Κούτρα- Ράχη, με τα ζώα και στάλιαζαν, χωρίς να τον πάρουνε χαμπάρι τα σκυλιά, και είχε οχτώ, μπήκε ο λύκαρος μέσα στα γίδια κι άρχισε να χορεύει, ανάμεσά τους, να χοροπηδάει δώθε-κείθε χαρούμενος, παίζοντας, χωρίς να πειράζει κανένα ζώο, να κάνει καμώματα, σαν σκυλί που είναι να του δώσεις μεζέ. Τον κοίταζαν τα γίδια και τα σκυλιά αποσβολωμένα, και μετά άρχισαν να τον ακολουθούν υπνωτισμένα – τα πήρε και τα οδηγούσε, σαν γκεσέμι (ευνούχος τράγος που καθοδηγεί το ποίμνιο), κατά πάνω, προς την κορυφή. Και μετά, ξαφνικά, άρπαξε μια γίδα, που ήταν στην άκρη-άκρη, την πήγε παραπέρα, της έκοψε τον λαιμό, της ρούφηξε όλο σχεδόν το αίμα, ενώ αυτή ήταν ακόμα ζωντανή, ψυχομαχούσε, και την παράτησε κι έφυγε. Αλλά και τα σκυλιά και ο ίδιος ο τσομπάνης, λέει, είχε μαγευτεί, καθότανε και κοιτούσε τον Ρίτσο βουβός, παρακολουθούσε όλη την σκηνή ανήμπορος, κοκάλωσε, και δεν μπορούσε να κουνήσει ούτε βλέφαρο. Αυτή και  άλλες, πολλές, ασύρραπτες διηγήσεις έχουνε κάνει θρύλο αυτόν τον λύκο,  τον έχουνε φτάσει σε ιδεαλιστική ανύψωση.
Βγήκε ο Ρίτσος κι απόψε απ’ το γιατάκι του, που τις τελευταίες δυο μέρες είναι πάλι σε μέρος απρόσιτο, κακοτράχαλο, μέσα σε κάτι πουρναρότουφες, τέρμα-κάτω, σχεδόν, στην χαράδρα του βουνού Κούτρα-Ράχη, και λέγεται Χράπα, στα χίλια πεντακόσια μέτρα βάθος. Από ψηλά, απ’ την
κορφή, φαίνεται σαν άβυσσος εσχάτη, φάραγγας που διάνοιξε ο Άδης. Και διάλεξε ο λύκος έτσι το γιατάκι του, που να μην μπορεί να πλησιάσει εύκολα κανείς, παρά μόνο άγριο κατσίκι, και έχει και δυο διαφυγές για περίπτωση ανάγκης– κάθε λίγο αλλάζει φώλιασμα, βρίσκει τέτοια μέρη, απροσπέλαστα, με διπλές εξόδους, και ψοφολογάει εκεί. Αλλά πάντα κοντά, σχετικά, στον πάτο της χαράδρας, που έχει τρεχούμενο νερό, και ουσιαστικά, επειδή το έδαφος είναι επικλινές, σχηματίζει χείμαρρο που σε μέρη- μέρη αγριεύει, κι αλλού τρέχει πιο ήπια, πιο αργά, πιο μαλακά, κελαρύζοντας.

Βγήκε πάλι. Αιμοδιψής, αθώος, αγνός, κι αδάμαστος. Μυσαρός και θηριόγνωμος – φιλέρημο, ακόνευτο αγρίμι. Πεινούσε ολόκληρος. Η θωριά του ξάχνιζε οργή, σ’ αυτή την απότομη πλαγιά της πικρίας, την γεμάτη πέτρες, βράχια, και ξεραϊλα – σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό, κι έβγαλε ένα ουρλιαχτό που αντιλάλησε παντού, πολλαπλασιασμένο, φρικιαστικό, σαν αντιφώνηση στον ίλιγγο του χρόνου. Όσα ζώα, γίδια, σκυλιά, ασβοί, αλεπούδες, λαγοί, άλλα αγρίμια και τσομπαναραίοι το άκουσαν, ανατρίχιασαν, κατάλαβαν πως ήταν εκείνος. Ο μεγάλος τζερεμές. Μέχρι και ευχέλαιο είχαν κάνει οι χωρικοί στην εκκλησία για να ψοφήσει, αλλά αυτός ήταν πάντα κάπου εκεί έξω, άφαντος, άτρωτος, κοντά τους, σαν κινούμενη, ενεργή λοίμωξη. Ο λύκος σώπασε για λίγο και αφουγκράστηκε προσεκτικά:  σιωπή – μόνο τα ξυλοφάγα ζωύφια διέκρινε το αυτί του, γύρω του, να δουλεύουνε ύπουλα στις ρίζες των πουρναριών, και μόνο τον νερό της χαράδρας ακουγότανε καθαρά να τρέχει σαν βουβό κλάμα νεαρού άντρα, για να εξευμενίσει την σκληρότητα του τοπίου.
Ο Ρίτσος κινήθηκε αθόρυβα κι επιδέξια αποφεύγοντας να πατήσει ξερά τσάγαλα– όσα ξεφύλλια πουρναριών είχαν σωθεί απ’ τα κατσίκια, κι είχαν πέσει κιτρινισμένα, πια, στο έδαφος, προσέχοντας να μην αγγίξει υπολείμματα γαϊδουράγκαθων και θυμαριών, που τρίζουν. Τον οδηγούσε η εμπειρία και το αλάνθαστο ένστικτο. Ποτέ δεν ξέπεφτε στην απρέπεια του σκέπτεσθαι. Κινούνταν από προαιώνια γνώση και πείρα, παλικαρίσια κι αδάκρυτα, με φανατισμό και υπερβατικότητα. Με πονηρία και πρόβλεψη – βγήκε στο πιο κοντινό, μικρό ξέφωτο και πήρε τις αλφαδιές του. Άγανη καταχνιά αιωρούνταν αυτήν την ώρα, στις δέκα το βράδι με το λίγο φεγγάρι του Σεπτεμβρίου και τον ουρανό στο χρώμα του μαντεμιού – είδε κάτω δεξιά την κοίτη της χαράδρας, απέναντι, στο βάθος ίσια, μακριά, προς το χωριό, το μικρό καλυβικό άθροισμα των τσομπάνηδων, με λίγα αναμμένα φώτα να τρεμοσβήνουν, και τον άσημο ναϊσκο να λευκάζει, δίπλα στα πτωχά, φαύλα κτίσματα. Απέναντι είδε να υψώνεται σκοτεινός ο όγκος του Ολύμπου, και κάτω, δεξιά, πολύ βαθιά, να αχνοφαίνονται ανταύγειες απ’ τα φώτα της Λάρισας.
Τα κοπάδια στάλιαζαν πιο ψηλά, σε μικρά πλατώματα κι ακρόλογγα του βουνού, δίπλα σε βράχους της αποφαλακρωμένης, σχεδόν, πλαγιάς, της γεμάτης πέτρες, με ελάχιστο, χολερό χορτάρι ενδιάμεσα, και πολύ λίγα δέντρα: κουτσουπιές, γαβριά, φιλύρες και κέδρα, που ήταν σπάνια, διάσπαρτα, εδώ κι εκεί – ξαφνικά μέσα απ’ το μυαλό του Ρίτσου πέρασε αστραπιαία, σαν σκιά γερακιού, η εικόνα του ορκισμένου του εχθρού, του Πολύκαρπου, του μεγάλου, θεόρατου και περήφανου τράγου, απ’ το κοπάδι του Γκίκα. Αν και σήμερα θα προτιμούσε κάτι πιο εύκολο – μια νεαρή γίδα, κανένα κατσίκι, κι αφού το έβρισκε και του έτρωγε τα σπλάχνα και καρδάμωνε,  θα μπορούσε να επιδιώξει ύστερα και καμιά άγρια μονομαχία με τράγο, ειδικά  με τον Πολύκαρπο, με τον οποίο έχουνε πολλά προηγούμενα, αν τον έβρισκε στο δρόμο του.
Περπατούσε αργά, κι άλλοτε τριποδίζοντας ελαφρά, παίρνοντας διαρκώς τα οσμά, για να καταλάβει που σταλιάζει πιο κοντά κοπάδι – ανέβαινε πλαγιοδρομώντας συνεχώς, γιατί η ράχη ήταν πολύ ανηφορική κι επικίνδυνη, προσέχοντας τα πάντα, σε πλήρη επιφυλακή, με τ’ αυτιά του ορθά και τα γαλάζια μάτια του να ελέγχουν το παραμικρό, κοντά, μακριά, και γύρω. Τα βράχια και τα δέντρα φαίνονταν μαύρα, μέσα στην νύχτα, ασημίζοντας στις κορφές απ’ το αδύναμο φεγγάρι.
Άκουγε αλυχτίσματα σκύλων από πολύ ψηλά και αριστερά, αλλά είχε πάρει μυρωδιές κι από κοπάδι που ήταν χαμηλότερα – στα δέκα λεπτά δρόμο. Τα δόντια του έτριξαν, σαν να έχεις σφίξει παξιμάδι σε ξυλότορνο. Σάλιωσε – τα σάλια σου έσταξαν στις πέτρες. Πήρε κουράγιο, αύξησε την προσοχή, άρχισε να περπατάει πιο αργά, βλέποντας που πατάει. Μην ακουστεί θρόϊσμα,  μην ακουστεί ανάσα. Ήξερε πως ο θάνατος είναι πιο φοβερός κι από έναν ψίθυρο. Κινήθηκε λοξά, μετά γύρισε, είδε διαδρομές διαφυγής, και μέσα το μυαλό του σχηματίστηκαν αμέσως στρατηγικές εξόδου. Σιγουρεύτηκε και προχώρησε – η ευωδία ζωντανής γίδας και βαριάς τραγίλας όλο και γινότανε δυνατότερη. Είχε φτάσει πολύ κοντά – σε μια πλάγια στροφή, όμως, καθώς ξεμύτισε είδε την αναποδιά. Είδε, όχι τα γίδια, που θα ήτανε πιο πίσω από μια χαμηλή συστάδα βράχων, αλλά, πιο μπροστά, τον φριχτό  εχθρό του, τον Πολύκαρπο, τον μιαρό τράγο, να στέκεται σε ένα χαμηλό βραχάκι ορθός, θεωρητικός, ακίνητος εντελώς, και, περίεργο, με όλα του τα χρώματα, σαν να ήταν μέρα: κατάμαυρος αλλά ασημόραχος, διότι έχει σχεδόν γεράσει πια, με λευκές τρίχες στην πλάτη, που γυάλιζαν περισσότερο λόγω του φεγγαριού, το μεγάλο του ψαρό, τραγίσιο μούσι, το γιδοσάγονο με τρίχες μακριές, καφετιές, και άσπρες, με τριμμένα γόνατα, και σταθερά, δυνατά πόδια και οπλές. Θεόρατος, ένα μέτρο και είκοσι εκατοστά ύψος, και περίπου δύο μέτρα μήκος, με σθεναρό στέρνο, και κέρατα ελαφρώς στριφτά, αλλά στην ευθεία, όχι γυριστά προς τα μέσα, εξήντα εκατοστά το καθένα -  μυτερά γιαταγάνια. Τα μάτια του κίτρινα, με μαύρη, κάθετη σχισμή στην μέση, κοίταζαν τον Ρίτσο ατάραχα, περήφανα και προκλητικά.
Ο λύκος στάθηκε. Η θέα του Πολύκαρπου τον εξόργισε, αλλά, ταυτόχρονα, ένιωσε περίεργα, γιατί όλα αυτά τα χρώματα του τράγου δεν θα έπρεπε να φαίνονται τόσο καθαρά κι ανάγλυφα μέσα στην νύχτα – δίστασε για λίγο. Για να σιγουρευτεί μύρισε επίμονα τον αέρα – κι όμως, ήταν η τραγίσια μυρωδιά αυτουνού, που είχε παλέψει δυο φορές μαζί του και την ήξερε πολύ καλά. Την δεύτερη φορά που αρπάχτηκαν είχε δαγκώσει άσκημα τον Πολύκαρπο στο πίσω πόδι, τον είχε τραυματίσει σοβαρά και δεν θα ξεχνούσε ποτέ την οσμή του. Φούντωσε αμέσως μέσα του η λυκίσια οργή, σε βαθμό παράνοιας, ένωσε να βράζει ολόκληρος, να μην μπορεί να κρατηθεί, άφρισε – συσπειρώθηκε για να επιτεθεί.
Πίσω από την χαμηλή συστάδα των βράχων, στα δέκα μέτρα, καραδοκούσαν ο Αρτάν, ο εικοσάχρονος Αλβανός τσομπάνης του κοπαδιού του Γκίκα, και ο Χρήστος ο Ζηρός, είκοσι έξη χρονών, γέννημα θρέμμα του χωριού και της Κούτρα-Ράχης, δεμένος βαθιά με το βουνό, με τα ζωντανά και ιδίως με τον φημισμένο Πολύκαρπο. Ο τράγος ανήκε πρώτα στο κοπάδι του πατέρα του – με αυτόν το ζώο ως κυρίως παρέα πέρασε τα τελευταία του χρόνια, πριν φύγει στην Αθήνα, να σπουδάσει υπολογιστές, στο Πολυτεχνείο, και μετά στο Ινστιτούτο Ολογραμμάτων Κρήτης, όπου ειδικεύτηκε στα λέιζερ και στην κβαντική Ολογραφία, και παντρεύτηκε μια συμφοιτήτριά του, την Ηλέκτρα, κόρη πάμπλουτου Κρητικού που έφτιαχνε και εμπορεύονταν τυριά – είχε δική του μονάδα παραγωγής στο Ρέθυμνο.
Ο Χρήστος μεγάλωσε εδώ, στην Κρανιά Ελασσόνας, και βοσκούσε συστηματικά τα πρόβατα του πατέρα του – ήταν η μόνη δουλειά που τον έκανε πραγματικά ευτυχισμένο. Παρότι πολύ μελετηρός – πάντα διάβαζε από μικρός τα πάντα και ήταν αριστούχος μαθητής. Είτε με τα γίδια, στο βουνό, είτε στη στάνη, ακόμα και όταν καβαλούσε το άλογο, διάβαζε – έφτανε στο σημείο, καθώς γυρνούσε, κάποια απογεύματα σπίτι και τον βαρούσε κόντρα ο ήλιος, να κάθεται ανάποδα στο ζώο, μέχρι να φτάσουν, για να μπορεί να διαβάζει. Να μην χάσει καθόλου χρόνο. Για τον Πολύκαρπο, που αργότερα τον πούλησε ο πατέρας του στο κοπάδι του Γκίκα, είχε μεγάλη αγάπη, πάθος – στα δεκαοχτώ του, ακόμα, λίγο πριν φύγει, και τότε ο τράγος ήτανε ενός-δύο χρονών, έπαιζε συνέχεια μαζί του, μέχρι που τον καβαλούσε, άρπαζε τα κέρατά του και τον πήγαινε βόλτα, σαν να ήταν μοτοσακό. Εξάλλου ο τράγος έγινε σιγά-σιγά μύθος, γιατί ήταν ο καλύτερος επιβήτορας των τελευταίων χρόνων. Γονιμοποιούσε ανελλιπώς τις γιδούλες, που ήταν, όλες, ερωτευμένες μαζί του και συχνά την κοπανούσε απ’ το κοπάδι και πήγαινε και σε ξένα ποίμνια και πρόσφερε υπηρεσίες, αφού πρώτα εξουδετέρωνε τους δικούς τους τράγους. Κι ενώ κάθε χρόνο βγαίνουνε νέα τραγιά, που εκτοπίζουνε τους γηραιότερους επιβήτορες και αναλαμβάνουνε αυτοί την αρχηγία, ο Πολύκαρπος, ως τα οχτώ του, παρέμενε αρχηγός, και γκρέμισε σε όλες τις μονομαχίες, τους νεότερους διεκδικητές, με τα τρομερά του κέρατα και την ψυχωμένη του δύναμη.  Τους κουτουλούσε επιδέξια, τους κάρφωνε και τους πετούσε κάτω απ’ τα βράχια, σούμπιτους, ανελέητα.
Αλλά ο θρύλος του απογειώθηκε, όταν απώθησε με τα κέρατα μια μεγάλη λύκαινα με τα τρία λυκάκια της, δυνατά, σαν λιονταράκια, που επιτέθηκαν στο κοπάδι, και κυρίως επειδή ήταν ο μόνος τράγος που νίκησε, έδιωξε μια φορά τον Ρίτσο, και πάλαιψε μαζί του μια δεύτερη, κρατώντας τον μέχρι να φτάσουνε οι τσομπάνηδες και τα σκυλιά. Την πρώτη φορά, όταν ήταν δυόμιση χρονών, πάνω στα ντουζένια του,  ενώ στάλιαζαν σε ένα πλάτωμα, στην Κούτρα-Ράχη, είχε μπει ο λύκος μέσα στο κοπάδι, χωρίς να τον μυρίσουν, ή να τον αντιληφθούν τα σκυλιά, και πήγε να αρπάξει μια μικρή γίδα – τον πήρε χαμπάρι ο Πολύκαρπος, που έτυχε να είναι εκεί κοντά, και επιτέθηκε αδίσταχτα, κατά μέτωπο στον Ρίτσο, τον έριξε κάτω και τον πήρε παραμάζωμα με τα κέρατα και τον έσερνε. Αρπάχτηκαν τα δυο θηρία άσκημα, και από την φασαρία ξύπνησε ο ένας τσομπάνης και όρμηξαν τα σκυλιά. Ο λύκαρος, τραυματισμένος απ’ τις κερατιές και αιφνιδιασμένος, το έβαλε στα πόδια – ο τσομπάνης είδε το θέαμα και δεν το πίστευε.
Την δεύτερη, πριν λίγους μήνες, που ο Πολύκαρπος ήταν, πιά, κοντά οχτώ χρονών, γέρος για τράγο, (η ζωή τους δεν ξεπερνάει τα δέκα χρόνια), μπήκε πάλι ο Ρίτσος, άρπαξε μια γίδα, την πήγε παραδίπλα, της έκοψε τον λαιμό και της ήπιε το αίμα. Μετά, άρπαξε μια δεύτερη και την έσυρε λίγο παρακάτω, να της ανοίξει την κοιλιά για να της φάει τα σπλάχνα και τα γλυκάδια – ίσα που πρόλαβε να της σκίσει από κάτω το δέρμα, αλλά δεν πρόλαβε να την ανοίξει και τον κατάλαβε ο Πολύκαρπος και του ρίχτηκε με φόρα. Χτυπήθηκαν δυνατά, άγρια, τα δυο θηρία μεταξύ τους, αλλά αυτή την φορά ο Ρίτσος άρπαξε το δεξί πίσω πόδι του τράγου και δεν το άφηνε, και κυλιούνταν χάμω τα δυο ζώα μουγκρίζοντας, μέχρι που σηκώθηκαν τα σκυλιά, και έπεσαν όλα μαζί πάνω στον λύκαρο – εκείνος παράτησε τον τράγο και γύρισε να φύγει, να σωθεί τρέχοντας. Πίσω του όρμηξαν τα τσομπανόσκυλα, που είχαν, πια, κοπαδιαστεί, και τον πήρανε στο κατόπι γαυγίζοντας και δαγκώνοντας – αλλά εκείνος γλίτωσε, γιατί ήταν ταχύτερος και γρήγορα ακολούθησε ένα μονοπάτι όπου χωρούσε ένα μόνο σκυλί, απομακρύνθηκε και τελικά χάθηκε μέσα στις σκοτεινιές.
Ο τσομπάνης έβγαλε μια σακοράφα και σπάγκο και έραψε την κοιλιά της γίδας, που τελικά σώθηκε, και μετά περίλαβε το τραύμα του Πολύκαρπου στο πόδι – μεγάλη, βαθιά πληγή, που έχασκε. Την έραψε κι αυτήν. Αλλά η πληγή δεν έκλεινε, με τις μέρες κακοφόρμισε, το ζώο κούτσαινε και δεν είχε πια χαϊρι. Ο Γκίκας αποφάσισε να σφάξει τον Πολύκαρπο, γιατί έτσι κι αλλιώς ο τράγος, ήταν ζήτημα αν, και φυσιολογικά, θα ζούσε ένα, δύο χρόνια ακόμα, αλλά ταπεινωμένος και κουτσός. Ο ανεπίδοτος χρόνος μέσα του, τέλειωνε. Ειδοποίησε τηλεφωνικά τον Χρήστο, που ήξερε πόσο αγαπούσε αυτό το ζώο. Εκείνος στενοχωρέθηκε πολύ, δάκρυσε. Και, μέσα στο ζόρι και την απελπισία του, σκέφτηκε κάτι τρελό: για να του περάσει ο καημός, αλλά και για να σώσει την μνήμη του τράγου, να τον κάνει άγαλμα. Είχε πολλές φωτογραφίες και βίντεο του Πολύκαρπου και τα έστειλε σε ένα ειδικό εργαστήριο στο Αμβούργο, να του φτιάξουνε ένα ψηφιακό καλούπι και, με βάση αυτό, να παραγγείλει ένα άγαλμα, σε φυσικές διαστάσεις, από ξύλο, τσιμέντο, γύψο, ή μάρμαρο. Οι ειδικοί του είπαν τα υπέρ και τα κατά και τελικά πήρε την απόφαση να του κάνει ολόγραμμα με λέιζερ, στο δικό τους εργαστήριο, όπου σπούδαζε, στην Κρήτη. Η τιμή ήταν πολύ ακριβή, δέκα πέντε χιλιάδες ευρώ, αλλά δεν τον ένοιαζε, γιατί είχε λύσει το οικονομικό, λόγω της πάμπλουτης γυναίκας του. Η ιδέα του ήρθε μετά από μια έκθεση που έκανε το Ινστιτούτο στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Κρήτης, με ολογράμματα ζώων, και είχε μεγάλη επιτυχία.
Ο Χρήστος ανέβαινε με άδειες συχνά στο χωριό, στην Κρανιά, κυρίως για να πηγαίνει να βόσκει  τα πρόβατα του Γκίκα, έτσι, από καθαρή ευχαρίστηση. Αγαπούσε την δουλειά του στην Κρήτη, αλλά μόνο η βοσκή των ζωντανών στο βουνό και η μοναξιά εκεί πάνω, στην ερημιά και στον αέρα της Κούτρα-Ράχης, τον έκανε πραγματικά ευτυχισμένο, απόλυτα ήρεμο, πλήρη. Τον εξάγνιζε. Είχε διαβάσει και κάτι που είπε ο Αλέκος Φασιανός, ότι «αγαπούσε πολύ την ποίηση του Ησίοδου, αλλά πιο πολύ το ότι ο Ησίοδος ήταν αγρότης και τσομπάνης» και κατάλαβε πως δεν έπρεπε να ντρέπεται, πια, να λέει πως του άρεζε να βόσκει να ζώα, πως δεν ήταν ο μόνος ιδιότροπος στον κόσμο. Είχε βρει συνένοχο.
Επισκέφθηκε τον Γκίκα, του είπε για το ολόγραμμα του Πολύκαρπου, κι ο νέος ιδιοκτήτης του τράγου ενθουσιάστηκε με την ιδέα – ο Χρήστος, μετά, τον ρώτησε παιχνιδιάρικα, αν απαιτούσε πνευματικά δικαιώματα. Εκείνος απάντησε:
-Βέβαια, οπωσδήποτε. Ένα κουτί Marlboro !
Κι επειδή στην κουβέντα ήταν και ο αδερφός του Γκίκα, συνιδιοκτήτης του κοπαδιού, είπε κι αυτός:
-Θέλω κι εγώ ένα κουτί Marlboro !
Ο Χρήστος απάντησε πως για χάρη του Πολύκαρπου, εκτός απ’ το ολόγραμμα, θα φτιάξει στην Ράχη και μια τεχνητή ποτίστρα, για τα γίδια. Και αποφάσισε, την επόμενη μέρα της σφαγής του Πολύκαρπου, να προβάλουνε το ολόγραμμα του τράγου στην πλαγιά, σαν δόλωμα, για να καθαρίσουνε, επιτέλους τον Ρίτσο, που συνέχιζε να λυμαίνεται τα κοπάδια, αλλά και για να εκδικηθούν.
Τράβηξαν με καλώδιο ρεύμα από μια κολόνα της ΔΕΗ, από την μόνη σειρά με στύλους που υπήρχε στο βουνό, στήσανε το μηχάνημα πίσω απ’ τα βράχια, και από το απόγευμα κάνανε την προβολή, το ολόγραμμα, πιο μπροστά, πάνω σε ένα χαμηλότερο βραχάκι, στα δέκα μέτρα. Το είδωλο ήταν εκπληκτικά ζωντανό, πανομοιότυπο με τον θρυλικό τράγο, ανάγλυφο, τρισδιάστατο, απόλυτης ευκρίνειας. Ήτανε τόσο φυσικός ο ψηφιακός Πολύκαρπος, που αν τον έβλεπε, ξαφνικά τσομπάνης, εκεί, τη νύχτα, θα πάθαινε καρδιακό. Πάνω στο βραχάκι, κάτω από το  ολόγραμμα, άλειψαν λίπος και άπλωσαν ένα κομμάτι απ’ απ’ το τομάρι του τράγου, για να τραβήξει με τη μυρωδιά του τον λύκο. Κι έκατσαν, πίσω από την συστάδα και περίμεναν – ο Χρήστος είχε μαζί του μια κυνηγετική καραμπίνα Browing, με διόπτρα νυχτερινής όρασης και φυσίγγια με διατρητικές σφαίρες. Ο Αρτάν, ο Αλβανός, του έκανε παρέα – κουβέντιαζαν ψιθυριστά να περάσει η ώρα, να νυχτώσει. Φάγανε μόλις σουρούπωσε, ήπιανε νερό, βάλανε από πάνω βαριά μπουφάν με υαλοβάμβακα, γιατί σε λίγο το κρύο του Σεπτέμβρη, εδώ πάνω, θα θέριζε, άλειψαν στις αρβύλες τους λίπος από τον Πολύκαρπο, για να καλύψει την ανθρώπινη μυρωδιά,  και περίμεναν.
Ο Χρήστος παρακολουθούσε το στενό μονοπατάκι που έβγαζε από κάτω προς τον τράγο, μια με γυμνό μάτι, μια από το προσοφθάλμιο της διόπτρας. Περίμεναν, περίμεναν μάταια – μόνο κατά τις εφτά εμφανίστηκε μια αλεπού, κι έκανε να πλησιάσει, αλλά την έδιωξαν με φωνές. Η ώρα δεν περνούσε, άρχισαν να βαριούνται. Να ανησυχούν μήπως και δεν φανεί ο λύκος – ο Χρήστος, απ’ την αδημονία του,  έβγαλε και κάπνισε πέντε τσιγάρα, κρατώντας την κάφτρα στη χούφτα, να μην φαίνεται, και φυσώντας και σκορπώντας γρήγορα τον καπνό. Η ώρα περνούσε δύσκολα, αργά.
Είχανε πιαστεί, είχανε κουραστεί και είχαν φτάσει κοντά στην απογοήτευση, όταν κατά τις δέκα και κάτι, ο Χρήστος είδε με την διόπτρα να ξεμυτίζει ο Ρίτσος στην άκρη του μονοπατιού, να βλέπει το είδωλο του Πολύκαρπου, να στέκει, να βγάζει τα τρομερά δόντια του, να αφρίζει και να διστάζει, για μια στιγμή. Έκανε νόημα στον Αλβανό και έφερε το δάχτυλο στην σκανδάλη – ο Ρίτσος εκτινάχτηκε με ένα επικό, καμπυλωτό άλμα, εναντίον του τράγου, με το στόμα ορθάνοιχτο, και με στόχο τον λαιμό του Πολύκαρπου. Ο Χρήστος δεν πρόλαβε να κεντράρει και να τραβήξει, ενώ ο λύκαρος, έκπληκτος που δεν συνάντησε τίποτε, παρά αέρα, στάθηκε για κλάσματα και ξανα-όρμηξε. Ο Χρήστος σημάδεψε με γυμνό μάτι, τράβηξε την σκανδάλη και στο αδύναμο φως του φεγγαριού αλλά και στο αντιφέγγισμα του ολογράμματος, είδε ότι ο λύκος την άρπαξε, αλλά δεν κατάλαβε πού, γιατί ήταν εν κινήσει – ο πυροβολισμός ακούστηκε σαν κανονιά εδώ πάνω στην ερημία του βουνού και αντιλάλησε τρεις φορές, ως κάτω στη χαράδρα κι απέναντι προς το χωριό.
Ο Ρίτσος έπεσε κάτω, μέσα στις πέτρες κουτρουβαλώντας – προς στιγμήν ο Χρήστος νόμισε πως τον σκότωσε, αλλά ο λύκος σηκώθηκε γρήγορα, έστρεψε και χάθηκε κουτσαίνοντας, τρέχοντας άτσαλα στο μονοπάτι, προς τα κάτω.
Ο Χρήστος, απ’ την μια στενοχωρέθηκε που δεν μπόρεσαν να σκοτώσουνε τον λύκο και να εκδικηθούν για τον Πολύκαρπο, και απ’ την άλλη χαιρόταν που το θηρίο σώθηκε, ακόμα και τραυματισμένο, και που θα συνέχιζε, αν ζούσε, να τρέφει τον μύθο του, έστω με το αίμα των γιδιών. Έτσι είναι, τελικά, το παιχνίδι, είπε από μέσα του.
Απ’ την επόμενη στήσανε το μηχάνημα στο μαντρί του Γκίκα, και προβάλανε το ολόγραμμα του Πολύκαρπου στην σκεπή – ως ψηφιακό άγαλμα προς μνήμην του πιο θρυλικού τράγου της περιοχής. Την νύχτα είναι ορατό από παντού, από όλη την Κούτρα-Ράχη. Μόνο χαμηλά αν είσαι, στην χαράδρα, την Χράπα, δεν το βλέπεις.


Τσομπάνηδες διηγούνται τώρα, πως έχουνε δει, αρκετές νύχτες, τον Ρίτσο, γέρο, πια,  να έρχεται κοντά στο μαντρί και να κοιτάζει τον Πολύκαρπο, που μοναρχεί στην στέγη, φωτεινός, ανέγγιχτος, μετέωρος σχεδόν, ολοζώντανος και περήφανος. Αλήθεια; Ψέματα; Κάθεται, λένε, ο λύκος και κοιτάζει τον τράγο με την ώρα, τον κοιτάζει επίμονα, τον κοιτάζει, και δεν μπορούνε να καταλάβουνε τι σκέφτεται.

Γιώργος Σκαμπαρδώνης

*Ευχαριστούμε θερμά τον Κρανιώτη δικηγόρο στη Θεσσαλονίκη, Χρήστο Πατούνα, για την αποστολή αυτού του θαυμάσιου διηγήματος, το οποίο αναφέρεται στην περιοχή μας. Το διήγημα αφιερώνει ο Γ. Σκαμπαρδώνης στον Χρήστο Πατούνα, ο οποίος μεγάλωσε, όπως και πολλοί συμπατριώτες μας, με τα βιώματα και τις εικόνες του διηγήματος.
*Φωτογραφία: Κοπάδι γίδια στην "Κούτρα- Ράχη" πάνω από τα "Πηγάδια" της Κρανιάς (Βασίλης Καλαμάρας).
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες