Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

ιδιοκτησιακό καθεστώς των δεδομένων.



Αν θέλουμε να αποτρέψουμε τη συγκέντρωση όλου του πλούτου και της εξουσίας στα χέρια μιας μικρής ελίτ, το κλειδί είναι να ρυθμίσουμε το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δεδομένων.
gk-aris.blogspot.com

YUVAL NOAH HARARI

Στις αρχαίες εποχές, η γη ήταν το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο στον κόσμο, η πολιτική ήταν ένας αγώνας για τον έλεγχο της γης, και αν υπερβολικά πολλή γη συγκεντρωνόταν σε πολύ λίγα χέρια, η κοινωνία χωριζόταν σε αριστοκράτες και πληβείους.
Στη νεωτερική εποχή οι μηχανές και τα εργοστάσια έγιναν σημαντικότερα από τη γη και οι πολιτικοί αγώνες έστιαζαν στον έλεγχο αυτών των ζωτικών μέσων παραγωγής. Αν υπερβολικά πολλές μηχανές συγκεντρώνονταν σε πολύ λίγα χέρια, η κοινωνία χωριζόταν σε καπιταλιστές και προλετάριους.
Στον 21ο αιώνα, ωστόσο, τα δεδομένα θα πάρουν τη θέση τόσο της γης όσο και των μηχανών ως το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο – και η πολιτική θα είναι ένας αγώνας για τον έλεγχο της ροής των δεδομένων. Αν τα δεδομένα συγκεντρωθούν σε υπερβολικά λίγα χέρια, η ανθρωπότητα θα χωριστεί σε διαφορετικά είδη.
Η κούρσα για την απόκτηση των δεδομένων έχει ήδη ξεκινήσει, με επικεφαλής γίγαντες όπως η Google, το Facebook, η Baidu και η Tencent. ΩΣ τώρα, πολλοί από αυτούς τους γίγαντες φαίνεται ότι ακολουθούν το επιχειρηματικό μοντέλο του «εμπόρου προσοχής». Τραβάνε την προσοχή μας προσφέροντάς μας δωρεάν πληροφορίες, υπηρεσίες και ψυχαγωγία και μετά ξαναπουλάνε την προσοχή μας σε διαφημιστές. Ωστόσο, οι γίγαντες των δεδομένων μάλλον στοχεύουν πολύ ψηλότερα από οποιονδήποτε παλιότερο έμπορο προσοχής.
H πραγματική τους δουλειά δεν είναι καθόλου να πουλάνε διαφημίσεις. Αντίθετα, τραβώντας την προσοχή μας καταφέρνουν να συσσωρεύουν τεράστιες ποσότητες δεδομένων σχετικά με εμάς – το προϊόν είμαστε εμείς.
Μεσοπρόθεσμα, αυτό το απόθεμα δεδομένων ανοίγει το δρόμο για ένα ριζικά διαφορετικό επιχειρηματικό μοντέλο, που το πρώτο του θύμα θα είναι η ίδια η βιομηχανία της διαφήμισης. Το νέο μοντέλο βασίζεται στη μεταφορά της αυθεντίας από τους ανθρώπους στους αλγόριθμους, συμπεριλαμβανομένης της αυθεντίας για την επιλογή και την αγορά πραγμάτων.
Όταν οι αλγόριθμοι θα επιλέγουν και θα αγοράζουν πράγματα για λογαριασμό μας, η παραδοσιακή διαφήμιση θα καταρρεύσει. Σκεφτείτε το Google. To Google θέλει να φτάσει σε ένα σημείο που θα μπορούμε να το ρωτήσουμε οτιδήποτε και θα παίρνουμε την καλύτερη απάντηση στον κόσμο. Τι θα γίνει όταν θα μπορούμε να ρωτήσουμε το Google, «Γεια σου Google! Με βάση όσα ξέρεις για τα αυτοκίνητα και για μένα (δηλαδή, τις ανάγκες, τις συνήθειές μου, τις απόψεις μου για την υπερθέρμανση του πλανήτη, ακόμα και τις απόψεις μου για την πολιτική στη Μέση Ανατολή), ποιο είναι το αυτοκίνητο που μου ταιριάζει περισσότερο;»
Αν το Google μπορεί να μας δώσει μια καλή απάντηση σε κάτι τέτοιο κι αν μάθουμε από την εμπειρία μας να εμπιστευόμαστε τη σοφία του Google αντί για τα δικά μας, εύκολα χειραγωγήσιμα συναισθήματα, τι νόημα θα έχουν ποια οι διαφημίσεις αυτοκινήτων;
Μακροπρόθεσμα, όταν συνδυάσουν αρκετά δεδομένα και αρκετή υπολογιστική δύναμη, οι γίγαντες των δεδομένων θα μπορούν να χακάρουν τα βαθύτερα μυστικά της ζωής μας κι έπειτα να χρησιμοποιήσουν αυτή τη γνώση όχι απλώς για να κάνουν επιλογές για λογαριασμό μας ή να μας χειραγωγήσουν, αλλά επίσης για να σχεδιάσουν εκ νέου την οργανική ζωή και να δημιουργήσουν ανόργανες μορφές ζωής.
Μπορεί για να συντηρηθούν βραχυπρόθεσμα οι γίγαντες να είναι απαραίτητο να πουλάνε διαφημίσεις, αλλά συχνά αξιολογούν εφαρμογές, προϊόντα και εταιρείες ανάλογα με τα δεδομένα που μπορούν να συγκεντρώσουν, και όχι με τα χρήματα που μπορούν να βγάλουν. Μια δημοφιλής εφαρμογή μπορεί να μην διαθέτει επιχειρηματικό μοντέλο ή ακόμα να χάνει χρήματα βραχυπρόθεσμα, αλλά εάν απορροφά δεδομένα, μπορεί να αξίζει δισεκατομμύρια.
Ακόμα κι αν δεν ξέρει κανείς πώς να εξαργυρώσει τα δεδομένα σήμερα, αξίζει να τα έχει γιατίμπορεί έτσι να κρατάει το κλειδί για τον έλεγχο και τη διαμόρφωση της ζωής στο μέλλον. Δεν γνωρίζω με βεβαιότητα ότι οι γίγαντες δεδομένων σκέφτονται ρητά έτσι, αλλά οι ενέργειές τους δείχνουν ότι δίνουν περισσότερη αξία στη συσσώρευση δεδομένων απ’ ό,τι στα δολάρια και τα σεντς.
Οι συνηθισμένοι άνθρωποι θα δυσκολευτούν πολύ να αντισταθούν σε αυτή τη διαδικασία.Αυτή τη στιγμή, οι άνθρωποι παραχωρούν ευχαρίστως το πιο πολύτιμο περιουσιακό τους στοιχείο -τα προσωπικά τους δεδομένα- με αντάλλαγμα δωρεάν υπηρεσίες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και βίντεο με χαριτωμένα γατάκια. Θυμίζει κάπως τις φυλές των Αφρικανών και των Αυτοχθόνων Αμερικανών που πουλούσαν ολόκληρες χώρες στους ευρωπαίους ιμπεριαλιστές για χρωματιστές χάντρες και φτηνά μπιχλιμπίδια.
Αν κάποια στιγμή αργότερα οι απλοί άνθρωποι αποφασίσουν ότι θα προσπαθήσουν να μπλοκάρουν τη ροή των δεδομένων, μπορεί αυτό να είναι ολοένα και δυσκολότερο, ιδίως καθώς είναι πιθανό να εξαρτώνται πια από το διαδίκτυο για όλες τους τις αποφάσεις ή ακόμα και για την περίθαλψη και την επιβίωσή τους.
Άνθρωποι και μηχανές μπορεί να συγχωνευτούν τόσο ολοκληρωτικά, που οι άνθρωποι δεν θα μπορούν πια να επιβιώσουν αν αποσυνδεθούν από το διαδίκτυο. Θα είναι συνδεδεμένοι ήδη από τη μήτρα, κι αν αργότερα επιλέξει κάποιος να αποσυνδεθεί, οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορεί να αρνούνται να τον ασφαλίσουν, οι εργοδότες να τον προσλάβουν και οι υπηρεσίες υγείας να τον φροντίσουν. Στη μεγάλη μάχη ανάμεσα στην υγεία και την ιδιωτικότητα, το πιθανότερο είναι ότι η υγεία θα νικήσει με άνεση.
Καθώς όλο και περισσότερα δεδομένα ρέουν από το σώμα και τον εγκέφαλό σας στις έξυπνες μηχανές μέσα από βιομετρικούς αισθητήρες, θα γίνεται εύκολο για τις εταιρείες και τους κυβερνητικούς φορείς να σας γνωρίζουν, να σας χειραγωγούν και να αποφασίζουν για λογαριασμό σας. Και, πράγμα ακόμα πιο σημαντικό, θα μπορούν να αποκωδικοποιήσουν τους βαθύτερους μηχανισμούς όλων των σωμάτων και των εγκεφάλων κι έτσι να αποκτήσουν τη δύναμη να σχεδιάσουν ζωή.
Αν θέλουμε να εμποδίσουμε τη μονοπώληση τέτοιων θεϊκών δυνάμεων από μια μικρή ελίτ και να αποτρέψουμε τη διαίρεση της ανθρωπότητας σε βιολογικές κάστες, η ερώτηση-κλειδί είναι η εξής: σε ποιον ανήκουν τα δεδομένα; Τα δεδομένα για το DNA μου, τον εγκέφαλό μου και τη ζωή μου ανήκουν άραγε σε μένα, στην κυβέρνηση, σε κάποια εταιρεία ή στην ανθρώπινη συλλογικότητα;
Αν οι κυβερνήσεις έχουν την εντολή να εθνικοποιήσουν τα δεδομένα, αυτό μάλλον θα χαλιναγωγήσει την ισχύ των μεγάλων εταιρειών, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε τρομαχτικές ψηφιακές δικτατορίες. Οι πολιτικοί είναι κάπως σαν μουσικοί, και το όργανο που παίζουν είναι το ανθρώπινο συναισθηματικό και βιοχημικό σύστημα. Βγάζουν ένα λόγο, κι ένα κύμα φόβου εξαπλώνεται στη χώρα. Κάνουν μια ανάρτηση στο Twitter κι ακολουθεί μια έκρηξη μίσους. Δεν νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε σε αυτούς τους μουσικούς ένα ακόμα πιο εκλεπτυσμένο όργανο για να παίζουν. Όταν οι πολιτικοί θα μπορούν να πατάνε άμεσα τα συναισθηματικά κουμπιά μας, προκαλώντας κατά βούληση άγχος, μίσος, χαρά και πλήξη, η πολιτική θα μετατραπεί σε ένα απλό τσίρκο συναισθημάτων.
Όσο κι αν φοβόμαστε τη δύναμη των μεγάλων εταιρειών, η ιστορία δείχνει ότι δεν θα έχουμε απαραίτητα καλύτερη μοίρα στα χέρια πανίσχυρων κυβερνήσεων. Τον Μάρτιο του 2018, που γράφονται αυτές οι γραμμές, θα προτιμούσα να δίνω τα δεδομένα μου στον Μαρκ Ζούκερμπεργκ παρά στον Βλαντιμίρ Πούτιν (αν και το σκάνδαλο με την Cambridge Analytica αποκάλυψε ότι δεν έχουμε πραγματικά επιλογή, καθώς τα δεδομένα που εμπιστευόμαστε στον Ζούκερμπεργκ θα φτάσουν τελικά στον Πούτιν).
Το να έχει ο καθένας τα δεδομένα του στην ατομική του ιδιοκτησία μπορεί να ακούγεται πιο ελκυστικό κι από τις δύο αυτές εναλλακτικές, αλλά δεν είναι καθόλου ξεκάθαρο τι μπορεί να σημαίνει πραγματικά. Έχουμε εμπειρία χιλιάδων ετών στη ρύθμιση της ιδιοκτησίας γης. Ξέρουμε πώς να κατασκευάσουμε φράχτη γύρω από ένα χωράφι, πώς να βάλουμε ένα φρουρό στην πύλη και να ελέγχουμε ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει. Κατά τους δύο τελευταίους αιώνες αναπτύξαμε εξαιρετικά εκλεπτυσμένους τρόπους για τη ρύθμιση της ιδιοκτησίας της βιομηχανίας – κι έτσι σήμερα μπορώ να έχω στην κατοχή μου ένα κομματάκι της Τζένεραλ Μότορς κι ένα της Τογιότα αγοράζοντας μετοχές τους. Αλλά έχουμε ελάχιστη εμπειρία στη ρύθμιση της ιδιοκτησίας δεδομένων, έργο το οποίο είναι εγγενώς πολύ δυσκολότερο, γιατί -αντίθετα από τη γη και τα μηχανήματα- τα δεδομένα βρίσκονται παντού και συγχρόνως πουθενά, κινούνται με την ταχύτητα του φωτός και μπορείς να φτιάξεις όσα αντίγραφά τους θέλεις.
Πρέπει λοιπόν να ζητήσουμε από τους δικηγόρους, τους πολιτικούς, τους φιλόσοφους, ακόμα και τους ποιητές μας να στρέψουν όλη τους την προσοχή σε αυτόν το γρίφο: πώς ρυθμίζεις την ιδιοκτησία δεδομένων; Αυτό είναι πιθανότατα το σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα της εποχής μας. Αν δεν μπορέσουμε να δώσουμε σύντομα μια απάντηση, το κοινωνικοπολιτικό μας σύστημα μπορεί να καταρρεύσει. Οι άνθρωποι διαισθάνονται ήδη τον επερχόμενο κατακλυσμό. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που πολίτες σε όλο τον κόσμο χάνουν την πίστη τους στη φιλελεύθερη αφήγηση, η οποία πριν από μια δεκαετία φαινόταν ακαταμάχητη.
Πώς θα προχωρήσουμε, λοιπόν, από ’δώ και πέρα και πώς θα αντιμετωπίσουμε τις τεράστιες προκλήσεις των επαναστάσεων της βιοτεχνολογίας και τη; τεχνολογίας της πληροφορίας; Μήπως οι ίδιοι οι επιστήμονες και οι επιχειρηματίες που αποδιάρθρωσαν τον κόσμο μπορούν να βρουν μια τεχνολογική λύση; Για παράδειγμα, μήπως οι δικτυωμένοι αλγόριθμοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν τις σκαλωσιές μιας παγκόσμιας ανθρώπινης κοινότητας η οποία θα κατείχε συλλογικά όλα τα δεδομένα και θα επέβλεπε τη μελλοντική εξέλιξη της ζωής; Καθώς η παγκόσμια ανισότητα αυξάνεται και οι κοινωνικές εντάσεις οξύνονται σε όλο τον κόσμο, ίσως ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ θα μπορούσε να προτείνει στα 2 δισεκατομμύρια φίλους του να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να κάνουν κάτι όλοι μαζί.

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2019

Οι βαθμοί είναι το γκάζι των καλών μαθητών και το φρένο των αδύναμων

Οι υποστηρικτές των βαθμών ως το αποτέλεσμα της αξιολόγησης των μαθητών ισχυρίζονται ότι οι βαθμοί χρησιμεύουν ως ανατροφοδότηση των μαθητών (feedback) δηλαδή για να γνωρίζουν οι μαθητές την πραγματική τους επίδοση ώστε να αποκτούν κίνητρο βελτίωσής της ή διατήρησής της.
Έχω δύο αντιρρήσεις για την συγκεκριμένη άποψη: α) αν οι βαθμοί έχουν σκοπό το χρήσιμο δικαίωμα των μαθητών να έχουν επίγνωση για την επίδοσή τους, τότε γιατί δίδονται στους γονείς και όχι στους ίδιους; β) πόσο ποιοτική ανατροφοδότηση μπορεί να προσφέρει στους μαθητές ένας ξερός βαθμός;    
Οι βαθμοί κάνουν τους καλούς μαθητές καλύτερους (για λάθος λόγους) 
Η ύπαρξη των βαθμών είναι συνήθως μακράν το μεγαλύτερο κίνητρο για καλύτερες επιδόσεις των καλών μαθητών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρόκειται και για παιδαγωγικά σωστό κίνητρο αφού ουσιαστικά εκπαιδεύει τους μαθητές στον ατομικισμό, στον ανταγωνισμό και στο κυνήγι του κέρδους. Επίσης λειτουργεί ως αυτοσκοπός για αυτούς. Καλώς ή κακώς πάντως οι βαθμοί για τους καλούς μαθητές είναι ένα μεγάλο κίνητρο. 
Οι βαθμοί κάνουν τους αδύναμους μαθητές πιο αδύναμους
Δεν μπορούμε όμως με κανέναν τρόπο να ισχυριστούμε το ίδιο και για τους αδύναμους μαθητές. Ένας χαμηλός βαθμός για έναν αδύναμο μαθητή αποτελεί τον ολοσχερή θρυμματισμό της από πριν ραγισμένης του αυτό-εικόνας.
Ο χαμηλός βαθμός έρχεται και κολλάει σαν ταμπέλα στο μυαλό ενός αδύναμου μαθητή: «δεν αξίζω». Αν μπορούσαμε να μπούμε στο μυαλό ενός αδύναμου μαθητή θα βλέπαμε ότι γνωρίζει πολύ καλά τις αδυναμίες του, ότι νιώθει μειονεκτικά για αυτές και ότι έχει πολύ χαμηλή αυτοπεποίθηση. Το τελευταίο που χρειάζεται είναι να έρθει κάποιος και να πιστοποιήσει δημόσια όλα τα ελλείμματά του μέσω ενός βαθμού. Στο φινάλε, πως θα ένιωθε ο οποιοσδήποτε από εμάς αν κάποια μέρα που δεν αισθανόμασταν καλά ερχόταν κάποιος και μας έλεγε: «πω πω σήμερα έχεις τα χάλια σου»; Μη μου πείτε ότι μια τέτοια κουβέντα δεν θα μας έκανε να αισθανθούμε χειρότερα; Από την άλλη μια καλή κουβέντα, ακόμα και αν φαινόταν ότι έχει σκοπό να μας κάνει να νιώσουμε καλύτερα, σίγουρα θα πετύχαινε τον σκοπό της. Αυτό έχουν ανάγκη οι αδύναμοι μαθητές, μια καλή κουβέντα. Αν όμως ως εκπαιδευτικοί έχουμε φτάσει στο σημείο να μην μπορούμε να πούμε έστω και μια καλή κουβέντα σε έναν αδύναμο μαθητή, τότε μάλλον έχει έρθει ο καιρός να αφήσουμε λίγο στην άκρη την αξιολόγηση των άλλων, για μια γενναία αυτό-αξιολόγηση.
Ο αντίλογος βέβαια θα ισχυριστεί ότι οι χαμηλοί βαθμοί θα κάνουν τους αδύναμους μαθητές να φοβηθούν τις συνέπειες, όπως το να μείνουν στην ίδια τάξη, και ότι αυτό θα τους κάνει να αντιδράσουν θετικά. Δεν αμφισβητώ ότι κάποιες φορές αυτό μπορεί όντως να συμβεί. Αναρωτιέμαι όμως αν θεωρείται  παιδαγωγικά ορθή η χρήση του φόβου ως κίνητρο επίδοσης; Γιατί όντως ένας μαθητής μπορεί να «πάρει μπρος» όταν βλέπει ότι οδεύει στο γκρεμό. Αλλά πραγματικά πιστεύουμε ότι αυτή η αύξηση της προσπάθειας θα συνεχιστεί και μετά την αποφυγή του γκρεμοτσακίσματος;  Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι μαθητές αυτοί μετά την λήξη συναγερμού ξαναγυρίζουν στις παλιές τους συνήθειες. Μην σας πω μάλιστα ότι εμπεδώνουν και έναν αυτοματισμό του τύπου: «προσπαθώ μόνο όταν ο κίνδυνος  έχει φτάσει στο μη περαιτέρω».  
Χωρίς βαθμό οι μαθητές δεν ενδιαφέρονται για το μάθημα;
Ας ξαναγυρίσουμε στα κίνητρα των μαθητών για την μάθηση. Σίγουρα σε κάθε τμήμα υπάρχουν και παιδιά που έχουν και εσωτερικά κίνητρα μάθησης, που δηλαδή ενδιαφέρονται την γνώση αυτή καθαυτή, αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε αυτά είναι ελάχιστα. Κατά περίεργο μάλιστα τρόπο τα παιδιά αυτά συνήθως δεν ανήκουν στην κατηγορία των άριστων μαθητών αλλά των μέτριων σε επίδοση μαθητών. Είναι εντυπωσιακό αλλά οι μαθητές με τις υψηλότερες επιδόσεις είναι συνήθως αυτοί που έχουν υψηλή βαθμοθηρία. Το γκάζι της επίδοσης των καλών μαθητών είναι οι βαθμοί. Αυτό φαίνεται καθαρά στα μαθήματα στα οποία δεν μετράει ο βαθμός για προβιβασμό στην επόμενη τάξη, στο απολυτήριο ή στα μόρια εισαγωγής. Εκεί κανείς δεν προσέχει στο μάθημα. Ας θυμηθούμε τι γινόταν επί παραδείγματι στα μαθήματα γενικής παιδείας της Γ΄ Λυκείου τα οποία δεν ήταν πανελλαδικώς εξεταζόμενα. Είχαν γίνει ο εφιάλτης των καθηγητών που τα αναλάμβαναν. 
Το σίγουρο είναι ότι τα τελευταία που φταίνε για αυτήν την μετατροπή του σχολείου σε βαθμολογικό κέντρο είναι τα παιδιά. Όταν από τις πολύ μικρές ηλικίες τους χορηγούμε την δόση τους σε βαθμούς, επαίνους, βραβεία, διακρίσεις σε διαγωνισμούς, πτυχία, μόρια  η εξάρτηση είναι μοιραία. Και όπως οι εξαρτημένοι από ουσίες άνθρωποι έχουν ως απόλυτη προτεραιότητά τους την αναζήτηση της δόσης τους έτσι και οι μαθητές αυτοί έχουν μόνο ένα πράγμα στο μυαλό τους: τον καλό βαθμό. Είναι απίστευτη η παντοδυναμία των βαθμών. Σκεφτείτε μόνο ότι μπορεί ένας μαθητής να είναι αποδοτικός σε ένα μάθημα και ταυτόχρονα να μην βρίσκει κανένα ενδιαφέρον για αυτό ή ακόμα και να το απεχθάνεται, έχοντας ως μοναδικό κίνητρο την επίτευξη υψηλού βαθμού. Δηλαδή αναιρείται ακόμα και αυτό που όλοι συνήθως λέμε ότι «για να είσαι πολύ καλός σε κάτι, πρέπει να σου αρέσει». Στο σχολείο αυτό δεν είναι απαραίτητο, το μόνο που χρειάζεται είναι να του βάλεις βαθμό. 
Οι λόγοι που οι εκπαιδευτικοί θέλουν να υπάρχουν βαθμοί
Και είναι εντελώς εξωφρενικό αυτό που συμβαίνει με κάποιες ενώσεις ειδικοτήτων καθηγητών που καταγγέλλουν δημόσια ως υποβάθμιση του μαθήματός τους το γεγονός ότι δεν θα μετράει ο βαθμός του στα μόρια εισαγωγής ή ότι δεν θα εξετάζεται γραπτώς στο τέλος της χρονιάς. Πιο άμεση παραδοχή ότι ο βαθμός είναι το μόνο κίνητρο για να παρακολουθήσουν οι μαθητές το μάθημα δεν υπάρχει. 
Κακά τα ψέματα οι βαθμοί εκτός από κίνητρο για τους μαθητές είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για τους εκπαιδευτικούς. Είναι ένα πολύ αποτελεσματικό μέσο πίεσης των μαθητών από τους εκπαιδευτικούς. Πρώτα από όλα είναι ένας εύκολος τρόπος για να διασφαλίσουν μια σχετικά καλή προσοχή των μαθητών στο μάθημά τους μιας και όποιος δεν προσέξει δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει έναν καλό βαθμό. Επίσης είναι ένας τρόπος επιβολής της τάξης αφού οι ανήσυχοι μαθητές φοβούνται ότι μπορεί να έχουν επιπτώσεις στην βαθμολογία τους. Όπως και να το κάνουμε οι βαθμοί είναι ένα πολύ αποτελεσματικό εργαλείο πειθάρχησης των μαθητών, «ένα όπλο πάνω στο τραπέζι» για τον εκπαιδευτικό. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί είναι εναντίον της κατάργησης της βαθμολογίας. Έχουν ανάγει τον βαθμό ως τον απόλυτο οδηγό που καθορίζει όλο το μάθημα και θεωρούν ότι χωρίς την ύπαρξη βαθμού οι μαθητές θα έχαναν κάθε ενδιαφέρον να το παρακολουθήσουν. Αν όμως το σχολείο ήταν για τους μαθητές το μέρος που τους ενδιέφεραν αυτά που διδάσκονταν και όχι το μέρος που όλα γίνονται για να αξιολογηθούν τότε θα έπρεπε οι ίδιοι οι μαθητές να αυτοελέγχονται και να αυτοπειθαρχούν με μοναδικό κίνητρο μην χάσουν τίποτα από αυτά που διαδραματίζονται την ώρα της διδασκαλίας. 
Η εύκολη λύση για τους εκπαιδευτικούς, μια καλή λύση για το σύστημα
Η συνεχής διαδικασία του ελέγχου, της μέτρησης, της αξιολόγησης των μαθητών διαμορφώνει τις συνειδήσεις τους με τέτοιο τρόπο ώστε να αποδεχτούν τον ρόλο τους ως προϊόντα. Ως προϊόντα θα πρέπει να γνωρίζουν ότι οι βαθμοί είναι ένας καλός δείκτης της ποιότητάς τους και της αγοραστικής τους αξίας όταν αύριο θα χρειαστεί να πουλήσουν τον εαυτό τους. Μέχρι να βγουν στην αγορά εργασίας θα πρέπει να έχουν εμπεδώσει την τιμαριθμοποίηση των πάντων ακόμα και των «ανθρώπινων κεφάλαιων». Το ζητούμενο είναι να έχουν αποκτήσει εργασιακή κουλτούρα δηλαδή να θεωρούν ότι η εργασία δεν είναι δικαίωμα αλλά κάτι για το οποίο πρέπει να ανταγωνιστείς και να συγκριθείς με τους άλλους για να το έχεις. Και όπως στο σχολείο μαθαίνεις ότι υπάρχουν διάφορες κατηγορίες μαθητών( κακοί, μέτριοι, καλοί, άριστοι) έτσι και αύριο στην επαγγελματική ζωή θα είσαι πλέον έτοιμος να δεχτείς ότι κάποιοι θα έχουν καλύτερες δουλειές, κάποιοι λιγότερο καλές δουλειές και κάποιοι καθόλου δουλειά. Το μόνο που χρειάζεται για να είναι όλα αυτά κοινώς αποδεχτά είναι μια αντικειμενική τεκμηρίωση. Αυτή την υποτιθέμενη αντικειμενικότητα προσφέρουν οι βαθμοί στο σχολείο. Μαθαίνουν τους μαθητές να αποδέχονται τις ταξικές διαφορές ως απόλυτα φυσιολογικές. Και έτσι αντί η εκπαίδευση να περικλείει, αποκλείει. Αντί το χάσμα ισότητας να μικραίνει, μεγαλώνει. Και ενώ εμείς καμαρώνουμε για τα δημοκρατικά μας σχολεία, στην πραγματικότητα πρόκειται για σχολεία ταξικά όπου το χάσμα μεταξύ των τάξεων το διασφαλίζουν οι βαθμοί. Και αν για εμάς τους εκπαιδευτικούς οι βαθμοί είναι μια εύκολη λύση, να αναλογιστούμε μήπως με αυτόν τον τρόπο προσφέρουμε εξυπηρέτηση στο ταξικό σύστημα για το οποίο οι βαθμοί είναι μια καλή λύση. 
Δηλαδή να μην έχουμε καθόλου αξιολόγηση μαθητών στα σχολεία;
Τουναντίον θεωρώ ότι η αξιολόγηση των μαθητών πρέπει να είναι συνεχής και παράλληλη με την διδασκαλία. Κάθε μαθητής πρέπει να ξέρει κατά πόσο έχει κατακτήσει την γνώση. Και κάθε εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει κατά πόσο έχουν επιτευχθεί οι στόχοι του μαθήματος. Αλλά όμως πιστεύω ότι αυτό είναι προσωπική υπόθεση που αφορά τον κάθε μαθητή ξεχωριστά. Η αντίρρησή μου αφορά τον ξερό και ανακοινώσιμο βαθμό. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να εξηγεί λεπτομερώς σε κάθε μαθητή τι ακριβώς ζητάει από εκείνον, που χρειάζεται κάτι παραπάνω, να του θέτει ρεαλιστικούς και διαφοροποιημένους στόχους, να του προσφέρει θετική ενίσχυση όπου χρειάζεται και το κυριότερο: να τονίζει τα θετικά του στοιχεία παρά τα αρνητικά. Όλα αυτά όμως σε μια εσωτερική υπόθεση μεταξύ εκπαιδευτικού και μαθητή, χωρίς καμία συγκριτική ενέργεια με τους υπόλοιπους μαθητές. Προσωπικά θεωρώ μεγάλο παιδαγωγικό ολίσθημα την επίδοση ελέγχων προόδου στους γονείς των μαθητών. Μοιάζει με ενημέρωση των επενδυτών για το αν το προϊόν τους αποφέρει κέρδη ή όχι; Και δημιουργεί μεγάλη αγωνία στους μαθητές αλλά και στους ίδιους τους γονείς οι οποίοι, θέλοντάς και μη, μπαίνουν σε ανταγωνισμό με τους άλλους γονείς. Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε φυσιολογικό το γεγονός ότι το κίνητρο των περισσότερων μαθητών για να έχουν καλή επίδοση είναι η αγωνία για το αν θα είναι ευχαριστημένοι οι γονείς τους από τους βαθμούς τους. Επιμένω ότι η αξιολόγηση του μαθητή είναι προσωπική υπόθεση που αφορά μόνο τον ίδιο. Και δεν μπορεί να συμπιεστεί σε έναν σκέτο αριθμό. Εκτός και αν βλέπουμε τους μαθητές ως προϊόντα προς πιστοποίηση ποιότητας. 
Δημήτρης Τσιριγώτης. Φυσικός

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Λύκος

  • Ο Λύκος

  • Από τον αείμνηστο χαρισματικό Ευρυτάνα συγγραφέα Στέφανο Γρανίτσα (1880-1915), και μέσα από το εξαιρετικό βιβλίο του με τίτλο: "Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου", εκδ. βιβλιοπωλείον της Εστίας, πάμε να γνωρίσουμε το Λύκο!

  • Ιδού:

  • ==================
  • https://eyrytixn.blogspot.com/
  • Ο Λύκος 

  • Η παράδοσις: Άμα ο Χριστός έπλασε τα πρόβατα και βγήκε στα βουνά να τα βοσκήση, τόσο χάρηκεν η ψυχή του, που έκοψε ένα ξύλο, το έφκιασε μια μεγάλη φλογέρα κι άρχισε να λαλή. Άκουσε ο Σατανάς τα λαλήματα και τα βελάσματα, πήγε κοντά, είδε τα πρόβατα και μαύρισε η ψυχή του.

  • -Τι παράμορφα πλάσματα είναι τούτα που ’καμε ο Χριστός!!! είπε. Κι ο νους του πήγε πως να του τα χαλάση. Παραμέρισε στο λόγγο, έκοψε μία αγριαπιδιά κι άρχισε να φκιάνη τον Λύκο. Γι’ αυτό που ’ναι φκιασμένο απ’ αγριαπιδιά, δεν λυγίζει καθόλου αυτό το πλάσμα του Σατανά. Μα άμα τον απόφκιασε το Λύκο και πήγε να τον στήση, είδε πως δεν μπορούσε να σταθή στα ποδάρια του το έργο του. Αφού είδε και αποείδε πως δεν θα στυλώση τον Λύκο, πήγε στο Χριστό, γονάτισε μπροστά του και είπε:

  • -Αφέντη, θέλησα κι εγώ να κάμω ένα πλάσμα σαν τα δικά σου, μα γιατί δεν στέκει στα πόδια του; Αξίωσέ με να το ιδώ όρθιο και θα προσκυνώ τ’ ό­νομά σου.

  • Ο Χριστός του είπε:

  • -Πήγαινε να του φωνάξης: Σήκω έργο μου και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.

  • Ο Σατανάς γνοιάστηκε.

  • Κι αν το πρόσταξε ο Χριστός να με φάη; είπε.

  • Πήγε γρήγορα, έκανε ένα λάκκο κοντά στο λύκο, κρύφτηκε μέσα κι αφήνοντας έξω το ένα ποδάρι του μόνο φώναξε:

  • -Σήκω έργο μου, και κάμε ό,τι πρόσταξε ο Χριστός.

  • Ο Λύκος πήδησεν επάνω, άρπαξε το ποδάρι του Σατανά και το έφαγε. Γι’ αυτό λένε ότι ο αρχιδαίμονας είναι κουτσός.

  • Η πονηρία του: Επειδή γνωρίζει ότι η οσμή του χτυπά τα προβατόσκυλα, άμα πηγαίνη στη στάνη βα­δίζει από το μέρος που έχει αντίθετο αέρα. Αν έχη ρέμα χώνει το ρύγχος του στο νερό. Αν είναι μέρα ποτέ δεν βαδίζει σε γυμνό τόπο. Προτιμά πάν­τοτε τ’ απόσκια, για να μη διακρίνεται εύκολα. Αν είναι συμμορία χωρίζονται εις δύο μπουλούκια. Οι μεν πηγαίνουν από το μέρος που φυσά, ώστε να μη τους αντιληφθούν τα σκυλιά και τους πάρουν από κοντά. Άμα κατ’ αυτόν τον τρόπον απομακρυν­θούν τα σκυλιά, ορμούν οι άλλοι στο κοπάδι και σφάζουν. Πόσα;

  • Πιστεύουν, ότι άμα μπη στο κοπάδι σφάζει κάθε Λύκος έως 99. Άμα φθάση τα 100 λέγουν ότι σκά­ζει. Η αλήθεια είναι ότι ένας Λύκος σφάζει όσα προφθάση. Να χορτάση δεν υπάρχει φόβος. Μήπως τρώγη κρέας; Ανοίγει μια φλέβα στο λαιμό και πίνει το αίμα. Γι’ αυτό λέγουν: Άμα έχει ένας Λύκος, έχουν εκατό κοράκια. Άμα έχουν εκατό κοράκια δεν έχει ένας Λύκος.

  • «Μπήκε ο Λύκος στο κοπάδι, αλλοιά πώχει το ένα». Βεβαιωμένο πράγμα είναι, ότι αν σ’ ένα κοπάδι είναι πεταμένα ένα ή λίγα πρόβατα κανενός συμμορίτη, εκείνα θα πρωτοπάρη ο Χάρος. Ο λόγος είναι ο εξής.

  • Κάθε μπουλούκι είναι σαν από ιδιαίτερα πάστα φκια­σμένο. Αν σμίξετε πέντε μπουλούκια, θα έχετε μεν ένα μεγάλο κοπάδι, αλλά με την πρώτη ταραχή σχί­ζονται κατά μπουλούκια, όπως όταν ήταν χωρισμένα. Αν λοιπόν στο κοπάδι είναι ένα μοναχό πρόβατο θα ξεκόψη και ίσως γλυτώσουν τα άλλα από τα σκυλιά, τα οποία, ως μυαλωμένα, θα τρέξουν να γλυτώσουν τα περισσότερα, αλλά το ένα σπάνιο να σωθή.

  • Επειδή με το αίμα ενός προβάτου δεν μπορεί βέ­βαια να χορτάση, ούτε επί τόπου είναι εύκολον να το καταπιή, αναγκάζεται να το παίρνη μαζί του, και ιδού πως. Αν μεν είναι μικρό το πετά στην πλάτη του και φεύγει, σαν να έχη επανωφόρι ριγμένο στους ώμους του. Αν είναι μεγάλο το δαγκάνει από το αυτί, το ζώνει με την ουρά του στη μέση και τοιουτοτρόπως πηγαίνουν αλαμπράτσο.

  • Αν είναι άλογο, το πιάνει από τ’ αδύνατα μέλη του σώματός του. Αν είναι βόδι, πηδά στο λαιμό του και με την ουρά του το διευθύνει όπου θέλει σαν καβαλάρης με το καμτσίκι του. Αν είναι μουλάρι πιάνει τη στράτα και κάνει τον πεθαμένο. Το μουλάρι, κατά την περιέργειά του, πηγαίνει να τον μυρίση και άμα πλη­σιάση τη μύτη του τ’ αρπάζει απ’ αυτή και το σκά­ζει. Αν είναι δυνατό το μουλάρι τον σηκώνει επάνω και τον βροντά κάτω σαν χταπόδι. Οι μουλαροτρόφοι, για να σώσουν την υπόληψιν της ράτσας των, λέγουν ότι ο Λύκος τρώγει προηγουμένως άμμο για να βαρύνη και γι’ αυτό ως επί το πολύ δεν μπορούν να τον σηκώσουν τα μουλάρια.

  • Αλλοίμονο, αν έκοβαν όλοι οι Λύκοι, λέγει μια πα­ροιμία. Κόβει μόνον ο Μονιάς. Τι είναι ο Μονιάς; Το μεγαλύτερο παιδί των ο Λύκος και η Λύκαινα το χωρίζουν άμα γεννηθή. Το τρέφουν και το εκπαιδεύουν ιδιαιτέρως. Εις αυτό εμπιστεύονται όλην την τέχνην την οποίαν του διδάσκουν με την επιμέλειαν της Αλεπούς. Κουβαλούν πρόβατα και γίδια ζωντανά στην φωλιά του Μονιά χάριν της υποδειγματικής του διδασκαλίας. Μεθ’ ο οδηγείται στα κοπάδια, προς τελειοποίησιν των σπουδών του.

  • Όρος απαράβατος: Από κοπάδια που είναι γύρω από την φωλιά του ποτέ δεν κλέβει ο Λύκος. Επι­θυμεί να μην ευρίσκεται εις παρεξηγήσεις με τους γειτόνους του, τουλάχιστον εφ’ όσον έχει τα μικρά του εις κατάστασιν ανηλικότητος.

  • Αφ’ ότου έρχεται ο Αγγλικός στόλος στον Αστακό, η πεδινή Ακαρνανία ησύχασε. Αι προβολαί των ηλεκτρικών εφόβισαν τον Λύκο πολύ, ώστε να φύγη. Άλ­λοτε τον είχε τρομάξει η λοκομοτίβα του σιδηροδρό­μου Κρυονερίου - Αγρινίου τόσον, ώστε έφυγαν όλοι και επέρασαν εις τους ορεινούς δήμους της Ακαρνανίας. Ο μακαρίτης ο Τρικούπης εμαυρίσθη τότε εξαιρετι­κώς από τους ποιμένας, διότι «του διαβόλου το σιδη­ρικό έρριψε τους λύκους μέσα στη στάνη τους».

  • Η επικήρυξις του Λύκου είναι από τα κυριώτερα ποιμενικά έθιμα. Αν δεν απατώμαι, μόνον εις την Ελλάδα δεν είναι επικεκηρυγμένοι οι Λύκοι. Εις όλα τα άλλα κράτη ζη η νομοθεσία του Σόλωνος, του πρώτου επικηρύξαντος τους Λύκους. Εις τον περυσινόν Γαλλικόν προϋπολογισμόν της Γεωργίας βλέπομεν την εξής κλίμακα αμοιβών:

  • Λύκαινα εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν 75 φράγκα          
  • Λύκος                                                       50      »
  • Λυκόπουλο                                               20      »
  • Λύκος που έφαγε άνθρωπο                      100     »

  • Ο νόμος του 1882 έχει διπλασίας τιμάς, έφερε δε ως αποτέλεσμα, όπως βλέπομεν εις το ίδιον τεύχος του περυσινού προϋπολογισμού, ότι από 1336 Λύκους, που ηρίθμει τότε η Γαλλία, σήμερον, δηλαδή πέρυσιν, έμειναν μόνον 72.

  • Ζη επίσης η πρόληψις την οποίαν αναφέρει ο Βιρ­γίλιος, ότι αν σε ιδή ο Λύκος «χαβώνεσαι», τουτέστι μένεις άλαλος.

  • Αι καταστροφαί που κάνει στην Ελλάδα υπολογί­ζονται εις εκατοντάδας χιλιάδων. Γι’ αυτό ο σκοτώνων ή ο συλλαμβάνων Λύκον ανεπικήρυκτον ακόμη τον περιφέρει στα χωριά και παίρνει δώρα. Αν ο Λύκος είναι ζωντανός του γίνεται μεγάλη διαπόμπευσις. Τον γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι, με μάσιο, με ντέλφια και σφυρίγματα.

  • Ο Γύφτος δεν έχει πρόβατα κι απ’ αυτόν το βρί­σκει ο Λύκος. Το δέρμα του είναι για νταούλια και για ντέλφια.

  • Κάποτε δίκαζαν ένα Λύκο, λέγει ο μύθος. Ο Γύ­φτος εφώναξε περισσότερο από τους άλλους εναντίον του. Και ο Λύκος που δεν μιλούσε εφ’ όσον τον κα­τηγορούσαν οι άλλοι, βλέποντας τον Γύφτο να κόβε­ται εναντίον του, εγύρισε και του είπε:

  • -Καλά μωρέ Γύφτε, όλου του κόσμου του ’χω κά­μει ζημιά, αλλ’ εσένα τ’ αμόνι σώφαγα, π'ανάθεμά σε παλιόγυφτε...

  • Όταν άλλη μια φορά τον κατηγόρησαν τα ζώα ότι τρώγει πρόβατα και γίδια απήντησε:

  • -Εγώ μωρέ πειράζω τα γιδοπρόβατα; Αμ’ αν έτρωγα πράματα θα γύριζα χειμώνα καιρός γυ­μνός; Δεν θα 'φκιανα με τα μαλλιά τους μία κάπα να μη με δέρνη η βροχή;

  • Κάποτε η Αλεπού έστειλε και του εζήτησε λίγα μαλλιά γιατί δεν της έφθαναν τα δικά της να αποσώση τον αργαλειό της. Ο Λύκος κατάλαβε τι του ζητούσε και της γύρισε ένα κομμάτι κρέας.

  • -Πέστε της, είπε, άμα τελειώση τα δικά της υφά­δια να βάλη κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες για μένα...

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Ο Δεσκατιώτης ποιητής Χρήστος Μπράβος και οι δεσμοί χώματος και αίματος

Ο Δεσκατιώτης ποιητής Χρήστος Μπράβος και οι δεσμοί χώματος και αίματος


Η Δεσκάτη, πατρίδα του ποιητή Χρήστου Μπράβου και ιδεολογική τοπογραφία στην ποίησή του.
Ήταν μια συγκινητική, αποκαλυπτική και μυσταγωγική βραδιά η παρουσίαση  της συγκεντρωτικής έκδοσης του έργου τού πρόωρα χαμένου ποιητή  Χρήστου Μπράβου ‘’Βραχνός προφήτης, Ποιήματα και Κριτικά κείμενα 1981-1987’’ στο Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο την Παρασκευή (15.2.19). Μίλησαν φιλόλογοι  μελετητές του έργου του (Χρήστος Δανιήλ, Άννα Μπίσμπα), φίλοι και συνοδοιπόροι (Πάρις Παρασχόπουλος, Βασίλης Νιτσιάκος) και νέοι ποιητές (Χρήστος Κολτσίδας, Κυριάκος Συφιλτζόγλου) και  ακούστηκαν τραγούδια των Χρήστου Διαμαντή, Θανάση Παπακωνσταντίνου και Πάρη Παρασχόπουλου σε ποίηση του τιμώμενου. Για μένα, η νέα και καλαίσθητη συνοπτική έκδοση από το  ‘’Μελάνι’’,  με κριτική αποτίμηση και εργογραφία του ποιητή από τον  φιλόλογο Χρήστο Δανιήλ, ήταν  αφορμή για αναζωπύρωση μνημών και συναισθηματικών  δεσμών με το έργο του ποιητή  και τον κοινό ιδεολογικό, κοινωνικό και τοπογραφικό περίγυρο, που αποτελούν τον άξονα και τα βιωματικά  βάθρα της ποίησης του.
ο ποιητής Χρήστος Μπράβος (1948-1987). Πέθανε σε ηλικία 39 χρόνων.
‘Οταν το 1983 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή του Χρήστου Μπράβου ‘’Ορεινό καταφύγιο΄΄ με ξάφνιασε η ιδιαίτερη ποιητική γραφή του. Μιλούσε για τα μέρη μου, την περιοχή των Χασίων όπου ανήκει και το χωριό μου, με τη σκληρότητα της γης, τις ανοιχτές πληγές από το Εμφύλιο και τα κοινά  σχεδόν βιώματα από τους μύθους της περιοχής, το δημοτικό τραγούδι και τις αφηγήσεις των πατεράδων και  των γιαγιάδων μας. Το συναισθηματικό και βιωματικό πλαίσιο,  αλλά και το ψυχικό πορτρέτο του ποιητή, συμπληρώθηκε με τη δεύτερη και αρτιότερη συλλογή  του ‘’Με των αλόγων τα φαντάσματα ‘’ δυο χρόνια αργότερα, το 1985. Ρουφούσα τα ποιήματά του, πρόβαλλε  ένας από τους καλύτερους ποιητές  της  γενιάς του ’70, που δεν κλαψούριζε το σύνδρομο του ‘’ηττημένου’’ με τα στερεότυπα των αριστερών ποιητών, αλλά  επιχειρούσε να προσεγγίσει την εμφυλιοπολεμική γάγγραινα μέσα από την αναπόληση της  καθολικής τραυματικής μνήμης.  ΄Ηταν ο   συντοπίτης ποιητής μου, ο ‘’ποιητής της μητριάς πατρίδας’’ και ‘’της ηπειρωτικής ενδοχώρας’’ όπου τον ενέταξαν οι κριτικοί,  με συναγωνιστή και  άγγελο φύλακα της μνήμης του τον Ηπειρώτη ποιητή Μιχάλη Γκανά.
Η Δεσκάτη Γρεβενών, γενέθλιος τόπος του ποιητή  και η Κρανιά Ελασσόνας, η γενέτειρά μου, ανήκουν  στην ίδια γεωφυσική και κοινωνιολογική  ενότητα, τα Χάσια, στο ορεινό ‘’τριεθνές’’  της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας και της Η πείρου. Τα δυο κεφαλοχώρια, που ανήκουν σε διαφορετικές διοικητικές περιφέρειες,  αλλά στην ίδια εκκλησιαστική διοίκηση,  απέχουν μεταξύ τους δεκαοχτώ χιλιόμετρα και  οι κάτοικοί τους έχουν διαχρονικές σχέσεις και  επαφές.  Και γω από μια τυχαία σύμπτωση πήγα στο γυμνάσιο  Ελασσόνας αντί για το ημιγυμνάσιο Δεσκάτης που με προόριζε ο πατέρας μου. Τα βιώματα και οι μνήμες, εξάλλου,  είναι της ίδιας γενιάς, σοδειά του Εμφυλίου και οι δυο, το 1948 ο ποιητής, το 1945 η αφεντιά μου.  Η Δεσκάτη δεν αναφέρεται στα ποιήματα αλλά ο περίγυρός της είναι παρών και  ταυτοποιημενος. Μνήμη και οσμή του θανάτου παντού:
=ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΤΟΠΟΣ, Πατρίδα των απόντων./ Οι φράχτες και οι φωλιές των βράχων/ κρατούν ακόμη βογκητά./ Ο χρόνος μετριέται/ με τα Ψυχοσάββατα.   
=ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ, Μην περπατήσεις/ τούτα τα βουνά/ η μάνα λέει/ δεν κάνει  να πατάμε/ πεθαμένους.
=Όμως το πιο γλυκό βιολί/ το παίζει ο θάνατος.
=Με κόσκινο εμάζεψαν το αίμα. Άλλοι είπαν τον είδαν νεκρό στο Βίτσι/ άλλοι ζωντανό στην Τασκένδη./Ο πατέρας. Ενθύμιον λύπης…’’  

‘’Ενθύμιον λύπης’’, στίχος του Μπράβου, είναι ο υπότιτλος του αφηγήματός μου ‘’Το ξενάχωμα’’ στην πρώτη έκδοση του 1996. Γράφτηκε με τη συναισθηματική συντροφιά και την ιδεολογική και ποιητική αύρα του ποιητή, καθώς καταγράφονται πεζολογικά  παρόμοια βιώματα και μνήμες με τον  Χασιώτη ποιητή. Ένα  απόσπασμά του αναφέρεται στον περίγυρο, στα βουνά,  τα περάσματα και τα φαντάσματα που έβλεπε ποιητικά ο Μπράβος.
‘’Μασουλώντας με αργές κινήσεις τα κόλλυβα, βαριόθυμοι θωρούσαν τον τόπο ενάγυρο, το πετρόχτιστο χωριό που χάλασε από τις κακουχίες και την εγκατάλειψη, πέρα μακριά  τον συννεφιασμένο Όλυμπο και τον χλομό  Αμάρμπεη. Όσο απομακρύνονταν τα μέρη, τόσο γίνονταν πιο όμορφα και νοσταλγικά, όπως οι άνθρωποι που φεύγουν και δεν βλέπονται, δεν έχουνε την αγριάδα και το ψυχοβγάλσιμο  των κοντινών τόπων. Γύρω τα βουνά των Χασίων μαυρίζουν το μάτι, παντού κριάκουρα, βράχια  και γκρεμοί, σάρες και πέτρινες πλαγιές γεμάτες αγριόπετρες και λιανολίθι, βαθιές νεροσυρμές  και ορμητικοί χείμαρροι που παρασέρνουν μάρμαρα και ασβεστόλιθους, ξεθάβουν ζωγραφιστά θραύσματα αρχαίων κεραμικών , ασπρισμένα κόκαλα και κρανία ανώνυμων αγωνιστών.  Όπου να κοιτάξεις βουβαίνεσαι, σαν να βγαίνουν από το χώμα φαντάσματα και σου κόβουν τη μιλιά….
Καθισμένοι μετά το ξενάχωμα στα σκαλοπάτια του ξωκλησιού και τους  γρανίτες της νεκροπλαγιάς, αναπολώντας με σφιχτά χείλια χαρές και λύπες, γλέντια και γάμους, κηδείες και μοιρολόγια, καημούς ζώντων και τεθνεώτων , ερασιτέχνης  φωτογράφος της οικογένειας τράβηξε τρεις φωτογραφίες με την αυτόματη  μηχανή του ως ενθύμιον λύπης…
Το βιβλίο μου, που ήταν αφιερωμένο ‘’στη μνήμη των αφανών της αδερφοσφαγής’’,  είχε επισέλιδο μότο  ένα απόσπασμα από  τη συλλογή του Μπράβου ‘’Με των αλόγων τα φαντάσματα’’ που είχε να κάνει με τη ζοφερή μνήμη, κοινό κλίμα  της ποίησης του Μπράβου και του ‘’Ξεναχώματος’’:
Όταν χτυπά η βροχή  στους τσίγκους/ και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια/ έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι/σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν. 
Εντύπωση μού είχε κάνει ένα ποίημά του  με μακρόσυρτο τίτλο, το μόνο ίσως επώνυμο του Μπράβου – ανάμεσα στους  ανώνυμους ‘’λυπημένους’’ ,  ‘’παράνομους’’ και  ‘’χαροκαμένους’’ – για τον διαβόητο λήσταρχο της περιοχής μας Θωμά Γκαντάρα (είχα ομώνυμο συμμαθητή της οικογένειας) και τον περίφημο φωτογράφο των Τρικάλων Α. Μάνθο, που μελοποιήθηκε από τον μουσικό Θανάση Παπακωνσταντίνου:
Τίτλος: Όπου, στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας,
ο ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί

Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος/ έπαιρνε νύχτα τα στενά για το Βαρούσι./ Τους γάμους θα σκεφτόταν ως το σπίτι του/  και τους θανάτους, που εκράτησε για πάντα./ Μα πιο πολύ στο βράδυ εγυρνούσε του Αυγούστου/ που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά/ κλέφτης μην έρθει κι έπεσε/  για τον δίκαιο τον ύπνο.
Δεν άκουσε σκυλί, πόρτα να τρίξει/ κι απ’ τον φεγγίτη της σκεπής/  τον είδε που γλιστρούσε -/ άγγελος,  με τα δόντια στο μαχαίρι.
Η ποίηση του Μπράβου έγινε γνωστή στο πλατύτερο κοινό με τη μελοποίηση ποιημάτων του με τίτλο ‘’Βραχνός προφήτης’’ (φράση του ποιητή) από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου το 2000, από τη ‘’Λύρα’’. Δεν είναι τυχαίο, γιατί ο συνθέτης έχει βιωματική συγγένεια με τον ποιητή και την περιοχή του, καθώς έχει καταγωγή από την Κρανιά και το γειτονικό χωριό Λουτρό.
Δεν έτυχε να συναντηθούμε από κοντά με τον ποιητή, δεν ταίριαξε, παρόλο που τον αναζήτησα αρκετές φορές. Ήταν όμως ωσεί παρών, με τα βιβλία του μόνιμα στο κομοδίνο μου. ‘’Ξανασυναντήθηκα’’ με τον ‘’Βραχνό προφήτη’’, ύστερα από χρόνια,  τον Φλεβάρη του Δεκαεννιά, συγκινημένος κι ανταριασμένος στην  θερμή παρουσίαση του συγκεντρωμένου έργου του από τις εκδόσεις  ‘’Μελάνι’’ στη Θεσσαλονίκη. Πέρα από τις παλιές συλλογές και τα νέα ποιήματα που περιλαμβάνει η συγκεντρωτική έκδοση, είδα με χαρά και τη βαθιά φιλολογική γνώση και αίσθηση  στις δημοσιευμένες κριτικές του για την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη και του Γιάννη Δάλλα, μεγάλων ποιητών  που είχε ως δασκάλους και πρότυπα στην αρτίωση της ποίησής του.

Όσο για τα βιογραφικά του, παραθέτω ένα δικό του ιδιότυπο αυτοβιογραφικό:        Γεννήθηκα στη Δεσκάτη το 1948. Τις νύχτες του χειμώνα η γιαγιά   μου μού ’λεγε δημοτικά τραγούδια –  ακούω ακόμα τον «Πραματευτή». Ο Πατέρας μού διηγιόταν ιστορίες από το αντάρτικο. Θυμάμαι εξόριστους να γυρίζουν  – με τον X. Ν. λύνουμε σταυρόλεξα τα καλοκαίρια. Ο καλύτερος, ίσως, φίλος μου δεν γνώρισε πατέρα –  σκοτώθηκε στο Βίτσι το ’49. Τα καλοκαιριάτικα βράδια λέγαμε ιστορίες για φαντάσματα – μερικοί τολμηροί κατηφόριζαν ως το νεκροταφείο και γύριζαν με κρανία ή κόκαλα. Από το 1976 ζω στην Αθήνα. Χρήστος Μπράβος, 31 Μαρτίου 1982»
Συμπληρωματικά: Σπούδασε μαθηματικά στην Πάτρα και εργαζόταν στο υπουργείο Οικονομικών. Πέθανε το 1987  σε ηλικία μόλις 39 χρόνων, από ύπουλη και καλπάζουσα ασθένεια, χωρίς να προλάβει να απλώσει το ταλέντο του. Άφησε δυο παιδιά και τη γυναίκα του Ερμιόνη, που κρατάει έμπρακτα τη μνήμη του και παραβρέθηκε συγκινημένη στην εκδήλωση της Θεσσαλονίκης.
Χ.ΖΑΦ.
-Ακούστε τον Χρήστο Μπράβο να απαγγέλλει ποιήματά του.  
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες