Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Σωκράτης Μάλαμας: «Ο,τι μας συμβαίνει δεν είναι τιμωρία από το υπερπέραν»

Σωκράτης Μάλαμας: «Ο,τι μας συμβαίνει δεν είναι τιμωρία από το υπερπέραν»



Του Σταύρου Θεοδωράκη

Ηταν η πρώτη μας συνάντηση. Δεν γνωριζόμαστε, δηλαδή, και ένα βράδυ που είχα πάει να τον δω να τραγουδάει, έβλεπα πιο πολύ την πλάτη του παρά το πρόσωπό του. Μπροστά του, στα πρώτα τραπέζια ήταν οι αφοσιωμένες θαυμάστριές του. Μετρούσαν την κάθε του αναπνοή και μόνο όταν χαμήλωνε τα μάτια σταματούσαν και αυτές να τον κοιτούν. Η χειραψία μας ήταν στιβαρή. Δεν ήταν το χέρι ενός μουσικού. Είχα ακούσει ότι ο Μάλαμας ζει σε ένα χωριό οπότε έκανα αμέσως σκέψεις για κασμάδες και κλαδευτήρια. «Κουνγκ φου κάνω». Δεν κατάλαβα αν μου έλεγε αλήθεια, αλλά δεν έδωσα και συνέχεια. Μπροστά μας είχαμε δυο ποτηράκια κρητικής ρακής. Την έπινε όμορφα, έτσι όπως τραγουδάει. Με παύσεις. Δύο γάμοι, τέσσερα παιδιά, εργάτης κάποτε στη Γερμανία, 17 χρόνια στα μπουζουξίδικα. Στο μυαλό μου τις είχα μπερδεμένες τις πληροφορίες, αλλά δεν βιαζόμουν. Ηθελα να ξεκινήσω από ένα τραγούδι του που άκουσα ένα μελαγχολικό πρωινό στο ραδιόφωνο. «Πάμε να φύγουμε από αυτή την πόλη».

Πότε το έγραψες; Προφητικό μου ακούγεται.
Πριν από καμιά 20 χρόνια. Την εποχή των «μεγάλων έργων». Οι άνθρωποι είχαν χρήματα αλλά… ούτε μια στάλα ευτυχίας. Αντιθέτως, υπήρξαν εποχές που δεν είχαμε να φάμε και τραγουδούσαμε, χορεύαμε, πίναμε. Τώρα διασκεδάζουν στα σπίτια και έχουν ανοιχτή και την τηλεόραση να δείχνει μόδα ή ειδήσεις. Στέκει αυτό; Πάμε καλά;
Εσύ πότε έφυγες από την Αθήνα;
Το '99.
Σε χωριό ζεις;
Εξω από ένα χωριό, ανάμεσα Καλαμπάκα και Τρίκαλα.
Μια μεγάλη φάρμα;
Οχι, τίποτα, μισό στρέμμα, 700 μέτρα νομίζω.
Και πώς είναι η ζωή σου; Γαλότσες, άλογα, κήποι;
Οχι, όχι. Παρότι μου αρέσουν όλα αυτά, δεν μπορώ να τα χειριστώ. Εχουν οι φίλοι μου όμως.
Και δεν σου λείπει η βουή της πόλης;
Θα ήθελα να είχα και ένα σπίτι στην Αθήνα. Να πηγαίνω σε καμιά συναυλία, κανένα θέατρο, αυτά μου λείπουν.
Εχεις ζήσει αρκετό καιρό και στη Γερμανία.
Εξι χρόνια. Δεν με σαγήνευσε όμως. Ενιωθα τελείως ξένος.
Δεν έχεις καλή γνώμη για τους Γερμανούς;
Μια χαρά είναι οι Γερμανοί, αλλά ήταν σαν να έβλεπα ένα όνειρο που δεν μου άρεσε. Ηθελα να ξυπνήσω και να επιστρέψω στο χωριό μου. Γύρισα, αλλά κατάλαβα ότι ο στάβλος είναι παράδεισος αν δεν έχεις δει τίποτα άλλο. Αρχισα λοιπόν την περιπλάνηση. Πριν χτίσω σπίτι εκεί στα Τρίκαλα, είχα ψάξει στην Κρήτη, στην πατρίδα σου.
Γιατί στην Κρήτη;
Γιατί όταν κατέβαινα από το πλοίο, για μια εβδομάδα δεν χρειαζόμουνα τροφή. Με έθρεφε ο αέρας, ένα παράξενο πράγμα. Μπορούσα να περάσω πέντε μέρες με δυο μπουκιές ψωμί και πέντε - έξι ρακές.
Πίνεις πολύ;
Οχι πια. Κάποτε έπινα πολύ. Αλλά κάποια στιγμή κάνεις εξετάσεις αίματος, σου έρχονται τα αποτελέσματα, δεν τα πιστεύεις, ξανακάνεις και τότε λες εντάξει, κάτι πρέπει να κόψω.
Στα μπουζούκια το έμαθες το ποτό;
Στη νύχτα αναγκαστικά δεν είσαι καμιά κυρία. Αλλά εγώ έπινα από μικρός. Θυμάμαι μια φορά με έστειλαν να πάρω ρύζι από το παντοπωλείο ενός παππού μου και αυτός φώναξε στη γυναίκα του, «βάλε μωρέ μια ρακή στο παιδί». Πρωί πρωί τώρα, ήμουν δεν ήμουν τεσσάρων χρονών.
Και την ήπιες;
Την ήπια και δεν ήξερα πώς να φτάσω στο σπίτι.
Είναι εγκληματικό γιατί το αλκοόλ καταγράφεται στην κυτταρική μνήμη του πιτσιρικά.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις παρέες που καπνίζουν κάνναβη. Στρίβουν με τους φίλους τους και μαζί τους καπνίζουν κα τα παιδιά που είναι στο δωμάτιο. Αλλά θα μου πεις εδώ άλλοι ρουφάνε μυτιές μπροστά στα παιδιά τους.
Γιατί έμεινες τόσα χρόνια στα μπουζουξίδικα;
Εβγαζα μεροκάματο. Ως κιθαρίστας έβγαζα ας πούμε χίλιες δραχμές και ως τραγουδιστής έβγαζα είκοσι χιλιάδες, αλλά έπρεπε να φοράς κάτι κοστούμια σαχλαμάρες. Και κάθε φορά διάλεγα τι άντεχα.
Και παράλληλα έγραφες τα δικά σου τραγούδια, στα οποία δεν έδινε κανείς σημασία;
Ετσι δεν γίνεται συνήθως;
Τα αγαπημένα σου τραγούδια;
Το ρεμπέτικο έχει τα διαμάντια. Ολο αυτό το τραγούδι που ήρθε από τη Μικρά Ασία και έφαγε τις προσμείξεις του με το δημοτικό τραγούδι, την καντάδα και τα ιταλιάνικα.
Ποιον από τους μεγάλους έχεις γνωρίσει;
Τον Τσιτσάνη τον έβλεπα στο «Χάραμα». Εβγαινε πολύ αργά. Εγώ δούλευα στην Πλάκα στο «Νάταλο» και πήγαινα μετά. Τον τελευταίο καιρό έβγαινε με το καροτσάκι. Καθόμουνα, έπινα το μεροκάματο, τότε έπαιρνα 1.500 δραχμές και έφευγα.
Ρέστος;
Πολλές φορές δεν έμενε ούτε για ταξί. Πήγαινα με τα πόδια στο σπίτι, στους Αμπελόκηπους.
Μήπως τα έσπαγες κιόλας;
Οχι, τα απεχθάνομαι αυτά. Είδα τόσο πολύ αυτό το ψεύτικο έργο … «τα έχω και τα σπάω», που το σιχάθηκα.
Ούτε λουλούδια;
Ούτε. Μόνο τραγούδια. 13-14 χρονών στη Θεσσαλονίκη έπαιζε ο Κερομύτης, σε μια παράγκα. Με τα χίλια παρακάλια με άφησαν να μπω. Παρήγγειλα ένα μπουκάλι κονιάκ. Μέχρι τότε δεν έπινα πολύ. Με μαύρα γυαλιά ο Κερομύτης στην πίστα, χωρίς φώτα, φοβήθηκα κιόλας, υπόκοσμος. Με το που άρχισαν να παίζουν όμως άλλαξε όλο το τοπίο, φωτίστηκε.
Από τις κλασικές φωνές ποια παραδέχεσαι πιο πολύ;
Ο Στράτος ο Παγιουμτζής ήταν πολύ μεγάλη φωνή. Και ο Τσαουσάκης τον οποίο μιμήθηκε και ο Καζαντζίδης, γιατί ο Καζαντζίδης όταν βγήκε τραγουδούσε, «Καλέ κοπέλα για μπάνιο πάω, αν θέλεις έλα». Κι αφού είδε και αποείδε και μπήκε στην παρέα των παλαιών, έμαθε να βγάζει όλη τη δύναμη που είχε και έγινε ο εθνικός αοιδός.
Ησουνα μια εποχή κιθαρίστας του Παπάζογλου;
Ναι, στον Νικολάκη μας. Ηταν εξαιρετικός άνθρωπος. Αυτός στην ουσία μού έβαλε την ιδέα στο κεφάλι. «Τι κάθεσαι και τυραννιέσαι και δεν κάνεις τα δικά σου τραγούδια»;
Τον φοβάσαι τον θάνατο;
Σαν πολύ διαφημισμένο έργο δεν είναι ο θάνατος; Σαν τον έρωτα είναι, πολλή διαφήμιση πέφτει. Εντάξει, περνάμε μπροστά από τη σκηνή, λέμε ένα ποίημα και φεύγουμε. Φαντάζεσαι να ήσουν αιώνιος; Ξέρεις τι κωλόπαιδο θα ήσουν; Και έτσι, ο θάνατος μάλλον είναι βοηθός. Αρκεί να έρχεται στην ώρα του. Να μην έρχεται σαν πόλεμος. Σε παίρνουν, σε ντύνουν και σε «στέλνουν αδιάβαστο».
Εχεις επίγνωση ότι τα τραγούδια σου ακούγονται από τα Εξάρχεια μέχρι τις σχολές της Αστυνομίας;
Πρόπερσι κατέβαινα τη Σταδίου, πήγαινα για την Ομόνοια, βράδυ. Ακουγα θορύβους, αλλά δεν έβλεπα γιατί σκεφτόμουν και ξαφνικά έρχονται κατά πάνω μου κάτι πιτσιρικάδες με κουκούλες και από πίσω η Αστυνομία. Με προσπερνούν οι νεαροί και δίπλα μου σταματά ένας ματατζής με μάσκα. Εγώ ακίνητος. Βγάζει τη μάσκα - ένα νεαρό παιδί, τόσο νέους τους παίρνουν στις σχολές, βρέφη; - και φωνάζει: «Γεια σου ρε Σωκράτη». «Τι κάνετε εδώ;», του λέω. «Παίζουμε τους κλέφτες και τους αστυνόμους». Και συνεχίζει το κυνηγητό. Το θέατρο του παραλόγου. Ολοι στους ίδιους δρόμους. Και μπορεί να είναι από τις ίδιες οικογένειες.
Σε ενοχλεί αν ένας τύπος σε μια κουρσάρα κάνει επίδειξη και ακούει δυνατά τα τραγούδια σου.
Οι Γύφτοι τα ακούνε τέρμα. Οταν περνάει αγροτικό από τα μέρη μας, ακούς στη διαπασών «Τσιγάρο ατέλειωτο» και την «Πριγκιπέσσα». Δεν με παραξενεύει πάντως. Ακόμη και αν εμφανισθεί ο συμπατριώτης σου ο Μητσοτάκης με walkman και Μάλαμα, δεν με παραξενεύει.
Από όλα αυτά τα επίκαιρα που βλέπεις γύρω σου, τι σε ενοχλεί περισσότερο;
Ολα αυτά που συμβαίνουν δεν είναι μια τιμωρία από το υπερπέραν, από την ελεύθερη αγορά ή από τους άπληστους τραπεζίτες. Το συλλογικό μας όνειρο ήταν. Δεχτήκαμε τους όρους του παιχνιδιού και τώρα που χάνουμε φωνάζουμε. Δεν διαβάσαμε όμως τις υποσημειώσεις στις συμφωνίες μας.
Κάποιοι πάντως θα σου πουν, «φταίνε οι ξένοι».
Οι ξένοι, από τη στιγμή που μας δανειοδοτούν, θα κάνουν τα πάντα για να έχουν το μέγιστο όφελος. Αν λέγαμε στους έλληνες φορολογούμενους, «δώστε λεφτά στη Βουλγαρία», τι θα λέγανε; «Τους δίνουμε 10 δισ, τους ταΐζουμε, να τους πάρουμε και τα σώβρακα στους κωλοβούλγαρους».

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες