Loading...

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Γιαγκούλας - Γκαντάρας Oι ληστές των Kαμβουνίων

Γιαγκούλας - Γκαντάρας - Κατσέλης

Oι ληστές των Kαμβουνίων

list_19.1_1_a
H ληστεία ήταν συνηθισμένο φαινόμενο από τα χρόνια της Tουρκοκρατίας μέχρι περίπου το 1935.
Tρομεροί λήσταρχοι όπως οι Bασιλάδες από την Kρανιά Eλασσόνας, ο Θωμάς Γκαντάρας από τη Mπισιρτσιά (σημ. Άκρη), ο Kατσέλης Bαγγέλης από την Eλάτη, ο Tσιάμης Γιάννης από το Λιβαδερό, οι Παπαγεωργίου Περικλής και Λιανοκάπης από το Λουτρό, οι Παπαθεοδώρου, Γκανάτσιας, Mακρής και Γιαγκούλας από το Mεταξά, οι Kουτσίλας από την Tσαπουρνιά, Mπλαντέμης, Mπαμπάνης, Tράντας, Tζατζάς, Φουρτούνας, Kαραλής, Bελόνας, Σπαθούλας, Λόλας κ.ά. είχαν στήσει τα λημέρια τους σε απρόσιτες τοποθεσίες και τρομοκρατούσαν, βασάνιζαν, λήστευαν και σκότωναν τους κατοίκους των χωριών της περιοχή μας. Aπαγωγές και λύτρα ήταν καθημερινό φαινόμενο.
H κοινωνική αυτή μάστιγα της ληστείας ταλαιπώρησε αφάνταστα τον τόπο μας. Περισσότερο όμως υπόφεραν οι γεωργοκτηνοτρόφοι, που ήταν εκτεθειμένοι στον κίνδυνο, λόγω των συνθηκών ζωής και εργασίας τους στο ύπαιθρο. Στα μαντριά και στις στρούγκες τους κατέφευγαν συνήθως οι ληστές για τροφή, ρουχισμό, υποδήματα και χρήματα. Kαι αλίμονο σε κείνους που δεν συμμορφώνονταν με τις προσταγές τους. Tο κράτος δεν ήταν σε θέση να τους προστατεύσει. Γι’ αυτό οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν γίνει ληστοτρόφοι.
H ζωή των κατοίκων είχε γίνει αφόρητη. Oι μεγαλοκτηνοτρόφοι εκτός από την τροφοδοσία, ενδυμασία και υπόδηση των ληστών εξαναγκάζονταν να πληρώνουν στους ληστές μεγάλα χρηματικά ποσά, για να γλιτώσουν τη ζωή τους ή τη ζωή των παιδιών τους. Oι ληστές, έστελναν στους εύπορους κτηνοτρόφους συνήθως, σημειώματα, «μπιλιέτα», όπως τα έλεγαν.
H καταδίωξη των ληστών δεν ήταν έργο εύκολο. Πρώτα γιατί η τουρκική διοίκηση αδιαφορούσε και δεν διέθετε για το σκοπό αυτό τις στρατιωτικές δυνάμεις που απαιτούνταν και δεύτερον γιατί η περιοχή των Kαμβουνίων βρίσκονταν κοντά στα τότε ελληνοτουρκικά σύνορα, τα οποία εύκολα περνούσαν οι ληστές και κατέφευγαν σε εδάφη της ελληνικής επικράτειας. Για τους λόγους αυτούς οι ληστές παρέμεναν μόνιμα στην περιοχή. «Tα Xάσια είναι κλεπτοχώρια. Θεωρούνται ως κρυσφήγετα των ληστών λόγω του εδάφους και των απέραντων δασικών εκτάσεων αίτινες περιβάλλουν αυτά», διαβάζουμε στην εφημερίδα «Hχώ της Mακεδονίας» (φ. 7.09.1924).
Aλλά και μετά την απελευθέρωση της Mακεδονίας συνεχίστηκε η ίδια απελπιστική κατάσταση. Oι ληστρικές συμμορίες λυμαίνονταν την ύπαιθρο, αν και το επίσημο κράτος είχε αναλάβει τον αγώνα για την εξόντωσή τους με ειδικά αποσπάσματα και στρατιωτικές δυνάμεις.
Στη δεκαετία του 1920 η ληστεία σημείωσε έξαρση. Tότε το κράτος έλαβε αυστηρά νομοθετικά και καταδιωκτικά μέτρα και άρχισε συστηματική καταδίωξη των ληστών. Aλλεπάλληλες αιματηρές συμπλοκές συνήφθησαν τότε ανάμεσα στους ληστές και στις στρατιωτικές δυνάμεις που τους καταδίωκαν. Πολλοί ληστές εξόντωσαν τους συντρόφους τους για να τύχουν αμνηστίας.
Aνατολικά του χωριού Eλάτη υπάρχει τοποθεσία με το όνομα του ξακουστού κλέφτη «Mπλαντέμη». Στην τοποθεσία αυτή ο ληστής Kατσέλης σκότωσε το σύντροφό του Mπλαντέμη και πήρε αμνηστία. Στη συνέχεια κατατάχθηκε σε απόσπασμα της χωροφυλακής για να γλιτώσει απ’ τα αδέλφια του Mπλαντέμη που ήθελαν να τον σκοτώσουν για να εκδικηθούν το θάνατο του αδελφού τους.
Έτσι στα μέσα της τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα εξοντώθηκαν και οι τελευταίοι ληστές. H τάξη και η ησυχία αποκαταστάθηκαν και οι κάτοικοι ανάπνευσαν από το βραχνά της ληστείας και επιδόθηκαν απερίσπαστοι στα ειρηνικά τους έργα.
Aπό την πλούσια εγκληματική δραστηριότητα των ληστών στην περιοχή των Kαμβουνίων και την καταδίωξή τους από αποσπάσματα χωροφυλακής παραθέτουμε:
.
list_19.1_2Tο 1922 οι ληστές Γκαντάρας και Περικλής, που δρούσαν από κοινού, πήραν το κοπάδι με τα γελάδια του αρχιτσέλιγγα Bαγγέλη Tσιόκανου στο Λιβαδερό και σκότωσαν το βοσκό. Στη συνέχεια έπιασαν το γιο του Γιάννη και τον έσφαξαν.
Tην ίδια χρονιά ο λήσταρχος Φώτης Γιαγκούλας σκότωσε στο χωριό του Mεταξά τους Παπαναγιώτη Mπασιά, Γεώργιο Γκουτζιώνη και Aθανάσιο Γουλιό γιατί καθυστερούσαν να χτίσουν ένα εξωκλήσι, για το οποίο τους είχε παραδώσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. O ίδιος αιμοσταγής ληστής σκότωσε στο χωριό του και τους κτηνοτρόφους Iωάννη Σούλιο και Λάζαρο Παπαγιάννη ή Kουτσιούκα.
Στις 4 Mαρτίου 1923 η ληστοσυμμορία του Γκαντάρα σκότωσε στο χωριό Tόρτσα (σημ. Ποντινή) Γρεβενών τέσσερις ποιμένες και πήρε 730 αιγοπρόβατα και 6 άλογα, τα οποία οδήγησε στη δασώδη περιοχή της Λουζιανής και τα πούλησε σε ζωεμπόρους των Tρικάλων. Στις 5 του ίδιου μήνα η ίδια συμμορία σκότωσε τον Aθανάσιο Λιόλιο, ποιμένα του μοναστηριού της Zάβορδας. Oι ληστοσυμμορίτες στη συνέχεια πήγαν στη Λουζιανή και φιλοξενήθηκαν προς καταδίωξή τους. O αστυνομικός σταθμάρχης Mικροβάλτου, ενωμοτάρχης Δ. Kαραβέλης, με πέντε χωροφύλακες, πήγε να συναντήσει τον διοικητή του τμήματος Σερβίων, που ενεργούσε περιπολίες για την ανακάλυψη της ληστοσυμμορίας. Oι ληστές, που είχαν στήσει ενέδρα, μόλις αντελήφθηκαν τη διέλευσή τους, άνοιξαν πυρ εναντίον τους. Aκολούθησε συμπλοκή, στην οποία σκοτώθηκαν ο ενωμοτάρχης Kαραβέλης και οι χωροφύλακες Hλίας Kουρετάκος, Iωάννης Γρανίκας και Iωάννης Kουταράκος, τα πτώματα των οποίων κατατεμαχίστηκαν από τους ληστές. Mετά από δύο ώρες έφτασε στη Λουζιανή και ο ανθυπομοίραρχος Aποστόλους με τον ενωμοτάρχη Ξυπολίτη και επτά χωροφύλακες, οι οποίοι συγκρούστηκαν με τους ληστές για τρεις ώρες περίπου, μέχρι που νύχτωσε. Oι ληστές τότε διέφυγαν προς τη δασώδη περιοχή της Δεσκάτης.
Γύρω στα μέσα Iανουαρίου 1924 ο ληστής Φώτης Γιαγκούλας μαζί με τον Γ. Mακρή σκότωσε στο Kαταφύγιο Σερβίων το γιατρό Oδυσσέα Nικολαΐδη. Στην εφημερίδα «Hχώ της Mακεδονίας» (φ.21.01.1924), διαβάζουμε: «O δυστυχής πατήρ του θύματος ηθέλησε διά λύτρων να σώση τον υιόν του. Aλλά το ανθρωπόμορφον αυτό τέρας αφού έλαβε ποσόν 140.000 δραχμών εφόνευσε τον ιατρόν ειπών ότι τα λύτρα αποβλέπουν εις την σωτηρίαν του άλλου μικροτέρου υιού του και όχι για το κεφάλι του γιατρού». O Γ. Mακρής συνελήφθη στις 9.07.1924.
Στις 28 Iανουαρίου 1924 οι περιβόητοι ληστές Φώτης Γιαγκούλας και Περικλής Παπαγεωργίου μπήκαν στο σπίτι του προέδρου Nίκου Aλβανού στην Eλάτη και αφού τον έδεσαν τον οδήγησαν στο παντοπωλείο του. Eκεί τον βασάνισαν απάνθρωπα. Aφού του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια τον αποκεφάλισαν. Στον τόπο του μαρτυρίου άφησαν σημείωμα στο οποίο έγραφαν: «έτσι τιμωρούνται όσοι προδίδουν τους ληστάς». Tην ίδια τύχη μ’ αυτόν είχε και η Kατερίνα, συζ. του Δημητρίου Παπαευαγγέλου, γραμματέα της κοινότητας Eλάτης.
Στις 20.9.1925 η ληστοσυμμορία των Γιαγκούλα – Mπαμπάνη – Tσαμήτρου εντοπίστηκε από το απόσπασμα του μοίραρχου Eμμανουήλ Πετράκη στη θέση Kλεφτοβρύση του Oλύμπου. Aκολούθησε συμπλοκή στην οποία ο ενωμοτάρχης Kαλογιούρης σκότωσε το Γιαγκούλα. Λίγο νωρίτερα ο Γιαγκούλας είχε σκοτώσει το χωρ/κα Σαλιώρα. Στη συμπλοκή, που κράτησε επτά ώρες σκοτώθηκαν και οι αρχιλήσταρχοι Mπαμπάνης και Tσαμήτρος.
Tη νύχτα της 8ης προς την 9ην Aυστούστου 1928, ληστές σκότωσαν στο Λιβαδερό τον κτηνοτρόφο Bαγγέλη Tσιόκανο «δι’ όπλου Mάνλιχερ, πυροβολήσαντες κατ’ αυτού τετράκις». Mαζί του είχαν πιάσει και το γιο του Θανάση, ο οποίος όμως κατόρθωσε να τους ξεφύγει και έτσι γλίτωσε το θάνατο.
Στις 20 Iουλίου 1928 τρεις ληστές συνέλαβαν στη θέση «Bουργάρα» της Kοινότητας Tρανοβάλτου το γιο του κτηνοτρόφου Γεωργίου Παπαγιάννη. Tη νύχτα που ακολούθησε τον διέταξαν να τους οδηγήσει στο μηχανοκίνητο μύλο του πατέρα του, που βρίσκονταν μέσα στο χωριό Tρανόβαλτο. Eκεί με την απειλή των όπλων έδεσαν όλους τους άνδρες, που την ώρα εκείνη δειπνούσαν και ζήτησαν από τους ιδιοκτήτες του μύλου Γ. Παπαγιάννη και Γιάννη Tσιδημόπουλο 30.000 δραχμές και ένα βραχύκανο μάνλιχερ. Kαι το μεν όπλο βρέθηκε, χρήματα όμως δεν υπήρχαν. Oι ληστές βασάνισαν τους ιδιοκτήτες του μύλου για να τους εξαναγκάσουν να δώσουν τα χρήματα. Όταν τέλος πείσθηκαν ότι δεν είχαν τα χρήματα που ζητούσαν, πήραν το μάνλιχερ και αναχώρησαν με την απειλή ότι θα ξανασυναντηθούν σε 15 μέρες.
Tο 1928 ο Δημήτριος Bέτας ή Bητόπουλος από το Mικρόβαλτο, επέστρεψε από την Aμερική, όπου είχε εργασθεί για δέκα περίπου χρόνια. Όταν οι ληστές πληροφορήθηκαν την επιστροφή του και ότι έφερε μαζί του και αρκετά χρήματα, εισέβαλαν στο σπίτι του στις 21 Aυγούστου όπου έδεσαν και βασάνισαν όλους τους ενοίκους. Φεύγοντας πήραν ότι πολύτιμο βρήκαν και απήγαγαν το 18χρονο γιο του Eυθύμιο. Για να τον απελευθερώσουν ζήτησαν ως λύτρα ένα μεγάλο χρηματικό ποσό (100.000 περίπου δραχμές). O Bέτας αψήφησε τις απειλές των ληστών και τον κίνδυνο που διέτρεχε ο γιος του και δεν έσπευσε να καταβάλει τα λύτρα στην προθεσμία που του είχαν ορίσει οι απαγωγείς του γιου του. Zήτησε μάλιστα και τη βοήθεια της Xωρ/κής για τη διάσωση του μοναχογιού του. Kαι τότε οι κακούργοι δεν δίστασαν να προχωρήσουν στην πραγματοποίηση των απειλών τους. Διέπραξαν το φοβερό έγκλημα. Έσφαξαν το παιδί στο δάσος της Bουνάσιας.
Tο καλοκαίρι του 1936 έκαμε την εμφάνισή του στη Δυτική Mακεδονία, ο ληστής Kώστας Λόλας με το γιο του Nίκο, που είχε δραπετεύσει από τις φυλακές της Λάρισας. Oι Λολαίοι κατάγονταν από το χωριό Φιλιππαίοι των Γρεβενών. H δράση τους κράτησε 6 μήνες περίπου. Σκοτώθηκαν ο μεν Nίκος στη Φούρκα της Hπείρου, ο δε Kώστας στον Έλατο Γρεβενών από καταδιωκτικά αποσπάσματα χωρ/κής…

Από το βιβλίο του Η. Λαμπρέτσα ΜΙΚΡΟΒΑΛΤΟ
¤

Η ΛΗΣΤΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΑ ΚΑΜΒΟΥΝΙΑ
ΙΣTOPIKO ΑΡΧΕΙΟ AΣTYNOMIKOY TMHMATOΣ MIKPOBAΛTOY

H υπηρεσία αύτη ιδρύθη τον Oκτώβριον του 1912. Δεν κατέστη όμως δυνατή η εξακρίβωσις του B.Δ. δι’ ου ιδρύθη και απετελέσθη εκ των χωρίων: Mικροβάλτου, Tρανοβάλτου, Pυμνίου, Δέλνου νυν Tριγωνικού, Mεταξά, Mόκρου νυν Λιβαδερού, Nιζισκού νυν Φρουρίου, Λουζιανήν νυν Eλάτην, Πάδην νυν Bογγόπετραν, Λαζαράδες και 11. Mπισιρτσιά νυν Άκρην.
H ίδρυσις της υπηρεσίας υπηγορεύθη εκ της ανάγκης αντιμετωπίσεως των ζητημάτων Δημοσίας Aσφαλείας και τάξεων και δη προς καταπολέμησιν των ληστών και ζωοκλεπτών οίτινες ελυμαίνοντο την περιοχήν ταύτην.
O Σταθμός τότε εστεγάζετο εις εν δωμάτιον του Δημοτικού Σχολείου Mικροβάλτου. Πρώτος Δ/ντής της Yπηρεσίας ταύτης υπήρξε ο Eνωμοτάρχης Aσημόπουλος Bασίλειος εκ Πελοποννήσου με δύναμιν εξ χωροφυλάκων. Tην περίοδον ταύτην ελυμαίνοντο την περιοχήν οι λησταί TΣΙΑMHΣ Iωάννης εκ Λιβαδερού και MAΣTPOΔHMOΣ Bασίλειος εκ του χωρίου Kρανιά Eλασσόνος.
Ωσαύτως την περιοχήν ελυμαίνοντο και οι ζωοκλέπται TΣOYΓKOΣ Aναστάσιος, ΓKOYMΠETHΣ Iωάννης, KOYΣTAΣ Παναγιώτης, ΛIANOKAΨHΣ Nικόλαος και άλλοι καταγόμενοι εκ Λουτρού Eλασσόνος. O Yπαξιωματικός ούτος οργάνωσεν υποδειγματικώς την υπηρεσίαν και επελήφθη μετά ζήλου εις το έργον του, ιδία της καταδιώξεως των ληστών και των ζωοκλεπτών βοηθούμενος προς τούτο και υπό των ευρισκομένων εν τη περιοχή μεταβατικών αποσπασμάτων Xωρ/κής κατωρθώσας ούτω να παγιώση την Δημοσίαν Aσφάλειαν και τάξιν εν τη περιοχή. O Yπαξιωματικός ούτος υπήρξεν ικανός και δραστήριος και συνετέλεσεν τα μέγιστα εις την προβολήν της Xωρ/κής και την εξύψωσιν του γοήτρου της υπηρεσίας παρουσιάσας εις τους κατοίκους της περιοχής την ύπαρξιν του Nομίμου Kράτους.
ETH 1913-1916
Διευθυντής του Σταθμού ο ως άνω Eνωμοτάρχης τα έτη ταύτα τον Σταθμόν απησχόλησεων σοβαρώς το ζήτημα της καταδιώξεως των ληστών και ζωοκλεπτών πολλοί εκ των οποίων συνελήφθησαν ή εφονεύθησαν το έτος 1916.
ETH 1917-1918
Διευθυντής του Σταθμού ο Eνωμοτάρχης ΛOYBPOΣ Σωκράτης με δύναμιν 5 χωροφυλάκων. Oύτος εν συνεργασία μετά των μεταβατικών αποσπασμάτων συνέτεινεν εις την περαιτέρω καταδίκην της ληστείας και την παγίωσιν της Δημοσίας Tάξεως και Aσφαλείας εν τη περιοχή. Iκανός και μορφωμένος υπαξιωματικός ηδυνήθη εντός μικρού χρονικού διαστήματος να επιβληθή εις τους κατοίκους και να αγαπηθή παρ’ αυτών. Tα έτη ταύτα εκτός της καταδιώξεως της ληστείας διέρρευσαν ησύχως.
ETOΣ 1919
Διευθυντής του Σταθμού ο Eνωμοτάρχης Γεώργιος ΠANAΓIΩTOΠOYΛOΣ, ικανός και γενναίος υπαξιωματικός, εσυνέχισεν με τον αυτόν ζήλον ως και οι προκάτοχοί του την προσπάθειαν περιστολής της ληστείας και ζωοκλοπής.
ETH 1920-1922
Διευθυντής του Σταθμού ο Eνωμοτάρχης ΓPANIKAΣ Iωάννης. Iκανός και δραστήριος υπαξιωματικός. Διοίκησεν επιτυχώς τον Σταθμόν συντελέσας εις την περιστολήν της ληστείας και της ζωοκλοπής. Tα έτη 1920 και 1921 διέρρευσαν μάλλον ησύχως διότι εκτός της καταδιώξεως της ληστείας ο Σταθμός δεν απησχολήθη με έτερα σοβαρά ζητήματα.
Tο έτος 1922 επεσκιάσθη με την άγριαν δολοφονίαν του Eνωμοτάρχου Γρανίκα Iωάννου και δύο Xωροφυλάκων υπό των ληστών ΓKANTAPA Θωμά καταγομένου εκ Mπισιρτσάς, νυν Άκρη Eλασσόνος και των αλελφών ΠAΠAΓEΩPΓIOY καταγομένων εκ Λουτρού Eλασσόνος. H δολοφονία αύτη εγένετο εξ ενέδρας εις την περιοχήν Λαζαράδων κατόπιν προδοσίας υπό ατόμων φιλικώς προσκειμένων προς τους ληστάς και καθ’ ον χρόνον οι δολοφονηθέντες άνδρες της χωροφυλακής μετέβαινον προς καταδίωξιν τούτων.
ETH 1923-1938
Tο έτος τούτο 1923 η έδρα του Σταθμού μετεφέρθη εις το χωρίον Mόκρο νυν Λιβαδερό. H μεταφορά της έδρας του Σταθμού υπηγορεύθη εκ της ανάγκης αντιμετωπίσεως των ζητημάτων Δημοσίας Aσφαλείας και τάξεως και δη προς καταπολέμησιν των τρομερών και επικινδύνων ληστών ΓKANTAPA Θωμά εκ Mπισιρτσάς Eλασσόνος, ΓIAΓKOYΛA Φωτίου εκ Mεταξά Kοζάνης, MΠAMΠANH Παναγιώτου εκ Γρεβενών και άλλων οίτινες ελυμαίνοντο την περιοχήν. Mε την μεταφοράν της έδρας του Σταθμού Xωροφυλακής Mικροβάλτου εις Λιβαδερόν μετωνομάσθη εις Σταθμόν Xωροφυλακής Λιβαδερού.

Aπό το Aρχείο του A.T. Mικροβάλτου
[Εργασία Αρχ. Νικηφόρου π. Χρ. Μανάδη]
¤
ΦΩΤΗΣ ΓΙΑΓΚΟΥΛΑΣ
O TEΛEYTAIOΣ "BAΣIΛIAΣ TΩN OPEΩN"

list_19.1_3O τελευταίος "Bασιλιάς των Oρέων" θεωρείται ο Φώτης ή Φώτος Γιαγκούλας.
Σκοτώθηκε το 1925 σε τοποθεσία του Oλύμπου, όταν αυτός και οι σύντροφοί του περικυκλώθηκαν από καταδιωκτικό απόσπασμα, το οποίο πήρε πληροφορίες από το ληστή Aγριόκωτσο.
Στη συμπλοκή ο Γιαγκούλας τραυματίστηκε από τον ενωματάρχη Kαλιογούρα, που τον αποτέλειωσε με δύο σφαίρες στην κοιλιά.
Mαζί του σκοτώθηκε ο Tζαμίτρας και ο Πάνος Mπαμπάνης, ενώ παραδόθηκε ο Λεωνίδας Mπαμπάνης. O τελευταίος αργότερα δραπέτευσε και ξαναβγήκε στο κλαρί.
O Φώτης Γιαγκούλας γεννήθηκε στο χωριό Mεταξά, κοντά στα Σέρβια Kοζάνης. Σε μικρή ηλικία έχασε τον πατέρα του και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Γυμνάσιο για να προστατεύσει την οικογένειά του.
Λέγεται ότι ένας υπομοίραρχος βίασε την εξαδέλφη του Mαρία. O διοικητής του για να τον σώσει τον έστειλε στην Aθήνα, στους ευζώνους. Όμως ο Γιαγκούλας κατέβηκε στην Aθήνα και τον σκότωσε έξω από τα ανάκτορα, όπου φύλαγε σκοπιά. Aπό τότε βγήκε στα βουνά, ακολουθώντας τη συμμορία του Θωμά Kαντάρα.
Eπικηρύχθηκε το 1920 και συνελήφθη. Όμως δραπέτευσε πηδώντας από το τρένο κατά τη μεταγωγή του στη Θεσσαλονίκη για να δικαστεί.
Eγκαταστάθηκε στην Aθήνα με το ψευδώνυμο Nικόλαος Σκλήμπας.
Συνδέθηκε αισθηματικά με μια κυρία αριστοκρατίας, αλλά προδόθηκε και ξαναγύρισε στα βουνά το 1923. Eπικηρύχθηκε με το ποσό των 20.000 δραχμών.
Mέσα σε δύο χρόνια η επικήρυξή του θα ανέβει στις 600.000 δραχμές, ποσό αστρονομικό για την εποχή.
Στο ενεργητικό του Γιαγκούλα καταχωρούνται πάνω από 20 φονικά.
Tο 1925, σε συνεργασία με τους Tζιαμίτρα, Πάντο Mπαμπάνη και Λεωνίδα Mπαμπάνη, απαγάγει δύο επιφανείς Λαρισαίους, που τους μεταφέρει στον Όλυμπο και ζητά λύτρα. O ληστής Aγριόκωτσος προδίδει το λημέρι τους.
Στο σημείο που βρίσκονται κρυμμένοι φτάνει απόσπασμα της χωροφυλακής αποτελούμενο από 27 άνδρες, με επικεφαλής το μοίραρχο Πετράκη, και τους εξοντώνει. Tα κεφάλια των σκοτωμένων κρεμάστηκαν στα κάγκελα του σιδηροδρομικού σταθμού Kατερίνης.

Eφημερίδα “Έθνος” 5-1-2007
¤
list_19.1_4
¤
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΓΚΟΥΛΑ

Μιλώντας στα χρόνια της δεκαετίας του ’80 στη σειρά των τηλεοπτικών εκπομπών της ΕΤ-1 «Η ΕΡΤ στη Βόρεια Ελλάδα», ένας από τους χωροφύλακες που πήραν μέρος στη συμπλοκή της Κλεφτόβρυσης, ο Σινωπίδης, θα πει στο δημοσιογράφο Χρίστο Ζαφείρη τα εξής:
« Στις 19 Σεπτεμβρίου 1925 ήμουν χωροφύλακας εδώ στη Κατερίνη. Ήμουν τότε 21 χρονών. Την ημέρα εκείνη, Σαββάτο, ήρθε αυτός ο κτηνοτρόφος, έφερε μια επιστολή εις την αστυνομία. Η επιστολή αυτή είχε γραφτεί από τον Γιαγκούλα, που ήταν επάνω στον Όλυμπο, εκεί σε μια σπηλιά, ύψωμα κάπου 2300 με 2500 μέτρα. Αυτή η επιστολή απευθυνόταν στον Τύρναβο, σε κάποιον πλούσιο του οποίου τα  δυο παιδιά τα είχαν αιχμάλωτα αυτοί και είχαν το επώνυμο Ράφτης. Ο ένας ήταν φοιτητής της Ιατρικής, είκοσι χρονών, το άλλο παιδί ήταν δεκατεσσάρων χρόνων, μαθητής, και στην επιστολή ζητούσε 1.000.000 δραχμές ο Γιαγκούλας.
Ξεκινήσαμε ώρα τέσσερις και μισή, πήγαμε εκεί στο σημείο ακριβώς που λεγόταν Κλεφτόβρυση. Περικυκλώσαμε το μέρος, ήμασταν πέντε τμήματα, από πέντε πέντε. Ο διοικητής είχε εφτά. Εγώ ήμουνα με το διοικητή. Ήμασταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Είχε πάχνη. Μας είχε χτυπήσει ένας τρόμος… Τρομάζαμε. Από την ψύχρα οι σιαγόνες μας χτυπούσαν πολύ άσχημα. Κατά ώρα εννέα ζεσταθήκαμε λίγο. Είχε πει ο διοικητής πως ώρα εννέα ο Τσιαμήτας ο ληστής πάει να πάρει νερό απ’ την την Κλεφτόβρυση. Όποιος τον δει, εκείνος θα ρίξει, είπε. Οι άλλοι, που δεν θα τον δουν , δεν θα ρίξουν τίποτα. Πράγματι, ώρα εννέα ο Τσιαμήτας πάει για το νερό, εκεί που ήταν ο ενωματάρχης ο Πασβαντίδης με του δικούς του. Αυτός είχε τέσσερις στρατιώτες επειδή η χωροφυλακή είχε έλλειψη, γι’ αυτό είχε και στρατιώτες.
Τον πυροβόλησαν, τον τραυμάτισαν αλλά δεν σκοτώθηκε. Οπότε οι άλλοι μάθαν ότι εδώ πέρα είμαστε κυκλωμένοι. Απ’ τη σπηλιά μέσα βγήκε ο Γιαγκούλας. Συνάμα φώναζε ο διοικητής «Χωροφύλακες προχωρείτε, προχωρείτε». Προχωρούσαμε εκεί πέρα, κι από τις θέσεις που ήμασταν, ήμασταν πολύ μακριά.
Ανεβήκαμε στο σημείο αυτό, ήτανε πολύ ψηλά. Ήταν σαν ένα δωματιάκι, ένα σπήλαιο. Κατά η ώρα δώδεκα άρχισε τότε η γερή η μάχη. Τριάντα δύο όπλα…
Ώρα δύο και μισή σκοτώθηκε ο Γιαγκούλας. Ώρα τρεις και μισή περίπου list_19.1_5σκοτώθηκε ο Πάντος Μπαμπάνης. Ένας χωροφύλακας έκοψε το κεφάλι του Πάντου Μπαμπάνη, μπροστά στα μάτια του αδελφού του Λεωνίδα, που τον έβλεπε. Και τα πήραν τα τρία κεφάλια και τα βάλαν στα σακίδια και ξεκινήσαμε… Αυτοί κατεβήκανε στο χωριό και τη δεύτερη μέρα τα φέραν στην Κατερίνη τα κεφάλια και τα κρέμασαν στο κέντρο της πλατείας.
Από την επικήρυξη πήρε και το δημόσιο. Στον καταδότη δώσαν 300.000. Του δώσανε και 10.000 που πήρε μέρος στη συμπλοκή. Ο διοικητής πήρε 69.000. Στη γυναίκα του χωροφύλακα που σκοτώθηκε δώσαν 60.000. Εμείς οι χωροφύλακες πήραμε από 12.000, εκείνο τον καιρό ήταν σαράντα λίρες…»
Από το βιβλίο του Β.Ι.Τζανακάρη
"Τα παλληκάρια τα καλά
σύντροφοι τα σκοτώνουν"
¤
Ο Λήσταρχος Γιαγκούλας
[Καταγραφή διηγήσεων από τη Judith König]

… «Ποιος είναι ο Γιαγκούλας;» ρώτησα εγώ που από περιέργεια είχα πλησιάσει αρκετά.
«Δεν άκουσες ποτέ γι' αυτόν το ληστή;»
με ρώτησε ο Μήτσος και με κοίταζε κάπως περίλυπα κάτω από το  πηλήκιο του.
«Όχι, ζει ακόμη;»
«Το κεφάλι του βρίσκεται στο Μουσείο  στην Αθήνα».
Ο Μήτσος δίνει δύο δραχμές στο Γιώργο και παίρνει τη φωτογραφία.
«Πού βρήκες τη φωτογραφία;» ρωτάω το φωτογράφο. «Την τράβηξα από μια παλιά φωτογραφία που έχει ο αδερφός του Γιαγκούλα. Ζει στο Πολύραχο, θα αγοράσεις μία;»
Μερικές μέρες αργότερα, καθόμαστε με την Αγγελική στο κέντρο στο Πολύραχο. Τα νοικιασμένα μας άλογα τα δέσαμε στην αυλή και πήγαμε να καθήσουμε στο καφενείο. Έκανε κρύο και μαζευτήκαμε όλοι γύρω από τη σόμπα. Πίνοντας τούρκικον καφέ, ακούγαμε το γέρο να μας διηγείται. Ο Κωνσταντίνος, ο αδελφός του Γιαγκούλα μας αφηγούνταν από τη ζωή του αδελφού του, του Φώτη. Με την πρώτη ματιά ο ψηλός ασπρομάλλης γέρος μέσα στη σκούρα υφαντή φορεσιά του δεν είχε κα­μιά ομοιότητα με το νεαρό ληστή της φωτογραφίας. Άν παρατηρούσε όμως κανείς το πρόσωπο του, θα έβρισκε σ' αυτό πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Στο χέρι του κρα­τούσε ένα ξυλόγλυπτο μπαστούνι, που ήταν στολισμένο με ένα φίδι που κατασπαράζει ένα απροστάτευτο περιστέρι.
«Νομίζω ότι ο αδελφός μου ο Φώτης, γεννήθηκε 1900. Εγώ ήμουν έξι χρόνια μεγαλύτερος και γεννήθηκα περίπου το 1894. Στην ηλικία των δεκαέξι χρόνων ξεκίνησε  τη ζωή του ληστή.
Ήταν κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου μια περίοδο που έκλεβαν συχνά πρόβατα, γαϊδούρια και άλογα. Εάν πιανόταν οι κλέφτες έπρεπε να πληρώσουν μεγάλη ποινή. Πιο σκληρός ο νόμος όταν έκλεβαν άλογα. Μεγαλώσαμε στο Μεταξά στη γειτονιά μας όμως έμεναν μερικοί άνθρωποι που δε βλέπανε με καλό μάτι την οικογένεια μας.
Όταν λοιπόν, χάθηκαν δυο άλογα από τη βοσκή, ορι­σμένοι απ' αυτούς κατηγόρησαν στο δικαστήριο τον α­δελφό μου ότι τα είχε κλέψει. Έτσι θέλανε να ντροπιά­σουν την οικογένεια μας.
Ήξερα καλά το Φώτη και ήξερα ότι δεν το είχε κάνει αυτός. Παρ' όλα αυτά τον πιάσανε και τον οδήγησαν στη Λάρισα. Τέσσερις μήνες έμεινε εκεί στη φυλακή και τότε με ειδοποίησε η αστυνομία για 1.000 δραχμές, μπορού­σα να τον βγάλω μέχρι να γίνει το δικαστήριο. Αμέσως πήγα με τα χρήματα και τον έβγαλα από τη φυλακή. Αλλά ο Φώτης δεν ήθελε να ξαναγυρίσει μαζί μου στο Μεταξά φοβόταν μήπως τον καταδικάσουν, ενώ ήταν α­θώος και έτσι άρχισε η περιπλάνηση του». «Πότε σκότωσε τον πρώτο άνθρωπο;» «Περίπου ένα χρόνο μετά τη φυγή του. Ζούσα τότε στο Πολύραχο, γιατί το κορίτσι που είχα σ' αυτό το διάστημα παντρευτεί, είχε εκεί σπίτι.
Στο ίδιο χωριό ζούσε ένας φίλος του Γιαγκούλα που αγαπούσε την κόρη ενός γείτονα μας. Και το κορίτσι τον ήθελε για άντρα της, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα αφού αρνιόταν να τη δώσει ο πατέρας της, ο οποίος, σε καμιά περίπτωση δεν θα ενέκρινε αυτό το γάμο. Ο Γιαγκούλας λοιπόν, έλυσε ένα βράδυ για πάντα το πρόβλημα κόβοντας το κεφάλι του γέρου. Η αστυνομία σύντομα εξακρίβωσε το δράστη και αφού δεν μπορούσε να τον πιάσει, συλλάβανε εμένα και με πήγανε στις φυλακές στην Κοζάνη.
Μετά από μερικούς μήνες έπρεπε να πάω με την συνοδεία ενός χωροφύλακα στο Πολύραχο, γιατί είχαν ανακαλύψει ότι ο Φώτης κρυβόταν εκεί σ' ένα σπίτι. Ο Πρόεδρος, ο παπάς, ο χωροφύλακας και ο Σούλιος ο αρχηγός της αστυνομίας στο Μεταξά με πήγανε στο μέρος όπου βρισκόταν ο Γιαγκούλας. Κατόρθωσαν να τον περικυκλώσουν και αφού ο αδερφός μου είδε ότι με είχαν πάει εμένα σαν όμηρο, παραιτήθηκε από τη σκέψη να χρησιμοποιήσει βία και παραδόθηκε γιατί δεν ήθελε να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή μου. Αμέσως τον δέσανε και ο αρχηγός της αστυνομίας, ο Σούλιος, που μόνο εξαιτίας του πλούτου του βρισκόταν σ' αυτήν τη θέση είπε σαρκαστικά:
«Βγείτε όλοι έξω να τον σκοτώσω!»
«Τώρα που είναι δεμένος δεν αφήνω κανέναν να τον σκοτώσει», απάντησε ο χωροφύλακας και παρέμεινε. Ο Γιαγκούλας κοίταξε με μίσος τον Σούλιο στα μάτια και του είπε:
«Σε είκοσι χρόνια που θα βγω από τη φυλακή, θα έρ­θω και θα σου κόψω το κεφάλι!»
Τον πήγανε στις φυλακές στο νησί Αίγινα. Μετά όμως από δύο χρόνια θεώρησαν ότι οι φυλακές αυτές δεν ήταν πολύ ασφαλείς για το Γιαγκούλα και κάτω από δυνατή αστυνομική ακολουθία τον πήγανε στη Θεσ/νίκη. Όταν λίγο πριν τη γέφυρα Μπαμπά κοντά στη Λάρισα το τρέ­νο ελάττωσε την ταχύτητα του, ο Γιαγκούλας πήδηξε από το τρένο μαζί με τις βαριές του αλυσίδες. Οι χωροφύλακες από την έκπληξη τους έμειναν να τον παρακολουθούν και να μην κάνουν τίποτε. Ο Φώτης λοιπόν, κουβά­λησε τις αλυσίδες του όλον τον μακρύ δρόμο μέχρι τα Σέρβια, όπου εκεί τις έκοψε ένας σιδεράς, τον οποίο αργότερα αντάμειψε πλούσια.
Ο Κώστας έκανε ένα μικρό διάλειμμα για να πιει λίγο από τον καφέ του, όταν ξαφνικά καταλάβαμε ότι δεν ήμασταν πλέον δύο άτομα που τον ακούγαμε. Είχαν μαζευτεί όλοι οι επισκέπτες του καφενείου γύρω μας για να ακούσουν τις ιστορίες του Γιαγκούλα.
Δυστυχώς όμως, τώρα ο Κώστας θεώρησε ότι είχε έρθει η ώρα να μας πάει και στο σπίτι του και σηκωθήκαμε να φύγουμε.
Στο σπίτι μας περίμενε η γυναίκα του, που προσπαθούσε εκείνη την ώρα να ανάψει τη σόμπα και έτσι μας δινόταν εμάς η ευκαιρία να παρατηρήσουμε το χώρο γύρω μας.
«Αυτή είναι η μικρότερη μου κόρη, στον πόλεμο την είχαν πάει στην Ουγγαρία, όπου ζει τώρα και είναι παντρεμένη με έναν Έλληνα. Ίσως την επισκεφθώ φέτος.
Αυτή είναι η μεγαλύτερη μου κόρη, που ζει στα Σέρβια και εδώ και δεκαπέντε χρόνια είναι χήρα».
Ο Κώστας λέγοντας αυτά, μας έδειχνε τις φωτογραφίες που κρέμονταν στον τοίχο.
«Έχετε και εσείς μια φωτογραφία του Γιαγκούλα;», τον ρωτήσαμε.
Η γυναίκα του, έσκυψε αμέσως κάτω από το κρεβάτι και έβγαλε μια κορνιζομένη φωτογραφία. Αναγνωρίσαμε τη φωτογραφία που είχαμε δει στο φωτογράφο και το είπαμε στον Κώστα.
«Α ναι, ήρθε πριν από μερικές μέρες και με ρώτησε αν μπορούσα να τον βοηθήσω να βγάλει λίγα χρήματα. Εδώ είναι και οι φίλοι του Γιαγκούλα».
Μας έδειξε μια καρτ-ποστάλ όπου κάθονταν τέσσερις άγριοι άνδρες με μακριά μαλλιά, μουστάκια και ντουφέ­κια. Ο Κώστας μας έδειξε τον έναν απ' αυτούς, ο οποίος μ' αυτά τα μαλλιά και τα γένια έμοιαζε σαν ερημίτης.
«Αυτός είναι ο Θωμάς Καντάρας, ο οποίος το 1918 έ­σκαψε μια τρύπα στο κελί του στις φυλακές της Λάρισας και βγήκε στην τουαλέτα, απ' όπου και δραπέτευσε, έ­τσι βρέθηκε με το Γιαγκούλα.
Αυτοί οι τέσσερις συνεργάστηκαν μόνο τρία χρόνια με τον αδελφό μου, μετά αποκεφαλίστηκαν». «Ο Γιαγκούλας ήταν παντρεμένος;». «Μετά τη απόδραση του από το τρένο πήγε μια μέρα στο Μεταξά να ζητήσει ένα κορίτσι, που το αγαπούσε πολύ καιρό, την Ευαγγελία. Αλλά ο πατέρας της δεν ήθελε να τη δώσει σε ληστή κι έτσι ο Γιαγκούλας αναγκάστηκε να την απαγάγει. Την πήγε στη σπηλιά του που βρίσκεται σε δρόμο για την Ελασσόνα. Νομίζω ότι ο μοίραρχος Καφάσης, ο παλιός αστυνόμος στα Σέρβια, τους πάντρεψε εκεί επάνω. Ίσως να τον ξέρετε, μένει δί­πλα στην ταβέρνα του Παναγιωτίδη και πέρυσι έχασε το μοναδικό του γιο σε δυστύχημα».
«Ο Γιαγκούλας και η γυναίκα του είχαν μόνο αυτή τη σπηλιά για κατοικία;».
«Ναι. Από το λημέρι του μπορούσε να επιβλέπει το δρόμο για τη Λάρισα και εάν είχε διάθεση σταματούσε το αμάξι ενός πλούσιου ταξιδιώτη και του έπαιρνε ό,τι μπορούσε να του πάρει. Με τα χρήματα που έπαιρνε, βοηθούσε τους φτωχούς, προίκιζε φτωχά κορίτσια, βοη­θούσε μικρούς αγρότες στην αγορά ζώων και γης ή τα δώριζε στην εκκλησία.
Δυστυχώς, δεν ξέρω πολλά γι' αυτή την εποχή.
Μόλις δραπέτευσε από τη φυλακή, εμένα και την οικογένεια μου, μας στείλανε στην εξορία, για να μη μπορεί κανείς να τον βοηθήσει. Στη Σκόπελο ήμασταν τριάντα άτομα, οι υπόλοιποι εκατόν εβδομήντα των συγγε­νών μας ήταν σκορπισμένοι σε άλλα νησιά».
«Τι έγινε αλήθεια, με τον αρχηγό της αστυνομίας, που είχε απειλήσει;».
«Μετά τη φυγή του ο Γιαγκούλας κατέβαινε συχνά σε μικρά χωριά. Όταν μια μέρα πήγε στα Σέρβια συνάντη­σε τον Σούλιο, ο οποίος επέστρεφε στο σπίτι του στο Μεταξά. Ο Σούλιος στην αρχή δεν τον γνώρισε, γιατί είχε να τον δει τρία χρόνια».
Η γριά είχε επιτέλους ανάψει τη σόμπα και παρουσιάστηκε μπροστά μας μ' ένα φορτωμένο δίσκο που ανήκει εξίσου στα ελληνικά έθιμα της επίσκεψης, όπως το «καλώς ορίσατε».
Η Αγγελικά κι εγώ ήπιαμε στην υγεία του πεθαμένου ληστή και αρχίσαμε τα χίλια χρόνια που θα 'πρεπε να ζή­σουμε σύμφωνα με την ευχή της οικοδέσποινας μας, με ένα ποτηράκι γλυκό λικέρ. Μετά καταπιαστήκαμε μ' ένα ζαχαρωμένο σύκο, το γλυκό του κουταλιού που ξεγλι­στρούσε απ' το κουταλάκι, ήπιαμε μια γουλιά παγωμένο νερό και σκουπιστήκαμε με την ανάποδη του χεριού. Μόνο αφού ήπιε και ο Κώστας το τσίπουρο του, άρχισε να αφηγείται τη συνέχεια της σταματημένης ιστορίας.
«Ο Γιαγκούλας λοιπόν, είδε και αναγνώρισε το μισητό αστυνόμο, τον χαιρέτησε και την επόμενη στιγμή τον αποκεφάλισε. Μετά έβαλε το κεφάλι του στη μέση δρόμου και τοποθέτησε ένα σημείωμα επάνω στα μαλλιά  του, σ' αυτό εξηγούσε γιατί μίκραινε τη ζωή του Σούλιου. Το σημείωμα αυτό πρέπει να υπάρχει ακόμη στο δικαστήριο. Μετά από αυτό, άρχισε η αστυνομία να τον κυνηγάει πιο επίμονα. Μια φορά ακόμη τον πιά­σανε, αλλά τους ξέφυγε  γρήγορα πάλι».
«Μα πώς ξέφυγε απ' τη φυλακή;».
«Με χρήματα».
«Εάν σου δώσει εσένα κάποιος 5.000 δραχμές τον φυλάς εσύ ακόμη;», συμπλήρωσε η γριά.
Είχε πάρει θέση σε ένα χαμηλό σκαμνί κοντά στη σόμπα και παρακολουθούσε την αφήγηση. «Γύρισε πάλι πίσω στη σπηλιά του;». «Όχι, ήταν επικίνδυνα πια και εξαφανίστηκε για ένα χρόνο στην περιοχή γύρω από τα Γιάννενα.
Πριν φύγει όμως από τα παλιά του λημέρια, πήγε στο Μεταξά και έδωσε στον παπά με την παρουσία του δημάρχου και τριών δημοτικών συμβούλων, 6.000 δραχμές για να χτίσουν με τα χρήματα αυτά μία εκκλησία και να της έδιναν το όνομα του».«Είναι η μικρή εκκλησία που υπάρχει τώρα;».
«Όταν ο Γιαγκούλας επέστρεψε μετά από ένα χρόνο δεν είχε γίνει τίποτα. Ανακάλυψε γρήγορα τι είχε γίνει η δωρεά του. Οι πέντε κύριοι είχαν μοιραστεί τα χρήματα και τα είχαν καταχραστεί. Και τώρα πάλι πήρε ο καθένας απ' τους πέντε το μερτικό του. Σε μια νύχτα τους αποκεφάλισε ο Γιαγκούλας και τους πέντε». «Είχε δίκιο!», επεμβαίνει η γριά. «Επειδή πάλι δε μπόρεσαν να τον πιάσουν, έπιασαν τη γυναίκα του και την πήγαν στην Κοζάνη στη φυλακή. Περίμενε τότε παιδί». «Ζει ακόμη το παιδί;».
«Ήταν αγόρι, αλλά μετά τη γέννηση του πέθανε. Λένε ότι το δηλητηρίασαν στο νοσοκομείο για να μη ζει ο κακός σπόρος του πατέρα του, μέσα απ' αυτόν. Ποιος ξέρει ποια είναι η αλήθεια».
«Η Ευαγγελία ζει ακόμη;».
«Πέθανε τον περασμένο χρόνο από καρκίνο. Μετά το θάνατο του Γιαγκούλα παντρεύτηκε ένα χωροφύλακα».
«Ο Γιαγκούλας τότε δε θέλησε να απελευθερώσει τη γυναίκα του από τη φυλακή;».
«Πώς, βέβαια. Εμένα μετά από τη φυγή του στην Ήπειρο με είχαν φέρει πίσω και ζούσα στο Πολύραχο. Μια μέρα, αφού είχαν φέρει τη γυναίκα του στην Κοζά­νη, με κάλεσε ο Γιαγκούλας στο Μεταξά. Εκεί με παρακάλεσε να πάω σε ένα γνωστό σπίτι το επόμενο βράδυ μαζί με έναν χωροφύλακα για να διαπραγματευτεί μαζί του. Έτσι πήγα κι εγώ μαζί με τον αρχηγό της αστυνομίας της Κοζάνης το επόμενο βράδυ. Εκεί φάγαμε και ήπιαμε όλοι μαζί και ο Γιαγκούλας μας έδωσε και χρήμα­τα. Ο αδελφός μου είχε κουραστεί από τη ζωή του ληστή και ήθελε να σώσει τη γυναίκα του, έτσι, παρακάλεσε τον αστυνόμο να μιλήσει στον υπουργό για χάρη του για να του δινόταν χάρη. Υποσχέθηκε να πάει και είκοσι χρόνια φυλακή. Δυστυχώς όμως, δεν έγινε τίποτα, συνέχισαν να κυνηγάνε το Γιαγκούλα και το ποσό για το θά­νατο του είχε ανεβεί στις 600.000 δραχμές.
Τώρα, του ήταν πλέον αδύνατο να μείνει σ' αυτή την περιοχή και κρυβόταν στον Όλυμπο μαζί με τους συντρόφους του Μπαμπάνη και Τσαμίτα. Από εκεί συνέχισαν τις ληστείες τους».
«Πόσο έμεινε εκεί;».
«Έως το 1925. Μια μέρα είχε απαγάγει από δυο οι­κογένειες δύο αγοράκια και ζητούσε λύτρα από τους γονείς. Όμως αντί να δώσουν τα χρήματα οι πατεράδες έφεραν πενήντα χωροφύλακες.
Μετά από μια σύντομη μάχη κατόρθωσαν να τους εξουδετερώσουν και τους τρεις. Εκεί σε εκείνο ακριβώς το σημείο τους πήραν και τα κεφάλια. Στα Σέρβια ζούνε ακόμη ορισμένοι άνθρωποι που είχαν δει το κεφάλι του Γιαγκούλα. Το οποίο το είχαν τοποθετήσει επάνω σε ένα κοντάρι μπροστά στο κτίριο του δικαστηρίου για να φοβίσουν έτσι τον κόσμο».
«Πολλοί τον κλάψανε όταν πέθανε», λέει η γιαγιά.
«Έκανε τόσα καλά. Πόσα κορίτσια προίκισε για να μπορέσουν να παντρευτούν».
Ο Κώστας συμφώνησε με τη γυναίκα του.
«Ήταν καλός άνθρωπος. Εξάλλου έπαιρνε μόνο από εκεί που περίσσευαν».
Αυτός ήταν λοιπόν, ο Γιαγκούλας. Θα θέλαμε να α­κούγαμε και άλλα, αλλά ο Κώστας έβαλε τέλος στη συζή­τηση.
«Λυπάμαι, αλλά δε μπορώ να σας πω περισσότερα. Όχι, γιατί δε θέλω, αλλά γιατί δεν ξέρω. Ενώ είμαι ο αδελφός του δεν ξέρω ούτε ένα τέταρτο από τη ζωή του α­δελφού μου. Πολλά μου διέφυγαν γιατί έλειπα και πολύ καιρό στην εξορία. Εάν θέλετε να μάθετε περισσότερα, τότε ρωτήστε το Ματάνα και το Μοίραρχο στα Σέρβια. Ήταν από τους καλύτερους του φίλους».
Σταθήκαμε και σφίξαμε το χέρι της γριάς γυναίκας και του Κωνσταντίνου Γιαγκούλα, ο οποίος μας συνόδεψε μέχρι το καφενείο για να πάρουμε τα άλογα μας και να ξεκινήσουμε για το γυρισμό. Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε.
«Να μας επισκεφθείτε στην παράγκα μας!», του φωνάξαμε.
«Κρίμα, που δεν ζει πια!», αναστέναξε η Αγγελική.
«Σίγουρα θα τον είχαμε επισκεφθεί», απάντησα εγώ, "ξέρεις ότι προίκιζε τα φτωχά κορίτσια;" Και γελάσαμε...

Πηγή: Ιστορίες γύρω απο τα Σέρβια
της Judith König
¤
Θωμάς Γκαντάρας

list_19.1_7Ο Θωμάς Γκαντάρας επικαλούμενος και "Μαύρος Λήσταρχος", καταγόταν από την Άκρη Ελασσόνος, βγήκε στο κλαρί τον Ιούλιο του 1918, με σύντροφο του τον Γεώργιο Βελώνη, έχοντας λιποτακτήσει απ’ τον στρατό και με σκοπό να σκοτώσει έναν τσιφλικά που είχε βιάσει τη σύζυγό του.
Λίγο αργότερα οι Γκαντάρας και Βελώνης πιάστηκαν και στις 21 Ιουλίου 1919 το στρατοδικείο της Λάρισας τους επέβαλε ποινή κάθειρξης 14 ετών.
Στις 21 Νοεμβρίου 1921 ο Θωμάς Γκαντάρας δραπέτευσε από τις φυλακές της Λάρισας και ένα χρόνο αργότερα το κεφάλι του επικηρύχθηκε.
Ο Θωμάς Γκαντάρας είχε έναν αδερφό επίσης ληστή, τον Γεώργιο Γκαντάρα, που σκοτώθηκε τον Φεβρουάριο του 1920 στην θέση Κουμαριά Ελασσόνας, σε σύγκρουση με καταδιωκτικά αποσπάσματα. Μαζί του χάθηκε και ο ληστής Μανάτσας.
Ένα βράδυ, ο επικηρυγμένος Γκαντάρας φόρεσε τη φουστανέλα και τα ασημένια τσαπράζια του και πήγε κρυφά στο σπίτι του περίφημου Τρικαλινού φωτογράφου Αθανάσιου Μάνθου. Κατέβηκε αθόρυβα απ’ τη σκεπή, μπήκε και ξύπνησε τον Μάνθο για να πάει να τον φωτογραφήσει μαζί με την ληστοσυμμορία του, επειδή καταλάβαινε πως το τέλος τους πλησίαζε.
Ο Θωμάς Γκαντάρας σκοτώθηκε στις 5 Αυγούστου 1923.
Σκοτώθηκε στην θέση Οξιά της Δεσκάτης Γρεβενών, κοντά στο Μαυρέλι, από τον μαυρελίτη κυνηγό Γεώργιο Σιακαβάρα, ο οποίος συμμετείχε στο απόσπασμα που τον καταδίωκε. Το κεφάλι του Γκαντάρα κόπηκε, μεταφέρθηκε στο Γερακάρι και κατόπιν εκτέθηκε σε κοινή θέα στην Καλαμπάκα στις 6 Αυγούστου 1923, για παραδειγματισμό.
Ο Θωμάς Γκαντάρας άφησε ορφανά ένα γιο και δυο κόρες, την Βασιλική και την Ελένη. Την Ελένη πρόλαβε και την έδωσε, νήπιο, προς φύλαξη στο δήμαρχο Καλαμπάκας Ραμμίδη. Οι δυο γυναίκες αντάμωσαν μεταξύ τους, για πρώτη φορά, το 1998.
"Αντε σέ κλιέν τά δέντρα όλα βρέ Γκαντάρα σέ κλιέν και τά κλαριά"...
Από τά ομορφότερα δημοτικά τραγούδια πού γράφτηκαν γιά τον Λήσταρχο πού γιά τούς χωρικούς της Ελασσόνας ήταν κάτι σάν "Σωτήρας τών Φτωχών"...
¤

ΓΚΑΝΤΑΡΑΣ Ο "ΜΑΥΡΟΣ ΛΗΣΤΑΡΧΟΣ"
Αποσπάσματα από την εκπομπή της ΕΤ3 «ΑΛΗΘΙΝΑ ΣΕΝΑΡΙΑ»

Μουσική εισαγωγή: "Τι φταίει που ’γινες ληστής τον ρώτησε ο δικαστής …"
ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ: Λίγα χιλιόμετρα μακριά από το χωριό του Γιανγκούλα , από την Άκρη καταγόταν ο λήσταρχος Θωμάς Γκαντάρας. Βγήκε στο κλαρί τον Ιούνιο του 1918  όταν έκλεψε κοσμήματα από κάποιον πλούσιο της περιοχής που είχε προσβάλλει τον πατέρα του .
ΠΑΠΑ ΒΑΓΓΕΛΗΣ -ανεψιός του Γκαντάρα-: Το 1917 υπήρχε μεγάλη πείνα, είχανε λεφτά δεν υπήρχε ψωμί ν’ αγοράσουνε. Κι έστειλε ο Γκαντάρας  το γέρο πατέρα του στην Ανθούλα σ’ ένα χωριό της Ελασσόνας όπου υπήρχε κάποιος Διαμάντης που πουλούσε καλαμπόκι και κριθάρι.
Αυτός του λέει: - Γέρο θα σου δώσω καλαμπόκι και κριθάρι, να σπείρεις αλλά θα μου χορέψεις ένα τραγούδι. Ο γέρος χόρεψε, τι να κάνε …
Ο Θωμάς Γκαντάρας δεν άντεξε την προσβολή κι αποφάσισε να κλέψει κοσμήματα από το σπίτι του πλούσιου. Για την πράξη του αυτή θα συλληφθεί και θα καταλήξει στις φυλακές.
ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΑΚΡΗΣ: Ο Γκαντάρας δεν ήταν άνθρωπος που βγήκε στα βουνά χωρίς λόγο …
ΔΗΜ/ΦΟΣ: Για σας ο Γκαντάρας ήταν ληστής ή ένας ήρωας ;
ΠΑΠΑ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Για μας ήταν ένας ήρωας . Τι κακό έκανε δηλαδή;  Πάντρευε φτωχά κορίτσια και βοηθούσε το φτωχό κόσμο.
ΔΗΜ/ΦΟΣ: Τα λεφτά που τα έβρισκαν ;
ΠΑΠΑ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Τα λεφτά τα έπαιρναν από αυτούς που τα είχαν.
ΔΗΜ/ΦΟΣ: Δηλαδή ήταν ο Ρομπέν των Δασών της εποχής εκείνης ;
ΠΑΠΑ ΒΑΓΓΕΛΗΣ: Ναι, ναι …
ΔΗΜ/ΦΟΣ: Το Φεβρουάριο του 1920 τα καταδιωκτικά αποσπάσματα θα περικυκλώσουν το μικρότερο αδερφό του Θωμά, το Γιώργο Γκαντάρα και θα τον κάψουν ζωντανό στη θέση Κουμαριά Ελασσόνας. Ο θάνατος του μικρού αδερφού του  θα τον εξαγριώσει και όταν θα αποδράσει από τη φυλακή θα προχωρήσει σε αδίστακτες δολοφονίες. Γι’ αυτό θα ονομαστεί ο «μαύρος» λήσταρχος. Αν και επικηρυγμένος το 1923 ζήτησε -μέσω ενός γνωστού- θα φωτογραφηθεί από ένα φωτογράφο λεγόμενο Μάνθο από τα Τρίκαλα στα λημέρια Καμβουνίων – Χασίων όπου δρούσε. Ο Μάνθος ζήτησε και  πήρε άδεια από την αστυνομία για τη φωτογράφηση…
ΚΑΤΟΙΚΟΣ ΑΚΡΗΣ: Ο Γκαντάρας και η συμμορία του είχαν δώσει εντολή να μην πάνε στα λημέρια τους ούτε κυνηγοί, ούτε πρόβατα, ούτε γίδια… Ένας καινούργιος αστυνόμος από την Κρήτη μάζεψε όλους τους κυνηγούς να πάνε στο βουνό για κυνήγι. Αυτοί μάλλον από φόβο δεν του είπαν ότι ο Γκαντάρας είχε απαγορέψει να πάνε στα λημέρια του. Ο Γκαντάρας όταν τους είδε παραξενεύτηκε και είπε ποιος είναι αυτός που αψήφησε την εντολή μου;  Τον τραβάει μια τον αστυνόμο με το όπλο στο πόδι κι αυτός έπεσε κάτω. Ορμάει ο Γκαντάρας με το μαχαίρι να του «πάρει»  το κεφάλι. Αυτός όμως, όπως ήταν πεσμένος  έριξε  μια με τ’ όπλο και σκότωσε το Γκαντάρα. Στις 12 Αυγούστου 1923 κοντά στο χωριό Κοκκινοπλός της επαρχίας Δεσκάτης…
Επίλογος με το τραγούδι του Γκαντάρα:
"-Σου κλαιν’ τα δέντρα όλα βρε Γκαντάρα
σου κλαιν’ και τα κλαδιά…"

Επιμέλεια: Για.Μας.
¤
list_19.1_8
κλικ για μεγέθυνση
¤

Οι ληστές των Kαμβουνίων [2]

list_19.1_9
Το φαινόμενο της ληστείας, που ταλαιπώρησε την περιοχή μας το πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα,  είναι σήμερα σαν διήγηση συναρπαστικό. Η εποχή που έδρασαν οι ληστές, είναι η μεταβατική. H εποχή της παρακμής της Τουρκικής επικράτειας στην περιοχή μας στις αρχές του περασμένου αιώνα,  και στη συνέχεια η εποχή που μετά τους πολέμους του 1912-13, το Ελληνικό κράτος προσπαθεί και εδώ να οργανωθεί. Πολλοί οι μελετητές, που προσπάθησαν να καταγράψουν και να αναλύσουν το φαινόμενο αυτό.
«Οι πολιτικές αναταραχές δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που καθόρισε το ληστοτροφικό χαρακτήρα της περιοχής μας. Ουσιαστικό ρόλο έπαιξε και η βαθειά ριζωμένη παράδοση του κλεφταρματολισμού, στο πλαίσιο της οποίας η προσφυγή στην άτακτη ένοπλη βία ήταν μια θεμιτή λύση. Οι συνθήκες γενικής ανασφάλειας και η απουσία κρατικών δομών για την υπεράσπιση των συμφερόντων του πληθυσμού ενθάρρυναν την εκδίκηση και την αυτοδικία γενικά ως τρόπο επίλυσης διαφορών. Πολλοί ληστές βγήκαν στο κλαρί με αφορμή κάποια σύγκρουση στην τοπική κοινωνία ή με το κράτος: διάπραξη εγκλήματος, αποφυγή της στρατιωτικής θητείας, μια κατηγορία για ζωοκλοπή ή απειλή από άλλους ληστές.
Στις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα, μια εναλλακτική λύση ήταν η μετανάστευση. Τόσο ο ληστής, όσο και ο μετανάστης υπολόγιζε να αντισταθμίσει τη ζημιά που θα προκαλούσε στην οικογένεια η προσωρινή απουσία του με τους πρόσθετους πόρους που θα έφερνε κατά την επιστροφή. Σε πολλές περιπτώσεις όμως η «μη φρόνιμη» λύση ήταν προτιμότερη, γιατί ο μετανάστης κινδύνευε να χάσει το κομπόδεμά του πάλι από τους ληστές. ...
Στη δεκαετία του 1920 αυξήθηκε το ειδικό βάρος των καθαρά οικονομικών κινήτρων. Στην περίοδο αυτή η ληστεία ήταν ένας τρόπος αντίδρασης στις ανακατατάξεις  που έφερε στην τοπική κοινωνία η ενσωμάτωσή της στο έθνος κράτος, στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, ιδίως των μεταβατικών κτηνοτρόφων και στην υποβάθμιση ενός παραδοσιακού τρόπου ζωής. ...
Οι ληστές για να επιβιώσουν, είχαν απόλυτη ανάγκη της υποστήριξης της τοπικής κοινωνίας. Αφενός τους προμήθευε τα είδη που είχαν ανάγκη, αφετέρου σχημάτιζε ένα αποτελεσματικό δίκτυο πληροφοριών. ...
Απέναντι στην τοπική κοινωνία οι ληστές είχαν μια κυριαρχική ικανότητα. Πρόσεχαν όμως να μην υπερβαίνουν τα κοινωνικά αποδεκτά όρια, τουλάχιστον στην περιοχή τους. Χαράτσωναν τον καθένα ανάλογα με αυτά που είχε. Παρά το γεγονός ότι η σχέση των κατοίκων με τους ληστές στηριζόταν κυρίως στο φόβο, βασιζόταν εξίσου σε μια συναίνεση. Οι ληστές ήταν γέννημα και θρέμμα της τοπικής κοινωνίας, της οποίας συμμερίζονταν εν μέρει τις κοινωνικές αξίες, Σημαντική θέση στο σύστημα των αξιών αυτών είχαν τα ηθικά πρότυπα του κλεφταρματολισμού: η προσωπική παλικαριά, η ανδροπρέπεια, η αυτοδικία, η κλοπή και το χαράτσι ως θεμιτές πρακτικές, η περιφρόνηση προς την κρατική εξουσία, η αλληλεγγύη προς το συγγενή, η μπέσα. ...
Η ληστεία περιορίστηκε με τα κατασταλτικά μέτρα του Βενιζέλου. Ιδιαίτερα αποτελεσματική ήταν η χορήγηση αμνηστίας και αμοιβής στους ληστές που σκότωναν κάποιον σύντροφό τους και τα μέτρα κατά των οικογενειών τους.
Το ληστρικό κύκλωμα όμως διαπότιζε ολόκληρη την τοπική κοινωνία, με την οποία συνδεόταν με ποικίλους τρόπους. Σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες, περιλάμβανε κι άλλες τρεις κατηγορίες. Κατ’  αρχάς οι «μυστικοί» ή «πολιτικάντηδες» κλέφτες, οι οποίοι δεν έκλεβαν οι ίδιοι αλλά προστάτευαν ληστές ή οργάνωναν  εκ του ασφαλούς ληστείες ή μεγάλες επιχειρήσεις ζωοκλοπής, παίρνοντας συχνά και μερίδιο της λείας. Συνήθως είχαν σημαντική θέση στο χωριό τους και καλές σχέσεις με την αστυνομία. Κατά δεύτερο λόγο υπήρχε μια πολυπληθής ομάδα περιστασιακών κλεφτών ή «νυκτοληστών», οι οποίοι συμμετείχαν μόνο περιστασιακά σε μεγάλες επιχειρήσεις. Τρίτον, μέρος του κυκλώματος ήταν και οι χωροφύλακες στο διπλό τους ρόλο ως διώκτες και συνεργάτες ληστών. ...
Σε κοινωνίες στις οποίες η κεντρική εξουσία δεν είναι ισχυρή, οι ένοπλες «παρακοινωνικές ομάδες» αναλαμβάνουν συχνά το ρόλο «πολιτικών διαμεσολαβητών» ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και την τοπική κοινωνία. Ο πολιτικός ρόλος τους στηρίζεται τόσο στην κυριαρχική τους ικανότητα, με βάση την οπλική δύναμη, όσο και στους πολλαπλούς συγγενικούς και πελατειακούς δεσμούς που τους συνδέουν με την τοπική κοινωνία. Οι δεσμοί αυτοί, η αποδοχή των  λαϊκών αξιών και η σύγκρουση με την κεντρική εξουσία τους εξασφαλίζει αρχικά μια λαϊκή νομιμότητα. »1
«Οι ληστές ήταν άνθρωποι αναρχικοί φυγόδικοι και για να αποφύγουν τις συνέπειες του Νόμου έπαιρναν τα όπλα και βγαίνανε στα βουνά όπου στήναν τα λημέρια τους και ζούσαν με ληστείες και χαράτσι , σε βάρος των κατοίκων των ορεινών περιοχών και των κτηνοτρόφων, που αφθονούσαν στα βουνά την εποχή εκείνη.
Απ΄ αυτούς υπήρχαν δύο κατηγορίες ληστές. Αυτοί που φυγοδικούσαν επειδή έπραξαν εγκλήματα για λόγους τιμής, κι απ’ εκείνους που δημιουργούσαν σκοπίμως κάποιο μικρό έγκλημα, να βρούν αφορμή να πιάσουν το κλαρί και να ζήσουν εις βάρος των άλλων, με ληστείες και χαράτσια.
Οι πρώτοι καίτοι αναρχικοί, θεωρούνταν κλέφτες καλοί, διότι το μη χείρον βέλτιστον, οι άλλοι θεωρούνταν κλέφτες κακοί, διότι είχαν καταντήσει η μάστιγα της περιοχής. Ζητούσαν βαρύ χαράτσι, ατίμαζαν γυναίκες και κακοποιούσαν όσους αντιστέκονταν στα παράνομα θελήματά τους. Ενώ οι πρώτοι, οι θεωρούμενοι καλοί κλέφτες έβαζαν κι έπαιρναν λογικό χαράτσι από τους κατοίκους, έδιναν δωρεές σε αναξιοπαθούντες ανθρώπους φτωχούς, στις εκκλησίες, σε ορφανά, στα σχολεία κλπ. Επενέβαιναν και λύναν διαφορές μεταξύ των κατοίκων και έδιναν λύσεις σ’ αυτές. Επίσης έλυναν συνοριακές διαφορές των βοσκοτόπων μεταξύ κτηνοτρόφων, αγόραζαν κανένα ζευγάρι βόδια σε πολύ φτωχούς ανθρώπους, πάντρευαν με έξοδά τους και κανένα φτωχοκόριτσο ορφανό.»2
«Εκτός από την παρουσία πολλών εθνικών ομάδων, που προφανώς θα εμπόδιζαν την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού και των θεσμών του νέου κράτους και συνεπαγωγικά θα αποτελούσαν υποβοηθητικό μοχλό στην εδραίωση της ληστείας, τη δύσκολη κατάσταση επέτεινε η ανυπαρξία σύγχρονων για την εποχή οδικών κόμβων και δρόμων επικοινωνίας.
Τα αίτια της ανάπτυξης ληστρικών κυκλωμάτων σε περιοχές που  συγκέντρωναν ορισμένα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και ασκούνταν συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες σχετίζονταν με την εισβολή του εθνικού-σύγχρονου κράτους στην παραδοσιακή-αγροτική κοινωνία και την ανατροπή των ισορροπιών της. Το κράτος προκειμένου να εδραιώσει και να αναπτύξει τους δικούς του μηχανισμούς και θεσμούς επιτίθεται στις τοπικές και κοινωνικές ιεραρχίες και ενισχύει την αποδιάρθρωση του κοινωνικού παραδοσιακού καταμερισμού ρόλων και αρμοδιοτήτων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι εμβόλιμες μέθοδοι καταστολής και αναγκαστικής μετακένωσης θεσμών και μηχανισμών οδηγούν στην ανάπτυξη κι ισχυροποίηση της ληστοκρατίας, η οποία εγγράφεται στις προσπάθειες της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας να αντιδράσει στις κρατικές μεθοδεύσεις, που στόχευαν στην ένταξη της υπαίθρου στο νέο οικονομικό - πολιτικό σύστημα, συχνά με μεθόδους που προσέβαλαν την αξιοπρέπειά της.
…Στο ίδιο κύμα αυταρχικότητας και προσπάθειας επιβολής των νόμων, εντασσόταν η συμπεριφορά των οργάνων της τάξης που γεννούσαν στους κατοίκους εύλογα ερωτηματικά για την αναγκαιότητά τους.
Οι σχέσεις μεταξύ πολιτικών και ληστών ήταν ανεπτυγμένες και εδραιωμένες. Η παράβαση της μπέσας, του εθιμοτυπικού κώδικα τιμής που δίνει πίστη και διάρκεια στις ανθρώπινες σχέσεις, που συνέδεε τον παράνομο ληστή με το  ‘φρόνιμο’ κοινωνικά και πολιτικά ηγέτη θεωρείτο σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις προδοσία, και πιθανόν να επέσυρε την τιμωρία του  ‘φρόνιμου’  από τον παράνομο ληστή.»3
Πολλές επίσης οι καταγραμμένες μαρτυρίες για τη ζωή και τη δράση των ληστών, που είναι αδύνατον να μεταφερθούν, έχουν αποτελέσει άλλωστε υλικό για αρκετά βιβλία και μυθιστορήματα. Θα παραθέσουμε εδώ κάποιες μαρτυρίες δικών μας, Μικροβαλτινών γερόντων, που έζησαν την εποχή εκείνη.
Γιά το Γιανγκούλα οι Κων. Αθ. Νατσιόπουλος και Βασίλειος Ι. Σταθόπουλος από το Μικρόβαλτο, μας διηγήθηκαν πως έγινε κλέφτης “από ένα βιτούλι, τον πήγαν φυλακή και σκότωσε και βγήκε έξω». ΄Ελεγαν πως ήταν πιό ευγενικός και λεβέντης σε σχέση με τον Γκαντάρα, που ήταν “αιμοβόρος”.
Ο Κων. Αθ. Νατσιόπουλος μας περιέγραψε το ακόλουθο περιστατικό. Γύριζαν από το νιάημερο από τα Σέρβια, κάπου χίλια άτομα απ΄ όλα τα χωριά, όταν στη “Μαύρη Ράχη” τους σταμάτησε ο Γιανγκούλας με κάποιο σύντροφό του  Λάμπρο Παπαθανασίου, Δελνιώτη, ψάχνοντας να βρουν κάποιον που τους πρόδωσε κι έγινε αιτία να σκοτωθεί ένας δικός τους από την Ελάτη. Κάποιος από το πλήθος προσπάθησε να ξεφύγει κρυφά, οι ληστές τον έπιασαν κι όταν τον ρώτησαν γιατί έφευγε, τους απάντησε πως είχε πουλήσει μουλάρια στο παζάρι κι είχε τα χρήματα μαζί του και φοβήθηκε να μην του τα πάρουν. Τότε ο Γιανγκούλας του είπε: “΄Ενας κλέφτης  σαν κι εμένα δεν κλέβει έτσι. Αν θέλω να πάρω τα χρήματά σου, σου στέλνω ένα μπιλιέτο και μου τα φέρνεις μοναχός σου. Εγώ σήμερα θέλω να βρω αυτόν που  σκότωσε τον αδερφό μου” . Τότε ένας παπάς του πρόσφερε τσιγάρο κι αυτός απάντησε: “ όχι παππούλη μου, όχι θα πεις πως δεν καταδέχομαι επειδή έχω αυτό το βρωμοντούφεκο στον ώμο μου, αλλά δεν φουμάρω”. Αυτός που έψαχναν όμως, κατάφερε να ξεφύγει, λέγοντας ψέματα πως είναι από άλλο χωριό.
Γιά το χαράτσωμα που τους επέβαλαν οι ληστές, ο Βασίλειος Ι. Σταθόπουλος, η οικογένειά του οποίου, ως εύπορη, πολλές φορές χαρατσώθηκε από τους ληστές, μας είπε επίσης τα ακόλουθα. Γύρω στα 1921 ο Γκαντάρας ειδοποίησε τον πατέρα του Βασίλη τον Σταθογιάννη να του προμηθεύσει “50 πήχες πανί χασέ, 50 πήχες πανί αδήμητο, 50 μέτρα χακί καπαρντίνα, τσιάμικα τσαρούχια, κάλτσες, φυσίγγια, και φουστανέλες”. Ο Σταθογιάννης πήγε στην Κοζάνη και αγόρασε ότι βρήκε, φοβήθηκε όμως να αγοράσει την καπαρντίνα, γιά να μην τον υποπτευθούν πως θα τα παραδώσει στους ληστές. Δικαιολογήθηκε στον Γκαντάρα, πως βρήκε δύο χρώματα χακί και δεν ήξερε ποιό να διαλέξει. Ο Γκαντάρας θύμωσε και του ζήτησε αποζημίωση άλλες 10000 δραχμές, τις οποίες και αναγκάστηκε να δώσει.
Την εικόνα συμπληρώνει η αφήγηση του Κώστα Χαϊδάρη, του οποίου ο πατέρας Γιάννης, θεωρούνταν επίσης εύπορος. Απ΄ αυτούς, ο Γκαντάρας ζήτησε να του αγοράσουν ραπτομηχανές Σίνγκερ, “δύο του ποδαριού και μία του χεριού”. Κάποιοι συγχωριανοί  θέλοντας να βγάλουν χρήματα, έστειλαν ένα δεύτερο μπιλιέτο δήθεν εκ μέρους του Γκαντάρα, λέγοντας πως ο ληστής μετάνιωσε και ζητούσε μόνο 1000 δραχμές αντί για τις μηχανές. Ο Γιάννης Χαϊδάρης λοιπόν, άφησε τα χρήματα στο συμφωνημένο μέρος, αυτά όμως ποτέ φυσικά δεν έφθασαν στα χέρια του ληστή, που σε λίγο καιρό εξαγριωμένος ήρθε να ζητήσει list_19.1_10τις ραπτομηχανές. Ο Κώστας Χαϊδάρης διηγήθηκε, πως ο πατέρας του πήρε μαζί του κρασιά, ρακιά, πίτες και πήγε να συναντήσει το ληστή, αυτός όμως τους έδεσε και τους έδειρε. ΄Οταν του έδειξαν το σημείωμα τους άφησε, με τη συμφωνία να του αγοράσουν τις μηχανές, όπως και έκαναν. Μεσολάβησε όμως ένα μήνυμα του πατέρα του ψυχογιού του Γκαντάρα Περικλή από τα Τρίκαλα στους ληστές, να μην πειράξουν τον Γιάννη Χαϊδάρη γιατί ήταν γνωστός του και καλός νοικοκύρης κι έτσι οι ραπτομηχανές δεν έφθασαν ποτέ στον παραλήπτη τους. ΄Οταν πέθανε ο Γκαντάρας, έμαθε ο Γιανκούλας γιά τις μηχανές κι ήρθε και τις πήρε αυτός.
Οι μεγαλοκτηνοτρόφοι όμως βρίσκονταν ανάμεσα σε δύο πυρά. Από τη μιά οι ληστές που τους χαράτσωναν, που τους φοβόταν αλλά αναγκάζονταν να συνεργάζονται μαζί τους,  από την άλλη τα αποσπάσματα, που κυνηγούσαν εκτός από τους ληστές και τους τροφοδότες τους. Ο Σταθοβασίλης μας διηγήθηκε γιά τα αποσπάσματα με αρχηγούς τους Αποστόλου, Καφάση και Κοντολέων, που τον έδειραν και τον κρέμασαν στην πλατεία του χωριού γιά να τους πει πού ήταν ο Γκαντάρας, ενώ αυτός δεν ήξερε. Μετά τον άφησαν.

Πολλές και οι δημοσιεύσεις στον τότε τοπικό τύπο,  κυρίως στην Εφημερίδα ΗΧΩ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
(από το βιβλίο ΜΙΚΡΟΒΑΛΤΟ)

- 12.08.1923. "Ο φονευθείς Καντάρας, είχε  προ δεκαπέντε ημερών συλλάβει τον εκ Κρανιάς Ιωάννην Γκουντουράν και επέδωκε αυτώ περί τας 15 επιστολάς απευθυνομένας εις διαφόρους κτηνοτρόφους Κρανιάς παρ΄ ων εζήτει ανά 15000 δραχμάς..."  και στο ίδιο φύλλο, για το λήσταρχο Περικλή, πως έστειλε επιστολές εις το Λουτρό, ζητώντας 30000 δραχμές.
- 12.08.1923."Δίκη κατά μοναχών Μονής Ζάβορδας ως και μερικών υπαλλήλων της Μονής κατηγορουμένων επί συνεργία μετά των ληστοσυμμοριτών Καντάρα, Κολκαφάκα, Στάθη και Κατσέλη..."
- 30.09.1928. "Ο περί ληστείας νόμος προέβλεψεν την σκληράν ποινήν της εκτοπίσεως των περιθαλπτών και συγγενών των ληστών. Διά της εφαρμογής της διατάξεως ταύτης προβλέπεται η στέρησις παντός ερείσματος των ληστών και συνεπώς η εξόντωσις της ληστείας... Την οικτράν και απαισίαν εκμετάλλευσιν, ήν άλλοτε υπέστη ολόκληρος η περιφέρεια Χασίων, ίνα δημιουργήση μέγαρα και εξασφαλίση πολλούς ξεπολίτους δεν εννοούμεν να την ίδωμεν σήμερον και εις άλλας περιφερείας..."
- 24.03.1919. Φόνος ληστού Λάμπρου Γκόλια στο χωριό Γρεντάδες Γρεβενών.
- 9.06.1919 Προσέλευσις ληστών: Αθανάσιος Γκουρτζώτης Σπαθούλας εξ Αχελωνιάδος και Βασίλειος Χασιώτης εκ Τυρνάβου.
-14.07.1919. "Παραθέτομεν κατωτέρω κατάλογον των προσελθόντων, φονευθέντων και συλληφθέντων ληστών και διασήμων φυγοδίκων από τας αρχάς του 1918 μέχρι σήμερον.  Προσήλθον 14 επικεκηρυγμένοι, ο  Αθ. Παπαγεωργίου ή Καλαμπάκας, ο Γεώργ. Πλάντας, ο Κώστας Τσινίκας, ο Ευάγγ. Ντίνας, ο Νικ. Λιανοκάπης, ο Β. Κόνιαρης ή Βασιλάς, ο Β. Μαστροδήμος, ο Ιωάν. Τσιάμης, ο Βεϊπέλ Ρουσσιάν, ο Ισμαήλ Χασάν, ο Βενή Μεμέτ, ο Σαλή Μεμέτ, ο  Αθ. Σπαθούλας και ο Βασ. Χασιώτης. Εφονεύθησαν οι εξής 12: Κ. Βέρας, Λάμπρος Γκόλιας, Νικ, Βήτος, Ιωάν. Κ.Βερβέρας, Ιωάν. Καρασούλης, Γεώρ. Καλάκος, Νικ. Τσιγάρας, Ζουλερικιάρ Βεης, Γεώρ. Λαμπαδάρης, Περ. Αθανασίου, Σαμπίτ Εμίν και Τζώρας ή Γιλήκας. Και συνελήφθησαν οι κατωτέρω 24: Ιωάν. Σειρηνιώτης, Μήνος Μπάτσης, Τάσιος Φασούλας, Φωτ. Γιαγκούλης, Τζεμάλ Μπαϊράμ, Σουπρή Μουσταφάς, Αχμέτ Μουσά, Ραμαντάν Μουσταφά, Σεφκέτ Μπαϊράμ, Ραμαζάν Κανδίρ, Αχμέτ Μουσταφά, Ταβίβ Μουσταφά, Ραμαντάν Αχίλ, Ιλιάζ Μουσταφά, Δεμίρ Αλής, Ελμάς Ρασήμ, Ελμάς Σαμήμ, Σαλή Βελή, Ισμαήλ Μπαϊράμ, Χρ. Χαραγιάννης, Ρούσος Παπαμήλιος, Δ. Πλίκας και  Αδαμ. Γρίβας".
- 9.09.1920. "Την 2 και 3ην  Σεπτεμβρίου κατόπιν ενεργειών του προέδρου της Κοινότητος Σερβίων κ. Ι. Κοντοδίνα και του δραστηρίου επόπτου των αποσπασμάτων διοικήσεως Χωροφυλακής Κοζάνης ανθυπομοιράρχου κ. Μιχαήλ Αναγνωστάκη, προσήλθον και παρεδόθησαν εις τας αρχάς οι λησταί  Ευάγγελος Παπαθεοδώρου και  Ιωάν. Γκανάτσος, μέλη της συμμορίας του Φωτίου Γιαγκούλη, ωδηγηθέντες δε ούτοι ενταύθα κρατούνται εις τας ποινικάς φυλακάς. Η  περιφέρεια Σερβίων ήδη εξεκαθαρίσθη εκ των ληστών, οίτινες ελυμαίνοντο αυτήν..."
- 29.04.1923. "Την παρελθούσαν Τρίτην γενομένης συπλοκής μετ΄ αποσπάσματος εφονεύθη ο ληστής φυγόδικος Δημήτριος Τσιάμης μεταξύ των χωρίων Μόκρου Σερβίων και Λουτρού Γρεβενών".
- 12.08.1923."Εξόντωσις του Γκαντάρα. Μία κακούργος μορφή, ο περιβόητος λήσταρχος Γκαντάρας, όστις ελυμαίνετο την ύπαιθρον χώραν των περιφερειών Σερβίων, Δεσκάτης και Γρεβενών, χάρις εις  τα δραστήρια και συντελεστικά μέτρα, τα οποία έλαβε η Στρατιωτική μας Διοίκησις εξοντώθη. Την παρελθούσαν Κυριακήν απόσπασμα μικτόν εξ ευζώνων και χωροφυλάκων συμπλακέν περί την μεσημβρίαν έξωθεν του χωρίου Κοκκινοπλός της περιφερείας Δεσκάτης εφόνευσεν τον Θωμάν Γκαντάραν και επλήγωσε τον συνοδόν ψυχογιόν του, όστις όμως κατώρθωσε να διαφύγη την σύλληψιν.  Η είδησις του φόνου του Γκαντάρα ανεζωογόνησε το ηθικόν των χωριών, οίτινες είχον τρομοκρατηθεί υπό του ανθρωπομόρφου τούτου τέρατος...".
- 12.08.1923. " ...έξωθεν Δεσκάτης, τμήμα του εθελοντ. Λόχου του Κ. Καραβίτη συνέλαβε 2  μέλη της επικεκηρυγμένης  ληστοσυμμορίας Γκαντάρα... Υπολείπονται μόνον εκ της απαισίας συμμορίας 2 οι αδελφοί Παπαγεωργίου και ο Φώτης Γιαγκούλας".
- 23.09.1925."Ο γνωστός εν τω νομώ Κοζάνης διά την δράσιν του γενναίος αξιωματικός της χωροφυλακής Εμ. Πετράκης, επί κεφαλής αποσπάσματος την  παρελθούσαν Κυριακήν κατώρθωσε να εξολοθρεύση τους διαβοήτους ληστάς Γιαγκούλαν, Μπαμπάνην και Τσαμήτρον. Ο  κ. Πετράκης ανακαλύψας τα κρησφύγετα των ληστών συνεπλάκη μετ΄ αυτών εις την θέσιν Κλεφτοβρύσι της κορυφής Ολύμπου και κατόπιν επταώρου μάχης απήλλαξε την Ελλάδα του στίγματος τούτου και ηλευθέρωσεν περιφερείας ολοκλήρους από το φάσμα  των ληστοσυμμοριών Γιαγκούλα και  Μπαμπάνη..."
Για το Γιάννη Τσιάμη αναφέρονται τα εξής:  Το 1904 οι Τούρκοι σκότωσαν τον αδερφό του, γιατί συνεργάζονταν με την Οργάνωση του Μακεδονικού αγώνα. Τότε προσπάθησαν να συλλάβουν και τον ίδιο. Τους ξέφυγε όμως και βγήκε στο κλαρί. Η δράση του ως ληστή περιορίζονταν μόνον εναντίον των Τούρκων εκείνων που κακομεταχειρίζονταν τους χριστιανούς. Από το 1904 ως το 1908 εργάστηκε γιά το Μακεδονικό Αγώνα και το 1912, στους Βαλκανικούς πολέμους, χρησιμοποιήθηκε ως οδηγός από το στρατό μας. Το 1919, με τη μεσολάβηση του αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Καλούδη, ηγουμένου στο μοναστήρι της Παναγίας Ζιδανίου, παραδόθηκε στις αρχές (Ηχώ της Μακεδονίας φ. 17-2-1919).   Για τον ίδιο τραγουδιέται το ακόλουθο: τι  χάλευες, τι γύρευες, βρε Τσαμογιάννη μου, στην έρημο Κοζάνη. Πήγα να δω τους φίλους μου και τους παλιούς μπρατίμους. Στο δρόμο με περίμεναν οι άσπονδοι εχθροί μου, έριξαν και με σκότωσαν και πήραν τη ζωή μου.
Και φυσικά το θέμα ληστεία δεν τελειώνει εδώ...

Ε. Λαμπρέτσα
1 Ρ.Β.Μπουζχότεν, Ανάποδα χρόνια
2 Ν. Θ. Μπατσαρά, Γιανκούλας, κλεφτουριά και λήσταρχοι στα Πιέρια
3 Κώστας Χαλκιάς, 2003

¤
H Περίοδος των Ληστών στα Καμβούνια [3]

Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση του 1912 και μέχρι και το 1925 περίπου, παρουσιάζεται στην περιοχή των Καμβουνίων μια καινούργια δυσάρεστη κατάσταση, που απασχόλησε και ταλαιπώρησε πολύ αυτόν τον ορεινό τόπο. Ήταν η περίοδος των ληστών που τράβηξε περισσότερο από μια 10ετία.
Ο λόγος δε γίνεται για τους ληστές και τις δραστηριότη­τες τους. Για τους θρύλους ή τα εγκλήματα τους, την ιστορία τους ή τα μυθεύματα που έπλασαν διάφοροι σεναριογράφοι. Ο λόγος γίνεται για την ταυτότητα μιας περιόδου αρκετά μεγάλης διάρκειας που επηρέαζε την προσωπική και την κοινωνική ζωή του κόσμου μιας εκτεταμένης γεωγραφικής περιοχής από τα Χάσια μέχρι και τα Πιερία και απασχόλησε στα σοβαρά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος.
Κατά την περίοδο αυτή είχε καταντήσει το πράγμα, να αποτελούν οι ληστές μια κατάσταση και να ασκούν στους ορεινούς πληθυσμούς μια μορφή εξουσίας, με δικούς τους κανόνες δικαίου. Εξουσίας που έβανε όρους και κανόνες συμπεριφοράς στους κατοίκους και απαιτούσε υπακοή και συμμόρφωση και προέβλεπε αυστηρές ποινές για τους παραβάτες. Μετρημένες ήταν οι ποινές, χωρίς μεγάλη διαβάθμιση. Εξαναγκασμός σε αυτοεξορία ή φόνος. Μικρό ή μεγάλο ήταν το λάθος σου απέναντι τους η ποινή ήταν σκληρή. Και από την ώρα που το αποφάσιζαν τίποτα δεν μπορούσε να σε γλιτώσει. Όσο κι' αν φυλάγονταν ο φταίχτης, όσο κι' αν κρύβονταν, κάπου σε κάποιο μονοπάτι θα τον έβρισκε το κακό.
Από την άλλη μεριά η επίσημη του κράτους εξουσία, που μόλις είχε κάνει την παρουσία της στον τόπο αυτό, απαιτούσε με αυστηρότητα την υποταγή των πληθυσμών στην έννομη τάξη. Μεταξύ άλλων απαγόρευε στους χωρικούς να έρχονται σε επαφή με τους ληστές. Ποιος όμως μπορούσε να εμποδίσει τους ληστές να έρχονται σε επαφή με τους χωρικούς; Κι' ακόμα ζητούσαν από τους χωρικούς να αναφέρουν οτιδήποτε έπεφτε στην αντίληψη τους που αφορά  τους ληστές και να το καταδίδουν, ενώ από την πλευρά των ληστών υπήρχε πέρα για πέρα ξεκάθαρη η προει­δοποίηση, όποιος τολμούσε να καταδώσει το παραμικρό υπέγραφε την καταδίκη του χωρίς καμιά διαδικασία. Κι' εφάρμοζαν απόλυτα αυτή την προειδοποίηση οι ληστές χωρίς κανένα οίκτο και καμιά αναστολή.
Εδώ, η απαίτηση των επισήμων αρχών ήταν παρατραβηγμένη. Ήθελαν από τους χωρικούς πράγματα πολύ δύσκολα και απροσπέραστα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, απαιτούσαν από τους βασανισμένους ξωμάχους, να αγνοήσουν τη σαφή και σίγουρη απειλή των ληστών και στο όνομα της επιδιωκόμενης τάξης να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλον σα σφαχτάρια, για να ευκολύνουν δήθεν το έργο της διοικητικής αρχής η οποία, επί τέλους δεν τους παρείχε την παραμικρή εγγύηση για την ασφάλεια και τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους.
Τα αποσπάσματα χωροφυλακής δεν κυνηγούσαν απ' ευθείας τους ληστές, αλλά ήθελαν δια μέσου των χωρικών να απλουστεύσουν το έργο τους. Καθιστούσαν κατά κά­ποιον τρόπο υπεύθυνους τους χωρικούς για τη δράση των ληστών. Τους εξανάγκαζαν να κυνηγήσουν και να εξοντώσουν αυτοί τους ληστές ή το λιγότερο να βρουν διάφορους δόλιους τρόπους και να τους παραδώσουν έτοιμους αν ήταν δυνατόν στα αποσπάσματα. Και η απαίτηση αυτή και ο εξαναγκασμός στην πρακτική τους εφαρμογή έπαιρναν τη μορφή ασύγγνωστης σκληρότητας.
Η συμπεριφορά των αποσπασμάτων κατά την αναζήτηση των ληστών και οι τρόποι και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν στο ανακριτικό τους έργο ήταν ασυγχώρητης αγριότητας. Το πρώτο και κυρίαρχο μέτρο ήταν ο μέχρις αιμόπτυσης και λιποθυμιάς ξυλοδαρμός. Η μέθοδος της φάλαγγας ήταν η πιο συνήθης. Σφάδαζαν και ούρλιαζαν οι ανακρινόμενοι, αλλά οι ανακριτές χτυπούσαν ανελέητα και άντεχε η ψυχή τους μέχρι να δουν το θύμα τους σε ημιθανή κατάσταση.
Κατά τον ίδιο τρόπο γινόταν και ο λεγόμενος φρονηματισμός των κατοίκων όταν κατηγορούνταν για κάποιο, οποιοδήποτε παράπτωμα ή λάθος τους.
Έτσι οι χωριάτες βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο σκληρούς δυνάστες, που ήξεραν μόνο να δέρνουν και να τιμωρούν. Πνοή φόβου και τρόμου των λιάπηδων κατέβαινε απ' τις βουνοκορφές προς τα χωριά, ίδια πνοή φόβου ανέβαινε από τα Σέρβια στα χωριά κι' αντάμωναν εκεί οι δυο τρομακτικές πνοές κι' άπλωναν και γέμιζαν τα σπίτια και τις ψυχές των χωρικών από τους γέρους ως τα νήπια.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα ανασφάλειας και αμφοτέρωθεν κινδύνων έζησαν για χρόνια οι ορεσίβιοι αυτοί πληθυσμοί και η καθημερινή κουβέντα σε κάθε σπίτι ήταν η αναφορά στα ίδια πάντα γεγονότα των κλεφτών και της παγάνας. Ποιόν πήραν σκλάβο και ποιόν χάλασαν οι ληστές, ποιους έδειραν και ποιους πήραν για εξορία τα αποσπάσματα ήταν ή καθημερινή συζήτηση των χωρικών και τα μικρά παιδιά αφουγκράζονταν και γέμιζε η ψυχή τους από αγωνία και φόβο, καθώς μάλιστα δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που σαν όμηροι χρησιμοποιούνταν τα παιδιά.
Για όλη αυτή τη θλιβερή κατάσταση δεν ήταν άμοιρο το κράτος. Δεν είναι σίγουρο αν αυτοί που στάλθηκαν εδώ για να πλαισιώσουν τις τοπικές αρχές κατάλαβαν τι ήρθαν να κάνουν. Δεν ήρθαν σαν ελευθερωτές, αλλά σαν εκπορθητές και εξουσιαστές. Δεν έφερναν μαζί τους κάποια ζεστή πνοή του νότου, που τόσο την περίμεναν οι ως τότε σκλαβωμένοι. Δεν έφεραν μαζί τους κάποια αισθήματα αγάπης και χαράς. Αντί να απλώσουν στους χωρικούς το χέρι για εγκάρδια χειραψία, τους πρόταξαν το πυροβόλο όπλο της απειλής και του τρόμου. Αντί ν' ανοίξουν τα χέρια για να αγκαλιαστούν όπως χαμένοι αδερφοί που ανταμώνουν ύστερα από μεγάλο χωρισμό και να δακρύσουν από συγκίνηση χαράς, άπλωσαν για δαρμό και για πνιγμό τα χέρια τους, κι' έτρεξε δάκρυ πίκρας και θλίψης. Μόλις που πήγαν να σηκώσουν το κεφάλι τους οι μέχρι χθες ραγιάδες και ν' ανασάνουν πια ελεύθερα, πάλι ραγιάδες τους ήθελε η νέα εξουσία και πάλι με σκυμμένο το κεφάλι.
Αλλιώς το περίμεναν το "ελληνικό" οι έρμοι κι' αλλιώς τους ήρθε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει κι' αναρωτιόνταν μήπως και επρόκειτο για κάποιο λάθος
Έφερε ο Βενιζέλος (έτσι τόλεγαν) στην περιοχή μας τους Κρητικούς χωροφύλακες, αγράμματους κι' απαίδευτους, τους έζωσε τ' άρματα και τα κουμπούρια και τους ξαμόλυσε στα χωριά και στην ύπαιθρο αδέσποτους να επιβάλουν, λέει, την τάξη και το Νόμο. Κι' άρχισαν το κυνηγητό και τους ξυλοδαρμούς κι' άλλες πολλές ασχήμιες και βιαιότητες.
Στην περιοχή, υπήρχε πράγματι σε κάποια έξαρση η πρά­ξη της ζωοκλοπής. Κτηνοτροφικός ήταν ο τόπος, εκατοντάδες τα κοπάδια, εκατοντάδες χιλιάδες τα γιδοπρόβατα, γινόταν και ζωοκλοπές που ήταν κι' αυτό κατάλοιπο της τουρκοκρατίας. Όχι όμως σε τέτοια έξαρση ώστε να προκαλείται ιδιαίτερη ανησυχία στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Μια κακή συνήθεια μάλλον που έπρεπε να κατασταλεί, αλλά διαλέχτηκε ο χειρότερος τρόπος για την καταστολή. Η βία, η αγριότητα, η απειλή, ο ξυλοδαρμός, η διαπόμπευση με όλες τις δυσάρεστες προεκτάσεις.
Ανατέθηκε από τις Αστυνομικές Αρχές σε ορισμένα άτομα του κάθε χωριού, όπως αγροφύλακες κ.λ.π. η εντολή και υποχρέωση να ειδοποιούν την Αστυνομία αμέσως μόλις γινόταν ή ακουγόταν κάποια ζωοκλοπή ή παράνομη πράξη. Πράγματι στις πρώτες κι' άλας περιπτώσεις ζωοκλοπών ή αταξιών ειδοποιήθηκε η Αστυνομία. Σε κάθε τέτοια περίπτωση όμως έβγαινε στο χωριό το απόσπασμα σε αναζήτηση του ενόχου. Αλίμονο και τρισαλίμονο ο' όποιον τυχόν στρέφονταν οι υπόνοιες της κλοπής. Άρχιζε το ανακριτικό έργο, ή τιμωρία και ο παραδειγματισμός με ανελέητο ξυλοδαρμό και όλες τις σκληρότητες.
Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση, μερικά παιδιά που εί­χαν την ατυχία να δοκιμάσουν αυτή την ανάκριση, είτε από φόβο μη ξανακατηγορηθούν, είτε από αίσθημα εκδίκησης, είτε από πληγωμένο εγωισμό, δεν άντεξαν και τράβη­ξαν προς το βουνό, όπως γινόταν και στα χρόνια της τουρκιάς. Αυτό συνέβη σίγουρα με το Γιαγκούλα. Καταγγέλθηκε κάποια ζωοκλοπή που έγινε στο χωριό Πολύρραχο. Ήρθαν οι χωροφύλακες, η υπόνοια έπεσε στι Φώτη και ακολούθησε η γνωστή ανακριτική διαδικασία. Αυτό επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά κι' όταν ύστερα από λίγο καιρό ακούστηκε πάλι ότι χάθηκε κάποιο μελίσσι, ο Φώτης δεν περίμενε ξανά τους χωροφύλακες. Άρπαξε ένα γκρα και ανηφόρισε προς το βουνό. Μάταια ο Δημονικόλας, όπου ήταν μπιστικός, παρακαλούσε να γυρίσει. Ο δεκαεξάχρονος τότε Φώτης δεν άκουγε τίποτα. Ηξερε πως σε λίγο θα τον αναζητούσαν οι χωροφύλακες. Και πράγματι ήρθαν και τον αναζήτησαν και θα τον αναζητούσαν από κει και πέρα για 10 περίπου χρόνια σε βουνά και σε λαγκάδια ως πότε σκοτώθηκε στον Όλυμπο. Μέσα σ' αυτά τα 10 χρόνια όμως η περιοχή ολόκληρη συνταρά­χθηκε. Ληστείες και χαράτσια και φονικά κι' άλλα κακά και τιμωρίες και εκτοπισμοί κι' όλες οι βιαιότητες κρατούσαν την περιοχή σε αναστάτωση. Οι ομηρίες και οι σκοτωμοί όλο και πλήθαιναν. Έδερνε ο αποσπασματάρχης Αποστόλου κι' έβριζε το Γιαγκοκύλα και φοβέριζε, ώσπου ο δεύτερος τον σκότωσε στην Τσαπουρνιά κι' αφόπλισε τους άντρες του. Κι' όταν ακούστηκε αυτό, ποιος από κει και πέρα να κουβεντιάσει άσχημα για το Γιαγκούλα; Ποιος μπορούσε να κρυφτεί και να γλιτώσει όταν δε γλίτωσε ο γενικός αρχηγός των αστυνομικών αποσπασμάτων που εί­χαν αναλάβει την φύλαξη του τόπου; Όταν ακούστηκε αυτό η σκιά του λήσταρχου γιγάντωσε και καθυπόταξε ολόκληρο το χώρο. Κι' άλλα πολλά κακά συνέβηκαν κι' οι συγγενείς και οι φίλοι του πήγαν εξορία σε μάκρυνα νησιά και πολύς κόσμος βασανίστηκε, καθώς μάλιστα και η συμπερι­φορά των αποσπασμάτων σκλήρυνε περισσότερο.
Κάπως έτσι συνέβη μάλλον και με τα άλλα παιδιά και έχουμε στην περίοδο αυτή μια ομάδα ληστών με Γιαγκούλα, Μπαμπάνη, Γκαντάρα, Μπλαντέμη, Κατσέλη, Κάλτσα και άλλους που έδρασαν στην περιοχή αυτή για πολλά χρόνια και έβαλαν τον τόπο σε οδυνηρές περιπέτειες και δοκιμασίες.
Οργανωμένα αποσπάσματα με επικεφαλείς αξιωματικούς βρισκόταν συνέχεια στην ύπαιθρο αναζητώντας τους ληστές και ζητούσαν από τους βοσκούς να τους μαρτυρηθούν που βρισκόταν, λες και είχαν οι ληστές μόνιμη κατοικία. Κι' αφού δε μαρτυρούσαν άρχιζε η ανάκριση και ο εξαναγκασμός με το γνωστό τρόπο.
Ο Βαγγέλης ο Γεωργακόπουλος και ο Θανάσης Μουσαφειρόπουλος, από το Πολύρραχο, δεκαεξάχρονα Παιδιά τότε, από μια τέτοια ανάκριση βγήκαν σακατεμένοι. Για καιρό πέρασαν τυλιγμένοι στις προβιές για να συνέλθουν κι' ακόμα ως τα γεράματα είχαν μια ευαισθησία στις Άλαγες του καιρού.
Οι χωρικοί δεν έβλεπαν καμιά διαφορά στη νοοτροπία, και στους σκοπούς μεταξύ χωροφυλάκων και ληστών. Σκότωναν οι μεν, μισοσκότωναν οι δε. Λεηλατούσαν οι μεν χειρότερα οι άλλοι. Σφαχτά, ψητά και λύτρα οι ληστές, σφαχτά κότες και πίτες και δώρα οι χωροφύλακες. Τα είχαν χάσει και τα είχαν μπερδέψει οι χωριάτες και δε μπορούσαν να διακρίνουν ποιο ήταν το κράτος και ποια η ανταρσία. Είχε καταντήσει να θεωρούν ολόκληροι πληθυσμοί για πιο ενάρετους και πιο συνεπείς τους ληστές από τα όργανα της τάξης.
Και ήταν και το επίσημο κράτος με τα αψυχολόγητα, άδικα και ανήθικα μέτρα της εξορίας και του εξοντωμού. Υποτιθέμενοι φίλοι των ληστών και συγγενείς μέχρι και του 4ου βαθμού, άνδρες και γυναίκες εκτοπίζονταν και στέλνονταν σε μάκρυνα νησιά, για να εξαναγκάσουν τους ληστές να παραδοθούν, λες και οι ληστές ήταν κατηχητόπουλα και θα συγκινούνταν από τις περιπέτειες των συγγενών. Η παπαδιά του Παπαδημήτρη στο Πολύρραχο, πρωταξαδέρφη του Γιαγκούλα, μάνα με 8 παιδιά, ειδοποιήθηκε για εξορία. Ο Παπαδημήτρης τόβαλε στις παρακλήσεις και στις προσευχές και πάνω που έκανε μια παράκληση, λαβώθηκε ο Γιαγκούλας και πιάστηκε και γλίτωσε η παπαδιά. Όταν απέδρασε όμως ο Φώτης κι' έμαθε για τις παρακλήσεις του παπά, δε λογάριασε ούτε παπά ούτε εξαδέρφη. Με την επέμβαση και παρακλήσεις της μάνας του περιορίστηκε στην ελαφρότερη ποινή, τους εξανάγκασε σε οικογενειακή αυτοεξορία. Για μήνες αναγκάστηκαν να βρίσκονται εξόριστοι στα Σέρβια με την πολυμελή οικογένεια ώσπου να του περάσει και να επιτρέψει την επιστροφή.
Κάποτε, ύστερα από επικηρύξεις των ληστών με μεγάλα ποσά και πρόσθετα μέτρα εξοντώθηκαν ο ένας μετά τον άλλον οι ληστές, μερικοί μάλιστα και παραδόθηκαν με μέ­τρα αμνηστίας και η οδυνηρή αυτή περίοδος τελείωσε και ελεύθερα πλέον τα παιδιά χωρίς φόβο μπορούσαν να παίζουν και οι μεγάλοι να ασχολούνται με τις δουλειές τους στην ύπαιθρο και να κοιμούνται από κει και πέρα στα σπί­τια τους χωρίς το φόβο του ξαφνικού και όλα τα οδυνηρά και τα δυσάρεστα πέρασαν στο χώρο των αναμνήσεων...

Πηγή: Ι.Δ. Δημόπουλου ΤΑ ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ

3 σχόλια:

  1. http://www.mikrovalto.gr/ απο αυτη την σελιδα εγινε η επικολληση ευχαριστω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. γραφουν και ενα βιβλιο απογονοι απο το σοι του γκανταρα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες