Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Η πολιτική απάθεια ως σύμπτωμα


http://eagainst.com
Η πολιτική απάθεια είναι ένα φαινόμενο που απασχόλησε και απασχολεί πολλούς διανοούμενους και κοινωνικούς επιστήμονες. Αποτελεί παθολογικό σύμπτωμα μιας κοινωνίας που χάνει την δημιουργικότητα της και σκάβει βαθειά τα θεμέλια του μαρασμού της. Αν προσπαθούσαμε να δώσουμε ένα ορισμό της πολιτική απάθειας, θα λέγαμε ότι είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία οι άνθρωποι ως σύνολο παύουν να λειτουργούν ως ενεργά πολιτικά υποκείμενα, παύουν να θεωρούν εαυτούς ικανούς να αναλάβουν την ευθύνη της λήψης αποφάσεων που καθορίζουν την ζωή τους, τέλος, παύουν να γίνονται δημιουργοί νέων αξιών, εκφραστές μιας διαφορετικής κοινωνικής θέσμισης ή οραματιστές μιας ουτοπίας του «μη-είναι-ακόμη», αγνοώντας κάθε έννοια αυτονομίας. Αντίθετα ακολουθούν μια στάση η οποία είναι παθητική, εσωστρεφής, ατομικιστική ή όπως λέει και ο Κ. Καστοριάδης προτιμούν την «ησυχία από την ελευθερία».
Το φαινόμενο της πολιτικής απάθειας δεν εξηγείται μόνο με οικονομικούς και πολιτικούς όρους, αλλά έχει κυρίως ψυχολογική βάση . Όπως φαίνεται και από την ίδια την ρίζα της λέξης, η «απάθεια» προέρχεται από το στερητικό α και το ουσιαστικό Πάθος. Η λέξη Πάθος, από το ρήμα πάσχω, στη φιλοσοφία έχει νόημα αρνητικό, δηλώνει την συναισθηματική προσκόλληση σε ένα αντικείμενο σε τόσο μεγάλο βαθμό ώστε να χάνεται η κυριαρχία την λογικής σκέψης, κάτι που φυσικά οδηγεί στην ψυχική αδυναμία και στην εξάρτηση. Ειδικά οι θετικιστικές φιλοσοφίες και η θρησκευτική μεταφυσική θεωρούν τα πάθη ως ελαττώματα που πρέπει εξαλειφθούν προκειμένου να κυριαρχήσουμε στον εαυτό μας. Αντίθετα στην ποίηση, στην λογοτεχνία, στην τέχνη, το πάθος έχει συνδεθεί με τον άκρατο ενθουσιασμό, την επιμονή στην επίτευξη ενός υψηλού στόχου, την ψυχική εκείνη διάθεση που οδηγεί στην υπέρβαση του εαυτού. Το πάσχειν έχει τραγική υπόσταση και προκαλεί στο κοινό δέος και σεβασμό για τον ήρωα που θυσιάζει και θυσιάζεται προκειμένου να πετύχει το στόχο του, ο οποίος δεν είναι στόχος εγωιστικός αλλά έχει μια κοινωνική και κοσμική διάσταση. Επομένως, η διαλεκτική του πάθους αναδύει νέες μορφές• ενώ καταστρέφει το παλιό, δημιουργεί καινούργιες αξίες και νοηματοδοτεί εξ’ αρχής τον κόσμο. Το πεδίο όμως όπου το πάθος αναδεικνύει θετικά την δημιουργικότητα του είναι η Πολιτική. Η πολιτική ως η δημιουργία νέων θεσμών και όχι ως μικροκομματικό συμφέρον. Το πάθος στην πολιτική λοιπόν όταν εκφράζει καταστροφικότητα συνδέεται με την ανατροπή μιας κατεστημένης συνθήκης. Ακυρώνει την υπάρχουσα δομή μιας κοινωνίας και αμφισβητεί την κυρίαρχη εξουσία, συνάδει με το πρόταγμα της ελευθερίας και θέτει τα θεμέλια της επαναστατικής συνείδησης. Όταν οι αρχαίοι Αθηναίοι ανέφεραν το «Αστυνόμους Οργάς» (το αστυνόμους εδώ δεν έχει καμία σχέση με τα γουρούνια, αλλά με τους νόμους του Άστεως και το Οργάς σημαίνει το πάθος, την έντονη θέληση για κάτι) εννοούσαν ακριβώς αυτό: την ενθουσιώδη ορμή για την θέσμιση των νόμων της πόλεως, ή πιο απλά την παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά. Δυστυχώς το συλλογικό «πολιτικό πάθος» δεν εκφράστηκε παρά σε ελάχιστες στιγμές της ιστορίας. Το βλέπουμε να κυριαρχεί στην δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνος, στις απαρχές της Γαλλικής επανάστασης, στις εργατικές εξεγέρσεις του 1848, στην Παρισινή κομμούνα του 1871, στη μεγάλη απεργία του 1905 στην Πετρούπολη της Ρωσίας, στα σοβιέτ του 1917 της επίσης αντιτσαρικής Ρωσίας, στην Ισπανικό εμφύλιο του 1936, το Μάη του 1968 και φυσικά σπέρματα του υπάρχουν σε πολλά αυτόνομα και αντι-εξουσιαστικά κινήματα της σημερινής εποχής.
Το ερώτημα όμως που αναδύεται είναι, γιατί το πάθος για το πολιτικό-κοινωνικό γίγνεσθαι να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα; Γιατί οι άνθρωποι αποτραβιούνται στην ιδιωτική τους ζωή και αφήνουν το κάθε τυχάρπαστο/ους να κατευθύνει/ουν τη μοίρα του; Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να μην αγωνίζονται για την χειραφέτηση τους, όταν απειλούνται τα πιο απλά, αλλά ζωτικά, συμφέροντα τους και το χειρότερο να επιδοκιμάζουν και να συναινούν στους αυταρχικούς κανόνες που τους επιβάλλονται; Τι οδηγεί τον Βίλχελμ Ράϊχ να γράφει ..«ότι εκείνο που πρέπει να εξηγηθεί δεν είναι γιατί κλέβει ο πεινασμένος ή γιατί απεργεί το θύμα της εκμετάλλευσης, ο εργάτης, αλλά γιατί δεν κλέβει και δεν απεργεί;» που φυσικά παραπέμπει στο συμπέρασμα: «Το κύριο ζήτημα δεν είναι να αποκτήσει ο πολίτης συνείδηση της κοινωνικής του ευθύνης – αυτό εξυπακούεται. Το ζήτημα είναι τι αναστέλλει, τι αναχαιτίζει τη συνειδητοποίηση της κοινωνικής του ευθύνης». Και για να μιλήσουμε για το σήμερα, τι είναι αυτό που οδηγεί εκατομμύρια ανθρώπους να θεωρούν παράφρονες και κομπλεξικούς αρχηγίσκους σαν τους μόνους ικανούς για την λύση των προβλημάτων τους και το ξεπέρασμα της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης;
Παραφράζοντας τον Νίτσε που λέει ότι πρέπει να γραφτεί μια ιστορία της «Φυσιολογίας της ηθικής», έτσι και εμείς σήμερα πρέπει να γράψουμε μια Φυσιολογία της Απάθειας. Ο Γάλλος Εtienne de la Βoetie (1530-1563), από τους πρώτους που ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό στο έργο του «Πραγματεία περί εθελοδουλείας» (εκδ. Πανοπτικόν – 2002), αδυνατεί να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο. Περιγράφει με γλαφυρό και κοροϊδευτικό τρόπο το πώς οι λαοί επιτρέπουν στον εαυτό τους να κυβερνώνται από ένα βασιλιά, ενώ θα μπορούσαν έτσι απλά, με το να μην θέλουν, να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση, χωρίς καν να χυθεί μια σταγόνα αίματος. Αναφέρει επίσης ότι οι άνθρωποι επιλέγοντας να ζουν σε αυταρχικές δομές δεν είναι ούτε άνθρωποι – καθώς η ελευθερία αποτελεί φυσική κατάσταση του είδους – αλλά ούτε και ζώα, γιατί ακόμα και τα ζώα όταν περιοριστεί η ελευθερία τους ή όταν βρίσκονται σε συνθήκες αιχμαλωσίας αντιστέκονται τόσο έντονα που φτάνουν στο σημείο να αυτοτραυματίζονται.
Επομένως η απουσία πάθους για τη πολιτική ή αλλιώς, η διαστροφή του πάθους, με την αρνητική του σημασία, ως αδυναμία ελέγχου του εαυτού μας αλλά και ως ασυνείδητη επιθυμία που πάση θυσία πρέπει να ικανοποιηθεί, βασιλεύει στις εξουσιαστικές με καπιταλιστικό προσανατολισμό κοινωνίες. Στρέφεται σε υποκατάστατα και τρέφεται από αυτά, η δε δυναμική του είναι τέτοια που εύκολα αποκτά δομικά κοινωνικά χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα ο υπερβολικός καταναλωτισμός, η θρησκεία (ειδικά εδώ διαπιστώνουμε ένα παράλογο πάθος πολύ έντονο και διαδεδομένο που ξεπερνάει κάθε φαντασία), η προσήλωση στα κόμματα, το lifestyle και ο εμπορικός αθλητισμός (ποδόσφαιρο κλπ.). Δεν θα ήταν παράλογο αν λέγαμε ότι ολόκληρη η οικονομία και η θέσμιση της βασίζεται σε αυτού του είδους τα αρνητικά πάθη. Το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας με όλες τις αλλοτριωτικές της συνέπειες αναλίσκεται ακριβώς πάνω στην παράλογη ικανοποίηση των παραπάνω ψευδο-αναγκών. Φαίνεται ότι το πάθος του οικονομισμού σκοτώνει το πάθος για ελευθερία. Δεν είναι δύσκολο επομένως να καταλάβουμε ότι αυτά τα πάθη καλλιεργούνται από την ίδια την κοινωνία που αναπόφευκτα δημιουργούν και τις αντίστοιχες δομές, την ιεραρχία, τις σχέσεις ανταγωνισμού και εξουσίας, για χάρη των οποίων οι άνθρωποι αναγκάζονται να θυσιάσουν κάθε έννοια πολιτικής χειραφέτησης και προτάγματος της αυτονομίας. Την ίδια στιγμή, η κυρίαρχη εξουσία εκμεταλλευόμενη αυτή τη κατάσταση καλλιεργεί μέσα από την εκπαίδευση, την οικογένεια, τη θρησκεία και τα ΜΜΕ τα ατομικά υπερ-εγώ, τις ασυνείδητες δηλαδή παραστάσεις που έχουν υφή καταναγκασμού και που ταυτίζονται με τα παραπάνω πρότυπα ώστε να τα αναπαράγουν.
Οι Μαρξιστές δεν έδωσαν ποτέ σημασία στη κοινωνιολογία της απάθειας. Δεν αναγνώρισαν ποτέ αυτό το φαινόμενο, αν και υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να διαπιστώσουν ότι η απάθεια ως ένα βαθμό απορρέει από την αλλοτρίωση που γεννούν οι παραγωγικές σχέσεις. Μάλλον οι μαρξιστές ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για την κυριαρχία της πρωτοπορίας του κόμματος παρά για το πώς σκέφτονταν και αισθάνονταν οι μάζες ώστε να οδηγηθούν γρηγορότερα στην επανάσταση. Θεώρησαν την επανάσταση ως μια κοινωνική πρακτική που θα την έφερνε το πλήρωμα του χρόνου με γραμμικό και αιτιοκρατικό τρόπο.
Από την άλλη ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αν και γενικά θεωρεί ότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη φύση στο άνθρωπο, με την έννοια της αναλλοίωτης ουσίας, στα ώριμα έργα του πιστεύει ότι ο άνθρωπος είναι κατά βάση οκνηρός, ότι από τη φύση του ρέπει σε συμπεριφορές που τον καθιστούν παθητικό και αδιάφορο. Προφανώς ο μεγάλος διανοητής της αυτονομίας κουράστηκε να αντικρίζει τους ανθρώπους να προτιμούν τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες και τα φανταχτερά αμάξια από τον αγώνα για την ελευθερία, που θα τους εξασφάλιζε όχι καλύτερα μεροκάματα και καλύτερες συνθήκες εργασίας, αλλά την ίδια τη συμμετοχή τους στην διαμόρφωση των θεσμών, κάτι που αυτή τη στιγμή που μιλάμε γίνεται από μια ομάδα αμόρφωτων, κερδοσκόπων και πολιτικά ανίκανων εξουσιαστών. Κατέληξε δε σε αυτό το συμπέρασμα ύστερα από δεκαετίες αγώνων σε όλα τα επίπεδα.
Το ερώτημα λοιπόν της πολιτικής απάθειας παραμένει ανοικτό και θα πρέπει να απασχολήσει όλους όσους θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά με το ζήτημα της κοινωνικής χειραφέτησης. Οφείλουμε να δούμε την κοινωνική επανάσταση όχι σαν μια αναλαμπή της ιστορίας που πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα, αλλά ως διαδικασία θεσμική, ως πραγματικότητα της καθημερινής ζωής που συντελείται με αστείρευτη ενέργεια, δημιουργικότητα, φαντασία και φυσικά πάθος για ζωή και ελευθερία.

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Η πραγματική αξία χρήσης μετατρέπει το εμπόρευμα σε απλό τεχνούργημα (gadget)

Ζαν-Κλωντ Μισεά – Το εμπόρευμα που γίνεται κόσμος



3_Mayıs_1968_Renault_fabrikasında_işgal_oylaması2
http://www.respublica.grΑυτή η φυσική τάση της ανταλλακτικής αξίας –ύστερα από έναν ορισμένο βαθμό ανάπτυξης του καπιταλιστικού συστήματος– να χειραφετείται σιγά-σιγά από κάθε πραγματική αξία χρήσης μετατρέπει το εμπόρευμα σε απλό τεχνούργημα (gadget), η κατανάλωση του οποίου γίνεται καθαρά επιδεικτική και η ψευδής ανάγκη του οφείλεται κατ’ αρχήν στο ότι κατασκευάστηκε από τη βιομηχανία της μόδας, της διαφήμισης και της ψυχαγωγίας – πριν βρει τη βάση της εξάπλωσής του στους αιώνιους νόμους της μιμητικής επιθυμίας. Αυτό εξηγεί, σε μεγάλο βαθμό, και τις αυξανόμενες πολιτικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα το παλαιό κίνημα χειραφέτησης των ατόμων και των λαών. Όσο η διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου έβρισκε ακόμα τα πρωταρχικά στηρίγματά της στην παραγωγή στέρεων εμπορευμάτων, επισκευάσιμων και, τις περισσότερες φορές, σχεδιασμένων για να ικανοποιούν αληθινές ανθρώπινες ανάγκες –ή πραγματικές προσωπικές επιθυμίες– (ανάγκες και επιθυμίες των οποίων ο συγκεκριμένος ορισμός απαιτεί, σε κάθε περίπτωση, μια ελάχιστη φιλοσοφική συμφωνία ως προς την έννοια της ευτυχίας και της καλής ζωής), παρέμενε, όντως, δυνατό να δεχτούμε, σε γενικές γραμμές, την υπάρχουσα τεχνολογική πρόοδο και, κυρίως, να συλλάβουμε με όλη την απαιτούμενη ενάργεια το νόημα της συνδικαλιστικής πάλης και του σοσιαλιστικού αγώνα. Για παράδειγμα, οι εργαζόμενοι που ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν εναντίον του κλεισίματος μιας επιχείρησης που κατασκεύαζε ποιοτικά έπιπλα, εξαιρετικά συστήματα φωτισμού ή ανθεκτικές συσκευές θέρμανσης, απλές και αποτελεσματικές, δεν είχαν την παραμικρή δυσκολία να πεισθούν ότι υπερασπίζονταν, έτσι, περήφανα, το επάγγελμά τους και τη δεξιότητά τους, καθώς και ότι προάσπιζαν, ταυτόχρονα, το συμφέρον ολόκληρης της κοινότητας (γεγονός για το οποίο είχαν απόλυτο δίκιο). Και στην πλειονότητά τους ήταν απόλυτα ικανοί να φανταστούν έναν κόσμο όπου, κάποια μέρα, θα μπορούσαν να πάρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους και να ελέγχουν συλλογικά αυτή την παραγωγή, με τρόπο ώστε να αναπροσανατολίσουν τις μεθόδους της προς το συμφέρον όλων και όχι απλώς για το κέρδος μερικών (δεν είναι τυχαίο που η διεκδίκηση της αυτονομίας από τους πρώτους σοσιαλιστές εργάτες είχε ακριβώς ανακύψει σε μια εποχή όπου η συσσώρευση του κεφαλαίου διατηρούσε ακόμα μια προφανή σχέση με τις έννοιες της τέχνης και της αξίας χρήσης).
Από τη στιγμή, αντίθετα, που το καπιταλιστικό σύστημα –για να μπορέσει να ξεπεράσει την εγγενή του «κρίση αγορών» (καθώς επίσης και για να εκτρέψει τους εργαζόμενους της εποχής από την αυξανόμενη επαναστατική κριτική τους)– αναγκάστηκε να μπει στην εποχή της μαζικής κατανάλωσης και της πίστωσης (που στοχεύει, κυρίως, στο να μεταθέσει στο μέλλον τα προβλήματα που συνδέονται με αυτή τη δομική κρίση των αγορών), τα πολιτικά δεδομένα έπρεπε υποχρεωτικά να μεταβληθούν. Ο καπιταλισμός (έχοντας απελευθερωθεί από όλους τους αρχικούς ηθικούς και θρησκευτικούς του περιορισμούς) κατέληξε να μετασχηματιστεί σε ένα σύστημα αξιολογικά ουδέτερο, όπου ο καθένας –σύμφωνα με τη ρήση του Φρίντριχ Χάγιεκ– πρέπει να είναι «ελεύθερος να παράγει, να πουλάει ή να αγοράζει ό,τι είναι δυνατόν να παράγεται ή να πωλείται» (με άλλα λόγια, να πουλά το οτιδήποτε στον οποιονδήποτε). Αυτή η νέα του μορφή ανάπτυξης καθιστά κάθε μέρα και πιο απατηλή την ιδέα (πάντα το ίδιο ελκυστική, στις μέρες μας, στον Αντόνιο Νέγκρι και τον Αλέν Μπαντιού) σύμφωνα με την οποία η «φυσική» ανάπτυξη της εμπορευματικής κοινωνίας τείνει αφ’ εαυτής να προετοιμάζει την «υλική βάση του σοσιαλισμού».
Πρώτον, επειδή η «πτωτική τάση της αξίας χρήσης» (Γκυ Ντεμπόρ) οδηγεί μοιραία στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας που όλο και απομακρύνεται από τις πραγματικές προϋποθέσεις μιας ανθρώπινης ζωής αντάξιας του ονόματός της: Τι είδους χειραφέτηση θα μπορούσε, πράγματι, να γίνει, σε έναν κόσμο εντελώς ρημαγμένο από το μπετόν, τη βιομηχανική γεωργία, τα πυρηνικά απόβλητα, την πανταχού παρουσία του αυτοκινήτου και των αερομεταφορών ή τον αδιάκοπο πολλαπλασιασμό τεχνουργημάτων, τόσο εξεζητημένων όσο και άχρηστων και αλλοτριωτικών;
Δεύτερον, επειδή η αυξανόμενη ανάγκη να επιβληθεί στους ανθρώπους, που έχουν γίνει απλοί «καταναλωτές» –και ιδίως στους πιο νέους–, η χρήση προϊόντων και υπηρεσιών για τις οποίες δεν έχουν την παραμικρή πραγματική ανάγκη (εκτός από το να αντισταθμίζουν το ψυχολογικό κενό μιας ύπαρξης αφιερωμένης στην κατανάλωση), απαιτούσε λογικά τη διαμόρφωση μιας καινούργιας μεσαίας τάξης. Αρκεί να αναλογιστούμε τη φιγούρα του «νεαρού δυναμικού στελέχους» στη λογοτεχνία της δεκαετίας του 60 –από Τα πράγματα (Les Choses) του Ζωρζ Περέκ ως Τις ωραίες εικόνες (Les Belles Images) της Σιμόν ντε Μπουβουάρ–, η θεαματική ανάπτυξη αυτής της νέας μεσαίας τάξης, που –στη Γαλλία– ξεκινά ήδη την επαύριο της Απελευθέρωσης, αντιστοιχεί πάνω απ’ όλα στην «τεράστια επέκταση των τμημάτων της στρατιάς διανομής και εγκωμιασμού των σύγχρονων εμπορευμάτων» (Γκύ Ντεμπόρ). Όμως, οι «μοντέρνες» και «διατέμνουσες» ικανότητες, που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία αυτών που ανήκουν στις καινούργιες μεσαίες τάξεις –αν εξαιρέσουμε τους αληθινούς ερευνητές, τεχνικούς ή καλλιτέχνες–, δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να έχουν οποιαδήποτε πραγματική χρησιμότητα έξω από μια κοινωνία βασισμένη στην υπεροχή της ανταλλακτικής αξίας (όπως είναι, προφανώς, η περίπτωση, όσων εργάζονται σήμερα στη διαφήμιση, στο «νέο μάνατζμεντ» ή στη βιομηχανία των «μέσων μαζικής αποπληροφόρησης» και της mainstream κουλτούρας). Επιπλέον, αυτές οι καινούργιες μεσαίες τάξεις –οι οποίες αναπτύσσονται, σήμερα, σε όλες τις μεγάλες μητροπολιτικές ζώνες του πλανήτη– τείνουν κατ’ ουσίαν να συμπεριλάβουν όλους τους «υποκείμενους στην καπιταλιστική ηγεμονία φορείς της» (Αντρέ Γκορζ). Αναπόφευκτα, λοιπόν, καταλήγουν σταδιακά να μεταβληθούν –υπό την επίδραση της αντιφατικής κοινωνικής τους θέσης και της ένοχης συνείδησης που συνήθως τη συνοδεύει– σε μία από τις προνομιακές εκλογικές βάσεις της νέας φιλελεύθερης αριστεράς. Ως εκ τούτου, αποτέλεσαν το κύριο κοινωνιολογικό στήριγμα αυτού του πολιτισμικού φιλελευθερισμού που υπήρξε το –αδιαφιλονίκητο και αναντίρρητο– πνεύμα της εποχής της Κοινωνίας του Θεάματος.
Το πρόβλημα είναι ότι η καταστατική πίστη της αριστεράς σε ένα «νόημα της ιστορίας» (την αυτόματη, μεγαλειώδη προέλαση του ανθρώπινου είδους, από την εξοργιστική αρχική «βαρβαρότητα» –τους Ντογκόν και τους Γιανομάμι– στη θαυμαστή δυτική νεωτερικότητα – τον Στηβ Τζομπς, τους πυρηνικούς αντιδραστήρες και τις Techno Parade) αυτής της, τόσο λογικής παρά ταύτα, εξέλιξης του καπιταλισμού. Πράγματι, ήταν ήδη ψυχολογικά δύσκολο, για έναν «άνθρωπο της προόδου», να δεχτεί την παλιά σοσιαλιστική ιδέα σύμφωνα με την οποία τα άτομα «υποχρεώθηκαν να θυσιάσουν το καλύτερο κομμάτι της ανθρώπινης ιδιότητάς τους για να επιτελέσουν τα θαύματα του (σύγχρονου βιομηχανικού) πολιτισμού» (Ένγκελς).
Αλλά κανένας «συνεπής» προοδευτικός (δηλαδή, βαθιά πεπεισμένος πως στο παρελθόν τα πάντα ήταν χειρότερα, σε όλους τους τομείς) δεν θα μπορούσε να δεχτεί δίχως τρόμο την –ωστόσο καινούργια– ιδέα ότι, στο εξής, ένα αποφασιστικό και, κυρίως, διαρκώς αυξανόμενο μέρος του υλικού «πλούτου», του παραγόμενου από τον νέο καπιταλισμό της κατανάλωσης (προφανώς δε, και από τον «απελευθερωμένο» τρόπο ζωής, που αποτελεί την κρυμμένη πολιτισμική όψη του, και η οποία είχε γεννηθεί στις ΗΠΑ μερικές δεκαετίες νωρίτερα), στην πράξη, υπονομεύει καθημερινά όλο και περισσότερο τη δυνατότητα οικοδόμησης μιας αξιοπρεπούς σοσιαλιστικής κοινωνίας. Εξ ου και η ακλόνητη, σήμερα, βεβαιότητα –που βρίσκεται στα θεμέλια κάθε σύγχρονης αριστερής ευαισθησίας– ότι κάθε αρνητική κριτική στις συνέπειες αυτού του μόνιμου οικονομικού, ηθικού και πολιτιστικού εκσυγχρονισμού, τον οποίο προκαλεί αναγκαστικά ο καπιταλισμός της κατανάλωσης –με εναρκτήριο λάκτισμα το σχέδιο Μάρσαλ και την «ένδοξη τριαντακονταετία»– δεν μπορεί παρά να προέρχεται από μια ένοχη «νοσταλγία» για έναν κόσμο «εξαφανισμένο» ή από μια θλιβερή «αντιδραστική» τάση προς την «αναδίπλωση» και τον «φόβο του άλλου». Σα να λέμε ότι ο Ζακ Τατί ή ο Ζαν-Ζακ Σανπε έχουν γίνει σύμβολα όλων αυτών των «εμετικών» ιδεών που θα μπορούσαν, κάποια μέρα, να μας οδηγήσουν στις «πιο σκοτεινές ώρες της ιστορίας μας»! Είναι μάταιο, λοιπόν, υπ’ αυτές τις συνθήκες, να αναζητήσουμε αλλού την κύρια φιλοσοφική αιτία της προσχώρησης, σήμερα οικουμενικής, της μοντέρνας αριστεράς στη λατρεία της ανάπτυξης, της «ανταγωνιστικότητας» και της παγκοσμιοποίησης. Και κατά συνέπεια, να αναζητήσουμε και τον λόγο της συνακόλουθης εγκατάλειψης κάθε κριτικής –έστω και μερικής– στον κόσμο του Εμπορεύματος και του Θεάματος. Αυτή ακριβώς η φιλοσοφική ανικανότητα της ορθόδοξης αριστεράς να αντιληφθεί την επαναστατική φύση της καπιταλιστικής ανάπτυξης (ποτέ, στην ιστορία της ανθρωπότητας, ένα κοινωνικό και πολιτικό σύστημα δεν είχε –σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα– αλλάξει σε τέτοιο βαθμό την όψη ολόκληρη του κόσμου) εξηγεί επίσης το γιατί ο ίδιος ο χρόνος δουλεύει πλέον όλο και περισσότερο (αντίθετα απ’ ό,τι φαντάζονταν οι παλιοί προοδευτικοί) εναντίον της ελευθερίας και της πραγματικής ευημερίας των ατόμων και των λαών.
Έχει καταστεί σαφές ότι όσο καθυστερούμε να αποκαταστήσουμε τις θεωρητικές και πρακτικές συνθήκες μιας επιστροφής στις ιδρυτικές ενοράσεις της πρωταρχικής σοσιαλιστικής κριτικής (φροντίζοντας, εννοείται, να επικαιροποιήσουμε τη μορφή και το περιεχόμενό της), τόσο περισσότερο ο παρακμιακός κόσμος, που δημιουργείται σήμερα μπροστά στα μάτια μας, θα κάνει όλο και πιο δύσκολο, αργό και επίπονο τον απαραίτητο μετασχηματισμό ενός όλο και μεγαλύτερου μέρους των σημερινών «απασχολήσεων» σε ανθρώπινες δραστηριότητες, πραγματικά δημιουργικές και αληθινά χρήσιμες σε όλους (γνωρίζοντας, φυσικά, πως τα πάντα θα πρέπει να γίνουν με τέτοιο τρόπο –όσος χρόνος κι αν απαιτηθεί– ώστε ο απλός κόσμος να μην υποφέρει πολύ από το υλικό και ψυχολογικό κόστος ενός τέτοιου μετασχηματισμού) Με τον επιπρόσθετο κίνδυνο, αν όντως η συνειδητοποίηση των λαών καθυστερήσει υπερβολικά, πως η ίδια η ιδέα μιας αξιοπρεπούς κοινωνίας –με άλλα λόγια, μιας κοινωνίας ταυτόχρονα ελεύθερης, ισόνομης και συμβιωτικής (και μια κοινωνία όπου κάποιοι έχουν τη δύναμη να διαθέτουν κατά βούληση τον χρόνο και τη ζωή των άλλων δεν ανταποκρίνεται βεβαίως σε αυτά τα κριτήρια)– θα καταλήξει, σε βάθος χρόνου, να θεωρείται πλέον αδιανόητη. Έτσι αναλογιζόμαστε το εύρος και την επιτακτικότητα του έργου που περιμένει σήμερα τους φίλους των εργαζομένων και του ανθρώπινου είδους. Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα: η φράση αυτή ποτέ δεν ήταν τόσο επίκαιρη.
* Ζαν-Κλωντ Μισεά, Τα μυστήρια της Αριστεράς: από το ιδεώδες του Διαφωτισμού, στον θρίαμβο του απόλυτου Καπιταλισμού (μτφρ. Στράτος Ιωαννίδης), Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2014, σελ. 97-108.

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ, Ο ΛΟΡΚΑ ΚΙ Ο ΕΛΥΤΗΣ

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ, Ο ΛΟΡΚΑ ΚΙ Ο ΕΛΥΤΗΣ

ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ, Ο ΛΟΡΚΑ ΚΙ Ο ΕΛΥΤΗΣ

ΜΑΚΡΗ ΔΩΡΑ





Παρουσίαση

...Κι ήρθε η μέρα, που τα μάγια έπρεπε να λυθούν, αφού η κόρη έκλεινε πια τα δεκαοχτώ. Έπρεπε να βγει από το δώμα, να περπατήσει μαζί με τους άλλους ανθρώπους. Γεμάτη σοφία από την πολύχρονη μελέτη, θαρρούσε, πως όλο τον κόσμο γνώριζε. Η πόρτα άνοιξε και θέλησε να ορμήσει έξω, χαρούμενη. Σκέφτηκε, ότι είχε μελετήσει τους ανθρώπους από χιλιάδες περπατησιές. Είχε όμως ξεχάσει. Τη δική της.
Κι εκεί απόμεινε μετέωρο το γυμνό πέλμα της, μα ύστερα, αργά-αργά, άρχισε να κατεβαίνει στη γη. Κι ήταν σαν να ταράχτηκε συθέμελα το κορμί της στην πρώτη επαφή με το φρέσκο χώμα. Κάθε κύτταρο της καμάρας της γεύτηκε τη γη για πρώτη φορά. Ανιχνευτικά με φόβο στην αρχή κι ύστερα με βιασύνη. Και μια χαρά ανείπωτη. Για την πρώτη της φορά.
Οι Μοίρες παρατηρούσαν σκεφτικές. Ήταν η ώρα τους να φύγουν. Κι εκεί άφησαν ένα τελευταίο χαμόγελο.
«Τώρα είσαι έτοιμη» της είπαν, «για τη ζωή».
- Να περπατάς γερά, φώναξε η πρώτη.
- Να περπατάς, χωρίς φόβο, έκανε η δεύτερη,
- Να περπατάς, πάντα ως το τέλος, ευχήθηκε η τρίτη. Και χάθηκαν στο δάσος. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Περιεχόμενα

Πρόλογος
Α' ΜΕΡΟΣ Παραμυθίες
1. Το Παραμύθι κι οι περπατησιές
2. Οι άνθρωποι ξωκλήσια
3. Ευγνωμοσύνη
4. Θάλασσα, πικροθάλασσα
5. Πνιξ'το στο καζάνι!
6. Τωρινή, παντοτινή αγαπημένη
7. Το όνειρο
8. Κληρονομιά
9. Ένας λύκος
10. Το διάσελο
11. Τα παρατημένα
12. Τα παιδιά μου
13. Το κρεβάτι
14. Τα παπούτσια
15. Οι κλωστές του αργαλειού
16. Το δέντρο της ζωής
17. Επισκέπτες
18. Χρονικό μιας κηδείας
19. Το σημάδι
20. Το θαύμα
21. Τέλειος κόσμος
22. Η ρόκα της ζωής
23. Η ντιζέζα
24. Ο παππούς και οι ληστές
25. Ο χαρατσής και το τατουάζ
26. Οι Πόντιοι, ο κεμεντζές τους κι εμείς οι άλλοι
27. Το χαμόγελο μιας απόψυξης
28. Το μαράζι
29. Τα μάγια
30. Το μαχαίρι
31. Το χαστούκι της πολιτικής
32. Νοσταλγία
33. Η λογική και η καρ(υ)διά
34. Το καλό και το Κακό
35. Ελενίτσα και Ελένη
36. Ο ιππότης
37. Ο Τάφος του Βουτηχτή
38. Οι λεύκες, ο Λόρκα κι ο Ελύτης
39. Παλλίρροια
40. Τα θρησκευτικά
Β' ΜΕΡΟΣ Τα χαρμόλυπα
41. Το σεξ
42. Τα τσιτάτα
43. Μαύρα γυαλιά
44. Κλιμακτήριος
45. Η απιστία
46. Τα γενέθλια της Μάνας
47. Τα φινετσάτα κορίτσια
48. Ο μανάβης
49. Αλμοδοβαρίτιδα
50. Χριστουγεννιάτικο σούσι
51. Η μητρότητα
52. Εφηβεία
53. Το δικό μου Ισλάμ
54. Χωρίον Λιβαδερόν
55. Η πράσινη
56. Ο Αριστοτέλης της Κόρντοβας
57. Ο δημοσιογράφος
58. Η ζαρτιέρα
59. Το κεχρί
60. Φροϊλάιν Λόιμπεργκ
61. Ανθρωποπαγίδες
62. Τραχανάς
63. Μπαμπάδες θυγατέρων
64. Οχάιο-Μαδρίτη
65. Πρόταση γάμου
66. Άντρας
67. Μια μέρα
Λεπτομέρειες
ISBN139789605790516
ΕκδότηςΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ
Χρονολογία ΈκδοσηςΜάρτιος 2016
Αριθμός σελίδων312
Διαστάσεις21x14

Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Λιβαδερόν ή Μόκρο


Εκτύπωση

Χωρίον Λιβαδερόν...

www.mikrovalto.grτης Δώρας Μακρή
libadero316Το χωρίον , βρίσκεται στο όριο μεταξύ νομού Κοζάνης και νομού Λαρίσης. Ψόφος, κρύο το χειμώνα, ζέστη και δροσιά το καλοκαίρι. 1050μ. το υψόμετρό μας... Όλα τα κόβουμε εκεί, αφού τα φωνήεντα μας περισσεύουν και το στόμα παραμένει κλειστό και λένε ότι μιλάμε σαν ρώσοι.

Σφυρίζουμε τα σύμφωνα κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Ορεσίβιοι "ουγκ" άνθρωποι είμαστε, κτηνοτρόφοι, μετανάστες, γεωργοί και διατηρούμε στο ακέραιο τα αλλοπρόσαλλα πολιτικά μας φρονήματα.
Χαρτοπαίζουμε στα καφενεία για το πρωτοχρονιάτικο έθιμο από Οκτώβρη μέχρι Μάρτη που κλείνουμε γίδια και πρόβατα στα χειμαδιά. Κάνουμε παρέα με κατσίκια, πρόβατα και τσομπανόσκυλα και θυμοσοφούμε, αγναντεύοντας τον Αμάρμπι (παρυφές Ολύμπου). Διατηρούμε τα έθιμά μας και την παράδοσή μας που είναι ΜΟΝΑΔΙΚΑ στον πλανήτη του ...χωριού μας! Όλα τα διπλανά χωριά έχουν ακριβώς τα ίδια, αλλά τα δικά μας είναι καλύτερα!.. Μεγιστοποιούμε τη σημασία που έχουν για την ύπαρξή μας τα θερινά πανηγύρια μας και ακούμε αρμόνιο και τσιριχτό κλαρίνο και φωνάρες από κάτι τραγουδιστές με ζελ στο μαλλί και γυαλιστερά κοστούμια. Τα ηχεία στη διαπασών, πίνουμε, τρώμε και καθόμαστε μόνο σε πλαστικές καρέκλες.
Τα παιδιά των μεταναστών μας, ομιλούν την " μοκριωτικήν", τι κι αν ενδύονται με Αρμάνι και Βερσάτσε και πάνε σε ελβετικά σχολεία. Διότι είμαστε πατροπαράδοτοι τύποι...
Είμαστε, βιαίως φιλόξενοι και ψωμί να μην έχουμε να φάμε, δίνουμε το καλύτερο πιάτο μας στον ξένο... Κοροϊδεύουμε εαυτούς και αλλήλους, διότι ναι, υπάρχει πάλη των τάξεων και στο Λιβαδερό! Έχει να κάνει με το μέγεθος της κατοικίας μας και αναλόγου ΕΝΦΙΑ, τον αριθμό γιδοπροβάτων και προσφάτως και με βιολογικά προϊόντα. Γινόμαστε πολιτικό προπύργιο ανάλογα με το ποιος κυβερνά.
Στα παραδοσιακά καφενεία, ακόμα δεν δεχόμαστε γυναίκες, αλλά έχουμε και μικτές καφετέριες αλλά και θερινά μπαράκια υπέροχα και πάνε εκεί. Κι οι γιαγιάδες έξω από τα μπαράκια τα καλοκαίρια κρατούν στασίδι για να μαζέψουν τα εγγόνια, που οι γονείς, τους έχουν αναθέσει να φυλάγουν.Οι γιαγιάδες έχουν προτεραιότητα και δεν πληρώνουν είσοδο για ποτό, αφού αποτελούν τον φόβο και τρόμο του πιτσιρικά, που κάνει "πόρτα".
 Τα ζαρζαβατικά μας μυρίζουν, όπως της γιαγιάς μας κι ευτυχώς πλέον Ντιτιτί δεν χρησιμοποιούμε στα χωράφια μας, γιατί το απαγόρεψαν, ως δηλητήριο! Δανειζόμαστε από τους αλβανούς, που ήρθαν πεινασμένοι και κυνηγημένοι προ δεκαετιών και έκαναν τις χειρωνακτικές δουλειές, που εμείς βαριόμασταν. Κι επειδή τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια, που κλείνουν τα καλύτερα σπίτια, έχουν κλείσει και τα δικά μας, δανειζόμαστε από αυτούς.
 Όλες οι άνω των πενήντα γυναίκες μας, βάφουν το μαλλί τους στο ίδιο σκούρο καστανό χρώμα διότι η Λορεάλ και η Γκαρνιέ δεν φέρνουν άλλα χρώματα στην κομμώτριά μας. Οι πιο νέες πηγαίνουν κομμωτήριο στην Κοζάνη, αφού οδηγούν κιόλας.
Στα Πευκάκια, πίσω από το Γυμνάσιο, όπου παλιά πήγαιναν ραντεβού, όλα τα ζευγαράκια, τώρα κυκλοφόρησε η φήμη, ότι υπάρχουν άγρια θηρία, λιοντάρια, πίθηκοι, αρκούδες και λοιπά τέρατα.. Πάω στοίχημα ότι κάποιος απατημένος το κυκλοφόρησε, διότι, πού να βρεθούν λιοντάρια στα Χάσια;!! Και τις αρκούδες των γύφτων, τις μάζεψε όλες στο Νυμφαίο ο Μπουτάρης κι έτσι δεν έχουμε πλέον. Κι αυτός , βρε παιδί μου, ο Μπουτάρης, παντού ανακατεύεται! Τα άφραγκα ζευγαράκια, πηγαίνουν τώρα στα ξωκλήσια αφού ακόμα και τις αχυρώνες-όπου είχε και μια ζέστη το άχυρο-τις έχουν γκρεμίσει όλες!
Ευτυχώς πλέον, πάψαμε να αγοράζουμε μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων για να βρούμε κατοχικές λίρες, αφού δεν έχει μείνει βουνό για βουνό, που να μην το έχουμε ψάξει...Κάτι νύχτες μάλιστα σκοντάφταμε με τους φακούς ο ένας πάνω στον άλλον και κάναμε τους αδιάφορους. Κάποιοι για τους οποίους λένε ότι βρήκαν λίρες, επειδή έφτιαξαν καινούργια σπίτια, φθόνος είναι, αφού ακόμα στο χωριό μένουν κι αν έχουν αλλάξει ρούχο από την Κατοχή, εμένα να με φτύσεις!
Οι γυναίκες, τώρα πια για να ενημερωθούν δεν βγάζουν τα ψάθινα καρεκλάκια στο δρόμο για να κόβουν κίνηση με το εργόχειρο ανά χείρας. Αυτά τα έκαναν οι παλιές. Εμείς, τώρα βλέπουμε όλη μέρα τηλεόραση και το τηλέφωνο παίρνει φωτιά. Έχουμε, ωραία σπίτια αφού το ελβετικό φράγκο, ρέει άφθονο για να μη μας περνάτε για παρακατιανούς και φτωχούς, όπως ήμασταν κάποτε.
Ντιζέζες, πλέον δεν έχουμε, γιατί οι νέοι δεν πάνε στα μαγαζιά, που τις φέρνουν κι αυτές μόνο για τους παππούδες, δεν έρχονται. Αυτό βοήθησε πολύ να ενισχυθούν οι συζυγικοί δεσμοί γιατί αφού δεν έρχονται, οι οικογένειες είναι πιο μονοιασμένες.Τα νέα τα παιδιά είναι όλη μέρα στο ίντερνετ κι εκεί οι ντιζέζες είναι καλύτερες! Και μόνο άμα πέφτει το τηλεφωνικό δίκτυο, μας λένε και καμιά κουβέντα και τους φεύγει το αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλα.
Πολιτικά (της πόλης) μιλούμε μόνο, όταν πάμε στους γιατρούς στην Κοζάνη ή στη Θεσσαλονίκη γιατί είναι καλύτεροι από τον αγροτικό μας. Πάλι όμως δεν μας καταλαβαίνουν, όταν μιλάμε! Δείτε λοιπόν πόσο πιο πολύ κοντά είναι η γλώσσα μας στα αρχαία ελληνικά:
Το ρήμα " είμαι" κλίνεται ως εξής: ίμι, ίσι, ίντους, (ίντιν), ίμιστι, ίστι, ίντς, (ίντις)
Έχουμε πολιτιστικό σύλλογο, χορωδία, πολλούς γραμματιζούμενους, που ζουν εκτός χωριού, αλλά τα καλοκαίρια πάντα έρχονται.Διαθέτουμε επίσης και ποδοσφαιρική ομάδα, την Αναγέννηση! Όποιος δεν υποστηρίζει την Αναγέννηση, στηρίζει τον ΠΑΟΚ που είναι θρησκεία και εμείς κυκλοφορούμε τα παιδιά μας στο χωριό ως Παοκάκια νίντζα! Η υπογράφουσα έφαγε πολύ ξύλο μικρή από τα ξαδέλφια της, διότι τολμούσε να δηλώσει Ολυμπιακός, χωρίς να τον γνωρίζει και απλά της άρεσε το κόκκινο χρώμα. Γι αυτό στα νιάτα της, της βγήκε, πάλι λόγω χρώματος, μια ΚΚΕ διάθεση, που όμως δεν της άρεσε, γιατί ο καθοδηγητής ήταν από τα Τρίκαλα και το ακσάν του ήταν χειρότερο από του χωριού της.
Εμείς, αυτοί είμαστε, αυτό είναι το χωριό μας, το προπύργιο των πύργων, όλης της οικουμένης. Και είναι μοναδικό! Κι αν σας αρέσουμε!
Από το βιβλίο της Δώρας Μακρή
"ΟΙ Λεύκες, ο Λόρκα και ο Ελύτης"
που μόλις κυκλοφόρησε…
dora makri_16213_316_3Η Δώρα Μακρή γεννήθηκε στη Ζυρίχη της Ελβετίας από γονείς μετανάστες (από το Λιβαδερό Κοζάνης) και σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ζει στη Μαδρίτη, πάνω από είκοσι χρόνια και εργάζεται ως ανταποκρίτρια της ΕΡΤ.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

«Ο έρωτας αγνοεί την ανταλλακτική σχέση.

Η Βίβλος των Ηδονών…



http://odofragma-skas.blogspot.gr/2016/04/blog-post_46.html

«Ο έρωτας αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του». «Άν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας. Μην ελπίζετε να κρίνει και να κυβερνήσει, γιατί αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του. Όντας το κέρας της Αμάλθειας της σεξουαλικότητας, εκφράζει καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο στον κόσμο του ευνουχισμού τη θέληση για ζωή και την υπέροχη αγριάδα της.

Αν πάντως, οι εραστές που χτες λατρευόταν, χωρίζουν ξαφνικά μέσα στο μίσος και στην περιφρόνηση, η αιτία δεν βρίσκεται σε κάποιον αναλλοίωτο νόμο της παρακμής, σε κάποια αδυσώπητη μοίρα της κούρασης. Προέρχεται από τη μέγγενη των ανταλλαγών, που μαραίνει τα πάθη, σβήνει τις φλόγες της καρδιάς, πνίγει τις παρορμήσεις.
Αντί να μείνουν άπληστοι για τα πάντα μέχρι την εσχατιά του κορεσμού, να που οι εραστές επικαλούνται το καθήκον, απαιτούν αποδείξεις, αναζητούν μια παραγωγικότητα της στοργής. Επιβάλλονται νόρμες συνοδευόμενες από την απαίτηση της αυστηρής τήρησής τους, δεν γίνεται πια ανεκτή η απερίσκεπτη λήθη, η αδεξιότητα, το ανάρμοστο, η φαντασιοκοπία, τα πάντα αποτελούν αφορμή επιπλήξεων και κυρώσεων. Επειδή τους λείπει η θέληση να δημιουργήσουν την αλλαγή όπου θα ξαναβρεθούν, δανείζονται τα δεκανίκια της κοινωνίας που τους ακρωτηριάζει από τη γενναιοδωρία τους.

Η ψυχρή λογική αποδιώχνει την τρέλα της αφθονίας και έρχεται να κάνει απολογισμό των πραγμάτων. Έφτασαν οι ύπουλοι καιροί του να ζητάς και να δίνεις λογαριασμό, των υποχρεώσεων που πληρώνουν εντόκως τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα, των φιλιών έναντι φιλιών που προαναγγέλλουν το »μία σου και μία μου» του απελπισμένου γοήτρου.
Με το να ιδιοποιούνται ο ένας τον άλλο, με το να μετράνε την αμοιβαία στοργή, ο καθένας καταλήγει να πειστεί ότι τα προτερήματα του αλλού ήταν προϊόν της φαντασίας, ότι η γενναιοδωρία δεν ανταμείβεται όπως πρέπει κι ότι η έλξη δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη.
Ο έρωτας διαμαρτύρεται ότι εκχωρήθηκε σε αφερέγγυο οφειλέτη, οι απογοητεύσεις συντάσσουν ένα πιστοποιητικό χρεωκοπίας, το πάθος καταλήγει στη μικροπρέπεια, η στοργή στο παζάρεμα, η φιλία στη συκοφάντηση…
Πως να ζήσουμε σ’ έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.
Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.
Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα-ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.
Αν η συγκυρία των συναντήσεων μου προσφέρει τον έρωτά σου και σου προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή… [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο…
Όποιος ξέρει να αφουγκράζεται προσεκτικά την απόλαυση, αγνοεί πατρίδες και σύνορα, αφέντες και δούλους, κέρδος και ζημία. Η σεξουαλική πληθώρα είναι αυτάρκης, έχει στον χώρο της και στον χρόνο της αρκετή τόλμη για να συντρίψει ό,τι την εμποδίζει».

Απόσπασμα από τη Βίβλο των Ηδονών του Raoul Vaneigem, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες