Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Το χωριό 2


Λίγο μετά το λυκόφως.
Λίγο μετά το λυκόφως.
Δεν είναι λίγες οι φορές που ξυπνάς εντελώς απρογραμμάτιστα, μέσα στα άγρια χαράματα, την ώρα που η νύχτα ακόμα επιβάλλεται στο χώρο. Ναι, τότε που το φως θυμίζει κομμάτι από μάρμαρο που ξέπεσε από τον ουρανό, τότε που η δροσιά στον αέρα είναι διαυγής, γεμάτη διοξείδιο και άνθρακα. Είναι τότε που έχεις μια ανεξέλεγκτη ταχυπαλμία λες και η καρδιά σου πρόκειται να βγει από το στήθος, καθώς χτυπάει σαν ωρολογιακή βόμβα, έτοιμη να σκάσει. Πολλοί λένε ότι τη στιγμή εκείνη εκρήγνυται το υποσυνείδητό σου, εκείνα δηλαδή τα συναισθήματα που έχεις θάψει κάτω από το χαλί του νου, με την ψευδαίσθηση ότι θα μείνουν εκεί, για πάντα ξεχασμένα. Είναι τότε που οι σκέψεις γίνονται καρφιά και σου κάθονται στο λαιμό, ενώ γυρνάς δέκα φορές πλευρό για να κάνεις επιτέλους αυτήν την κοχλάζουσα καρδιά σου να ηρεμήσει. Και όταν τελικά το καταφέρεις, βυθίζεσαι σε ύπνο ακόμα βαθύτερο από πριν. Και τα όνειρα που βλέπεις τότε, είναι όνειρα που κοπανάνε το κορμί σου σαν να βρίσκεσαι σε μια τεράστια, ονείρου καρδιά.
Έτσι και ‘γω κατηφόρισα προχτές στ’ άδυτα του υποσυνειδήτου, ανοίγοντας πάλι την πόρτα εκείνου του χωριού με τους καλοσυνάτους αλλά και παράξενους ανθρώπους. Είχαν όλοι τους φύγει, καθώς είχε νυχτώσει για τα καλά στη γειτονιά τους και δεν έβλεπες παρά ελάχιστες μορφές να περιπλανώνται στα μπερδεμένα στενά τούτης της γης. Θα ‘λεγε κανείς ότι είχαν αποσυρθεί κι αυτοί σε ύπνο βαθύ, μολονότι άκουγες ακόμα εκείνους τους χαρακτηριστικούς ψιθύρους με τις ακατανόητες συλλαβές να βρέχουν την ατμόσφαιρα. Ήταν σαν να διηγούνται σε κομμάτια την ιστορία της ζωής τους, έτσι για να αποκοιμηθούν ευκολότερα. Όσο όμως κι αν προσπαθούσα να καταλάβω τι ακριβώς λέγανε, άκρη δεν έβγαλα. Μάλλον θα ‘ναι η γλώσσα των ονείρων, σκέφτηκα, καθώς μια απότομη, αναπάντεχη σιγή επιβλήθηκε τριγύρω.
Πιο ‘κει, σε ένα παγκάκι είδα έναν καλοστεκούμενο γέρο, ογδοντάρη τον έκανες δεν τον έκανες, να παίζει με το κομπολόι του. Μου έκανε εντύπωση η κορμοστασιά του, ειδικά σε αυτήν την προχωρημένη ηλικία. Είχε πάρει μια ακμαία, υπερήφανη στάση κι είχε ένα βλέμμα διαπεραστικό, όταν τα γκριζοπράσινα μάτια του συνάντησαν τα δικά μου. Έκανα να τον πλησιάσω, μα κάπως δίστασα. Κρατούσε στο άλλο χέρι του μερικές μολυβένιες σφαίρες, κι έπαιζε μαζί τους αμέριμνα, σαν να επρόκειτο για σβόλους. Μέσα από το ξεσκισμένο πουκάμισο διέκρινες το κορμί του, ηλιοκαμένο, γεμάτο αμυχές αλλά και γράμματα, πολλά γράμματα, φράσεις ολόκληρες. Θα έλεγες ότι το σώμα του ήταν ολόκληρο ένα σημείωμα γραμμένο από το κεφάλι μέχρι τα νύχια. Σαν ένα περίεργο τατουάζ είχε για υπογραφή στην πλάτη του τη φράση “δεν μπορώ να βρω το δίκιο μου”.
Αφού τον προσπέρασα, έπεσα πάνω σε ένα εγκαταλελειμμένο σχολειό. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι αν και φαινόταν έρημο για πολλά χρόνια, ήταν γεμάτο από χριστουγεννιάτικα παιχνίδια, λες και το στολίσανε μόλις χτες. Πολύχρωμα φωτάκια και ανέμελες γιρλάντες είχαν περικυκλώσει τους τοίχους του και ολόκληρο αναβόσβηνε μέσα στην καρδιά του χωριού. Κοιτώντας κρυφά από το παράθυρό του προς τα μέσα, παρατήρησα τον μαυροπίνακα και γραμμένη πάνω του τη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. Παραπέρα, μια γυναίκα καθόταν στη θέση της δασκάλας. Είχε ένα μόνιμο, καθάριο χαμόγελο στο πρόσωπό της, καθώς ανασηκώθηκε για να στολίσει την τάξη της. Τα χαρακτηριστικά της, δεν μπορούσες να τα διακρίνεις εύκολα, ήταν σαν να είχε θολά μάτια, θολά μάγουλα, μέτωπο σβησμένο με γομολάστιχα. Έβλεπες μόνο το χαμόγελό της που έμοιαζε κι αυτό στολίδι φωτεινό στον τοίχο του κορμιού της. Και τα πόδια της, σαν να ‘ταν κάπως λυγισμένα, λες και κάποτε έπεσε από ποδήλατο ή από κάπου πιο ψηλά και της άφησε σημάδι.
Ενώ ετοιμαζόμουν να μπω στο περίεργο αυτό σχολειό, μια εκκωφαντική κραυγή αναστάτωσε την ηρεμία της νύχτας, λες και αγέλες λύκων εμφανίστηκαν από το πουθενά, ενώνοντας τα ουρλιαχτά ζώων σαρκοφάγων σε ένα τεράστιο ενιαίο ουρλιαχτό. Γύρισα απότομα το κεφάλι μου προς το μέρος της κραυγής και ενώ περίμενα να δω κτήνη μαζεμένα, έτοιμα να μου χιμήξουν, είδα ένα παιδί. Έναν δεκαπεντάρη, αμούστακο, μελαχρινό, με μαλλιά ατημέλητα, να ‘χει κουλουριαστεί στη μέση του δρόμου και να στριφογυρνάει συνέχεια φωνάζοντας, λερώνοντας τα μαύρα ρούχα του, ενώ κυλιόταν στο χώμα και τις πέτρες. Έτρεξα προς εκείνον, θέλοντας να τον βοηθήσω να λύσει το μαρτύριό του. Καθώς βρέθηκα από πάνω του, είδα πηγαίο φως να διαπερνάει το κορμί του, από το στομάχι πίσω στην πλάτη, σαν ράβδος ολόλευκη, που στο τέλος θάμπωσε κι εμένα τον ίδιο. Τον πήρα αγκαλιά κι ένιωσα το στόμα μου, στεγνό, να τρεμουλιάζει. Ξαφνικά άρχισα να βγάζω κι εγώ εκείνους τους περίεργους ψιθύρους ολοένα και πιο έντονα. Έλεγα ασύνδετες φράσεις, λέξεις και ονόματα, καθώς τον κρατούσα στα χέρια μου. “Σύνταγμα, ηλικιωμένος αυτοπυροβολήθηκε και λίγο μετά μια δασκάλα, η Ελευθερία, έπεσε στο κενό, όπως κάποτε ο Αλέξης, σε μια χώρα γεμάτη λύκους…” . Ξύπνησα παραμιλώντας, με τον ήλιο της ημέρας να μου βράζει τα μάτια.
Σε μια χώρα γεμάτη λύκους.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες