Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Πιδίκλωσε δυο προβατίνες -μια άσπρη και μια λάγια- και τις έκλεισε στη στρούγκα [ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΙΟΥΡΑ] ΠΑΛΙΟΥΡΑ]

Κώστα Μπόση: Του Γέρου-Αντρία το Γιατάκι (διήγημα)


http://kostasbosis.blogspot.gr/
      
    Πιδίκλωσε δυο προβατίνες -μια άσπρη και μια λάγια- και τις έκλεισε στη στρούγκα. Ανέβηκε στο κοντινό τσογκάνι, έριξε πέτρες δεξιά-ζερβιά, σφύριξε 2-3 φορές και μάζεψε τα προβατάκια του σωρό. Τα μέτρησε και μουρμούρισε: «Τριάντα δυό. Δεν λείπει κανένα». Έπειτα εκείνα μπροστά, λαλώντας δυο κουδουνάκια κι ένα κυπρί, κι αυτοί πίσω, κουβεντιάζοντας και σαλαγώντας, έφτασαν στο σταυρό.
- Καλά διάφορα! ευχήθηκε ο γέρος κι ακούμπησε το στήθος του στην αγκλίτσα του.
- Ευχαριστώ, μπάρμπα-Αντρία, απάντησε ο χασάπης, μπαίνοντας στο δάσος.

     Ο γέρος στάθηκε κάμποσο δίπλα στο εικόνισμα της Παναγιάς, κοιτάζοντας το έρημο μονοπάτι και, σαν είδε το κοπαδάκι να χάνεται στο Διάσελο του Ρόδη, αναστέναξε: «Πάνε κι αυτά!..» Σκούπισε το στεγνό κούτελο με τη χοντρή-τραχιά απαλάμη και πήρε το δρομάκι κατά πίσω, περπατώντας αργά-βαριά.

     Βράχοι μικροί-μεγάλοι, ακανόνιστοι-σταχτόμαυροι αρχίζουν από τις πλάτες της Σπηλιάς και λίγο ψηλότερα ορθώνεται περήφανα το απότομο-γυμνό βουνό. Το καθαυτό δασωμένο στέκει χαμηλότερα. Χρόνια τώρα, απ τον Απρίλη ως αργά το φθινόπωρο, εκεί στένει ο γέρο-Αντρίας το τσαρδί του.

     Έκατσε δίπλα στην είσοδο. Ακούμπησε τον αγκώνα στο πεσμένο ελατίσιο κούτσουρο, στήριξε το κάτασπρο κεφάλι στην απαλάμη και κοιτάζει γύρω θλιμένα. Απ τη ρίζα του απαλόκεδρου αναβράει κρύο-γάργαρο νερό. Από μια ξύλινη κάνουλα πέφτει σε μια γούρνα με άσπρα χαλίκια κι από κει τρέχει στην κατηφόρα. Τις νύχτες, όταν οι έγνοιες δεν τον άφηναν να ησυχάσει, το μεσημέρι, όταν κοιμούνταν τα πρόβατα στο στάλο, τα απόβραδα, όταν τα περίμενε να μαζευτούν στο γρέκι, άκουγε τη βρυσούλα να τραγουδάει και νόμιζε, πώς ήταν κάτι το ζωντανό, κάποιος γνωστός-φίλος συγγενής, και κουβέντιαζε μαζί του... Την άνοιξη πίσω απ τη σπηλιά, ανάμεσα στις πέτρες και τα ξερά χορτάρια, κάτω από μια μικρή-φουντωτή αγριοτριανταφυλιά έφτιαχναν φωλιά δυο τριγώνια. Το ένα έκλωθε τ αβγά, τ άλλο ανέβαινε στο βράχο κι ώρες τραγουδούσε στο δικό του πονεμένο τόνο. Κι όταν τα παιδιά τους έβγαζαν φτερά, έπαυε και το τραγούδι. Στο δάσος ακούγονταν το Μάη-Θεριστή κούκοι. Κάποτε ανέβαινε κανένας κι ως τη Σπηλιά σα μουσαφίρης, κελαδούσε λίγο στην Αγριοκορομηλιά και πάλι έφευγε. Ώρες-ώρες σταματούσαν και τα κουδουνάκια και μόνο η βρυσούλα δε σώπαινε ποτέ. Τώρα και το δικό της τραγούδι σα να μην είναι κείνο το παλιό. Μοιάζει μοιριολόι και του φέρνει λύπη.

     Ο καιρός είναι ζεστός-γλυκός. Ο τόπος όμορφος. Το ριζό δεξιά κι ως το Ασπρόχωμα μακριά ντυμένο. Στα χωράφια πρασινίζουν τα σπαρτά και στα χέρσα το νιο φθινοπωρινό χορτάρι. Στην κοιλάδα τα σπιτάκια του χωριού στριμωγμένα σαν τα πρόβατα στη στρούγκα κι ολόγυρα άλλα χωριουδάκια. Στη δημοσιά περνάει ένα κοπάδι και πάει στα χειμαδιά. Τούτον τον τόπο τον αγνάντευε αμέτρητες φορές ο γέρο-Αντρίας. Πότε του έφερνε χαρά, πότε λύπη, κάποτε κάτι ανάμεσα σ αυτά, κάτι πέρα απ αυτά, όμως σήμερα του φέρνει μόνο λύπη, λύπη βαθειά.

     Η σκέψη περνάει απ όλα τα μονοπάτια της ζωής. Σταματάει κάπου, συλογιέται λίγο και πάλι ξεκινάει. Ο δρόμος του είχε και χαρές, όμως στην ουσία, να πούμε την αλήθεια, ήταν σκληρός αγώνας με τα χωράφια και τα ζωντανά, τον καιρό και τους ανθρώπους, τις δυσκολίες και τις πίκρες. Κάποτε τον γονάτιζε η απελπισία, όμως δίπλα στην κάθε στενοχώρια, όσο μεγάλη κι αν ήταν, φύτρωνε αμέσως μια απαντοχή μεγαλύτερη. Τώρα;!  

     Στον κάτω μαχαλά το σπιτάκι του βουβό. Στην Αγία Τριάδα τα κονάκια του κλειστά-θεόκλειστα κι αυτά. Και γύρω ερημιά. Κι αυτός εδώ με τη βρυσούλα και τις δυο προβατίνες συντροφιά. Κάποιος άλλος, συνηθισμένος να κάνει αναλύσεις, φιλοσοφικές γενικεύσεις ίσως θα έλεγε: Ακατάλυτες δυνάμεις, αιώνιοι νόμοι εξουσιάζουν τον άνθρωπο. Για ποιο λόγο τα παράπονα!... Ο γέρο-Αντρίας δεν μπορεί να κάνει μια τέτοια δουλειά. Βλέπει και νιώθει με τις αισθήσεις. Κι ούτε κλαίει για τους νόμους της φύσης. Κάτι άλλο τον βασανίζει. Πολλές φορές τον τσάκισε ο πόνος, όμως τούτο, το σημερινό, είναι αφάνταστα πιο οδυνηρό. Ο θάνατος είναι μια ελάχιστη στιγμούλα. Περνάς απ τη μια πάντα στην άλλη και τελειώνει η ιστορία. Ενώ τώρα;! Ως τα σήμερα είχε κάποιον προορισμό σε τούτον τον κόσμο. Πάλαιβε για κάποιο σκοπό. Από δω και πέρα: κατάντησε ζωντανός-πεθαμένος. Βγήκε απ τη ζωή, χωρίς να χάσει τις αισθήσεις. Και γεύεται ο ίδιος το δικό του θάνατο...

     Ο ήλιος κατεβαίνει αργά στη δύση. Στον ορίζοντα μακριά μια λωρίδα σύνεφα γαλάζια ζώνει τον ουρανό απ άκρη σ άκρη. Φυσάει σιγανό-υγρό αγέρι. Η μέρα τελειώνει. Ο γέρο-Αντρίας σκαλίζει τα περασμένα, αναπολεί, συλογιέται. Στέκει στις απότομες στροφές και η μνήμη του φέρνει πίσω τις παλιές πίκρες. Το πρώτο παιδί του, ο Βασίλης, πέθανε στα πέντε χρόνια. Από τί; Του πονούσε ο λαιμός. Θερμόμετρο δεν είχαν, ούτε ήξεραν να μετρήσουν τον πυρετό. Τη δεύτερη μέρα έβηχε συνέχεια. Ύστερα του πιάστηκε η ανάσα και στις πέντε ξεψύχησε στην αγκαλιά του.

     Η γυναίκα του από κοπέλα ήταν κάπως αδύνατη. Τί αδύνατη;! Της έλειπε λίγο κρέας, όμως δούλευε μέρα-νύχτα και στα χωράφια, και στα ζώα, και στο σπίτι, και, όταν αυτός πήγαινε στο βουνό με τα πρόβατα, όλες οι δουλιές έπεφταν στις πλάτες της. Δούλευε και αδυνάτιζε. Να φέρουν γιατρό από την πόλη, έπρεπε να πουληθούν. Κι αυτή δεν ήθελε. Ούτε έδειχνε να είναι άρωστη. Ποτέ δεν κλάφτηκε, πως την πονάει κάτι, έστω και το κεφάλι. Και μια μέρα του Νοέμβρη βροχερή γλύστρισε απ το μύλο, φορτωμένη αλεύρι. Απ την κούραση δεν μπορούσε να ανασάνει. Και να φάει δεν είχε όρεξη. Ξάπλωσε στο τζάκι και σκεπάστηκε ως το κεφάλι. Κρύωνε. Κοιμήθηκε και το πρωί δεν ξύπνησε. Οι γειτόνισες είπαν, πως πέθανε από χτικιό, αλλά ποιος ξέρει;! Αφού δεν την είδε γιατρός!..

     Το δεύτερο παιδί του, τον Αλέκο, τον παίνεσαν όλοι.  Επειδή οι τρανοί του χωριού τσακώνονταν, έβαλαν αυτόν πρόεδρο κι ας μην είχε κλείσει τα 24. Άφησε τις δικές του δουλιές κι έτρεχε μέρα-νύχτα. Περνούσε απ τα σπίτια, κι όχι μια και δυο φορές, πήγαινε κι όξω στα καλύβια, ανέβαινε και στο βουνό, στις στάνες, φώναζε στα μαγαζιά και την εκλησιά, μίλησε και κάμποσες φορές στην πλατεία κι έφτιαξαν καινούργιο σχολιό. Για τη βρύση τον βοήθησαν οι γυναίκες. Κουβαλούσαν το νερό στην πλάτη από μισή ώρα μακριά. Έσιαξαν τα δρομάκια για τα γειτονικά χωριά, τα γιοφύρια. . .μετέ-φεραν το νεκροταφείο πίσω απ το ύψωμα Ακόνι. Και τα κεφάλια του χωριού, που παλιότερα τρώγονταν σαν τα σκυλιά, έκαναν κόμμα και τον πολέμησαν. Ήθελαν λέει, να φτιάξουν πρώτα την εκλησιά κι ύστερα τ άλλα. Χρόνια και ζαμάνια γελούσαν τον κόσμο. Πουλούσαν τα λειβάδια, ξόδευαν τα λεφτά και τίποτα δεν έφτιαχναν. Μα δεν τους χαμπάριζε. Τον υποστήριζαν όλοι σχεδόν οι χωριανοί. Τότε μπήκε στη μέση ο Νομάρχης και τον έβγαλαν από πρόεδρο...

- Μου έπρηξαν, πατέρα, το συκώτι αυτοί οι παλιάνθρωποι, του είπε μια μέρα. Θα πάω ταξίδι. Θα μαζέψω λεφτά ν αγοράσω ένα μοτέρ... Και μεις κάτι θα βγάζουμε κι ο κόσμος θα γλυτώσει τόσο δρόμο πάει κι έλα στο Πλατανόρεμα...

     Γύρισε ύστερα από 4 χρόνια. Παντρεύτηκε και πάλι έφυγε. Κι από τότε... Ένας είπε, πως έπεσε από μια σκαλωσιά και σκοτώθηκε. Ένας δεύτερος, πως ήταν κακός άνθρωπος, τον έβαλαν φυλακή κι εκεί πέθανε. Ένας τρίτος κάτι άλλο. Ο γέρο-Αντρίας δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια. Στο χωριό τότε υπήρχε μόνο ένας νερόμυλος -βακούφικος- στο Πλατανόρεμα. Τρία τέταρτα μακριά. Εκεί άλεθαν και κάμποσα γειτονικά χωριά και μαχαλάδες. Ο παπάς ήταν γαμπρός του προέδρου, ο γραμματικός της κοινότητας αδερφός του παπά, ο μύλος ήταν της εκλησιάς, όμως τα έσοδα... Σαν έμαθαν, πως σ ένα χρόνο το πολύ ο Αλέκος θ άνοιγε αλευρόμυλο στο κέντρο του χωριού, πλήρωσαν άνθρωπο και τον ξέκανε...

     Δεν πρόλαβε ν απαλύνει λίγο τούτος ο πόνος κι ήρθε άλλος μεγαλύτερος. Η νύφη του η Βάγια πέθανε πάνω στη γένα και στο κοριτσάκι της έδωσαν το ίδιο άνομα. Ο γέρο-Αντρίας πλήρωσε μια γυναίκα και βύζαξε λίγους μήνες το μωρό. Κι ύστερα καταπιάστηκε μονάχος του. Το έπλυνε, το τάιζε, το έντυνε... Το χάιδευε, το νανούριζε, το κοίμιζε...κι ή χαρά του, σαν το είδε να δρασκελάει και να ψελίζει τις πρώτες κουβέντες, δε λέγεται. Και από τότε έβλεπες μαζί με τον παπού και την αγγονιά. Πότε έπαιζαν στην αυλή, πότε αυτός όργωνε και το κοριτσάκι ακολουθούσε στην αυλακιά, πότε έβοσκε τα πρόβατα και το κρατούσε στην αγκαλιά. Το καλοκαίρι, σα μεγάλωσε λιγάκι, το έπαιρνε μαζί του στο βουνό. Κείνο σκούπιζε τη Σπηλιά, έπλενε τ αγγειά, κουβαλούσε νερό απ τη βρύση, βοηθούσε στο άρμεγμα... Και το βράδυ χώνονταν στην αγκαλιά του παπού και κοιμούνταν ήσυχο. Ο γέρο-Αντρίας αγαπάει τη Βάγια. Αυτός τη μεγάλωσε κι οι δυο τους δεν είχαν άλλον στη ζωή. Το κοριτσάκι του γιάτρεψε τις παλιές πληγές, του δίνει δύναμη ν αντέχει στη δουλειά, να παλεύει την κούραση, να ξεχνάει τις πίκρες...

     Και κύλησαν γρήγορα τα χρόνια. Η Βάγια έγινε γυναίκα πια κι αυτός γέρασε πιο πολύ. Τώρα μια άλλη έγνια τον βασανίζει. Να έβγαινε κανένα παληκάρι, γνωστικό-εργατικό, να δέχονταν να ρθει σώγαμπρος, να πάντρευε την εγγονούλα του κι αυτός να ζούσε -όσο θα ζούσε- ήσυχος. Και δουλεύει όσο μπορεί περισότερο, να μην είναι φτωχούλα η νύφη. Κι αυτή να μείνει ευχαριστημένη κι ο κόσμος να πει: Είδατε; Τη μεγάλωσε ο παπούς την ορφανή, τη φρόντισε και την προίκιωσε με το παραπάνω...

     Κι ήρθαν τα πράματα απλά. Το παιδί του γείτονα του Σίτα, ο Κυριάκος, πήγε στην πόλη να σπουδάσει. Στις διακοπές του καλοκαιριού οι κοπέλες του χωριού, φυσικά κι η Βάγια, τον γλυκοκοίταζαν. Και στο κορμί δεν ήταν άσχημος νέος. Και το κυριότερο, όποια θα ήταν τυχερή, θα γλύτωνε απ τη σκληρή-αγροτική ζωή. Στο πανηγύρι της Άγιας Μαρίνας ο παπούς είδε τη Βάγια να κρατιέται στο χορό ύστερα απ τον Κυριάκο. Κουβέντιαζαν και χαμογελούσαν και σφίχτηκε η καρδιά του. Ζυγώνει η ώρα να μείνει ολότελα μονάχος. Ύστερα μια άλλη ιδέα τον παρηγόρησε. Μπορεί να μην είχαν τίποτε. Μπορεί ο Κυριάκος να γίνονταν δάσκαλος, γιατρός και να έρχονταν στο χωριό...

     Την Κυριακή τον πλησίασε, χαμογελώντας, ο Σίτας.
- Μπάρμπα-Αντρία! Θα ήθελα να γίνουμε συγγενείς.
     Δεν το είχε σκεφτεί τι θα απαντούσε. Και να αρνηθεί, δεν τ άρεσε.
- Και γω δε λέω «όχι», μουρμούρισε.
- Θα στείλω τον Κυριάκο στην ΑΘήνα να βγει μηχανικός. Μπορεί ν ανακατευτεί με άσχημη παρέα. Καλύτερα να παντρευτεί πρώτα...

     Τι σήμαινε «μηχανικός» ο γέρο-Αντρίας καλά-καλά δεν ήξερε, όμως καταλάβαινε. Θα παντρεύονταν, θα έφευγαν... Κι αυτός εδώ ένα γεροντάκι μοναχό, κουβάρι στη γωνιά, με τη γάτα συντροφιά... μέρες, μήνες, ίσως και χρόνια. Αν έπεφτε στο στρώμα, ποιος θα άναβε λίγη φωτιά! Ποιος θα του έδινε μια κούπα νερό. Αν αρώσταινε, ποιος θα του έβαζε ένα κρύο πανί στην μπάλα. Θα πέθνησκε, δε θα βρίσκονταν κάποιος δίπλα του και θα έμνησκε με το στόμα και τα μάτια ανοιχτά... Το σκέφτηκε μια, το σκέφτηκε δυο, πολλές φορές. Να κρατούσε τα μισά πρόβατα. Να έδινε τα κονάκια σε κανένα χωριανό με τη συμφωνία να τον φροντίσει... Και μπορούσε. Ο Σίτας του είπε: «Γιά προικιό δώσε ό,τι έχεις ευχαρίστηση, μπάρμπα-Αντρία». Παιδεύτηκε μια ολόκληρη βδομάδα, αλλά δεν υπήρχε παρά μόνο μια λύση. Απ το ψυχικό τριβίλισμα βγήκε μόνο ένα κέρδος: Συνήθισε κάπως στην ιδέα του χωρισμού, που στην αρχή του φάνηκε φοβερή και τρομερή.

     Δέκα μέρες ύστερα απ το γάμο συνόδεψε το αντρόγυνο εις τον Αη-Λια στην άκρη του χωριού. Έχωσε το χέρι στον κόρφο κι έβγαλε ένα δεματάκι.

- Παιδί μου Βάγια! Αυτά είναι τα λεφτά απ τα πρόβατα. Κράτησα μόνο δυο προβατίνες να θυμάμαι τα παλιά, να πιάνω και μια κούπα γάλα. Πάρτε-τα. Και το σπίτι στο χωριό, και τα κονάκια στην Αγία-Τριάδα τα έγραψα σε σένα. Αν σκέπτεσθε να ξαναρθήτε δω, κρατάτε-τα. Αν πάλι βρεθείτε στην ανάγκη, πουλάτε-τα. Δικά σας είναι. Εγώ ένα θέλω: Να ζήσετε καλά.

     Έδωσε το χέρι στον Κυριάκο, έσφιξε τη Βάγια στην αγκαλιά, τη φίλησε και πρόστεσε:
- Ώρα καλή σας!
     Μιλούσε πολύ σιγά και χαμογελούσε, όμως, αν πρόσεχες... Η κοπέλα έβαλε τα κλάματα.
- Παπούλη! γιατί δεν έρχεσαι και συ μαζί μας!..
     Στάθηκε εκεί, ώσπου κρύφτηκαν στο Ακόνι, τραβώντας ποδαρόδρομο για την κοντινή πόλη. Είναι σίγουρος. Δε θα τους δει ξανά. Κι έχει την αίσθηση, πως τούτη κι όλας η νύχτα θα περνούσε κι αυτός τ Ακόνι, τραβώντας για μια άλλη «πόλη». Ύστερα με ματωμένη καρδιά πήρε το δρόμο κατά πίσω. Πέρασε όξω απ το σπιτάκι του. Του φάνηκε κρύο-ξένο και δεν μπήκε μέσα. Ανέβηκε στο ριζό, έδωσε τα πρόβατα στο χασάπη και τώρα κάθεται δίπλα στην είσοδο της Σπηλιάς, ακουμπάει στον αγκώνα στο ξερό-μισοσαπισμένο ελατίσιο κούτσουρο, στηρίζει το κεφάλι στην απαλάμη, αγναντεύει τον τόπο γύρω και συλογιέται. Να πήγαινε κι αυτός στην Αθήνα... Θ άφηνε τους ανθρώπους - ζωντανούς και πεθαμένους - το χωριό και τα κονάκια, τούτα τα μέρη, που τα περπάτησε αμέτρητες φορές, και νιος και γέρος, και χαρούμενος και πικραμένος, και ξεκούραστος, κι αποσταμένος... Τη μια μέρα θα έφτανε στην πόλη, την άλλη θα ήθελε να φύγει. Εδώ χωρίς την εγγονούλα του, εκεί χωρίς την ψυχή του...

     Οι δυο προβατίνες έφαγαν το λίγο αλατάλευρο, που τους είχε δώσει να τις ξεγελάσει και να ξεχάσουν τ άλλο κοπάδι, και τώρα βόσκουν πιο πέρα ανάμεσα στα κέδρα και πότε η μια και πότε η άλλη βελάζουν. Δεξιά, καταμεσίς στη μεγάλη Λάκα στέκει ένας θεόρατος έλατος. Στον ίσκιο του στάλιζαν κάποτε και 500 πρόβατα. Τώρα δεν έχει ούτε ένα κλωναράκι πράσινο. «Σαν κι εμένα!» μουρμουρίζει ο γέρο-Αντρίας. Στην πλαγιά, λίγο ψηλότερα, φύτρωσε αργότερα ένας άλλος. Κάθε άνοιξη τον βρίσκει και ψηλότερο. Στον ίσκιο του δε χωρούν ακόμα 500 πρόβατα, όμως ύστερα από κάμποσα χρόνια... Πιο κει άλλα τρία μικρά, το πολύ δυο μέτρα το καθένα. «Kαι τα κλαριά σαν τους ανθρώπους, αναστενάζει ο γέρο-Αντρίας. Παπούλης - παιδί - αγγόνια!»

     Σύνεφα χοντρά σκέπασαν το μισό ουρανό. Ο τόπος, όπου χτυπάει ο ήλιος, γελάει κι όπου πέφτει ο ίσκιος, είναι κατσούφης. Οι δυο προβατίνες, σα να φοβήθηκαν το απόβραδο, τη μοναξιά, ήρθαν κοντά του. Κι η βρυσούλα τώρα σα να άλαξε σκοπό, σα να τραγουδάει. Η σκέψη του γέρο-Αντρία παίρνει άλλο μονοπάτι. Η Βάγια θα μπορούσε να παντρευτεί στο χωριό. Έτσι θα είχε κι ο παπούς κάποιο αποκούμπι, όμως αυτή θα έκανε, όπως κι όλες οι γυναίκες του χωριού, ζωή τυραγνισμένη: Σκάλος, θέρος, αλώνισμα...φορτιό απ τα χωράφια, απ το λόγγο, απ το μύλο... δουλιά μέρα-νύχτα, χειμώνα-καλοκαίρι... και δε θα είχε θερμόμετρο, και δε θα μπορούσε να φέρει γιατρό απ την πόλη, και θα πέθνησκαν τα παιδιά της και δεν θα ήξερε από τι... Και θα ήταν σωστό για να μη μείνει αυτός μοναχός, να υποφέρει η εγγονούλα του σ όλη τη ζωή της!... Στην πόλη δεν θα είναι έτσι. Για το καλό της ζούσε, για το καλό της πάλαιβε τόσα χρόνια. Και τώρα γιατί να παραπονιέται! Ο πόνος σιγά-σιγά καταλαγιάζει. Ρίχνει μια ματιά στα έλατια, στο χωριό, στα κονάκια. σ όλον τον τόπο γύρω και ψιθυρίζει: «Τέτια είναι η ζωή! Έτσι έπρεπε να γίνει...»

     Άρχισε να ψιχαλίζει. Μαζί του μπήκαν στη Σπηλιά και οι προβατίνες. Άνθρωπος και ζωντανά σα να φοβούνται την ερημιά και ζύγωναν κοντά-κοντά να την παλαίψουν. Ανάβει φωτιά. Κρύο δεν κάνει, όμως θέλει να έχει κάποια συνοδιά. Απλώνει τα χέρια και τα ζεσταίνει στις φλόγες. Ύστερα πιάνει με τα μπράτσα τις προβατίνες απ το λαιμό, φέρνει τα κεφάλια τους κοντά και τα σφίγγει στα γεροντικά του μάγουλα. Θα ρθουν τα κρύα, θα κατεβεί στα κονάκια. Τα Χριστούγενα θα γενήσουν και θα γίνουν πέντε οι ψυχές τους κι αν ζήσει 4-5 χρόνια ακόμα, θα φτιάξει ξανά ένα κοπαδάκι... Το καλοκαίρι μπορεί να ρθουν για ένα-δυο μήνες τα παιδιά απ την Αθήνα και το δεύτερο χρόνο δεν αποκλείεται να φέρουν μαζί τους και κανένα αγγονάκι...

     Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της ζωής. Φυλάει στον κόρφο της ένα κομματάκι ελπίδα για τον κάθε άνθρωπο, ακόμα και τον πιο γέρο...

     Δεν είχε όρεξη να φάει. Τεντώνει το στρώμα, βάζει το προσκέφαλο στην πέτρα. Τα είχε φτιάξει η Βάγια να μην του τρυπούν οι πέτρες το κορμί. Περνάει το ένα φτερούδι της κάπας ανάμεσα στο προσκέφαλο και το κεφάλι, την τραβάει με τ άλλο χέρι και σκεπάζεται ως το λαιμό. Η βροχή δυναμώνει. Απ τα μεσάνυχτα κι ύστερα γίνεται καταιγίδα. Το νερό χτυπάει με ορμή τα βράχια, τη Σπηλιά. Βογγάει το δάσος χαμηλά. Βουίζει μακριά η Σούδα. Ο γέρο-Αντρίας σα να χαμογελάει, σα να λέει: Βρέξε, θεούλη μου, όσο θέλεις. Τα ζωντανά τα έχω στο καλύβι. Στα χωράφια άνοιξα τ αβλάκια και το νερό δεν πρόκειται να πνίξει τα σπαρτά. Η εγγονούλα μου βρίσκεται μακριά, στην πόλη, κι εγώ κοιμάμαι στη στέγνα. Βρέξε, όσο θέλεις!...

     Πολύ πρωί βγήκε στο ριζό ο Σκόρδας να βρει τα βόδια του. Κείνα, για να φυλαχτούν απ τη βροχή, είχαν κρυφτεί στο λόγγο. Έψαξε εδώ, έψαξε εκεί, πουθενά. «Ας περάσω απ το γέρο-Αντρία» σκέφτηκε, «να τον ρωτήσω μην τα είδε, που γρέκιασαν ψες το βράδυ...» Από ώρα είχε σβύσει η φωτιά. Η μια προβατίνα στέκονταν από την μια πάντα και αναχαράζονταν, η άλλη κοιμούνταν απ την άλλη και... ζέσταινε τις πλάτες του γέρου. Κείνος, όπως ξάπλωσε αποβραδίς, δε σάλεψε καθόλου. Και το στόμα, και τα μάτια ήταν κλειστά. Έδειχνε, πως τη νύχτα δεν τον βασάνιζαν ούτε εφιάλτες, ούτε μαύρες σκέψεις. Απ τον ένα ύπνο πέρασε ήσυχα-ήσυχα στον άλλο.


     Η μορφολογία τού εδάφους, Σκάλα – Βαθύλακος - Τρίκορφο..., τα ζωντανά, Γρέκι – Στάλος - Στερφολίβαδο..., τα όνειρα και οι ασχολίες του κόσμου, οι αγώνες του για λευτεριά, για καλύτερη ζωή, Βλαχοκάλυβα – Παλιόσπιτα – Λημέρι - Καταφύγι..., δίνουν τα ονόματα στις τοποθεσίες και αποτελούν κατά έναν τρόπο και την ιστορία του Έθνους, που δύσκολα τη σβήνει και το πέρασμα του χρόνου. Το  ίδιο κι εδώ. Από τότε κείνο το μέρος - τη Σπηλιά, τις πέτρες και τη βρυσούλα, τη στρούγκα και τα λίγα δέντρα κι όλο το γύρω τοπίο - το είπαν «του Γέρο-Αντρία το Γιατάκι». Έτσι το λένε και σήμερα κι έτσι ίσως θα μείνει για πάντα...

Από το βιβλίο (συλλογή διηγημάτων): Κ. ΜΠΟΣΗ «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ», Αθήνα 1978

(Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα)
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες