Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΙ ΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ[Μέρος Β΄]

Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΛΗΣΤΕΙΑΣ. ΣΗΜΕΙΑ ΕΠΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΟΜΗΣ ΜΕ ΤΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ


Μια πράξη, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, ποτέ δεν είναι αυτή καθ’ αυτή επαναστατική. Είναι το υποκείμενο που νοηματοδοτεί την ενέργεια, που την κάνει επαναστατική ή οτιδήποτε άλλο (φυσικά, θα πρέπει να υπάρχει και μια αυτονόητη αντιστοιχία της πράξης με τη νοηματοδότησή της). Άλλο νόημα θα έχει ο εμπρησμός μιας αλβανικής τράπεζας, παράδειγμα, εάν οι δράστες είναι ναζί κι άλλο νόημα εάν οι δράστες είναι αναρχικοί . Το ίδιο συμβαίνει και με τις ληστείες. Έχοντας σαν πυξίδα αυτή τη διαπίστωση, ας αποπειραθούμε να κατηγοριοποιήσουμε το φαινόμενο της ληστείας. Χονδρικά, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τη ληστεία σε τρία “είδη”: η κοινή ληστεία, η “κοινωνική” ληστεία και η επαναστατική ληστεία. Φυσικά, η κατάταξη αυτή δεν περιορίζει το φαινόμενο σε αυστηρά οριοθετημένα σύνορα. Υπάρχουν τόσο οι υβριδικές καταστάσεις, αλλά και η μεταπήδηση από τη μια κατηγορία στην άλλη.
Ο «κοινός» ληστής (είτε ληστεύει τράπεζες, είτε περίπτερα), ανήκει στον υπό-κοσμο, στην αντι-κοινωνία. Είναι, δηλαδή, η ίδια η κοινωνία που κοιτάει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει το είδωλό της ανεστραμμένο. Όπως ο μέσος μικροαστός θέλει να πλουτήσει ή να ανελιχθεί στην κοινωνική κλίμακα, έτσι και ο παράνομος κάνει το ίδιο με άλλα μέσα. Δημιουργεί μια αντίστοιχη ιδιότυπη ταξική και ιεραρχική αντι-κοινωνία, με τους δικούς της νόμους, τη δική της ηθική και τα δικά της έθιμα. Στην ουσία τους, όμως, η νόμιμη κοινωνία και η παράνομη αντι-κοινωνία, είναι δίδυμα αδέρφια.
Από την άλλη η κοινωνική ληστεία είναι σάρκα από τη σάρκα της αγροτικής κοινωνίας που τη γέννησε. Ο κοινωνικός ληστής δε συγκροτεί μια παράλληλη παράνομη αντι-κοινωνία, αντίθετα συμμετέχει στην κοινωνική ζωή σαν κανονικό μέλος της κοινότητας. Ο μαρξιστής ιστορικός Eric Hobsbawm αναφέρει σχετικά με τη σχέση του κοινωνικού ληστή με το χωρικό:
«Το ουσιαστικό στοιχείο, όσον αφορά τους κοινωνικούς ληστές, είναι το γεγονός ότι είναι εκτός νόμου και θεωρούνται κακούργοι από το φεουδάρχη και το κράτος, ενώ συγχρόνως παραμένουν μέσα στην επαρχιακή κοινωνία και θεωρούνται από τους κατοίκους ήρωες, προστάτες, εκδικητές, αγωνιστές για τη δικαιοσύνη, αρχηγοί απελευθερωτικών κινήσεων….
Η σχέση αυτή που ενώνει τον κοινό χωρικό με τον επαναστάτη, τον παράνομο και το ληστή κάνει ενδιαφέρον και σημαντικό το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας. Επί πλέον την ξεχωρίζει από δύο άλλους τύπους ληστείας στην ύπαιθρο, δηλ. από τη δραστηριότητα ενόπλων ομάδων επαγγελματικού τύπου ή από τους απλούς κλέφτες και από εκείνες της κοινωνίες, όπως πχ των Βεδουίνων, για τις οποίες οι επιδρομές είναι κανόνας ζωής».

Για τον κοινωνικό ληστή, ο απλός χωρικός δεν είναι “φυσική λεία”, ενώ ο χωρικός δε θεωρεί τον κοινωνικό ληστή ως “πραγματικό ληστή”: «ένας κοινωνικός ληστής δε θα βάλει ποτέ χέρι στη σοδειά του χωρικού. Στου τσιφλικά, όμως, οπωσδήποτε». Είναι χαρακτηριστική η αυτοπεριγραφή του Ιταλού ληστή Μάρκο Σιάρρα, που θεωρούσε τον εαυτό του ως μαστίγωμα του θεού, σταλμένου εναντίον των τοκογλύφων και αυτών που κατέχουν μη παραγωγικές εργασίες. Άλλωστε, ένα μεγάλο κομμάτι των κλοπιμαίων επιστρέφει στην αγροτική κοινότητα: ο ληστής χτίζει εκκλησίες ή τεμένη (αφού μοιράζεται τις ίδιες ηθικές και θρησκευτικές αντιλήψεις με την κοινότητα), παντρεύει τις φτωχές κοπέλες, χρηματοδοτεί ακόμα και δημόσια έργα! Πολλές φορές μάλιστα, δίνει λεφτά σε φτωχές οικογένειες. Ο Πάντσο Βίλλα μοίρασε τη λεία της πρώτης του ληστείας ως εξής: 5000 πέσος στη μητέρα του, 4000 σε συγγενείς, αγόρασε ένα ραφτάδικο σε ένα φτωχό, για να συντηρήσει την οικογένειά του, βοήθησε άλλον ένα φτωχό για να κρατήσει το μαγαζί του και ότι περίσσεψε το ξόδεψε σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Ο περουβιανός Λουίς Πάρδο, μοίραζε χούφτες με ασημένια νομίσματα, σεντόνια, σαπούνια, μπισκότα, κεριά κλπ Για τον Ντιέγο Κοριέντες της Ανδαλουσίας, έλεγαν ότι «κλέβει τον πλούσιο, βοηθά το φτωχό και δε σκοτώνει κανένα» και για τον Μπίλλυ δε Κιντ στη Ν.Δ. Αμερική: «ήταν καλός με τους μεξικανούς. Έμοιαζε με τον Ρομπέν των δασών. Έκλεβε από τους λευκούς και έδινε στους μεξικανούς». Ο Τζέσση Τζαίημς, αφού δάνεισε 800 δολάρια σε μια χήρα, για να πληρώσει το χρέος της σ’ έναν τραπεζίτη, ύστερα λήστεψε την τράπεζα και πήρε πίσω τα χρήματα.
Οι πράξεις αυτές έκαναν τους ληστές ιδιαίτερα αγαπητούς στο λαό. Ακόμα και οι ιδιοκτήτες κτημάτων, προτιμούσαν να έχουν πάρε-δώσε με ληστές παρά με την αστυνομία. Ένας βραζιλιάνος κτηματίας το 1930, έλεγε:
«προτιμώ να έχω να κάνω με ληστές, παρά με την αστυνομία. Η αστυνομία είναι ένα μπουλούκι σκυλοφονιάδων, που έρχονται από την πρωτεύουσα με την ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι της επαρχίας προστατεύουν τους ληστές. Νομίζουν ότι γνωρίζουμε όλες τις εξόδους αποδράσεώς τους. Έτσι ο κύριος στόχος τους είναι αν αποσπάσουν ομολογίες με κάθε μέσο…
Και οι ληστές; Οι ληστές συμπεριφέρονται σα ληστές… Αν εξαιρέσουμε μερικούς που είναι πραγματικά σκληροί, δεν κάνουν κακό, παρά μόνο όταν τους κυνηγά η αστυνομία».

Ο κοινωνικός ληστής, παρ’ ότι έχει πολλά κοινά σημεία με τον κοινωνικό επαναστάτη, έχει και πολλές σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ο κοινωνικός ληστής δεν έχει σα στόχο τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, αλλά είναι μια φιγούρα ατομικής εξέγερσης, μια πρωτόγονη μορφή κοινωνικής διαμαρτυρίας, προάγγελος και δυναμικό εκκολαπτήριο της εξέγερσης (σύμφωνα με τον Hobsbawm). Ο κοινωνικός ληστής είναι πάνω απ’ όλα εκδικητής:
«Εκδίκηση για προσωπική ταπείνωση, εκδίκηση και για εκείνους που καταπιέζουν τους άλλους. Το Μάη του 1744, ο αρχιληστής Ολέσκα Ντόβμπους χτύπησε το σπίτι του άρχοντα (σ.σ. σκληρού φεουδάρχη) Κονσταντίν Ζλοτίνσκι. Του βαλε τα χέρια πάνω στη φωτιά μέχρι να καούν, του βαλε δαυλιά αναμμένα πάνω στο δέρμα και δεν ήθελε να ακούσει για εξαγορά. “Δεν ήρθα εδώ για τα λεφτά σου αλλά για την ψυχή σου, γιατί αρκετά βασάνισες τόσο κόσμο”.»
Το σύνηθες πρότυπο του κοινωνικού ληστή είναι το εξής : μετά από μια άδικη δίωξη ή μετά από μια εγκληματική και βάναυση συμπεριφορά των τοπικών αρχών (μερικές φορές μετά και από έγκλημα τιμής), ο αγρότης βγαίνει στο βουνό και γίνεται ληστής, παίρνοντας όχι μόνο προσωπική εκδίκηση, αλλά και εκδίκηση εξ ονόματος όλης της κοινότητας. Η ιστοριογραφία βρίθει με περιπτώσεις εκδίκησης απέναντι σε τοπικούς άρχοντες, όπως η παραπάνω. Οι Ρώσοι ευγενείς, προς το τέλος του 18ου αιώνα, χαρακτήριζαν τους ληστές ως «κτήνη με ανθρώπινη μορφή, έτοιμοι να βεβηλώσουν κάθε τι ιερό, να σκοτώσουν, να λεηλατήσουν, να κάψουν, να βιάσουν τη θέληση του Κυρίου και τους νόμους του Κράτους». Η γνώμη, όμως, των τοπικών κοινοτήτων ήταν τελείως διαφορετική:
«Ο κλέφτης ανήκει στη μια πλευρά της κοινωνίας, εκείνη των φτωχών και των καταπιεσμένων. Μπορεί είτε να αφομοιωθεί απ’ την επανάσταση του χωρικού ενάντια στον αφέντη, της παραδοσιακής κοινωνίας ενάντια στη σύγχρονη, των περιθωριακών κοινοτήτων ή εκείνων της μειοψηφίας ενάντια στην ένταξή τους μέσα σε ένα πιο πλατύ σύστημα…»
Εδώ υπάρχει ένα κομβικό σημείο: ο κοινωνικός ληστής, ως άτομο πλήρως ενταγμένο στην παραδοσιακή αγροτική κοινωνία, είναι “παραδοσιακός επαναστάτης”. Η εξέγερσή του δεν αποσκοπεί στο μετασχηματισμό, αλλά στην επιστροφή πίσω στη ζωή των μικρών αγροτικών κοινοτήτων. Άλλωστε, στερούμενος από θεωρητική βάση, δεν πολεμούσε την εκμετάλλευση, αλλά την υπερ-εκμετάλλευση, δεν πολεμούσε την εξουσία, αλλά την κατάχρησή της:
«Προσπαθεί να παγιώσει το δίκιο ή τις “παλιές συνήθειες”, δηλ. τις δίκαιες σχέσεις στο εσωτερικό μιας καταπιεσμένης κοινωνίας. διορθώνει τα στραβά όπως θα λέγαμε. Δεν προσπαθεί να δημιουργήσει μια κοινωνία που να βασίζεται πάνω στην ελευθερία και την ισότητα. Οι ιστορίες που λέγονται γι αυτόν δείχνουν μέτριους θριάμβους , όπως πχ σώζει το κτήμα μιας χήρας, σκοτώνει έναν τοπικό τύραννο, ελευθερώνει έναν κρατούμενο κι εκδικείται έναν άδικο φόνο. Το πολύ-πολύ, κι αυτό συμβαίνει σπάνια,- όπως ο Βαρνταρέλλι στην Απούλια της Ιταλίας, να διατάζει τους παραγωγούς να δίνουν ψωμί στους εργάτες τους, να επιτρέπουν στους φτωχούς να συλλέγουν τη σπορά ή μπορεί και να μοιράσει δωρεάν αλάτι, κι έτσι να περιορίσει τους φόρους…»
Αυτή η ταύτιση του κοινωνικού ληστή με την κοινότητα, τον οδηγεί σε πόλεμο κυρίως με την τοπική εξουσία και λιγότερο με την κεντρική εξουσία (η οποία κάνει ελάχιστες εμφανίσεις στις κλειστές αγροτικές κοινότητες). Στο λαϊκό φαντασιακό, η κεντρική εξουσία αγνοεί τη βαναυσότητα και την ασυδοσία της τοπικής εξουσίας. Το παράδειγμα του Ρομπέν των Δασών, συμπυκνώνει τα βασικότερα στερεότυπα της κοινωνικής ληστείας, ανάμεσα στα οποία βρίσκεται και η αποενοχοποίηση της κεντρικής εξουσίας για τα εγκλήματα των φεουδαρχών και των τοπικών αρχόντων. Ο βασιλιάς Αρθούρος συμπυκνώνει όλα τα χαρίσματα του καλοκάγαθου βασιλιά, ο οποίος αγνοεί τη βαναυσότητα του σερίφη του Νοτιγχαμ. Με λίγα λόγια, η κοινωνική ληστεία δεν έρχεται σε ρήξη με τους θεσμούς, αλλά με τους φορείς των θεσμών. Πολλές φορές μάλιστα, αναλαμβάνουν να υποκαταστήσουν το κενό της «φιλολαϊκής και πεφωτισμένης ηγεσίας». Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Γκουτζάρ στην Ινδία. Οι Γκουτζάρ είχαν μια ισχυρή παράδοση ανεξαρτησίας και παρανομίας. Το 1824 «τα πιο τολμηρά πνεύματα της Σαρχανπούρ, παρά να πεθάνουν από την πείνα, σχημάτισαν ομάδα υπό την αρχηγεία ενός ληστή με το όνομα Κάλλουα». Ο Κάλλουα, ντόπιος Γκουτζάρ, λήστευε τους μπάνια, την κάστα των εμπόρων και των τοκογλύφων:
«τα αίτια που οδηγούσαν τους δακοΐτες στη ληστεία, δεν ήταν τόσο η λεηλασία, όσο η επιθυμία της επιστροφής τους στον παλιό τρόπο ζωής χωρίς νόμους και κανόνες που επιβάλανε οι ανώτερες αρχές…
Ο Κάλλουα συνάπτοντας συμμαχία με ένα σημαντικό Ταλούκνταρ (τσιφλικά αξιωματούχο), που είχε υπό τον έλεγχό του σαράντα χωριά, και άλλους δυσαρεστημένους ευγενείς, επέκτεινε την εξέγερσή του με επιθέσεις εναντίον αστυνομικών τμημάτων, παίρνοντας αρκετό θησαυρό από διακόσιους αστυνομικούς φρουρούς και λεηλατώντας ολόκληρη την πόλη Μπαγκαουνπουρ. Έπειτα κήρυξε τον εαυτό του Ραγιά Καλιάν Σιγκ (βασιλιά) κι έστειλε παντού μηνύματα βασιλικού τύπου για να απαιτήσει φόρο υποτέλειας»
Στη Ρωσία ο εκάστοτε αρχιληστής θεωρούνταν μνηστήρας του θρόνου, ενσαρκωτής του “τσάρου των ζητιάνων”, του καλού λαϊκού τσάρου που αντικαθιστούσε τον τσάρο των βογιάρων, των ευγενών και προνομιούχων:
«Η μεγάλη αγροτική εξέγερση του 17ου και 18ου αιώνα, κατά μήκος του κάτω Βόλγα, ήταν έργο των Κοζάκων- Μπουλάβιν, Μπολοτνίκοφ, Στένκα Ράζιν (ο ήρωας των λαϊκών τραγουδιών)και του Γεμαλιάν Πουγκατσόφ – κι ας σημειωθεί ότι οι Κοζάκοι, εκείνο τον καιρό ήταν κοινότητες, ελευθέρων αγροτών επιδρομέων. Κι όπως ο Ραγιά Κολιάν Σιγκ, τους συναντάμε να κάνουν αυτοκρατορικές δηλώσεις. Οι άνδρες τους, όπως και οι ληστές της νότιας Ιταλίας, το 1860, σκοτώνουν, καίνε, λεηλατούν, καταστρέφουν τα γραπτά ντοκουμέντα που κατοχυρώνουν τη δουλεία και την υποταγή, τους λείπει όμως το πρόγραμμα, εκτός βέβαια από το να καταστρέψουν την καταπιεστική μηχανή».

Αυτή η στάση πολλών κοινωνικών ληστών δεν πρέπει να μας ξενίζει, καθώς οι ληστές ήταν “primitive rebels” και όχι συνειδητοί αντισυστημικοί επαναστάτες. Παρ’ όλα αυτά, οι ληστές ήταν οι πρώτοι που στελέχωναν τις επαναστατικές απόπειρες, όποτε αυτές ξεσπούσαν. Τόσο σε εθνικο-κοινωνικούς αγώνες (κλέφτες, χαϊδούκοι, χαϊνηδες, ζεϊμπέκοι κλπ), όσο και σε κοινωνικές επαναστάσεις (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον ληστή Πάντσο Βίλλα, που πρωταγωνίστησε στο πλευρό του Εμιλιάνο Ζαπάτα στην αγροτική επανάσταση στο Μεξικό):
«…οι ληστές συμμετέχουν στις αξίες και τις επιδιώξεις του αγροτικού κόσμου, σαν παράνομοι δε και αντάρτες, είναι ευαίσθητοι στις επαναστατικές τους κινήσεις. Σαν άνθρωποι που έχουν κερδίσει ήδη την ελευθερία τους, βλέπουν με περιφρόνηση την αδράνεια και την παθητικότητα της μάζας, σε περιόδους όμως επανάστασης αυτή η παθητικότητα εξαφανίζεται και μεγάλος αριθμός αγροτών γίνονται ληστές»
Χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικών ληστών, που έγιναν επαναστάτες, ήταν οι κλέφτες στον ελλαδικό χώρο. Το σώμα των κλεφτών ήταν, σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, «σύνηθες καταφύγιον των εχόντων εντονότερον της λευθερίας το ελατήριον». Ο Δημήτρης Φωτιάδης γράφει για τους κλέφτες:
«όσοι από τους ραγιάδες δεν υπόφερναν να είναι δούλοι μήτε των Τούρκων μήτε των κοτζαμπάσηδων, φεύγουνε στα βουνά κι εκεί στις περήφανες κορφές, στις δυσκολοδιάβατες κλεισούρες, στ’ άγρια φαράγγια και στα πυκνά τα δάση στήνανε το λημέρι τους, το καθένα μια κολυμπήθρα λευτεριάς. Γυμνοί, νηστικοί, ξυπόλυτοι, κυνηγημένοι, μια ευχή είχαν στα χείλη τους : «καλό βόλι». Γύρευαν όχι ήσυχο, μα λεύτερο θάνατο.
Αυτούς τους κλέφτες τη «μαγιά της λευτεριάς», τους αγάπαγε ο λαός, τους καμάρωνε, τους υποστήριζε, τους έδινε τροφές- ήταν οι προστάτες του. Όποιος Τούρκος ή κοτζαμπάσης αδικούσε το ραγιά, τον τιμώραγε το βόλι του κλέφτη…
Εκεί γύρω από τα 1650 ως τα 1690, η Ρούμελη είχε γιομίσει από κλέφτες. Έναν ξέκαναν οι Τούρκοι, δέκα φύτρωναν»
Τόσο γιγαντώθηκε το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας, που οι Οθωμανοί και οι κοτζαμπάσηδες αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την κλασική τακτική: ήρθαν σε συμφωνία με πολλούς κλέφτες και τους μετατρέψανε σε αρματολούς. Έτσι, οι ανυπότακτοι κλέφτες απόκτησαν έναν ακόμα εχθρό.
Αργότερα, με το ξέσπασμα της επανάστασης, οι κλέφτες ήταν οι μεγαλύτεροι πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης. Στη θέση, όμως του Τούρκου κατακτητή, κάθισε ο Έλληνας κατακτητής. Πολλοί ήταν οι κλέφτες, που ασφυκτιώντας στο νέο καθεστώς της «ελεύθερης» Ελλάδας, επέστρεψαν στα βουνά και συνέχισαν τις ληστείες.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι σλαβομακεδόνες ληστές συμμετέχουν στην επαναστατική κίνηση των Κομιτατζήδων (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση ή IMRO), οι οποίοι έδρασαν στα χνάρια των Βουλγάρων χαϊδούκων. Το ίδιο και ο Ούγγρος ληστής Σαντόρ Ρόσα, ηγέτης των ληστών απ’ το 1841 και επαναστάτης μετά το1849. Εκτός όμως από τους ληστές που συμμετείχαν στις εθνικο-κοινωνικές επαναστάσεις, υπάρχουν και αυτοί που έδρασαν σαν κοινωνικοί επαναστάτες. Οι ληστές του Μπάνταμ πολέμησαν στο πλάι των κομμουνιστών το 1926. οι ληστές της Ιάβας στηρίξανε τον Σουκάρνο και τους κομμουνιστές, ενώ οι ληστές της Κίνας ακολούθησαν τον Μάο Τσε Τουγκ, ο οποίος ήταν βαθιά επηρεασμένος από την τοπική παράδοση της λαϊκής αντίστασης:
«πως μπορεί να σωθεί η Κίνα; Η απάντηση του νεαρού Μάο ήταν: μιμηθείτε τους ήρωες του Λιανγκ Σαν Πο, δηλ. τους ελεύθερους ανταρτοληστές της νουβέλας “Κατά μήκος του ποταμού”. Επιπλέον ο Μάο τους στρατολόγησε συστηματικά. Δεν ήταν τάχα πολεμιστές και με τον τρόπο τους, πολεμιστές κοινωνικά συνειδητοί; Οι “κοκκινοτρίχηδες”, μια φοβερή οργάνωση αλογοκλεφτών που δρούσε ακόμα στη Ματζουρία το 1920, απαγόρευε στα μέλη της να επιτίθενται εναντίον των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, ενώ τους ανάγκαζε να κάνουν επιθέσεις εναντίον όλων των πολιτικών υπαλλήλων και επίσημων προσώπων, αλλά “αν ένας άνθρωπος είχε καλή φήμη θα του αφήσουν τη μισή περιουσία, αν όχι, θα του τα πάρουν όλα”. Το 1929 ο όγκος του Κόκκινου Στρατού του Μάο, μοιάζει να αποτελείται από “ανυπόλυπτα στοιχεία” (για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του ταξινόμηση “από στρατιώτες, ληστές, κλέφτες, ζητιάνους και πόρνες”). Ποιος διακινδύνευε εκείνες τις μέρες να αναμιχτεί σ’ έναν παράνομο σχηματισμό, εκτός απ’ τους ίδιους τους παράνομούς; “Αυτός ο κόσμος πολεμάει με πάρα πολύ θάρρος”, παρατηρούσε ο Μάο…»
Όπως στην Κίνα, έτσι και στην Κολομβία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, οι κοινωνικοί ληστές εντάχθηκαν σε αντάρτικες κομμουνιστικές ή αριστερίζουσες αγροτικές ομάδες. Δύο ήταν οι βασικοί λόγοι που έφερναν κοντά τους ληστές με τους επαναστάτες: πρώτον, η ανιδιοτέλεια των επαναστατών (αναρχικών και κομμουνιστών), που παρά τη μόρφωσή τους και την ανώτερη κοινωνική τους θέση, με την συμπεριφορά τους και τη βοήθεια που παρείχαν στους αγροτικούς πληθυσμούς, γοήτευαν τους ληστές και δεύτερον, η συνάντηση ληστών και επαναστατών στη στρατιωτική θητεία και στη φυλακή.
Στον κανόνα, όμως, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Αρκετές φορές οι ληστές επιστρατεύονται από τις αρχές για να πολεμήσουν τους κομμουνιστές αντάρτες. Ο βραζιλιάνος ληστής Λαμπιάο πήρε τον τίτλο του λοχαγού για να αποκρούσει την κομμουνιστική φάλαγγα Prestes. Ο Ιταλός ληστής Τζουλιάνο, συμμάχησε με τους Σικελούς φεουδάρχες και στράφηκε εναντίον των κομμουνιστών ανταρτών. Στη Ρωσία και τη Ουγγαρία, αρκετοί χαϊδούκοι δέχονταν το ρόλο της έφιππης φρουράς ιπποτών, που φύλαγε τα σύνορα (αναφέραμε πιο πάνω και το αντίστοιχο παράδειγμα των αρματολών στον ελλαδικό χώρο). Σε άλλη περίπτωση, οι ληστές έβγαλαν και δήμαρχο (τον Λουίς Μπορέγο, στο Μπενεμεχί). Οι περιπτώσεις, αν και δεν είναι πολλές, είναι χαρακτηριστικές.

Κλείνοντας το κεφάλαιο για την κοινωνική ληστεία, ας παραθέσουμε ένα αποσπάσματα από τον Hobsbawm, που σκιαγραφεί τη θέση του μέσου κοινωνικού ληστή, στην αγροτική (και όχι μόνο) κοινωνία:
«Ο ληστής είναι γενναίος, είτε δρα, είτε είναι θύμα. Πεθαίνει αψηφώντας το κάθε τι. Τίμια και πολυάριθμα παλικάρια από φτωχογειτονιές κι απ’ τα περίχωρα, που δε διαθέτουν τίποτα περισσότερο εκτός από το κοινό, αλλά πολύτιμο δώρο της δύναμης και του θάρρους, παρομοιάζουν τον εαυτό τους με ληστή. Σε μια κοινωνία, όπου οι άνθρωποι ζούνε κάτω από συνθήκες δουλοπρέπειας, σαν εξαρτήματα μεταλλικών μηχανών ή σαν κινητά μέρη ανθρώπινων μηχανών, ο ληστής ζει και πεθαίνει χωρίς να σκύβει το κεφάλι».



Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ

« Στην πραγματικότητα η ένοπλη ληστεία μας ήταν ένας πόλεμος
στην καρδιά του κράτους… Συχνά στοχάζομαι και γελάω με τους
χαρακτηρισμούς που δίνει η δικαστική εξουσία σε ορισμένους από μάς.
Μας αποκαλεί “πορωμένους εγκληματίες” και “επικίνδυνους
κακοποιούς”, με την ίδια ευκολία που τους ελεύθερους καρχαρίες
και ύαινες του κεφαλαίου τους χαρακτηρίζει νομοταγείς πολίτες!
Εμένα με λένε ληστή, ενώ εγώ θεωρώ ότι έκανα μια πράξη
ανθρωπιστικής σημασίας στην κοινωνία της ανισότητας»
Θόδωρος Τσουβαλάκης


Η παράδοση της κοινωνικής ληστείας και η σύνδεση των ληστών με τα επαναστατικά κινήματα, επηρέασαν πολύ βαθιά τόσο την ριζοσπαστική αριστερά, όσο και τους αναρχικούς. Η ληστεία χρησιμοποιείται πλέον όχι μόνο για λόγους επιβίωσης, αλλά και ως μέσο αγώνα. Η πολυμορφία του ριζοσπαστικού κινήματος, είχε σαν επακόλουθο να υπάρχει και πολυφωνία ως προς τη χρήση του μέσου της ληστείας. Έτσι, έχουμε περιπτώσεις που η ληστεία γινόταν αποδεκτή μόνο ως μέσο χρηματοδότησης μιας οργάνωσης ή ενός κόμματος (φαινόμενο που συναντάμε σε γραφειοκρατικές αναρχικές οργανώσεις σαν τη CNT και σε επίσημα Κομμουνιστικά Κόμματα σαν τους μπολσεβίκους και το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Πολλοί ληστές, μάλιστα, δούλευαν κανονικά ως μισθωτοί εργάτες!). Έχουμε, επίσης, περιπτώσεις που η ληστεία συμβολίζει τη ρήξη του ατόμου με την κοινωνία της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης (αυτή είναι η περίπτωση των αναρχοατομικιστών, που αν και χρησιμοποιούσαν τις ληστείες για προσωπική αυτοχρηματοδότηση, δεν παρέλειπαν μέρος της λείας τους να το διοχετεύουν σε κινηματικούς σκοπούς, αντιπληροφόρηση, έκδοση μπροσουρών, βιβλίων κλπ). Στις πιο πολλές περιπτώσεις, οι ληστείες χρησίμευαν και για τους δύο σκοπούς: και για αυτοχρηματοδότηση, και για τη χρηματοδότηση του αγώνα.

Παρά την ουσιώδη κριτική που έκανε ο Καρλ Μαρξ (και ο γαμπρός του Πωλ Λαφάργκ, στο βιβλίο του “Δικαίωμα στην τεμπελιά”) στη μισθωτή εργασία, η γραφειοκρατική Αριστερά, αγιοποίησε την μισθωτή εργασία και δημιούργησε τον εργάτη-πρότυπο, που θα δουλεύει σκληρά όχι μόνο στον σοσιαλισμό, αλλά και στον καπιταλισμό! Η λογική της γραφειοκρατίας, πάνω στο ζήτημα των απαλλοτριώσεων, ήταν απλή: ο αγώνας πρέπει να χρηματοδοτηθεί. Πως; Θα πάμε εκεί που βρίσκονται μαζεμένα τα χρήματα. Στους ναούς του καπιταλισμού: στις τράπεζες. Στη λογική αυτή, δεν υπάρχει πουθενά η κριτική της μισθωτής εργασίας και της συνακόλουθης αλλοτρίωσης. Όλες οι απαλλοτριώσεις γίνονταν υπό την αιγίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, . Οι ληστείες γίνονταν μόνο με την έγκριση του Κόμματος,* “μέσα στα πλαίσια της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και διαπαιδαγώγησης”. Η ληστεία πρέπει να είναι “αφιλοκερδής”.
Από κει και πέρα ο εργάτης όφειλε να είναι τίμιος, εργατικός , δουλευταράς, να δίνει το καλό παράδειγμα… Ακόμα και αναρχικοί (όπως οι Los Errantes) είχαν αυτή τη περίεργη αναρχο-σταχανοβίτικη αντίληψη.
Από την άλλη, για πολλούς αναρχικούς, οι ληστείες δεν αποτελούσαν μονάχα τρόπο χρηματοδότησης του αγώνα, αλλά και έμπρακτη κριτική της μισθωτής εργασίας. Οι Εργάτες της Νύχτας, έβλεπαν την ιλλεγκαλιστική δραστηριότητα ως συμπληρωματική των μεγάλων συλλογικών εργατικών αγώνων εναντίον του κεφαλαίου Οι Εργάτες της Νύχτας καταξιώθηκαν ως διαρρήκτες “παρασίτων”: αξιομνημόνευτη ήταν η διάρρηξη στον Καθεδρικό Ναό της Τουρ, όπου έγραψαν στον τοίχο: “μεγαλοδύναμε θεέ βρες τους κλέφτες σου”( την ίδια περίπου περίοδο οι Τερροριστές-Απαλλοτριωτές στη Ρωσία είχαν καταστρέψει μια “θαυματουργή” εικόνα). Ο Μάριους Ζακόμπ, εμβληματική φυσιογνωμία των «νυχτερινών εργατών», στην απολογία του στο δικαστήριο έλεγε ότι δεν τον ενοχλούσε η εργασία αυτή καθ’ αυτή, αντίθετα τον ευχαριστούσε. Αυτό που τον ενοχλούσε ήταν η μισθωτή εργασία, ο “ξεπεσμός στην πορνεία της εργασίας”, η “εργασία ως ελεημοσύνη και δημιουργός πλούτου”. Δεν ενέκρινε αυτή καθ’ αυτή την κλοπή ( “θα ήθελα να ζω σε μια κοινωνία χωρίς κλοπή”), αλλά τη χρησιμοποιούσε ως “μια αρμόζουσα μορφή εξέγερσης στην πάλη ενάντια στην πιο άδικη μορφή κλοπής: την ατομική ιδιοκτησία.”:


“Αν στράφηκα στις ληστείες, δεν το έκανα για το κέρδος. Ήταν ζήτημα αρχής, ήταν ζήτημα δικαίου. Προτίμησα να διατηρήσω την ελευθερία μου, την ανεξαρτησία μου, την αξιοπρέπειά μου ως άνθρωπος, παρά να γίνω δημιουργός πλούτου του αφεντικού μου”. “
Ο αγώνας θα σταματήσει μόνο όταν οι άνθρωποι θα μοιράζονται τη χαρά και τον πόνο τους, την εργασία και τον πλούτο τους… Όταν όλα θα ανήκουν σε όλους. Ως επαναστάτης αναρχικός έκανα την επανάστασή μου: ΑΣ ΕΡΘΕΙ Η ΑΝΑΡΧΙΑ”.

Πραγματικά, μέσα σε λίγες σειρές ο Ζάκομπ, είπε όσα δεν μπορούν να πουν μέσα σε δεκάδες τόμους οι φλύαροι ακαδημαϊκοί. Η ληστεία γι αυτόν ήταν τόσο μια έμπρακτη κριτική της εκπόρνευσης της εργασίας (της μετατροπής της σε μισθωτή), όσο και ένα ακόμα μέσο αγώνα για την αναρχική/ κομμουνιστική κοινωνία. Τις ίδιες απόψεις μοιράζονταν πάρα πολλοί αναρχικοί (από αναρχοατομικιστές μέχρι αναρχοκομμουνιστές) που ακολούθησαν την ιλλεγκαλιστική οδό και ήρθαν σε ρήξη με τη συντηρητική και γραφειοκρατική πτέρυγα του αναρχικού κινήματος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αναρχικού, που κατασυκοφαντήθηκε και πολεμήθηκε όσο κανένας άλλος, είναι ο Φραντσίσκο Σαμπατέ Λιοπάρτ (ή ελ τσίκο). Ο Σαμπατέ, ξεκίνησε την πορεία του συμμετέχοντας στις grupos especificos (ειδικές ομάδες), που ήταν ομάδες δράσης νεαρών αντιεξουσιαστών που “πολεμούσαν την αστυνομία, σκότωναν τους αντιδραστικούς, ελευθέρωναν τους φυλακισμένους και λεηλατούσαν τις τράπεζες”. Στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμησε στο πλευρό του αναρχικού (επίσης ληστή) Γκαρθία Όλιβερ. Το 1937 φυλακίστηκε από τους δημοκρατικούς συμμάχους της CNT, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει. Μετά την ήττα το 1939, ο Σαμπατέ, με δεκάδες ακόμα αναρχικούς (ανάμεσα στους οποίους και ο ειρηνιστής Εσπαλιάργας που συμμετείχε στις ληστείες μόνο άοπλος!), συνέχισε την αντάρτικη δράση κατά του Φράνκο, ερχόμενος σε ρήξη με την επίσημη ηγεσία της CNT. Μετά τη δολοφονία του, ο Σαμπατέ ενέπνευσε μια νέα γενιά αναρχικών, αυτόνομων και φιλο-καταστασιακών που δεν μπορούσαν να καλυφθούν από τη μετριοπαθή δημοκρατική CNT και συγκρότησαν την παράνομη οργάνωση MIL (Ιβηρικό Κίνημα Απελευθέρωσης). Το MIL δημιούργησε το 1971 τις Αυτόνομες Ομάδες Δράσης, που δραστηριοποιήθηκαν κυρίως με επιθέσεις κατά χρηματαποστολών τραπεζών και με ενέργειες υποστήριξης και απελευθέρωσης φυλακισμένων μαχητών. Οι ληστείες κάλυπταν όχι μόνο τις οργανωτικές ανάγκες του MIL, αλλά και τις προσωπικές ανάγκες των μελών του. Χρηματοδοτούσαν, επίσης, επιτροπές απεργών εργατών και βοηθούσαν τους απολυμένους.
Μετά την αυτοδιάλυση του MIL, ιδρύθηκαν οι Αυτόνομες Ομάδες (GG.AA). Σε μια συνέντευξη που έδωσαν τα μέλη των GG.AA. στη FIGA (Ιβηρική Ομοσπονδία Αναρχικών Ομάδων), απαντούν στην ερώτηση, εάν μεταχειρίζονται τις απαλλοτριώσεις ως μέσο επιβίωσης: «Ο συντονισμός των ομάδων χρειαζόταν κάποια οικονομικά μέσα για να πραγματοποιηθούν συγκεκριμένες δράσεις. Προφανώς, οι ομάδες αυτές θα έπρεπε να βρουν τα οικονομικά μέσα για να καλύψουν και τις δικές τους ανάγκες. Δεν έχουμε φυσικά κανέναν ενδοιασμό στο να κάνουμε μια απαλλοτρίωση για να καλύψουμε τις προσωπικές μας ανάγκες και επιθυμίες. Μακροπρόθεσμα όμως, δε ζούσαμε απ’ τις απαλλοτριώσεις και κάποιοι από εμάς εργαζόταν. Κάποιοι άλλοι, όχι…»

Στην υπόλοιπη Ευρώπη (και όχι μόνο), η ιεροποήση της εργασίας απ’ τη γραφειοκρατική Αριστερά και την CNT και τις παραφυάδες της, δέχεται απανωτά πλήγματα από το νέο ριζοσπαστικό κίνημα που αναπτύσσεται:
“Τώρα πια η ηθική εργασία, υπομόχλιο των προηγούμενων θεωριών, που βρισκόταν στη βάση του απόλυτου εργοστασίου όπως η Θεία Ευχαριστία στη θρησκεία, όχι μόνο αμφισβητείται, αλλά γίνεται αντικείμενο άρνησης και χλεύης”

Οι os cangaceiros, που πήραν την ονομασία τους από τους ομώνυμους λατινοαμερικάνους ληστές, αναφέρουν σχετικά:
“…στη Γαλλία μετά το 1968, πολλά ριζοσπαστικά στοιχεία είχαν ζήσει μια πραγματική κοινωνική και πολιτική ανταρσία μέσω της παραβατικότητας- εμπνευσμένη λίγο-πολύ από την αναρχική παράδοση των αρχών του 20ου αιώνα, αυτή του Μάριους Ζακόμπ και των Εργατών της Νύχτας ή της συμμορίας Μποννό. Παράλληλα αναπτυσσόταν μια μεγάλη αυθόρμητη νεανική παραβατικότητα, αυτή των συμμοριών της γειτονιάς που ερχόταν σε ρήξη με τους σχολικούς θεσμούς και τη μισθωτή εργασία” (οι ίδιοι οι os cangaceiros χρηματοδοτούσαν τις δραστηριότητες τους από δράσεις ατομικής επανοικειοποίησης και κανένα μέλος τους δεν εργαζόταν).

“Μη λέτε πια κάτεργο, αλλά να λέτε: εργασία”, έλεγε σε προκήρυξή της στο Μπορντό, η Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας των Βανδαλιστών. Και τραγουδούσαν: “Εφ’ όσον η Θεωρία πραγματωνόταν/ Λεηλατήσαμε τα μαγαζιά / Ότι παράγεις σου ανήκει/ Μόνο τα αφεντικά σε κλέβουν/ Άμα πληρώνεις στα μαγαζιά/ Είσαι κοροΐδο” (“Η Κομμούνα δεν πέθανε!”)
Το ριζοσπαστικό κίνημα ανακαλύπτει εκ νέου τους ιλλεγκαλιστές αναρχικούς, τραγουδάει για τον Ραβασόλ, τον Μπονό, τον Πάντσο Βίλλα και άλλους επαναστάτες ληστές (κάθε λογής “φράξιας” του επαναστατικού κινήματος). Σε ένα από τα τραγούδια του Μάη του 68, οι εξεγερμένοι τραγουδούσαν:

«Ο Μάχνο, ο Βίλλα κι ο Ντουρρούτι/ Ήξεραν πως να χειρίζονται αυτό το εργαλείο/Που δίνει στην ποίηση ζωή,/ Το πολυβόλο./Θα ξαναφέρουμε ακόμα τον Μπονό/Και θα δώσουμε ένα και σ΄ αυτόν/ Ώστε να έρθει με το αυτοκίνητό του/ Να πάρει μερικά κεφάλια./ Μέχρι να δούμε αυτή την κοινωνία του θεάματος/ Να ψυχορραγεί τελικά, δολοφονημένη/ Απ' τα συμβούλια, σε όλο τον κόσμο/ Με τις ριπές του πολυβόλου»
Η συμμορία Μπονό (αναρχοατομικιστές ληστές, γνωστοί και ως “τραγικοί ληστές”): «θα εμπνεύσει ποιητές (Joe Dassin, Paul Paillete), έργα αντιτέχνης ( Michele Bernstain {σ.σ. συντρόφισσας του Γκυ Ντεμπόρ}) και διάφορα μυθιστορήματα (Leo Malet). Το Μάη του 1968, κατά τη διάρκεια της κατάληψης της Σορβόννης στο Παρίσι, οι “λυσσασμένοι” σιτουασιονιστές αφιέρωσαν στο θρυλικό αναρχικό μια αίθουσα συνελεύσεων των καταληψιών, ονομάζοντας την “sale Jules Bonnot”».

Το νέο ριζοσπαστικό κίνημα, απαλλαγμένο πλέον από την ηθικιστική σαβούρα της συντηρητικής γραφειοκρατίας (ή μάλλον, όχι εντελώς απαλλαγμένο, καθώς κατάλοιπα είχαν παραμείνει), μιλάει πλέον για άρνηση της εργασίας, για συνειδητή αεργία (όπως και οι ντανταϊστές των αρχών του αιώνα), για σαμποτάζ στους εργασιακούς χώρους. Ακόμα και οι πιο “ορθόδοξοι” ερυθροταξιαρχίτες:
«… ήταν και “ληστές”, ενσαρκώνοντας ένα παραβατικό μέχρι και ρομαντικό ιδανικό… Πηγαίνοντας κόντρα στον εργατικό ηθικισμό, που πάντοτε διαχώριζε τον τίμιο εργάτη από τον ανάξιο εμπιστοσύνης και τεμπέλη κλέφτη και “εγκληματία”, οι ταξιαρχίτες ήταν και εργάτες και κλέφτες αυτοκινήτων, και πολιτικοί και ληστές, και θεωρητικοί και παραχαράκτες. Οι πινακίδες, οι ταυτότητες, ,τα σπίτια, τα όπλα, τα χρήματα, τα πάντα τα “οικειοποιήθηκε” με παράνομα μέσα η ομάδα, που σίγουρα δε χρηματοδοτούνταν από τη Μόσχα»
Πέρα από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, κι άλλες ιταλικές επαναστατικές οργανώσεις διαπράττανε ληστείες: οι Ένοπλοι Προλεταριακοί Πυρήνες, η ελευθεριακή Επαναστατική Δράση, η Prima Linea. (To ίδιο συμβαίνει και στη Γερμανία με τη RAF και το Κίνημα 2 Ιούνη, στη Γαλλία με την Άμεση Δράση, στον Καναδά με την ετέρα Άμεση Δράση, στις ΗΠΑ, στην Λατ. Αμερική κλπ) . «Οι μαχόμενοι σχηματισμοί, θεωρούσαν τη ληστεία, πέρα από ένα μέσο χρηματοδότησης, και μια μορφή παραδειγματικής ενέργειας, προλεταριακής απαλλοτρίωσης συνδεδεμένης με τον ένοπλο αγώνα.» Οι Τουπαμάρος θεωρούσαν τις ληστείες μέρος της ταξικής πάλης. Μεταξύ του 1968 και του 1971, διαπράξανε 74 ληστείες. Το 1970 όλες οι τράπεζες του Μοντεβιδέο έκλεισαν για να γλιτώσουν απ’ τους ληστές!
Σήμερα, φυσικά, τα πράγματα έχουν αλλάξει: «Σήμερα η αριστερά χρησιμοποιεί άλλα εργαλεία, πολύ λιγότερο επικίνδυνα για όλους: την εργασία, την κληρονομιά, τη συγκέντρωση χρημάτων, τους κρατικούς πόρους. Σίγουρα είναι μια άλλη αριστερά αυτή που επέλεξε να εγκαταλείψει τις απαλλοτριώσεις και να παίρνει επιχορηγήσεις από το κράτος. Διαφέρουν, όχι μόνο οι μορφές, αλλά και η ουσία, η σχέση με το κράτος, με τον πλούτο με τις θεσμικές οργανώσεις» (K. Viehmann)



Πέρα, όμως, από τις μαζικές και οργανωμένες περιπτώσεις, δε λείπουν και οι ατομικές περιπτώσεις αγωνιστών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αναρχικού Horst Fantazzini:
«Αναρχικός αγωνιστής από μικρό παιδί, ο Horst πέθανε το 2001, αφού εξέτισε σε διάφορες φυλακές μια μακρά λίστα από καταδίκες: για ληστείες, αλλά και πετυχημένες και αποτυχημένες αποδράσεις, όπως και για τη συμμετοχή του, το 1985, στον αγώνα εναντίον του καθεστώτος της “ειδικής κράτησης” μαζί με μια ομάδα ερυθροταξιαρχιτών, στο σωφρονιστικό ίδρυμα Μπαντού ε Κάρος, στη Σαρδηνία».
«Η ζωή του Φαντατσίνι σημαδεύτηκε από τη συνεχή αναζήτηση της ελευθερίας, μιας ελευθερίας χωρίς όρους και εκπτώσεις, όπως την εννοούσε ο ίδιος σαν αναρχικός και που του στερήθηκε ακόμα και στην πιο στοιχειώδη μορφή της για 32 χρόνια.
Ο “ευγενικός ληστής”, όπως τον αποκαλούσε ο αστικός τύπος από τα πρώτα χρόνια της δράσης του, πέρασε στα κάτεργα 32 ολόκληρα χρόνια, με την ποινή να λήγει το σωτήριο έτος 2024…
Ο ίδιος, όταν τον ρώταγαν για τη δράση του, που τον οδήγησαν στις φυλακές, ορμώμενος από τον Μπρεχτ, ήταν ξεκάθαρος: “είναι πιο εγκληματικό να φτιάχνεις τράπεζες, από το να τις ληστεύεις”».
Η περίπτωση του Φαντατσίνι είναι μία μεταξύ χιλιάδων περιπτώσεων αναρχικών (και όχι μόνο) επαναστατών, που αγνόησαν την “αντίσταση” της υπνηλίας , της κλάψας και των χασμουρητών και προχώρησαν τη ρηξιακή τους ορμή πέρα από τις πορδές της καλυμμένης νομιμοφροσύνης των επίσημων “αναρχικών” και του ιερατείου τους. Με την περίπτωσή του, ας κλείσουμε τη μικρή αυτή περιήγηση...




σημείωση: *Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω παράδειγμα: το 1907 συγκροτήθηκε, μέσα στα πλαίσια του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το “Μπολσεβίκικο Κέντρο”, με επικεφαλής τον Λένιν, τον Κρασίν και τον Μπογκντάνοφ. Ανάμεσα στα καθήκοντα του κέντρου ήταν και η χρηματοδότηση του Κόμματος μέσω ληστειών (γι αυτό και ο Λένιν κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του για “μπλανκιστικές παρεκκλίσεις”). Την ίδια ώρα, σε όλη τη Ρωσία μέσα σε 2 χρόνια (1905-1906) καταγράφηκαν 1951 “πολιτικές” ληστείες ( οι 940 εναντίον κρατικών και ιδιωτικών τραπεζών), ενώ στη διετία 1908-1910 σημειώθηκαν 19957 τερροριστικές ενέργειες και απαλλοτριώσεις , από όλες τις πτέρυγες του επαναστατικού κινήματος (από τους αναρχικούς μέχρι τους σοσιαλεπαναστάτες και τους μπολσεβίκους). Παρ’ όλο που η Επιτροπή της Τιφλίδας του ΣΔΕΚ καταδίκασε τις ληστείες και τις τερροριστικές ενέργειες των αναρχικών (τις θεωρούσε “διασπαστικές”), οι καυκάσιοι μπολσεβίκοι (κατά παράβαση του 4ου και 5ου συνεδρίου του ΣΔΕΚ), συνέχισαν κανονικά τις ληστείες. Αντίστοιχα, το 1931 το γερμανικό ΚΚ δημιούργησε τμήμα για τη διατήρηση όπλων και πυρομαχικών και προχώρησαν σε ληστείες καταστημάτων και επιθέσεις κατά αστυνομικών. Φυσικά, η σύγχρονη νόμιμη Αριστερά, θα σοκάρονταν εάν γνώριζε τα καμώματα των προγόνων της… Ο Hobsbawm γράφει χαρακτηριστικά: “είναι σαν ειρωνεία ότι η “κατάσχεση” γίνεται ένα δημόσιο σκάνδαλο στη διεθνή επαναστατική κίνηση, όχι τόσο από τις τοπικές και μεμονωμένες πράξεις των αναρχικών ή των τρομοκρατών ναροτνικών, όσο από τη δραστηριότητα των μπολσεβίκων κατά τη διάρκεια αλλά και μετά την επανάσταση του 1905”.




ΑΝΗΚΕΙ Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ;
ΔΥΟ ΑΠΟΨΕΙΣ ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ (η δική μας…)

Άποψη Νο 1: «Η ληστεία είναι μια πρακτική που μόνο κατ’ εξαίρεσιν και σε πολύ ειδικές περιπτώσεις μπορεί να πραγματοποιηθεί από αναρχικούς, αφού δεν αποτελεί συστατικό της πολύμορφης κοινωνικής απελευθερωτικής δράσης».
Διαδρομή ελευθερίας, Δεκέμβριος 2007

Η δική μας άποψη: Το παρόν κείμενο είναι μια σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στη βιβλιογραφία που εντάσσει τη ληστεία, τη λεηλασία, την κλοπή κλπ μέσα στο πλαίσιο της ριζοσπαστικής παράδοσης, από την αρχαιότητα (βλ. εξεγέρσεις δούλων, εσαϊκός ζηλωτισμός, χιλιαστικές σέχτες του μεσαίωνα κλπ) ως σήμερα. Κανένα κόμμα, καμία οργάνωση, καμία ομαδούλα δεν μπορεί με διατάγματα να διαγράψει αυτό το κομμάτι της ιστορίας της λαϊκής ανταρσίας. Η ιστορία της πολύμορφης απελευθερωτικής δράσης δε γράφεται όπως γράφονται τα σχολικά βιβλία. Και τα χαρακτηριστικά της δεν ορίζονται με διατάγματα και αξιώματα.
Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκεται και η άποψη που θεωρεί τη ληστεία “εξουσιαστική”. Ξεπερνάμε τη μεταφυσική αντίληψη περί αντι-φυσικής, αντιανθρώπινης εξουσίας (αντίληψη δαιμονοποιητική, οπότε και αποπροσανατολιστική) και λέμε το εξής απλό: ναι, η ληστεία είναι “εξουσιαστική”, με τον ίδιο τρόπο που είναι η διαδήλωση, η απεργία, το κλείσιμο ενός δρόμου, η παλουκιά σε έναν μπάτσο, το ξυλοφόρτωμα ενός απεργοσπάστη κλπ κλπ. Αυτή είναι η αστική και μικροαστική αντίληψη της “ελευθερίας” και της “εξουσίας”. (Άλλωστε, η επανάσταση δε γίνεται με τακτ και savoir vivre, είναι εκ των πραγμάτων βίαιη και επιβλητική..)
Άλλοι πάλι, κάπως πιο ελαστικοί, εντάσσουν μεν τη ληστεία στην επαναστατική παράδοση, μονάχα όταν η λεία δίνεται για τον ιερό σκοπό..
Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό δομικό λάθος. Μέσα στα αστικά πλαίσια σκέψης υπάρχει ο δυαδιστικός τεμαχισμός της ζωής ανάμεσα σε “προσωπική” και “δημόσια” ζωή ( τα εν οίκω μη εν δήμω, ήταν το αιώνιο άλλοθι που κάλυπτε και καλύπτει τα εγκλήματα της πατριαρχίας κατά γυναικών και παιδιών). Η αστική αυτή αντίληψη δε χωρά σε μια ολιστική αναρχική θεώρηση της ζωής. Η συνειδητή ρήξη με τον κόσμο της μισθωτής εργασίας και η απαλλοτρίωση δεν είναι μόνο προσωπικό ζήτημα, αλλά αποτελεί ένα κομμάτι ατομικής άρνησης και εξέγερσης, του όλου πολύχρωμου παζλ των συλλογικών αρνήσεων, δράσεων, αγώνων που το ένα συμπληρώνει το άλλο, σε μια αέναη απελευθερωτική διαδικασία…




Άποψη Νο 2: « Αυτός (σ.σ. ο εγκληματολόγος Franz Csaszar), εντάσσει τη ληστεία τράπεζας στα ιδεολογικά εγκλήματα, θεωρώντας σαν τέτοια “το σπάσιμο του αισθήματος ασφάλειας που ενέχει η ιδιοκτησία και την απώλεια της εμπιστοσύνης σ’ αυτόν που έχει αναλάβει την προστασία μας”. Ανεξάρτητα από τη βούληση του δράστη, η ληστεία τράπεζας μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί πολιτικό αδίκημα: εκλαμβάνεται σαν πράξη λιποταξίας από το ιερό σύστημα αξιών της αστικής κοινωνίας και από τους ιδεολογικούς ελέγχους της συντεταγμένης τάξης, και συνεπώς η εξουσία οφείλει να την καταπολεμήσει»
Klaus Schonberger (από τη “ληστεία τράπεζας”, εκδ. ελευθεριακή κουλτούρα)

Η δική μας άποψη: όπως είπαμε και αρχικά, οι πράξεις δεν είναι καθ’ αυτές “πολιτικές”, “αντιπολιτικές”, “επαναστατικές” ή οτιδήποτε άλλο. Είναι τα υποκείμενα που θα νοηματοδοτήσουν την ενέργεια ( στο γενικό κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Η ρουφιανιά στην αστυνομία πχ, δεν μπορεί να νοηματοδοτηθεί επαναστατικά!).
Εξ άλλου, κάθε μέσο αγώνα εναντίον του υπάρχοντος, φέρει μέσα του και την αλλοτρίωση της σημερινής κοινωνίας. Τα χρήματα που ληστεύονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, επιστρέφουν στο οικονομικό κύκλωμα ή χρησιμοποιούνται για την “αγιότατη συσσώρευση”(Μαρξ). Η ληστεία, η απεργία, το σαμποτάζ, η διαδήλωση, η επαναστατική βία, όλα τα μέσα αγώνα, έχουν νόημα μόνο στην αλλοτριωμένη κοινωνία. Σε μια αταξική από-αλλοτριωμένη κοινωνία (λέμε τώρα… κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον), όλα αυτά θα είναι άχρηστα.. (Όχι, δεν διακατεχόμαστε από καμιά αριστοτελική λογική ενδελέχειας. Η κοινωνία δε θα γίνει ποτέ τέλεια. Ο επίγειος παράδεισος είναι το ίδιο βλακώδης με τον επουράνιο. Απλώς, σε μια από-αλλοτριωμένη κοινωνία, θα έχουμε την ευκαιρία να χαρτογραφήσουμε νέες εμπειρίες ζωής, περιπέτειας και –γιατί όχι;- αντίστασης).

Πέρα, όμως, από την αναπόφευκτη αλλοτρίωση των μέσων, ως κομμάτι της ολικής αλλοτρίωσης που βιώνουμε, υπάρχει και ένα πολύ σημαντικό γεγονός που δεν μπορούμε να αγνοήσουμε:
«Οι ληστείες δεν αναδιένειμαν ποτέ τον πλούτο της κοινωνίας. , αλλά όταν “φτιάχνονταν” μια τράπεζα, ήταν ένα σημάδι ρήξης, έμπαινε σε αμφισβήτηση η σχέση με την εργασία και την εκμετάλλευση, πάνω στις οποίες βασίζεται το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα το οποίο, όπως είναι γνωστό, δεν είναι λιγότερο ληστρικό από ένα κομάντο συντρόφων που εισβάλει σε μια τράπεζα»http://enaasteri.blogspot.gr/2012/03/blog-post_21.html

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

ΛΗΣΤΑΡΧΟΙ" ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ [1830-1949]

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ"ΛΗΣΤΑΡΧΟΙ" ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΕΛΛΑΔΙΚΟ ΧΩΡΟ [1830-1949]αρχαιοπαραδοτη κλεφτουρια

[Τά κείμενα τής ενότητας αποτελούνται από εισηγήσεις που εγιναν στο στέκι "ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΗ" σε εκδήλωση με θέμα το φαινόμενο της κοινωνικης ληστειας στον Ελλαδικο χώρο απο το 1830-1949],μια αποσιωποιημενη παραδοση αντίδρασης που εκδηλώνεται αμεσως μετα την ιδρυση του Ελληνικου κρατους]


ΑΡΧΑΙΟΠΑΡΑΔΟΤΗ ΚΛΕΦΤΟΥΡΙΑ
Η ίδρυση του ελληνικού κράτους, και πολύ περισσότερο της οθω­νικής βαυαροκρατίας. βρίσκουν τους απλούς αγωνιστές της επανάστασης με απόλυτα διαψευσμένες τις ελπίδες τους. Μια δεκαετία σκληρών αγώνων ενάντια στο οθωμανικό καθεστώς (αλλά και ενδοελ-ληνικών συγκρούσεων συχνά με βάση ταξική·) το μόνα που απέφερε ήταν η ίδρυση ενός νέου καταπιεστικού κράτους Οι εθνικοαπε-λευθερωτικοί αγωνες (ακόμα κι έτσι όπως πραγματώθηκαν, ως καθεστώς ξένης κηδεμονίας) δεν συνοδεύτηκαν για τον λαό από καμία ουσιαστική καλυτέρευση της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας που βίωνε.



""Αφού σας φτιάσαμεν το ρωμεικον. μας κάνατε και είλωτες, θα μας παλουκώσετε γιατί χύσαμε το αίμα μας δι'αυτήν την πατρίδα και τιποτις δεν κερδίσαμε Γιόμτοαν οι χοφες του κράτους, μας πήραν την ματοκυλισμένη μας γη. την αγόρασαν από ενο γρόσι το στρέμμα και βαλαν εμάς με αλέτρι και τραβούμε κα βγάναμεν των συγγενών μας τα κόκαλα - (Μακρυγιάννης) ""
Η γη από τα χέρια των αγάδων πέρασε στα χέρια των ελλήνων κοτσαμπάσηδων-τσίφλικάδων είτε απευθείας, ειτε περνόντας από το μεταβατικό στάδιο των -εθνικών γαιών-. Ο κολίγος πάντως παρέμεινε κολίγος και συχνά υπό δυσμενέστερες συνθήκες που τον έκαναν να αναπολεί το οθωμανικό καθεστώς. Ο άγγλος περιηγητής Τόρντον ανα­φέρει:



-Οι ρωμιοί έχουν τους μεγαλύτερους εχτρούς ανάμεσα τους. Αυτοί είναι οι κοτσαμπάαηδες από ρωμέικη γενιά Κάτω από το μαχαίρι των τούρκων, ο ρωμιός είναι σκλάβος. Κάτω από την εξουσία των συγχωριανών του κοτσαμπάοηδων, γδύνεται ολότελα και είναι εκατό φορές πιο δυστυχισμένος.-Και ο Φωτάκος. υπασπιστής του Κολοκοτρώνη συμπληρώνει για τους κοτσαμπάσηδες:


"Η ευζωία τον κοτσάμπαση είναι όμοια με εκείνη του τούρκου και μόνο κατά το όνομα διαφέρει Αντι π.χ. να τον λένε Χασάνην, τον έλεγαν Γιαννην και αντί να πηγαίνει εις τζαμί επήγαινεν εις εκκλησίαν. Μόνο κατά τούτο υπήρχε διάκρισις-.

Με την διάλυση λοιπόν των άτακτων επαναστατικών στρατευμάτων, οι περισσότεροι από τους απλούς αγωνιστές καθίστανται ακτημονες και ανεπάγγελτοι Οι βαυαροί, σε συνθήκες που θυμίζουν την περίοδο μετά την Βάρκιζα (1945) υποχρεώνουν τους αγωνιστές υπό καθεστώς βίας να παραδοθούν τα όπλα τους Ο ιστορικός Τόσος Βουρνος. σημει ώνει:<< .... σπαρακτικές σκηνες γινονται τοτε Το ένδοξο και ρακένδυτο πλήθος των βετεράνων του '21 με δάκρυα στα μάτια φιλούσε τα μπαρουιοκαπνισμενα όπλα του και ύστερα τα κομμάτιαζε για να μην πέσουν στα χερια των βαυαρών». Πολλοί μάλιστα απο' τους αγωνιστές κατάγονται από -μη απελευθερωμένες" περιοχές (Ήπειρο. Θεσσαλία) στις οποίες είναι αδύνατη η επιστροφή τους Το παλιό δίλημμα της κλεφταρματολικης παράδοσης -ραγιάς η στο Βουνό- ξαναμπαίνει σε νεα βάση Ο Μέντελσον σημειώνει : «Η βαυαρική-αντιβασιλεία κατόρθωσε δια της ασύνετου αυτής διαγωγής απέναντι των παλαιών μαχητών τού υπέρ ελευθέριας αγώνος να διαμόρφωση πυρήνα αρχαίο
παραδότου κλεφτουριας>>. Δεν είναι Ομως το μοναδικό σημείο άμεσης σύγκρουσης που πηγάζει από την ίδια την δημιουργία του ελληνικού κράτους. Π.χ. πώς μπορούν να αποδεχτούν οι ανυπόταχτοι νεαροί νομάδες κτηνοτρόφοι την ιδέα της υποχρεωτικής τετραετούς στράτευσης σε έναν δυτικοϋ τύπου στρατό με αυστηρή πειθαρχία, διοικούμενο από βαυαρούς αξιωματικούς; Για πολλούς απ' αυτούς τους νεαρούς ο δρόμος είναι ένας: ανυποταξία και παρανομία. Για να το βάλουμε στην πραγματική του διάσταση ουσιαστικά σναφερομαστε στην άρνηση ένταξης των παραδοσιακών συχνά αυτοδιοικούμενων αγροτικών κοινοτήτων, στις πολιτικές κα οικονομικές δομές ενός συγχρόνου κράτους, του οποίου την αναγκαιότηια δεν κατανοούσαν καν Κάπως έτσι. στην π ροκαπιταλιστική αγροτική κοινωνία της με μεπαναστατικής Ελλάδας, προκύπτει η πρώιμη φαση αυτού που ο Χόμπσμπαουμ ορίζει ως "Πρωτόγονη μορφή οργανωμένης κοινωνικής διαμαρτυρίας». Η πρώιμη φάση της κοινωνικής ληστείας. Προκύπτει ο κοινωνικός ληστής διαφοροποιούμενος από τον κοινό ληστή καθώς (για να επικαλεστώ πάλι τον Χόμπσμπαουμ):


-Αυτό που έχει σημασία σχετικά με τους κοινωνικούς ληστές είναι ότι ειναι χωρικοί που ζουν στην παρανομία, τους οποίους ο αφέντης και το κράτος Θεωρούν εγκληματίες, αλλά που παραμένουν στα πλαίαια της αγροτικής κοινωνίας και θεωρούνται από τους χωρικούς ήρωες, αγωνιστές, εκδικητές

πολεμιστές της ελευθέριος, ακόμα και αρχηγοί απελευθερωτικών αγώνων, και οπωσδήποτε άντρες που αξιζουν τον θαυμασμό και την υποστήριξη τους-. Γνωστότεροι λήσταρχοι αυτής της πρώιμης φάσης ήταν οι Ρουπακιάς. Χοοιόδας. Γιαταγανας. Καλαμάτας. Πασλής και Μαλισαβας με διακόσιους περίπου συντρόφους τους. Αξονας δράσης τους ήταν η πρώτη ελληνοτουρκική μεθόριος την οποία συχνό διαβαίνουν έχοντας ερείσματα εκατέρωθεν της.

Τον Ιούλιο του 1835. ο βαυαρός καγκελάριος του Οθωνα. καθ απόδειξη του άγγλου πρέσβη. αποστέλλει εναντίον τους -κυρίως βαυαρικές- στρατιωτικές μονάδες υπ ο την διοίκηση του άγγλου στρατιωτικού Γκορντον Η επιχείρηση κατέληξε σε φιάσκο καθώς τα βουνά της Ρούμελης ■έπεσαν βαρια - στους βαυαρούς στρατιωτικούς. Εφημερίδα της εποχής γράφει πως {{αι λησταί κατόρθωσαν να αφαιρέσουν τον ίππον τον Γκορντον , μόλις δυνηθέντος να σωθή δια της φυγής και να συλλάβουν δεκα εκ των στρατιωτών τον αιχμάλωτους-}}. Το γεγονός αυτό συνέβει την επομενη της ληστείας του Δημόσιου Ταμείου Φθιώτιδας από τον λήσταρχο Θεοχαρη (15 Σεπτέμβρη 1835)

Πουλί μ κι απούθεν έρχεσαι, πουλίμ' σια πού πηγαίνεις
Μην έρχεσαι απ' τον Εγριπο κι απ τον καϋμένο Βάλτο
Μην είδες κλέφτες πουθενά, μην είδες καπετάνιους.
Μην είδες τα Τσατσοπουλα το Μήτσο και το Γιάννη;
Πες τους να κάτσουν φρόνιμα, σαν παληκάρια που ναι
Δεν είν ο περσινός καιρός κι ο φετεινος χειμώνας,
μας ήρθε Φραγκος βασιλιάς, και Φράγκος Κυβερνήτης,
γυρεύει κεφάλια κλέφτικα, κρεμάει καπεταναίους
Κι όσοι κλέφτες κι αν τ άκουσαν πήγαν να προσκυνησουν.
Κι ο Καρακάπης το σκυλί δεν πάει να προσκυνήσει.

Τρεις βδομάδες νωρίτερα, τριανταπεντε σύντροφοι του Χοσάδα. μπήκαν στη πολη της Λαμίας και εισέβαλαν στην κατοικία του μητροπολίτη. Δεν αρκέστηκαν στο πλιάτοτκο αλλά -πορέμειναν εντός της οικιας μέχρι την πρωϊαν της επομένης και. μετά γενναίον φαγοπότι απήλθαν- Οι χωροφυλακές που είχαν σπεύσει νωρίτερα, δεν διανοήθηκαν να χαλάσουν το γλέντι και αποχωρήσαν διακριτικά καθώς ένας συνάδελφος τους σκοτώθηκε και άλλος ένας τραυματίστηκε. Από τον Χοσάδα και τον Ρουπακιά εξάλλου, αναφέρεται σε κλέφτικο τραγούδι και η εισβολή στην Ναύπακτο.

Κανένας δεν το πάτησε το κάστρο της Επάκτου,
ο Ρουπακιάς το πάτησε με τον γερο-Χοσάδα
πήραν άσπρα, πήραν φλουριά, πήραν μαργαριτάρια,
πήραν του Νόβα τα παιδιά, του Νόβα την γυναίκα.,..
Νωρίτερα (7 Ιουνίου 1Β35). βαυαρικό τμήμα του Μηχανικού που σκόπευε να κατασκευάσει οχυρό έλεγχου του δρόμου Αγρινίου-

Μεσολογγίου, έπεσε σε ενέδρα ληστών. Ο λοχαγός Κράους, εκτός απ' την ζωή του έχασε και τα αυτιά και την μύτη του που κόπηκαν ως λάφυρα. Σκληρές ράχες θα γίνουν και τον Φεβρουάριο του '36 στον Αχινό όταν ο βαυαρός συνταγματάρχης Γέσμαν επιχείρησε ι καταδιώξει ληστές που φορολογούσαν πλούσιους κάτοικους τι περιοχής. Θα πέσουν νεκροί ένας βαυαρός λοχαγός, εφτά στρατιώτ, και δύο χωροφύλακες. Στην οδά Λαμίας-Άμφισσας. μια ενωμοτ χωροφυλακής μεταφέρει πέντε υπόδικους ληστές. Τριάντα σύντροφοι τους θα τους απελευθερώσουν αφήνοντας πίσω τους νεκρούς τον ενωματάρχη και τρεις χωροφύλακες. Στις 18-3-36. θα εξοντωθεί σχεδόν ολόκληρη, άλλη μια ενωμοτία χωροφυλακής που είχε στρατοπεδεύσει στο μοναστήρι της Αδένττσας.
Συγκρούσεις με τους βαυαρούς, είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1834 και στην Μάνη. Ο αγωνιστής θαλάσσης, μαζί με συντρόφους του έσπα­σε αποθήκες στο Γύθειο όπου οι βαυαροί είχαν δεσμεύσει τα οι τηρά και τα διένειμε στον λαό. Βαυαρικές μονάδες θα αιχμαλωτισθούν από ενοπλους Μανιάτες.Τέσσαρις βαυαρικοι λόχοι θα
εξολοθρευτούν σχεδόν ολοσχερώς δια λιθοβολισμού, όταν εγκλω­βίστηκαν οε μια χαράδρα.
Μόνος τρόπος που απόμεινε μπροστά στην πανωλεθρία των νεοφερμένων βαυαρών ήταν βέβαια η εξαγορά και συνεργασία ντό­πιων. Στην Μάνη εξαγοράστηκαν οι οικογένειες των Μαυρομιχάληδων και των Γρηγορόκων για να στραφούν ενάντια στους ανυπότακτους μανιάτες. Στην Στερεά δημιουργήθηκαν μισθοφορικά σώματα εθνο­φυλακής τα οποία και στελεχώθηκαν από ντόπιους. Επιπλέον, τρία χρόνια αργότερα ιδρύονται και οχτώ τάγματα οροψυλακής. ένα στρα­τιωτικό σώμα κατεξοχήν επιφορτισμένο με ιην καταδίωξη της ληστείας.
Παράλληλα ξεκινά η έκδοση νομοθετικών κοι διοικητικών διατάξεων »αντιληστρικής πολιτικής». Οι λήοτές αντιμετωπίζουν Πλέον την ποινή του θανάτου για μια σειρά αδικήματα, ακόμα και για ληστεία χωρίς οπλοχρησία. Για αυτό τον σκοπό, φέρνουν στο Μεσολόγγι από την Μασσαλία μια γκιλοτίνα μαζί με ένα γάλλο δήμιο. Το Μεσολόγγι νεκρώ­νει, κανείς εργάτης δεν δέχεται να εργαστεί στην εκφόρτωση της καρμανιόλας, κόπ που τελικά κάνουν στρατιώτες που φέρνουν από το Ναύπλιο. Ο δήμιος απειλείται με λυντσάρισμα και κλείνεται για προστασία στο στρατώνα.
-...κοι είναι τόσοι οι κομμένοι κοι όλο ιο μπουντρούμια και οι χάψες γεμάτες Και ποιοι είναι αυτοί που σκοτώνονται και είναι ΦυλακωμένΌΐ; Ολο οι αγωνισταί...» (Μακρυγιάννης).
Εκτεταμένα εφαρμόζεται το μέτρο της εκτόπισης ακόμα και μακρι-νώνσυγγενών των ληστών και των ανυπότακτων ή οποιουδήποτε θεω­ρείται ύποπτος για την παροχή έστω και της ελάχιστης συνδρομής. Υιοθετείται ακόμα το μέτρο επικήρυξης -επί των κεφαλών των ληστών­με ποσό ως 4000 δραχμές και τέλος ξεκινά προσπάθεια έλεγχου των νομάδων κτηνοτρόφων (Βλάχων. Σαρακατσάνων κ.α.) που θεωρούνται ως οι βασικότεροι συνεργάτες των ληστών. Το 60% εξάλλου των ληστών άνηκαν -..εις την ποιμενικην iτάξιν-



Ο νομάδες κτηνοτρόφο• ειδαν εξ αρχής εχθρικά το νεοιδρυμενο ελληνικό κράτος. Αδιανόητη π.χ για αυτούς -όπως προανεφερθηκε-ήταν η τετραετής υποχρεωτική στράτευση. Σημαντικοί ερη όμως η ι αν η διχοτόμηση του μέχρι τότε ενιαίου βαλκανικού γεωγραφικού χώρου που περιόρισε το πεδίο της ελεύθερης μετακίνησης των κοπαδιών τους. Ενας μάλλον αξιόπιστος μάρτυρας, ο διώκτης των ληστών λοχαγός Λαδόπουλος καταθέτει

«Ολοι οι βλάχοι ειναι συγγενής μεταξύ των. Ευκολώτερον κατσρέφονται αι συμμοριαι των χωρικών ληστών, αλλά των βλάχων δεν καταστρέφονται Αυτοι συνδέονται δια των βλαχοπημένων. Αυτοί αποτελούν μερίδα άλλης κοινωνίας, πατρίδα έχουν Οπου ευρίσκονται εις την Μακεδονία ειναι Μακεδόνες, οταν υπάγουν ας την Θήβα είναι Θηβαίοι, εις την Πελοποννησον ειναι Πελοποννησιοι. Είναι κοομοπολίται>>
• Επιπλέον, οι νομάδες είχαν ανέκαθεν προστριβές με τους γεωργούς (και βέβαια με τους τσιφλικάδες) καθώς τα τεράστια μετακινούμενα κοπάδια τους προκαλούσαν ζημίες στην γεωργική παράγωγη. Σ' αυτή την διένεξη, το κράτος στεκόταν από την μεριά των αγροτών, τόσο λόγω της πελατειακής σχέσης του με τους τσιφλικάδες όσο και σε ένα επίπεδο "πριμοδότησης- των αγροτικών πληθυσμών που θεωρούνταν πιο εύκολα ελέγξιμοι Ο λοχαγός Λαδόπουλος στην κατάθεση του εύστοχα τονίζει την σχέση αλληλεξάρτησης ληστών και -βλαχο-ποιμενων. μια σχέση οργανική και άρρηκτη:

-Ομίλησα με βλαχους παλλακις και μου είπον. δεν μπορούμε να διατηρηθώμεν ανευ ληστών» διότι υποθέσατε Ομάδα η οποία είναι εις το Καρπενήσι τρέπει να έχη ληστοσυμμοριαν η oποι να υποστηρίζη την ομάδα κατά φαντασία έστω. Διότι εάν κατεβη απο τα Αγραφα η ομάς με τα ποίμνια της. αυτή διερχόμενη καταστρεφη το παν. Σπαρτό, αμπέλια, βαμβάκια, οτι εύρη. Μια ομάς έχει τρεις με τέσσερις χιλιάδες πρόβατα, εκατόν πενήντα άλογα, αίγας, καταστρέφουν το παν. Οι χωρικοί εάν εξεύρουν οτι η ομάς αυτή προστατεύεται π. χ. από τον Σπανό, δεν τους πειράζουν αλλά τους παρακαλούν διοτι φοβοΰνται.-Έτσι. τα παιδιά των νομάδων μεγάλωναν ακούγοντας ιστορίες και τραγούδια για κλέφτες ενω η ευχή. των μανάδων ήταν: -ποτε να μεγάλωσει ο Γιώργης να φορέσει τα γαντζούδια γιο να γινει κλέφτης, για να δει προκοπή και η μανα που τον εγεννησε.- Μια άλλη μάνα. στην ερώτηση γιατί φυλάκισαν τον γιό της. απαντούσε -δεν έκαμε τίποτα, τον έπιασαν δια λεβεντιά-.http://enaasteri.blogspot.gr/2012/03/1830-1949.html

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

επιστροφη ηλικιωμενων στο χωριο την ανοιξη

Χαμένεs γεύσειs, ξεχασμένεs συνήθειεs

Οσοι από εμάς περπατούμε ακόμη σε κάποιο από τα ορεινά χωριά μας,  καταλαβαίνουμε αμέσως πως είναι άδεια ή σχεδόν άδεια από ανθρώπους, γιατί δεν βλέπουμε πουθενά ένα τζάκι να καπνίζει ή έναν φούρνο να φουντώνει...

Τις ανάγκες πλέον για κατάλυμα και διατροφή, λόγω της ερήμωσης των χωριών αλλά και λόγω της τάσης που επικρατεί, την έχει αναλάβει... ο τοπικός ξενώνας ή το μοτέλ κάποιου ιδιώτη. Κάτι απουσιάζει όμως. Κάτι λείπει και σε «ατμόσφαιρα» και σε γεύσεις και σε αρώματα... Ετσι έχουν τα πράγματα τον χειμώνα στα χωριά. Και τις περισσότερες φορές, όποιος από εμάς ψάχνει να ανακαλύψει την αυθεντικότητα των τοπικών νοστιμιών και να δοκιμάσει «μυστικές» συνταγές από τις παλιές κυράδες, συνήθως ματαιοπονεί.
Χαμένεs γεύσειs, ξεχασμένεs συνήθειεs
Γιατί τον χειμώνα και οι παλιές κυράδες λείπουν από τα χωριά της Πίνδου, αλλά και τα ίδια τα γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα που κάποτε αποτελούσαν τη βάση της παραδοσιακής διατροφής των κατοίκων.Τώρα το καλοκαίρι όμως, τα πράγματα είναι αλλιώς.
Οι ηλικιωμένες αυτές γυναίκες ξαναγυρνάνε στη γενέτειρα γη και παίρνουν τη θέση που τους αρμόζει: Ουσιαστικά, είναι οι τελευταίες ιέρειες της παραδοσιακής γεωργίας στην Ελλάδα, είναι οι γυναίκες που θυμούνται ακόμα πώς να συνταιριάζουν στην κουζίνα τους, στο τζάκι, στον φούρνο ή στη στόφα τους, τις γνήσιες γεύσεις και τα αρώματα της γης.
Μόλις τελειώσουν οι χιονιάδες και γλυκάνει ο καιρός, πιάνουν το τσαπί και με όσες δυνάμεις διαθέτουν ξαναρχίζουν το σκάψιμο να «αναστήσουν» τους κήπους τους. Και διατηρούν έναν παραδοσιακό τρόπο μαγειρέματος που δεν τον αλλάζουν με τίποτε, όσες τηλεοπτικές εκμπομπές κι αν δουν, όσες επισκέψεις και να κάνει στην κουζίνα τους ο Μαμαλάκης και ο κάθε τηλεμάγειρος.
Χαμένεs γεύσειs, ξεχασμένεs συνήθειεs
Πάντα βρίσκουν έναν τρόπο να βάλουν την παλιά κατσαρόλα στη γωνιά και να μαγειρέψουν όπως έκαναν παλιά, με ξύλα και κλαδιά, που θέλουν να μαζεύουν οι ίδιες από το κοντινό δάσος. Αυτή η «χαλκέντερη» και ακατάβλητη γιαγιά, είναι η πρώτη που θα δοκιμάσει τους καρπούς του κόπου της από τον κήπο. Φασολάκια στην αρχή, πατάτες, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες και κανένα χλωρό καλαμπόκι... Με αυτά τα προϊόντα ζουν οι γιαγιάδες 4 5 μήνες τον χρόνο, και καμιά φορά μπαίνω στον πειρασμό να σκεφτώ και σ' αυτά οφείλεται κι ένα μέρος της μακροζωίας τους.
Εκ πεποιθήσεως, οι ίδιες γυναίκες σπάνια καταφεύγουν στον χασάπη.
Συχνά πυκνά φουρνίζουν κανένα «πλαστό» που το ψήσιμό του αναστατώνει το χωριό και βάζει σε πειρασμό τις αισθήσεις. Ωστόσο, είναι πολύ λίγες οι γερόντισσες που κάνουν σωστό πλαστό, δηλαδή με χόρτα που ξέρουν μόνο οι ίδιες και αλεύρι από κάποιο ηλεκτροκίνητο νερόμυλο.
Χαμένεs γεύσειs, ξεχασμένεs συνήθειεs
Το φούρνισμα...
Καλοκαίρι λοιπόν, και άμα δούμε να σηκώνεται καπνός από κάπου, σημαίνει πως κάποια γερόντισσα άναψε το φούρνο! Μην ντραπείτε. Πλησιάστε να καμαρώσετε το ταψί, γιατί θα το χαρεί πολύ και η ίδια. Και στο φίλεμα που θα σας κάνει μην πείτε όχι... Οχι μόνο γιατί τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται, αλλά και γιατί θα την προσβάλλετε!
Ο πλαστός είναι μια απλή πίτα που συνήθιζαν να κάνουν οι γυναίκες στα χωριά όταν είχαν πολλές δουλειές να κάνουν, ή όταν βρίσκονταν πάνω - κάτω στο βουνό με τα κοπάδια. Ενα χοντρό φύλλο ζυμάρι - κατά προτίμηση καλαμποκίσιο - απλώνονταν στο ταψί, το οποίο άλειφαν με λίγο χοιρινό λίπος. Πάνω του έριχναν ένα μείγμα από τριμμένο τυρί, γάλα και ψιλοκομμένα άγρια χόρτα. Εβαζαν το ταψί κάτω από τη γάστρα και μέσα σε λίγα λεπτά είχαν έτοιμο ένα υπέροχο φαγητό, το οποίο μοιράζονταν με τα χέρια και συχνά το συνόδευαν με ξινόγαλα.
- «Τη νοστιμιά που έχει στη γάστρα -μας λέει η κυρα-Χριστίνα Πλαστάρα από το Αρματολικό των ορεινών Τρικάλων- δεν την έχει κανένας άλλος πλαστός».
Σήμερα έχουν λιγοστέψει πάρα πολύ οι γυναίκες που ζυμώνουν στα χωριά. Παλιότερα, όταν τα σπίτια ήταν γεμάτα από παιδιά, όλο στον φούρνο ήταν οι κυράδες για το ψωμί της φαμίλιας. Πολλές φορές δεν τους έφτανε μια κουλούρα ψωμί την ημέρα, αλλά τώρα που έμειναν μόνοι τους οι γέροντες, ο περιοδεύων φούρναρης καλύπτει την ανάγκη τους με ψωμί από την κοντινή πόλη.
Μόνο σε κάποιους απομακρυσμένους συνοικισμούς, όπως στις Γούρνες του Αρματολικού, ορισμένες γυναίκες σαν την κυρά Μαρία Λάμπρου ζυμώνουν ακόμα... υπέροχα! Το αποτέλεσμα το καταλαβαίνει κανείς... στον μοσχοβολιστό αέρα, και από μακριά μάλιστα.
Αλλαγές...Συμπλήρωμα της παραδοσιακής διατροφής σε κάθε χωριό ήταν τα ψάρια, καθώς κάποτε ήταν γεμάτα από δαύτα τα ποτάμια και τα ορεινά ρέματα. Με τα χέρια έπιαναν παλιά τις πέστροφες κάτω από τις πέτρες του ποταμού, ενώ πολλές φορές πλημμύριζαν ψάρια... και τα χωράφια, από τα αυλάκια που επικοινωνούσαν με τον ποταμό. Ενας τρόπος για να ψαρεύουν, ήταν τα σελπιά: ένα πλέγμα από κλαδιά που τοποθετούσαν στο ποτάμι και το άφηναν εκεί ημέρες, πολλές φορές μέχρι να το πάρει μια κατεβασιά, οπότε έφτιαχναν καινούργιο.
Το φεραν όμως έτσι τα πράγματα, που ακόμα και ο παραδοσιακός τρόπος τυροκόμησης κοντεύει να τελειώσει, σε όλα τα κοπάδια που βόσκουν στα ελληνικά βουνά. Από τη μια μεριά η αδυναμία των ίδιων των κτηνοτρόφων να αρμέξουν -θέλει χέρια και μάλιστα δυνατά αυτή η δουλειά- και από την άλλη οι... περιορισμοί που βάζουν οι πάσης φύσεως ελληνικές και ευρωπαϊκές υπηρεσίες!
Με αυτά και με αυτά, το άρμεγμα και η τυροκόμηση έχουν τεθεί στο περιθώριο της ζωής του κοπαδιού. Οι περισσότεροι δε από τους εναπομείναντες κτηνοτρόφους προτιμούν να δίνουν το γάλα τους στον γαλατά, παρά να πήζουν μόνοι τους τυρί! Ετσι, μπορεί μεν να χάνουν κάποιο κέρδος, αλλά έχουν «διάφορο» τον κόπο.. Ορισμένοι πάντως επιμένουν να αντιστέκονται προς χάριν των παλιών καιρών, όπως ο Ναπολέων Χονδρός από το χωριό Κορυφή των Τρικάλων.
Και είναι πράγματι μια ιεροτελεστία, η στιγμή που με τη γυναίκα του Λαμπρινή αφού στραγγίξουν το γάλα, ανάβουν φωτιά, το βράζουν και στη συνέχεια το αφήνουν να πήξει σε τσαντήλες. Οταν θα έρθει η ώρα του, το κόβουν σε κομμάτια και το βάζουν σε ντενεκέδες που φυλάσσουν σε μια κρύα τρύπα του βουνού, όπου η θερμοκρασία δεν αλλάζει. Οταν ωριμάσει πλήρως, το μεταφέρουν στο χωριό για να θυμίσουν σε όλους τη νοστιμιά του αυθεντικού...
ΗΛΙΑΣ ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟΣ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΗΛΙΑΣ ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟΣhttp://galaktokomika.blogspot.gr/2014/03/s-s-s-s.html

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ,ΛΗΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΡΙΚ ΧΟΜΠΣΜΠΟΜ Μέρος Α΄

Τό 1969 ο Ερικ Χόμπσμπομ κυκλοφόρησε

ένα βιβλίο με τον προκλητικό τίτλο "Λη-



στές". Το βιβλίο ήταν, ούτε λίγο ούτε πολύ,

ένας ύμνος για τους "κοινωνικούς ληστές", τους

παράνομους "Ρομπέν των Δασών" που αντανα-

κλούν "τον γενικευμένο πόθο για ελευθερία, τον

ηρωισμό και το όνειρο της δικαιοσύνης".

Οπως ήταν φυσικό, το βιβλίο προκάλεσε σά-

λο: ο Χόμπσμπομ θεωρείται -καθόλου άδικα- ένας

από τους μεγαλύτερους ιστορικούς της εποχής

μας. Τα κλασσικά του βιβλία, "Η εποχή των επανα-

στάσεων", η "Εποχή του Κεφαλαίου", "Η εποχή της

Αυτοκρατορίας" έχουν μεταφραστεί σε δεκάδες

γλώσσες, διδάσκονται σε εκατοντάδες πανεπιστή-

μια και βρίσκονται σχεδόν σε όλες τις βιβλιοθήκες

του κόσμου. Εδώ στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί από

το ίδιο το Μορφωτικό Ιδρυμα της Τράπεζας της

Ελλάδας.



Ο Χόμπσμπομ γυρίζει στο βιβλίο του πίσω

στους μυθικούς ληστές της ιστορίας και της λο-

γοτεχνίας -ληστές που έχουν πάρει κυριολεκτικά

διαστάσεις ήρωα στην λαϊκή φαντασία. Στα ατέ-

λειωτα λαϊκά τραγούδια που εξυμνούν τα κατορ-

θώματά τους οι ληστές αυτοί στέκονται πάντα

στο πλευρό των φτωχών και των κατατρεγμένων:

ληστεύουν τους πλούσιους για να μοιράσουν την

λεία στους φτωχούς, απελευθερώνουν κρατούμε-

νους-θύματα της αυθαιρεσίας των αρχών ή γυναί-

κες που έχουν απαχθεί από τους δόλιους και διε-

στραμμένους άρχοντες, προστατεύουν χωριά

από τις επιθέσεις των συμμοριών του κόμη ή του

βασιλιά.

Αλλά δεν στέκεται μόνο στο παρελθόν. Το βι-

βλίο του μιλάει και για τους "σύγχρονους" ληστές

-τον Τζέσε Τζέιμς, τον Μπίλι δε Κιντ, τον Πάντσο

Βίλα, τον Νέντ Κέλι. Κάποιο από αυτούς συνδέθη-

καν άμεσα με τους φτωχούς και τους κατατρεγ-

μένους -ο Πάντσο Βίλα ήταν μαζί με τον Εμιλιάνο

Ζαπάτα ένας από τους πρωτεργάτες της Μεξικά-

 νικης Επανάστασης. Ο Μπίλι δε Κιντ μοίραζε

πράγματι λεφτά από τις ληστείες του στους φτω-

χούς. Για κάποιους άλλους η σύνδεση αυτή βρί-

σκεται απλά στη λαϊκή φαντασία.

Ανεξάρτητα, όμως, από τα πραγματικά ιστο-

ρικά δεδομένα, όλοι τους σχεδόν έχουν γίνει ήρω-

ες στα μάτια του κόσμου. Γιατί; Η καλύτερη απά-

ντηση έρχεται από τον Μπέρτολτ Μπρέχτ, με τα

λόγια του Μακχίθ, (Μακ ο Μαχαιροβγάλτης), του

πρωταγωνιστή της "Οπερας της Πεντάρας": τι εί-

ναι χειρότερο, αναρωτιέται ο Μακχίθ, ενώ περιμέ-

νει να τον κρεμάσουν. "Να ληστεύεις μια τράπε-

ζας ή να ανοίγεις μια τράπεζα;" Ποιος είναι μεγα-

λύτερος εγκληματίας; Ο ληστής ή ο τραπεζίτης;



Νεντ Κέλι




Τριάντα δύο χιλιάδες άνθρωποι υπέγραψαν

ένα ψήφισμα ενάντια στηνκαταδίκη σε θάνατο

του Νεντ Κέλι, του διάσημου ληστή της Αυστραλί-

ας το 1880 από τα δικαστήρια της πολιτείας της

Βικτορια. Το Γκλενρογουαν, η περιοχή που έζησε

ο Νεντ, αποκαλείται ακόμα και σήμερα Κέλι Κά-

ουντρι από τον κόσμο. Για την πολιτεία και την

επίσημη ιστορία ο Κέλι είναι ένας εγκληματίας.

Για τον κόσμο εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει

την αντίσταση -μοναχική, παράνομη και αδιέξοδη

αλλά ευγενική, ηρωική και αδάμαστη ταυτόχρονα-

στην αυθαιρεσία, τον κατατρεγμό και την καταπίε-

ση των ισχυρών.

Ο Κέλι ήταν από την γέννησή του κιόλας πάντα

στο στόχαστρο της αστυνομίας. Το ίδιο και η οικο-

γένειά του: ο πατέρας του είχε καταδικαστεί σε

έξι μήνες φυλακή για ζωοκλοπή -ένα ασυγχώρητο

έγκλημα σε μια χώρα μεγαλοκτηνοτρόφων. Από τα

14 του μπαινόβγαινε στα κρατητήρια και τις φυλα-

κές με διάφορες αστήρικτες κατηγορίες. Τα δικα-

στήρια τον αθώωναν: μάταια, όμως. Λίγους μήνες

αργότερα ήταν και πάλι προφυλακισμένος, με κά-

ποια νέα αφορμή. Τον Απρίλη του 1878, ύστερα

από μια συμπλοκή με έναν μεθυσμένο αστυνομικό

που παρενοχλούσε χυδαία την μικρή του αδελφή,

ο Νεντ βγήκε στην παρανομία. Τον Δεκέμβρη ορ-

γάνωσε την πρώτη του ληστεία -στην Εθνική Τρά-

πεζα της Γιουόρα: αφού κλείδωσε τους υπαλλή-

λους σε ένα δωμάτιο, άδειασε τα ταμεία και έφυγε

ανενόχλητος. Κανένας δεν σκοτώθηκε, ούτε τραυ-

ματίστηκε στην ληστεία. Ούτε στις επόμενες σκο-

τώθηκε ή τραυματίστηκε κανένας.

Ο Κέλι προσπάθησε να αξιοποιήσει την δημο-

σιότητα που είχε αποκτήσει από τις ληστείες για

να στείλει ένα μήνυμα στον κόσμο: να μιλήσει για

τα βάσανα που είχε περάσει όχι μόνο ο ίδιος και η

οικογένειά του αλλά και ολόκληρη η κοινότητα

των Ιρλανδών μεταναστών που ζούσε στην Αυ-

στραλία. Εγραψε ένα μεγάλο γράμμα και το

έστειλε στις εφημερίδες. Στο γράμμα ο Κέλι δή-

λωνε την πεποίθησή του ότι "στον αγώνα ενάντια

στους καταπιεστές" τα λόγια είναι πιο αποτελε-

σματικά από ότι τα λεφτά ή τα όπλα. Φυσικά κα-

μιά εφημερίδα δεν το δημοσίευσε. Το γράμμα

βρέθηκε 60 ολόκληρα χρόνια αργότερα και σήμε-

ρα είναι ένα από τα πιο διάσημα γραπτά ντοκου-

μέντα της ιστορίας της Αυστραλίας.

Η "συμμορία" του Κέλι εξαρθρώθηκε, ύστερα

από μια άγρια συμπλοκή με την αστυνομία, τον Ιο-

ύνη του 1880. Στο δικαστήριο ο Νέντ ήταν πολύ

"προκλητικός". Οταν ο δικαστής του ανακοίνωσε

ότι τον καταδικάζει σε θάνατο ο Κέλι του απάντη-

σε με "αναίδεια" "θα σε δω εκεί όταν φτάσω". Ο

Κέλι κρεμάστηκε στις 11 Νοεμβρίου. Δώδεκα μέ-

ρες αργότερα ο δικαστής πέθανε από μιαλοίμω-

ξη. Στα μάτια του κόσμου αυτή η τυχαία σύμπτω-

ση πήρε, όπως ήταν φυσικό, μυθικές διαστάσεις:

το δίκαιο είχε τελικά πάρει εκδίκηση.




Φούλαν Ντέβι



Οι "κοινωνικοί ληστές" -όπως τους αποκαλεί ο

Χόμπσμπομ- δεν είναι, όμως, ένα φαινόμενο που

ανήκει στους προηγούμενους αιώνες. Το πιο τρα-

νταχτό παράδειγμα είναι η Φούλαν Ντέβι -η "βασί-

λισσα των ληστών" της Ινδίας. Τον Φλεβάρη του

1981 η συμμορία της Ντέβι επιτέθηκε στο χωριό

Μπεχμάι -ένα χωριό στο οποίο η ίδια είχε φυλακι-

σθεί, βιαστεί και κακοποιηθεί πριν από λίγους μή-

νες- και αφού το λήστεψε έστησε 22 άντρες στον

τοίχο και τους εκτέλεσε. Δεκαπέντε χρόνια αργό-

τερα -από τα οποία τα περισσότερα τα είχε περά-

σει στην φυλακή- η Ντέβι εκλέχτηκε βουλευτής,

αντιπρόσωπος του "σοσιαλιστικού" κόμματος Σα-

ματγουάντι στην εθνική βουλή της Ινδίας.

Η κοινωνία της Ινδίας είναι χωρισμένη σε κά-

στες και η Φούλαν είχε την "ατυχία" να ανήκει σε

μια από τις κατώτερες. Στα 11 της χρόνια οι γο-

νείς της την πάντρεψαν -όπως κάνουν χιλιάδες

φτωχές οικογένειες στην Ινδία- με έναν άντρα κα-

τά πολύ μεγαλύτερό της ο οποίος αφού την βίασε

και την κακοποίησε την πέταξε στον δρόμο. Γύρι-

σε στο χωριό της, αλλά η οικογένειά της αρνήθηκε

να την δεχτεί "ατιμασμένη" πίσω. Η τύχη της χαμο-

γέλασε λίγο αργότερα, όταν απήχθει από μια ομά-

δα ληστών: η Φούλαν συνδέθηκε σύντομα με τον

αρχηγό της συμμορίας και από φυλακισμένη έγινε

γυναίκα του. Η πρώτη πράξη της νέας γυναίκας

του "αρχηγού" ήταν να λεηλατήσει το χωριό του

πρώην άντρα της, να τον μαχαιρώσει, να τον σύρει

έξω από το σπίτι του και να τον παρατήσει ετοιμο-

θάνατο, μπροστά στα μάτια εκατοντάδων συγχω-

ριανών του με ένα σημείωμα-απειλή για τους

άντρες που παντρεύονται μικρά κορίτσια.

Η συμμορία της Φούλαν "ειδικεύτηκε" στην λε-

ηλασία χωριών που ανήκαν στις ανώτερες κάστες

και στις απαγωγές πλούσιων γαιοκτημόνων -για τα

λύτρα φυσικά. Πολλοί υποστήριζαν -και υποστηρί-

ζουν- ότι τα κέρδη από τις ληστείες και τις απαγω-

γές τα μοιραζόταν η σπείρα με τους φτωχούς. Η

αστυνομία, φυσικά, το διαψεύδει. Αυτό που την

έκανε, πάντως, διάσημη ήταν η μανία της για εκδί-

κηση ενάντια σε αυτούς που κακοποιούσαν ή βία-

ζαν γυναίκες -ακόμα και αν η εκδίκηση αυτή ήταν

τυφλή και άδικη, όπως η δολοφονία των 22 αθώων

ανδρών στο χωριό Μπεχμάι. Η επίθεση αυτή της

χάρισε, όχι μόνο τον τίτλο της "Βασίλισσας των

Ληστών" αλλά και τεράστια φήμη. Στα παζάρια της

Ινδίας άρχισαν να πουλιούνται κούκλες "Φούλαν

Ντέβι" ντυμένες σαν την θεά Ντούργκα ενώ οι

εφημερίδες την παρουσίαζαν σαν την ηρωίδα των

φτωχών και των κατατρεγμένων.

Η αστυνομία την επικηρυξε αλλά η μαζική

υποστήριξη σήμαινε ότι δεν μπορούσε να την

συλλάβει. Υστερα από δυο άκαρπα χρόνια η κυ-

βέρνηση της πρότεινε έναν συμβιβασμό. Η Ντέβι,

που στο μεταξύ είχε αρρωστήσει και είχε χάσει

τους περισσότερους συντρόφους της, δέχτηκε -

βάζοντας όμως σκληρούς όρους. Παραδόθηκε

και κλείστηκε στις φυλακές για 11 χρόνια. Το

1994 αποφυλακίστηκε με χάρη. Το 1996 εκλέχτη-

κε βουλευτής, για να δολοφονηθεί λίγο αργότερα

-κατά πάσα πιθανότητα από τους συγγενείς των

αθώων νεκρών του Μπεχμάι.

Κάθε εποχή έχει τους δικούς της Ρομπέν των

Δασών -άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο

κατασκευασμένους. "Ο άνθρωπος έχει μια ακόρε-

στη δίψα για δικαιοσύνη" γράφει ο Χόμπσμπομ

στο βιβλίο του. "Η καρδιά του εξεγείρεται ενάντια

σε μια κοινωνική οργάνωση η οποία του την στε-

ρεί και όποιος και να είναι ο κόσμος μέσα στον

οποίο ζει, θεωρεί υπεύθυνη είτε την κοινωνική ορ-

γάνωση είτε ολόκληρο το υλικό σύμπαν για αυτή

την αδικία.

Ο άνθρωπος είναι γεμάτος από μια παράξε-

νη, πεισματάρικη μανία να θυμάται, να φαντάζεται

και να αλλάζει τα πράγματα γύρω του. Και επι-

πρόσθετα κουβαλάει μαζί του την επιθυμία να

έχει αυτό το οποίο δεν μπορεί να έχει -έστω και

με την μορφή ενός παραμυθιού. Αυτή είναι μάλ-

λον και η βάση για τις ηρωικές ιστορίες όλων των

εποχών όλων των θρησκειών, όλων των ανθρώ-

πων και όλων των τάξεων".

Η κοινωνία μας δεν κινδυνεύει από τους λη-

στές. Από τους τραπεζίτες και τους βιομήχανους

και τους εφοπλιστές κινδυνεύει. Κανένας ληστής

δεν έχει απολύσει ποτέ εργάτες. Ούτε έχει κόψει

τα μεροκάματα. Ούτε έχει κάψει τα δάση. Τα

"κέρδη" των ληστών ωχριούν μπροστά στα κέρδη

των χρηματιστών ή των εργολάβων που λυμαίνο-

νται τα δημόσια έργα. Η κοινωνία δεν χωρίζεται

σε "νόμιμους" και "εγκληματίες". Χωρίζεται σε κα-

πιταλιστές και εργάτες.

Φυσικά κανένας δεν μπορεί να κλείσει τα μά-

τια μπροστά στα αθώα θύματα των ληστειών. Αλ-

λά και εδώ ο απολογισμός είναι συντριπτικός: οι

νεκροί και οι τραυματίες από τις ληστείες δεν

φτάνουν ούτε στο ένα εκατοστό των θυμάτων των

μέτρων ενάντια στην "λαθρομετανάστευση", των

πολεμικών επιχειρήσεων, των εργατικών ατυχημά-

των, των αυτοκτονιών στον στρατό ή της αστυνο-

μικής βίας. Οποιος νοιάζεται πραγματικά για "την

ζωή" έχει πολύ δρόμο να διανύσει πριν φτάσει

στις ληστείες.

Σωτήρης Kοντογιάννης "Εργατική Αλληλεγγύη"
=======

Eric Hobsbawm: Ληστές



lhstes[Eric Hobsbawm: Ληστές

 Εκδόσεις Θεμέλιο, 2010]
του Θανάση Καμπαγιάννη
“Οι Ληστές είναι μια σπουδή πάνω στη φιγούρα του κοινωνικού ληστή ή του εξεγερμένου παράνομου. Τέτοιοι ληστές και παράνομοι δεν θεωρούνται από την κοινή γνώμη εγκληματίες, αλλά υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης, εκδικητές ή αγωνιστές μιας πρωτόγονης αντίστασης, και τα κατορθώματά τους έχουν δοξαστεί και διασωθεί στην ιστορία και τον μύθο”.

Το έργο του βρετανού κομμουνιστή ιστορικού Έρικ Χόμπσμπομ “Ληστές” το 1969 αποτέλεσε την απαρχή μιας ολόκληρης ιστοριογραφικής σχολής για το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας. Στην ανάπτυξη του σχετικού ιστορικού κλάδου οφείλεται και η διαρκώς ανανεωμένη επανέκδοση του συγκεκριμένου έργου από τον Χόμπσμπομ, επαυξημένη κάθε φορά με νέα στοιχεία και ενημερωμένη με τις πιο πρόσφατες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους ιστορικούς του νέου αυτού πεδίου.

Η ληστεία αμφισβητεί την οικονομική, κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων. Εμφανίζεται σε κοινωνίες που υφίστανται μια διαδικασία ταξικής διαφοροποίησης (κλασικό τέτοιο παράδειγμα είναι η μετάβαση από την φεουδαρχία στον καπιταλισμό και τα χνάρια που αφήνει η διαδικασία αυτή στις αγροτικές κοινωνίες που την υφίστανται) ή σε κοινωνίες που είναι πλέον ταξικά διαφοροποιημένες. Χρήσιμη είναι εδώ η υπενθύμιση ότι τα κράτη πριν τον 19ο αιώνα ήταν τελείως διαφορετικά από τα ολοκληρωμένα εθνικά κράτη που γνωρίζουμε, ιδίως τον 20ό αιώνα: “κανένα κράτος... δεν διέθετε επαρκή γνώση για το ποιός ζούσε στο έδαφός του, ποιός γεννιόταν και ποιός πέθαινε εκεί... η εξουσία περιοριζόταν επομένως από την ανικανότητα της κεντρικής κυβέρνησης να μονοπωλήσει τον οπλισμό, να συντηρήσει σε μόνιμη βάση ένα σώμα ενόπλων και αόπλων δημόσιων λειτουργών...” (σελ. 31-32). Αυτό ήταν και το υλικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη της ληστείας.

Η κοινωνική ληστεία είναι μια μορφή εξέγερσης που συναντάται σε διαστρωματωμένες αγροτικές κοινωνίες. Εξέφραζε την αντίσταση την αγροτικής κοινής γνώμης απέναντι στην κρατική εξουσία, γι' αυτό και αντίθετα με τους κοινούς ληστές ή τον υπόκοσμο οι κοινωνικοί ληστές επιδίωκαν και διέθεταν την στήριξη των αγροτών. Οι κοινωνικοί ληστές ήταν “επαναστάτες”, με την έννοια ότι ξέφευγαν από την νόρμα της υποταγής που συνεπάγονται τα βάρη της αγροτικής ζωής. Ωστόσο, το “πρόγραμμά” τους δεν υπερέβαινε ποτέ την υπεράσπιση της παραδοσιακής τάξης πραγμάτων, την επιστροφή στην κατάσταση “έτσι όπως έπρεπε να είναι”. Παρ' όλα αυτά, σε περιόδους κρίσης και κοινωνικής αναταραχής, οι ληστές μπορούσαν να μετατραπούν σε σύμβολα αντίστασης “από ολόκληρη την παραδοσιακή τάξη ενάντια στις δυνάμεις που την αποδιοργανώνουν και την καταστρέφουν” (σελ. 49).

Το φαινόμενο της κοινωνικής ληστείας είναι διεθνές, από τους Ιταλούς banditos και τους μπαντολέρος της Ανδαλουσίας μέχρι τους Βαλκάνιους Χαϊδούκους, τους κλέφτες και τους αρματωλούς ή τους ντεσπεράντος της αμερικάνικης Άγριας Δύσης. Δίπλα σε αυτούς θα πρέπει να προσθέσουμε και εκείνους τους ληστές που υπήρξαν στην ουσία αποστάτες της τάξης των ευγενών, όπως ο Ρομπέν των Δασών στα δάση του Σέργουντ. Η κοινωνική δεξαμενή των ληστών έχει ωστόσο μια κοινή συνισταμένη: πρόκειται για νεαρούς άντρες, ηλικίας ανάμεσα στην εφηβεία και τον γάμο, που προέρχονται ταξικά από το αγροτικό προλεταριάτο (αν δεν είναι ξεπεσμένοι ή ανυπάκουοι ευγενείς). Σε περιόδους κρίσης, το αγροτικό πλεόνασμα του πληθυσμού προσφέρει την κοινωνική βάση για την άνθιση του φαινομένου της ληστείας, ιδίως σε κομμάτια πληθυσμού που είναι ούτως ή άλλως δύσκολα αφομοιώσιμα, όπως οι μετανάστες, οι πρώην κληρωτοί φαντάροι, κλπ.

Ο Χόμπσμπομ αφιερώνει χωριστά κεφάλαια στους “ευγενείς ληστές”, στους “εκδικητές” που τιμωρούσαν τις υπερβολές της εξουσίας των αρχόντων και των κρατικών υπαλλήλων, αλλά και στους Χαϊδούκους των Βαλκανίων. Επεκτείνει ωστόσο τόσο το αντικείμενο της μελέτης του, εντάσσοντας για παράδειγμα στην κοινωνική ληστεία τους “απαλλοτριωτές” αναρχικούς της Ισπανικής Επανάστασης, ώστε τελικά να δέχεται κριτική ότι έτσι η ίδια η έννοια του κοινωνικού ληστή χάνει κάθε αναλυτική αξία. Στην απάντησή του, ο συγγραφέας αποδέχεται μέρος των κριτικών, για παράδειγμα ότι υπερεκτίμησε την αξία των προφορικών παραδόσεων για τους ληστές, με αποτέλεσμα μια ρομαντική εξιδανίκευσή τους στα αρχικά του κείμενα.

Έτσι, η εξέλιξη της ληστείας μπορεί να είναι ποικιλόμορφη. Οι ληστές μπορούν να γίνουν επαναστάτες, συντασσόμενοι με ένα ευρύτερο κίνημα κοινωνικής αλλαγής (αυτή ήταν σε αρκετές περιπτώσεις η εξέλιξη στις εθνικοαπελευθερωτικές επαναστάσεις των Βαλκανίων). Αλλά ταυτόχρονα οι ομάδες των ληστών μπορούν να επιλέξουν τον επικερδέστερο δρόμο της προσφοράς των υπηρεσιών τους στην κεντρική εξουσία ή σε κάποιον τοπικό ηγεμόνα. Η συγκρότηση δε των ληστρικών ομάδων με δικούς τους κώδικες, οικονομικά συμφέροντα, κλπ, τείνει να τις απομακρύνει από την αγροτική κοινότητα της οποίας την πρωτόλεια αντίσταση αρχικά εκφράζουν, με αποτέλεσμα το γλίστρημά τους στην κοινή ληστεία, το οικονομικό έγκλημα και τον υπόκοσμο.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, η εικόνα του κοινωνικού ληστή (όπως αυτή οικοδομήθηκε μέσα από τα λογοτεχνικά έργα των εκάστοτε εθνικών συγγραφέων και εξαπλώθηκε μέσα από την τυπογραφία και τα μέσα ενημέρωσης) είναι πεδίο αντιπαράθεσης για την οποία ερίζουν πολλοί και διαφορετικοί παίκτες: έτσι το ΕΑΜικό κίνημα οικειοποιήθηκε την εικόνα των κλεφτών του 1821 για να νομιμοποιήσει την δράση του στην ύπαιθρο, έστω και αν αυτή δεν είχε να κάνει με το ιστορικό πλαίσιο γέννησης της κοινωνικής ληστείας. Αλλά και η ιταλική μαφία ή – στην ελληνική περίπτωση – δίκτυα της κρητικής υπαίθρου χρησιμοποιούν πλευρές της εδραιωμένης εικόνας της κοινωνικής ληστείας για την διευκόλυνση εγκληματικών δραστηριοτήτων που συνδέονται με την αγορά, εμπορευματοποιώντας έτσι την “αντιστασιακή” κληρονομιά της τοπικής αγροτικής παράδοσης. Στην Ελλάδα, οι αδελφοί Παλαιοκώστα έχουν οικοδομήσει με επιτυχία μία ανάλογη εικόνα.

Παρά τις υπαρκτές κριτικές, το βιβλίο του Χόμπσμπομ δίνει τροφή για σκέψη. Και απέναντι στις στενές ειδικεύσεις της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, το έργο του είναι η απόδειξη της ανωτερότητας της μαρξιστικής ιστοριογραφίας και της δυνατότητάς της να συνθέτει ολιστικές ιστορικές αφηγήσεις διατηρώντας την ευαισθησία της απέναντι στο συγκεκριμένο και το μερικό. Από αυτή την άποψη, κανένα βιβλίο του Χόμπσμπομ δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο.
Δημοσιεύθηκε στο «Σοσιαλισμός από τα Κάτω», τεύχος 87.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες