Ιστορικά στοιχεία - Διηγήσεις- Αναφορές - Ήθη και Έθιμα - Ασχολίες κατοίκων - Αξιοθέατα - Λογοτεχνικά κείμενα - Ποιήματα - Φωτογραφίες - Ενδιαφέρουσες ειδήσεις κλπ για την Ακρη και την ευρύτερη περιοχή του Αμαρμπεη και της υπολοιπης Ελλαδας σκεψεις προσωπικες αποψεις ανησυχιες διαλοκατεβασματα
Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015
Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015
Eκδόσεις των Συναδέλφων
Ψηλά στην
Καλλιδρομίου βρίσκεται το βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων. Η
μεγάλη βιτρίνα του αφήνει το φως να μπαίνει δημιουργώντας έναν ζεστό
χώρο περιτριγυρισμένο από βιβλία. Τι άλλο; Ήταν Σάββατο όταν το
επισκεφθήκαμε και έξω είχε στηθεί η λαϊκή αγορά της γειτονιάς. «Κάθε
Σάββατο γινόμαστε mall… Έρχεσαι παίρνεις τα βιβλία σου, παίρνεις και
κολοκυθάκια» μας ανέφερε ο Κώστας, ο γραφίστας του εκδοτικού οίκου, που ανέλαβε να μας μιλήσει για το εγχείρημα.
Προερχόμενα από τον κλάδο του βιβλίου, τα 8 μέλη της
κολεκτίβας οργανώθηκαν μέσω του σωματείου τους και ξεκίνησαν την έκδοση
βιβλίων ως ένα είδος παρέμβασης. «Το πρώτο βιβλίο τυπώθηκε εκ των εν
όντων με πίστωση από το τυπογραφείο. Πουλήσαμε κάποια αντίτυπα,
ξοφλήσαμε το τυπογραφείο, έμειναν κάποια λεφτά στο σωματείο και κάποια
πήγαν για να τυπωθεί το δεύτερο βιβλίο».
Αυτή ήταν η αρχή
του εκδοτικού οίκου των Εκδόσεων Συναδέλφων, μιας επιχείρησης
αλληλέγγυας οικονομίας με τα χαρακτηριστικά που αυτό υπονοεί. Η
ιδιοκτησία του μαγαζιού είναι συλλογική: «Σε κανέναν δεν ανήκει τίποτα
εδώ μέσα. Αν αύριο το πρωί εγώ φύγω από το εγχείρημα, θα φύγω παίρνοντας
την τσάντα μου. Δεν υπάρχει καθόλου ατομική ιδιοκτησία, μόνο συλλογική.
Αν το διαλύσουμε, ότι υπάρχει στο μαγαζί θα πάει σε κάποιον ευγενή
σκοπό. Δεν θα τα πουλήσουμε και μετά θα μοιράσουμε τα λεφτά. Το μόνο που
δικαιούμαστε είναι η αρχική μας συνεταιριστική μερίδα».
Οι αποφάσεις λαμβάνονται
με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες: «Κάθε βδομάδα μαζευόμαστε και κάνουμε
συνέλευση. Ο καθένας εκφράζει τη γνώμη του και προσπαθούμε να
αποφασίζουμε δια της συναίνεσης. Όπου αυτό δεν είναι
εφικτό και μας μπλοκάρει, καταλήγοντας να το συζητάμε για μία ή δύο
συνελεύσεις, μπορεί να κάνουμε και ψηφοφορία. Συζητάμε τα πάντα στις
συνελεύσεις: Τι βιβλία θα βγάλουμε; Πώς θα τα βγάλουμε; Πώς θα τα
χρηματοδοτήσουμε; Πώς θα τα διακινήσουμε; Αλλά και πιο πεζά θέματα, όπως
ας πούμε το ότι πρέπει να καθαρίσουμε το μαγαζί».
Για έναν εκδοτικό οίκο η πιο σημαντική απόφαση είναι
σίγουρα το ποια βιβλία θα εκδώσει. Με ποια κριτήρια λοιπόν κάνουν τις
επιλογές τους; «Εμείς εκδίδουμε όλα τα είδη των βιβλίων, αν και έχουμε
μία κλίση προς τη θεωρία, το δοκίμιο και το πολιτικό βιβλίο. Όταν
πρόκειται για αυτό το είδος βιβλίων, θέλουμε να είναι καλογραμμένα και
τεκμηριωμένα. Τώρα, όταν πρόκειται για λογοτεχνία είναι πολύ
υποκειμενικά τα κριτήρια. Να μας αρέσει το γράψιμο και να ταιριάζει
κάπως στον χαρακτήρα μας. Υπάρχουν βέβαια κάποια δεν και μη. Δεν θα
εκδίδαμε ένα βιβλίο με περιεχόμενο εθνικιστικό, ρατσιστικό, ή σεξιστικό.
Αλλά δεν κάνουμε κάποιου είδους ιδεολογική λογοκρισία. Θα μπορούσαμε να
βγάλουμε και ένα βιβλίο με το οποίο δεν συμφωνούμε ιδεολογικά».
Ο καπιταλισμός έχει
μεγάλο στομάχι και τα χωνεύει όλα. Όμως δεν μπορούμε να μην κάνουμε κάτι
επειδή ελλοχεύει ο κίνδυνος της αφομοίωσης, γιατί τότε θα είμαστε σαν
τους Πειρατές στον Αστερίξ.
Στο κείμενο της αυτοπαρουσίασής τους αναφέρουν πως
είναι μια αυτοδιαχειριζόμενη κοινότητα για την προώθηση ενός
διαφορετικού πολιτισμού και μιας άλλης σχέσης με το βιβλίο. «Για εμάς το
βιβλίο δεν είναι απλώς ένα εμπόρευμα. Είναι ένα μέσο διάδοσης ιδεών,
τέχνης, αισθητικής και γνώσης, άρα δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε
όπως όλα τα άλλα προϊόντα. Είναι αλήθεια ότι τις τελευταίες δεκαετίες
αντιμετωπιζόταν από τους κλασσικούς εκδότες ως ένα εμπορικό προϊόν, εξ
ου η έννοια του best seller και το φαινόμενο ένα βιβλίο μετά από τρεις
μήνες να θεωρείται παλιό. Όλο αυτό ήταν απότοκο της φούσκας που έγινε
στον κλάδο από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 μέχρι την αρχή της κρίσης.
Όσοι έβγαλαν χρήματα την περίοδο της ισχυρής Ελλάδας έπρεπε να δείξουν
ότι ξέρουν και γράμματα, οπότε έπρεπε κάτι να διαβάζουν. Επειδή όμως δεν
τους ήταν εύκολο, γιατί δεν είχαν μάθει ποτέ, βγήκε εκείνο το είδος της
λογοτεχνίας το πιο ελαφρό, το οποίο εκτινάχθηκε. Κάποιοι άλλοι έπαιρναν
βιβλία επειδή έφτιαχναν τα σπίτια τους και ήθελαν να στολίσουν τις
βιβλιοθήκες τους. Δεν νομίζω να τα είχαν ανοίξει ποτέ. Τα έπαιρναν με
κριτήριο αν τους άρεσε το εξώφυλλο και η ράχη. Κάτι να ταιριάζει με τον
καναπέ και με τα χρώματα στους τοίχους».
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισαν μέχρι τώρα
ήταν οι συνθήκες μέσα στις οποίες έστησαν το εγχείρημά τους: «Ξεκινήσαμε
με μηδενικό κεφάλαιο. Ήμασταν απολυμένοι και άνεργοι. Αυτό είναι το
μεγαλύτερο πρόβλημα που μπορεί να υπάρχει».
Η γραφειοκρατία ήταν ένα ακόμη: « Ήμασταν και από τις
πρώτες Κοιν.Σ.Επ., με το που έγινε ο νόμος και άνοιξε το μητρώο στο
Υπουργείο. Ήταν Μ. Πέμπτη του 2012, το θυμάμαι πολύ καλά. Πήγαινες
λοιπόν στην εφορία και έλεγες είμαι Κοιν.Σ.Επ. και σε κοιτάζανε….
Ενδεχομένως αν τους έλεγες είμαι Αρειανός να σε κοίταζαν πιο καλά. Δεν
είχαν ιδέα. Ή πήγαινες σε μια δημόσια υπηρεσία, όπου τα συστήματα είχαν
προεπιλεγμένες νομικές μορφές στις οποίες δεν συμπεριλαμβανόταν η
Κοιν.Σ.Επ., και σου έλεγε ο υπάλληλος “Και που να σε βάλω τώρα;”. Έτσι,
για άλλες δημόσιες υπηρεσίες είμαστε αστικός μη κερδοσκοπικός
συνεταιρισμός, για άλλες είμαστε κερδοσκοπικός, ανάλογα με το τι
μπορούσε να περάσει ο καθένας στον υπολογιστή του».
Η ανυπαρξία άμεσης κοινωνικής διασύνδεσης των
εγχειρημάτων, δηλαδή ένας ανοικτός διάλογος με τους καταναλωτές,
οφείλεται σύμφωνα με τον Κώστα στον μικρό αριθμό των εγχειρημάτων:
«Έχουν μία αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια αλλά δεν ξέρω πόσα από αυτά
είναι πραγματικά εγχειρήματα συνεργατικής λογικής και της αλληλέγγυας
οικονομίας και όχι φωτοβολίδες που προσδοκούν μελλοντικές επιχορηγήσεις.
Τα εγχειρήματα που λειτουργούν πράγματι σύμφωνα με τις αρχές της
αλληλέγγυας οικονομίας, δηλαδή χωρίς αφεντικό, χωρίς ατομική ιδιοκτησία,
με συλλογικές αποφάσεις στη βάση του ένα μέλος μία ψήφος, είναι πολύ
λίγα. Οπότε δεν μπορούμε να μιλάμε για διασύνδεση με την κοινωνία. Τώρα
είμαστε σταγόνα στον ωκεανό».
Αυτά τα λίγα εγχειρήματα μπορούν να χωριστούν σε
τρεις κατηγορίες, μας λέει ο Κώστας: «Υπάρχουν τα τελείως ψεύτικα.
Υπάρχουν τα παιδιά που δημιουργούν κολεκτίβες, ως μια εναλλακτική στη
σημερινή κατάσταση, και σταματούν εκεί. Τους αρκεί αυτό. Και οι
κολεκτίβες που έχουν και πολιτικό πρόταγμα. Εμείς θεωρούμε, ελπίζουμε,
προσπαθούμε να ανήκουμε στις τελευταίες. Το ζητούμενο είναι να είμαστε
εκτός συστήματος και ενάντια σε αυτό, αλλά δεν νομίζω ότι το έχουμε
καταφέρει. Αυτό θα μπορούσε να γίνει αν ήμασταν πολλοί και δρούσαμε
παράλληλα αλλά και ανταγωνιστικά στο σύστημα».
«Και που θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό;» ρωτάμε.
«Τα εγχειρήματα αυτοδιαχείρισης από μόνα τους δεν είναι ικανά να
αλλάξουν τον κόσμο. Είμαστε αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι ικανή. Άλλοι
παλεύουν το σύστημα οργανωμένοι σε πολιτικά κόμματα, άλλοι σε πολιτικές
ομάδες. Βεβαίως δεν θεωρούμε ότι υπάρχει και κάτι άλλο, το οποίο από
μόνο του αποτελεί ικανή συνθήκη. Μάλλον τα δικά μας τα εγχειρήματα είναι
ένα ρυάκι, που μαζί με άλλα ρυάκια θα ενωθούμε κάποτε σε ένα μεγάλο
ποτάμι που θα πάρει μπάλα το σύστημα. Είμαστε όλοι μέρους του ίδιου
κινήματος».
Ο αντισυστημικός προσανατολισμός του εγχειρήματος
φαίνεται και από τις προσδοκίες τους σε θεσμικό επίπεδο: «Βασικά, αυτό
που θέλουμε από το κράτος είναι να μας αφήσει ήσυχους. Να μας δώσει
χώρο. Ή μάλλον παλεύουμε να τον κερδίσουμε, δεν θέλουμε να μας δώσει
κανείς τίποτα. Αλλά δεν έχουμε αυταπάτες. Σήμερα μπορεί τα πράγματα να
είναι λίγο πιο ευνοϊκά, αύριο μπορεί να μην είναι. Μπορεί αύριο να μας
κυνηγήσουν. Παρ’ όλα αυτά, ενδεχομένως να έχουμε και κάποια αιτήματα σε
θεσμικό επίπεδο, όπως κάποια «κίνητρα» για τις πραγματικά συνεργατικές
επιχειρήσεις, και το ξαναλέω γιατί υπάρχει πάρα πολύ λαμόγιο στο χώρο.
Άρα ταυτόχρονα θα χρειαζόταν και κάποιος έλεγχος για το ποιες είναι
πραγματικά συνεργατικές επιχειρήσεις. Αυτό ιδανικά θα πρέπει να το
κάνουμε εμείς οι ίδιοι και όχι το κράτος, όχι κάποιος γραφειοκράτης στο
υπουργείο που δεν ξέρει τι του γίνεται και το μόνο που ζητάει είναι
χαρτιά και καταστατικά».
Τον καπιταλισμό και τη δύναμή του να αφομοιώνει τις
καινούργιες ιδέες, τον φοβούνται; «Ο καπιταλισμός έχει μεγάλο στομάχι
και τα χωνεύει όλα. Όμως δεν μπορούμε να μην κάνουμε κάτι επειδή
ελλοχεύει ο κίνδυνος της αφομοίωσης, γιατί τότε θα είμαστε σαν τους
Πειρατές στον Αστερίξ. Θα βουλιάζουμε το σκάφος για να μην μας το
βουλιάξει ο Οβελίξ. Δηλαδή, θα αυτοαφομοιωνόμαστε για να μην
αφομοιωθούμε. Ο κίνδυνος λιγοστεύει όσο πιο σαφής είναι η δομή που έχεις
φτιάξει και αυστηρές οι αρχές με βάση τις οποίες λειτουργείς. Αν
γίνουμε αριθμητικά περισσότεροι, πολύ στενά μεταξύ μας δικτυωμένοι,
φτιάξουμε τις δικές μας δομές, τη δική μας εσωτερική μικροοικονομία και
τα δικά μας ταμεία αλληλεγγύης, όταν κάποια στιγμή μας επιτεθεί το
σύστημα, γιατί θα γίνει και αυτό, θα έχουμε τους αμυντικούς μηχανισμούς
για να μπορέσουμε να επιβιώσουμε, να αντιπαρατεθούμε, να συγκρουστούμε».
Info: Eκδόσεις των Συναδέλφων, Καλλιδρομίου 30, Αθήνα, Τηλέφωνο: 210 3818840, www.ekdoseisynadelfwn.wordpress.com
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015
ερωτας
Η ψυχοπαθολογία του έρωτα
Ο έρωτας δεν είναι σπάνιος. Σπάνιος είναι ο αμοιβαίος έρωτας και ο έρωτας που διαρκεί.
Pascal Bruckner
Γιατί έχουμε ανάγκη να μιλήσουμε για τον έρωτα;
Πρώτον, επειδή πρόκειται για θεμελιώδες
υπαρξιακό ζήτημα με το οποίο όλοι, κάποια στιγμή, κληθήκαμε ή θα
κληθούμε να αναμετρηθούμε.
Δεύτερον, επειδή όταν του επιτρέπουμε να
κάνει τη δουλειά του (δηλαδή όταν τον ζούμε μέχρις εσχάτων), μας φέρνει
αντιμέτωπους με όλα τα σκληρά δεδομένα της ύπαρξης: το εφήμερο των
πραγμάτων, την έλλειψη νοήματος, τη μοναξιά.
Τέλος, επειδή δοκιμάζει τα όρια και τις
αντοχές μας, θυμίζοντάς μας την επιθυμία να ζήσουμε στο έπακρο τη ζωή
και, συγχρόνως, το φόβο να το πράξουμε.
Πότε και ποιον ερωτευόμαστε;
«Ποτέ δεν πέφτω στα δίχτυα του έρωτα
εφόσον προηγουμένως δεν το έχω ποθήσει», έχει πει κάποιος (1), και εγώ
θα συμπλήρωνα ότι τον πόθο να ερωτευτούμε τον ξυπνάει η ανάγκη να
ταράξουμε τα νερά, όταν η ζωή μας είναι ήρεμη και τακτοποιημένη μεν,
αλλά κάπως άχρωμη.
Φαίνεται, δηλαδή, ότι πρώτα ξυπνούν οι
ανάγκες του εαυτού για αμφισβήτηση και αναθεώρηση των δεδομένων της
ζωής, και κατόπιν κάνει την εμφάνιση της η ανάγκη για έναν συγκεκριμένο
άλλο.
Όσο για το ποιον ερωτευόμαστε, μάλλον
αποτελεί μυστήριο με ελάχιστες πιθανότητες να διαλευκανθεί. Ίσως είναι ο
πιο ταιριαστός ή συμπληρωματικός, όπως υποστηρίζουν οι θεωρίες της
ψυχολογίας. Ή ίσως είναι εκείνος, του οποίου το βλέμμα μας θυμίζει το
πρώτο βλέμμα που πρωτοαντικρίσαμε ερχόμενοι στον κόσμο, όπως υποστηρίζει
η ψυχανάλυση.
Ίσως τελικά δεν έχει σημασία ποιος
είναι, μιας και εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε ενεργητικά την εικόνα του
ώστε να μας αρέσει. Ώστε να ικανοποίει την ανάγκη μας να οικοδομήσουμε
ένα νέο εαυτό και μια νέα ζωή εντός μιας νέας πραγματικότητας.
Παρόλο που είναι δυσδιάκριτα τα όρια
μεταξύ του αν ερωτευόμαστε τον πραγματικό άνθρωπο απέναντί μας ή την
εικόνα που έχουμε στο κεφάλι μας για εκείνον, ο άνθρωπος που θα μας
συγκινήσει είναι ένας και μοναδικός, αναντικατάστατος και μη συγκρίσιμος
(τουλάχιστον για όσο διάστημα διαρκούν τα μάγια).
Όπως και να έχει, η αδυναμία να
εξηγήσουμε αιτιολογικά την επιλογή μας δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Γιατί
ερωτευτήκαμε αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο; Το ερώτημα σχεδόν
εξεγείρει. Ποιος είναι επιτέλους αυτός ο άγνωστος που μέσα σε μια στιγμή
έγινε τόσο σημαντικός;
Η εμπειρία του έρωτα
Για αδιευκρίνιστους, λοιπόν, λόγους δύο
άνθρωποι (ή δύο βλέμματα) συναντιούνται. Και λέγοντας ψυχολογική
συνάντηση δεν εννοούμε κάτι απλό. Αναφερόμαστε στη σπάνια εκείνη στιγμή
μέσα στο χρόνο, κατά την οποία ένας άνθρωπος αγγίζει έναν άλλο στον
πυρήνα του και, εξαιτίας αυτού, εξαναγκάζεται σε ριζική μεταστροφή και
διαφοροποίηση.
Ασφαλώς υπάρχουν ιδιοσυγκρασιακές
διαφορές, αλλά, σε γενικές γραμμές, έπειτα από μια τέτοια συνάντηση,
ένας άνθρωπος, «φυσιολογικός» μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχίζει να
εμφανίζει τα ακόλουθα «συμπτώματα»:
1. Αισθητά μειωμένη όρεξη για ύπνο ή
φαγητό και μόνιμη ψυχοφυσιολογική διέγερση (αυξημένος καρδιακός ρυθμός,
διεσταλμένες κόρες ματιών, ίλιγγος, αποπροσανατολισμός).
2. Υπερβολικό, ανεξέλεγκτο πάθος για τον
άλλον, σε συνδυασμό με επίμονα συναισθήματα ευφορίας, αγαλλίασης,
ενθουσιασμού, έκστασης.
3. Διαρκής ονειροπόληση και ισχυρή
απροθυμία ή άρνηση να εργαστεί, να συνδεθεί με άλλους ανθρώπους εκτός
του ποθητού αντικειμένου, γενικώς να συντονιστεί με την πραγματικότητα.
4. Επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές
φαντασιώσεις καθημερινά, προκαλούμενες από ισχυρή φυσική έλξη και
σεξουαλική επιθυμία για το ερωτικό αντικείμενο.
5. Απορρόφηση από ρομαντικές
φαντασιώσεις απόλυτης ένωσης κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας, και
εκδήλωση συμπεριφορών στοργής, τρυφερότητας και ενδιαφέροντος για τον
άλλον.
6. Παράλογη υποκειμενική αίσθηση ότι
είναι μαγεμένος ή υπνωτισμένος ή υπό την επήρεια ουσιών, με συνέπεια την
εκδήλωση συμπεριφορών εξάρτησης και άμεσης προσκόλλησης στον άλλον.
7. Ταχέως αυξανόμενη αμοιβαία εμπιστοσύνη και ισχυρή ανάγκη εκατέρωθεν αλλαγής, επιρροής και αυτοαποκάλυψης.
8. Διάχυτη αίσθηση συνενοχής και συμμετοχής σε ένα ιδιωτικό μυστικό μόνο για δύο (αίσθηση ειδυλλίου).
Τα παραπάνω «συμπτώματα» είναι μόνο η
μία πλευρά του νομίσματος. Την αμέσως επόμενη στιγμή (ή και τη ίδια),
αρχίζει ο πόλεμος και απόδειξη αυτού είναι η πολεμική ορολογία του
έρωτα: αιχμαλωτίζω, κατακτώ, δολοπλοκώ, επιτίθεμαι, υποτάσσομαι.
Η αναπόφευκτη αποτυχία απόλυτου
συντονισμού με τον άλλον, ακριβώς επειδή είναι διαφορετικός από εμάς,
γεννά την αγωνία, την αβεβαιότητα, την αδημονία. Το βάθος και η υπερβολή
του δικού μας συναισθήματος, σε συνδυασμό με την συνειδητοποίηση ότι ο
άλλος είναι ελεύθερος να μείνει ή να φύγει όποτε θέλει, ξυπνούν το θυμό,
τη ζήλια, μας κάνουν αβέβαιους και ασταθείς, με διαρκείς μεταπτώσεις
στο συναίσθημα και τη συμπεριφορά.
Ακόμα και όταν ο άλλος είναι
ολοκληρωτικά παρών και δηλώνει εξίσου ερωτευμένος, η αίσθηση του
ανικανοποίητου, της στέρησης, της έλλειψης, δε λένε να μας
εγκαταλείψουν.
Η κατάσταση που βιώνουμε είναι η
αποθέωση της αμφιθυμίας. Μας ελκύει και μας απωθεί την ίδια στιγμή. Μας
γεμίζει ενέργεια και συγχρόνως μας εξαντλεί. Μας απομακρύνει και μετά
μας φέρνει πάλι κοντά και μάλιστα με ενισχυμένη την επιθυμία.
Πρόκειται για βίωμα πρώτου μεγέθους που
ψυχολογικά καταλαμβάνει όλο το χώρο, κυριεύοντας ολοκληρωτικά τον
άνθρωπο. Με αυτή την έννοια, ο έρωτας εντάσσεται στη σφαίρα της
«ψυχοπαθολογίας», της ψυχής που πάσχει.
Οι ερωτευμένοι τον μισό καιρό χαίρονται
και τον υπόλοιπο υποφέρουν. Υποφέρουν για τον άλλον, αλλά κυρίως για τον
εαυτό τους προσπαθώντας να βγάλουν νόημα από αυτό που τους συμβαίνει.
Είναι τραγικά πρόσωπα όσο και αν ακούγεται υπερβολικό. Όσοι έχουν
ερωτευτεί έστω μία φορά στη ζωή τους το γνωρίζουν αυτό.
Το τέλος του έρωτα
Ασφαλώς κάποια στιγμή ο έρωτας
τελειώνει. Με μαθηματική ακρίβεια: κάθε φορά βιώνεται ως μοναδικός, κάθε
φορά βιώνεται ως αιώνιος, κάθε φορά τελειώνει. Είτε διακοπεί είτε
συνεχιστεί η σχέση, ο έρωτας θα μας εγκαταλείψει οπωσδήποτε και με αυτή
την έννοια κάθε έρωτας είναι εξορισμού καταδικασμένος.
Ένα λεπτό όμως. Γιατί τελειώνει;
Επειδή είναι αδύνατον να πραγματοποιήσει
όσα υπόσχεται. Επειδή όταν έρχεται η ώρα να συγκρουστεί με την
πραγματικότητα είναι χαμένος από χέρι.
Επειδή, από βιασύνη ή φόβο, δόθηκαν και κατακτήθηκαν τα πάντα και η επιθυμία δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.
Επειδή δεν αντέχουμε να το πάμε μέχρι
τέλους, από φόβο μήπως ταλαιπωρηθούμε, πονέσουμε ή εγκαταλειφθούμε.
Πράγματα σίγουρα δηλαδή έτσι και ερωτευτούμε.
Επειδή ο άλλος είναι άλλος. Είναι
διαφορετικός, ξεχωριστός από εμάς και δεν μπορούμε να συγχωνευτούμε μαζί
του, ούτε καν να συγχρονιστούμε.
Επειδή δεν αντέχουμε το πόσο ευάλωτους
και τρωτούς μας καθιστά. Μαθημένοι να κρύβουμε τις ανάγκες και τα
συναισθήματα μας, μόλις ψυλλιαστούμε ότι κινδυνεύουμε να εκτεθούμε, το
βάζουμε στα πόδια.
Επειδή αποδεικνύεται ότι ο άλλος είναι
απλώς ένας άνθρωπος και όχι ο θεός που ερωτευτήκαμε. Ο έρωτας χωρίς
εξιδανίκευση απλώς δεν μας γεμίζει το μάτι.
Υπάρχουν πολλά «επειδή» που εξηγούν
γιατί τελειώνει ο έρωτας, αλλά καμία εξήγηση δεν μπορεί να μας κάνει να
δεχθούμε το τέλος έτσι απλά. Ανεξάρτητα από το αν ο έρωτας εγκατέλειψε
πρώτα εμάς ή τον άλλον, δυσκολευόμαστε να αντικρίσουμε την «αποτυχία»
μας κατάματα και να παραδεχτούμε ότι πάλι δεν τα καταφέραμε.
Ανακόπτοντας τη διαδικασία ωρίμανσης που
ξεκίνησε ήδη με την πρώτη συνάντηση, επιστρατεύουμε μια σειρά από
μηχανισμούς, προκειμένου να αντισταθούμε στον πόνο.
Ψευδαίσθηση ελέγχου. Πείθουμε τον εαυτό
μας ότι ελέγχουμε απόλυτα τα συναισθήματα μας. Αποφασίζουμε να γυρίσουμε
σελίδα μέσα σε μια νύχτα. Δεν έχουμε τίποτα να σκεφτούμε, να δουλέψουμε
ή να ξεπεράσουμε. Έτσι κι αλλιώς, δεν πιστεύουμε καν στον έρωτα.
Εμμονή. Ολοκληρωτική άρνηση του τέλους. Ο
άλλος έχει φύγει οριστικά, αλλά εμείς ορκιζόμαστε ότι δεν υπάρχει ζωή
χωρίς εκείνον. Μένουμε κολλημένοι, ανίκανοι να πάμε παρακάτω,
αδυνατώντας να συμφιλιωθούμε με το ανέφικτο και το εφήμερο.
Άρνηση ανάληψης της ευθύνης των
συναισθημάτων και συμπεριφορών μας. Φερόμαστε ως ανώριμα, επιπόλαια
παιδιά που τα θέλουν όλα. Δεν ξέρουμε αν θέλουμε να τελειώσει ή να
συνεχίσει ο έρωτας, προτιμούμε κάποιος άλλος να αποφασίσει για μας. Δεν
παίρνουμε θέση, δεν επιλέγουμε, δεν διεκδικούμε, δεν εγκαταλείπουμε
τίποτα. Στασιμότητα στην αιωνιότητα.
Όταν όλοι οι μηχανισμοί αποτύχουν, όταν
εξαντληθούν όλα τα περιθώρια, τελικά (και επιτέλους) αφηνόμαστε στον
πόνο. Πρόκειται για γνήσιο πένθος καθώς οι απώλειες είναι μεγάλες και
πολλά αυτά για τα οποία πρέπει να κλάψουμε.
Χάθηκε ο άλλος. Η δύναμη και επιρροή του
επάνω μας. Το βλέμμα του που ήταν ο καθρέφτης μας. Η απουσία του δεν
γίνεται αισθητή πια. Η παρουσία του δεν αναστατώνει. Σχεδόν απορούμε που
συμβαίνει έτσι.
Χάθηκε ένα δικό μας, πολύ ζωτικό,
κομμάτι που αφορούσε εκείνον και όσα ζήσαμε, και που ο άλλος, φεύγοντας,
το πήρε μαζί του. Χάθηκαν οι αυταπάτες. Η μόνη επιλογή που μας έμεινε
είναι η επίπονη αποδοχή του τέλους όλων των πραγμάτων.
Χάθηκε ο εαυτός μας όπως τον ξέραμε. Δεν
είμαστε πια ο άνθρωπος που ήμασταν πριν τον έρωτα, ούτε ο άνθρωπος που
έζησε τον έρωτα. Και ο νέος άνθρωπος που είμαστε είναι ακόμα υπό
διαμόρφωση.
Χάθηκε η επαφή, οικειότητα, το δέσιμο. Ο
συνένοχος και συμπαίκτης μας. Και καλούμαστε να συμφιλιωθούμε με τη
μοναξιά. Χάθηκε το συγκεκριμένο νόημα γύρω από το οποίο είχαμε
οικοδομήσει τη ζωή μας για όσο διάστημα ζούσαμε υπό ερωτικό καθεστώς.
Χάθηκε το πολύτιμο δώρο του να μας
σκέφτονται, να μας ποθούν, να μας αγαπούν, να είμαστε σημαντικοί για
κάποιον. Χάθηκε η δυνατότητα να κρυβόμαστε από τον εαυτό μας.
Αναγκαζόμαστε να αναμετρηθούμε με τα όρια μας. Να παραδεχτούμε τις
αδυναμίες και ανάγκες μας. Να αγκαλιάσουμε το φόβο μας για αλλαγή και να
αποφασίσουμε αν θα ανοιχτούμε σε νέες δυνατότητες.
Η φάση του πένθους διαρκεί όσο
χρειάζεται μέχρι να ανασυνθέσουμε τα σκορπισμένα κομμάτια μας. Συνήθως
περιλαμβάνει πλήθος υποτροπών που μας γυρνούν βήματα πίσω και ξεκινάμε
από την αρχή ξανά. Χρειάζεται πίστη ότι έχουμε τη δύναμη να το ζήσουμε
ενεργητικά μέχρι τέλους και να πάρουμε όσα έχει να μας προσφέρει. Αν όχι
μόνοι μας, με τη πολύτιμη στήριξη ενός καλού φίλου ή θεραπευτή.
(περίπου) Συμπέρασμα
Κάποτε η διαδικασία ολοκληρώνεται και
είμαστε έτοιμοι να βγούμε στον κόσμο ξανά. Κάπως διαφορετικοί,
δυναμωμένοι, μεταμορφωμένοι και διευρυμένοι. Η ανάγκη για αλλαγή που μας
οδήγησε αρχικά στον έρωτα μοιάζει έτσι να ικανοποιείται.
Μόλις βγήκαμε από μια οριακή εμπειρία,
από μια κρίση. Και όπως κάθε κρίση, σύμφωνα με το χιλιοειπωμένο κλισέ,
μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε ως κίνδυνος είτε ως ευκαιρία.
Την μετατρέπουμε σε ευκαιρία όταν,
εξαιτίας της, βρίσκουμε νέους τρόπους ψυχικής οργάνωσης και
συμπεριφοράς, οι οποίοι αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμοι στην
αντιμετώπιση κρίσεων σε άλλα πεδία ή χρονικές στιγμές της ζωής.
Όπως και να έχει, ήταν από κάθε άποψη
πλούσια εμπειρία. Σχεδόν νιώθουμε υπερηφάνεια που επιλέξαμε να τη
ζήσουμε ως το τέλος. Ήταν μια από τις φορές που νιώσαμε αληθινά
ζωντανοί.
Αντιμετωπίσαμε εσωτερικά και εξωτερικά
εμπόδια, περιοριστικά της ελευθερίας μας, και τολμήσαμε να αναμετρηθούμε
μαζί τους. Και με αυτή την έννοια ο έρωτας που ζήσαμε ήταν επαναστατική
πράξη.
Αφεθήκαμε να κυριευτούμε από
συναισθήματα και να χάσουμε το μυαλό μας για έναν άνθρωπο, ενάντια σε
μια κοινωνία αυστηρά ορθολογική και κόντρα σε ό,τι θεωρείται πρέπον για
το φύλο μας, την ηλικία μας ή τη θέση μας.
Τολμήσαμε να χάσουμε τον εαυτό μας και να τον ξαναβρούμε περισσότερο θαρραλέο, αυθεντικό και ανεξάρτητο.
Και έτοιμο για όσους έρωτες χρειαστεί ακόμα.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

















































