Τετάρτη 9 Μαΐου 2012

Η Αλίκη στη χώρα του ονείρου και του εφιάλτη, όπως την είδε στις αντανακλάσεις του εκλογικού καθρέφτη.



http://antipetroula.blogspot.com/2012/05/blog-post_93.htmlΘα προσπαθήσουμε να κάνουμε μια μη- κοινοβουλευτική ανάγνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, προσπαθώντας να τα εντάξουμε στην συνολική κίνηση κοινωνικού, πολιτικού και οικονομικού μετασχηματισμού που συντελείται στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό τα τελευταία 2 ½ χρόνια. Μια στιγμή που βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με αυτό τον μετασχηματισμό χωρίς όμως να αποτελεί μια ακριβής και καθαρή αποτύπωση του σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Έχουμε να κάνουμε πιο πολύ με διαγώνιες αντανακλάσεις παρά με έναν άμεσο «καθρέφτισμα» αυτού του μετασχηματισμού στο εκλογικό αποτέλεσμα. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο θα προσπαθήσουμε να χρησιμοποιήσουμε γραμμές και οριοθετήσεις διαφορετικές από αυτές που συνήθως χρησιμοποιούνται στις κλασικές πολιτικές αναλύσεις (Δεξιά, Αριστερά, Κέντρο) και θα προσπαθήσουμε να δείξουμε ότι στην ελληνική πραγματικότητα βρισκόμαστε σε μια διαδικασία τριχοτόμησης του κοινωνικού σώματος.

Σε μια διαδικασία συγκρότησης τριών αντιτιθέμενων μεταξύ τους κοινωνικό- πολιτικών τάσεων των οποίων οι πολιτικές εκφράσεις δεν έχουν ακόμα παγιωθεί και σε έναν Α βαθμό περνάνε εγκάρσια τους υπάρχοντες πολιτικούς φορείς ή βρίσκονται εκτός του κάδρου της εκλογικής χαρτογράφησης, αφού η αποχή έφτασε το 35% (ποσοστό μεγαλύτερο κατά 5% από αυτό των εκλογών του 2009 και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα). Επιλέξαμε να μιλήσουμε για τάσεις και όχι για μπλοκ γιατί όχι μόνο αυτή η διαδικασία είναι ακόμα ρευστή και σε εξέλιξη, αλλά και γιατί προς τον παρόν ο ίδιος ο κόσμος (στην πλειοψηφία του) που μετέχει στην συγκρότηση αυτών των κοινωνικό- πολιτικών τάσεων, δεν αντιλαμβάνεται αυτή την συγκρότηση ως μια ενιαία κοινωνικό- πολιτική διαδικασία, ούτε φυσικά διακρίνει καθαρά τις διεργασίες σύνθεσης, τις κεντρομόλες και φυγόκεντρες τάσεις που διαπερνούν όλη αυτή την διαδικασία, τουλάχιστον όχι σε όλο το εύρος τους (έκταση και βάθος). Ούτε σε πρώτη φάση μπορεί να υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές και τις παγιώσεις που κουβαλάει από το παρελθόν, παρόλο που όλα αυτά αναδιατάσσονται μέσα από αυτή την διαδικασία, αυτό δεν έχει βρει ακόμα και την συνειδητή πολιτική του έκφραση.

Ποιες όμως είναι αυτές οι τρεις κοινωνικό- πολιτικές τάσεις στις οποίες αναφερόμαστε και πώς αντανακλάστηκαν οι διεργασίες συγκρότησής τους στα εκλογικά αποτελέσματα;

Υπάρχει ένα κομμάτι, το οποίο , παρόλο ότι φαίνεται να υπέστη μια συντριβή μέσα από την εκλογική κατρακύλα των δυο κλασικών κομμάτων εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ), έχει αρκετές κοινωνικές και πολιτικές εφεδρείες ακόμα. Πρόκειται για εκείνο το κομμάτι που βλέπει ότι μέσα από την διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης στην Ελλάδα (βλ. Μνημόνιο) θα μπορέσει να αυξήσει την επιρροή του και να συμμετάσχει στις «ευκαιρίες» που θα δημιουργηθούν για τα δυναμικά κομμάτια του κεφαλαίου (είτε μετέχοντας σε αυτές τις ευκαιρίες ως μεγάλοι, μεσαίοι και μικροί κεφαλαιοκράτες είτε ως μεσαίο στελεχιακό δυναμικό), ή πρόκειται για το κομμάτι που ελπίζει ή αυταπατάται ότι τα όποια προνόμια έχει, θα θιγούν λιγότερο, από ότι σε μια πιθανή περίπτωση αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Ταυτόχρονα είναι εκείνο το κομμάτι που έχει πειστεί ότι η αναδιάρθρωση θα έχει σύντομο χρονικό ορίζοντα, θα αλωθούν άλλα κοινωνικά συμφέροντα (κοινωνικό κράτος, δημόσιος τομέας, μισθωτή εργασία κλπ) ενώ το ίδιο (άμεσα αξιοποιήσιμη ιδιοκτησία) θα παραμείνει σχετικά αλώβητο. Είναι προφανές ότι αυτό το κομμάτι στην κάλπη, εκτός από την στήριξη των δυο παραδοσιακών κομμάτων εξουσίας, προσπάθησε να βρει και νέους πολιτικούς εκφραστές, που να μην έχουν διαποτιστεί τόσο πολύ από την διαπλοκή της άσκησης της πολιτικής εξουσίας προσεγγίζοντας τόσο το νεοφιλελεύθερο χώρο που, μολονότι κατακερματισμένος, καταγράφει ένα εκλογικό ποσοστό γύρω στο 6% ή μια νέα πιο «αριστερή» και ήπια έκφραση του σοσιαλφιλελευθερισμού στην ΔΗΜ.ΑΡ. Πρόκειται για κομμάτια της δυναμικής μεσαίας και ανώτερης τάξης που βλέπουν την «κρίση ως ευκαιρία», είτε για κομμάτια που παραδοσιακά ήταν προσκολλημένα σε σχέσης εξάρτησης και συμφερόντων με τα κόμματα εξουσίας, για κομμάτια που ο «ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας» και η ανασυγκρότηση της ανάπτυξης μέσω των νόμων της αγοράς και με την διαμεσολάβηση του «επιτελικού κράτους» αποτελούν το συνεκτικό τους ιστό, άσχετα με το αν κάποια είναι συνδεδεμένα πιο πολύ με την αγορά και κάποια άλλα με το κράτος. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι αυτή η κοινωνικό- πολιτική τάση είναι αυτή που συρρικνώνεται και αναδιπλώνεται μέσα στην συγκεκριμένη συγκυρία, χάνοντας την ιδεολογική ηγεμονία που είχε οικοδομήσει στην ελληνική κοινωνία μέσα στις δεκαετίες του ’90 και του 2000, θα ήταν λάθος όμως να την θεωρήσουμε οριστικά χαμένη και εκτός παιχνιδιού. Μπορεί να χάνει την ιδεολογική της ηγεμονία, κρατάει όμως σφικτά στα χέρια της όχι μόνο τα μέσα προπαγάνδας (ΜΜΕ), αλλά και στην ουσία ταυτίζεται με το πλειοψηφικό (για την ώρα) κομμάτι του ελληνικού κεφαλαίου.



Δεν μας κάνει έκπληξη η ανάδυση ενός ισχυρού ακροδεξιού- ρατσιστικού, με ισχυρές φασιστικές τάσεις, ρεύματος μέσα στην ελληνική κοινωνία. Μας σοκάρει βέβαια τόσο η σημαντική του άνοδος αλλά κυρίως η ταχύτατη ισχυροποίηση του πιο φασιστικού πόλου του, της ναζιστικής Χρυσής Αυγής. Η εποχή ευνοεί την αντικατάσταση του μηντιακού εθνικισμού που ονειρεύεται να πάρει μέρος στο «πάρτι» της κυβερνητικής εξουσίας και να γλύψει την κουτάλα ( ΛΑΟΣ), από τον σκληρό νεοναζισμό που επιλέγει ως πεδίο συγκρότησης τον δρόμο και την ρατσιστική, φασιστική βία. Είναι σχεδόν γελοίο να ακούει κανείς το ίδιο βράδυ τον εκλογών τους μέντορες των μίντια και τον συρφετό του κυβερνητικού συνασπισμού να δηλώνουν τον αποτροπιασμό τους για την είσοδο των νεοναζί στην βουλή. Αυτοί που για να περισώσουν το πολιτικό σύστημα προσπάθησαν να μετατοπίσουν την πολιτική ατζέντα από την οικονομία και το μνημόνιο στην «λαθρομετανάστευση», αυτοί που με το κυβερνητικό τους έργο άρχισαν να εφαρμόζουν το πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής πριν αυτή μπει καν στη βουλή: φράκτης στον Εύρο, στρατόπεδα συγκέντρωσης των μεταναστών, σκούπες και πογκρόμ ενάντια στους μετανάστες, δηλώσεις περί «υγειονομικών βομβών» και κυνήγι μαγισσών απέναντι στις οροθετικές εκδιδόμενες γυναίκες, θύματα της βίας και του τράφικινγκ κλπ . Αυτοί που αντέστρεψαν το ρόλο του θύτη και του θύματος και που πριμοδότησαν τον κοινωνικό κανιβαλισμό, ενώ ταυτόχρονα συναίνεσαν και συναποφάσισαν την μετατροπή της χώρας σε μια ζώνη αναχαίτισης των μεταναστευτικών ρευμάτων προς την Ευρώπη και συνέβαλαν στον εγκλωβισμό δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων που ήθελαν να μετακινηθούν προς άλλους προορισμούς όχι μόνο με την εφαρμογή της συνθήκης του Δουβλίνου, αλλά καταργώντας ουσιαστικά την αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, μηδενίζοντας στην κυριολεξία την χορήγηση του πολιτικού ασύλου. Αυτοί που συρρίκνωσαν στον ελάχιστο παρανομαστή την δυνατότητα νομιμοποίησης των μεταναστών, ακόμα και αυτών που ζούνε δεκαετίες στην χώρα, αφήνοντάς τους έκθετους στην υπερεκμετάλλευση που εντείνει το καθεστώς της «παράνομης διαμονής» και που μέσα από τα συνεχή πογκρόμ και κυνηγητό τους οδηγούνε στο περιθώριο ή και ακόμα εκτός κοινωνικού ιστού συμβάλλοντας μ’ αυτό τον τρόπο στην γκετοποίηση ολόκληρων γειτονιών. Αυτοί που δίνανε πολιτική, ιδεολογική αλλά και επιχειρησιακή κάλυψη στα φασιστικά πογκρόμ λιντσαρίσματα και δολοφονικές επιθέσεις, είναι αυτοί που εκκόλαψαν στην αγκαλιά της κρατικής εξουσίας και της μηντιακής χειραγώγησης τo αυγό του φιδιού, όσο και εάν διαρρηγνύουν τώρα τα ιμάτια τους, ο tempora, o mores.

Αυτή η κοινωνικό- πολιτική τάση δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενη στην Ελληνική κοινωνία, μπορεί να ήταν κρυμμένη και καμουφλαρισμένη στα επίσημα κόμματα της δεξιάς, μπορεί να έφτανε μέχρι την ρατσιστική ηλιθιότητα και να μην τολμούσε να ασπαστεί την φασιστική κτηνωδία, ήταν όμως υπαρκτή. Μέσα στην διαδικασία της κρίσης αναβαθμίζεται μέσα από μια διπλή κίνηση. Από την μια σαν αντιεξεγερτική στρατηγική των κυρίαρχων, η πριμοδότηση του πολέμου ανάμεσα στους από κάτω επιδιώκει να μην ξεσπάσει ο πόλεμος των από κάτω με τους από πάνω. Από την άλλη ,ως κατειλημμένα από φρενίτιδα κομμάτια μικροαστικών αλλά και λαϊκών στρωμάτων προσπαθούν να διασωθούν από τον Αρμαγεδδών στρέφοντας τα πυρά τους προς τους πιο αδύνατους, τους πιο ευάλωτους ,όχι στις αιτίες της κοινωνικής εξαθλίωσης, αλλά στα χειροπιαστά αποτελέσματα της. Μοιάζει με τελετουργία ανθρωποφαγικού εξορκισμού… Μέσα από αυτή την συγκροτητική διαδικασία που βασίζεται στην ανάδειξη και την αξιοποίηση τον πιο ποταπών ενστίκτων και συναισθημάτων, η ανάκτηση της αυτοπεποίθησης μπροστά στην αστάθεια και το άγνωστο ενός κόσμου που αλλάζει, έρχεται μέσα από το «ανήκειν» (και όχι μέσα από το «μετέχειν») σε μια ομοιογενή μάζα (και όχι ένα πολυδιάστατο πλήθος), όπου το άτομο (και όχι το πρόσωπο) ομογενοποιείται χάνοντας ακριβώς την υποκειμενικότητα του.

Δεν θα μας έκανε έκπληξη αν κάποια στιγμή μια μερίδα του ελληνικού κεφαλαίου προσπαθήσει να αξιοποιήσει τις πιο θεσμικές και ενσωματωμένες πολιτικές τάσεις αυτού του ρεύματος (με έμφαση στην κυβερνώσα «λαϊκή δεξιά»/ Ανεξάρτητοι Έλληνες, ΛΑΟΣ και όχι στον φασιστικό «ακτιβισμό»/ Χρυσή Αυγή) για να προωθήσει μια διαφορετική στρατηγική καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, με εθνοκεντρικό μανδύα, αποδεσμευμένη από την Ευρωζώνη με υποτιμημένο εθνικό νόμισμα και βασιζόμενη σε μια εργασιακή πειθαρχία και καταστολή του ταξικού ανταγωνισμού στο όνομα του εθνικού συμφέροντος και της εθνικής κυριαρχίας. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε κάλλιστα να αξιοποιήσει τον εθνικό κίνδυνο και ίσως ένα θερμό επεισόδιο για να τον κάνει πιο ορατό.



Αφήσαμε για το τέλος την πιο σημαντική και ελπιδοφόρα κοινωνική- πολιτική τάση που συγκροτείται ως αντίπαλο δέος σε όλη αυτή την κίνηση του κεφαλαίου προς την ολιγαρχία του πλούτου. Μια τάση που μετασχηματίζεται συνεχώς μέσα από τους κύκλους αγώνων που έχουν διεξαχθεί αυτά τα 2 ½ από τις γενικές απεργίες και τις συγκρουσιακές διαδηλώσεις, μέχρι την Λαϊκή Συνέλευση της πλ. Συντάγματός και την προσπάθεια αποτροπής της ψήφισης του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου, από τους επιμέρους εργατικούς αγώνες και την διάχυση των μορφών αυτοοργάνωσης στις γειτονιές. Αυτή η τάση είτε εκφράστηκε μέσα από την αντιμνημομική αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ κλπ), είτε σε μεγάλο βαθμό έχει απαξιώσει πλήρως τους θεσμούς και τις διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και επέλεξε την αποχή.

Μια τάση που μπορεί να μην ταυτίζεται στο σύνολο της με την αντικαπιταλιστική προοπτική, αντιλαμβάνεται όμως σε μεγάλο βαθμό ότι μέσα στην σημερινή συνθήκη δεν μπορεί να υπερασπιστή απλά την πρότερη κατάσταση και αναζητάει εναλλακτικές διεξόδους προς τα μπρός. Ήταν αυτό το αίτημα της συγκρότησης εναλλακτικής στρατηγικής, όπως το έκφρασε στο πλαίσιο του κοινοβουλευτισμού ο ΣΥΡΙΖΑ ( στα πλαίσια μιας εναλλακτικής στρατηγικής εντός καπιταλισμού, ανταγωνιστικής όμως προς τον σκληρό νεοφιλελευθερισμό και γι’ αυτό μιας εναλλακτικής στρατηγικής κινούμενης πάνω στην αντίφαση της) αυτό που τον κατέστησε ηγεμονική δύναμη στις πολιτικές/ κοινοβουλευτικές εκφράσεις αυτής της τάσης και για πρώτη φορά την Αριστερά στο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης μετά το 1958. Αυτή λοιπών η τάση που ξεδιπλώνεται δυναμικά πλέον στον κόσμο της νεολαίας, των ανέργων, των μισθωτών του ιδιωτικού κυρίως και λιγότερο δημόσιου τομέα και στους αυτοαπασχολούμενους των μεγάλων αστικών κυρίως κέντρων, αναζητεί, αναστοχάζεται και πειραματίζεται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας προς μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση από αυτή των άλλων δύο. Ακόμα και εκείνες τις φορές που μπορεί να τέμνονται χωρικά μέσα στους τόπους έκφρασης της πολιτικού αγώνα (πχ πλ. Συντάγματος), ή και τότε που οι συμβολικοί κώδικες διαπλέκονται, συσκοτίζοντας τα διαφορετικά περιεχόμενα.

Αν η μια όψη μιας εναλλακτικής διεξόδου από την κρίση είναι αυτή που εκφράστηκε κοινοβουλευτικά μέσα από την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε 2ο κόμμα, η πιο σημαντική όψη είναι όλη αυτή η αντιφατική και πολύεπίπεδη δραστηριότητα που εκφράστηκε μέσα από το σύνθημα «παίρνουμε την ζωή στα χέρια μας»: λαϊκές συνελεύσεις, συλλογικές κουζίνες, χαριστικά παζάρια, αυτοδιαχειριζόμενοι κοινωνική χώροι, συνεργατικές κολεκτίβες, αυτοδιαχειριζόμενοι αγροί, προσπάθειες παράκαμψης των μεσαζόντων, εναλλακτικά νομίσματα, κοινωνικά ιατρεία, εγχειρήματα που προωθούν την χαριστικότητα και το μοίρασμα απέναντι στο εμπόρευμα, σωματεία βάσης και πρωτοβουλίες ανέργων και ένα σορό ακόμα κοινωνικά και πολιτικά πειράματα προς αυτή την κατεύθυνση. Όλα αυτά σε πρώτη φάση τελείως πειραματικά, αποσπασματικά σχεδόν σε εμβρυακή μορφή. Με διαφορετικές ιεραρχήσεις, κριτήρια, προαπαιτούμενα, ιδεολογικές φορτίσεις και πολιτική ασάφεια. Χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό, που κινούνται όμως ακόμα και στα τυφλά, ψάχνοντας, με πισωγυρίσματα ταλαντεύσεις και παρεκκλίσεις προς την κατεύθυνση που ορίσαμε στην αρχή: « να πάρουμε την ζωή στα χέρια μας».

Σε αυτή την δυναμική τάση η οποία μπορεί να είναι η εν δύναμη «κίνηση για την κατάργηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων», θα δούμε το επόμενο διάστημα να ασκούνται μεγάλες πιέσεις, τόσο με την μορφή του εκβιασμού: ή διαχείριση του καπιταλιστικού μονόδρομου ή χάος, ή ανασύσταση και ανανέωση του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος ή ηγεμονία της εθνικής περιχαράκωσης και ανασύστασης του εθνικού κεφαλαίου πάνω στην εργασιακή πειθάρχηση του λαού. Όσο και με την άσκηση της βίας και την διάχυση του φόβου και της απελπισίας. Αυτή η επίθεση δεν θα πάρει μονάχα την μορφή της κρατικής καταστολής, της βίας των μηχανισμών καταστολής και της ποινικοποίησης των κοινωνικών κινημάτων, αλλά θα βρει μορφές επιβολής μέσα από την φασιστική- ρατσιστική βίας η οποία δεν θα εκδηλωθεί μονάχα απέναντι στους μετανάστες, αλλά θα προσπαθήσει να ελέγχει το έδαφος στο οποίο τα προηγούμενα εγχειρήματα που αναφέραμε θα προσπαθήσουν να αναπτυχθούν. Αν το έδαφος της πόλης καταληφθεί από την βία, τον φόβο και τον τρόμο των φασιστικών ταγμάτων εφόδου καμία προσπάθεια κοινωνικού μετασχηματισμού δεν θα μπορέσει να αναδυθεί.

Η υπεράσπιση του εδάφους ως δημόσιου ανοικτού (χωρίς εθνικούς, φυλετικούς και έμφυλους αποκλεισμούς) χώρου απέναντι στην κοινωνία- στρατόπεδο είναι τόσο βασική όσο και η αναγκαιότητα να αναδυθεί μέσα από τις πρακτικές που περιγράψαμε παραπάνω μια συνολική εναλλακτική στρατηγική απέναντι στην καπιταλιστική αναδιάρθοση, μια εναλλακτική στρατηγική που θα μπορεί να περνάει από την άμεση και από τα κάτω αντιμετώπιση της κοινωνικής εξαθλίωσης στην έναρξη μιας διαδικασίας κοινωνικού μετασχηματισμού. Μιας διαδικασίας που θα κάνει ορατή μέσα από την κοινωνική χειραφέτηση και την ανατρεπτική πράξη της «ζωής πέρα τον καπιταλισμό».



Κ.Σ. 

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

ΕΚΛΟΓΕΣ 2011 ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ΑΚΡΗΣ ΕΛΑΣΣΟΝΑΣ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚΛΟΓΩΝ ΨΗΦΙΣΑΝ 175 ΕΓΚΥΡΑ 170 ΑΚΥΡΑ 5                       ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.=5                                                                                                                                      
ΣΥΡΙΖΑ= 8
ΠΑΣΟΚ=:68
ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ:=8
Κ.Κ.Ε=.17
                                                                                                                                        ΛΑΟΣ=7                                                                                                                                                         ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ =1                                                                                                                               ΟΙΚ. ΠΡΑΣΙΝΟΙ=1                                                                                                                                  ΔΗΜ.ΣΥΜ=1                                                                                                                                               ΟΧΙ (ΔΑ-ΕΠΑΜ)=1                                                                                                                                      ΔΗΜ.ΑΡ.=5                                                                                                                                                     Δράση  =4                                                                                                                                             Ν.Δ= 39                                                                                                     

Πέμπτη 3 Μαΐου 2012

ΑΝΤΑΡΣΥΑ διότι...




Δ. Καλιαμπάκος
Είμαι ένας κανονικός άνθρωπος. Δηλαδή και θαυμάζω και φοβάμαι τα μεγάλα οράματα. Πιάνω ακόμα τον εαυτό μου καμιά φορά να αμφιβάλλει ακόμη και γι  αυτά που υπερασπίζεται. Αλλά δε με προβληματίζει αυτό. Ξέρω ότι κανείς δεν είναι «εκ κατασκευής» ατρόμητος, ούτε και οι ήρωες. Γιατί μόνο οι ανόητοι  δεν φοβούνται. Και αυτό κάνει τις μεγάλες αποφάσεις των μπροστάρηδων, ακόμα πιο μεγάλες.
Ο λόγος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, συχνά, με εκνευρίζει. Όχι γιατί μοιάζει να ζητάει το αδύνατο. Αυτό με έλκει. Αν είναι να είσαι αριστερός, αξίζει να είσαι διαμετρικά αντίθετος με τη λογική του συστήματος, τις αξίες του, το σύνολό του. «Ολίγη από γιουβέτσι», ξανοστένει  το πράγμα.  Άσε που η πάλη για το «αδύνατο» μπορεί να σου προσφέρει  βαθύτερες συγκινήσεις κι  ένα νόημα να ζεις απείρως  πιο ουσιαστικό  από το κυνήγι (και τη μιζέρια) της καθημερινότητας.
Που λέτε, λοιπόν, ο λόγος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, συχνά, με εκνευρίζει. Γιατί θεωρεί το ζητούμενο δεδομένο. Γιατί  δεν μπαίνει καν στον κόπο να εξηγήσει. «Ισχύει, γιατί τόπαμε». Λες και αυτό δεν είναι ομολογία ήττας. «Δε με νοιάζει να βρω δρόμο να σε πείσω, έτσι κι αλλοιώς δε θα καταλάβεις, οπότε αρκεί να τα πω». Σαν τους ιεχωβάδες.
Κι άλλα με πειράζουν. Δεν ξέρω λεπτομέρειες, αλλά πως τα καταφέραμε και δεν πήγαμε ούτε καν με τον Αλαβάνο, και μάλιστα πάνω στο δικό μας πρόγραμμα;  Δεν είναι το ζήτημα λίγοι ψήφοι παραπάνω αλλά το παράδειγμα πολιτικής συμπεριφοράς που οικοδομούμε και η δυναμική που αυτό γεννάει. Μου φαίνεται δε βάζουμε μυαλό…
Αλλά θα ψηφίσω ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Γιατί είμαι και με την επανάσταση και με την ανανέωση. Και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αυτό εκφράζει. Όχι όσο θάθελα, αλλά σίγουρα πολύ περισσότερο από τις άλλες εναλλακτικές. Το ΚΚΕ είναι με την επανάσταση αλλά δεν είναι με την ανανέωση. Το  «κόλλημά» του στο παρελθόν, σε ένα μοντέλο που απέτυχε, μου δημιουργεί αίσθηση ασφυξίας. Και η εμπάθειά  του ενάντια στα άλλα κομμάτια της αριστεράς που προκαλεί αποστροφή.   Ο ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη, ενώ κάνει σημαία του και την ενότητα και το διάλογο, μέρα με τη μέρα, όλο και κάτι κόβει από την αριστερή φυσιογνωμία του. Μοιάζει σαν τη θεωρεί «βαρίδι», από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί, «κουσούρι» που πρέπει να κρύψει, κι όχι δύναμη. Μεγάλο λάθος.
Θα ψηφίσω ΑΝΤΑΡΣΥΑ γιατί  για πρώτη, ίσως, φορά έκανε ένα μεγάλο βήμα εκεί που είναι η μεγάλη της αδυναμία: στη συγκεκριμενοποίηση της πολιτικής της γραμμής. Έχει πια τακτική. Και καλή τακτική. Η γραμμή της είναι ταυτόχρονα αντικαπιταλιστική (γιατί έτσι πρέπει νάναι, αν θέλουμε να κοιτάξουμε ρεαλιστικά και κατάματα την πραγματικότητα) και ταυτόχρονα μπορεί να έχει μαζική απεύθυνση. Είναι ένα πρόγραμμα διεξόδου. Δεν είναι  περίπατος, είναι  μάχη. Αλλά είναι κάτι που μπορεί να κερδίσει τη πλειοψηφία του λαού που στενάζει. Και, μάλιστα, πληθαίνουν στις γραμμές της άνθρωποι που έχουν και την ικανότητα και τη διάθεση  να κάνουν ακόμα και τα πιο δύσκολα, φραγκοδίφραγκα. Αυτό είναι νέα πολιτική συμπεριφορά που πρέπει να ενισχυθεί.
Γιατί κάθε ψήφος που παίρνει έχει πολλαπλασιαστική σημασία στο κίνημα, στους δύσκολους αγώνες του αύριο. Ας κάνουν πως δεν υπάρχει, δημοσκοπήσεις και άρχουσα τάξη. Την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και τις δυνάμεις που την συνθέτουν) την «ξέρουν» πολύ καλά  και στα πανεπιστήμια, και στις πλατείες και στα εργοστάσια. Κάθε ένας από αυτούς, είναι «ένας και ένας».
Αλλά και γιατί εκεί είναι οι φίλοι μου, άνθρωποι που μαζί αποπειραθήκαμε την «έφοδο στ’ άστρα», που παλέψαμε και παλεύουμε, που λυγίσαμε και ξανασηκωθήκαμε. Το απαιτούν τα καλύτερά μας χρόνια. (Άσε που αφήνουμε και μια μικρή καβάτζα, τα καλύτερα να μην τάχουμε ζήσει ακόμη).
Α, και θέλω να μπούμε στη Βουλή. Εντάξει, κι αν δεν μπούμε, εμείς ξέρουμε κι άλλους δρόμους και να υπάρχουμε και να το παλεύουμε. Αλλά, πρέπει και μπορούμε να μπούμε. Για να καταγραφεί ότι είμαστε μια σημαντική κοινωνική και πολιτική συνιστώσα. Για να πάρουν δύναμη αυτοί που δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό σ’ αυτή την προσπάθεια. Για να επιταχύνουμε κι άλλα, ακόμα μεγαλύτερα σχέδια.
    

http://aristeroblog.gr/node/705


Κάθε ψήφος που παίρνει  η ΑΝΤΑΡΣΥΑ,  έχει πολλαπλασιαστική σημασία στο κίνημα, στους δύσκολους αγώνες του αύριο. Ας κάνουν πως δεν υπάρχει, δημοσκοπήσεις και άρχουσα τάξη. Την ΑΝΤΑΡΣΥΑ (και τις δυνάμεις που την συνθέτουν) την «ξέρουν» πολύ καλά  και στα πανεπιστήμια, και στις πλατείες και στα εργοστάσια. Κάθε ένας από αυτούς, είναι «ένας και ένας».Α, και θέλω να μπούμε στη Βουλή. Εντάξει, κι αν δεν μπούμε, εμείς ξέρουμε κι άλλους δρόμους και να υπάρχουμε και να το παλεύουμε. Για να πάρουν δύναμη αυτοί που δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό σ’ αυτή την προσπάθεια. Για να επιταχύνουμε κι άλλα, ακόμα μεγαλύτερα σχέδια.

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Όλυμπος

                                          απο την δυτικη πλευρα
                                   χωρια της δυτικης πλευρας





Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Ολυμπος Μπολης μαζι με εμενα

Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας γνωστό παγκοσμίως κυρίως για το μυθολογικό του πλαίσιο, καθώς στην κορυφή του (Μύτικας-2.917 μ.) κατοικούσαν οι Δώδεκα «Ολύμπιοι» Θεοί σύμφωνα με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι επίσης το δεύτερο σε ύψος βουνό στα Βαλκάνια, αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή της Ευρώπης από τις Άλπεις έως τον Καύκασο. Ο συμπαγής ορεινός του όγκος δεσπόζει επιβλητικός στα όρια Μακεδονίας και Θεσσαλίας, με μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της μοναδικής αυτής κληρονομιάς, ανακηρύχθηκε ήδη από το 1938 ως ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας.
Κάθε χρόνο χιλιάδες φυσιολάτρες επισκέπτονται τον Όλυμπο, για να θαυμάσουν από κοντά τη γοητεία της φύσης του και να χαρούν την περιήγηση στις πλαγιές του και την κατάκτηση των κορυφών του. Οργανωμένα ορεινά καταφύγια με ποικίλες ορειβατικές και αναρριχητικές διαδρομές βρίσκονται στη διάθεση των επισκεπτών που θέλουν να εξερευνήσουν τις ομορφιές του.
                                           ΜΠΟΛΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
 Για την ετυμολογία της ορεωνυμίας «Όλυμπος» έχουν εκφραστεί διάφορες εκδοχές (ουρανός, λαμπρός, ψηλός, βράχος κ.α.). Κατά μία εκδοχή, η λέξη Όλυμπος είναι προελληνικό τοπωνύμιο αγνώστου ετύμου, του οποίου η αρχική σημασία θα πρέπει να ήταν απλά «βουνό»[1]. Οι Τούρκοι αποκαλούσαν το βουνό «Semavatevi», που σημαίνει «Ουράνια (δηλ. Θεϊκή) Κατοικία».

Ο Όλυμπος, το υψηλότερο βουνό της Ελλάδας βρίσκεται στα νοτιοδυτικά όρια της Μακεδονίας με τη Θεσσαλία, ορίζοντας τα σύνορα των νομών Πιερίας και Λάρισας (συντεταγμένες 40°05'Β 22°21'Α). Η επίδραση της βροχής και του ανέμου σε συνδυασμό με τις συχνά βίαιες δυνάμεις της φύσης σμίλευσαν τη σημερινή μορφή του Ολύμπου που υψώνεται περήφανα σαν γιγάντιος πύργος σχεδόν στα 3.000m, χωρίς κανένα γύρω βουνό να αμφισβητεί την κυριαρχία του. Βρίσκεται μόλις 18km από την παραλία του Λιτόχωρου και έτσι αρκετοί τολμηροί κατορθώνουν να συνδυάσουν αυθημερόν τις χιονισμένες κορυφές με ένα μπάνιο στις Ολυμπιακές ακτές.

Δορυφορική φωτογραφία της περιοχής του Ολύμπου
Τα όρια του βουνού εκτείνονται σχεδόν κυκλικά σε περίμετρο 150km, με μέση διάμετρο 26km ως εξής: στα βορειοδυτικά, ξεκινώντας από το βλαχοχώρι του Κοκκινοπλού, το Μακρύρεμα χωρίζει τον Όλυμπο από τον ορεινό όγκο της Βουλγάρας και στις βορειοανατολικές υπώρειες συναντούμε τα χωριά Πέτρα, Βροντού και Δίον ενώ στην ανατολική πλευρά υπάρχει η κωμόπολη του Λιτόχωρου, όπου καταλήγει το φαράγγι του Ενιπέα (Βύθου), που κόβει στη μέση τον ορεινό όγκο. Στη νοτιοανατολική πλευρά η χαράδρα της Ζηλιάνας αποτελεί φυσικό διαχωριστικό όριο από τον Κάτω Όλυμπο ενώ στις νοτιοδυτικές υπώρειες βρίσκονται τα χωριά Συκαμινέα και Καρυά. Δυτικά τα όρια ορίζονται από τη Μονή Αγίας Τριάδας Σπαρμού και το χωριό Πύθιο.
Στις υπώρειες του Ολύμπου εκτείνεται το Ξηροκάμπι, ζώνη με χαμηλή βλάστηση και μικροπανίδα και πιο ανατολικά η εύφορη πεδιάδα του Δήμου Δίου, την οποία διασχίζουν τα ρέματα του Ολύμπου, προτού καταλήξουν στο Θερμαϊκό Κόλπο.
 Ο ολυμπος είναι ένα συμπαγές, σχετικά μικρό σε έκταση (600 τετραγωνικά χιλιόμετρα) αλλά πολύκορφο και βραχώδες βουνό με σχεδόν κυκλικό σχήμα. Από τα σχετικά νεώτερα βουνά μας, αφού η ηλικία των κυρίως πετρωμάτων του υπολογίζεται ότι δεν ξεπερνά τα 200.000.000 χρόνια, όταν το μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας -και της Μεσογείου- βρισκόταν στον πυθμένα μιας ρηχής θάλασσας, όπου αποτέθηκαν τα κύρια υλικά, από τα οποία αργότερα σχηματίσθηκαν τα σημερινά πετρώματα. Τα διάφορα γεωλογικά γεγονότα που ακολούθησαν, προκάλεσαν την ανάδυση όλης της περιοχής και τονβυθό της Θάλασσας. Πριν από 1.000.000 χρόνια οι παγετώνες κάλυψαν τον Όλυμπο και δημιούργησαν τα πλατώματα και τα κοιλώματα του βουνού. Με την άνοδο της θερμοκρασίας που ακολούθησε οι πάγοι έλιωσαν και οι χείμαρροι που δημιουργήθηκαν παρέσυραν μεγάλες ποσότητες θρυμματισμένων πετρωμάτων στα χαμηλότερα σημεία σχηματίζοντας τα αλλουβιακά ριπίδια που απλώνονται σ' ολόκληρη την περιοχή από τους πρόποδες του βουνού μέχρι την θάλασσα

Η πολύπλοκη γεωλογική ιστορία της περιοχής καταφαίνεται και από τη μορφολογία του Εθνικού Δρυμού και όλου του Ολύμπου: Χαρακτηριστικό του είναι οι βαθιές χαράδρες και οι δεκάδες ομαλές κορυφές, αρκετές από τις οποίες με υψόμετρο πάνω από 2.000m, όπως ο Άγιος Αντώνιος (2.815m),ο Καλόγερος (2.700m), η Τούμπα (2.801m) και ο Προφήτης Ηλίας (2.803m). Ωστόσο, οι κεντρικές, σχεδόν κάθετες βραχώδεις κορυφές είναι αυτές που εντυπωσιάζουν τον επισκέπτη, στο ύψος του Λιτόχωρου όπου το ανάγλυφο του βουνού διαγράφει στον ορίζοντα ένα εμφανές «V» ανάμεσα σε δύο σχεδόν ισοϋψείς κορυφές: Στο αριστερό σκέλος είναι η ψηλότερη κορυφή της Ελλάδας, ο Μύτικας («Πάνθεον» - 2.918m) ενώ στο δεξιό, το Στεφάνι, («Θρόνος Διός» – 2.909m) συνιστά την πιο εντυπωσιακή και απόκρημνη κορυφή του Ολύμπου, με τα τελευταία 200m, που υψώνονται κατακόρυφα, να είναι τα πιο απαιτητικά στην ανάβαση. Νοτιότερα, το Σκολιό ( 2η σε ύψος κορυφή με 2.912m ), ολοκληρώνει ένα τόξο περίπου 200 μοιρών, με τις ορθοπλαγιές να σχηματίζουν στη δυτική πλευρά ως τείχος μια εντυπωσιακή βαραθρώδη αμφιθεατρική κοιλότητα βάθους 700m και περιφέρειας 1.000m: τα «Μεγάλα Καζάνια». Στην ανατολική πλευρά των ψηλών κορυφών, οι απότομες πλαγιές τους σχηματίζουν παράλληλες ζωνοειδείς πτυχώσεις, τα «Ζωνάρια». Από εκεί, ακόμα στενότερες και απότομες χαρακώσεις, τα «Λούκια» οδηγούν στην κορυφή.
Στη βόρεια πλευρά, ανάμεσα στο Στεφάνι και τον Προφήτη Ηλία, εκτείνεται το «Οροπέδιο των Μουσών» στα 2.550m ενώ νοτιότερα, στο κέντρο σχεδόν του ορεινού όγκου, συναντάμε το εκτεταμένο αλπικό λιβάδι της Μπάρας σε υψόμετρο 2.350m.
To Οροπέδιο Μουσών - Στο βάθος το Καταφύγιο "Κάκαλος" και η κορυφή Στεφάνι-Θρόνος Διός
Οι πολλές χαράδρες και ρεματιές δίνουν στον Όλυμπο μια εικόνα σπάνιας ομορφιάς. Χαρακτηριστικότερες χαράδρες αυτή του Μαυρόλογγου-Ενιπέα (14km) και του Μαυρατζά-Σπαρμού (13km) που ενώνονται σχεδόν στη θέση Μπάρα και «κόβουν» τον ορεινό όγκο σε δύο ελλειψοειδή τμήματα. Στους νότιους πρόποδες, η μεγάλη ρεματιά της Ζιλιάνας, μήκους 13km αποτελεί φυσικό σύνορο που χωρίζει το βουνό από τον Κάτω Όλυμπο. Επίσης υπάρχουν αρκετά βάραθρα καθώς και μια σειρά από σπήλαια, πολλά από τα οποία μένουν ακόμα ανεξερεύνητα. Η φύση και η διάταξη των πετρωμάτων σε συνδυασμό με το κλίμα ευνοούν την εμφάνιση πολλών πηγών, κυρίως κάτω από τα 2.000m, μικρών εποχιακών λιμνών και χειμάρρων, και ενός μικρού ποταμού, του Ενιπέα, που οι πηγές του βρίσκονται στη θέση Πριόνια και οι εκβολές του στο Αιγαίο.

Το σχήμα του Ολύμπου, η πολύμορφη και ευμετάβλητη γοητεία της φύσης του, οι ψηλές κορυφές του, γεμάτες ομίχλη και χαμηλά σύννεφα που φέρνουν συχνά καταιγίδες, προκάλεσαν δέος και θαυμασμό στον προϊστορικό άνθρωπο που κατοίκησε στους πρόποδές του, όπου η αρχαιολογική σκαπάνη αποκαλύπτει σήμερα ευρήματα από οικισμούς της εποχής του σιδήρου. Οι πρώτοι αυτοί κάτοικοι της περιοχής θα δημιουργήσουν τους θρύλους που αργότερα θα αποδώσουν το Δωδεκάθεο των Αρχαίων Ελλήνων.
Οι δώδεκα θεοί κατοικούν στα φαράγγια, «τις πτυχές του Ολύμπου» όπως τα αποκαλεί ο Όμηρος- όπου βρίσκονται και τα παλάτια τους. Το Πάνθεον (ο σημερινός Μύτικας), είναι το σημείο συνάντησής τους, θέατρο των Θυελλωδών συζητήσεών τους. Ο θρόνος του Δία (το σημερινό Στεφάνι), φιλοξενεί αποκλειστικά τον αρχηγό των θεών, τον Δία (Ζευ). Από κει εξαπολύει τους κεραυνούς του δείχνοντας έτσι την «Θεϊκήν του μήνιν». Το δωδεκάθεο συμπληρώνουν η Ήρα, η Εστία, η Δήμητρα, ο Ποσειδώνας , η Αθηνά, ο Απόλλων, η Άρτεμις, ο Ερμής, ο Άρης, η Αφροδίτη και ο Ήφαιστος,Ο Όλυμπος στην Ιλιάδα ονομάζεται μέγας, μακρύς, αιγλήεις (δηλ. λαμπρός), πολύδενδρος.
Στις ανατολικές παρυφές του Ολύμπου, στην Πιερία, η μυθολογική παράδοση τοποθέτησε τις εννέα Μούσες, προστάτιδες των Καλών Τεχνών, θυγατέρες του Δία και της Τιτάνιδας Μνημοσύνης: η Κλειώ, η Ευτέρπη, η Θάλεια, η Μελπομένη, η Τερψιχόρη, η Ερατώ, η Πολύμνια, η Ουρανία και η Καλλιόπη

Η ιστορία στάθηκε πολυτάραχη στον Όλυμπο, η ευρύτερη περιοχή του οποίου, πέρα από ιερό προσκύνημα, αποτέλεσε πεδίο μαχών για τον έλεγχο της πρόσβασης από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία από τα αρχαία χρόνια. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το βουνό υπήρξε κρησφύγετο και ορμητήριο διασήμων κλεφτών και αρματολών.
Στον Όλυμπο ιδρύθηκε το δεύτερο αρματολίκι στην Ελλάδα, με επικεφαλής τον Καρά Μιχάλη, το 1489. Η δράση των κλεφτών στον Όλυμπο έκαναν τους Τούρκους να ξεσπάσουν την οργή τους στη σύμμαχο των κλεφτών (στα τέλη του 17ου αιώνα) Μηλιά, την οποία κατέστρεψαν. Την περίοδο εκείνη έδρα του αρματολικίου του Ολύμπου και της Δυτικής Μακεδονίας γίνεται το Λιβάδι Ολύμπου και πρώτος αναγνωρισμένος διοικητής του ανέλαβε ο Πάνος Ζήδρος.Το 18ο αιώνα οι Τούρκοι αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τους αρματολούς (οι οποίοι μεταπήδησαν πολλές φορές στην τάξη των κλεφτών) με Τουρκαλβανούς αρματολούς , οι οποίοι λυμαίνονταν την ύπαιθρο της Μακεδονίας.Ωστόσο, μέχρι τη συνθηκολόγησή τους με τον Αλή Πασά, οι αρματολοί του Ολύμπου δε σταμάτησαν να αγωνίζονται σε στεριά και σε θάλασσα. Μεγάλα ονόματα που έδρασαν εκεί και σε άλλες περιοχές συμπεριλαμβάνουν το Νικοτσάρα, το Γεωργάκη Ολύμπιο και τη θρυλική οικογένεια των Λαζαίων.
Στις αρχές του 20ου αιώνα έως και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, έδρασαν εδώ ληστές -γνωστότερος ο διαβόητος Γιαγκούλας. Κατά την εισβολή των Γερμανών το 1941 ο ελληνικός στρατός μαζί με μονάδες Νεοζηλανδών και Αυστραλών έδωσαν σημαντικές μάχες. Αμέσως μετά φώλιασε εδώ η Εθνική Αντίσταση ενώ λίγο αργότερα στο Λιτόχωρο άναψε η σπίθα που οδήγησε στον τραγικό εμφύλιο σπαραγμό.


 ΑΠΟ ΔΩ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΚΟΝΤΟΤΑΣΙΟΣ ΝΙΚΟΣ

Στις κορυφές του Ολύμπου, «Πάνθεον» και «Θρόνο Διός» (Μύτικα και Στεφάνι αντίστοιχα), όπου τοποθέτησαν την κατοικία του Δωδεκάθεου, οι αρχαίοι πιθανότατα δεν επιχείρησαν ποτέ να πατήσουν, όπως φανερώνει η απουσία σχετικών στοιχείων. Φθάνανε όμως σίγουρα μέχρι την πλησιέστερη κορυφή, που σήμερα καλούμε Άγιο Αντώνιο, απ’όπου είχαν οπτική επαφή με την κορυφή και εκεί αφήναν τα αφιερώματά τους, όπως μαρτυρούν σχετικά πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα.
Τα νεώτερα χρόνια μια σειρά εξερευνητών προσπάθησε να μελετήσει το βουνό και να κατακτήσει, ανεπιτυχώς, την κορυφή του: ενδεικτικά αναφέρουμε τον Γάλλο αρχαιολόγο Leon Heuzey (1855), τον Γερμανό γεωγράφο Heinrich Barth (1862) και τον Γερμανό μηχανικό Edwart Richter, που το 1911, προσπαθώντας να κατακτήσει την κορυφή θα πιαστεί αιχμάλωτος από ληστές, που πιθανότατα είχαν πολιτικά κίνητρα, καθώς η περιοχή βρισκόταν ακόμα υπό τουρκικό ζυγό. Ήταν ένα χρόνο μετά την απελευθέρωση, στις 2 Αυγούστου 1913, που κατακτήθηκε η απάτητη -μέχρι εκείνη τη στιγμή- κορφή του Ολύμπου. Οι Ελβετοί Frederic Boissonnas και Daniel Baud-Bovy, με τη βοήθεια ενός κυνηγού αγριοκάτσικων από το Λιτόχωρο, του Χρήστου Κάκαλου, έγραψαν το όνομά τους στην ιστορία της ψηλότερης κορυφής της Ελλάδας. Ο Κάκαλος, που είχε μεγάλη εμπειρία στον Όλυμπο, ήταν και ο πρώτος από τους τρείς που σκαρφάλωσε στο Μύτικα. Στη συνέχεια και μέχρι το θάνατό του, το 1976, θα γίνει ο επίσημος οδηγός του Ολύμπου. Μαζί του θα κατακτήσει το 1921 ο Ελβετός Marcel Kurz τη δεύτερη κορυφή του Ολύμπου, το Στεφάνι.
Αποτέλεσμα των εξερευνήσεων του Kurz ήταν η έκδοση, το 1923, του θαυμάσιου βιβλίου «Le Monte Olympé» που περιελάμβανε και τον πρώτο λεπτομερή χάρτη των κορυφών. Το 1928 θα ανεβεί με τον Κάκαλο στον Όλυμπο και ο ζωγράφος Βασίλης Ιθακήσιος, φθάνοντας στη σπηλιά που θα ονομάσει «Άσυλο των Μουσών» και θα περάσει πολλά καλοκαίρια, ζωγραφίζοντας θέματα από το βουνό. Αργότερα, ο Όλυμπος θα φωτογραφηθεί και θα χαρτογραφηθεί αναλυτικά ενώ στις πιο απόκρημνες κορυφές του θα λάβουν χώρα μια σειρά από επιτυχημένες αναρριχήσεις καθώς και χειμερινές αναβάσεις υπό δύσκολες καιρικές συνθήκες.

Η έρευνα των φυτών του Ολύμπου άρχισε πριν 150 χρόνια: το 1836 ο Γάλλος βοτανολόγος Αυcher - Εlογ μελέτησε τα φυτά του Ολύμπου. Σύμφωνα με τις μελέτες τους, ο Εθνικός Δρυμός χαρακτηρίζεται από τις πλουσιότερες σε χλωρίδα περιοχές της Ελλάδας, με περίπου 1.700 είδη και υποείδη, που αντιστοιχούν περίπου στο 25% της ελληνικής χλωρίδας. Από αυτά, τα 187 χαρακτηρίζονται ως σημαντικά, 56 είναι ενδημικά ελληνικά εκ των οποίων 23 τοπικά ενδημικά, δηλ. βρίσκονται μόνο στον Όλυμπο και 16 είναι σπάνια στην Ελλάδα ή και εμφανίζουν τα ακραία όρια εξάπλωσής τους στη Βόρεια Ελλάδα. Τα περισσότερα από αυτά που βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο είναι τα συνηθισμένα μεσογειακά και κεντροευρωπαϊκά είδη. Το είδος Jankaea heldreichii, φυτικό λείψανο από την εποχή των παγετώνων, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους επιστήμονες.

Βλάστηση έξω από το Α' Καταφύγιο Ολύμπου
Η έντονη ποικιλότητα του ανάγλυφου, ο διαφορετικός προσανατολισμός των πλαγιών και η θέση τους σε σχέση με την Θάλασσα επηρεάζουν κατά τόπους το κλίμα του Ολύμπου με αποτέλεσμα να επικρατούν τοπικές συνθήκες μικροκλίματος που σε συνδυασμό με το γεωλογικό υπόβαθρο και το έδαφος, ευνοούν την ανάπτυξη ιδιαιτέρων τύπων βλάστησης και χαρακτηριστικών βιοτόπων αντίστοιχα.
Η βλάστηση του Ολύμπου και ιδιαίτερα η κατατομή της, παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες. Γενικά, η βορειοανατολική πλευρά του Ολύμπου είναι πυκνά δασωμένη, αφού δέχεται και τις περισσότερες βροχές, ενώ η νοτιοδυτική έχει σημαντικά αραιότερη βλάστηση. Επίσης, ενώ στις γειτονικές οροσειρές των Πιερίων, του Κάτω Ολύμπου και της Όσσας υπάρχει μια σαφής διαδοχή των ζωνών βλάστησης, ακολουθώντας το υψόμετρο, στον Όλυμπο παρατηρείται αναρχία στη διαδοχή των ζωνών βλάστησης. Το γεγονός αυτό οφείλεται στη μεγάλη ποικιλία μικροκλιμάτων που δημιουργεί το ανάγλυφο της περιοχής


Ζώνες βλάστησης

Υπάρχουν γενικά τέσσερις διαδοχικές ζώνες βλάστησης που παρατηρούνται στον Όλυμπο χωρίς σαφή όρια μεταξύ τους και είναι οι ακόλουθες:

Μεσογειακή ζώνη βλάστησης

Από το υψόμετρο των 300μ. μέχρι και τα 500μ. απαντάται η μεσογειακή ζώνη των αείφυλλων πλατύφυλλων (μακκία). Εκτός από την αριά (Quercus ilex) και τη γλιστροκουμαριά (Arbutus andrachne) απαντώνται το πουρνάρι (Quercus coccifera), η ήμερη κουμαριά (Arbutus unedo), το φυλίκι (Phillyrea latifolia), η δάφνη (Laurus nobilis), ο κέδρος (Juniperus oxycedrus) και άλλα. Από τα φυλλοβόλα είδη τα συνηθέστερα είναι ο μέλιος (Flaxinus ornus), το τρίλοβο σφενδάμι (Acer monspessulanum), η κουτσουπιά (Cercis siliquastrum), η κοκορεβιθιά (Pistacia terebinthus), το χρυσόξυλο (Cotinus coggygria) και άλλα. και αλλα οπως φοινικοδεντρα χαρουπιες κακαοδεντρα φραουλες αλλα και κακτους καθε μορφης

Ζώνη δασών οξιάς – ελάτης και ορεινών κωνοφόρων

Η ζώνη των αείφυλλων πλατύφυλλων αντικαθίσταται βαθμιαία από τα οικοσυστήματα της μαύρης πεύκης (Pinus nigra var.pallasiana) που σχηματίζει συμπαγείς συστάδες και είναι χαρακτηριστικό ότι λείπει παντελώς η ενδιάμεση ζώνη των φυλλοβόλων δρυών, αν και άτομα των ειδών αυτών απαντώνται σποραδικά μέσα σε συστάδες μαύρης πεύκης. Στις βορεινές πλαγιές της κοιλάδας του Ξηρόλακκου και σε υψόμετρο μεταξύ 600 και 700μ. βρίσκεται υψηλό δάσος χνοώδους δρυός (Quercues pubescens) εκτάσεως 1.200 στρ. περίπου.
Η μαύρη πεύκη κυριαρχεί στην ανατολική και βόρεια πλευρά του βουνού από τα 500 έως τα 1.700 μ. υψόμετρο. Στη ζώνη αυτή εμφανίζεται επίσης η υβριδογενής ελάτη (Abies hybridogenus borissi-regis) σε μικρές ομάδες και λόχμες, μέχρι και μικρές συστάδες, ιδιαίτερα στη χαμηλότερη περιοχή και στις θέσεις Ναούμη (δυτικά) και Σταλαματιά και Παλιόκαστρο (ανατολικά), όπου απαντάται σε μίξη με τη μαύρη πεύκη και το ρόμπολο (Pinus heldreichii). Επίσης, στη ζώνη αυτή απαντάται και η οξιά (Fagus sylvatica s.1), η οποία, ενώ στα γειτονικά βουνά της Όσσας και των Πιερίων δημιουργεί εκτεταμένη ζώνη βλάστησης, στον Όλυμπο περιορίζεται σε μικρές συστάδες, που εμφανίζονται σαν νησίδες και βρίσκονται κυρίως στις υγρότερες θέσεις και στα καλύτερα εδάφη.
Ιδιαίτερα πλούσια ποικιλία δένδρων και θάμνων βρίσκεται στην κοιλάδα του Ενιπέα. Εκεί μπορεί να δει κανείς τη φτελιά (Ulmus glabra), την αγριοκερασιά (Prunus cerasifera), τον ίταμο (Taxus baccata), τη λεπτοκαρυά (Corylus avellana), το αρκουδοπούρναρο (Ilex aquifolium), την κρανιά (Cornus mas), το μελιάδι (Fraxinus ornus) και το σφενδάμι (Acer monspessulanum) και μια σημαντική ποικιλία από ποώδη φυτά. Τα φαράγγια και οι ρεματιές καλύπτονται από πλατάνια (Platanus onentalis), ιτιές (Salix cίnerea) μαύρο σκλήθρο και παρόχθια βλάστηση.

Ζώνη ψυχρόβιων κωνοφόρων

Το χαρακτηριστικό είδος της ζώνης αυτής είναι το ρόμπολο (Pinus heldreichii). Το σπάνιο αυτό είδος πεύκης εμφανίζεται σποραδικά από τα 1000μ. υψόμετρο και βαθμιαία αντικαθιστά τη μαύρη πεύκη, ενώ από τα 1400μ. και πάνω, δημιουργεί σχεδόν αμιγές δάσος. Από τα 2000 μ. υψόμετρο το δάσος αρχίζει και αραιώνει, ενώ φτάνει μέχρι τα 2750μ. δημιουργώντας έτσι το υψηλότερο δασοόριο (ανώτατο όριο στο οποίο αναπτύσσονται δάση) των Βαλκανίων και της Ευρώπης γενικότερα.
Χαρακτηριστικό του είδους αυτού είναι ότι πάνω από τα 2500μ, τα δέντρα αποκτούν μια έρπουσα μορφή. Η περιοχή που αναπτύσσεται το ρόμπολο είναι συνήθως ξηρή και οι πλαγιές πετρώδεις. Στη ζώνη αυτή δεν υπάρχουν πηγές ή ρέματα με νερό. Η βλάστηση που αναπτύσσεται στην περιοχή αυτή είναι προσαρμοσμένη στις ειδικές τοπικές συνθήκες και αντιπροσωπεύεται από χαρακτηριστικούς θάμνους, αγρωστώδη, χασμόφυτα κ.ά., ενώ η χλωρίδα περιλαμβάνει πολλά ενδημικά είδη των Βαλκανίων.

Εξωδασική ζώνη υψηλών ορέων (αλπική ζώνη)

Μετά τη ζώνη του ρόμπολου ακολουθεί μια εκτεταμένη και γυμνή από δέντρα ζώνη με αλπικά λιβάδια, που συντίθεται από μωσαϊκό λιβαδικών οικοσυστημάτων, ανάλογα με το ανάγλυφο, την κλίση και τον προσανατολισμό του εδάφους. Σε γενικές γραμμές η αλπική αυτή βλάστηση, στην οποία συναντώνται περισσότερα από 150 είδη φυτών, διακρίνεται σε λιβάδια με χιονοστρώσεις, χλοώδεις βάλτους, αλπικούς λιθώνες και σχισμές βράχων. Στα λιβάδια, στους βράχους και στις απότομες πλαγιές ζουν τα περισσότερα ενδημικά φυτά του Ολύμπου, κυρίως μερικά από τα ωραιότερα ελληνικά αγριολούλουδα. Από αυτά τα μισά βρίσκονται μόνο στην Βαλκανική χερσόνησο και τα 23 μόνο στον Όλυμπο και πουθενά αλλού


Η πανίδα του Ολύμπου, που δεν έχει μελετηθεί συστηματικά μέχρι σήμερα, περιλαμβάνει σημαντική ποικιλία και χαρακτηρίζεται από την παρουσία σημαντικών, σπάνιων και απειλούμενων ειδών. Τα μεγάλα θηλαστικά, που ζούσαν παλαιότερα στην περιοχή, όπως το ελάφι, έχουν πλέον εξαφανιστεί από τον Όλυμπο. Στην αρχαιότητα υπήρχαν λιοντάρια (Παυσανίας) ενώ τουλάχιστον μέχρι τον 16ο αιώνα υπήρχαν αρκούδες (Βίος Αγίου Διονυσίου του Νεωτέρου).
Έχουν καταγραφεί 32 είδη θηλαστικών, στα οποία περιλαμβάνονται το αγριοκάτσικο (Rυρicapra rupicapra), το ζαρκάδι (Capreolus capreolus), το αγριογούρουνο (Sus scrofa), η αγριόγατα (Felis sylvestris), το κουνάβι (Martes foina), η αλεπού (Vulpes vulpes), ο σκίουρος (Sciurus vulgaris) κ.ά. Έχουν εντοπιστεί επίσης 108 είδη πτηνών (όπως Τσιχλογέρακο, Μαυρόγυπας, Πετροπέρδικα, Λευκοπελαργός, Αγριοπερίστερο, Κοκκινολαίμης, Χρυσογέρακας, Πετρίτης, Δενδρογέρακο, Χρυσαετός, Φιδαετός, Σταυραετός, Τσαλαπετεινός) πολλά από τα οποία, ιδιαίτερα τα αρπακτικά, είναι σπάνια και προστατεύονται αυστηρά από διεθνείς συμβάσεις.
Υπάρχουν ακόμα τα συνηθισμένα ερπετά του ελληνικού χώρου (22 είδη όπως φίδια, χελώνες, σαύρες κ.λπ.) και ορισμένα αμφίβια (8 είδη) στα ρέματα και τις εποχιακές λίμνες, καθώς και μια μεγάλη ποικιλία εντόμων, κυρίως πεταλούδες, για τις οποίες ο Όλυμπος φημίζεται

Το ψηλότερο βουνό μας, η κατοικία των δώδεκα Θεών της αρχαιότητας, είναι και η πρώτη περιοχή για την οποία εφαρμόστηκε πριν από 50 χρόνια, ειδικό καθεστώς προστασίας στην χώρα μας με την κήρυξή του ως Εθνικού Δρυμού το 1938.
Σκοπός της κήρυξης αυτής ήταν «...η διατήρηση στο διηνεκές του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής, δηλαδή της άγριας χλωρίδας, της πανίδας και του φυσικού τοπίου, καθώς και των πολιτιστικών και άλλων αξιών της...». Ακόμα, η ανακήρυξη του Δρυμού έγινε με σκοπό την ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας παράλληλα με την περιβαλλοντική εκπαίδευση του κοινού και την ανάπτυξη του τουρισμού στην ευρύτερη περιοχή.
Με ειδική νομοθεσία έχει απαγορευτεί κάθε είδους εκμετάλλευση στην ανατολική πλευρά του βουνού σε έκταση 40.000 στρεμμάτων περίπου που αντιπροσωπεύει τον πυρήνα του Δρυμού. Μια ευρύτερη περιοχή γύρω από τον πυρήνα, χαρακτηρίστηκε «περιφερειακή ζώνη του Δρυμού», ώστε η διαχείριση και εκμετάλλευσή της να γίνεται έτσι ώστε να μην επηρεάζει αρνητικά την προστασία του πυρήνα.
Σήμερα, μετά από ειδική μελέτη, ο Δρυμός έχει επεκταθεί σε μιαν έκταση 234.000 στρεμμάτων. Διοικητικά ο Δρυμός ανήκει στους Νομούς Πιερίας και Λάρισας, η οριογραμμή του διατρέχει περιοχές των δήμων Δίου, Λιτοχώρου, Ανατολικού Ολύμπου, Πέτρας, Ολύμπου και της κοινότητας Καρυάς. Το χαμηλότερο υψόμετρο βρίσκεται στα 600m, ενώ η κορυφή του, ο Μύτικας στα 2.918m.
Ο Όλυμπος είναι παγκόσμια γνωστός τόσο για τα οικολογικά χαρακτηριστικά και την ανεπανάληπτη φυσική ομορφιά του, όσο και για την σχέση του με την αρχαία ελληνική μυθολογία. Η ποικιλία των οικοτόπων του είναι εκπληκτική. Η έντονη ποικιλότητα του ανάγλυφου του Ολύμπου, ο διαφορετικός προσανατολισμός των πλαγιών, το πέτρωμα, το μεγάλο ύψος και η μικρή απόσταση των κορυφών από τη θάλασσα, δημιουργούν μεγάλη ποικιλία τύπων βλάστησης και βιοτόπων. Η σημασία του Δρυμού έχει αναγνωριστεί όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και παγκόσμια.
Το 1981 η UNESCO ανακήρυξε τον Όλυμπο «Διατηρητέο Οικοσύστημα της Παγκόσμιας Βιόσφαιρας». Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει συμπεριλάβει τον Όλυμπο στις «Σημαντικές για την Ορνιθοπανίδα Περιοχές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας». Έχει επίσης καταχωρηθεί στον κατάλογο του ευρωπαϊκού Δικτύου Natura 2000 ως «ζώνη ειδικής προστασίας» και «τόπος κοινοτικού ενδιαφέροντος».
Μετά την ανακήρυξη του Εθνικού Δρυμού Ολύμπου ο Θεσμός των Εθνικών Δρυμών επεκτάθηκε. Μέχρι σήμερα έχουν ανακηρυχτεί δέκα Εθνικοί Δρυμοί σ' ολόκληρη την χώρα που εκτείνονται από το βορειοδυτικό άκρο της χώρας μέχρι το Λιβυκό Πέλαγος και περιλαμβάνουν ορισμένα από τα πιο χαρακτηριστικά τοπία με εξαιρετική ποικιλία βιοτόπων και άγριας ζωής.

Για τους ορειβάτες, ο Όλυμπος είναι προνομιακός τόπος. Υπάρχουν οργανωμένες με μεγάλη επιμέλεια διαδρομές και φιλόξενα καταφύγια. Οι ορειβατικές διαδρομές στον Όλυμπο ξεκινούν από το Λιτόχωρο, το Δίον και την Πέτρα. Οι καλοκαιρινές αναβάσεις στο μυθικό βουνό των θεών αρχίζουν συνήθως από τις αρχές Ιουνίου και τελειώνουν στο τέλος του Σεπτέμβρη. Είναι η εποχή που τα καταφύγια κάτω από τις κορυφές είναι ανοικτά και ο καιρός επιτρέπει μια ανάβαση χωρίς τον εξοπλισμό χιονιού και την ορειβατική εμπειρία που απαιτεί ο χειμώνας. Η ανάβαση στις ψηλές κορυφές κατά τη χειμερινή περίοδο μπορεί να γίνει μόνο από έμπειρους ορειβάτες, για τους οποίους υπάρχουν επίσης προκλητικές διαδρομές με αναρριχήσεις στις απότομες ορθοπλαγιές. Οι αρχάριοι επισκέπτες θα πρέπει να περιοριστούν στους θερινούς μήνες, οπότε λειτουργούν κανονικά και τα καταφύγια.
Οι δύο ωραιότερες διαδρομές για την εξερεύνηση του Ολύμπου ξεκινούν από το Λιτόχωρο και φθάνουν μέχρι τις κορυφές του βουνού. Η πρώτη ακολουθεί τη χαράδρα του Ενιπέα και ο επισκέπτης μετά από περίπου πέντε ώρες επίπονης πεζοπορίας, αφού περάσει τη Μονή Αγίου Διονυσίου, φθάνει στη Θέση «Πριόνια», (υψόμετρο 1.100m), όπου παλιά λειτουργούσε πριονιστήριο ξυλιάς και σήμερα υπάρχει εστιατόριο για φαγητό, πηγή και θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων. Στην ίδια θέση, στα «Πριόνια», μπορεί να φθάσει κανείς εναλλακτικά και με αυτοκίνητο μετά από μια διαδρομή 18km (υπάρχει φυλάκιο όπου παρέχονται πληροφορίες για τον εθνικό δρυμό, στην είσοδό του). Από τα «Πριόνια», ακολουθώντας το καλά σηματοδοτημένο Ευρωπαϊκό Μονοπάτι «Ε4» σε δύο και μισή περίπου ώρες ο ορειβάτης φθάνει μέσα από μια διαδρομή μοναδικής ομορφιάς στο κυριότερο καταφύγιο του Ολύμπου, «Σπήλιος Αγαπητός» (υψόμετρο 2.100m) όπου μπορεί να ξεκουραστεί, να γευματίσει και να διανυκτερεύσει, που είναι και η συνηθέστερη λύση. Από το καταφύγιο συνεχίζει το μονοπάτι Ε4 που οδηγεί στις κορυφές του Ολύμπου σε δύο και μισή περίπου ώρες.
Στην οδική διαδρομή για Πριόνια στο 10o χιλιόμετρο από το Λιτόχωρο, στη θέση «Σταυρός» υπάρχει το καταφύγιο «Δημ. Μπουντόλας» (υψόμετρο 944m) που λειτουργεί, μετά την κατασκευή του δρόμου, κυρίως ως εστιατόριο-καφετέρια. Κατά μήκος του δρόμου υπάρχουν θέσεις όπου μπορεί κανείς να σταματήσει και να απολαύσει το τοπίο. Τέσσερα χιλιόμετρα πριν από το τέρμα του δρόμου για τα Πριόνια, στη θέση «Γκορτσιά» (1.120m), όπου υπάρχει χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, αρχίζει ένα δεύτερο, εναλλακτικό μονοπάτι που οδηγεί στις κορυφές του Ολύμπου. Από το σημείο αυτό μετά από πέντε περίπου ώρες πεζοπορία, αφού περάσει διαδοχικά από τις θέσεις «Μπάρμπα», «Πετρόστρουγγα», «Σκούρτα» και «Λαιμό», ο ορειβάτης φθάνει στο «Οροπέδιο των Μουσών» σε υψόμετρο 2600m όπου μπορεί να ξεκουραστεί στα δύο καταφύγια που υπάρχουν εκεί, το «Γιώσος Αποστολίδης» και «Χρήστος Κάκαλος». Από εδώ η διαδρομή για την κορυφή του βουνού είναι σχετικά εύκολη και φθάνει κανείς σε μία περίπου ώρα.

Ο Όλυμπος είναι ένα βουνό με δύσκολο ανάγλυφο, μεγάλες διαδρομές και απότομες και σαθρές κορυφές. Εντύπωση προκαλούν οι ξαφνικές αλλαγές καιρού με καταιγίδες και πολύ ισχυρούς ανέμους και οι χαμηλές θερμοκρασίες που αγγίζουν το μηδέν μετά τη δύση του ήλιου. Πριν από κάθε εξόρμηση πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη, τόσο οι καιρικές συνθήκες, όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε διαδρομής.
Στον Όλυμπο έχουν αφήσει την τελευταία τους πνοή δεκάδες ορειβάτες, έμπειροι και μη, σε μια σειρά από ατυχήματα που υπογραμμίζουν την ανάγκη να τηρούνται ευλαβικά οι κανόνες ασφαλείας. Σε περίπτωση προβλήματος ή ανάγκης υπάρχει το 112 (δωρεάν τηλεφωνικός αριθμός επείγουσας ανάγκης για όλη την Ευρώπη) και, στον ασύρματο, η συχνότητα VHF 146.500 της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης.









 ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΕΡΙΑΚΟ ΤΗΣ ΛΑΡΙΣΑΣ  ΣΤΟ ΑΛΚΑΖΑΡ
 http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%8C%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%82

                                     ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΛΜΥΡΟ
 ΚΑΙ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΛΕΣΙΝΑ ΟΤΑΝ ΕΧΕΙ ΚΑΘΑΡΗ ΜΕΡΑ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες