Πέμπτη 16 Απριλίου 2015

Παναγία στο φαράγγι της Χράπας

 Ξεκινας απο Ακρη και στον δρομο προς Λουτρο στις κοκκες κανεις αριστερα  στον χωματοδρομο στα 250 μετρα εχει δεξια διασταυρωση προς Αηποστολο και Παναγια συνεχιζεις στον δρομο που ειναι πολυ βατος με χαμηλο αυτοκινητο προχωρας δεν στριβεις  πουθενα και φτανεις στα πευκα και σε μια πολυ ωραια ποτιστρα για τα ζωα Μετα την ποτιστρα συνεχιζεις κατηφορικα περνας το παλιο υδραγωγειο της κρανια  και φτανει στη εκκλησια του Αηποστολου Εκει παρκαρεις και με 29 λεπτα περπατημα εφτασες στην Παναγια














Το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγίας) στο φαράγγι της Χράπας στην Κρανιά Ελασσόνας είναι απομεινάρι ενός πολύ παλιού μικρού μοναστηριού. Μια παλιά επιγραφή η οποία υπήρχε εντός του ναού ανέγραφε ότι ο ναός ανακαινίσθηκε από τους μοναχούς Μανασή και Παρθένιο κατά το 960 μ.Χ. στις 15 Μαίου. Επομένως η ημερομηνία ιδρύσεως του μικρού μοναστηριού είναι πιθανόν να είναι πιο παλιά. Μέχρι τα μέσα περίπου του προηγούμενου αιώνα σώζονταν και παλιές τοιχογραφίες.

Κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας φιλοξενούσε κλεφταρματωλούς της περιοχής. Είναι δε πιθανόν να λειτούργησε και ως κρυφό σχολειό. Λέγεται ότι κλέφτες είχαν κλέψει την κόρη ενός Τούρκου αξιωματούχου από την περιοχή της Κατερίνης και το έφεραν να το κρύψουν σε μια παρακείμενη σπηλιά του μοναστηριού. Τουρκικό όμως απόσπασμα έφτασε στην περιοχή και έκαψε το μοναστήρι , αφού ελευθέρωσε  την Τουρκοπούλα. Το σημερινό ξωκλήσι είναι ό,τι απέμεινε από την καταστροφή που προκάλεσαν οι Τούρκοι. Μια παλιά εικόνα καπνισμένη της Ζωοδόχου Πηγής η οποία ήταν του μοναστηριού υπήρχε στην κεντρική εκκλησία του Αγίου Δημητρίου της Κρανιάς. Δυστυχώς και αυτή η εικόνα δεν γλύτωσε από την μανία των Γερμανών και την πυρκαγιά που έβαλαν στον Άγιο Δημήτριο στις 11 Φεβρουαρίου του 1944.
Σήμερα οι Κρανιώτες όπως και οι πρόγονοί τους τιμούν τη μνήμη της Ζωοδόχου  Πηγής με το να επισκέπτονται προσκυνηματικά το ξωκλήσι παραμονή της εορτής, να κοιμούνται εκεί το βράδυ και την άλλη μέρα μετά τη Θεία Λειτουργία με την σημερινή εικόνα της Παναγίας να επιστρέφουν στον ναό του Αγίου Δημητρίου στην Κρανιά.
υ Πηγής. [κειμενο
Χρήστος Γκουνέλας 
Θεολόγος]http://kraneaelassonas.blogspot.gr/2013/05/blog-post_10.html









 Χράπα: Ονομασία μεγάλης χαράδρας της περιοχής, κυρίως, βόρεια του χωριού Κρανέα ή Κρανιά (γνωστή και ως Ξηροκρανιά) της Ελασσόνας,του πρώην Δήμου Αντιχασίων, μήκους πάνω από 10 χλμ. Αρχίζει από το χωριό Λουτρό ενώ προς το τέλος του φαραγγιού είναι η Γιαννωτά και το τέλος πλάϊ στη Βαλανίδα. Το ρέμα που τρέχει στον πυθμένα του φαραγγιού οι Κρανιώτες το λένε Μουράντα, άγνωστης ετυμολογίας, ενώ η Χράπα είναι παλαιοσλάβικη λέξη που σημαίνει χαράδρα (ενώ η πιθανολογούμενη ερμηνεία ως ηχοποιητική λέξη από το χραπ χρουπ των βημάτων του ανθρώπου στα χαλίκια της χαράδρας θεωρείται γλωσσολογικά ανεπαρκής- θάπρεπε να λεγόταν χραπχρούπα!). Η Χράπα σχηματίστηκε (προ χιλιάδων χρόνων) από τη ροή των νερών των παγετώνων που υπήρξαν στο οροπέδιο της Δεσκάτης- Λουτρού και λίμνης στην περιοχή Κρανιώτικη-Λουτριώτικη ποταμιά , του μετώπου του παγετώνα , με αποδεικτικά στοιχεία τις τεράστιες σχεδόν σφαιρικές πέτρες που βλέπουμε πλάϊ στο σημερινό δρόμο προς Δεσκάτη μετά τη γέφυρα του Τσιγαρίδα. Ίδιες πέτρες (κατάλοιπο λιθώνα ενός παγετώνα) συναντούμε και στην αρχή του άλλου ρέματος-μικρότερης χαράδρας-του Παλιομάντανου ΝΔ της Δεσκάτης- Παλιογκορτσιάς που οδηγεί τα νερά στη Συκιά. Τα νερά της Χράπας ενώνονται στη Βαλανίδα με τα βρόχινα νερά της Κρανιάς και κοντά στο Κεφαλόβρυσο ενώνονται με τα νερά του Βούλγαρη- Τιταρήσιου που χύνονται κι αυτά στην ποταμιά Συκιάς-Δαμασίου δίπλα στο Παλαίκαστρο Ελασσόνας. Η παλαιοβοτανική σημασία της Χράπας δεν έχει διερευνηθεί ακόμα, αν και η λεκάνη της Για;ννωτάς- Σαρανταπόρου- Αζώρου έχει δώσει απολιθωμένα φύλλα φυτών- δένδρων της εποχής πριν 6-9 εκατομυρίων χρόνων (μελέτες ανακοινώσεις του καθηγητή Γαιολογίας Ευάγγελου Βελιτζέλου). Άλλωστε τα θερμά & χλιαρά νερά πηγάζουν στο Λουτρό στην αρχή της Χράπας, και ίχνη Ρωμαϊκών λουτρών στη θέση Μουτσιάλι πλάϊ στο ξωκκλήσι της Αγίας Κυριακής Λουτρού και ύπαρξη πορώλιθου σε άλλο σημείο του Λουτρού φανερώνουν γαιολογική δραστηριότητα που χρήζει διερεύνησης. Η Χράπα έχει φυσικό κάλος για τους σημερινούς περιπατητές.Όμως ως βοσκότοπος των Κρανιωτών για αιώνες έχει υποστεί αποψίλωση, που τα τελευταία χρόνια από μόνη της η φύση αποκαθιστά αφού μειώθηκαν τα κοπάδια γιδιών. Ακόμα και τα όρνια της Χράπας που ως τα 1960-1970 υπήρχαν, τώρα έχουν χαθεί. Όσοι έχουν το κουράγιο να επισκευθούν το αρχαίο εκκλησάκι της Παναγίας στη Χράπα θα αποζημιωθούν με καταπληκτική θέα του Ολύμπου. Π.Λάλος




































Murada: Η λέξη «Μουράντα» είναι ενετική. Προέρχεται από το «muro» που σημαίνει τoίxoς-τείχος και σημαίνει μέρος κλεισμένο σε τοίχους.
Το όνομα αυτό φέρει ένα φαράγγι στην Κρανιά Ελασσόνας. Οι ντόπιοι το ξέρουν ως «Χράπα», μια ηχοποίητη λέξη από το σύρσιμο των βημάτων πάνω στα χαλίκια του πετρώδους εδάφους (χραπ-χρουπ).
Στο πανέμορφο αυτό φαράγγι, μας ταξιδεύει ο δάσκαλος-ερευνητής Ευάγγελος Λάλος. Γέννημα-θρέμμα της περιοχής, τώρα ζει στη Ν. Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης,
 Η Μουράντα είναι ένα φαράγγι, με ποικίλη πανίδα και χλωρίδα όπως διαπιστώνει ο επισκέπτης, με μήκος 15 περίπου χλμ. και βρίσκεται στη ροή του Ξεριά ποταμού. Αρχίζει από τη γέφυρα που ενώνει την Κρανιά με τον Λουτρό και τελειώνει στην έξοδο του Ξεριά προς Βαλανίδα, όπου γίνεται το αντάμωμα των ρεμάτων του Τιταρίσιου, του Ξεριά και το Μάτι του Κεφαλόβρυσου.
ΕΝΑ ΠΑΙΔΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ
Ο Βαγγέλης Λάλος εξιστορεί: «Για μένα ήταν ένα μέρος ονείρων η Χράπα, να την ιδώ, να την πατήσω και να ολοκληρώσω τις παιδικές επιθυμίες. Παραδίπλα από τον Αϊ Γιάννη ήταν τα γρασίδια. Εκεί βρισκόταν το αμπέλι μας, το μόνο μέρος που μου επιτρεπόταν να επισκεφτώ και να φτάσω -χωρίς φόβο-, μέχρι και το χωράφι του μπάρμπα Αποστόλη.
Τα βράδια, είχα την πολυτέλεια να κοιμάμαι πολλές ώρες, γιατί η γκαζόλαμπα έκαιγε μέχρι το βραδινό φαγητό.
Αυτό που κυρίως επιτρεπόταν-γιατί βρισκόταν στη σκέψη μου- ήταν να ονειρεύομαι και να ακούω τη συναυλία των βατράχων. Έ, δεν θα μεγαλώσω, να πάω κάποτε στη Χράπα;


Ήταν μια μικρή περιήγηση στο φαράγγι, που θα χρειαστεί ακόμα πολύς κόπος και προσπάθειες για να μελετηθεί η πτυχή του και το κάθε μυστικό κρύβει στους αιώνες. Προσωπικά, για να ολοκληρώσω έναν κύκλο ερευνών, αναζήτησα πληροφορίες που αφορούν στην προέλευση του ονόματος:
Ρώτησα τους ηλικιωμένους του χωριού αλλά η απάντηση ήταν αφελής και μόνο άγνοια έδειχνε.
-Τι θα πει Μουράντα;- Να, Χράπα!
Αναζήτησα πληροφορίες στον υπολογιστή μου, αλλά ατύχησα, γιατί μόνο διαφημίσεις ξενοδοχείων βρήκα. Κατέφυγα στις πρεσβείες των γειτονικών χωρών, αφού δεν είναι η λέξη ελληνική, τίποτε. Η Τουρκία μόνο μου απάντησε ότι αυτή έχει μόνο το όνομα Μουράτ που είναι όνομα σουλτάνου. Σκέφθηκα ότι δεν είναι δυνατόν οι προγονοί μου να τίμησαν κάποιο Τούρκο σουλτάνο, δίνοντας το όνομα του στο φαράγγι.
Κατέφυγα τελικά στον μορφωτικό ακόλουθο της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα και η έκπληξη ήρθε από κει: -Περιμένετε κ. Λάλο: Muro-murare = τοίχος-τείχος. Murada (Μουράντα) σημαίνει μέρος κλεισμένο με τοίχους.-Μήπως έχει εκεί ποτάμι; Μήπως είναι φαράγγι; Η λέξη είναι ενετική. Μήπως πέρασαν από τον τόπο σας, κατά την αρχαιότητα, Ενετοί; Κάπου εκεί κρύβεται η απάντηση που ζητάτε!
Ευχαρίστησα τον Ιταλό συνομιλητή μου, τον διδάκτορα ιστορίας της ιταλικής πρεσβείας. Όλα μέσα μου φωτίστηκαν. Οι απαντήσεις ήρθαν: Οι Ενετοί, που κατά τη διάρκεια του τρωικού πολέμου, πήραν μέρος σαν σύμμαχοι των Τρωών, όπως και πολλοί λαοί των βορείων παραλίων του Πόντου και με τη λήξη του Πολέμου το 1184 π.Χ., διώχθηκαν από τους νικητές Έλληνες, έφυγαν από τις εστίες τους και διασκορπίστηκαν σε άλλους τόπους.
Αν και πανάρχαιος λαός, ίσως πελασγικής φυλής (Παφλαγόνες), και πιθανόν ελληνικής καταγωγής (Στράβων-Τάκιτος), αναχώρησαν, για να διασωθούν από την μήνη των Ελλήνων με κατεύθυνση την Ελλάδα, Ιταλία (Βενετία), Γαλατία, Μ. Βρετανία και Κ. Ευρώπη. Οι Ενετοί λάτρευαν τους Ολύμπιους θεούς και ιδιαίτερα τον Απόλλωνα.
Στην εποχή τους, δεν υπήρχαν δρόμοι, και ο μόνος- εύκολος τρόπος- μετακίνησης τους ήταν οι ποτάμιοι δρόμοι. Πέρασαν λοιπόν και από τον Ξεριά ποταμό κατευθυνόμενοι στα δυτικά της Ελλάδας και έτσι σαν στίγμα τους άφησαν το όνομα που κρατούμε ως σήμερα: ΜΟΥΡΑΝΤΑ-ΜURADA! Μέρος κλεισμένο με τοίχους!
Ένα πανέμορφο φαράγγι, μήκους 15 χιλιομέτρων. Ένα φαράγγι καμωμένο από πέτρες και όμως πηγή ζωή για την Κρανιά επί αιώνες πολλούς”.http://www.eleftheria.gr/index.asp?cat=40&aid=63296#.VS-GBZOLX-k
























Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Αντιμέτωποι με τη φτώχεια

 Επιμέλεια Θανάσης Γιαλκέτσης, Εφημερίδα των Συντακτών
Η Ντονατέλα ντι Τσέζαρε είναι καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης. Το ακόλουθο κείμενό της δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο «Il Rasoio di Occam».http://politicalreviewgr.blogspot.gr/2015/03/blog-post_64.html
Η έκρηξη της φτώχειας στην πλούσια Δύση μάς υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε ένα φαινόμενο που έμοιαζε εκτοπισμένο στο παρελθόν και στις περιφέρειες του κόσμου. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, έχουν κυριαρχήσει μέχρι τώρα η αναστάτωση, η αγανάκτηση και η παραίτηση. Και έχει ακουστεί ξανά το μήνυμα: «Η φτώχεια μάς απελευθερώνει». Λες και στον φιλόσοφο δεν απομένει, μπροστά στη φτώχεια των άλλων, παρά μόνο να τη συμμεριστεί, αναγορεύοντάς την σε υπόδειγμα ζωής. Κατανοούμε βέβαια την ανάγκη η δημόσια ζωή να μην ταπεινώνει ακόμα περισσότερο εκείνον που είναι φτωχός.
Ο αναίσχυντος πλούτος έχει στους καιρούς μας μια θλιβερή όψη. Δεν πρέπει όμως να εξυψώνουμε ηθικά τη φτώχεια, για να απαλύνουμε τον πόνο του φτωχού. Οποιος είναι φτωχός υφίσταται μια στέρηση που δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να δικαιολογηθεί –ούτε ως θεία βούληση, ούτε ως φυσική καταστροφή, ούτε, πολύ λιγότερο, ως αναπόφευκτη έκβαση της Ιστορίας. Ακριβώς επειδή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, απαιτεί δικαιοσύνη. Η φτώχεια συνδέεται με τη σκλαβιά και όχι με την ελευθερία. Και είναι επομένως ένα από τα χειρότερα δεινά. Γιατί ο φτωχός καταπιέζεται από την έλλειψη, είναι δέσμιος του χρέους, είναι ο σκλάβος. Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στην αρχαιότητα.
Οι νέες μορφές σκλαβιάς –με πρώτη τη δημιουργία χρεών που ενθαρρύνεται από το οικονομικό σύστημα– είναι μπροστά στα μάτια όλων μας. Είτε το χρέος είχε συμφωνηθεί είτε, όπως συμβαίνει συχνότερα, είχε κληρονομηθεί, οι νέοι σκλάβοι συνθλίβονται από το βάρος του παρελθόντος, που δεν τους επιτρέπει να διακρίνουν το μέλλον. Γι’ αυτό δεν προξενεί έκπληξη το ότι η φτώχεια αντιμετωπίζεται πάντοτε όχι μόνον ως στέρηση των υλικών αγαθών. Ο φτωχός, πνιγμένος από την ένδεια, ζει μέσα στο άγχος και την αγωνία. Και αυτή η υπαρξιακή συνθήκη συμβαδίζει με τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ο φτωχός είναι απομονωμένος, κλεισμένος στον εαυτό του, απόβλητος από το μοίρασμα όχι μόνον της ιδιοκτησίας αλλά και της αξιοπρέπειας.
Ιδού γιατί στη Βίβλο συγκρίνεται με τον ξένο, που εξαιτίας της αδυναμίας του μοιάζει με το ορφανό και τη χήρα. Από δω προκύπτει και η εντολή: «Αν ένας συμπατριώτης σου, που ζει κοντά σου, φτωχύνει και δυστυχήσει, εσύ πρέπει να τον ενισχύσεις, όπως θα έκανες αν ήταν ξένος ή πάροικος, ώστε να μπορέσει να ζήσει κι αυτός μαζί σου». Στη βάση αυτού του χωρίου υπάρχει η ιδέα –που λησμονήθηκε σε πολλές εποχές και αποκρύβεται στον καπιταλισμό- ότι η φτώχεια δεν είναι ένα φυσικό και αναπόφευκτο γεγονός. Φτώχεια και πλούτος είναι καταστάσεις προσωρινές, οφειλόμενες σε μια διαδικασία που με τον καιρό γίνεται άδικη και γι’ αυτό πρέπει να διακοπεί. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη εγγενής στην αγορά.
Οποιος εργάζεται σκληρά πρέπει να επιβραβεύεται. Αλλά αυτό δεν γίνεται πάντοτε. Και όποιος μοχθεί πολύ μπορεί να δει τις προσπάθειές του να μην ανταμείβονται. Στην πορεία του χρόνου οι προσωπικές κακοτυχίες, οι οικογενειακές αντιξοότητες, οι οικονομικές αναποδιές προκαλούν τη φτώχεια των πολλών και τον πλούτο των λίγων. Από την πορεία των οικονομικών σχέσεων δεν προκύπτει μια δίκαιη αναδιανομή. Και αν είναι έτσι, θα ήταν κλοπή να μετατρέψουμε την προσωρινή κατοχή σε οριστική ιδιοποίηση. Ο φτωχός δεν είναι ένοχος. Κουβαλάει το βάρος του χρέους και όχι εκείνο της ενοχής. Δεν χρειάζεται οι άλλοι να συμμεριστούν την κατάστασή του εμπνεόμενοι από ένα ιδεώδες αυταπάρνησης. Εκείνο που ο φτωχός, με την ίδια του την παρουσία, απαιτεί είναι να σπάσει ο φαύλος κύκλος της φτώχειας.
Με κανέναν τρόπο επομένως ο φτωχός δεν πρέπει να στιγματίζεται. Αυτή είναι η θέση του Μαρξ, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, ριζοσπαστικοποιεί τον τρόπο θεώρησης του ζητήματος: εκεί όπου από τη μια μεριά υπάρχει συσσώρευση κεφαλαίου, από την άλλη υπάρχει συσσώρευση φτώχειας, εργασιακά βάσανα, σκλαβιά. Στην καπιταλιστική παραγωγή, ο πλούτος βασίζεται πάνω στη φτώχεια. Το ζητούμενο επομένως δεν είναι ούτε να περιφρονούμε αλλά ούτε και να εγκωμιάζουμε τη φτώχεια, παίρνοντας τον δρόμο μιας εξισωτικής γενίκευσης της εξαθλίωσης. Χρειάζεται μάλλον να αντιληφθούμε ξανά, έξω και πέρα από την πολιτική οικονομία, τις ανθρώπινες αξίες που κρύβουν ο πλούτος και η φτώχεια. Πλούσιος είναι αυτός που χρειάζεται την ανθρωπιά του άλλου, όποιος μέσα στη φτώχεια αντιλαμβάνεται εκείνο τον δεσμό που «κάνει τον άνθρωπο να νιώθει την ανάγκη του πιο μεγάλου πλούτου, του άλλου ανθρώπου» (Μαρξ).
Σήμερα δεν είναι δυνατόν να αγνοούμε πόσο βαθιά φθορά έχει προκαλέσει ο καπιταλισμός στις διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν υπάρχει οικονομία που να μην πρέπει να ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Προσλαμβάνει έτσι νέα σημασία το ερώτημα για τη φτώχεια που δεν πρέπει να μετριέται μόνο με βάση το εισόδημα. Είναι πολλοί –από τον Αμάρτια Σεν ώς τη Μάρθα Νούσμπαουμ- εκείνοι που έχουν εισαγάγει πρόσθετα κριτήρια, που παίρνουν υπόψη τους την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλη της την πολυπλοκότητα. Ετσι η φτώχεια δεν περιορίζεται μόνον στις υλικές ανάγκες της επιβίωσης, αλλά επεκτείνεται στην εκπαίδευση, τη συμμετοχή, την προσωπική ελευθερία, τον σεβασμό της αξιοπρέπειας, το μοίρασμα των κοινών αγαθών. Από αυτή την τελευταία άποψη εγκαλείται η ίδια η κοινότητα. Με δυο λόγια, το να είμαστε φτωχοί σημαίνει να μην μπορούμε να ενεργοποιήσουμε τις ικανότητές μας. Εξάλλου, ήδη το Ταλμούδ διέκρινε μεταξύ αυτού που ο φτωχός «χρειάζεται» και εκείνου που «θα του λείψει». Τροφή, κατοικία, αναγκαία επίπλωση αποτελούν εκείνες τις υλικές ανάγκες που μας αφορούν όλους.
Ας μην παραγνωρίζουμε ωστόσο μια περαιτέρω φτώχεια, που είναι πιο δύσκολο να την ορίσουμε, και για τον λόγο ότι διαφέρει από περίπτωση σε περίπτωση: είναι η απουσία αυτού που είχαμε πριν και που τώρα μας λείπει. Αυτή η φτώχεια προκαλεί ταπείνωση, κλονίζει την αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό, αφαιρεί την αξιοπρέπεια. Και υποδουλώνει με τους πιο δόλιους τρόπους.
Οι νέοι φτωχοί τού σήμερα, οι οποίοι ξαφνικά μένουν χωρίς αυτό που είχαν πριν, με πρώτες την εργασία και την κατοικία, πλήττονται από αυτή την «έλλειψη». Ενοχοποιημένοι για την αποτυχία τους, την ίδια στιγμή που παραπέμπονται για βοήθεια σε άλλους, απομονώνονται παράδοξα από όλους τους κοινωνικούς δεσμούς. Η φιλανθρωπία δεν αρκεί. Επειδή δεν αλλάζει τις υπάρχουσες σχέσεις. Εστω και αν ανακουφίζει λίγο από τα βάσανα, αφήνει τον φτωχό μέσα στη φτώχεια του. Η βοήθεια δεν μπορεί όμως να είναι περιστασιακή. Και η υποστήριξη είναι καταστατική υποχρέωση της κοινότητας. Οποιος έχει μείνει μέσα στην ένδεια πρέπει να επανενταχθεί, για να ξαναβρεί την ελευθερία του.
Η υπέρτατη πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης είναι να του προσφερθεί μια θέση εργασίας. Να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της στέρησης σημαίνει να αποκαταστήσουμε τη δυνατότητα του φτωχού να προσφέρει. Υπάρχει πράγματι μια ανθρώπινη αξιοπρέπεια της προσφοράς, που μεταφράζεται σε κοινή ευθύνη για έναν τρίτο. Πριν ακόμα από το μοίρασμα της ιδιοκτησίας, κανείς δεν μπορεί να αποκλείεται από το μοίρασμα αυτής της αξιοπρέπειας.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Βίβλος των Ηδονών

Βανεγκέμ: Η Βίβλος των Ηδονών

«Ο έρωτας αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του». «Άν ο έρωτας είναι τυφλός, ο λόγος είναι ότι δεν βλέπει τίποτα με τα μάτια της εξουσίας. Μην ελπίζετε να κρίνει και να κυβερνήσει, γιατί αγνοεί την ανταλλακτική σχέση. Αρκείται στον εαυτό του. Όντας το κέρας της Αμάλθειας της σεξουαλικότητας, εκφράζει καλύτερα απ' οτιδήποτε άλλο στον κόσμο του ευνουχισμού τη θέληση για ζωή και την υπέροχη αγριάδα της.
Αν πάντως, οι εραστές που χτες λατρευόταν, χωρίζουν ξαφνικά μέσα στο μίσος και στην περιφρόνηση, η αιτία δεν βρίσκεται σε κάποιον αναλλοίωτο νόμο της παρακμής, σε κάποια αδυσώπητη μοίρα της κούρασης. Προέρχεται από τη μέγγενη των ανταλλαγών, που μαραίνει τα πάθη, σβήνει τις φλόγες της καρδιάς, πνίγει τις παρορμήσεις.
Αντί να μείνουν άπληστοι για τα πάντα μέχρι την εσχατιά του κορεσμού, να που οι εραστές επικαλούνται το καθήκον, απαιτούν αποδείξεις, αναζητούν μια παραγωγικότητα της στοργής. Επιβάλλονται νόρμες συνοδευόμενες από την απαίτηση της αυστηρής τήρησής τους, δεν γίνεται πια ανεκτή η απερίσκεπτη λήθη, η αδεξιότητα, το ανάρμοστο, η φαντασιοκοπία, τα πάντα αποτελούν αφορμή επιπλήξεων και κυρώσεων. Επειδή τους λείπει η θέληση να δημιουργήσουν την αλλαγή όπου θα ξαναβρεθούν, δανείζονται τα δεκανίκια της κοινωνίας που τους ακρωτηριάζει από τη γενναιοδωρία τους.
Η ψυχρή λογική αποδιώχνει την τρέλα της αφθονίας και έρχεται να κάνει απολογισμό των πραγμάτων. Έφτασαν οι ύπουλοι καιροί του να ζητάς και να δίνεις λογαριασμό, των υποχρεώσεων που πληρώνουν εντόκως τα αναγνωριζόμενα δικαιώματα, των φιλιών έναντι φιλιών που προαναγγέλλουν το ''μία σου και μία μου'' του απελπισμένου γοήτρου.
Με το να ιδιοποιούνται ο ένας τον άλλο, με το να μετράνε την αμοιβαία στοργή, ο καθένας καταλήγει να πειστεί ότι τα προτερήματα του αλλού ήταν προϊόν της φαντασίας, ότι η γενναιοδωρία δεν ανταμείβεται όπως πρέπει κι ότι η έλξη δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη.
Ο έρωτας διαμαρτύρεται ότι εκχωρήθηκε σε αφερέγγυο οφειλέτη, οι απογοητεύσεις συντάσσουν ένα πιστοποιητικό χρεωκοπίας, το πάθος καταλήγει στη μικροπρέπεια, η στοργή στο παζάρεμα, η φιλία στη συκοφάντηση...
Πως να ζήσουμε σ' έναν κόσμο όπου τα πάντα πληρώνονται; Τις λίγες απολαύσεις που σας απέμειναν να προσφέρετε στους άλλους και στον εαυτό σας, έχετε βαλθεί να τις ανταλλάξετε, να τις λογαριάσετε, να τις ζυγίσετε, να ορίσετε ισοτιμίες.
Το να πίνουμε με ακόρεστη δίψα από το ποτήρι της ζωής είναι η καλύτερη εγγύηση ότι δεν θα στερέψει ποτέ. Αυτό το ξέρουν τα παιδιά, που παίρνουν τα πάντα για να τα προσφέρουν στην τύχη. Η αισθησιακή αφθονία ζωογονεί τις τοπιογραφίες τους πριν η οικονομική επιταγή αρχίσει την αντίστροφη μέτρηση του βιώματος. Πριν μάθουν την ανταποδοτικότητα, πριν μυηθούν στο να αξίζουν ένα δώρο, να απαιτούν τα οφειλόμενα, να ανταμείβουν για ένα κέρδος, να τιμωρούν για μια υποτίμηση, να ευχαριστούν εκείνους που τους αφαιρούν ένα προς ένα τα θέλγητρα μιας ύπαρξης δίχως αντάλλαγμα.
Το ίδιο ισχύει και για τους παθιασμένους, αυτά τα παιδιά που ξανα-ανακαλύφθηκαν μέσα στον εαυτό τους. Οι εραστές δίνουν τα πάντα και παίρνουν τα πάντα ανεπιφύλακτα. Σαν να συναγωνίζονται ποιος θα προσφέρει τα περισσότερα, δίχως να ζητά τίποτα σε ανταπόδοση. Κι αυτό δεν παύει να δίνει περισσότερη δύναμη στον έρωτα, που αντλεί νέες απολαύσεις ακόμα κι από τις ατονίες του και τις εξαντλήσεις του.
Αν η συγκυρία των συναντήσεων μου προσφέρει τον έρωτά σου και σου προσφέρει τον δικό μου, μην υποβιβάζεις την αρμονία των επιθυμιών μας σε ανταλλαγή... [Πρέπει να ζητώ ανταπόδοση] για να αγαπήσω; Τόσο λίγο αγαπώ τον εαυτό μου; Όποιος δεν είναι γεμάτος από τις δικές του επιθυμίες δεν μπορεί να δώσει τίποτα. Όποιος βαδίζει στον δρόμο του δούναι και λαβείν, προχωρά σιγά σιγά προς την ανία, την κούραση και τον θάνατο...
Όποιος ξέρει να αφουγκράζεται προσεκτικά την απόλαυση, αγνοεί πατρίδες και σύνορα, αφέντες και δούλους, κέρδος και ζημία. Η σεξουαλική πληθώρα είναι αυτάρκης, έχει στον χώρο της και στον χρόνο της αρκετή τόλμη για να συντρίψει ό,τι την εμποδίζει».

Απόσπασμα από τη Βίβλο των Ηδονών του Raoul Vaneigem, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.
Ο Ραούλ Βανεγκέμ (4 Σεπτεμβρίου 1934) είναι Βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος. Σπούδασε λατινική φιλολογία στις Βρυξέλλες, δίδαξε στο πανεπιστήμιο και συμμετείχε στην Καταστασιακή Διεθνή από το '61 ως το '70. Μέχρι σήμερα έχει γράψει περισσότερα από 30 βιβλία, ανάμεσά τους τα: Βασικές κοινοτοπίες, Η βίβλος των Ηδονών, Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπινου όντος, Η επανάσταση της καθημερινής ζωής. Ο Βανεγκέμ στα έργα του απορρίπτει την ηθική της εργασίας και ασκεί έντονη κριτική στον καπιταλισμό και τον σύγχρονο κόσμο, θεωρώντας ότι οι αυταπάτες εμποδίζουν τη δημιουργία και καλεί σε μια αλλαγή προοπτικής. Ο Βανεγκέμ συνεχίζει να γράφει βιβλία, προωθώντας την ιδέα μιας ελεύθερης και αυτοδιαχειριζόμενης κοινωνίας.
Πηγή: Isotita

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

Η βούληση για ισχύ και κυριαρχία: η περίπτωση Γιακουμάκη


Hoody_D7B3P3_3038373b
τoυ Χάρη Ναξάκηhttp://eagainst.com
Στις 20 Δεκεμβρίου του 1988 ο Δ. Παπαδόσηφος σκότωσε κατά τη διάρκεια δίκης τον φονιά του γιού του στο εφετείο του Πειραιά αναφωνώντας: «ξαλάφρωσα, αγαλλίασε η ψυχή μου, λευτερώθηκα. Δικάστε με εις θάνατο να τελειώνω.» Ο γιος του είχε σκοτωθεί, λέγεται με αιτία μια γυναίκα, από τον Γ. Βενιεράκη σε μια καφετέρια του Ρεθύμνου. Για το όπλο που χρησιμοποιήθηκε, ένα λούγκερ που το είχε πάρει από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της μάχης της Κρήτης, ο θρύλος λέει ότι το είχε κρύψει στην τεράστια γενειάδα του. Δεν ανασύρω από τη μνήμη μου την παλιά αυτή ιστορία ως μια προτροπή, μια ωδή για τη βεντέτα, για να την εξυμνήσω ως τρόπο απόδοσης δικαιοσύνης ή για να προβλέψω μια παρόμοια εξέλιξη για τους δολοφόνους του Γιακουμάκη, γιατί για δολοφόνους πρόκειται. Σε μια άδικη ή σε μια αξιοβίωτη κοινωνία η βεντέτα δεν είναι τρόπος απονομής του δικαίου. Η βεντέτα είναι όμως ένας τρόπος αντιμετώπισης του τέρατος που φέρουμε μέσα μας. Σκοτώστε ή τουλάχιστον χαλιναγωγήστε την ύβρη που φέρουμε μέσα μας, την τεράστια αφθονία κακοβουλίας, μοχθηρίας, ιδιοτέλειας, βούλησης για κυριαρχία, που είναι έμφυτα και επίκτητα. Μπορούμε όμως να ανοίξουμε μια βεντέτα με τον εαυτό μας, να δολοφονήσουμε μόνοι μας το κακό που φέρουμε μέσα μας;
Κατ ’αρχάς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό είναι στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης και όχι μόνο των ταξικών κοινωνιών, παρότι βέβαια ενισχύεται και μεγεθύνεται απ’ αυτές, μέσω του άκρατου ανταγωνισμού, του καταναλωτισμού, της επιβίωσης του ισχυρότερου και της θεοποίησης του χρήματος. Μια ζωή ήμουν με τους «από κάτω», τους εξουσιαζόμενους, στον ύπνο και τον ξύπνιο μου, μεγάλωσα πλέον και δεν σκοπεύω να αλλάξω στρατόπεδο. Και να ήθελα είναι αργά. Στα φοιτητικά μου χρόνια πίστεψα, ευτυχώς για λίγο, λόγω των αιρετικών φωνών της Άρεντ, του Καμύ, του Λας, του Παπαϊωάννου, του Καστοριάδη, του Κονδύλη κλπ, τις χιλιαστικές διαφωτιστικές προσδοκίες ( αριστερές και φιλελεύθερες) για την επίτευξη ενός επίγειου παράδεισου, που θα νοηματοδοτούσε τη ζωή μας. Κάθε όμως επίγειος παράδεισος προϋποθέτει και ένα υποκείμενο που θα μας οδηγήσει σε αυτόν. Το υποκείμενο δε αυτό πρέπει να είναι άσπιλο και αμόλυντο στο βάθος της ψυχής του, αγγελικό, για να μας οδηγήσει ως αναμάρτητο που είναι στον παράδεισο. Το υποκείμενο αυτό ονομάστηκε λαός, προλετάριοι, εξουσιαζόμενοι, πλήθος, κλπ. Αν όμως το υποκείμενο, οι καταπιεσμένοι, είναι ορισμένες ή πολλές φορές κακόβουλοι, ιδιοτελείς, εγωιστές και δολοφόνοι δεν πρέπει να ανησυχούμε διότι αυτό είναι μια προσωρινή κατάσταση του Είναι τους, γιατί έχουν ξεγελαστεί, αλλοτριωθεί, από τις ελίτ των κυρίαρχων και τον πολιτισμό τους.
Η διαφωτιστική αυτή αντίληψη είναι στην ουσία της Ρουσσωική, «ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος κι όμως παντού είναι αλυσοδεμένος», θεωρεί δηλαδή ότι η κτητική μας συμπεριφορά, η βούληση για ισχύ και για κυριαρχία είναι αποκλειστικό δημιούργημα των κοινωνικών δομών, ένα επίκτητο χαρακτηριστικό. Έτσι, σύμφωνα με την Ρουσσωική-Μαρξική αντίληψη η ανθρώπινη υπόσταση είναι μια άγραφη πλάκα άρα μπορούμε να γράψουμε πάνω της μόνο ισότητα, ελευθερία και καλοσύνη ή είναι «φύση καλή» και άρα θα την καθαρίσουμε από τα επίκτητα μιάσματα του κυρίαρχου πολιτισμού. Γιατί βέβαια αν οι άνθρωποι είναι έμφυτα μόνο καλοί ή μια άγραφη πλάκα, τότε οι αρνητικότητες (εγωισμός, βία, κλπ) είναι εξωτερικά γνωρίσματα της ανθρώπινης φύσης και άρα θα αρθούν σε μια άλλη κοινωνία. Το ερμηνευτικό αυτό σχήμα έχει βέβαια έτοιμη τη λύση της κάθαρσης. Οι διανοούμενοι, η πρωτοπορία των καταπιεσμένων, οι πεφωτισμένοι, κατέχουν το άγιο δισκοπότηρο της αυθεντικής γνώσης, είναι κτήτορες μιας αμόλυντης συνείδησης, κατέχουν το «αγαθό» του Πλάτωνα και θα το μεταβιβάσουν στους αμαρτωλούς των κατώτερων παραπλανημένων τάξεων. Αυτό είναι το σχέδιο του διαφωτισμού, του πολιτισμού των φώτων.
Τι είναι λοιπόν το bullying που σκότωσε τον Γιακουμάκη; Λεκτική και σωματική βία που βασίζεται στη διαφορά φύλου, εθνικότητας, ομορφιάς, χρώματος, κλπ; Είναι και αυτό, αλλά αν ήταν μόνο αυτό τότε ίσως να αρκούσαν λίγα σεμινάρια, διαλέξεις και συνέδρια για να μειωθεί ή να εξαλειφθεί. Θα αρκούσε δηλαδή μια εκπαιδευτική και διαπαιδαγωγική στρατηγική με ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς στα σχολεία. Αλήθεια ποιοι θα ήταν οι καταναλωτές των μορφωτικών αυτών σεμιναρίων; Οι περήφανοι γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους στα πρωινάδικα για πασαρέλα και στα talent show για τραγούδι ή οι προοδευτικοί καθηγητές που στο όνομα σύγχρονων παιδαγωγικών μεθόδων προτιμούν να σιωπούν διότι τα όρια, οι απαγορεύσεις και οι ποινές θα καταστρέψουν τον ψυχισμό του παιδιού; Οι φορείς του bullying είναι οι κυρίαρχες ελίτ και οι μηχανισμοί τους; Και οι αποκάτω; Είναι τα θύματα ή είναι κι αυτοί θύτες; Και πως γίνεται οι αποκάτω, οι καταπιεσμένοι, να είναι φορείς δύναμης και επιβολής ισχύος; Είναι οι φορείς του bullying διαστροφικά άτομα όπως αφελώς υποστηρίζουν οι ψυχολόγοι, άτομα που δεν έχουν αιτία ή δικαιολογία για αυτά που πράττουν;
Να το θέσω καθαρά. Το bullying δεν είναι εκτροπή από το νεωτερικό δυτικό πολιτισμό αλλά σάρκα από τη σάρκα του, όσο κι αν δεν αρέσει αυτό στους κάθε λογής διαφωτιστές αγραφοπλακίτες. Ο Γιακουμάκης δεν είναι νεκρός επειδή ήταν διαφορετικός. Ο δολοφόνος του είναι η έμφυτη και επίκτητη βούληση για δύναμη, επιθυμία ισχύος και κυριαρχίας. Ποιες είναι όμως οι ρίζες της επιθυμίας ισχύος;
Η βούληση για ισχύ (δύναμη, εξουσία, βία) είναι ένας μηχανισμός κυριαρχίας που είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης κατάστασης, του ότι δηλαδή το υποκείμενο είναι εγωκεντρικό, η συνείδηση είναι ατομική. Το άτομο πάντα βιώνει τον εαυτό του ως πρώτο πρόσωπο, ως υποκείμενο. Ταυτόχρονα όμως ο άλλος κατοικεί μέσα στο εγώ γιατί ανήκουμε σ’ ένα εμείς (κοινότητα, οικογένεια, φίλοι). Η ανάγκη του άλλου είναι ιδρυτικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας, όπως και το εγώ (πρώτο πρόσωπο). Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει ένα βιολογικό υπόστρωμα, που διαμορφώθηκε κατά την εξελικτική πορεία του είδους και αποτυπώνεται στη νευρωνική λειτουργία συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου (μεταιχμιακό σύστημα, ιππόκαμπος, προμετωπιαίος φλοιός), το οποίο σχετίζεται με την επιθετική και την αλτρουιστική συμπεριφορά. Η ύπαρξη του βιολογικού (φυσικού) αυτού υποστρώματος δείχνει ότι η συμπεριφορά μας δεν εξαρτάται μόνο από περιβαλλοντικούς, μαθησιακούς, κοινωνικούς παράγοντες, αλλά και από εγγενείς βιολογικές δομές που διαμορφώθηκαν κατά την εξελικτική μας ιστορία για λόγους επιβίωσης. Ο εγωκεντρισμός λοιπόν, η εξατομικευμένη μας συνείδηση, μπορεί να οδηγηθεί στον εγωισμό και την επιθυμία ισχύος όταν κυριαρχεί το εγώ, αλλά και στον αλτρουισμό εφόσον είμαστε ικανοί να αφιερώσουμε το πρώτο πρόσωπό μας σε ένα εμείς και σε ένα εσύ. Όταν όμως το κοινωνικό περιβάλλον, όπως πράττει σήμερα ο δυτικός νεωτερικός πολιτισμός, της απεριόριστης εμπορευματοποίησης και της καταναλωτικής φρενίτιδας, καταστρέφει τον άλλο, το εμείς που έχουμε μέσα μας, τότε το άτομο δεν είναι άτομο αλλά μετατρέπεται σε ιδιοτελές υποκείμενο, σε δολοφόνο του άλλου. Γι’ αυτό ο σημερινός πολιτισμός δεν μπορεί να περιορίσει την επιθυμία ισχύος, γιατί ο κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος είναι το αυτοαναφορικό άτομο που θεωρεί ιερό δικαίωμά του να απελευθερώνει τις επιθυμίες του και να τις ικανοποιεί με εμπορεύματα. Ο ανελέητος ανταγωνισμός, ο θάνατος του άλλου, είναι το ισοδύναμο του απόλυτου εγωισμού.
Αν λοιπόν η κόλαση είναι οι άλλοι, όπως αφελώς(;) έλεγε ο Σαρτρ, άρα ο θάνατος του άλλου θα ανυψώσει την ατομικότητά μου, τότε αυτό το υποκείμενο φέρει μέσα του ως ιδρυτική πράξη της ταυτότητάς του την επιθυμία ισχύος πάνω στους άλλους, την εγωιστική περιχαράκωση. Γι’ αυτό είναι αυταπάτη η κυρίαρχη πρόταση για περιορισμό της ισχύος μέσω του ορθού λόγου, της μάθησης, της παιδείας. Γιατί είναι ορθολογικό να είμαι ισχυρός, δηλαδή να επιλέξω τα πιο κατάλληλα μέσα για να επιδιώξω καλύτερα τον σκοπό, που δεν είναι άλλος από την με καλύτερους όρους δικιά μου επιβίωση. Αφού λοιπόν αναγνωρίσουμε την τραγική υπόσταση του υποκειμένου, απορρίπτοντας την μυθολογική Ρουσωική-Μαρξική κατασκευή του έκπτωτου αγγέλου, κατανοήσουμε δηλαδή ότι στον άνθρωπο υπάρχει απίστευτη αφθονία κακοβουλίας και ιδιοτέλειας, αλλά και αλληλεγγύης και ανιδιοτέλειας, τότε θα είμαστε σε θέση να εφεύρουμε τρόπους και θεσμούς που θα επιτηρούν την ιδιοτέλεια και θα ενθαρρύνουν την ανιδιοτέλεια. Αν όμως, όπως είναι το πιθανότερο, η επιθυμία ισχύος και η ιδιοτέλεια ως χαρακτηριστικά του homo sapiens εμφανίστηκαν πρώτα στην εξελικτική του διαδρομή και είναι και αρκετά ισχυρά, τότε το εγχείρημα της ενίσχυσης της άλλης αλλά λειψά αναπτυγμένης πλευράς της ανθρώπινης κατάστασης, του αλτρουισμού και της διυποκειμενικότητας, είναι ένα κολοσσιαίο εγχείρημα κοινωνικού και ανθρωπολογικού μετασχηματισμού.
Ας δώσουμε όμως ένα παράδειγμα, από τα εκατοντάδες που έχουν καταγράψει οι ανθρωπολογικές έρευνες, για το πώς οι προμοντέρνοι λαοί, οι πρωτόγονες τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, αυτούς που ο σημερινός παρακμιακός δυτικός πολιτισμός χαρακτηρίζει άγριους, αντιμετώπιζε τους εγωιστές αποστάτες, την βούληση για ισχύ. Οι άντρες κυνηγοί μιας φυλής πυγμαίων στο Κονγκό, στα πλαίσια του συλλογικού κυνηγιού σχημάτιζαν ένα νοητό κύκλο από ατομικά δίχτυα με καθορισμένες θέσεις για τον καθένα για να πιάνουν τα θηράματα. Ένας όμως κυνηγός, ο Κεφού, αποστάτησε, απομακρύνθηκε από την καθορισμένη θέση του και έπιασε πρώτος το θήραμα. Σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής θα έπαιρνε μεγαλύτερη μερίδα και θα εξασφάλιζε κοινωνική αίγλη. Η φυλή όμως είχε μηχανισμούς για την τιμωρία της ιδιοτελούς αποστασίας, γιατί πάντα βέβαια υπάρχουν αποστάτες. Για μια εβδομάδα κανείς δεν του μιλούσε, τα παιδιά και οι γυναίκες τον περιγελούσαν, οι άντρες τον αγνοούσαν, του αρνήθηκαν το κάθισμα που δικαιούνταν μόνο οι μεγάλοι κυνηγοί. Να λοιπόν ένας αποτελεσματικός μηχανισμός απομόνωσης των αποστατών χωρίς αστυνομία, δικαστήρια, νόμο και κράτος. Η ιδιοτέλεια και η βούληση για δύναμη είναι ευκολότερο να ελεγχθεί στα πλαίσια της κοινότητας, της γειτονιάς, στις μικρές πόλεις και αυτό είναι ένα μάθημα των προμοντέρνων κοινωνιών στις σημερινές. Χωρίς την διάλυση της μεγαμηχανής του κράτους και το πέρασμα σε μικρότερα κοινωνικά και παραγωγικά μεγέθη κανένα αμεσοδημοκρατικό εγχείρημα δεν είναι εφικτό, κανένας έλεγχος του ατομοκενρικού φαντασιακού της απόλαυσης χωρίς όρια, της εγωιστικής καταστροφής του άλλου, δεν θα είναι εφικτός. Η φιλελεύθερη ουτοπία του αχαλίνωτου καπιταλισμού θα έχει καταστρέψει το υποκείμενο.
Δεν υπάρχει λοιπόν αθωότητα στα οράματα των καταπιεσμένων διότι οι σημερινοί κυριαρχούμενοι μπορεί να είναι αυριανοί κυρίαρχοι αν οι ίδιοι δεν δημιουργήσουν θεσμούς που να περιορίζουν στην πράξη την ύβρη της βούλησης για ισχύ. Η επίγνωσή της γεννάει την ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο και όχι η αποσιώπησή της.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2015

Μερικές σκέψεις για την Αριστερά με αφορμή το βιβλίο ‘Οι άλλες ιστορίες’



Zapatistas
Προσθήκη λεζάντας
Toυ Σίμου Ανδρονίδη  http://eagainst.com/articles/thoughts-about-the-left/
«Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πως θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη;» (Ναζίμ Χικμέτ, ‘Όπως ο Κερέμ’).
Το βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος, που φέρει τον εύγλωττο τίτλο ‘Οι άλλες ιστορίες’ μας προσφέρει την δυνατότητα συμβολής στη θεωρητική συζήτηση περί Αριστεράς. Και υπάρχει μία νοητή γραμμή που συνδέει την Αριστερά με το βιβλίο του Μάρκος: αυτή η νοητή γραμμή αφορά την «αναζήτηση» του ανθρώπου, του ανθρώπου που μέσα από ρήξεις και υπερβάσεις δημιουργεί την ιστορία του κοινωνικού όλου. Τι σημαίνει αριστερή πολιτική πράξη σήμερα; Ποια είναι η Αριστερά του 21ου αιώνα; Πως προσδιορίζεται; Οι μικρές και έξοχες ιστορίες του εμβληματικού και ταυτόχρονα «πολλαπλού» ηγέτη των Ζαπατίστας επιδιώκουν να απαντήσουν στα συγκεκριμένα ερωτήματα. Και είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια απάντησης που υπερβαίνει τις θεωρητικές αναζητήσεις των «ταγών» της Αριστεράς.
Στην περίπτωση των Ζαπατίστας, η Αριστερά συγκροτείται και ανασυγκροτείται καθημερινά. Εκκινώντας από την αφετηριακή πράξη της ζωής και της κοινωνίας «οικοδομεί» ένα στέρεο αξιακό υπόβαθρο, στην «κορυφή» του οποίου στέκει ο άνθρωπος-παραγωγός. Και είναι η Αριστερά ως αξιακή και κανονιστική κατεύθυνση που προσδίδει έναν θετικό και ταυτόχρονα «επιθετικό» προσδιορισμό στον άνθρωπο. Έτσι, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε άμεσο παραγωγό, σε άμεσο διαμορφωτή κοινωνικής συνείδησης, σε λυδία λίθο της πράξης και της κοινωνικής αλλαγής.
Οι πολλές «ατομικότητες» συγκροτούν την ενιαία συλλογικότητα της πράξης. Αν η Γαλλική Επανάσταση προσδιόρισε τον άνθρωπο ως πολίτη, η πολιτική αριστερά τον προσδιορίζει ως παραγωγό της νέας κοινωνικής συνείδησης. Στο γίγνεσθαι των Ζαπατίστας και των ιθαγενών της Τσιάπας, η Αριστερά συγκροτείται ως καθημερινή πράξη διαμόρφωσης ενός κοινωνικά διαφορετικού κόσμου. Αυτή η αξιακή αριστερά λειτουργεί ανάγοντας την «μοναδικότητα» και την διαφορετικά σε εργαλεία κατανόησης του ανθρώπου και του κόσμου που μας περιβάλλει. Πρωτίστως όμως, εκκινεί από την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Και η ανθρώπινη φύση, σε πείσμα διάφορων απόψεων και αντιλήψεων, περιλαμβάνει την ετερότητα και την διαφορετικότητα. Η Αριστερά των Ζαπατίστας προωθεί την λαϊκή αυτενέργεια και αυτοδιαχείριση.
Ας θυμηθούμε τα λόγια του επίκαιρα λόγια του Τερέντιου: ‘’Άνθρωπος είμαι, και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο’’ (στα Λατινικά: ‘Homo sum: human nil a me alienuum puto’). Αυτή η μικρή φράση του Τερέντιου αποτελεί τον θεμέλιο λίθο συγκρότησης της «άλλης» Αριστεράς των Ζαπατίστας, της Αριστεράς που ενσωματώνει οργανικά τις πολλαπλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής. Στις ‘άλλες ιστορίες’ του υποδιοικητή Μάρκος, οι λέξεις χαράζονται σαν μικρά «κρύσταλλα», που μέσα από την διαφάνεια της επιφάνειας τους διαβλέπεις την ζωή να κυλάει, τον άνθρωπο να δρα και την Αριστερά να ενυπάρχει μέσα σε αυτές τις μικρές και απλές ιστορίες. Και κάποιος καλόπιστος δύναται να αναρωτηθεί: είναι δυνατόν να συγκροτείται η Αριστερά ως όραμα, ως αναγέννηση και ως πράξη σε αυτή την μακρινή γωνιά του κόσμου; Η απάντηση μας είναι καταφατική. Η Aριστερά των ιθαγενών της επαρχίας Τσιάπας του Μεξικού δεν μας δίνει έτοιμες κατευθύνσεις, αντιθέτως, μέσα από το εύρος των ιστοριών του Μάρκος (που μπορεί να είναι ο γερο-Αντόνιο, ή η προβαλλόμενη «ταυτότητα» των ιθαγενών), διακρίνεται η Αριστερά της πολλαπλότητας, η Αριστερά που «αναγεννιέται» σαν το νερό. Τα πάντα από κάπου εκκινούν: στην περίπτωση των Ζαπατίστας εκκινούν από την «ολική» θεώρηση του ανθρώπου που εντάσσεται αρμονικά στο ευρύτερο φυσικό του περιβάλλον.
«Ο Πρώτος Πατέρας των Γκουαρανί αναδύθηκε από τα σκοτάδια, φωτισμένος από τη λάμψη της ίδιας του της καρδιάς. Δημιούργησε τις φλόγες και την ομίχλη. Τον έρωτα, αλλά δεν είχε που να τον δώσει. Τη γλώσσα, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Τότε συμβούλεψε τους θεούς να δημιουργήσουν τον κόσμο, και να φτιάξουν τη φωτιά, την ομίχλη, τη βροχή και τον άνεμο. Τους πρόσφερε τη μουσική και τα λόγια του ιερού ύμνου, ώστε να πάρουν ζωή οι γυναίκες και οι άντρες. Έτσι ο έρωτας έγινε μυστήριο, η γλώσσα ζωντάνεψε και ο Πρώτος Πατέρας απαλλάχτηκε από τη μοναξιά. Τώρα συνοδεύει τους άντρες και τις γυναίκες που περπατούν και τραγουδούν: Τώρα πατάμε στη γη, σε τούτη τη γη που λάμπει»[1].
Στο παραπάνω έξοχο απόσπασμα που παραθέτει ο Ουρουγουανός συγγραφέας Eduardo Galeano, διαφαίνεται η ευρύτερη κοσμοαντίληψη των ιθαγενών. Και δεν μπορούμε να μην εντοπίσουμε τις ομοιότητες με τις ‘άλλες ιστορίες’ του Subcomandante Μάρκος, εκεί όπου η φωτιά, και η ομίχλη, ο άνεμος και το νερό, συντροφεύουν τον άνθρωπο σε κάθε βήμα της δικής του ζωής. Όπως ο Μάρκος, έτσι και ο Eduardo Galeano αντλούν «εικόνες» και λέξεις από την ανεξάντλητη λαϊκή παράδοση αυτών των περιοχών, εκεί όπου οι «πρώτοι» θεοί αποκτούν «ανθρώπινα» χαρακτηριστικά. Και έτσι προχωρά και η Αριστερά μέσα στις ιστορίες του. Προχωρά μέσα από τις εικόνες και τα δέντρα, μέσα από τις λέξεις και τα μεγάλα και άγρια λιοντάρια, μέσα από το φόβο και το νερό για να επιστρέψει στο πρωταρχικό σημείο: στον άνθρωπο ως σημείο κλειδί για την ερμηνεία και την «αναπαραγωγή» του κόσμου, στον άνθρωπο ως παραγωγό του νέου κοινωνικά, κόσμου.
Θα ονομάζαμε αυτή την «ρηξιακή» Αριστερά ως διαρκώς ανανεούμενη, όχι τόσο ως αξιακό υπόβαθρο αλλά κύρια ως νόημα και ως πρωταρχική λέξη του κόσμου. Από πού εκκινεί η Αριστερά αν όχι από τον Άνθρωπο-παραγωγό; Από πού εκκινεί αν όχι από την καθημερινή επιδίωξη σύνδεσης με το μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων; Από πού εκκινεί αν όχι από την θέαση του κόσμου ως μία μεγάλη εικόνα; Από πού εκκινεί αν όχι από την συνύφανση με την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα; Από πού εκκινεί αν όχι από την μεγάλη ιδέα της μεταβολής του κόσμου; Αυτές τις αφετηριακές αρχές της Αριστεράς έρχεται να μας τις υπενθυμίσει το μικρό βιβλίο του υποδιοικητή Μάρκος.
«Όπως το σπαθί του παραμυθιού του γερο-Αντόνιο, η κυβερνητική επίθεση του Φεβρουαρίου εισχώρησε χωρίς καμιά δυσκολία στις περιοχές των Ζαπατίστας. Ισχυρό, εκθαμβωτικό, με όμορφη λαβή, το σπαθί της Εξουσίας χτύπησε τη Ζαπατίστικη Ζώνη. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, έκανε μεγάλο θόρυβο και φασαρία, όπως αυτό, τρόμαξε μερικά ψάρια. Όπως στο παραμύθι του γερο-Αντόνιο, το χτύπημα του ήταν μεγάλο, δυνατό… και άχρηστο. Όπως το σπαθί της ιστορίας του γερο-Αντόνιο, εξακολουθεί να είναι μέσα στο νερό, να σκουριάζει και να παλιώνει. Το νερό; Συνεχίζει το δρόμο του, τυλίγει το σπαθί και, χωρίς να του δίνει σημασία, φτάνει μέχρι το ποτάμι, που θα πρέπει να το πάει μέχρι το μεγάλο νερό, όπου γιατρεύουν τη δίψα οι πρώτοι θεοί, οι μεγάλοι, αυτοί που γέννησαν τον κόσμο…»[2]
Αυτή είναι η Αριστερά, η δική μας Αριστερά που σαν το «μεγάλο» νερό, παρασέρνει το παλιό για να οικοδομήσει το νέο, «χτυπώντας» ταυτόχρονα το μεγάλο και «όμορφο» σπαθί της εξουσίας. Η Αριστερά που αναλύει επιστημονικά το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η Αριστερά του όλου που στηρίζεται στη λογοτεχνία και στην ποίηση, στην εικόνα και στις λέξεις. Η «κρισιακή» πολιτική έχει «απολυτοποιήσει» έννοιες και αριθμούς. Η Αριστερά οφείλει να «απολυτοποιήσει» τον άνθρωπο-εργαζόμενο. Οι μοναδικές και πολλαπλές εκφάνσεις του κοινωνικού ενυπάρχουν σε αυτό το μικρό βιβλίο, οι ιστορίες του οποίου, ανασυγκροτούν τον άνθρωπο ως κατεξοχήν πολιτικό «ζώον».
Και η κατηγορική προσταγή της Αριστεράς, της Αριστερής πολιτικής πράξης και των αριστερών πολιτικών κομμάτων οφείλει να είναι η ακόλουθη: «Resist much, obey little», όπως έγραψε ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Walt Whitman. «Αντισταθείτε πολύ, υπακούστε λίγο». Η πολιτική «επιστήμη» της Αριστεράς είναι διαρκής και στοχαστική, αναδεικνύοντας τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και ένας τέτοιος οργανικός διανοούμενος της Αριστεράς είναι και ο υποδιοικητής Μάρκος. Η αριστερή πολιτική «επιστήμη» παράγει στοχασμό, γνώση και έμπρακτη αμφισβήτηση.
«Για τον Γκράμσι, αντίθετα, ο πραγματικός οργανικός διανοούμενος μιας ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας είναι το πολιτικό στέλεχος, το νέο είδος, ο κοινωνικά και ανθρωπολογικά νέος τύπος ανθρώπου που παρήγαγε το εργατικό κίνημα στην πορεία της συγκρότησης του: μέσα από τα συνδικάτα, τις κοινωνικές οργανώσεις, τις πολιτιστικές ενώσεις, τα πολιτικά κόμματα, με τις εφημερίδες τους και τα οργανωτικά τους μέσα. Αυτοί είναι οι οργανικοί διανοούμενοι του εργατικού κινήματος στην εποχή των μαζών και των κομμάτων τους»[3]
Η Αριστερά ανοίγεται στο όλον, κάθε ώρα και κάθε στιγμή, «παράγοντας» τους δικούς της οργανικούς διανοούμενους. Και η «ρηξιακή» Αριστερά στοχεύει στον δομικό μετασχηματισμό της κοινωνικής ολότητας. Και χαρακτηριστικό του εύρους της Αριστεράς που μπαίνει στη μάχη, είναι το κάτωθι απόσπασμα από το διήγημα ‘Το ΛΟΤΤΟ’ του Αλέκου Χατζηκώστα: «Δεν βαριέσαι, έτσι και έτσι χαΐρι δεν έχουμε. Τουλάχιστον, ας αλλάξουμε τα γούρια μας και ποιος ξέρει, μπορεί να φτιάξουμε μόνοι μας την τύχη μας. Μετά έκλεισε την πόρτα και ενώθηκε με τους συμφοιτητές του…»[4]. Η Αριστερά είναι η διαρκής ερώτηση, και όχι η απάντηση. Και αυτή η Αριστερά της ερώτησης και όχι της άμεσης κατάφασης οφείλει να μαθαίνει από τα λάθη της.
[1] Βλ. σχετικά, Galeano Eduardo, ‘Μνήμη της φωτιάς. Η Αρχή’, Μετάφραση: Κανσή Ισμήνη, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα, 2009, 16. [2] Βλ. σχετικά, Υποδιοικητής Μάρκος, ‘Οι άλλες ιστορίες’, Μετάφραση: Καρατζάς Γιώργος, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα, 2014, σελ. 49. [3] Βλ. σχετικά, Κουβελάκης Στάθης, ‘Ο Πουλαντζάς ως οργανικός διανοούμενος’, στο, Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ. 378. [4] Βλ. σχετικά, Χατζηκώστας, Αλέκος, ‘Το ΛΟΤΤΟ’, Σχεδία Μνήμης, Εκδόσεις Ars Poetica, Βέροια, 2014, σελ. 127. Ο Αλέκος Χατζηκώστας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αριστερού οργανικού διανοούμενου του λόγου και της πράξης. Μέσα από τα διηγήματα του διαφαίνεται η δική του λαϊκή-πολιτική Αριστερά, μία Αριστερά που αποτελεί ταυτόχρονα δείκτη «ωριμότητας», κάτι που είναι εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για την «ύφανση» της μέσα στο καθημερινό και πολύπλοκο πράττειν.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Χωριάτισσα ΥΓ. Με αφορμή την “Ημέρα της Γυναίκας”!


«Χωριάτισσα, ξυπόλητη, φτωχή
βαρειά ζαλιγκωμένη,
άσκεπη μέσα στη βροχή,
που πας εσύ καϋμένη;

Στον έλατο ξεσπά ο κεραυνός.
Το ρέμμα πλημμυρίζει.
Μαύρος θολός κι ο ουρανός,
σα να σε φοβερίζει.

Η  νύχτα θεοσκότεινη θαρθεί.
Το κρύο σε παγώνει.
Σε βλέπω πώχεις κουρασθεί.
Το μάτι σου ιδρώνει.

Κι όμως σκυφτή περνάς και δε μιλάς.
Σκουπίζεις τη ματιά σου.
Ω! με τι κόπο κουβαλάς
ψωμί για τα παιδιά σου!...»

(Ποίημα του Δώρη Άνθη -του πρόωρα χαμένου Ευρυτάνα ποιητή και ΕΛΑΣίτη καπετάνιου- βλ. εδώ και εδώ)


ΥΓ. Με αφορμή την “Ημέρα της Γυναίκας”!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες