Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Ταξίδι στον Άδη (ένα κείμενο για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο)

Βασίλης Ραφαηλίδης
Το παρακάτω κείμενο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο.eranistis.net/wordpress
Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’
Ταξίδι στον Άδη
του Βασίλη Ραφαηλίδη
Το Ταξίδι στα Κύθηρα είναι ένα ταξίδι που δεν γίνεται· γιατί τα Κύθηρα δεν υπάρχουν. Περισσότερο από γεωγραφικός, τα Κύθηρα είναι ο μυθικός χώρος της «άφατης ευτυχίας» του Antoine Watteau και της «δύσκολης επιτυχίας» του Charles Baudelaire Η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα», το πιο διάσημο ζωγραφιστό πλοίο που «ναυπήγησε» με το χρωστήρα του ο Watteau για τις ανάγκες των «ερωτικών γιορτών» του, τούτη την πιο ψηλή κορφή του ροκοκό, δεν ήταν κι αυτή παρά μία απ’ τις πολλές γιορτές της καλπαστικά ανερχόμενης γαλλικής αστικής τάξης των αρχών του 18ου αιώνα. Από το 1717 που εκτέθηκε για πρώτη φορά τούτος ο -κυριολεκτικά και μεταφορικά- μυθικός πίνακας, μέχρι το 1789, μας χωρίζουν μόλις 72 χρόνια. Είναι τα χρόνια που οι fetes galantes του Watteau θ’ αρχίσουν να γίνονται μονότονες, έτσι όπως επαναλαμβάνονται μονότονα στους κήπους και τα πάρκα, και θα ετοιμαστούν να εκτοπίσουν απ’ τα ανάκτορα του Κεραμεικού, περνώντας από τη Βαστίλη, τις βασιλικές «ερωτικές γιορτές». O Watteau είχε όλο το δικαίωμα να είναι κωμικά αισιόδοξος: η αστική τάξη δεν έχει καταλάβει ακόμα την εξουσία κι είναι ζωηρή και ευδιάθετη, γιατί ονειρεύεται από τώρα την επιβίβασή της για τα Κύθηρα.
Όμως, στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Baudelaire, που πόθησε όσο κανείς το ονειρεμένο ταξίδι, θα διαπιστώσει πως όλα τα πλοία για τα Κύθηρα έχουν βουλιάξει. Το «Κάλεσμα σε ταξίδι» δεν είναι παρά το ειρωνικό ποιητικό «διάβασμα» του διάσημου πίνακα του Watteau, που τον γνώριζε καλά τούτος ο σπουδαίος τεχνοκρίτης και ποιητής, ο πρώτος που κατάλαβε πως τα Κύθηρα δεν υπάρχουν παρά μόνον ως συνώνυμο της ουτοπίας. Και γι’ αυτό συνιστούσε, για αντιστάθμισμα, «να είμαστε συνεχώς μεθυσμένοι από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, κατά την προτίμησή μας», χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να ξεκολλάει απ’ το ταραγμένο μυαλό του το μεγάλο όνειρο που επέβαλε ο Watteau και που γρήγορα ξεθώριασε: «Όλα εκεί τάξη και ηδονή – χλιδή, γαλήνη, καλλονή» O «παρακμίας» Baudelaire θα επιχειρήσει το δικό του ταξίδι στα Κύθηρα μέσα απ’ το όπιο, εγκαινιάζοντας έτσι μια καινούργια εποχή στα ποιητικά «ταξίδια», που συνεχίζεται. Βρισκόμαστε ήδη πολύ μακριά απ’ το 1789, κι ακόμα πιο μακριά απ’ το 1717, τη χρονιά που ο Watteau έφερε στα Κύθηρα, με το περίφημο καράβι του, πάνω από σαράντα Έρωτες, οι οποίοι περιβάλλουν από παντού τους πανευτυχείς ταξιδευτές. (Οι μελετητές απέδειξαν πως η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα» έχει λανθασμένο τίτλο· γιατί πρόκειται σίγουρα για αποβίβαση κι όχι για επιβίβαση. Κάπου τα μπέρδεψε ο Watteau μέσα στον ενθουσιασμό του, αλλά αυτό έχει πολύ μικρή σημασία: είτε πρόκειται για ταξίδι που θα γίνει, είτε για ταξίδι που έγινε, το σημαντικό είναι πως ο Watteau δεν αμφιβάλλει για τη σκοπιμότητα και την επιτυχία του ταξιδιού.)

Watteau, Προσκύνημα στα Κήθυρα (1717)

Το ταξίδι στα Κύθηρα το επιχείρησαν δύο Γάλλοι – καθένας με τον τρόπο του και τα μέσα της δικής του τέχνης. Το ίδιο ταξίδι, αλλά, αυτή τη φορά, απ’ την Ελλάδα στην Ελλάδα, θα το σχεδιάσει, αλλά δεν θα το κάνει, γιατί, όπως είπαμε, τα Κύθηρα δεν υπάρχουν, ένας έλληνας κινηματογραφιστής, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, που γνωρίζει τους Γάλλους καλά και τους Έλληνες καλύτερα.
Τώρα πια, αυτοί που ονειρεύτηκαν ένα ταξίδι στην Ελλάδα, είναι οι Έλληνες, που αναρωτιούνται πού βρίσκεται αυτή η μυθική χώρα: Είναι σίγουρο πως η χώρα στην οποία ζούμε είναι η Ελλάδα; Κι αν είναι η Ζουλουλάνδη με ψευδώνυμο; Αν τα Κύθηρα, κατά τους γεωγράφους, είναι νήσος ελληνική, κι αν τα Κύθηρα, κατά τους ποιητές, είναι μόνο μύθος, τότε μια Ελλάδα με μυθικά Κύθηρα είναι κι αυτή, κατά πάσα πιθανότητα, μια χώρα μυθική· δηλαδή ανύπαρκτη.
Κι έτσι, εντελώς ξαφνικά, στον Watteau και στον Baudelaire έρχεται να κάνει παρέα ο Borges, με τους αντιστρέψιμους, λαβυρινθώδεις χώρους του, όπου ποτέ δεν μπορείς να διακρίνεις τα όρια του πραγματικού και του φανταστικού. (Άλλωστε, δεν έχουν καμιά σοβαρή σημασία αυτά τα όρια…) Μήπως, λοιπόν, στην ταινία του Αγγελόπουλου, τα Κύθηρα είναι υπαρκτά, ακριβώς γιατί είναι μυθικά; Η ελληνική Ιστορία είναι τόσο σπαρακτικά υπαρκτή εδώ, τόσο απίστευτα υπαρκτή, ώστε ακριβώς τούτο το απίστευτο είναι που τη μεταθέτει αυτόματα στην περιοχή του μύθου.
Λοιπόν, ένα ταξίδι στα Κύθηρα είναι τώρα πια ένα ταξίδι στον Άδη, που την είσοδό του συνεχίζουν να τη φυλάν οι Κέρβεροι. Το Ταξίδι στα Κύθηρα του Αγγελόπουλου σε καλεί σε μια κάθοδο στον Άδη της Ελληνικής Ιστορίας, όπου βρίσκονται ενταφιασμένα όλα τα «ελληνικά ιδανικά». Βέβαια, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος ν’ ακολουθήσει την ποιητική περιήγηση σε τούτο τον «ου- τόπο». Ωστόσο, αυτό το ταξίδι στο μύθο διά της Ιστορίας και στην Ιστορία διά του μύθου μπορεί να έχει ένα πολύ πρακτικό αποτέλεσμα: να σου μάθει να διακρίνεις το μυθικό από το πραγματικό, έτσι ώστε, όταν λες: «Ζήτω η Ελλάς!», να ξέρεις, τουλάχιστον, περί ποίου πράγματος ομιλείς, διότι παρά πολύ συχνά συμβαίνει να απευθύνουμε την ευχή «να ζήσει» σ’ ένα πτώμα. Είπαμε πως στο Ταξίδι στα Κύθηρα δεν γίνεται κανένα ταξίδι στα Κύθηρα. Γίνεται, όμως, ένα φοβερό ταξίδι στην ελληνική Ιστορία. Και πριν αντιμετωπίσουμε τούτη την ιστορική ταινία (ιστορική, με τη διπλή έννοια: αναφέρεται στην Ιστορία και εγγράφεται από τώρα στην ιστορία του κινηματογράφου), πρέπει να δούμε τους γεωπολιτικούς όρους που κάνουν τούτο το ταξίδι ιστορικά ανέφικτο και κινηματογραφικά παράδοξο. Φυσικά, τα λίγα που θα πούμε παρακάτω, δεν αποτελούν προϋπόθεση για να κατανοήσει κανείς την ταινία· γιατί, όπως πάντα στον Αγγελόπουλο, η Ιστορία δεν υπάρχει ως παράθεση περιστατικών, αλλά ως στοχασμός πάνω σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία έχουν γίνει μυθικά για τις ανάγκες μιας μυθοπλασίας που βρίσκεται πολύ μακριά απ’ το ρεαλισμό, αλλά όχι κι απ’ την πραγματικότητα. Ο Αγγελόπουλος δεν ήταν ποτέ ρεαλιστής με την τρέχουσα έννοια – ούτε καν στην Αναπαράσταση.

Watteau, Αναχώρηση για τα Κήθυρα (1717)

Το Ταξίδι στα Κύθηρα, λοιπόν, είναι ένα ταξίδι στην πίσω μεριά της ελληνικής Ιστορίας, τη συνήθως αόρατη για τους ιστοριοδίφες που συλλέγουν ιστορικά γεγονότα, με την ίδια (περίπου) έννοια που άλλοι συλλέγουν γραμματόσημα. O Αγγελόπουλος δεν είναι συλλέκτης γραμματοσήμων, κολλημένων πάνω στο σελιλόιντ. Είναι ένας άνθρωπος που ζει βαθιά την ιστορία του τόπου του. Γι’ αυτό και οι «ιστορικές» ταινίες του (Μέρες του ’36, Ο θίασος, Οι κυνηγοί, O Μεγαλέξαντρος, Ταξίδι στα Κύθηρα) φαίνονται τόσο απομακρυσμένες απ’ τη μεθοδολογία των ιστορικών εγχειριδίων και των επιστημονικών ιστορικών συγγραμμάτων, παρ’ όλο που δεν τους λείπει (κάθε άλλο, μάλιστα) η αυστηρή ιστορική τεκμηρίωση που λανθάνει πίσω απ’ το αισθητικό γεγονός και το υποβαστάζει με σιγουριά, χωρίς να το διαβρώνει. Οι ταινίες του Αγγελόπουλου είναι το πληρέστερο υπόδειγμα που γνωρίζουμε για την προσέγγιση της Ιστορίας από μια τέχνη που αρνείται (γιατί είναι εμπαιγμός) την αναπαράσταση παρωχημένων γεγονότων τα οποία δεν κατέγραψε «εν τω γίγνεσθαι» μια εκεί παρούσα κάμερα.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως, στην Αναπαράσταση, δε γίνεται τελικά η δικαστική αναπαράσταση του εγκλήματος – κι αυτό, για να μην μπει η κάμερα απατηλά στη θέση του αυτόπτη μάρτυρα. Άλλωστε, εκτός απ’ την περίπτωση της αυτοκτονίας του Μισίμα μπροστά στην τηλεοπτική κάμερα, ποτέ κανείς αυτόχειρας ή εγκληματίας δεν κάλεσε το κινηματογραφικό συνεργείο να παραστεί αδιάψευστος μάρτυρας στην πράξη του. Αυτό, το συνηθίζουν μόνο οι «επίσημοι». Η Ιστορία, ωστόσο, συνεχίζει να γράφεται πίσω απ’ τις δεξιώσεις, πίσω απ’ τα επιβεβλημένα διπλωματικά χαμόγελα. Αυτή την πίσω μεριά τής Ιστορίας προσπαθεί να «πιάσει» ο Αγγελόπουλος, και γι’ αυτή την πίσω μεριά της Ιστορίας δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αδιάψευστα τεκμήρια. Το γεγονός, όμως, πως δεν έχουμε δει την πίσω μεριά της Σελήνης, δε σημαίνει και πως δεν υπάρχει. Πριν ακολουθήσουμε τον Αγγελόπουλο στο ταξίδι του στην πίσω μεριά της Ιστορίας της Ελλάδας των 35 τελευταίων ετών, καλό θα ήταν να ρίξουμε μια βιαστική ματιά στη συνοψίζουσα συμβολικά την ιστορία της Ελλάδας ιστορία της νήσου Κύθηρα, γνωστής και με το λαϊκό της όνομα Τσιρίγο. Τα Κύθηρα βρίσκονται στο νοτιότατο άκρο της Πελοποννήσου, Ν.Δ. του ακρωτηρίου Μαλέα. Κι ωστόσο, διοικητικά ανήκουν στην Αττική! Τούτο το γαιοδιοικητικό παράδοξο έρχεται να μπολιαστεί σ’ ένα δεύτερο: τα Κύθηρα, ως μορφολογία, ανήκουν στις Κυκλάδες. Κι ωστόσο, είναι το έκτο νησί των Ιονίων νήσων (το έβδομο είναι τα ακόμα πιο μακρινά Αντικύθηρα). Λοιπόν; Τα Κύθηρα ανήκουν στα Ιόνια νησιά; Ή ανήκουν στην Λακωνία; Τα Κύθηρα ανήκουν όπου τα τοποθετήσεις με μια απόφαση ή μια διοικητική πράξη. Τα Κύθηρα ανήκουν παντού… εκτός από τον εαυτό τους – όπως και η Ελλάδα. Τα Κύθηρα είναι ένας ου-τόπος (μια ουτοπία) με τόσο μπερδεμένη ιστορία, που κανείς ιστορικός δεν τα κατάφερε να την ξεμπερδέψει με επάρκεια, όπως και την «κυθήρεια» ελληνική Ιστορία.

Watteau, Αναχωρώντας για τα Κήθυρα (1709-1710)

Τα Κύθηρα υπήρξαν φοινικική αποικία, μινωική αποικία, μυκηναϊκή αποικία, σπαρτιατική αποικία, αθηναϊκή αποικία. Κι αργότερα, φράγκικη αποικία, βενετσιάνικη αποικία, τουρκική αποικία, γαλλική αποικία και, τέλος, αγγλική αποικία. Νεοελληνική αποικία γίνονται το 1863. Μ’ άλλα λόγια, τα Κύθηρα είναι η Αποικία, η σχεδόν πλατωνική Ιδέα της Αποικίας. Να γιατί πάντα ονειρεύονταν τα Κύθηρα Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι: ήταν ένας τόπος βολικός, καθότι αδέσποτος – όπως η Ελλάδα. Μάλιστα, από τότε που οι Φοίνικες έφεραν στα Κύθηρα τη Θεά Αστάρτη, που εκεί πολιτογραφήθηκε Ελληνίδα και βαφτίστηκε Αφροδίτη, και κυρίως από τότε που κτίστηκε εκεί ο περιλάλητος ναός της Ουράνιας Αφροδίτης, όλος ο κόσμος έμαθε πως στα Κύθηρα προσφέρονται ηδονές σε μια ατελείωτη ποικιλία. Συνεπώς, ένα ταξίδι στα Κύθηρα ήταν ένα ταξίδι στο πιο πυκνό κέντρο της ηδονικής ευδαιμονίας που το ονειρεύονταν επίμονα οι ποιητές, τουλάχιστον οι πριν απ’ τον 19ο αιώνα, γιατί, αργότερα, τα πράγματα δυσκόλεψαν, ακόμα και για τους ποιητές.
Για τους Αδελφούς Goncourt, η «Επιβίβαση για τα Κύθηρα» του Antoine Watteau «είναι ο έρωτας, αλλά ένας έρωτας ποιητικός, ένας έρωτας που ονειρεύεται και στοχάζεται, ένας έρωτας μοντέρνος, με τις νοσταλγίες του και τη γιρλάντα της μελαγχολίας του». Περίπου το ίδιο είναι και το Ταξίδι στα Κύθηρα του Αγγελόπουλου: ένας περιπλεγμένος με την Ιστορία και από την Ιστορία έρωτας δύο γέρων -ονειρικός, στοχαστικός, νοσταλγικός, μελαγχολικός. Τούτος ο έρωτας έχει ανάγκη από έναν τόπο για να σταθεί. Και η Ελλάδα δεν είναι πια τόπος ούτε να στέκεσαι, ούτε να ονειρεύεσαι, ούτε να ερωτεύεσαι. Η Ελλάδα, όπως και τα Κύθηρα, είναι ένας τόπος όπου οι μύθοι ευδοκιμούν πάντα, και οι άνθρωποι δυστυχούν πάντα.
Η Ελλάδα είναι σαν ένας κύκλος με πολλές περιμέτρους και κανένα κέντρο. Ένας τέτοιος κύκλος λέγεται φαύλος. Οι κυρίως ειπείν Έλληνες κατοικούσαν ή κατοικούν στην περίμετρο: Ιωνία (είναι συνεχείς οι αναφορές του Αγγελόπουλου στην Ιωνία), Πόντος, Παραδουνάβιες, Κύπρος, Οδησσός, Αίγυπτος, Τασκένδη, και σήμερα Γερμανία, ΗΠΑ, Αυστραλία, Καναδάς κ.λπ. Η «μητρόπολη» είναι ένας φανταστικός χώρος, και οι κατοικούντες σ’ αυτήν Έλληνες αισθάνονται οι μισοί μέτοικοι και οι άλλοι μισοί άποικοι στην ίδια τους την πατρίδα, που είναι σε κατάσταση μόνιμης εσωτερικής κατοχής απ’ τα όρνια.
Δεν είναι μόνο το ταξικό μίσος που χωρίζει τους ιθαγενείς Έλληνες σε «στρατόπεδα», είναι και η αταβιστική αίσθηση πως αυτό το χώμα δεν είναι καθόλου «δικό τους και δικό μας», όπως επιμένει να λέει αφελέστατα και ανιστόρητα το νεοπατριωτικόν ασμάτιον· είναι χώμα που ανήκει σε μια ξένη γη προς κατάκτηση: το κάθε άλλο παρά δίκαιο μοίρασμα των τούρκικων τσιφλικιών, που άρχισε το 1830, δεν ολοκληρώθηκε ακόμα, και το «πνεύμα του ουέστ», στη νοτιοβαλκανική του παραλλαγή, είναι πάντα ζωντανό εδώ. Οι Κλέφτες, που ήρθαν απ’ αλλού, έγιναν Ληστές από το 1840 μέχρι το 1940, συνεχίζοντας έτσι έναν απελευθερωτικό αγώνα που δεν τελείωσε. Βρισκόμαστε πάντα υπό την εσωτερική κατοχή των Κοτζαμπάσηδων. (Για τους Ληστές, τους Κοτζαμπάσηδες και το μεγάλο ελληνικό όραμα μιας αποτελεσματικής απελευθέρωσης, βλ. Μεγαλέξαντρο).
Οι παλιοί Κλέφτες (που νομιμοποιήθηκαν χάρη στην αίσια έκβαση του αγώνα τους) και οι κατοπινοί Ληστές (που νομιμοποιήθηκαν μόνο στη λαϊκή συνείδηση και τη λαϊκή παραφιλολογία) μετεξελίχθηκαν ιστορικά σε «ληστοσυμμορίτες» ή «κομμουνιστοσυμμορίτες» ή, απλά, «συμμορίτες» που συνεχίζουν και σήμερα να δρουν τρομοκρατικά, καθώς ήρθαν και σφηνώθηκαν άκρως ενοχλητικά μέσα στα όνειρα για ευδαιμονία που δημιούργησε στους Κοτζαμπάσηδες το Σχέδιο Μarshall, οικονομική συνέπεια του πολιτικού Σχεδίου Τruman (βλ. και Κυνηγούς).

Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος

Το πόσο αναίσχυντοι ήταν οι Κοτζαμπάσηδες με παπιγιόν ή χωρίς, μας το έδειξε ο Αγγελόπουλος με εκπληκτική ενάργεια και σαφήνεια στις Μέρες του ’36, όπου οι πραγματικοί συμμορίτες (χωρίς εισαγωγικά) προετοιμάζουν την «ευταξία» του Μεταξά, με αφορμή τις «αταξίες» του Ευταξία, που δεν είχε καταλάβει πως άλλο πράγμα είναι το αγγουράκι κι άλλο το κολοκυθάκι, με συνέπεια να μπερδευτούν πρόωρα τα λαχανικά στη ρώσικη (δηλαδή εγγλέζικη) σαλάτα που ήδη ετοίμαζαν οι Κοτζαμπάσηδες στην κουζίνα τους, γνωστή και με το ψευδώνυμο «Κοινοβούλιο».
Στο Θίασο, όλος ο θίασος της ελληνικής Ιστορίας βρίσκεται επί σκηνής. Τελικά, όμως, την παράσταση κλέβουν στην κυριολεξία οι Κοτζαμπάσηδες, κυρίως χάρη στην καλή σκηνοθεσία τού Scobie. Εδώ, δυστυχώς, οι «συμμορίτες» αυτοπεριορίζονται σε έξοχα σατιρικά άσματα, του τύπου «Το βρακί του Σκόμπι / είναι κόμποι κόμποι.», «επαναστατική» διασκευή ενός μπούγκι-μπούγκι του Glenn Miller. Αν, λοιπόν, το Δεκέμβρη τραγουδούσαν λιγότερο και πολεμούσαν περισσότερο (με τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ που κρατήθηκαν εκτός Αθηνών), σίγουρα ο Αγγελόπουλος δε θα γύριζε το Ταξίδι στα Κύθηρα. Κι εκείνο το ιστορικό κέρδος θα ήταν μια μεγάλη απώλεια για τον κινηματογράφο. Λοιπόν, ουδέν κακόν αμιγές καλού – αν και, εδώ, το «καλόν» είναι τάξεως αισθητικής και όχι πολιτικής, πράγμα που θα το προτιμούσαμε, φυσικά. Γι’ αυτό, όμως, είναι η τέχνη: να μας παρηγορεί για μια απώλεια μ’ ένα κέρδος. Και οι κερδισμένοι, κατά κανόνα, δεν κάνουν τέχνη. Περιορίζονται στο να τρώνε τα κέρδη τους και, στην περίπτωση που μας απασχολεί, τα κονδύλια του Σχεδίου Marshall.
Λοιπόν, τούτη η χώρα κατοικείται μονίμως από «Έλληνες» και Έλληνες: για τη Δεξιά, Έλληνες είναι όσοι δήλωσαν τέτοιοι και όσοι έκαναν μια «δήλωση μετανοίας» για τον πρότερο αμαρτωλό ανθελληνικό τους βίο. Για την Αριστερά, Έλληνες είναι όσοι κατοικούν σ’ αυτή τη χώρα κι όσοι έχουν δικαίωμα να κατοικήσουν στο κράτος που έφτιαξαν οι Κλέφτες (και οι Αρματωλοί, που κι αυτοί επίσης ήταν Κλέφτες, αλλά αρχικά υπό την προστασία των Τούρκων, οι οποίοι αργότερα την απέσυραν, γιατί οι Αρματωλοί αποδείχθηκαν τελικά «μη νομιμόφρονες», καλή ώρα σαν κάποιους στρατιώτες του λεγόμενου «εθνικού στρατού», που βαρέθηκαν τη διατεταγμένη εθνικοφροσύνη και πέρασαν στο απέναντι χαράκωμα, όπου δεν πολεμούσες γιατί σε διέταζαν, αλλά γιατί το ήθελες).
O γερο-Σπύρος (Μάνος Κατράκης) είναι ένας (με «δεξιά» ορολογία) μη Έλληνας που ζει στην Τασκένδη απ’ το 1949· δηλαδή, ένας Έλληνας της περιφέρειας (ή του περιθωρίου, αν προτιμάτε έναν όρο με ασαφές νόημα), ο οποίος, όταν έρχεται με άδεια στην Ελλάδα, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνο τα ουδέτερα διεθνή ύδατα και, πάνω σ’ αυτά, μια σχεδία που φέρει (είναι γι’ αυτόν φέρετρο) το σαρκίο του και τ’ όνειρό του σ’ έναν ου-τόπο που, κάτω από ομαλές συνθήκες, θα μπορούσε να είναι η πατρίδα του.

Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’

O Σπύρος είναι ένας Βασιλιάς Ληρ που έχει χάσει το βασίλειό του στον εμφύλιο πόλεμο, ένας Δον Κιχώτης που πίστεψε πως το δόρυ είναι όπλο αποτελεσματικό στη μάχη με τον ανεμόμυλο της Ιστορίας, κι ένας Οδυσσέας που γυρίζει σπίτι του μετά από τριάντα τόσα χρόνια, για να βρει μια ονειροπόλα Πηνελόπη (Ντόρα Βολανάκη) κι έναν συγχυσμένο Τηλέμαχο (Giulio Brogi). Όμως, οι μνηστήρες έχουν ξεπουλήσει προ πολλού την Ιθάκη του, με συνέπεια, ένα ταξίδι που θα μπορούσε να είναι ταξίδι επιστροφής στην Ιθάκη, να καταλήξει σε ταξίδι στα Κύθηρα· δηλαδή, στον Μεγάλο Μύθο μιας πεθαμένης «ευτυχίας για όλους» που ενταφιάστηκε το 1949 στο κοιμητήρι του χωριού του – κι όλων των χωριών της Ελλάδας. Η Ιθάκη δεν υπάρχει πια – όπως στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη.
Όμως, στο Ταξίδι στα Κύθηρα, τούτη την αντι-Οδύσσεια, ο Οδυσσέας δε φεύγει γιατί το θέλει· τον διώχνουν. Το έπος είναι ανέφικτο στον καιρό μας. Όλοι οι ήρωες έχουν πεθάνει, κι όσοι ζουν ακόμα, είναι ανεπιθύμητοι στον τόπο απ’ όπου αντλούσαν τη δύναμή τους. Το Ταξίδι στα Κύθηρα είναι μια ελεγεία για τον χαμένο στον ωκεανό Οδυσσέα, που δεν πρόκειται να ξαναβγεί στη στεριά, γιατί δεν υπάρχει πια η στεριά. Υπάρχουν μόνο τα Κύθηρα· δηλαδή ο μύθος της ευτυχίας που ονειρεύτηκε ο Watteau σε μια περίοδο μεγάλης ακμής της αστικής τάξης, η οποία εδώ, στην Ελλάδα, γνώρισε τις fetes galantes όψιμα και χάρη σε «δάνεια» που συνεχίζονται.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι μια ξένη χώρα για όλους: για τους «δεξιούς», γιατί δεν τα κατάφεραν ποτέ ν’ αποκτήσουν «εθνική» συνείδηση (δεν απέκτησαν καν συνείδηση), αφού εθνική συνείδηση δεν δημιουργείται με Σχέδια Marshall· και για τους «αριστερούς», γιατί μόνο τα δύο τελευταία χρόνια άρχισαν να μη νιώθουν μέτοικοι με προσωρινό διαβατήριο (όποιος ήθελε, μπορούσε να τους πάρει) στην ίδια τους την πατρίδα. Η Ελλάδα συνεχίζει να είναι «μια χώρα για εγκατάσταση», όπου, προς το παρόν, όλα είναι προσωρινά και αβέβαια. Πρέπει, συνεπώς, κάποτε να κατακτήσουμε την Ελλάδα, για να βρούμε μια πατρίδα εμείς οι Έλληνες. Αποκλείεται να ζούμε και να πεθαίνουμε μονίμως πάνω σε μια σχεδία που πλέει στα διεθνή ύδατα. Το ταξίδι στα Κύθηρα πρέπει να γίνει οπωσδήποτε, όσα πλοία κι αν βουλιάξουν καθ’ οδόν. Η ουτοπία είναι για να τη ζούμε. Και τα Κύθηρα υπάρχουν στο χάρτη· πρέπει, λοιπόν, να υπάρξουν και στη ζωή μας.
Το Ταξίδι στα Κύθηρα, όπως και οι άλλες ταινίες του Αγγελόπουλου, είναι μια ταινία που ψάχνει για τις εθνικές μας ρίζες, αλλά όχι στο Βυζάντιο (ο Αγγελόπουλος δεν είναι αστείο πρόσωπο). Ψάχνει για τις εθνικές μας ρίζες σε χάρτη πρόσφατης χαρτογράφησης όπου σημειώνεται η λέξη «Ελλάς» όχι όπως αρμόζει σε «σωστούς» χάρτες, και η λέξη «Έλλην», το ιδεολογικό και εννοιολογικό περιεχόμενο της οποίας πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια. Πριν, λοιπόν, μάθουμε τι σημαίνει «Ελλάς» (τα θούρια δεν έχουν να μας μάθουν τίποτα επί του προκειμένου), πρέπει να μάθουμε τι σημαίνει «Έλλην».
Ο γερο-Σπύρος ο αντάρτης, ο εξόριστος, ο πεισματάρης, ο ρομαντικός, ο απούλητος, ο γερο-Σπύρος που συνεχίζει ν’ αντιστέκεται σε μια εποχή γενικευμένης παθητικότητας, ο γερο-Σπύρος που αρνείται να «πουλήσει το χιόνι» για να γίνει χιονοδρομικό κέντρο στο χωριό του, ο γερο-Σπύρος που συνεχίζει να είναι «επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη» (διάβαζε: για το ιδιωτικό πορτοφόλι), ο γερο-Σπύρος που ξαναβρίσκει στα παλιά λημέρια του τις παλιές συνθήκες παρανομίας (δεν ξέχασε τη «γλώσσα των παρανόμων»), ο γερο-Σπύρος που συνεχίζει να χορεύει μέσα στα νεκροταφεία και να λέει μια «καλημέρα» στους πεθαμένους συντρόφους, ο γερο- Σπύρος, ο σπόρος απ’ όπου ίσως κάποτε φυτρώσουν κι άλλα δέντρα στην άκρη του νεκροταφείου, ο γερο-Σπύρος ο ανεπιθύμητος στην πατρίδα του, είναι ο ΕΛΛΗΝΑΣ.

Σκηνή από το ‘Ταξίδι στα Κήθυρα’

Όμως, στην Ελλάδα υπάρχουν πάντα «κυνηγοί» που κυνηγούν στα χιόνια. Τα χιόνια, όμως, δεν είναι για πούλημα – το ξέρουμε ήδη. Είναι για να κρύβουν μέσα τους το όνειρο, που συνεχώς θα το βρίσκουν μπροστά τους οι απόγονοι των Κοτζαμπάσηδων, κάθε φορά που βγαίνουν για κυνήγι. Σε κάθε λακκούβα όπου θα ’λιωνε το χιόνι, θα αποκαλυπτόταν πάντα το μυστηριώδες πτώμα του Αντάρτη, ίσα ίσα για να διατηρείται ο πανικός, αλλά και η Ελπίδα. Το «φάντασμα» του Βελουχιώτη πλανάται παντού. Και τούτο το «φάντασμα» είναι πραγματικό όσο τίποτα.
Οι τωρινοί κυνηγοί (οι «Αρχές») δε βρήκαν κανένα πτώμα στα χιόνια· γιατί στο Ταξίδι στα Κύθηρα δεν υπάρχουν ούτε πτώματα, ούτε χιόνια.
Υπάρχει μόνο νερό· κι ένας ζωντανός άνθρωπος, ο Σπύρος, που έρχεται απ’ τον ωκεανό και ξαναγυρίζει στον ωκεανό. Ο ωκεανός για τον Σπύρο δεν είναι τάφος· είναι λίκνο. Ίσως σε μια άλλη ταινία του Αγγελόπουλου, το πτώμα να το βρουν ψαράδες. Ο Σπύρος της ταινίας Ταξίδι στα Κύθηρα και ο αντάρτης τής ταινίας Οι κυνηγοί είναι δύο εκδοχές του ίδιου μύθου· μόνο που, τώρα, ο μύθος είναι σοβαρός και πένθιμος, όπως ταιριάζει στο θάνατο κάθε παλικαριού.
Και στο θάνατο κάθε «προοπτικής»· γιατί στην ταινία διασταυρώνονται συνεχώς δύο θάνατοι: ένας βιολογικός και ιστορικός, που επίκειται και «βοηθιέται» απ’ τις «Αρχές», κι ένας συμβολικός, που έχει ήδη τελεστεί: ο γιος του Σπύρου, ο Αλέξανδρος, είναι ο Αλέξανδρος του τελευταίου πλάνου του Μεγαλέξαντρου, που έφυγε από κείνη την ταινία για να βρει καταφύγιο σε τούτη. Είναι, ακόμα, το ορφανό παιδάκι της Αναπαράστασης που, καθώς μεγάλωσε, έγινε σκηνοθέτης.
Μα πώς να ’σαι δημιουργός μέσα σε μια χώρα που δεν υπάρχει παρά μόνο για τους Κοτζαμπάσηδες και τους κολαούζους τους; Τι σημαίνει να δημιουργείς για τους Έλληνες, όταν αυτοί, όντας ξένοι οι ίδιοι, σε θεωρούν ξένο στον ίδιο σου τον τόπο, που εσύ, ωστόσο, τον ξέρεις και τον αγαπάς όσο λίγοι; Επί του βαρβαρικού προκειμένου, οι λύσεις είναι δύο: ή παίρνεις των ομματιών σου και γίνεσαι κι εσύ περιφερειακός, όπως τόσοι άξιοι σε τούτον τον ου-τόπο, ή δίνεις εδώ, στον τόπο σου, τον αγώνα σου μέχρι τέλους, έτοιμος να δεχτείς μια μοίρα ανάλογη μ’ αυτήν του Σπύρου.
O Αλέξανδρος (δηλαδή ο Αγγελόπουλος) διάλεξε τη δεύτερη λύση: σε πείσμα όλων των ηλιθίων, θεωρεί τα Κύθηρα υπαρκτά, και το ταξίδι σ’ αυτά, εφικτό. Όλοι οι κυνηγοί (κι ένας διάολος ξέρει πόσοι τον κυνηγούν) δε θα καταφέρουν να στραγγαλίσουν το δικό του όραμα· γιατί ένας «σκηνοθέτης σε κρίση», που καταφέρνει να εντάξει την προσωπική του κρίση στην «εθνική κρίση», σίγουρα είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης. Δεν είναι καθόλου εύκολο να ενώσεις τις δύο συνιστώσες, την ιστορική και την υπαρξιακή, σε μία συνισταμένη. Και δε νομίζουμε πως υπάρχει ανάλογο στην παγκόσμια ιστορία του κινηματογράφου. Να ελπίσουμε πως θα βρεθούν πολλοί σ’ αυτόν τον ου-τόπο, που θα καταλάβουν πως εδώ έχουμε να κάνουμε με την πρώτη εθνική ελληνική ταινία; Θα ’θελα πολύ να είμαι αισιόδοξος· γιατί κι εγώ πιστεύω πως ένα ταξίδι στα Κύθηρα είναι πάντα εφικτό στο μέλλον.
Κινηματογραφικά Θέματα, τόμος 2, Αιγόκερως, Αθήνα 1985

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

ανυπακοή

Έριχ Φρομ: H ανυπακοή!


odofragma-skas.blogspot.gr

Για αιώνες ολόκληρους οι βασιλιάδες, οι παπάδες, οι φεουδαρχικοί άρχοντες, τα αφεντικά της βιομηχανίας και οι γονείς, επέμεναν και επιμένουν πως η υπακοή είναι αρετή και η ανυπακοή αμαρτία.


Για να εισάγουμε μια άλλη άποψη πάνω στο θέμα αυτό, ας αντιπαραθέσουμε σ΄ αυτή τη θέση την ακόλουθη διατύπωση: η ανθρώπινη ιστορία άρχισε με μια πράξη ανυπακοής και είναι πολύ πιθανό να τελειώσει με μια πράξη υπακοής.

Η ανθρώπινη ιστορία ξεκίνησε με μια πράξη ανυπακοής σύμφωνα με τους Εβραίους και τους Ελληνικούς μύθους. Ο Αδάμ και η Εύα, όταν ζούσαν στο Παράδεισο αποτελούσαν μέρος της Φύσης∙

Βρίσκονταν σε αρμονία μαζί της και δε τη ξεπερνούσαν. Ήταν μέσα στη Φύση, όπως το έμβρυο στη κοιλιά της μάνας του. Ήταν άνθρωποι κι όμως όχι ακόμα άνθρωποι. Όλα αυτά άλλαξαν όταν έδειξαν ανυπακοή σε μια διαταγή.

Σπάζοντας τα δεσμά τους με τη γη και τη μητέρα, κόβοντας τον ομφάλιο λώρο, ο άνθρωπος βγήκε από την προανθρώπινη αρμονία και μπόρεσε να κάνει το πρώτο βήμα στην ανεξαρτησία και την ελευθερία. Η πράξη της ανυπακοής ελευθέρωσε τον Αδάμ και την Εύα και τους άνοιξε τα μάτια. Αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο σαν ξένους και τον γύρω κόσμο σαν ξένο κι εχθρικό.

Η πράξη της ανυπακοής έσπασε τον αρχέγονο δεσμό με τη φύση και τους έκανε άτομα. Το «προπατορικό αμάρτημα» δε διέφθειρε τον άνθρωπο, αντίθετα τον ελευθέρωσε∙ σήμανε την αρχή της ιστορίας του. Ο άνθρωπος έπρεπε να εγκαταλείψει το Παράδεισο για να μάθει να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις και να γίνει άνθρωπος.

 Οι προφήτες, με τη μεσσιανική εξαγγελία τους, επικύρωσαν την ιδέα ότι ο άνθρωπος είχε δίκιο να μην υπακούσει∙ ότι δε καταστράφηκε από την «αμαρτία» του αλλά ελευθερώθηκε από την τροχοπέδη της προανθρώπινης αρμονίας. Για τους προφήτες, Ιστορία είναι ο χώρος όπου ο άνθρωπος γίνεται ανθρώπινος.

Στο ξετύλιγμα της αναπτύσσει τη δύναμη της λογικής  και της αγάπης ώσπου δημιουργεί μια νέα αρμονία ανάμεσα στον εαυτό του, τους συνανθρώπους του και τη Φύση. Αυτή νέα αρμονία περιγράφεται σαν το «τέλος των ημερών», σαν τη περίοδο της ιστορίας όπου υπάρχει ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως ανάμεσα στον άνθρωπο και τη Φύση.

Είναι ένας νέος Παράδεισος, δημιουργημένος από τον ίδιο τον άνθρωπο, ένας Παράδεισος που μόνο εκείνος μπορούσε να δημιουργήσει, γιατί αναγκάστηκε να φύγει από το παλιό εξαιτίας της ανυπακοής του.

Όπως ο Εβραϊκός μύθος του Αδάμ και της Εύας, έτσι και ο Ελληνικός μύθος του Προμηθέα βασίζει ολόκληρο τον ανθρώπινο πολιτισμό  σε μια πράξη ανυπακοής. Ο Προμηθέας κλέβοντας τη φωτιά από τους Θεούς βάζει τα θεμέλια για την εξέλιξη του ανθρώπου.

Αν δεν είχε μεσολαβήσει το «παράπτωμα» του Προμηθέα, δε θα είχε υπάρξει ανθρώπινη ιστορία. Σαν τον Αδάμ και την Εύα, ο ήρωας τιμωρείται για την ανυπακοή του. Αυτός όμως δε μετανοεί και δε ζητά συγνώμη. Αντίθετα, φωνάζει περήφανος: «καλύτερα δεμένος πάνω σ΄ αυτό το βράχο, παρά υπάκουος δούλος των Θεών».

Ο άνθρωπος συνέχισε να εξελίσσεται χάρη σε πράξεις ανυπακοής. Δεν χρωστάει μόνο την πνευματική του ανάπτυξη στο γεγονός ότι υπήρξαν άνθρωποι που τόλμησαν να πουν όχι στις ανώτερες δυνάμεις «εν ονόματι της συνείδησης τους ή της πίστης τους», αλλά και η διανοητική ανάπτυξη του εξαρτήθηκε από την ικανότητα του να δείξει ανυπακοή, ανυπακοή στις εξουσίες που προσπαθούσαν να φιμώσουν τις νέες σκέψεις, και στη δύναμη των κατεστημένων ιδεών που θεωρούσαν ανόητη τη νέα άποψη.

 Αν η ικανότητα για ανυπακοή αποτελεί το ξεκίνημα της ανθρώπινης ιστορίας, η υπακοή μπορεί να φέρει το τέλος της. Δεν μιλάω εδώ συμβολικά ή ποιητικά. Υπάρχει μπροστά μας η δυνατότητα, ίσως και η πιθανότητα, μέσα στα επόμενα πέντε ως δέκα χρόνια, το ανθρώπινο είδος να καταστρέψει το πολιτισμό, κι ολόκληρη τη ζωή πάνω στη γη. Δεν υπάρχει καμιά λογική, ούτε νόημα στο γεγονός αυτό.

Είναι πάντως αλήθεια πως ενώ τεχνικά ζούμε στον Αιώνα του Ατόμου, η πλειονότητα των ανθρώπων–συμπεριλαμβανομένων και πολλών απ΄ αυτούς που κατέχουν την εξουσία– ζούνε ακόμα, συγκινησιακά, στη Λίθινη Εποχή∙ πως ενώ τα μαθηματικά μας, η αστρονομία και οι φυσικές επιστήμες ανήκουν στον εικοστό αιώνα, οι περισσότερες από τις ιδέες μας γύρω από την πολιτική, το κράτος και την κοινωνία βρίσκονται πολύ πίσω από τον αιώνα της Επιστήμης.

Αν η ανθρωπότητα φτάσει να αυτοκτονήσει, αυτό θα οφείλεται στους ανθρώπους που θα υπακούσουν σ΄ όποιους τους διατάξουν να πιέσουν το κουμπί του ολέθρου. Γιατί θα υπακούσουν στα αρχαϊκά πάθη του φόβου, του μίσους και της απληστίας∙ γιατί θα υπακούσουν στα ξεπερασμένα κλισέ της υπέρτατης κυριαρχίας του Κράτους και της εθνικής αξιοπρέπειας.

Οι Σοβιετικοί αρχηγοί μιλάνε πολύ για επαναστάσεις κι εμείς στον «ελεύθερο κόσμο» μιλάμε πολύ για ελευθερία. Κι ωστόσο, κι εκείνοι κι εμείς αποθαρρύνουμε την ανυπακοή–στη Σοβιετική Ένωση ξεκάθαρα και βίαια, στον «ελεύθερο κόσμο» έμμεσα και με τις πιο ύπουλες μεθόδους της πειθούς.

Δεν θέλω όμως να πω ότι κάθε ανυπακοή είναι αρετή και κάθε υπακοή ελάττωμα. Μια τέτοια θέση θα αγνοούσε τη διαλεχτική σχέση ανάμεσα στην υπακοή και την ανυπακοή. Κάθε φορά που δεν υπάρχει δυνατότητα συμβιβασμού ανάμεσα σε δυο αρχές, μια πράξη υπακοής σε μια αρχή είναι αναπόφευκτα πράξη ανυπακοής στην αντίθετη της και αντίστροφα.

Η Αντιγόνη είναι το κλασσικό παράδειγμα αυτού του διαχωρισμού. Υπακούοντας στους απάνθρωπους νόμους του Κράτους η Αντιγόνη, θα έδειχνε ανυπακοή στους ανθρώπινους νόμους. Υπακούοντας στους τελευταίους, δείχνει ανυπακοή στους κρατικούς  νόμους.

Οι μάρτυρες  κάποιας θρησκευτικής πίστης, της ελευθερίας και της επιστήμης, αναγκάστηκαν να δείξουν ανυπακοή σ΄ αυτούς που ζητούσαν να τους φιμώσουν, για να υπακούσουν στη συνείδηση τους, στους νόμους της ανθρωπότητας και της λογικής.

Αν ένας άνθρωπος μπορεί μόνο να υπακούει, τότε είναι σκλάβος∙ αν μπορεί μόνο να είναι ανυπάκουος και είναι ανίκανος να υπακούει, τότε είναι αντάρτης [όχι επαναστάτης]∙ ενεργεί από θυμό, απογοήτευση, αγανάκτηση, κι όχι στο όνομα μιας αρχής ή μιας πεποίθησης.

Η υπακοή σε ένα άτομο, σε ένα θεσμό ή μια εξουσία [ετερόνομη υπακοή] είναι υποταγή∙ προϋποθέτει τη παραίτηση μου από την αυτονομία μου και την αποδοχή μιας ξένης θέλησης ή κρίσης στη θέση της δικής μου. Η υπακοή στη δική μου λογική ή πεποίθηση [αυτόνομη υπακοή] δεν αποτελεί πράξη υποταγής αλλά αυτοεπιβεβαίωσης.

Η πεποίθηση και η κρίση μου, αν είναι αυθεντικά δικές μου, αποτελούν μέρος του εαυτού μου. Αν ακολουθήσω αυτές αντί για την κρίση των άλλων, τότε είμαι ο εαυτός μου∙ Γι΄ αυτό και ο όρος υπακοή θα χρησιμοποιηθεί εδώ μόνο διαφορετικά και με μια έννοια εντελώς διαφορετική από αυτή που χρησιμοποιούμε στη περίπτωση της ετερόνομης υπακοής.

Αλλά και αυτή η διάκριση χρειάζεται δυο άλλους καθορισμούς, τον ένα σχετικά με την έννοια της συνείδησης και τον άλλο σχετικά με την έννοια της εξουσίας.

Η λέξη συνείδηση χρησιμοποιείται για να ορίσει δυο φαινόμενα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το ένα είναι η «αυταρχική συνείδηση», η εσωτερικευμένη δηλαδή φωνή μιας εξουσίας που είμαστε πρόθυμοι να ευχαριστήσουμε και φοβόμαστε να δυσαρεστήσουμε.

Η αυταρχική συνείδηση είναι αυτό που γνωρίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι όταν υπακούουν στη συνείδηση τους. Είναι το είδος της συνείδησης για το οποίο μιλάει ο Φρόυντ ονομάζοντας το με τον όρο «Υπερεγώ». Αυτό το Υπερεγώ εκπροσωπεί τις εσωτερικευμένες επιταγές και απαγορεύσεις του πατέρα που έχει δεχτεί ο γιος από φόβο.

Διάφορη από την αυταρχική συνείδηση είναι η «ανθρωπιστική συνείδηση»∙ αυτή είναι η φωνή που υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο και είναι ανεξάρτητη από εξωτερικές ποινές και ανταμοιβές. Η ανθρωπιστική συνείδηση βασίζεται στο γεγονός πως σαν ανθρώπινα όντα διαθέτουμε μια διαισθητική γνώση γύρω από το τι είναι ανθρώπινο ή απάνθρωπο, τι προάγει τη ζωή και τι την καταστρέφει.

Η συνείδηση αυτή εξυπηρετεί τη λειτουργία μας σαν ανθρώπινα πλάσματα. Είναι η φωνή που μας καλεί πίσω στον εαυτό μας, στην ανθρωπιά μας.

Η αυταρχική συνείδηση [το Υπερεγώ] εξακολουθεί να ταυτίζεται με υπακοή σε μια εξουσία έξω από εμένα, όσο κι αν η εξουσία αυτή έχει εσωτερικοποιηθεί. Προσωπικά πιστεύω πως ακολουθώ τη δική μου συνείδηση∙ στη πραγματικότητα όμως, έχω ενστερνιστεί τις αρχές της εξουσίας.

Επειδή ακριβώς υπάρχει η λανθασμένη εντύπωση ότι η ανθρωπιστική συνείδηση και το Υπερεγώ είναι ίδια, η εσωτερικοποιημένη εξουσία είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την εξουσία που αναγνωρίζω ξεκάθαρα σαν κάτι ξέχωρο από μένα. Η υπακοή στην «αυταρχική συνείδηση» όπως και κάθε υπακοή σε εξωτερικές σκέψεις και εξουσίες, αδυνατίζει την ανθρωπιστική συνείδηση, την ικανότητα μας να είμαστε ο εαυτός μας και να κρίνουμε μόνοι μας.

Η δήλωση, από την άλλη μεριά, πως η υπακοή σε ένα άλλο άτομο είναι υποταγή, χρειάζεται να διευκρινιστεί κι αυτή με  μια διάκριση ανάμεσα στην «παράλογη» και τη «λογική» εξουσία. Ένα παράδειγμα λογικής εξουσίας συναντάμε στη σχέση δάσκαλου και μαθητή, και παράλογης εξουσίας στη σχέση αφέντη και δούλου. Και οι δυο σχέσεις βασίζονται στο γεγονός ότι η εξουσία του ατόμου που διευθύνει γίνεται σεβαστή.

Ωστόσο, από δυναμική άποψη, έχουν διαφορετική φύση, στην ιδανική περίπτωση, στην ίδια κατεύθυνση. Ο δάσκαλος νιώθει ικανοποίηση όταν ο μαθητής του προχωράει∙ αν δεν τα καταφέρει, η αποτυχία είναι τόσο δική του όσο και του μαθητή. Ο δουλοχτήτης, αντίθετα, θέλει να εκμεταλλευτεί το δούλο του όσο γίνεται περισσότερο. Όσο περισσότερο παίρνει απ΄ αυτόν, τόσο πιο ικανοποιημένος είναι.

Ο σκλάβος, από τη πλευρά του, προσπαθεί να υποστηρίξει όσο μπορεί τη διεκδίκηση ενός μίνιμουμ ευτυχίας. Τα συμφέροντα του αφέντη και του δούλου είναι αντίθετα, γιατί, ό,τι ωφελεί τον ένα ζημιώνει τον άλλο.

Η υπεροχή του ενός πάνω στον άλλο έχει διαφορετική λειτουργία στη καθεμιά από τις δυο περιπτώσεις∙ στη πρώτη, αποτελεί την προϋπόθεση για τη προαγωγή του ατόμου που υπόκειται σ΄ αυτή την εξουσία, και στη δεύτερη, είναι η προϋπόθεση της εκμετάλλευσης του.

Μια άλλη διάκριση ακολουθεί ένα παράλληλο δρόμο μ΄ αυτή: η λογική εξουσία είναι λογική γιατί η εξουσία, είτε ασκείται από το δάσκαλο ή το καπετάνιο ενός καραβιού που δίνει διαταγή σε μια στιγμή ανάγκης, ασκείται στο όνομα της λογικής που, επειδή είναι πανανθρώπινη, μπορώ να τη δεχτώ χωρίς να υποταχθώ. Η παράλογη εξουσία αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει τη δύναμη ή την υποβολή, γιατί κανείς δε θα άφηνε να τον εκμεταλλευτούν αν ήταν ελεύθερος να το εμποδίσει αυτό.

Γιατί είναι ο άνθρωπος τόσο επιρρεπής στην υπακοή και γιατί του είναι τόσο δύσκολο να δείξει ανυπακοή; Όσο είμαι υπάκουος στην εξουσία του Κράτους, της Εκκλησίας ή της κοινής γνώμης, αισθάνομαι ασφαλής και προστατευμένος. Στη πραγματικότητα, δεν έχει και μεγάλη σημασία σε ποια δύναμη υπακούω.

Πρόκειται πάντα για κάποιο θεσμό ή για κάποιους ανθρώπους που χρησιμοποιούν τη δύναμη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και που παρουσιάζονται ύπουλα σαν παντογνώστες και πανίσχυροι. Η υπακοή μου με ταυτίζει με την εξουσία που υποστηρίζω, κι έτσι αισθάνομαι δυνατός.

Αφού εκείνη αποφασίζει για μένα, δε μπορεί να κάνω λάθος∙ αφού με φυλάει δεν είμαι μόνος∙ δε μπορώ να διαπράξω αμαρτία αφού δε μ΄ αφήνει, αλλά ακόμη κι αν αμαρτήσω, η τιμωρία είναι ο μόνος τρόπος να επιστρέψω στους κόλπους της παντοδύναμης εξουσίας.

Για να μπορέσει κανείς να δείξει ανυπακοή θα πρέπει να έχει το θάρρος της μοναξιάς, του σφάλματος και της αμαρτίας. Το θάρρος όμως δε φτάνει. Η δυνατότητα του θάρρους εξαρτάται από το επίπεδο προσωπικής ανάπτυξης του ατόμου.

Μόνο αν έχει ξεκολλήσει το άτομο από τη ποδιά της μητέρας και τις πατρικές επιταγές, μόνο αν έχει αναπτυχθεί σε ολοκληρωμένο άτομο αποχτώντας την ικανότητα να σκέφτεται και να αισθάνεται μόνος του, μόνο τότε μπορεί να έχει το θάρρος να πει «όχι» στην εξουσία, να μην υπακούσει.

Ένα άτομο μπορεί να αποχτήσει ελευθερία μέσα από πράξεις ανυπακοής, μαθαίνοντας να λέει όχι στην εξουσία. Μα δεν είναι μόνο η ικανότητα για ανυπακοή προϋπόθεση της ελευθερίας∙ είναι και η ελευθερία προϋπόθεση της ανυπακοής. Όταν φοβάμαι την ελευθερία δε θα τολμήσω να πω «όχι», δε θάχω το θάρρος να μην υπακούσω.

Στη πραγματικότητα, η ελευθερία και η ικανότητα της ανυπακοής πάνε μαζί. Έτσι, οποιοδήποτε κοινωνικό, πολιτικό ή θρησκευτικό σύστημα διακηρύσσει τη πίστη του στην ελευθερία ενώ καταπνίγει την ανυπακοή, δε μπορεί να λέει την αλήθεια.

 Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος που μας είναι τόσο δύσκολο να τολμήσουμε την ανυπακοή, να πούμε «όχι» στην εξουσία. Στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η υπακοή έχει ταυτιστεί με την αρετή και η ανυπακοή με την αμαρτία. Ο λόγος είναι απλός: ως τα σήμερα, στο μεγαλύτερο μέρος της Ιστορίας, μια μειοψηφία κυβερνούσε την πλειοψηφία.

Αυτό ήταν αναγκαίο γιατί τα καλά πράγματα της ζωής αρκούσαν μόνο για τους λίγους και για τους πολλούς έμεναν μόνο τα ψίχουλα. Αν οι λίγοι ήθελαν να απολαύσουν τα καλά πράγματα και, πέρα απ΄ αυτό, να βάλουν τους πολλούς να δουλεύουν γι΄ αυτούς και να τους υπηρετούν, μια προϋπόθεση ήταν απαραίτητη: οι πολλοί έπρεπε να μάθουν την υπακοή.

Βέβαια, η υπακοή μπορεί να επιβληθεί με τη καθαρή βία. Η μέθοδος αυτή όμως έχει πολλά μειονεκτήματα. Δημιουργεί τη μόνιμη απειλή πως, κάποια μέρα, οι πολλοί θα βρουν τα μέσα να ανατρέψουν τους λίγους με τη βία∙ κι άλλωστε, υπάρχουν διάφορα είδη δουλειάς που δε μπορούν να γίνουν καλά αν η υπακοή είναι αποτέλεσμα της βίας.

Για τους λόγους αυτούς, η υπακοή που πηγάζει μόνο από το φόβο της δύναμης θα πρέπει να μετατραπεί σε μια υπακοή που να έχει τη ρίζα της στη καρδιά του ανθρώπου. Ο άνθρωπος πρέπει να θέλει ή και να νιώθει την ανάγκη να υπακούσει, κι όχι να φοβάται απλώς την ανυπακοή.

Για να το πετύχει αυτό η εξουσία, πρέπει να αποχτήσει τις ιδιότητες του Πανάγαθου, του Πάνσοφου∙ πρέπει να γίνει Παντογνώστρια. Αν το καταφέρει αυτό η εξουσία, μπορεί να ισχυριστεί πως η ανυπακοή είναι αμαρτία και η υπακοή αρετή–μετά από αυτή την εξαγγελία οι πολλοί θα μπορούν να δεχτούν την υπακοή επειδή είναι κάτι καλό και να απορρίψουν την ανυπακοή σαν κάτι κακό αντί να μισήσουν τον εαυτό τους για τη δειλία τους.

Από την εποχή του Λούθηρου ως το δέκατο ένατο αιώνα, το άτομο είχε να κάνει με φανερές και άμεσες εξουσίες. Ο Λούθηρος, ο Πάπας, οι πρίγκιπες, στήριζαν τις εξουσίες αυτές∙ η μεσαία τάξη, οι εργατικοί, οι φιλόσοφοι ήθελαν να τις ανατρέψουν. Ο αντιεξουσιαστικός αγώνας μέσα στο Κράτος, όπως και μέσα στην οικογένεια, γινόταν συχνά η βάση για την ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης και τολμηρής προσωπικότητας.

Η πάλη ενάντια στην εξουσία ήταν αξεχώριστη από τη διανοητική στάση που χαρακτήριζε τους φιλόσοφους του διαφωτισμού και τους επιστήμονες. Αυτή η «κριτική στάση»  ήταν μια στάση πίστης στη λογική και αμφισβήτησης των λόγων ή των σκέψεων που βασιζόταν στη παράδοση, τη δεισιδαιμονία, τα έθιμα, την εξουσία.

Οι δυο αρχές sapere aude  και de omnibus est dubitandum –«τόλμησε να μάθεις» και «για όλα πρέπει να αμφιβάλλουμε»–χαρακτηρίζουν πολύ καλά τη στάση που επέτρεψε και προώθησε την ικανότητα να λέει κανείς «όχι».

Η περίπτωση του Άντολφ Άιχμαν συμβολίζει τη κατάσταση μας κι έχει μια σημασία πολύ πλατύτερη απ΄ αυτή με την οποία ασχολήθηκαν οι κατήγοροι στο δικαστήριο της Ιερουσαλήμ. Ο Άιχμαν είναι το σύμβολο του οργανωμένου ανθρώπου, του αλλοτριωμένου γραφειοκράτη για τον οποίο άντρες, γυναίκες και παιδιά έχουν γίνει αριθμοί. Είναι ένα σύμβολο όλων μας.

Στο πρόσωπο του Άιχμαν μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας. Το πιο τρομαχτικό πράγμα όμως σ΄ αυτή τη περίπτωση είναι πως όταν αποκαλύφτηκε ολόκληρη η ιστορία με βάση τις δικές του παραδοχές, μπόρεσε καλόπιστα, χωρίς κανένα πρόβλημα, να υποστηρίζει την αθωότητα του. Είναι φανερό πως αν ξαναβρισκόταν στην ίδια θέση θα έκανε τα ίδια. Έτσι θα κάναμε κι εμείς–έτσι κάνουμε κι εμείς.

Ο οργανωμένος άνθρωπος έχει χάσει την ικανότητα της ανυπακοής, δεν συνειδητοποιεί καν πως υπακούει. Σ΄ αυτό το σημείο της ιστορίας μας η ικανότητα της αμφισβήτησης, της κριτικής της ανυπακοής, ίσως να είναι το μοναδικό πράγμα που στέκεται ανάμεσα στο μέλλον της ανθρωπότητας και το τέλος του πολιτισμού.

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Η λατρεία της ιεραρχίας


Η λατρεία της ιεραρχίας (των ζητημάτων)


Κάθε φορά που τίθεται στην Ελλάδα ένα ζήτημα που με κάποιο τρόπο επηρεάζει ή ενοχλεί την ορθόδοξη εκκλησία (είτε πρόκειται για την περιουσία της είτε για την αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες είτε, τέλος, για το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, την πρωινή προσευχή και τις εικόνες στα δημόσια κτήρια), υπάρχει ένα τμήμα της Αριστεράς που διαμαρτύρεται. Κατά κανόνα, το κεντρικό περιεχόμενο της διαμαρτυρίας είναι «αυτό είναι το θέμα μας τώρα; δεν υπάρχουν σοβαρότερα ζητήματα;».
Θα συμφωνήσω –για την οικονομία της συζήτησης, ή και όχι- ότι υπάρχουν σοβαρότερα θέματα από αυτά. Ας πούμε το ζήτημα της υπεράσπισης των προσφύγων, το ζήτημα της προστασίας της εργασίας και της επαναφοράς των συλλογικών συμβάσεων, η καταπολέμηση του φασισμού, η ασφάλιση και η υγεία -πάνω απ’ όλα η υγεία. Δεν καταλαβαίνω όμως με ποιο τρόπο αυτό αποτελεί επιχείρημα για να μην ασχοληθούμε με το ζήτημα των θρησκευτικών και της κατήχησης στα σχολεία. Οι άνθρωποι, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, κάνουμε πολλά πράγματα παράλληλα, άλλα σημαντικότερα και άλλα λιγότερο σημαντικά. Εγώ για παράδειγμα έχω ως πρώτιστη ανάγκη να πάω σούπερ μάρκετ, αλλά αυτό δε με εμποδίζει να πλύνω στο μεταξύ τα πιάτα. Μπορούμε λοιπόν με τον ίδιο τρόπο να απαντήσουμε στο ζήτημα της διδασκαλίας των θρησκευτικών, χωρίς αυτό να επηρεάσει σε τίποτα την πάλη μας για τις συλλογικές συμβάσεις.
Οι πεποιθήσεις είναι ατομικές
Ένα άλλο κριτήριο σχετικά με τις ανάγκες, που υποτιμά ο συλλογισμός αυτού του τμήματος της αριστεράς, είναι το πόσο αυτονόητες είναι και το κατά πόσο συνιστούν κοινό τόπο. Έτσι, ενώ για παράδειγμα η κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής είναι κατά τη γνώμη μου μια ανάγκη πρώτης προτεραιότητας, δεν μπορώ να διεκδικήσω να με πάρουν στα σοβαρά αν υποστηρίξω ότι αυτή η ανάγκη αποτελεί κοινό τόπο στην κοινωνία: αυτό σημαίνει ότι πρέπει να παλέψω μαζί με όσους την συμμερίζονται για να γίνει πράξη, αναγνωρίζοντας ότι μέχρι τότε υπάρχουν άλλα στάδια τα οποία πρέπει να κατακτηθούν. Αντίθετα, η άποψη ότι οι πεποιθήσεις δεν μπορούν να είναι εξαναγκαστικές και άρα δεν μπορούν να αποτελούν και αναπόσπαστο στοιχείο μιας ενιαίας κουλτούρας, αλλά αποτελούν ατομική υπόθεση, είναι –θεωρητικά τουλάχιστον- κατεκτημένη στην αστική δημοκρατία. Και στην υπόθεση της έντονης παρουσίας θρησκευτικών τελετών στη δημόσια σφαίρα, υπάρχει αντικειμενική παραβίαση αυτής της κοινής στην κοινωνία μας αρχής.
Θρησκεία και δημοσιότητα
Η χριστιανική ορθοδοξία είναι μια πεποίθηση. Για την ακρίβεια, είναι μια σειρά πεποιθήσεων σε αδιάσπαστη ενότητα. Συνίσταται στην άποψη ότι υπάρχει ένα ανώτατο ον, το οποίο ονομάζουμε θεό, το οποίο δημιούργησε τον κόσμο, είναι καλό κι αγαθό, παντοδύναμο και ελεήμον κ.ο.κ., αλλά επίσης και στο ότι ο άζυμος άρτος κατά τη θεία ευχαριστία δε συνιστά βρώση του Κυρίου, η γέμιση του στόματος του βαπτιζόμενου με αλάτι παραβιάζει την ιερότητα του μυστηρίου και διάφορες άλλες τέτοιες διαφορές που προέκυψαν στον χριστιανισμό το 1054 και τον χώρισαν στα δύο.
Προσωπικά δε συμμερίζομαι αυτή την πεποίθηση –ούτε καν την αρχική. Θεωρώ ότι η δημιουργία του κόσμου δεν είναι αποτέλεσμα της δράσης κάποιου ανώτατου όντος, ότι δεν υπάρχει ανώτατο ον και –σύμφωνος με τον αφορισμό του Μπακούνιν- ότι ακόμα κι αν υπήρχε θα έπρεπε να το καταστρέψουμε, καθώς η ελευθερία προϋποθέτει την ισότητα και αντίστροφα και το πραγματικό ήθος δεν βασίζεται στην αναμονή ανταπόδοσης σε κάποια άλλη ζωή. Δεν διεκδικώ ωστόσο αυτή η πεποίθησή μου να διδάσκεται στα σχολεία (πέραν του επιστημονικού κομματιού που αφορά τη δημιουργία του σύμπαντος προφανώς), δεν αξιώνω να υπάρχουν εικόνες του μπινγκ-μπανγκ σε κάθε δικαστήριο, δεν ζητάω να τραγουδούν κάθε πρωί τα παιδιά στο σχολείο το A las barricadas, τον ύμνο των Ισπανών αναρχοσυνδικαλιστών, ούτε να καθιερωθεί ένας δημόσιος όρκος στο όνομα της υποκειμενικής πεποίθησής μου που να έχει καθολική ισχύ. Το ίδιο όμως απαιτώ και για κάθε άλλη υποκειμενική πεποίθηση.


Στην Ελλάδα υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ενεργών χριστιανών ορθοδόξων, ένας ακόμα μεγαλύτερος αριθμός ανενεργών χριστιανών ορθοδόξων και ένας πολύ μεγάλος αριθμός αθέων, άθρησκων, αγνωστικιστών, μουσουλμάνων, καθολικών ή οτιδήποτε άλλο. Η εντελώς εμφατική κυριαρχία του ορθόδοξου χριστιανισμού στη δημόσια σφαίρα, συμπεριλαμβανόμενης της δημόσιας εκπαίδευσης, αποτελεί αντικειμενική παραβίαση της αρχής της ισονομίας που είναι κοινή στην αστική δημοκρατία και τείνει να αντικειμενικοποιήσει μια υποκειμενική πεποίθηση. Έπρεπε να έχει αρθεί χθες, και αφού δεν έγινε πρέπει να αρθεί σήμερα.
«Έχει προσφέρει έργο»
Θεωρώ εντελώς διάτρητα δύο αντεπιχειρήματα που προβάλλονται. Το πρώτο είναι ότι «η εκκλησία έχει προσφέρει σημαντικό έργο». Πιθανόν. Πιθανόν και όχι. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση αυτό δε μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα για την θεσμοθέτηση μιας πεποίθησης. Έργο μπορεί να έχουν προσφέρει το ΚΚΕ, οι πρόσκοποι και η οργάνωση Lions, ο Σημίτης που έφτιαξε τη γέφυρα Ρίου – Αντιρίου, το μετρό και μας έβαλε στο ευρώ, μερικές δεκάδες ΜΚΟ και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Αυτό δε σημαίνει ότι οι πεποιθήσεις τους θα διδάσκονται στα σχολεία ως αντικειμενικές πραγματικότητες, δημιουργώντας σύγχυση ανάμεσα στην υποκειμενική πίστη και την επιστημονική γνώση, την οποία προωθεί το σχολείο.
Ταυτότητες
Το δεύτερο είναι ότι η ορθόδοξη πίστη, ανεξάρτητα από τις δογματικές της λεπτομέρειες, αποτελεί αναπόσπαστη παράδοση της ελληνικής ταυτότητας. Αυτό όμως είναι ψευδές. Αυτό, για την ακρίβεια, υπήρξε μια προσπάθεια της ελληνικής εκκλησίας και του ελληνικού κράτος, αμέσως μετά τη συγκρότησή του και επιχειρήθηκε σε συνδυασμό με την καταστολή άλλων θρησκευτικών, γλωσσικών και εθνικών παραδόσεων. Στην πορεία του 20ού και του 21ού αιώνα ωστόσο, στον ελλαδικό χώρο αναπτύχθηκαν ταυτότητες και παραδόσεις πολύ πλούσιες, που δεν σχετίζονται με την ορθοδοξία, Σταχυολογώ την αντιφασιστική αντίσταση, το εργατικό κίνημα, τον δημοτικισμό και την αντιδικτατορική πάλη που αντικειμενικά επηρέασαν την ελληνική ταυτότητα, χωρίς να έχουν οποιαδήποτε σχέση με την ορθόδοξη παράδοση και την εκκλησία. Ένα μεγάλο μέρος των ταυτοτήτων που συνυπάρχουν στον ελλαδικό χώρο δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την ορθόδοξη παράδοση. Η σύνδεση αυτή είναι τόσο αληθινή όσο το να λέγαμε ότι ελληνική ταυτότητα συγκροτεί το να υποστηρίζεις τον Ολυμπιακό.
Δεν έχω καμία αντίρρηση –είμαι αντίθετα πεπεισμένος υπέρμαχος- για την ιδέα να ασχοληθούμε με τις προτεραιότητες. Στα σχολεία να υπάρχουν καθηγητές, στα δημόσια νοσοκομεία γιατροί και μηχανήματα και ούτω καθ’ εξής. Η ιδέα όμως ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν αφήσουμε ανέγγιχτη την κυριαρχία της ορθόδοξης εκκλησίας στη δημόσια σφαίρα υπονοεί μια ιστορικά καταστρεπτική ιδέα: ότι η πάλη για τις προτεραιότητες προϋποθέτει την ουδετερότητα απέναντι σε μια σειρά άλλων ζητημάτων, προκειμένου να συσπειρώσει περισσότερο κόσμο. Η συντηρητική αυτή ιδέα υπονοεί ότι μπορεί η κοινωνία να προχωρά στο ένα πεδίο παραμένοντας ακίνητη στο άλλο. Να αναπτύσσει κίνημα οικονομικών διεκδικήσεων αλλά να αδιαφορεί για τους πρόσφυγες. Να παλεύει για τους ελεύθερους χώρους χωρίς να την απασχολεί ο σεξισμός. Να συζητά για την πρόοδο χωρίς να θέτει το ζήτημα της ανεξαρτησίας της δημόσιας σφαίρας από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αυτός ο συντηρητισμός επιστρέφει πάντα από το παράθυρο και τον πληρώνουμε παντού με τον νόμιμο τόκο.
Η ιστορία απέδειξε ότι η ανοχή σε τέτοιου τύπου παραδόσεις γεννά Χριστόδουλες. Οι Χριστόδουλες γεννούν Χρυσές Αυγές. Οι Χρυσές Αυγές –εκτός των άλλων- γεννούν και πτώση των μισθών. Δε μπορούμε να μένουμε ακίνητοι σε ένα τρένο που κινείται και η απουσία θέσης συνιστά πάντα θέση –με την έννοια της υπαρξιστικής επιλογής.
Ναι, πρέπει να φύγει κάθε θρησκευτική αναφορά από τη δημόσια σφαίρα, τα σχολεία, τα νοσοκομεία, τα δικαστήρια, τις δημόσιες υπηρεσίες. Πρέπει να απαλλαχτούμε όσοι δεν είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι από την κατοχή μιας πεποίθησης που δεν επιλέξαμε ή –για να γίνω λιγότερο θεωρητικός- από την ταλαιπωρία να πρέπει να εξηγήσουμε σε κάθε δημόσια υπηρεσία ότι τον γιο μας τον λένε Παναγιώτη παρότι δεν εμφανίζεται χαρτί βάπτισης στο δημοτολόγιο.
Όποιος συνεισφέρει σε αυτή την αλλαγή, έχει συνεισφέρει σε κάτι καλό. Μπορούμε να συνεχίσουμε να διαφωνούμε μαζί του και να ανταγωνιζόμαστε τις περισσότερες από τις πολιτικές του, χωρίς να είμαστε ένοχοι αποπροσανατολισμού.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες