Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ.



Ο τραγικός θάνατος του Αγγελόπουλου θα έλεγα πως σηματοδοτεί τον θάνατο μιας ολόκληρης εποχής αναγέννησης του πολιτισμού στην Ελλάδα με  ανάδειξη  ατόμων  με διεθνή προβολή σαν και αυτόν, τον Κακογιάννη και την Μελίνα Μερκούρη στον κινηματογράφο, τον Κουν στο θέατρο, τον Χατζηδάκη, Θεοδωράκη στην μουσική  ή τον Σεφέρη ,Ελύτη Ρίτσο στην ποίηση.
Η εποχή αυτή είναι κυρίως η δεκαετία του 60 που  την έχει περιγράψει εύστοχα ο σκηνοθέτης Θανάσης Ρεντζής1 ως την  δεκαετία της μεγάλης ζύμωσης και όσμωσης σε κλίμακα που ποτέ πριν (αλλά ούτε και μετά) δεν συνέβη και ως βασικό αίτιο μπορούμε να θεωρήσουμε την μεγάλη σύγκλιση του επιθυμητού και του εν όψει δυνητικού.
Ο  συνειρμός αυτός μου ήρθε στο μυαλό γιατί θυμόμουνα ένα αντίστοιχο που έχει κάνει ο Γιάννης Σολδάτος2  για τις ταινίες του Αγγελόπουλου στον πρόλογο του στο βιβλίο Κινηματογραφικά Θέματα (τόμος 2)  με κριτικές  του αείμνηστου Βασίλη Ραφαηλίδη.
Γράφει σχετικά :
Αν θέλαμε ανεξάρτητα από την αξία του έργου τους να παίξουμε με την λέξη θάνατος (ο ίδιος ο Ραφαηλίδης διαβάζοντας αυτό το κείμενο πρότεινε αντί της λέξης "θάνατος" την φράση "φθορά που οδηγεί στον θάνατο" ) φτιάχνοντας υπότιτλους στις ταινίες τους θα μπορούσαμε να μιλάμε για τον θάνατο της επαρχίας στην Αναπαράσταση, τον θάνατο του κοινοβουλευτικού συστήματος στις Μέρες του 36, το θάνατο του κινήματος  στο Θίασο, το θάνατο του ονείρου στους Κυνηγούς, το θάνατο του μύθου στο Μεγαλέξανδρο, το θάνατο της επιστροφής στα Κύθηρα .....
Πράγματι η διορατική ματιά του Ραφαηλίδη, που ήταν και προσωπικός φίλος του Αγγελόπουλου, είχε συλλάβει απόλυτα σωστά το νόημα αυτής της "φθοράς που οδηγεί στον θάνατο" που διαπερνά εκτός  από το σενάριο και  την κυρίαρχη αισθητική της εικόνας του σε  όλες του τις ταινίες.
Σε όλη του την φιλμογραφία   δεν υπάρχει ηλιόλουστη μέρα σαν τις περισσότερες άλλες ελληνικές ταινίες που αξιοποιούν το φώς, τα χρώματα  και  το γαλάζιο του ελληνικού χώρου.
Ίσως η μοναδική σκηνή που ,όπως έγραψε ο Δημήτρης Μπούρας3, στην οποία  ο ήλιος δηλώνει τόσο έντονα την παρουσία του ,παρ΄ότι ο δίσκος του είναι κρυμμένος πίσω από τις βελόνες ενός πεύκου είναι από την σκηνή του γάμου στον Θίασο όπου ο γιός σέρνει  το τραπεζομάντιλο παράλληλα με το κύμα μέχρι να φανεί ο αντικατοπτρισμός του ήλιου στην θάλασσα.
Οι  σκηνές του είναι όλες σε τοπία μουντά, χειμωνιάτικα , βόρεια, με ομίχλη, βροχή  ή χιονισμένα, αλλά παρ΄ όλα αυτά καταπληκτικής αισθητικής ομορφιάς και ποίησης μέσω της εικόνας με την βοήθεια βέβαια και του μοναδικού Γιώργου Αρβανίτη και αργότερα του Ανδρέα Σινάνου.
Το τοπίο είναι αυτό που είναι κυρίαρχο στις ταινίες του και όχι τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών του, σε αντίθεση με τον Μπέργκμαν, που  όπως γράφει ο Γιάννης Μπακογιανόπουλος4,  με την χρήση του  γκρό πλαν ενδοσκοπεί με επιμονή τους ήρωες του.
Ίσως αυτή η μοναδική ομορφιά των εικόνων του να είναι και το "αδύνατο" σημείο του που τον έκανε μεν ιδιαίτερα αγαπητό στο κινηματογραφόφιλο κοινό, όχι όμως το ίδιο και στο ευρύ κοινό.
Το ευρύ κοινό είναι δύσκολο να απεξαρτηθεί από την παθητική παρακολούθηση που τον έχει εθίσει ο αμερικανικός κινηματογράφος και να βάλει την φαντασία του να δουλέψει για να κατανοήσει την ποίηση , τον συμβολισμό ή την έμμεση ιστορική αναφορά της εικόνας που του προσφέρει ο Αγγελόπουλος που προσφυώς ο Βόλφραμ Σούτε5 τον ονόμασε ως ένα τοπογράφο χρονοταξιδευτή.
Έχοντας δει όλες τις ταινίες του, πάντα είχα την αίσθηση πως  πολλές φορές μαγευόταν και ο ίδιος τόσο πολύ από την εικόνα που είχε πετύχει να αποτυπώσει στο φίλμ του, αποτέλεσμα πιθανώς συχνά πολύωρης και εξαντλητικής  προσπάθειας,  που ορισμένες  φορές κρατούσε  πλάνα  που ένας έμπειρος μοντέρ θα είχε αφαιρέσει χωρίς να τα λυπηθεί .
Πιθανόν σε αυτό να οφείλεται και η μεγάλη διάρκεια των παλιότερων ταινιών του γεγονός που οδηγούσε πολλές φορές θεατές που δεν ήσαν εξοικειωμένοι με την ποιητική ή και αλληγορική διάσταση της εικόνας να αγανακτούν με τα μεγάλης  διάρκειας πλάνα που χρησιμοποιούσε.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι είχα δει, κάπου το 1980 , τον Μεγαλέξανδρο, ταινία 3,5 ωρών, στον κινηματογράφο ΑΜΛΕΤ της 3ης Σεπτεμβρίου.
Πίσω από την παρέα μου καθόταν  ένας τύπος μόνος του που κάθε τόσο αναφωνούσε αγανακτισμένος κατά διαστήματα :που το πάει ο κερατάς! χωρίς όμως τελικά να φύγει!
Το πιο πιθανό ήταν να παρασύρθηκε από τον τίτλο του έργου και να περίμενε πως θα δει κάποια ταινία με θέμα τον Μέγα Αλέξανδρο!

Αυτές οι  χιουμοριστικές κινηματογραφικές εμπειρίες μου ήρθαν στο μυαλό όταν συνειδητοποίησα πως αυτό που λείπει παντελώς από όλες  τις ταινίες του Αγγελόπουλου είναι το χιούμορ, γεγονός που διακρίνεται  ακόμα και στις αντιπαραθέσεις του με άλλους καλλιτέχνες .
Δεν θυμάμαι αν γι΄αυτό τον λόγο με το δεικτικό του χιούμορ ο Σαββόπουλος τον είχε αποκαλέσει ως: την πιο  επηρμένη φαλάκρα του ελληνικού κινηματογράφου! ούτε ποιός από τους δύο ήρξαντο πρώτος χειρών αδίκων. 
Πάντως ο Αγγελόπουλος είχε πει για τον Σαββόπουλο: «Άλλος ένας βλάκας και ο Σαββόπουλος. Δεν δέχομαι συστάσεις από αγράμματους και κρετίνους . Ο άνθρωπος φοράει μια σημαία και περιφέρεται στα σύνορα σαν μπαλαρίνα…»   για να του απαντήσει και αυτός  με την ατάκα: «Ο κ. Αγγελόπουλος είναι τόσο ανύπαρκτος όσο και η «Μακεδονία των Σκοπίων»!
Πάντως επανερχόμενος στην φιλμογραφία του, έχει κανείς την αίσθηση πως  με την πάροδο του χρόνου άρχισε να γίνεται πιο αποφασιστικός  στο μοντάζ των ταινιών του, και έτσι οι πιο πρόσφατες  είναι συντομότερες χωρίς όμως να εγκαταλείψει τα μεγάλης διάρκειας  πλάνα  που μαζί με την μαγευτική μουσική της Καραϊνδρου προκαλούν  ένα μοναδικό αισθητικό αποτέλεσμα.
 Υποψιάζομαι δε πως ο σχεδιασμός κάποιου τέτοιου πλάνου ήταν και η αιτία του άδικου θανάτου του .
Συνεπαρμένος από την αναζήτηση του πλάνου που πιθανώς είχε σχηματίσει στην φαντασία του, κινήθηκε χωρίς να λάβει υπ΄όψη του, πως βρισκόταν σε δρόμο ταχείας κυκλοφορίας,  νύκτα, με σκούρο κουστούμι και κακή ορατότητα.
Είναι χαρακτηριστικό πως ότι δημοσιεύτηκε σχετικά με το ατύχημα, ακόμα και συνεντεύξεις ατόμων του συνεργείου του, δεν μιλάνε για ευθύνη του οδηγού του δικύκλου.
Ο άδικος θάνατος του Αγγελόπουλου μου επανέφερε μια  ανεξίτηλα χαραγμένη  στην μνήμη μου αντίστοιχη εικόνα, και ας έχουν περάσει πάνω από 30-40 χρόνια, το πως δεν σκότωσα, αποφεύγοντας την τελευταία στιγμή που την είδα ,μια χειμωνιάτικη  νύκτα μια αδελφή νοσοκόμο με μαύρη μπέρτα που περπατούσε στο οδόστρωμα στο τότε ερημικό, χωρίς φώτα πλαϊνό δρόμο του Ασκληπιείου Βούλας.
Το πόσο σημαντική και καθοριστική μπορεί να είναι μια στιγμή στην ζωή ενός ανθρώπου το έχει δείξει με τον απαράμιλλο τρόπο του ένας άλλος αγαπημένος μου σκηνοθέτης ο Γούντυ Άλλεν στο Match Point.
Δεν ξέρω αν τελικά θα γίνει Αναπαράσταση  του ατυχήματος για να ξεκαθαρίσει το Τοπίο στην Ομίχλη  σχετικά με αυτό ,πριν η Σκόνη του Χρόνου οδηγήσει τον Μεγαλέξανδρο μαζί με τον Μελισσοκόμο στο καθοριστικό Ταξίδι στα Κύθηρα υπό το βλέμμα του Οδυσσέα.
Αυτό που ξέρω είναι πως σίγουρα στην μελλοντική  Αιωνιότητα και μια Μέρα  θα υπάρχουν θεατές που θα θέλουν να δουν τον Θίασο και θα είναι ικανοί σαν γνήσιοι Κυνηγοί του  ποιητικού κινηματογράφου να επιστρέψουν ακόμα και στις Μέρες του 36 για να μπορέσουν να δουν το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού στο Λιβάδι που δακρύζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες