Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Τεχνοκρατικές πολυλογίες


Και πάλι περίσσεψαν οι δηλώσεις για δικαιολόγηση της πολιτικής που εφαρμόζεται στην Κύπρο με το κούρεμα των καταθέσεων. Ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών, Μιχάλης Σαρρής, ανακάλυψε ότι ο κατήφορος για τη Λαϊκή Τράπεζα άρχισε το 2007, όταν, όπως είπε, η Τράπεζα «έπεσε στα χέρια ανθρώπων, που παραχωρούσαν ανεξέλεγκτα τεράστια ποσά σε δάνεια, κυρίως στον ελλαδικό χώρο» ενώ ο δικός μας υπουργός Οικονομικών Στουρνάρας διαβεβαιώνει ότι το κούρεμα στις καταθέσεις των φορολογουμένων δεν θα επεκταθεί και στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης και ότι ««Η Ευρωζώνη δεν είναι ανασφαλής. Η λύση που αποφάσισε το Eurogroup αφορά μόνο την Κύπρο επειδή έχει ιδιάζων τραπεζικό σύστημα».
Σε μας έφταιγε ο υπερτροφικός δημόσιος τομέας και το χρέος, στην Κύπρο το άρρωστο τραπεζικό σύστημά της, στην επόμενη χώρα θα φταίει κάτι άλλο. Ατέλειωτες οι δικαιολογίες, ανεξάντλητα τα επιχειρήματα, που το ένα αναιρεί το άλλο, για να πειθόμαστε, κάθε φορά που ολόκληροι λαοί οδηγούνται στην εξαθλίωση, για την ενοχή μας και για το αναπόφευκτο της υποταγής στις αποφάσεις των κυρίαρχων ευρωπαϊκών και διεθνών κέντρων.
Δεν έχουν πια κανένα νόημα οι τεχνοκρατικού τύπου αναλύσεις. παρά μόνο για να χανόμαστε σε ατραπούς που θα μας εγκλωβίζουν στην αδράνεια και τη μοιρολατρία. Φαίνεται πως δεν αρκούν τρία χρόνια ιδεολογίζουσας και τεχνοκρατικής πολυλογίας για να φιλοτεχνηθεί πειστικά η εφαρμοζόμενη εκ Βρυξελλών εκπορευόμενη πολιτική. Κάθε φορά οι πολιτικοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι ντόπιοι εκτελεστές των αποφάσεών τους βρίσκουν κάτι νέο, μια νέα ιδέα, μια νέα πρόταση για να εντυπωσιάζουν, εκφοβίζουν, ώστε με άνεση να εφαρμόζονται οι πολιτικές αποφάσεις τους παρακάμπτοντας τα δυσάρεστα αποτελέσματα. Για να μη γίνεται λόγος για τα προβλήματα του καπιταλισμού, για τα μέτρα που μας εξαθλιώνουν, για τον αυταρχισμό που επεκτείνεται σε όλους τους τομείς, για να μη στραφεί η προσοχή στο μοντέλο διακυβέρνησης που εφαρμόζεται σε άπασα την Ευρώπη, στις υποσχέσεις που, πριν αλέκτωρ λαλήσαι, τρις δεν τηρήθηκαν, στις ελπίδες που διαψεύστηκαν κλπ. στα τόσα και τόσα που συνθέτουν την ευρωπαϊκή πολιτική που εκδηλώνεται με αμετροέπεια, αλαζονεία, αυταρχισμό.
Κι ενώ πληθύνονται όλοι αυτοί που τρώνε πικρό ψωμί μοιάζει να μην έχουμε χορτάσει από λέξεις ηχηρές, από πολιτικούς νεολογισμούς που έρχονται κάθε φορά να καλύψουν τη νοηματική κενότητα με τον γδούπο των τεχνοκρατικών αναλύσεων.
Η κενότητα και ο αποπροσανατολισμός εν πλήρει δράσει. Το ζήτημα φυσικά δεν είναι πια τι κάθε φορά σοφίζεται ο ένας ή άλλος υπουργός ή πρωθυπουργός για να συσκοτίσει τις ειλημμένες πολιτικές αποφάσεις, αλλά το γεγονός ότι εμείς, εργαζόμενοι κι άνεργοι που υφιστάμεθα τις συνέπειές τους, συνεχίζουμε να μένουμε έκπληκτοι καταπίνοντας όλη την κενότητα του πολιτικού λόγου, ως απαύγασμα τεχνοκρατικής σοφίας και πνευματικής βαρύτητας. Η πολιτική μας ηγεσία, μαζί με την αξιωματική αντιπολίτευση που δεν θεωρεί ότι μας εμπαίζουν αλλά κάνει εργαλείο της… δουλειάς της τις επαναλαμβανόμενες αναλύσεις και στοιχείο του δικού της λόγου, αποδεικνύει ξεκάθαρα την ιδιοτέλειά της και την αδιαφορία της για τις επιπτώσεις στο κοινωνικό σύνολο, αλλοιώνοντας ακόμα και τα κριτήρια ερμηνείας του κοινωνικού γίγνεσθαι. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που έχουμε χάσει τον μπούσουλα.
Από κει και πέρα όλες οι διαβεβαιώσεις, υποσχέσεις κλπ. είναι για εσωτερική κατανάλωση, δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία. Δεν υπάρχει πια κανείς λόγος να διαφωνεί ή να συμφωνεί κανείς μ’ αυτές, να μάθει ή να σκεφτεί πάνω σ’ αυτές. Εν ολίγοις, είναι μάταιη η ενασχόληση με τις τετριμμένες, χιλιοειπωμένες τεχνοκρατικές αναλύσεις. Απομένουν βέβαια πάντα οι απειλές για επιδείνωση της κατάστασης των υποτελών τάξεων, το μόνο σαφές σημείο όλων αυτών των αναλύσεων.
Και είναι εδώ που ο κομμουνιστικός λόγος θα αναδείξει τη χρεωκοπία του καπιταλιστικού συστήματος, το κομμουνιστικό κόμμα θα λειτουργήσει ως δύναμη κοινωνικής ανατροπής και ο λόγος του θα πρέπει να είναι καίριος και ευθύβολος για μια πολιτική σύγκρουσης και ρήξης. Και είναι αυτό το πιο δύσκολο έργο για το κομμουνιστικό κόμμα, πώς θα απεγκλωβιστούμε από τους μηχανισμούς και τις ιδεολογίες της κυρίαρχης εξουσίας.
Γι’ αυτό τώρα περισσότερο από ποτέ, μεταπολεμικά, είναι που φαίνεται η αναγκαιότητα της ύπαρξης του κομμουνιστικού κόμματος, γιατί μπορεί να συμπυκνώσει, ακόμα κι αν είναι ολιγάριθμο και περιορισμένο, τη θέληση για κοινωνική ανατροπή και μπορεί να διαπαιδαγωγήσει κοινωνικά στρώματα και τάξεις, ώστε να καταστήσει τις ιδέες του υλική δύναμη. Έτσι που στο βαθμό που οι τάξεις αυτές αρχίζουν να συνειδητοποιούν την αναγκαιότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού να οργανώνονται και να κινούνται προς την ανατροπή του υπάρχοντος οικονομικοπολιτικού συστήματος.  
Τελείωσαν οι αυταπάτες για εκδημοκρατισμό, αριστερή διαχείριση του καπιταλιστικού κράτους και για αριστερό κράτος πρόνοιας. Το κομμουνιστικό κόμμα δεν μπορεί πια παρά να λειτουργήσει με βάση την αντίληψη της ρήξης μεταξύ του καπιταλιστικού και αντικαπιταλιστικού μπλοκ. Γιατί κομμουνιστικό κόμμα είναι η αντίπαλη στην αστική προοπτική θεωρία, ιδεολογία και πράξη που οργανώνει, για να γίνουν το αντίπαλο δέος, τις υποτελείς τάξεις ενάντια στο αστικό μπλοκ με τους μηχανισμούς του, τα μέσα του, τις ιδεολογίες του κυρίαρχου συστήματος.
Πηγή : Dies brumalis
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες