Σάββατο 7 Απριλίου 2012

τράπεζες δημιουργοι χρήματος και το δημόσιο χρέος

Ο Μαρξ για τις τράπεζες δημιουργούς χρήματος και το δημόσιο χρέος

Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλ. των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας στο μεσαίωνα στη Γένουα και στη Βενετία, διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανιφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς του πολέμους του χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Έτσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους. Γι' αυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.

Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νά' ναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τους προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία.

0ι στολισμένες με εθνικούς τίτλους μεγάλες τράπεζες ήταν από τη γέννηση τους απλώς εταιρίες ιδιωτών σπεκουλάντηδων πού στάθηκαν στο πλευρό των κυβερνήσεων και που χάρη στα προνόμια πού πήραν, ήταν σε θέση να δανείζουν σ' αυτές χρήματα. Γι αυτό η διόγκωση τον δημόσιου χρέους δεν έχει άλλον πιο αλάθητο μετρητή από την προοδευτική άνοδο των μετοχών αυτών των τραπεζών, που η πλέρια ανάπτυξή τους χρονολογείται απ την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας (1694). Η Τράπεζα τής Αγγλίας άρχισε τη δράση της δανείζοντας στην κυβέρνηση τα χρήματα της με τόκο 8%. Ταυτόχρονα είχε εξουσιοδοτηθεί από τη βουλή από το ίδιο κεφάλαιο να κόβει νόμισμα, δανείζοντας το ακόμα μια φορά στο κοινό με τη μορφή τραπεζογραμματίων.

Με τα τραπεζογραμμάτια αυτά, είχε το δικαίωμα να προεξοφλεί συναλλαγματικές, να δανείζει επί ενεχύρω εμπορευμάτων καί ν' αγοράζει ευγενή μέταλλα. Δεν πέρασε πολύς καιρός και το πιστωτικό αυτό χρήμα, που δημιούργησε η ίδια, έγινε το νόμισμα, με το οποίο η Τράπεζα της Αγγλίας έδινε δάνεια στο κράτος και πλήρωνε για λογαριασμό του κράτους τους τόκους του δημόσιου χρέους. Και σα να μην ήταν αρκετό ότι έδινε με το ένα χέρι για να εισπράττει περισσότερα με το άλλο έμενε, ακόμα καί τη στιγμή πού εισέπραττε, αιώνιος πιστωτής του έθνους ως την τελευταία πεντάρα που είχε δώσει. Σιγά-σιγά έγινε ο αναπόφευχτος φύλακας του μεταλλικού θησαυρού της χώρας και το κέντρο έλξης όλης της εμπορικής πίστης. Τον ίδιο καιρό που έπαψαν στην Αγγλία να καίνε μάγισσες, άρχισαν νά κρεμούν παραχαράκτες τραπεζογραμματίων. Ποια είναι η εντύπωση που προκάλεσε στους συγχρόνους τους η εμφάνιση αυτής της φάρας των τραπεζοκρατών, χρηματιστών, εισοδηματιών, μεσιτών, σπεκουλάντηδων και σκυλόψαρων του χρηματιστηρίου, το δείχνουν τα γραφτά του καιρού εκείνου, λ.χ. του Μπόλινμπροκ.

Μαζί με τα δημόσια χρέη δημιουργήθηκε ένα διεθνές πιστωτικό σύστημα, πού συχνά για τούτον ή για κείνον το λαό αποτελεί μιαν από τις κρυφές πηγές τής πρωταρχικής συσσώρευσης. Έτσι, οι προστυχιές του βενετσιάνικου ληστρικού συστήματος αποτελούν μια τέτια κρυφή βάση του κεφαλαιακού πλούτου της Ολλανδίας, που η Βενετία της παρακμής της δάνειζε μεγάλα χρηματικά ποσά. Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις Όλλανδίας και Αγγλίας. Στις αρχές κιόλας του 18ου αιώνα έχουν υπερφαλαγγιστεί κατά πολύ οι μανουφακτούρες της Όλλανδίας, που έχει παύσει να είναι κυρίαρχο εμπορικό και βιομηχανικό έθνος. Γι αυτό από τό 1701 ώς τό 1776 μια από τίς κύριες επιχειρήσεις της Ολλανδίας είναι να δανείζει τεράστια κεφάλαια ειδικά στον ισχυρό ανταγωνιστή της, την Αγγλία. Κάτι παρόμοιο γίνεται σήμερα ανάμεσα στην Αγγλία και τις Ενωμένες Πολιτείες. Πολλά κεφάλαια, που εμφανίζονται σήμερα στις Ενωμένες Πολιτείες χωρίς πιστοποιητικό γέννησης είναι αίμα παιδιών που μόλις χτες είχε κεφαλαιοποιηθεί στην Αγγλία.

Επειδή το δημόσιο χρέος στηρίζεται στα κρατικά έσοδα, πού οφείλουν να καλύπτουν τις χρονιάτικες τοκοχρεωλυτικές κλπ. πληρωμές, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα έγινε αναγκαίο συμπλήρωμα του συστήματος των εθνικών δανείων. Τα δάνεια δίνουν τη δυνατότητα στην κυβέρνηση ν' αντεπεξέρχεται σε έκτακτα έξοδα, χωρίς να γίνεται αυτό αμέσως αισθητό στον φορολογούμενο, μετά όμως άπαιτούν αυξημένους φόρους. Από την άλλη μεριά, η αύξηση των φόρων, πού προκλήθηκε με τη συσσώρευση απανωτών δανείων, αναγκάζει την κυβέρνηση σέ κάθε περίπτωση καινούργιων έκτακτων εξόδων να καταφεύγει διαρκώς σε καινούργια δάνεια. Ετσι, το σύγχρονο φορολογικό σύστημα, που άξονας του είναι οι φόροι στα πιο αναγκαία μέσα συντήρησης (επομένως και το ακρίβαιμά τους), κρύβει μέσα του το σπέρμα της αυτόματης προοδευτικής αύξησης. Η υπερφορολόγηση δεν είναι επεισόδιο, αλλά μάλλον αρχή. Γι' αυτό στην Όλλανδία, όπου πρωτοεγκαινιάστηκε το σύστημα αυτό, ο μεγάλος πατριώτης Ντε Βίττ το εξύμνησε στα «Αξιώματα» του και το χαρακτήρισε σαν το καλύτερο σύστημα για να γίνει ο εργάτης υπάκουος, λιτοδίαιτος, φιλόπονος και... για να παραφορτωθεί με δουλειά. Ωστόσο, η καταστρεπτική επίδραση που ασκεί στην κατάσταση των μισθωτών εργατών μας ενδιαφέρει εδώ λιγότερο από τη βίαιη απαλλοτρίωση του αγρότη, του χειροτέχνη, με δυό λόγια όλων των συστατικών μερών της μικρής αστικής τάξης, που προκαλεί. Πάνω στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν δυό γνώμες, ούτε ακόμα καί στους αστούς οικονομολόγους. Η απαλλοτριωτική αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος εντείνεται επιπλέον με το προστατευτικό σύστημα, που αποτελεί ένα από τα συστατικά του μέρη.

Ο μεγάλος ρόλος που τό δημόσιο χρέος καί το αντίστοιχό του φορολογικό σύστημα παίζουν στην κεφαλαιοποίηση του πλούτου και στην απαλλοτρίωση των μαζών, ώθησε πλήθος συγγραφείς, όπως τον Κόμπετ, τον Ντάμπλνταιη καί άλλους, να κάνουν το λάθος ν αναζητούν σ' αυτό τή βασική αίτια της αθλιότητας των σύγχρονων λαών.

(Κ. Μάρξ, Κεφάλαιο, Τόμος Ι, σ. 779-781)

πηγή: Π. Βήχος

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

Keep walking, του Λεωνίδα Καστανά



του Λεωνίδα Καστανά

Παρακολουθώ με αμηχανία όλες τις πολιτικές και μη δυνάμεις να προσπαθούν να δώσουν λύση στο μεταναστευτικό. Αλήθεια πέρασε ποτέ από το μυαλό μας ότι υπάρχουν και προβλήματα που δεν μπορούμε να λύσουμε; Που δεν έχουν πολιτική ή τεχνική λύση. Που ακόμα και αν  υπάρχει λύση δεν εξαρτάται από μας; Προφανώς όχι, γι’ αυτό ακούγονται και γράφονται διάφορα που θέλουν να συμβάλλουν στη λύση, αλλά είναι τόσο ατελέσφορα.
Φτιάξτε φράκτες, βάλτε σκοπιές, στήστε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ανοίξτε τα ξερονήσια, βάλτε πολυβόλα στον Έβρο να τους αφανίζουν σαν μπεκάτσες, φωνάξτε την Ευρώπη, τη Frontex, το Ράμπο και τους Γκαούρ - Ταρζάν. Δείξτε τη φρίκη του φόβου σας.
 Οι άνθρωποι θα είναι πάντοτε άνθρωποι και θα πηγαίνουν όπου θέλουν πάνω στη γη. 
Οι προϊστορικοί τους πρόγονοι πριν από 100, 60 ή 15 χιλιάδες χρόνια ξεκίναγαν με τα πόδια από το κέντρο της Αφρικής και απλώνονταν σε όλη την υφήλιο. Άντεξαν τις παγετώδεις περιόδους χωρίς επαρκή ρουχισμό, σίγουρη τροφή και τεχνολογία, επέζησαν, πολλαπλασιάστηκαν,  πέρασαν τον Βερίγγειο πορθμό και έφτασαν ποδαράτο μέχρι τη Χιλή. Σιγά μη  κωλώσουν οι απόγονοί τους στο Χρυσοχοΐδη. Ας είμαστε ρεαλιστές. Μήπως σταμάτησε κανείς τον Αννίβα να πάει από την Καρχηδόνα στη Ρώμη, ή  τους Μακεδόνες του Μεγαλέξανδρου να ανέβουν στα Ιμαλάια;
Οι άνθρωποι, είτε εποχούμενοι, είτε πεζή, ένοπλοι ή άοπλοι, με καλές ή κακές προθέσεις θα μεταναστεύουν αναζητώντας την τύχη τους και κανείς μα κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να τους σταματήσει.
«Διασκεδαστικές» για το μεταναστευτικό είναι και οι αφηγήσεις της Αριστεράς, με ιστορίες για τον ιμπεριαλισμό που τους έφαγε τις πλουτοπαραγωγικές τους πηγές και τους ανάγκασε να ξενιτευτούν. Αλήθειες είναι, αλλά τι σημασία έχουν; Και πρέπει λέει εμείς να αγωνιστούμε για την ανάπτυξη των χωρών του 3ου κόσμου, μόλις βέβαια τελειώσουμε με την ανάπτυξη του δικού μας. Και να φροντίσουμε για την κλιματική αλλαγή που ερημοποίησε τα εδάφη τους, και να φροντίσουμε εμείς να απαλλαγούν από τα φαύλα καθεστώτα τους, αφού βέβαια φροντίσουμε πρώτα να απαλλαγούμε από τα δικά μας. Μόνο που αυτά αργούν να γίνουν. Άσε που δεν θα γίνουν και ποτέ.
Ο άνθρωπος μετακινούνταν, παλαιόθεν, αναζητώντας νέους τόπους επιβίωσης. Οι κλιματικές και περιβαλλοντικές αλλαγές επηρέαζαν τη φυτική τροφή του, επηρέαζαν τα ζώα που κυνηγούσε και τα ανάγκαζαν να μεταναστεύσουν με αποτέλεσμα να μετακινείται και αυτός. Ειδικά στις παγετώδεις περιόδους, η επέκταση της ερημοποίησης  στην κεντρική Αφρική ανάγκαζε ανθρώπους και ζώα να μετακινηθούν βορειότερα και ανατολικότερα για να επιβιώσουν.   

Σήμερα ζούμε μια άλλη «παγετώδη» περίοδο. Υπερπληθυσμός, έλλειψη πόσιμου νερού και τροφής, ανίατες ασθένειες,  θρησκευτικές διαμάχες, πόλεμοι και καταπίεση αναγκάζουν τους ανθρώπους να μεταναστεύσουν σε αναπτυγμένες οικονομικά και τεχνολογικά περιοχές, σε πιο ανεκτικές κοινωνίες, όχι μόνο για να επιβιώσουν, αλλά και για να δοκιμάσουν άλλα πολιτιστικά μοντέλα που τους φαντάζουν ελκυστικά. Μπορεί οι «μαύροι» να μας «ενοχλούν» όταν έρχονται στην αυλή μας, αλλά έχουν και αυτοί το δικαίωμα στον κοσμοπολιτισμό.
Όσοι  κάνουν σήμερα αυτό το τεράστιο και επικίνδυνο ταξίδι είναι οι  πιονιέροι του λαού τους, τα πιο ανήσυχα πνεύματα, οι πιο απελπισμένοι, οι πιο τολμηροί, οι πιο ικανοί; Τι να σας πω, πάντως είναι κάτι διαφορετικό, εγώ τους θαυμάζω.
Νομίζουμε ότι εδώ εξαθλιώνονται επειδή κάνουν δουλειές που κανείς μας δεν καταδέχεται; Μήπως έχουμε ιδέα πως ζούσαν στα χωριά τους; Μήπως ξέρουμε τίποτα για AIDS, για επιδημίες, για καιρικά φαινόμενα, για παιδική θνησιμότητα, για πείνα, όχι από έλλειψη χρημάτων, αλλά από έλλειψη τροφής;  
Ζούμε ένα τεράστιο μεταναστευτικό ρεύμα, βρισκόμαστε στην απαρχή μιας νέας εποχής. Η οικονομική και τεχνολογική ανάπτυξη της Κίνας και της Ινδίας μπορεί να συγκρατεί μεγάλο μέρος αυτών των πολυάριθμων λαών στις χώρες τους, αλλά οι λαοί της υπόλοιπης Ασίας και της Αφρικής που λιμοκτονούν ή ζουν σε ένα ασφυκτικό από κοινωνική και πολιτιστική άποψη περιβάλλον, έχουν ανάγκη τη μετανάστευση και θα την κάνουν, ανατρέποντας τις μέχρι χτες παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες.   
Η μαζική είσοδος των ξένων στην Ευρώπη προκαλεί τεράστια προβλήματα, ειδικά σε μια περίοδο οικονομικής ύφεσης. Ανατρέπει τις σταθερές στις εργασιακές και κοινωνικές σχέσεις των βιομηχανικών κέντρων, ενισχύει την εγκληματικότητα, τη ξενοφοβία και το ρατσισμό, υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής κυρίως στις μεγάλες πόλεις. Ωστόσο, είναι ένα ανθρωπολογικό φαινόμενο που είναι αδύνατο να ακυρωθεί.
Μπορούμε αλήθεια να κάνουμε κάτι; Κάτι που να αντιμετωπίζει τους μετανάστες ως ανθρώπους, να κατανοεί το πρόβλημά τους, χωρίς όμως και να καταργεί και τα δικαιώματα των γηγενών πολιτών στον τόπο τους;    
Φαντάζομαι πως το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ανοίξουμε και να διευκολύνουμε τη μετακίνησή τους προς όλη την Ευρώπη. Αν αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να τους χορηγούμε ταξιδιωτικά έγγραφα για να φύγουν βορειότερα, θα πρέπει να το κάνουμε. Αν η συσσώρευση στις μεγάλες πόλεις είναι πρόβλημα, θα πρέπει να τους ενθαρρύνουμε να διαχυθούν σε όλη τη χώρα και να ενταχθούν στις κοινωνίες μας. Για την εγκληματικότητα δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό από την αστυνόμευση και την πρόληψη. Άλλά όσο γίνονται περισσότεροι και η πείνα αυξάνεται, το έγκλημα θα θεριεύει.  Στην κατάσταση που βρισκόμαστε δεν μπορούμε να τους βοηθήσουμε σημαντικά να στήσουν εδώ τη νέα ζωή τους, σίγουρα όμως χρειαζόμαστε σύγχρονα κέντρα υποδοχής για μια στοιχειώδη πρώτη περίθαλψη και καταγραφή και όχι στρατόπεδα συγκέντρωσης. Χρειαζόμαστε πιο οργανωμένα δίκτυα αλληλεγγύης, περισσότερα συσσίτια, καλύτερη περίθαλψη και υποστήριξη. Αν τους αφήσουμε να εξαθλιωθούν ακόμα περισσότερο, αν προσθέσουμε περισσότερη βία κάνουμε το πρόβλημα ακόμα χειρότερο, ακόμα πιο άλυτο.
  Καταλαβαίνω ότι τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα για όλους, αλλά μάλλον θα γίνουν χειρότερα.  Δεν υπάρχει μεταναστευτική πολιτική που να είναι αποδοτική, ποτέ κανείς δεν είχε, ούτε θα την αποκτήσει τώρα η χώρα μας, σε εποχή κρίσης.

Το πρόβλημα είναι παγκόσμιο και άλυτο, γιατί είναι μια φυσική εξέλιξη. Ο άνθρωπος περπατάει, μετακινείται, μεταναστεύει. Κάποτε οι μετανάστες ήμασταν εμείς, αύριο, έτσι όπως πάμε, θα είμαστε και πάλι εμείς. Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με μνημόνιο και σκούρους άγνωστους ανθρώπους. Επειδή όμως δεν έχουμε αποδεχθεί το πρώτο, μας είναι δύσκολο να αποδεχθούμε και το δεύτερο.

Η αυτοκτονία δεν είναι λύση. Λύση είναι η ζωή.

Λαϊκίζοντας χωρίς ντροπή



Η αυτοκτονία δεν είναι λύση. Λύση είναι η ζωή. Η αυτοκτονία είναι διέξοδος για την απελπισία και οπωσδήποτε επιλογή άξια σεβασμού. Στο κάτω κάτω είναι η μοναδική επιλογή που βλάπτει αποκλειστικά το δράστη: η επιτομή της αυτοδιάθεσης, εν τέλει.


Οι αμέτρητες φλυαρίες στις οποίες όλοι θα επιδοθούν για την κοινωνία μας που πώς έχει γίνει έτσι, που οδηγεί τους ανθρώπους στην αυτοχειρία και την απελπισία. Οι κομμένες γέφυρες, οι αποκλεισμένοι δρόμοι, τα αδιέξοδα, θες οικονομικά, θες κοινωνικά, θες πνευματικά. Μπλα μπλα μπλα. Σα να ακούω ακόμα και την Σία ή την Όλγα να τα λένε. Κελ ορρέρ!


Εκτός λοιπόν από κοινοτυπίες, έχεις να πεις τίποτα άλλο; Έχεις να κάνεις κάτι; Κάτι, οτιδήποτε, έστω μικρό. Μη γελιέσαι, στο κάτω κάτω της γραφής, αυτή δεν ήταν η πρώτη αυτοκτονιά της κρίσης, ίσως και να το έχεις ακούσει. Εκατοντάδες οι αυτόχειρες τα τελευταία δυο χρόνια. Αυτή ήταν μάλλον η πιο θεαματική, αλλά νταξει, τα’χουμε αυτά τα θεατρικά εμείς στη Μεσόγειο. Είμαστε δραματικοί τύποι. Αυτό που σοκάρει είναι ακριβώς η επιλογή της «σκηνοθεσίας» αυτής της αυτοκτονίας. Άλλοι απλά έπεσαν από ένα μπαλκόνι ή έριξαν μια σφαίρα στον κρόταφο. Απλά, παστρικά, ήσυχα, χωρίς σκηνική παρουσία. Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει μια δραματικότητα, ένας συμβολισμός στον τόπο και τον τρόπο, κάτι που δε σε αφήνει να αποστρέψεις το βλέμμα και να καθησυχαστείς αντιμετωπίζοντας το σαν έναν ακόμη αριθμό. Έρχεται και στρογγυλοκάθεται μπροστά σου και σου λέει «κοίτα με, είμαι ένα πρόβλημα, είμαι ένα σοβαρό πρόβλημα, μάλλον είμαι
το πρόβλημα, τι θα γίνει, θα κάνεις τίποτα;».

Κι απλά δεν μπορείς να σηκώσεις τα μάτια σου από κει, δεν μπορείς απλά να κουνήσεις το κεφάλι με αποτροπιασμό, τσκ τσκ τσκ, πού έχουμε φτάσει, ζούγκλα γίναμε, ποιος να τό’λεγε και τα τοιαύτοια, και μετά να συνεχίσεις να πλένεις τα πιάτα σου ή να συμπληρώνεις το εξελόφυλλο, λέωγωτώρα. Όχι. Θα στηλώσεις τα μάτια εκεί, στο κέντρο του προβλήματος, που είναι
στο Σύνταγμα, που είναι το Σύνταγμα, είτε εννοείς την πλατεία, είτε εννοείς το θεσμό, κοίτα το, είναι εκεί και περιμένει να κάνεις κάτι. Να αποφασίσεις επιτέλους για τη ζωή σου, να αντιδράσεις, να δείξεις αλληλεγγύη, να σταθείς στα πόδια σου επιτέλους, και να βοηθήσεις και τους διπλανούς να σταθούν. Να σκοτώσεις ρε φίλε, τελικά, το σκυφτό ανθρωπάκι που ήσουν μέχρι χτες, γιατί απλά πλέον, αν μπορείς να συνεχίσεις να είσαι το ίδιο σκυφτό ανθρωπάκι, να το ξέρεις, κάποιος κάποτε θα γυρίσει να σε φτύσει: κι είναι πάρα πολύ πιθανό αυτός ο κάποιος να είναι το παιδί σου.

Μη με παρεξηγείς, δεν έχω καμία όρεξη να σου φορτώνω ενοχές, αυτά είναι ωραία σπορ για ελληνίδες μαμάδες, εγώ μαμά δεν είμαι, κι όσο για ελληνίδα, το κουβεντιάζουμε αν θες. Δεν με ενδιαφέρουν καν οι ενοχές, είναι μια μλκία κ μισή, ένας καλός τρόπος να πλουτίζουν οι φαρμακευτικές τελικά. Ούτε και δυσανάλογες για τα κυβικά σου ευθύνες δεν θέλω να σε φορτώσω. Δεν αναζητώ ήρωες. Δε με ενθουσίασαν ποτέ, εκτός ίσως από όταν ήμουν 15. Αναρωτιέμαι τι να έγιναν οι άνθρωποι, απλά. Κι ούτε καν, σβήστο. Δεν υπάρχουν άνθρωποι καν πλέον. Δεν είναι θέμα ανθρώπων, καλοσύνης, χριστιανικών αξιών και ανθρωπιστικών ευαισθησιών, να τελειώνουμε πλέον με αυτή την παραμύθα, πολύ κράτησε το αστείο. Υπάρχουν αυτοί κι εμείς. Τόσο απλά. Και το εμείς, πες το ταξικό, εγώ λέω να το πω έτσι, αλλά άμα σε χαλάει η «ξύλινη» ορολογία, πες το κοινωνικό, δεν θα τα χαλάσουμε εκεί.


Το ζήτημα είναι πως το τυπάκι πήγε και αυτοκτόνησε στο Σύνταγμα, ενώ πιο πριν το Σύνταγμα είχε πολλάκις καεί, σοδομιστεί, ξεσκιστεί, τσαλαπατηθεί και εξευτελιστεί χειρότερα κι από τα μελαμψά κοριτσάκια που εκδίδονται στη Σωκράτους και στην Πατησίων –και που κάποιους τους ενοχλούν, που για κάποιους, αυτά τα κοριτσάκια είναι το πρόβλημα, ξεφεύγω, το ξέρω, είναι που είμαι κι εγώ υπό το ίδιο σοκ, όσο κι εσύ. Στο θέμα μας λοιπόν, το Σύνταγμα έχει βανδαλιστεί ανερυθρίαστα και ασυστόλως και εξακολουθώ να εννοώ και την πλατεία και τον θεσμό. Κι όμως, μοιάζει αυτό να μην αρκεί, γιατί –λένε κάποιοι- πρέπει να τιμήσουμε τις υποχρεώσεις μας: κάποτε για τιμή μας μάς πούλαγαν ένα όνομα (που το έχουμε ήδη ξεχάσει προφανώς). Τώρα για τιμή μας, ρε φίλε, μας πουλάνε ένα χρέος, που δεν είναι καν δικό μας. Κι ούτε κι αυτό μοιάζει να αρκεί. Ούτε η θεαματική αυτοκτονία μοιάζει να αρκεί. Πάλι,ας πούμε στην Πρωτομαγιά ή στην επόμενη απεργία, λέωγωτώρα, θα κατέβουν κάτω οι γνωστές χιλιάδες που είτε δεν είναι αρκετές, είτε δεν είναι αρκετά αποφασισμένες, είτε δεν έχουν πλάνο, είτε δεν τα βρίσκουν, πάντως μλκ μου, αυτός ο τραπεζίτης ακόμα σε κυβερνάει, αυτοί οι τραπεζίτες ακόμα σε λένε τζάνκ και αποφασίζουν τι θα ξεπουλήσεις, πώς και για πόσα, κι άμα δε σ’αρέσει άντε βρες άλλο ντήλερ.


Ίσως να είναι που ακόμα έχουμε να χάσουμε περισσότερα από τις αλυσίδες μας. Ίσως να είναι που τελικά αυτή η θεραπεία του σοκ είναι καλά μελετημένη και το σχέδιο καλά οργανωμένο. Μπορεί να πεις πως είναι και η ανθρώπινη φύση που αρέσκεται στο βόλεμα. Ναι, θα σου πω. Κι εμένα μου αρέσει το βόλεμα. Σε ποιον δεν αρέσει. Απλά έτσι κι αλλιώς θα ξεβολευτείς βίαια, αν δεν το έχεις πάθει ήδη.


Το θέμα μας λοιπόν είναι ανοίξουμε τα μάτια καλά και να εντοπίσουμε ποιος είναι ο αντίπαλος, να τον κοζάρουμε για να υπολογίσουμε τι δυνατότητες έχει (πολλές, στο λέω). Και να αποφασίσουμε, κυρίως, ποια ζωή θέλουμε να ζήσουμε. Και να καταστήσουμε σαφές σε αυτόν τον αντίπαλο, πως αυτή τη ζώη θα ζήσουμε, είτε του αρέσει, είτε όχι, όσοι κι αν αυτοκτονήσουν, όσα μάρμαρα κι αν σπάσουν, όσος χημικός πόλεμος κι αν εξαπολυθεί, όσες εκλογές κι αν δεν γίνουν, όσοι καραγκιόζηδες κι αν παρελάσουν από τις οθόνες εκτοξεύοντας συλλογικές ευθύνες και μέτρα, όσες προβοκάτσιες κι αν οργανωθούν. Όσα γραφτά κι αν θα κάψουν, όσες αλήθειες κι αν θάψουν.


Έχω ψιλοβαρεθεί να γράφω τα ίδια, παίζει να έχω γίνει και πολύ γραφική δηλαδή, αλλά η πραγματικότητα είναι μία και είναι αυτή, άλλη δεν έχει, και καιρός είναι να τα περάσουμε λίγο στο fast forward τα στάδια του πένθους, όχι άλλη άρνηση, όχι άλλη θλίψη. Και, αντιθέτως από τα αληθινά στάδια του πένθους, όχι άλλη αποδοχή.


Είναι που μιλάμε και για την Ελλάδα και οι αναγωγές στις κλασικές αναφορές είναι ψιλοαναπόφευκτες, όσο και τα βαρετά κλισέ. Αλλά σκέψου για λίγο το Σύνταγμα σαν σκηνικό θεάτρου, δείξε μου λίγο ποιος είναι ο Κρέων, ποιος είναι ο Αίμων, ποια η Ισμήνη και ποια η Αντιγόνη. Κι ας την αλλάξουμε την ιστορία του Σοφοκλή, λέωγωτώρα: να πεθάνει ο Κρέων, κι όχι η Αντιγόνη. Έτσι, γι’αλλαγή.

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

Της «Αυγής» κυριακάτικο ξύπνημα




ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΙΚΟΥΛΗ

Ο άγνωστος κύριος σε προχωρημένο γήρας διάβαζε τις επικεφαλίδες των κυριακάτικων εφημερίδων κι ούτε θα πρόσεχε την είσοδό μου στο κατάστημα ψιλικών, εάν δεν άκουγε την επιλογή μου στον εφημεριδοπώλη, αφού πρώτα τον καλημέρισα, «μου δίνεις την Αυγή;»
Ο άγνωστος κύριος με κοίταξε ξαφνικά, λίγο επίμονα και είπε «Ά... την Αυγή; Να ‘ξερες τι μου θυμίζει...»
-Τι ακριβώς;
-Αν δεν σε χασομερώ, η Αυγή ήταν πρωταγωνίστρια σε ένα γεγονός που  η μνήμη μου το κρατάει ακόμα με επιλεκτική φροντίδα, σαν φωτεινή παρένθεση στη γκρίζα εποχή του φόβου, της σιωπής, της ανέχειας και τη σφοδρή επιθυμία για το αντίθετό της. Πολλές φορές το ζω σαν τραύμα πολέμου που με σουβλίζει στου καιρού τα γυρίσματα. 

Φθινόπωρο του ’57.  Μια Κυριακή, στα ξύλινα καταλλύματα που στέγαζαν τους τριανταέξι εργάτες της εταιρίας «Τεχνοδρόμων Α.Ε.» όταν ανακατασκεύαζε ένα μεγάλο τμήμα της παλαιάς Εθνικής οδού, στα πιο δύσβατα περάσματά της, το πιο απόμακρο, προβληματικό και με πολλά εικονοστάσια... Καταλαβαίνεις...
Εκείνο το συμβάν με μήλος τη έριδος την Αυγή, ανάμεσα στον ψηλό και ιδιότροπο επιστάτη της εταιρίας και σ’ έναν νεαρό εργάτη συγκάτοικο στα παραπήγματα, το αναθυμάμαι πάντα σαν ορόσημο ανάμεσα στη δειλία και την τόλμη, στην εξουσία και τον αντίπαλό της. Ήταν για μας ένας μικρός σεισμός ανεπιθύμητος, αφού τάραζε τις κατεστημένες συνήθειες, τους συμβιβασμούς με την ιδιότροπη φυλακή της ανάγκης.
Εκτός αυτού, ενδόμυχα νιώθαμε τυχεροί και υπόχρεοι σ’ αυτούς που μας προσέλαβαν στη δουλειά και στο πολιτικό μέσο που είχε μεσολαβήσει για την πρόσληψή μας. Την ανεργία τότε, ίσως δεν γνώρισες τι σημαίνει στην κυριολεξία της, όσοι τη ζούσαν τους βλέπαμε σαν δυστυχισμένους, παρακατιανούς, νιώθαμε σχεδόν προνομιούχοι που είχαμε το καθημερινό μεροκάματο, το οποίο μας επέτρεπε, στα όριά του, να σχεδιάζουμε και να ονειρευτούμε όλη εκείνη τη μελωδία των μικρών πραγμάτων, τον ιδιωτικό ωφελιμισμό, που εσείς οι αριστεροί τότε και τώρα αποκαλείται μικροαστικές κακομοιριές.
Έτσι αντέχαμε τη στριμωγμένη ζωή ανάμεσα στα νταμάρια, στα σύννεφα σκόνης, τα φουρνέλα, τις φωνές και τις βρισιές των επιστατών, το θόρυβο απ’ τις μπουλντόζες.  Ήχοι αταίριαστοι που τους είχαμε αποδεχτεί σαν μουσική επένδυση σφηνωμένη στα μηλίγγια, κάτι σαν μαζική παραίσθηση. Κι όταν τελείωνε η δουλειά, αργά το απόγευμα –το οχτάωρο ήταν άγνωστη λέξη– ήταν  οι ώρες σαν μικρή απελευθέρωση.
Κι όταν ερχόταν η Κυριακή, αχ... η Κυριακή αργία, μια γιορτή που μας επέτρεπε λίγη καθαριότητα, την αρκετή απόλαυση του θανάσιμου ύπνου, χρονικό διάστημα να κοιτάξουμε τον ουρανό, τις εικόνες του τοπίου, να φρεσκάρομε την αλληλο-υποτιμημένη μας συναδελφικότητα.  Τη μικρή αυτή αλλαγή τη νιώθαμε σαν να φοράς το τριμμένο, λερωμένο παλτό, με τη φόδρα γυρισμένη απ΄έξω.
Ανάμεσα σε δυο φαλακρές λοφοσειρές, σ’ ένα μικρό κοίλωμα πάνω απ’ το φιδωτό δρόμο ήταν τα καταλύμματα. Στα τέλη του Σεπτέμβρη ήρθαν να προστεθούν δύο καινούριοι εργάτες, νέα παιδιά, νεότεροι από μας, ο ένας αποτυχών σπουδαστής κι ο άλλος ένας γεροδεμένος εικοσάρης, παιδί αυθόρμητο στα λόγια και στις σκέψεις, μέχρι παρεξηγήσεως. Έλεγε πως ήθελε να γίνει αθλητής, ηθοποιός, αεροπόρος κι εμείς τον αντιμετωπίζαμε με κρυφή αντιπάθεια διότι αγνοούσε τι σημαίνει μοιρολατρική αποδοχή των επιλογών του Θεού.
Κάθε Κυριακή το διερχόμενο αυτοκίνητο «Πρακτορείο Αθηναϊκού Τύπου» είχε καθιερωμένο να μας πετά ο συνοδηγός απ’ το παράθυρο μια εφημερίδα, «Εθνικός Κύρηξ», «Ακρόπολη», άντε και κανένα «Βήμα». Έτσι μαθαίναμε, όσοι είχαν κουράγιο και ήξεραν να διαβάζουν, το περίγραμμα της ζωής στον υπόλοιπο κόσμο.
Ένα κυριακάτικο πρωινό ο καινούριος συνοδηγός του πρακτορείου έριξε μια «Αυγή». Πήγε ο νεαρός εργάτης και την πήρε, λίγο βρεγμένη επάνω στα χαλίκια. «Θα τη διαβάσω πρώτα εγώ κι ύστερα οι άλλοι», είπε, κι άρχισε να ψάχνει τις σελίδες της να βρει τα αθλητικά ή καμιά γυμνή, «να σπάσουμε πλάκα», όπως έλεγε. Καταλάβαμε όλοι πως δεν είχε ιδέα τι σημαίνει «Αυγή». Κάποιος τον συμβούλεψε να την πετάξει – «τι δουλειά έχει αυτή εδώ μέσα;», είπε, και δικαιολογημένα, αφού νιώσαμε την παρουσία της σαν θανάσιμη απειλή, αιτία να χάσουμε τη δουλειά μας αν το μάθαινε ο επιστάτης, «το σκυλί» όπως τον λέγαμε, αφού είχε αδερφό εισαγγελέα στο Βόλο, στρατοδίκη στον εμφύλιο, που έστελνε πολλούς αριστερούς στο εκτελεστικό απόσπασμα, κι όπως έλεγαν όσοι τον ήξεραν «ήταν πολύ θεοφοβούμενος». Ο νέος δεν γνώριζε απ’ αυτά. Διάβαζε αμέριμνα τα χοντρά γράμματα, ενώ εμείς αλληλοκοιταχτήκαμε, ίσως και κάποιοι να τον υποψιάστηκαν για αριστερό. 
Εκείνη την εποχή, και ειδικά στην εταιρία μας, ό,τι είχε σχέσει με την Αριστερά απαγορευόταν αυστηρά.  Αριστερός ίσον πρόσωπο ένοχο, παράδειγμα προς αποφυγή. Αν είχες τη ρετσινιά του αριστερού ήσουν καταδικασμένος στη φτώχια, στους διωγμούς, στην οδυνηρή περιπέτεια.  Κι εμείς εκείνο το κυριακάτικο, φθινοπωρινό πρωινό, να έχουμε ανάμεσά μας το έντυπο οπλοστάσιο της κομμουνιστικής «Αυγής»... Καταλαβαίνεις.
Δευτέρα πρωί, έξω έριχνε καταιγίδα, ήρθε το επιστάτης, ο Μάνθος, αγριεμένος, θυμωμένος με τον καιρό και ενημερωμένος όπως φάνηκε. Ρώτησε, «ποιος είναι αυτός που έφερε την Αυγή εδώ μέσα;» Ο νεαρός, ξαπλωμένος όπως ήταν, είπε: «γιατί; κακό είναι;»  Ο επιστάτης δεν περίμενε τέτοια απάντηση. Πιο αγριεμένος, απείλησε: «Δος τη μου εδώ, μη σε πλακώσω, κόπανε...» 
Ο νεαρός σηκώθηκε ατάραχος, λέγοντας: «Άσε τις φοβέρες σε μένα.  Δε στη δίνω, τράβα στην καντίνα να διαβάσεις, όλες τα ίδια λεν, γιατί τόση λύσσα για την Αυγή;» Ο επιστάτης είπε ένα μακρόσυρτο «καλά» κι έφυγε βρίζοντας. Θυμωμένος έδειχνε κι ο νεαρός. Δεν καταλάβαινε τη λογική του παθιασμένου επιστάτη. Ούτε τις δικές μας φοβικές συμβουλές και τι σημαίνει όργανο της ΕΔΑ. «Ακούστε», είπε, «Ό,τι θέλω θα διαβάζω, τι έχει μωρέ η εφημερίδα. Εγώ από πείσμα θα τη διαβάζω, να τον κάνω να σκάσει. Κι όποιου του αρέσει...»
Το συμβάν διαδόθηκε σαν αστραπή. Ο επιστάτης φρόντισε να ενημερώσει το διοικητή του τμήματος χωροφυλακής, το έμαθε ο διοικητής των ΤΕΑ. Την άλλη μέρα πέρασαν δήθεν να ρωτήσουν πως τα περνάμε. Απ’ τους εργάτες των γύρω χωριών μάθαμε ότι το συζητούσαν στα καφενεία ψιθυριστά.  Όλοι είμασταν σίγουροι ότι οι μέρες του νεαρού στη δουλειά ήταν μετρημένες. Δεν ξέραμε όμως πως ο γενικός διευθυντής της εταιρίας ήταν θείος του, κι όταν ο επιστάτης ενημέρωσε την εταιρία για τον ύποπτο νεαρό, ξαφνιάστηκε με την απάντηση του διευθυντή, όταν του είπε: «ασ’ τον, παιδί είναι, δικός μου είναι ...από καθαρή οικογένεια».
Τις μέρες που ακολούθησαν ο επιστάτης φάνηκε αλλαγμένος απέναντί μας. Το ίδιο και οι διάφοροι αξιωματούχοι της εταιρίας – ποιος ξέρει τι είχαν βάλει με το νου τους. Άλλαξε το κλίμα, λιγόστεψε το ωράριο, ακόμα και η κόρη του καντινιέρη, μια ζουμερή εικοσάρα ξεθαρρεμένη με τους διοικούντες του εργοταξίου σε βαθμό να την υποψιαζόμαστε ότι τους εξυπηρετούσε ποικιλοτρόπως, την ώρα του φαγητού είπε: «μωρέ σας έκανε ο νεαρός με τα κρεμμυδάκια, χάσατε τον ύπνο σας».
Ο νεαρός κάθε Κυριακή έπαιρνε την «Αυγή» «υπό την προστασία του», όπως έλεγε. Την πιάναμε κι εμείς στα χέρια μας. Ο νεαρός έφυγε στο τέλος του Νοέμβρη. Τον αποχαιρετήσαμε με κρυφή ανακούφιση και περηφάνια. Ήταν σαν ήρωας που ταρακούνησε το μικρό φοβικό μας σύμπαν.  Εγώ του έσφιξα το χέρι. Είχα συγκινηθεί που τόσο τον είχαμε παρεξηγήσει όταν ήρθε. Με χτύπησε φιλικά στον ώμο.
Πέρασαν χρόνια. Τυχαία τον συνάντησα στο τμήμα συντάξεων του ΙΚΑ. Είχε άσπρα, μαλλιά, ήταν αδύνατος.  Γνωριστήκαμε ξαφνιασμένοι. Λόγια χαράς. Τον ρώτησα αν θυμόταν τότε με την «Αυγή» στα έργα. Μου απάντησε: «ποτέ δεν το ξέχασα»
Εξεπλάγην όταν μου φανέρωσε πως ήταν ενημερωμένος για το τι σήμαινε «Αυγή» και ΕΔΑ όταν ήρθε στο συνεργείο. Είχε ένα φίλο στη συνοικία της πόλης που ζούσε, διωγμένη οικογένεια για πολιτικά φρονήματα. Ο πατέρας ήταν πλασιέ βιβλίων και στο σπίτι διάβαζαν πάντα την «Αυγή». Τέτοιες φιλίες είναι ιερές και δεν τις προδίδεις μπρος στον κάθε επιστάτη βλακόμουτρο. «Εκείνη την ώρα ήταν σαν να υπερασπιζόμουν το φίλο μου και την οικογένειά του. Και από κείνο το συμβάν και μετά έγινα μόνιμος αναγνώστης της «Αυγής». Ακόμα και στη Σουηδία που έζησα μετανάστης, η «Αυγή της Κυριακής» μου είχε γίνει η πιο λαχταριστή συντροφιά, κάτι σαν το σκίρτημα της πρώτης αγάπης, κι ακόμα συνεχίζω... Τώρα καταλαβαίνω βέβαια το περιεχόμενό της, αν και δεν συμφωνώ σε όλα. Τη θέλω πιο ανοιχτή στην ψυχοσύνθεση του αναγνώστη κι όχι μονότονα καταγγελτική. Τη δικαιολογώ όμως, είναι τόσες οι ανάγκες της και παρόλα αυτά τη νιώθω σαν το θαρραλέο φροντιστήριο σκέψης. Κι όπως λέει κι η γυναίκα μου: «η Κυριακάτικη Αυγή είναι η πιο γνήσια ‘καλημέρα’ κόντρα στη μεταλλαγμένη και διαπλεκόμενη πληροφόρηση».


Απόστολος Πλαχούρης

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Το αρχαιότερο επάγγελµα

Το αρχαιότερο επάγγελµα του κόσµου δεν είναι αυτό που νοµίζουµε!





Το αρχαιότερο... ... επάγγελµα του κόσµου δεν είναι αυτό που νοµίζουµε.

 Η µελέτη παλαιολιθικών εργαλείων έχει δείξει πως εδώ και τουλάχιστον δυόµισι εκατοµµύρια χρόνια ακόµη και οι πιο µακρινοί πρόγονοι του ανθρώπου µετέδιδαν τις γνώσεις τους από τη µια γενιά στην άλλη.

 Η εκπαίδευση είναι αρχαιότερη από τη γραφή, αρχαιότερη από την ιδιοκτησία, αρχαιότερη από την κατάκτηση της φωτιάς, αρχαιότερη ακόµη και από τον έναρθρο λόγο.

 Η αξία της... 
... όµως αµφισβητείται δυόµισι εκατοµµύρια χρόνια αργότερα, στην εποχή της υποταγής κάθε κοινωνικής δραστηριότητας στην αγοραία λογική. Για πολλέςδεκαετίες, µέχρι πριν από τριάνταχρόνια, η ιδέα πως η περισσότερη εκπαίδευση θα οδηγούσε σε µεγαλύτερη ατοµική και γενική ευηµερία αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο των ανεπτυγµένων οικονοµιών.

 Ολοι πίστευαν πως «ένα χαρτί» έδινε στουςνέους ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτηµα στον παγκόσµιο «πόλεµο της γνώσης».

 Οµως, τα τελευταία χρόνια, µε την εισβολή των φθηνών χωρών στην παγκόσµια αγορά εργασίας (Κίνας και Ινδίας), πληθαίνουν οι νέοι µε το «χαρτί» που είναι υποχρεωµένοι να ανταγωνίζονται µεταξύ τους για φθηνέςθέσεις εργασίας. Οανταγωνισµός για µείωση του εργατικού κόστους µειώνει και τις δαπάνες των χωρών για την παιδεία. 

 Οπως έγραφε πρόσφατη έκθεση της Ντόιτσε Μπανκ, «η βελτίωση στην ποιότητα του εκπαιδευτικού αποτελέσµατος δεν συνδέεται απαραιτήτως µε αύξηση των δαπανών για την παιδεία». Και ο ΦίλιπΜπράουν, καθηγητής της Κοινωνιολογίας στοΠανεπιστήµιο του Κεντ, διαπίστωνε πως ακόµη και στις οικονοµίες των ΗΠΑ και της Βρετανίας βρίσκει κανείς σήµερα περιορισµένους θυλάκους εργασίας υψηλών γνώσεων ανάµεσα σε µια πληθώρα κακοπληρωµένων θέσεων εργασίας.

 Οι κυβερνήσεις απλώς περιορίζονται να διαχειρίζονται αυτές τις κοινωνικές διαφορές, χωρίς να διαπνέονται από το πνεύµα πως αυτές οι ανισότητες µπορεί να είναι µαχητές ή απορριπτέες. Η έκθεση Θελό για τη γαλλική εκπαιδευτική µεταρρύθµιση έγραφε ξεκάθαρα: 

«Η ιδέα της επιτυχίας για όλους δεν πρέπει να παρεξηγείται. ∆εν σηµαίνει πως το σχολείο πρέπει να εξασφαλίζει σε όλους τους µαθητές του το ανώτατο δυνατό επίπεδο κατάρτισης. Θα ήταν ένας παραπλανητικός ατοµικός στόχος, αλλά και ένα κοινωνικό παράδοξο, αφού τα εκπαιδευτικά προσόντα δεν συνδέονται πια, ούτε καν αόριστα, µε τις δοµές της εργασίας».

Οι ανάγκες... 
... του συστήµατος, λέει ο βέλγος αναλυτής εκπαιδευτικών θεµάτων Νίκο Χιρτ, είχαν οδηγήσει πριν από τριάντα χρόνια σε κάποιον εκδηµοκρατισµό της παιδείας, ο οποίος ανταποκρινόταν στο επίπεδο των προσόντων που απαιτούσε η ανθηρή καπιταλιστική οικονοµία. Σήµερα που ζει µιααπό τις σοβαρότερες κρίσεις της, η αγορά εργασίας απαιτεί µια πόλωση ανάµεσα σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο κατάρτισηςγια τους λίγους και σε λιγότερο ή καθόλου εξειδικευµένη εργασία για τους πολλούς. Από αυτήτην πόλωση προκύπτουν οι κοινωνικές διαιρέσεις στα σχολεία, που γίνονται κλειστές λέσχες για τους πλούσιους και γκέτο για τους φτωχούς – κάτι που πριν από δυόµισι εκατοµµύρια χρόνια σίγουρα δεν είχε περάσει απότον νου των πρωτόγονων ανθρωπίδων. 

ΔΡΟΜΟΙ

ΡΟΥΣΣΟΣ ΒΡΑΝΑΣ , rvranas@dolnet.gr

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

κάνναβη (cannabis)

Το Απαγορευμένο «Ιερό» Φυτό από την Αρχαιότητα ως σήμερα

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ
Φυτρώνει σχεδόν παντού αλλά είναι το υπ’ αριθμόν ένα παράνομο φυτό στον πλανήτη μας! Εδώ και πολλές δεκαετίες οι περισσότερες νομοθεσίες των κρατών της Γης το έχουν θέσει εκτός νόμου –τοποθετώντας το, εντελώς αυθαίρετα και αντιεπιστημονικά, στα λεγόμενα «ναρκωτικά»– κι έχουν απαγορεύσει την καλλιέργεια, ακόμη και την ύπαρξή του. Κι όμως η κάνναβη (cannabis) είναι ένα από τα χρησιμότερα για τον άνθρωπο φυτά, με τα οποία έχει προικίσει η Φύση τον πλανήτη Γη.


Είναι ένα φυτό που, εκτός από τη μη-ναρκωτική ευφορική του ιδιότητα (που οφείλεται στη δραστική ουσία Τετραϋδροκανναβινόλη),, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως κατασκευαστικό υλικό, φωτιστικό λάδι, πηγή ενέργειας και χαρτιού, υλικό για υφάσματα, πανιά και σκοινιά, για χρώματα και βαφές, για φάρμακο και για τροφή για ανθρώπους και για ζώα. Κανένα, απολύτως κανένα, άλλο φυτό δεν έχει τόσες πολλές και χρήσιμες για τον άνθρωπο εφαρμογές, όσο η Κάνναβη. Κι όμως είναι απαγορευμένο. Όχι για λόγους επιστημονικούς ή ιατρικούς, αλλά για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, όπως θα δούμε παρακάτω. «Έχουν καταστήσει παράνομο το υπ’ αριθμόν ένα σημαντικότερο φυτό του πλανήτη», έλεγε αγανακτισμένος ο Timothy Leary από την «ελευθεριάζουσα» δεκαετία του 1960. Πως μπορεί όμως να είναι «παράνομο» ένα φυτό, που δεν είναι καν ναρκωτική ουσία σύμφωνα με τις πιο έγκριτες και ανεξάρτητες επιστημονικές έρευνες που έχουν γίνει ως τώρα; Ένα φυτό από το οποίο δεν έχει αναφερθεί ούτε ένας θάνατος ως σήμερα; (Υπόψιν η «θανατηφόρα δόση» της κάνναβης είναι 150 γραμμάρια, δηλαδή 40.000 μεγαλύτερη τη συνηθισμένη δραστική δόση της! Συγκριτικά, η θανατηφόρα δόση του αλκοόλ είναι μόλις 4-10 φορές μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη του δραστική του δόση. Γι’ αυτό θάνατος από υπερβολική δόση κάνναβης είναι κάτι το πρακτικά άγνωστο).
Η Ιστορία του «Ιερού Χόρτου»
Η σχέση του ανθρώπου με την Κάνναβη χάνεται στα βάθη των χιλιετηρίδων. Από την αρχική της κοιτίδα, που πιθανόν βρισκόταν στην Κεντρική Ασία και στη βόρεια Ινδία, η κάνναβη εξαπλώθηκε με το πέρασμα των αιώνων σ’ ολόκληρο τον ευρασιατικό χώρο, σχεδόν παντού όπου υπήρχαν άνθρωποι. Ο Σουηδός βοτανολόγος του 18ου αιώνα Linnaeus, πίστευε ότι η κάνναβη ήταν ένα είδος φυτού, που ευδοκιμούσε αρχικά στη βόρεια Ινδία. Στη δεκαετία του 1930 όμως, ο Ρώσος βοτανολόγος Nicolai Vavilov κατέδειξε στις μελέτες του ότι το φυτό αυτό προέρχονταν από την περιοχή της Σαμαρκανδής, βόρεια του Αφγανιστάν και του Ινδικού Καύκασου.
Ίχνη κάνναβης με τη μορφή ρούχων, ρητίνης και σπόρων έχουν ανακαλυφθεί σε πολλές αρχαιολογικές περιοχές στην Κεντρική Ασία και στη βόρεια Ινδία, υποδεικνύοντας έτσι ότι η χρήση της, με τη μια ή την άλλη μορφή, ήταν ενδημική σε αυτές τις περιοχές από την αρχαιότητα. Παρ’ όλα αυτά τα παλιότερα αρχαιολογικά ευρήματα με κάνναβη έρχονται από περιοχές της Κίνας και χρονολογούνται αρκετές χιλιάδες χρόνια προ Χριστού. Ίχνη από σχοινί φτιαγμένο από κάνναβη βρέθηκαν σε θραύσματα πήλινων σκευών, ενώ κομμάτια από ρούχα και χαρτί φτιαγμένα από κάνναβη έχουν επίσης δει το φως της αρχαιολογικής σκαπάνης. Ο Ηρόδοτος, το 450 π.Χ., συνέκρινε τα ρούχα από κάνναβη με αυτά από λινάρι, παρατηρώντας ότι μόνο κάποιος έμπειρος θα μπορούσε να αποφανθεί αν είναι φτιαγμένα από κάνναβη ή από λινάρι.
Η ελληνική ονομασία Κάνναβη, με την οποία το φυτό αυτό είναι πλέον γνωστό σε όλο τον κόσμο, προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από τις Ασσυριακές λέξεις «Qunuby» και «Qunabu», που σημαίνουν ένα είδος μεθυστικού καπνού, καθώς οι ψυχοτρόπες και ευφορικές ιδιότητες της κάνναβης ήταν γνωστές από την αρχαιότητα.
Оι Πρώτοι Χασισοπότες
Η αρχαιότερη αναφορά στις θεραπευτικές χρήσεις της βρίσκεται στην κινέζικη σύνοψη των φαρμάκωνΒοτανοθεραπευτική του Κινέζου αυτοκράτορα Shen Nung, που χρονολογείται από το 2737 π.Χ.. Η πρώτη όμως γραπτή αναφορά για την ιατρική χρήση της κάνναβης χρονολογείται γύρω στο 700 π.Χ., όταν ο Πέρσης προφήτης Ζαρατούστρα ανέφερε το φυτό στην πρώτη σειρά μιας λίστας που συνέθεσε από περισσότερα από 10.000 φυτά. Η κάνναβη άρχισε να εμφανίζεται στην κινεζική ιατρική 200 χρόνια μετά. Όλα τα παραπάνω μαρτυρούν την εκπολιτιστική επίδραση που είχε η κάνναβη στην ανθρωπότητα.
Όσον αφορά την ψυχαγωγική χρήση του φυτού, οι Σκύθες είναι οι πιθανότατα οι πρώτοι «χασισοπότες». Αυτοί οι βάρβαροι της στέπας φαίνεται πως καλλιεργούσαν συστηματικά το φυτό στη νότια Σιβηρία από το 700 π.Χ. και πιθανόν αυτοί είναι υπεύθυνοι για την εισαγωγή του στην Ινδία και στην Περσία. Η τελετουργική χρήση του φυτού από τους Σκύθες –αλλά και από άλλες φυλές– καταγράφεται λεπτομερώς και από τον Ηρόδοτο. Ο Έλληνας ιστορικός περιγράφει πώς έστηναν πρόχειρα σκηνές απλώνοντας δέρματα πάνω σε ξύλινες βέργες, μέσα στις οποίες τοποθετούσαν, με τη σειρά, το κεφάλι τους για να εισπνεύσουν τον καπνό που έβγαινε από την κάνναβη που καιγόταν. Αυτή η πρακτική τούς διέγειρε τόσο, ώστε έβγαζαν κραυγές ευχαρίστησης: «Υπήρχεν παρ’ αυτοίς και έτερον δένδρον, το οποίο φέρει περίεργον είδος καρπών. Ούτοι συναθροίζονται καθ’ ομάδας και ανάπτουν πυράν και τοποθετούνται περί αυτήν. Και τότε ρίπτουν εις την πυράν εξ εκείνου του καρπού και όταν οσφραίνονται τον καιόμενον καρπόν μεθύσκονται εκ της οσμής…» (Ηρόδοτος).
Του… Θεού το Χόρτο Η κάνναβη έχει μια πανάρχαιη ιστορία τελετουργικής χρήσης απ’ όλους σχεδόν τους αρχαίους πολιτισμούς. Οι θρησκευτικές τελετές αποδείχτηκαν ένας από τους πρωταρχικούς καταλύτες στη διάδοση του «ευαγγελίου» της μαριχουάνας. Αυτό μάλλον δεν μας εκπλήσσει αν αναλογιστούμε τη στενή σχέση ανάμεσα στις ευφορικές ιδιότητες της κάνναβης και στην έκσταση της θρησκευτικής εμπειρίας.
Από τις μεγάλες θρησκείες μόνο ο Χριστιανισμός αρνείται σταθερά τη «θεϊκότητα» της κάνναβης. Η ισπανική Ιερά Εξέταση κήρυξε μάλιστα παράνομη τη χρήση της κάνναβης τον 12ο αιώνα, με τον ισχυρισμό ότι ήταν ένα «εργαλείο της μαγείας» –μια κίνηση που προσυπέγραψε ο Πάπας Ιννοκέντιος 8ος το 1484, όταν την αποκήρυξε ως «έργο του διαβόλου».
Ο Ινδουισμός, από την άλλη, πάντα αγκάλιαζε ανεπιφύλακτα την κάνναβη, που ονομάζεται στα ινδικά charas. Το φυτό αυτό εμφανίζεται πολύ συχνά στη θρησκευτική μυθολογία της Ινδίας καθώς και στα ιερά κείμενα τις Βέδες, ιδίως σε συνδυασμό με τον Σίβα, τον θεό της καταστροφής.
Σύμφωνα με τον μύθο, ο Σίβα, μια μέρα, είδε τον Κρίσνα να λούζεται στον Γάγγη και τόσο ζήλεψε την ομορφιά του, που του εκτόξευσε ένα βέλος: βρήκε τον στόχο του, μα δεν ήταν θανατηφόρο. Ο πληγωμένος Κρίσνα βγήκε από το ποτάμι, και στο σημείο όπου έπεσε μια σταγόνα από το θείο του αίμα λέγεται ότι βλάστησε το πρώτο φυτό. Ο Σίβα αργότερα ξεκουράστηκε στη σκιά του φυτού και άρχισε να γλύφει τα φύλλα του. Τόσο εντυπωσιάστηκε από τα αποτελέσματά του, που το έκανε φυλαχτό του και έκτοτε έγινε ο άγιος των χασισοποτών.
Η μαριχουάνα και το χασίς συνεχίζουν να θεωρούνται ιερά από τους πιστούς –τους μακρυμάλληδες νομάδες sadhus, που περιπλανιούνται στους προσκυνηματικούς δρόμους σε όλη την Ινδία. Οι sadhus έχουν μαζί τους μόνο τρία πράγματα: μια τρίαινα, μια κούπα ζητιανιάς και μια πίπα. Ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να κάνουν κάθε καλοκαίρι ένα προσκύνημα στην ιερή σπηλιά του Amrinath, ψηλά στα Ιμαλάια του Κασμίρ, εκεί που πιστεύουν ότι είναι ο τόπος γέννησης του Σίβα.
Το χασίς έχει παίξει σημαντικό ρόλο και στον βουδιστικό πολιτισμό. Ο πρίγκιπας Σιντάρτα –ο Βούδας– ζούσε αποκλειστικά με κάνναβη πριν φωτιστεί κάτω από μια μπανανιά τον 5ο αιώνα π.Χ. Η κάνναβη συνεχίζει να θεωρείται ιερή από πολλούς Κινέζους, Θιβετανούς και Νεπαλέζους βουδιστές μέχρι και σήμερα.
Ζωροάστρες, Πρώιμοι Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι «Άγιοι» Χασισοπότες
Οι πρώτοι Χριστιανοί χρησιμοποιούσαν το λάδι της κάνναβης (κανναβέλαιο) για θεραπευτικούς σκοπούς και ως τμήμα της τελετουργίας του βαπτίσματος, για άφεση αμαρτιών και για το «πέρασμα στο Βασίλειο των Ουρανών». Το ίδιο και οι Γνωστικοί που το χρησιμοποιούσαν κατά την τελετουργία του χρίσματος.
Η χρήση του χασίς είχε μεγάλη επιρροή και στην κουλτούρα του Ισλάμ. Μολονότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στοΚοράνι, η χρήση της κάνναβης υιοθετήθηκε ως μια καθαγιασμένη πρακτική από τους ισλαμιστές, πρώην ζωροάστρες, ιερείς του 6ου και 7ου αιώνα. Οι οπαδοί του Ζαρατούστρα, οι ζωροάστρες ή Μάγοι (Magi) όπως είναι επίσης γνωστοί, άσκησαν τεράστια επιρροή στον ισλαμικό μυστικισμό στην κεντρική Ασία και πιθανόν είναι υπεύθυνοι για τη στροφή των Περσών σούφι προς τις απολαύσεις της μαριχουάνας.
Η λαϊκή περσική παράδοση δεν αποκρούει αυτή τη θεωρία, αντιθέτως αποδίδει την εύρεση κάνναβης σε έναν σούφι μοναχό, ονόματι Sheik Haidar. Ο Haidar λέγεται ότι έζησε ασκητική ζωή στα απομακρυσμένα βόρεια βουνά της χώρας. Μια μέρα, καθώς περπατούσε, έπεσε πάνω σε ένα σύδεντρο φυτών μαριχουάνας που λικνίζονταν στο θρόισμα του ανέμου. Καθώς τον έλκυσε η έντονη μυρωδιά τους, ο μοναχός άρχισε να μαζεύει και να τσιμπολογάει τα ρητινώδη λουλούδια τους. Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι ήταν τόσο ψηλά όσο ένα γεράκι. Και καθώς οι σούφι, όμοια με τους Ζωροάστρες, ταυτίζουν τη θεϊκή αποκάλυψη με το να νιώθει κανείς όμορφα, αυτόματα ο μοναχός έφτασε στο συμπέρασμα ότι αυτός ο βολβός ήταν ένα δώρο από τον ίδιο τον Θεό. Από εκείνη τη μέρα, ο Haidar «προσηλυτίστηκε» εφ’ όρου ζωής στη μαριχουάνα και σύντομα προσέλκυσε μαθητές, οι οποίοι, όταν πέθανε, τίμησαν τη μνήμη του δημιουργώντας έναν κήπο από μαριχουάνα γύρω από τον τάφο του. Ο τάφος του έκτοτε αποτέλεσε ιερό τόπο, παραξενεύοντας όμως τους προσκυνητές που έβλεπαν τα αποτελέσματα που είχε η κάνναβη στους μοναχούς: αντί να είναι μελαγχολικοί, όπως θα περίμενε κανείς, ήταν διαρκώς χαρούμενοι…
Το μάσημα του χασίς από τότε «χαλούσε κόσμο» στην Αίγυπτο. Πράγματι, ο Κήπος του Cafour κοντά στο Κάιρο ξεκίνησε ως ένας χώρος όπου οι χασισοπότες μπορούσαν να χαλαρώνουν και να φουμάρουν μέχρι τον 13ο αιώνα, οπότε και τον κατάστρεψαν φανατικοί ισλαμιστές.
Αφγανοί Λάτρεις του Χασίς
Στο μεταξύ, στο Αφγανιστάν, οι λάτρες του χασίς είχαν τον δικό τους Sheik Haidar που άκουγε στο όνομα Baba Ku. Τόσο έντονες είναι οι ομοιότητες μεταξύ των ιστοριών για τον Sheik Haidar και τον Baba Ku, που είναι πιθανόν να προέρχονται από την ίδια πηγή. Όπως ο Sheik Haidar, έτσι και ο Baba Ku χαρακτηριζόταν ευσεβής σούφι. Θεωρείται ότι αυτός πρώτος εισήγαγε το χασίς στο Αφγανιστάν. Αυτός και οι οπαδοί του κατανάλωναν χασίς σε μεγάλες ποσότητες, θεωρώντας το και θεϊκή ευλογία και φάρμακο. Ο Baba Ku, κατά την παράδοση, φούμαρε έναν τεράστιο ναργιλέ. Στον θάνατό του οι μαθητές του έστησαν έναν βωμό προς τιμήν του δασκάλου τους στην πόλη Balk στο βόρειο Αφγανιστάν όπου συνέχισαν να καλλιεργούν την κάνναβη στη μνήμη του.
Στο Αφγανιστάν υπάρχουν ακόμη και σήμερα πολλοί χασισοπότες που σέβονται τη μνήμη του Baba Ku. Αποφεύγουν σκόπιμα να έχουν άλλα αποκτήματα πέρα από χασίς και ζουν νομαδική ζωή. Παρ’ όλα αυτά, κατά διαστήματα συγκεντρώνονται κατά ομάδες, για να φουμάρουν εις ανάμνηση του μεγάλου Baba Ku. Αυτοί είναι από τους πιο σοβαρούς χασισοπότες στον κόσμο, και είναι γνωστό ότι τραβούν 28 γραμμάρια σε μια τζούρα!
Μια ακόμη ισλαμική χώρα φιλική προς την κάνναβη είναι το Μαρόκο. Μολονότι, με όρους παραγωγής χασίς, πρόκειται για «νεαρή» χώρα, οι Μαροκινοί είναι από παλιά γνωστοί για την αγάπη τους για το κιφ/kief –ένα μίγμα χασίς και καπνού που παραδοσιακά το κάπνιζαν σε πίπα (από αυτό προέρχεται και η ελληνική λέξη κέφι!). Κι αυτοί έχουν τον πατρόνα τους, που ακούει στο όνομα Sidi Hiri. Ήταν ένας σούφι που ήρθε στο Μαρόκο από την Αλγερία φέρνοντας το ιερό βότανο μαζί του. Σύμφωνα με τον θρύλο, έζησε νομαδική ζωή, κοιμώμενος μέσα σε σπηλιές, περιφερόμενος στη χώρα, απαγγέλλοντας το Κοράνι και επιστρέφοντας στις χαρές του χασίς…

Η Φονική Αδελφότητα των «Χασισένιων» (Ασσασίνων)


Όλοι γνωρίζουμε τη γαλλική λέξη Ασσασίν, που σημαίνει δολοφόνος. Όμως η λέξη «assassin» προέρχεται από τη λέξη «hashishin», και σημαίνει αυτός που τρώει χασίς. Αυτό το όνομα δόθηκε στην αίρεση των Ισμαηλιτών (11ος αιώνας), που είχαν επίκεντρό τους τα βουνά του Ιράν. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τους Ισμαηλίτες. Η πρόσφατη ιστορία τους σκεπάζεται από μυστήριο και είναι βαμμένη με αίμα. Ο Γάλλος αραβολόγος Sylvestre de Sacy, δήλωσε γι’ αυτούς: «Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η ονομασία δόθηκε στους Ισμαηλίτες λόγω της χρήσης ενός τοξικού υγρού ή ενός παρασκευάσματος, που ακόμη είναι γνωστό στην Ανατολή με το όνομα χασίς». Η αίρεση ιδρύθηκε και διοικήθηκε από τον Sheikh Hasan ibn al-Sabah, έναν Πέρση Ισμαηλίτη που ισχυριζόταν ότι στις φλέβες του κυλούσε βασιλικό αραβικό αίμα.
Ο κόσμος τού απέδωσε τον χαρακτηρισμό «Ο Γέρος του Βουνού». Τέτοιες ήταν οι ικανότητες του Hasan ως αντάρτη, που το 1090 κατέλαβε με έφοδο το σχεδόν απόρθητο οχυρό του Alamut, που ήταν χτισμένο σε αφιλόξενα βουνά ύψους 3.000 μέτρων και διέθετε μια πανοραμική άποψη του κύριου εμπορικού δρόμου ανάμεσα στις ακτές της Κασπίας και της ορεινής Περσίας.
Ο «Γέρος του Βουνού» χρησιμοποίησε το Alamut για να εκπαιδεύσει μια ομάδα νεαρών πολεμιστών μεταξύ 12 και 20 ετών. Τους στρατολόγησε από τη γύρω περιοχή και απαίτησε ολική αφοσίωση από αυτούς ενόσω τους προετοίμαζε για αυτοκτονικές αποστολές.
Ο Μάρκο Πόλο περιγράφει πώς ο Hasan πρώτα τους έδινε ναρκωτικά και, αφού βυθίζονταν σε έναν βαθύ ύπνο, μυστικά τους μετέφερε σε έναν κήπο επίγειων απολαύσεων μέσα στους τοίχους του Alamut ως μέρος της μύησής τους. Όταν ξυπνούσαν και συνειδητοποιούσαν ότι βρίσκονται σε ένα τόσο μαγικό μέρος, πίστευαν ότι βρίσκονται στον ίδιο τον Παράδεισο.
Με τη γεύση του χασίς ακόμη στα χείλη τους και με τις διδασκαλίες του Hasan, ότι ο θάνατος είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, ακόμη να ηχούν στ’ αφτιά τους, οι εκκολαπτόμενοι Ασσασσίνοι άφοβα θα ξεχύνονταν για τις δολοφονικές αποστολές τους. Τους υποσχόταν ότι όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα, εκείνοι θα επέστρεφαν θριαμβευτές στον παράδεισό του χασίς.
Οι ίδιοι οι Ασσασσίνοι θεωρούσαν ότι είναι αγωνιστές της ελευθερίας των Ισμαηλιτών, αλλά οι γειτονικοί πολεμικοί αρχηγοί και οι πολιτικοί τους τούς θεωρούσαν δημόσιο κίνδυνο και τρομοκράτες, έπειτα από μια σειρά πολιτικών πολυσυζητημένων δολοφονιών που συγκλόνισαν τον αραβικό κόσμο.
Όπως οι Σταυροφόροι, έτσι κι αυτοί επανέφεραν στο προσκήνιο τρομακτικές ιστορίες για απίστους άγριους, που δεν γνώριζαν τι θα πει φόβος. Χαρακτηριστικό ήταν ένα περιστατικό που διηγήθηκε ο Γάλλος Κόμης Henry of Champagne, που επισκέφτηκε το Alamut το 1194 και δοκίμασε την ανδρεία τους από πρώτο χέρι. Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο Hasan διέταξε δύο από τους άνδρες του να πυρποληθούν στον προμαχώνα του κάστρου ως ένδειξη νομιμοφροσύνης, πράγμα που εκείνοι έκαναν πρόθυμα!
Η αίρεση συνέχισε να υπάρχει και μετά τον θάνατο του ηγέτη της και να αποτελεί τη μάστιγα της Περσίας και των αραβικών κρατών. Τον Hasan διαδέχτηκαν αρκετοί άλλοι αρχηγοί πριν το βουνό-προπύργιο καταληφθεί τελικά από ομάδες μογγολικών ορδών το 1256 κι έτσι αυτή η φονική «χασισένια» αδελφότητα παρήκμασε κι εξαφανίστηκε.
Η Διασπορά της Χασισοποτείας στην Ευρώπη και στο Νέο Κόσμο Η δημοτικότητα της κάνναβης ως ψυχαγωγικής ουσίας ήταν μεγάλη στα τέλη του 14ου αιώνα χάρη στον Μεγάλο Ταμερλάνο. Οι κατακτήσεις του Ταμερλάνου άλλαξαν το γεωπολιτικό σκηνικό της περιοχής και άνοιξαν νέους εμπορικούς δρόμους από τη Μογγολία προς τη Μεσόγειο. Ο Ταμερλάνος ήταν άμεσα υπεύθυνος για την εισαγωγή της κάνναβης σε περιοχές-κλειδιά του Αφγανιστάν, της Ινδίας και του Νεπάλ.
Η κάνναβη, στο μεταξύ, είχε ήδη φτάσει στην Ευρώπη με τη Μαυριτανική μουσουλμανική κατοχή της Ισπανίας τον 8ο αιώνα. Οκτώ αιώνες αργότερα, ο Χριστόφορος Κολόμβος άνοιξε πανιά για τον Νέο Κόσμο όπου έφτασαν και οι Ισπανοί κονκισταδόρες που πρωτοστάτησαν στην καλλιέργεια της κάνναβης.
Η συναλλαγή αυτή δεν ήταν μονόδρομος: Ο Παλιός Κόσμος έδωσε στο Νέο Κόσμο την κάνναβη, κι εκείνος ανταποκρίθηκε παραδίδοντας στην Ευρώπη την καλλιέργεια του καπνού. Από τότε οι δύο αυτοί «κόσμοι» –η ντόπα και ο καπνός– είναι αλληλεξαρτώμενοι. Η καθολική τρέλα για καπνό, που ακολούθησε την ανακάλυψη της Αμερικής από τους Ευρωπαίους, διεύρυνε σημαντικά την ανάγκη για κάνναβη και πυροδότησε την τεράστια αύξηση στο διεθνές εμπόριο που ακολούθησε.
Την ίδια περίοδο η ποντοπόρα ναυτιλία της Ευρώπης άκμασε κι αυξήθηκε η ανάγκη για κάνναβη. Τα προϊόντα από κάνναβη αποδείχτηκαν κατάλληλα για τις ανάγκες των ναυτικών πλοίων: τα πανιά, τα ξάρτια, τα σχοινιά, τα δίχτυα και οι σημαίες μπορούσαν να γίνουν όλα από αυτό το φυτό.
Ήταν τέτοια η σπουδαιότητα της κάνναβης εκείνη την εποχή, που, όταν η πρόσβαση του Βρετανικού Ναυτικού σε αυτό στην Ανατολική Ινδία κόπηκε από τους Ολλανδούς στα τέλη του 16ου αιώνα, ο βασιλιάς James Ι διέταξε τους Βορειοαμερικανούς αποίκους του να αρχίσουν να το καλλιεργούν. Έτσι η κάνναβη δεν άργησε να γίνει κύριο προϊόν καλλιέργειας στην Ανατολική Ακτή της Αμερικής και ειδικά στη Βιρτζίνια, κι όπου οι αγρότες δεν τα κατάφερναν να το καλλιεργούν δέχονταν πρόστιμα.
Πράγματι, όπως έχει τονίσει ο ιστορικός της κάνναβης, Jack Herer, το φυτό αυτό έπαιξε έναν ρόλο-κλειδί στην Αμερικανική Ιστορία. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας τυπώθηκε σε χαρτί από κάνναβη, ενώ οι καουμπόηδες της Άγριας Δύσης ταξίδεψαν σε κομβόι του οποίου τα βαγόνια ήταν καλυμμένα από κάνναβη. Και αργότερα ακόμη, στη μεγάλη ζήτηση χρυσού στην Καλιφόρνια το 1849, οι μεταλλοδίφες φορούσαν τα αυθεντικά Levis, που κατασκευάζονταν από κάνναβη και είχαν ανθεκτικές τσέπες, ώστε να βαστάνε τα σακουλάκια από βαριά σκόνη χρυσού που έλπιζαν να κρύβουν μέσα τους.
Η χρησιμότητα του φυτού δεν σταματά εδώ: σύδεντρα κάνναβης χρησιμοποιούταν συχνά σε αγροτικές καλλιέργειες, για να δράσουν σαν ανεμοφράκτες ή να συγκρατούν τη διάβρωση του εδάφους, ενώ ίνες από κάνναβη χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μονωτικών πλακών, που άντεχαν και στη φωτιά και στον θόρυβο.
Μολονότι τα προϊόντα της κάνναβης καθιερώθηκαν και στις δύο μεριές του Ατλαντικού από την αρχή του 19ου αιώνα, το ενδιαφέρον Ευρωπαίων και Αμερικανών για τις ιατρικές και ψυχαγωγικές δυνατότητες του φυτού άργησε να απογειωθεί.
Οι Γάλλοι στρατιώτες πρωτοσυνάντησαν την ντόπα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798. Ο Βοναπάρτης απαγόρευσε τη χρήση της κάνναβης, κάτι όμως που αγνοήθηκε συστηματικά και από τους ντόπιους και από τους δικούς του, οι οποίοι κατέληξαν να πάρουν τη συνήθεια μαζί τους πίσω στη Γαλλία.
Η Λέσχη των Χασισοποτών

Charles Baudelaire: Τα “Άνθη του Κακού”…
Η εμφάνιση της νέας ψυχοτρόπου ουσίας αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον της γαλλικής ιατρικής κοινότητας, και από το 1840 ποικίλες εφαρμογές της κάνναβης διατίθονταν ελεύθερα σε πολλά φαρμακεία του Παρισιού. Η ψυχαγωγική της χρήση επίσης διαδόθηκε και έγινε της μόδας με την ίδρυση της Λέσχης των Χασισοποτών –μια λέσχη που προσήλκυε την αφρόκρεμα της γαλλικής κουλτούρας.
Την ίδια στιγμή που οι Γάλλοι ανακάλυπταν τη χαρά του χασίς στην Αφρική, οι Βρετανοί αποικιοκράτες το συναντούσαν στην Ινδία. Οι Ινδοί είχαν ήδη αναπτύξει ένα ιδιαίτερα περίπλοκο δίκτυο διανομής της κάνναβης πολύ πριν φτάσουν οι Βρετανοί. Το εμπόριο χασίς και μαριχουάνας φορολογήθηκε και ρυθμίστηκε αυστηρά, διοχετευόμενο πλέον μέσα από επίσημα κυβερνητικά μαγαζιά. Ο βολβός του χασίς εισαγόταν από το Τουρκεστάν εκείνη την περίοδο, ενώ η μαριχουάνα καλλιεργούταν οικιακά, κυρίως γύρω από τη Βεγγάλη. Η χρήση της κάνναβης στην Αγγλία ήταν πολύ διαδεδομένη, ακόμη και για ιατρικούς σκοπούς: η ίδια η Βασίλισσα Βικτωρία τη χρησιμοποιούσε ως παυσίπονο.
Οι ψυχοδιεγερτικές ιδιότητες του χασίς έγιναν γνωστές στο γαλλικό κοινό από τον Δρ. Jacques Joseph Moreau. Χρησιμοποιώντας ο ίδιος τον εαυτό του ως πειραματόζωο, ερεύνησε και δημοσίευσε, στις αρχές του 1840, δύο σημαντικές μελέτες για τα αποτελέσματα του χασίς. Εκτός από τους παρανοϊκούς φόβους και την αποξένωση, ο Μορώ περιέγραψε τα φαιδρά όνειρα και τις ψευδαισθήσεις που υπέστη υπό την επήρειά του.
Οι ποιητές Μποντλαίρ και Γκοτιέ πήγαν να ακούσουν μια ομιλία του Μορώ. Τους φάνηκε ιδιαίτερα προκλητική. Το χασίς ήταν καινούργιο, εξωτικό και ανατολίτικο –στην πραγματικότητα, ταίριαζε με την παρακμιακή αισθητική που επιχειρούσαν να αναπτύξουν εκείνη την εποχή. Εξασφαλίζοντας την καθοδήγηση και υποστήριξη του Δρ Μορώ, καθιέρωσαν μηνιαίες συναντήσεις της Λέσχης των Χασισοποτών στα μεγαλοπρεπή σαλόνια του μπαρόκ ξενοδοχείου του 17ου αιώνα, του Hotel de Lausan, στην μποέμικη Quarter Latin του Παρισιού. Άλλα διακεκριμένα μέλη της λέσχης ήταν ο ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά και ο συγγραφέας Αλέξανδρος Δουμάς. Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ και ο Βίκτωρ Ουγκώ ήταν τακτικοί επισκέπτες.

Μια Ευκαιρία στον «Παράδεισο» να Πάω… Υπάρχουν πολλές καταγραφές των όσων διαδραματίζονταν κατά τις συναντήσεις της λέσχης. Ο Γκοτιέ, συγκεκριμένα, μας άφησε μια υπέροχη ατμοσφαιρική διήγηση για την πρώτη συνάντηση της λέσχης: «Το παλιό σκουριασμένο μάνταλο άνοιξε και η πόρτα από ογκώδη μαδέρια στηριζόταν στους μεντεσέδες». Μόλις μπήκε μέσα, ο Γκοτιέ αναφέρει πώς ο Δρ Μορώ τού προσέφερε ένα ασημένιο κουτάλι χασίς, ψιθυρίζοντας συνωμοτικά: «Αυτό θα αφαιρεθεί από το μερίδιό σου στον Παράδεισο». Μετά, καθώς το χασίς άρχισε να κάνει τη γύρα, ο Γκοτιέ σημειώνει πώς ξαφνικά «όλα φαίνονταν μεγαλύτερα, πλουσιότερα, πιο λαμπρά… Το νερό που ήπια έγινε το πιο εξαιρετικό κρασί, το κρέας στο στόμα μου έμοιαζε με φράουλες, οι φράουλες με κρέας. Δεν μπορούσα να διακρίνω ένα ψάρι από ένα κοτολέτα».
Παρατηρεί, επίσης, ότι ένας από τη συντροφιά είχε λιποθυμήσει στην καρέκλα του, «τα μάτια του απλανή και τα χέρια του ακίνητα» και πώς αφέθηκε να βυθιστεί στην άπατη θάλασσα του τίποτα». Εκφράσεις όπως «τι ευτυχία» «κολυμπώ στην έκσταση» και «βυθίζομαι στα βάθη της ευχαρίστησης» ηχούσαν μεταξύ των μακάριων συνδαιτυμόνων.
Καθώς η βραδιά προχωρούσε, ο Γκοτιέ περιγράφει πώς η αρχική προσβολή στις αισθήσεις του υποχωρούσε και έδινε τη θέση της σε μια αίσθηση ευεξίας: «Ο αέρας με χάιδευε σχηματίζοντας άπειρες ηδονικές ρουφήχτρες. Μια ευχάριστη απάθεια με συνεπήρε πάνω στον καναπέ». Ένιωθε το σώμα του να διαλύεται και να γίνεται διαπερατό, με φαντασμαγορικά κύματα ήχων και χρώματος να τον αποπλένουν. Όμως ο καημένος ο ποιητής έχει νανουριστεί σε μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας και η ηρεμία του σύντομα θρυμματίζεται από μια σειρά τρομακτικών ψευδαισθήσεων. Κοιτώντας σε έναν καθρέφτη –πάντα μοιραίο για έναν μαστουρωμένο– βλέπει ότι έχει μεταμορφωθεί σε έναν μπλε ελέφαντα. Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο και η παράνοια αρχίζει. Μόνο όταν ο Γκοτιέ φτάνει στο σπίτι, τελικά συνέρχεται, εξαντλημένος και σοκαρισμένος, από την επήρεια του χασίς.
Ο Μποντλαίρ έγραψε κι αυτός με λεπτομέρειες για τις εμπειρίες του εκεί, παρομοιάζοντας την επήρεια του χασίς με μια προβολή μεγαλοποίησης της πραγματικής ζωής και της καθημερινότητας. Γράφει πώς τα φώτα και τα χρώματα αποκτούν μια επιπρόσθετη ένταση και πώς οι αισθήσεις μπερδεύονται. «Το χασίς πάντα προκαλεί μεγαλοπρέπεια φωτός, λαμπρότητα χρώματος, σειριακές εμφανίσεις ρευστού χρυσού… Οι ήχοι μεταμφιέζονται σε χρώματα, τα χρώματα ανθίζουν μέσα σε μουσική».
Η Λέσχη των Χασισοποτών ήταν ορόσημο στην ιστορία της κάνναβης. Μέσα από τις σημειώσεις και τα αρχεία του Μποντλαίρ, του Γκοτιέ, του Μορώ και άλλων αναγνωρίζουμε την πρώτη ικανοποιητική ανάλυση που επιχειρήθηκε στη Δύση για το ευφορικό φυτό και τις συνέπειές του.
Αμερικανικό Πάθος για Κάνναβη
Η μεγαλύτερη επιρροή της κάνναβης εκείνη την εποχή ήταν στη Βόρεια Αμερική. Μια πληθώρα προϊόντων μαριχουάνας άρχισε να εμφανίζεται σε αμερικάνικα φαρμακεία, συμπεριλαμβανομένων τσιγάρων γαρνιρισμένων με κάνναβη, που λεγόταν ότι κάνουν θαύματα στους ασθματικούς.
Η ψυχαγωγική χρήση της κάνναβης επίσης συνέχισε. Η περιέργεια του συγγραφέα Fitz Huge Ludlow –φίλου και σύγχρονου του Μαρκ Τουέιν– είχε διεγερθεί από τις αναφορές για τη Λέσχη των Χασισοποτών στο Παρίσι, και αποφάσισε να επιχειρήσει ο ίδιος κάποια έρευνα. Κράτησε σημειώσεις από τις δικές του εμπειρίες με κάνναβη, που δημοσίευσε σε μορφή βιβλίου το 1857 –μια φανταστική και κάπως παραφουσκωμένη δουλειά.
Το πάθος της Αμερικής για μαριχουάνα τροφοδοτήθηκε περαιτέρω μέσα από τη Philadelphia’ s Centennial Exposition του 1876. Επρόκειτο για ένα Τουρκικό Περίπτερο Χασίς, οι επισκέπτες του οποίου προσκαλούνταν να γευτούν μια τζούρα ναργιλέ. Το θέαμα είχε τεράστια επιτυχία με πλήθος κόσμου να συρρέει εκεί. Μέσα σε μια δεκαετία κάθε αμερικανική πόλη που «σεβόταν» τον εαυτό της διέθετε κάποιο «άντρο» χασίς. Εκτός από τη Φιλαδέλφεια παρόμοιες αδελφότητες ξεφύτρωναν σε διάφορες πόλεις, όπως το Σικάγο, η Νέα Ορλεάνη, η Νέα Υόρκη και η Βοστόνη. Μέχρι το 1880 υπολογιζόταν ότι υπήρχαν περισσότερες από 500 τέτοιες μόνο στη Νέα Υόρκη.
Ένα άρθρο στο περιοδικό Harper το 1883 περιέγραφε μια από αυτές. Ο τόνος του αρθρογράφου ήταν φτηνή επίδειξη εντυπωσιασμού, καθώς έμενε στο ότι οι καπνιστές φορούσαν παντόφλες, μεταξωτούς μανδύες και καπέλα με φούντες, και ότι έγερναν στις καρέκλες τους σε κωματώδη κατάσταση. Περιγράφονται ως εντελώς τρελοί, χαμένοι σε όνειρα, επιδιδόμενοι σε ζωηρές συζητήσεις με τον εαυτό τους και παραπατώντας ολόγυρα τυφλωμένοι, υποκείμενοι σε παράλογα ξεσπάσματα νευρικού γέλιου και ψευδαισθήσεις…

Η Απαγόρευση της Κάνναβης Η Αμερική, όπου το πάθος για την κάνναβη ήταν μεγαλύτερο, πρωτοστάτησε στην απαγόρευση της. Η πληθώρα των πλεονεκτημάτων και οι πολυποίκιλες εφαρμογές καθιστούσαν την κάνναβη υπολογίσιμο ανταγωνιστή των προϊόντων πολλών βιομηχανικών κλάδων (πετρελαιοειδή, οινόπνευμα, καπνός, χημικά φάρμακα, χαρτοπολτός κ.α.), που συνεργάστηκαν στενά για να πετύχουν την απαγόρευσή της.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η κάνναβη ήταν αδιαμφισβήτητα καθιερωμένη ως αξιόλογο και ακίνδυνο θεραπευτικό μέσο που συγκέντρωνε την επιδοκιμασία και την εκτίμηση του ιατρικού κόσμου: Μέχρι το 1937, το βασικόΕγχειρίδιο Φαρμακοποιίας και το Εθνικό Συνταγολόγιο των ΗΠΑ, αναφέρει την ως ακίνδυνο φάρμακο κατάλληλο για ένα ευρύτατο φάσμα ασθενειών. Αλλά το 1937 θεσπίστηκε ο νόμος Marihuana Tax Act, με τον οποίο ουσιαστικά ποινικοποιήθηκε η καλλιέργεια, η κατοχή, η χρήση και η εμπορία της Ινδικής Κάνναβης και των παραγώγων της.
Τα κρίσιμα χρόνια για την απαγόρευση της κάνναβης ήταν η περίοδος 1930-1937, που σφραγίστηκαν από τα παρακάτω γεγονότα. Το 1930 δημιουργήθηκε το «Ομοσπονδιακό Γραφείο Ναρκωτικών». Μέχρι το 1932 η φαρμακοβιομηχανία είχε τη δυνατότητα να παράγει μαζικά χημικά προϊόντα. Το 1933 έγινε η άρση της Ποτοαπαγόρευση και το αλκοόλ άρχισε και πάλι να πουλιέται ελεύθερα. Έγινε εφικτή η κατασκευή μηχανών για την παραγωγή χαρτιού από δασική ξυλεία. Τέλος την ίδια εποχή έγινε δυνατή η μαζική εισαγωγή στην αγορά των προϊόντων της πετροχημικής βιομηχανίας και του νάιλον. Για όλους αυτούς τους λόγους η κάνναβη έπρεπε να βγει από την μέση κι έτσι απαγορεύτηκε ως «επικίνδυνο ναρκωτικό». Οι Αμερικανοί χρήστες της κάνναβης έπρεπε πλέον να περάσουν στην παρανομία και να κωδικοποιήσουν τη συμπεριφορά και το λεξιλόγιο τους. Έτσι, ο καρτουνίστας Έλζι Σίγκαρ, ο δημιουργός του Ποπάϋ, έβαλε τον διάσημο ναύτη του να τρώει δυναμωτικό «σπανάκι»: «Σπανάκι» (Spinach) ήταν κατά την δεκαετία του 1930 η κωδική ονομασία της μαριχουάνας. Οι απαγορεύσεις όμως δεν εξοβέλησαν την κάνναβη από την αμερικανική κοινωνία, που πήρε την ρεβάνς της κατά τη δεκαετία του 1960 με το κίνημα των «χίπις»…
Το Κίνημα των Χίπης και η Αδελφότητα της Αιώνιας Αγάπης

Η κουλτούρα της κάνναβης άλλαξε για πάντα με τον ερχομό των χίπις. Η κατανάλωση αξιοσημείωτων ποσοτήτων χασίς ταυτίζονταν με τον τρόπο ζωής των χίπις. Και κάθε χασισοπότης που σεβόταν τον εαυτό του κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έπρεπε να καλύψει τουλάχιστον έναν τμήμα της διαδρομής των χίπις με κατεύθυνση τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής μαριχουάνας της εποχής, όπως ήταν η Ινδία, το Νεπάλ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, ο Λίβανος και το Μαρόκο.
Οι χίπις έκαναν την εμφάνισή τους στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο αριθμός τους όμως αυξήθηκε σημαντικά μετά το 1968 – τη χρονιά που οι Beatles έκαναν το προσκύνημά τους στην Ινδία, για να καθίσουν στα πόδια του γκουρού τους, του Maharishi. Τυπικά οι χίπις βρίσκονταν στις μεγάλες πόλεις της Δύσης, αργότερα όμως οι πιο περιπετειώδεις απ’ αυτούς ξεκίνησαν να εξερευνούν πιο απομακρυσμένες περιοχές, ανιχνεύοντας συχνά διαδρομές που άνοιξαν αρχικά οι προηγούμενοι χασισοπότες. Και όπου πήγαιναν, αναζητούσαν το καλύτερο ποιοτικά χασίς που μπορούσαν να βρουν.
Η «Αδελφότητα της Αιώνιας Αγάπης», μια ημιθρησκευική ομάδα χίπις από την Καλιφόρνια, δικαιολογεί μια υποσημείωση στην ιστορία του χασίς. Σεβόμενη τον ακαδημαϊκό του Μπέρκλεϊ, Τίμοθυ Λίρυ, –επινοητή του διάσημου μότο «άναψε, ρούφα, φύσα»– ως γκουρού της, θυμόμαστε σήμερα την αδελφότητα κυρίως ως υπέρμαχο του LSD. Παρ’ όλα αυτά, εκτός από αυτές τις δραστηριότητές της –που περιλάμβαναν την κατασκευή, τη διανομή και την ανεπιτυχή προσπάθεια να νοθευτεί με LSD όλο το απόθεμα νερού στην Αμερική– κάποιο άλλο από τα επικερδή της πάρεργα ήταν η λαθρεμπορία τεράστιων ποσοτήτων χασίς από το Αφγανιστάν προς τη Βόρεια Αμερική κατά το τέλος της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του 1970.
Τα πρώτα φορτία πουλήθηκαν στις αγορές της Kandahar το 1968 έναντι 20 δολαρίων το κιλό. Βαθμηδόν οι αποστολές φορτίων ήταν όλο και μεγαλύτερες και το αφγανικό χασίς άρχισε να κατακλύζει την Αμερική και τον Καναδά, όπου έγινε γνωστό ως «Afghani Primo»…
TD: Το «Τσιγάρο της Αλήθειας» της CIA
Οι αποχαρακτηρισμοί των πρώιμων απόρρητων εγγράφων της CIA, που έλαβαν χώρα έπειτα από προεδρικά διατάγματα το 1977 και το 1995, απεκάλυψαν πως τόσο η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ, όσο και ο προκάτοχός της, το Γραφείο των Στρατηγικών Υπηρεσιών (Office of Strategic Services ή OSS), που ήταν η υπηρεσία πληροφοριών της εμπόλεμης Αμερικής (ιδρύθηκε το 1942), χρησιμοποίησαν όχι μόνον ναρκωτικές ουσίες, όπως π.χ. η μεσκαλίνη, η κοκαΐνη κ.α. αλλά και την ευφορική κάνναβη, στα πλαίσια της αναζήτησης μιας ψυχοτρόπου «ουσίας της αλήθειας», που θα «έλυνε το στόμα» των ανακρινόμενων, αποσπώντας από αυτούς κάθε χρήσιμη πληροφορία.
Την άνοιξη του 1943 η ειδική επιτροπή του OSS αποφάσισε πως η μαριχουάνα (cannabis indica) έδινε τις μεγαλύτερες υποσχέσεις ως «ουσίας της αλήθειας», και ξεκίνησε έτσι ένα πρόγραμμα δοκιμών σε συνεργασία με το Σχέδιο Μανχάταν, το άκρως απόρρητο σχέδιο για την κατασκευή της πρώτης αμερικανικής ατομικής βόμβας. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε μαριχουάνα σε υγρή μορφή, που αποκαλούνταν «TD» και η οποία είχε μια σειρά από δυσάρεστες παρενέργειες σε όσους άθελά τους την κατανάλωσαν. Η συγκεκριμένη ουσία «δεν δούλεψε με τον τρόπο που ήθελαν» και τα «αντικείμενα του πειράματος» αρρώστησαν από τους πολλούς εμετούς και κατέληξαν στο νοσοκομείο.
Τότε ήταν που οι ειδικοί επιστήμονες του OSS αποφάσισαν πως ο καλύτερος τρόπος για να απορροφηθεί η μαριχουάνα ήταν η έγχυση της στον καπνό. Δεν άργησαν λοιπόν να καταλήξουν στο συμπέρασμα πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος διανομής της ουσίας τετραϋδροκαναβινόλη (ΤΗC) ήταν ο ίδιος που χρησιμοποιούσαν εδώ και δεκαετίες οι μουσικοί του περιθωρίου, δηλαδή τα τσιγάρα. Σύμφωνα με έγγραφα του OSS η ανάμειξη καπνού με μαριχουάνα και το κάπνισμα τους προκαλούσε μια «κατάσταση ανευθυνότητας, που δημιουργούσε στο χρήστη μια φλυαρία και μια ελευθεριότητα στην μετάδοση των πληροφοριών που κατείχε».
Η πρώτη πραγματική δοκιμή αυτού του τσιγάρου, που περιείχε μείγμα καπνού και μαριχουάνας, έλαβε χώρα στις 27 Μαΐου του 1943. Αντικείμενο πειραματισμού ήταν ο Άουγκουστ Ντελ Γκράτσιο (August Del Gracio), ένας φημισμένος ιταλικής καταγωγής γκάνγκστερ της Νέας Υόρκης. Τον προσέγγισε ο Τζορτζ Γουάϊτ (George White) ένας αξιωματικός του Στρατού, που αποσπάστηκε στον OSS από το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ναρκωτικών (FBN). Αυτός επισκέφτηκε τον Ντελ Γκράτσιο στο διαμέρισμά του, όπου και του έδωσε να καπνίσει το «ειδικό τσιγάρο». Ήθελε να εκμαιεύσει από τον Ιταλό μαφιόζο πληροφορίες σχετικά με τις διασυνδέσεις της ιταλικής μαφίας της Νέας Υόρκης με πράκτορες του Άξονα (η φασιστική Ιταλία ήταν τότε ακόμη σύμμαχος της Γερμανίας), σε μια περίοδο που οι Αμερικανοί προετοίμαζαν την απόβαση στη Σικελία. Ο Γούαιτ προσέφερε συνεχώς στον Ντελ Γκράτσιο τσιγάρα με μαριχουάνα μέχρι εκείνος να γίνει «υπερβολικά φλύαρος». Έβαλε μέσα σ’ αυτά τόσο πολύ μαριχουάνα, ώστε ο γκάνγκστερ άρχισε να χάνει τους λογικούς του ειρμούς για μια σχεδόν ώρα, και η γλώσσα του «λύθηκε». Κάτω από την επίδραση του «ειδικού τσιγάρου» ο σκληρός Ιταλός μαφιόζος άρχισε να «ξερνάει» όλα όσα ήξερε, αλλά τελικά αποδείχθηκε πως ήταν «καθαρός» καθώς δεν γνώριζε σημαντικές πληροφορίες για τις δραστηριότητες των πρακτόρων του Άξονα. Γνώριζε ωστόσο αρκετά πράγματα για το εμπόριο ναρκωτικών στη Νέα Υόρκη και αποκάλυψε όλα τα μυστικά του στον Αμερικανό αξιωματικό. Μάλιστα οι πληροφορίες που αποκάλυψε σχετικά με το εμπόριο ναρκωτικών ήταν τόσο ευαίσθητες, ώστε αργότερα η CIA αναγκάστηκε να τις κρατήσει διαβαθμισμένες μέχρι το 1977! Αφού τέλειωσε την εξομολόγηση του ο Ντελ Γκράτσιο είπε στον Τζορτζ Γουάϊτ: «Ότι και να κάνεις, μη χρησιμοποιήσεις ποτέ τίποτε από αυτά που σου είπα». Φυσικά ο πράκτορας του OSS έκανε ακριβώς το αντίθετό…
Παρά την επιτυχία του πειράματος στον Ντελ Γκράτσιο οι αξιωματούχοι του OSS δεν πείστηκαν ποτέ πως η μαριχουάνα, σε υψηλές συγκεντρώσεις, θα μπορούσε να ωθήσει ένα άτομο να εξομολογηθεί τα πιο βαθύτερα μυστικά του. Παρ’ όλα αυτά επέτρεψαν στον Τζορτζ Γουάϊτ, μαζί μ’ έναν ακόμη πράκτορα του Σχεδίου Μανχάταν, να χρησιμοποιήσουν για μια ακόμη φορά 18 τσιγάρα με υψηλή περιεκτικότητα σε μαριχουάνα σε στρατιώτες, που υπηρετούσαν στην Ατλάντα, στο Μέμφις και στη Νέα Ορλεάνη και ήταν ύποπτοι για φιλικές προς τον κομμουνισμό στάσεις. Οι δύο άνδρες «περνούσαν καλά» ενόσω εκτελούσαν την αποστολή τους, καθώς έμεναν σε ακριβά ξενοδοχεία του αμερικανικού νότου κι έτρωγαν στα καλύτερα εστιατόρια. Όταν ο Γουάϊτ ρωτήθηκε αργότερα αν ο ίδιος είχε δοκιμάσει αυτά τα ενισχυμένα τσιγάρα μαριχουάνας, παραδέχθηκε ότι το έκανε: «Τα τσιγάρα σου έδιναν την αίσθηση ότι περπατούσες αρκετά εκατοστά πάνω από το πάτωμα…»
«Στης Μαστούρας το Σκοπό»: Η Χασισοποτεία στην Ελλάδα

Η Κάνναβη στην Ελλάδα ήταν γνωστή και διαδεδομένη από την αρχαιότητα. Το νεότερο ελληνικό κράτος, που συστάθηκε μετά την Επανάσταση του 1821, αξιοποίησε την καλλιέργεια της κάνναβης για εμπορικούς σκοπούς. Το 1836 το Βασιλικό Τυπογραφείο δημοσίευσε μια μελέτη του Γρ. Παλαιολόγου «Περί Καλλιέργειας της Κάνναβης», χωρίς να γίνεται λόγος περί της ηδονιστικής χρήσης της. Η Κάνναβη καλλιεργούνταν κυρίως στις πεδιάδες του Αγρινίου, της Καλαμάτας και του Άργους και οι νεαρές κοπέλες, που εργάζονταν στη συλλογή της, ήταν πάντα εύθυμες και όταν έφευγαν από το χωράφι ήταν ιδιαίτερα πειρακτικές, σε σημείο θράσους, απέναντι στους περαστικούς. Η κανναβοκαλλιέργεια στην Ελλάδα, κυρίως για κλωστική κάνναβη, θα συνεχιστεί μέχρι την τελική απαγόρευσή της το 1957, αν και η χασισοποτεία ήταν ήδη απαγορευμένη επί Μεταξά.
Στις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσαν στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε άλλες μικρότερες ελληνικές πόλεις, πολλοί «ντεκέδες», δηλαδή καφενεία όπου σύχναζαν οι χασισοπότες. Σ’ αυτά τα στέκια, που σύχναζαν κυρίως άτομα του υποκόσμου (κουτσαβάκια, νταήδες, μαστρωποί, μαχαιροβγάλτες και «κατάστικτοι», δηλαδή άνδρες με τατουάζ), πήγαιναν για να «πιουν» χασίς καθώς ο καφές δεν ήταν τότε ακόμη στην ημερήσια διάταξη: «Προσφέρεται και καφές» έγραφαν σε πινακίδες οι τεκετζήδες, για να προσελκύουν και τους μη χασισοπότες. Σ’ αυτά τα καταγώγια, τα οποία τα επισκέπτονταν κατά καιρούς και διάφοροι καλλιτέχνες και «παρακμιακοί αστοί», υπήρχαν διάφορες ρεμπέτικες κομπανίες ή μοναχικοί τύποι που έπαιζαν μπαγλαμά τραγουδώντας «στης μαστούρας τον σκοπό». Οι αστυνομικοί κατά καιρούς εισέβαλαν στους τεκέδες για να βρουν παρανόμους και να εκφοβίσουν τον υπόκοσμο. Όσους χασισοπότες συλλάμβαναν τους έπαιρναν ένα βράδυ στο κρατητήριο για να «ξεμαστουρώσουν» και στην συνέχεια τους άφηναν ελεύθερους, διότι η χασισοποτεία θεωρούνταν τότε «πταίσμα» και όχι κακούργημα. Κανείς χασισοπότης δεν έμπαινε τότε φυλακή αν «έπινε» χασίς, εκτός αν έκανε κάποια άλλη αξιόποινη πράξη. Η απαγόρευση ήρθε αργότερα κατά τη δικτατορία του Μεταξά.
Επί δικτατορίας του Μεταξά αλλά και αργότερα, κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου και των «πέτρινων χρόνων», η κρατική καταστολή σε βάρος των κομμουνιστών και των Αριστερών γενικότερα στην Ελλάδα ήταν πολύ σκληρή. Οι Αριστεροί, τόσο οι απλοί άνθρωποι όσο και οι διανοούμενοι, οδηγούνταν στις φυλακές και στα ξερονήσια για εξορία. Ήταν πολιτικοί κρατούμενοι αλλά το «εθνικόφρων» κράτος, προκειμένου να τους ταπεινώσει ακόμη περισσότερο, τους έριχνε στη φυλακή μαζί με τους εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Έτσι για πρώτη φορά συγχρωτίστηκαν Αριστεροί διανοούμενοι και καλλιτέχνες με άτομα του υπόκοσμου και λούμπεν μικροεγκληματίες, που είχαν ως χαρακτηριστικό τους τη ρεμπέτικη μουσική και την χασισοποτία. Μ’ αυτό τον τρόπο οι Αριστεροί καλλιτέχνες ήρθαν σε επαφή με τη χασισοποτεία και ο υπόκοσμος με τις ιδέες της Αριστεράς, δημιουργώντας μια μοναδική σύνθεση που επηρεάζει την ελληνική κοινωνία ακόμη και σήμερα.
Πολλοί ήταν οι ρεμπέτες εκείνης της εποχής που φούμαραν τον «καπνό της λησμονιάς». Πιο γνωστός απ’ όλους ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο οποίος την «έπινε» κι έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα, κάνοντας πέντε παιδιά: «Μας φέρνει μαύρο από την Πόλη και μαστούρια είμαστε όλοι, τουμπεκί απ’ την Περσία πίνει ο μάγκας με ησυχία…», λέει ένα γνωστό τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη. Τα «χασικλίδικα», αν και απαγορευμένα, ήταν εκείνη την εποχή ένα σημαντικό κομμάτι του ρεμπέτικου τραγουδιού. Η δίωξη και η καταστολή του ρεμπέτικου τραγουδιού από το καθεστώς του Μεταξά καθώς και από τις ελληνικές μετα-εμφυλιακές κυβερνήσεις, έστρεψε το λαό στα λεγόμενο «λαϊκά τραγούδια» και στο μπουζούκι που ήταν πλέον αποδεκτό και από την αστική τάξη. Το ίδιο διάστημα οι διώξεις των χασισοποτών εντάθηκαν, τα μέτρα καταστολής αυξήθηκαν με αποκορύφωμα την περίοδο της Χούντας. Ωστόσο η χρήση της κάνναβης, παρά τις τόσες απαγορεύσεις και διώξεις, δεν εξαφανίστηκε ποτέ από την Ελλάδα. Από τη δεκαετία μάλιστα του 1990 άρχισε να επανακάμπτει σε σημείο ώστε να είναι πλέον ευρύτατα διαδεδομένη, όχι μόνον σε περιθωριακούς αλλά και σε άτομα της αστικής και μορφωμένης τάξης. Όπως εκμυστηρεύτηκε στον υπογράφοντα ο γνωστός ψυχίατρος Κλεάνθης Γρίβας: «Κάποτε στην Ελλάδα κάπνιζαν κάνναβη μόνον οι περιθωριακοί. Σήμερα, και λόγω των ανούσιων κατασταλτικών και απαγορευτικών νόμων, κάθε μία στις τρεις ελληνικές οικογένειες έχει κι από έναν καπνιστή κάνναβης». Δεν μιλάμε πλέον για περιθώριο, αλλά για μαζική –πλην όμως απαγορευμένη– χρήση της κάνναβης στην Ελλάδα.
Άμστερνταμ: Η «Μέκκα» της Μαριχουάνας

Coffee Shop στο Άμστερνταμ
Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το λαθρεμπόριο κάνναβης πολεμήθηκε ιδιαίτερα σκληρά στην Ευρώπη. Η ενδημική πλεονεξία στην αλυσίδα από τον καλλιεργητή στον λαθρέμπορο και από κει στον πωλητή έγινε ανυπόφορη. Οι τιμές εκτοξεύτηκαν στα ύψη, ενώ η ποιότητα έπεφτε κατακόρυφα. Επιπλέον οι αμερικανικές Αρχές επαγρυπνούσαν διαρκώς και απέκτησαν μεγάλη αποτελεσματικότητα στο να συλλαμβάνουν τους λαθρέμπορους και να καταστρέφουν τις καλλιέργειες.
Τότε, όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1970 όλα άλλαξαν. Ο Jim Richardson δημοσίευσε το πρωτοποριακό του βιβλίο με τίτλο Sensimilla Marijuana Flowers. Ο ερχομός των sensimilla (ισπανική λέξη που κυριολεκτικά σημαίνει χωρίς σπόρους) είναι γεγονός που θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας της κάνναβης.
Από την αρχή της δεκαετίας του 1980 η επιστήμη των sensi έχει μετακινηθεί στο πιο ελεύθερο έδαφος του Άμστερνταμ. Το Άμστερνταμ ήταν η ευρωπαϊκή πύλη για την ανάπτυξη των νέων τεχνικών, καθώς ήταν ήδη το «σπίτι» μιας ακμάζουσας κουλτούρας της κάνναβης.
Μέχρι τον ερχομό των sensi, η κάνναβη στη χώρα ήταν εισαγόμενο προϊόν. Μέσα όμως σε λίγα χρόνια, οι Ολλανδοί εγκαινίασαν τα δικά τους προγράμματα, αναζητώντας σπόρους από την Ασία και τη Μέση Ανατολή, για να αναπτύξουν νέες γενιές υβριδίων, όπως το Holland’s Hope και το Amstel Gold – για να αναφέρουμε μόνο δύο από αυτά.
Το Άμστερνταμ σήμερα είναι η «Μέκκα» της Μαριχουάνας προσελκύοντας τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο και φιλοξενώντας το Cannabis Cup –μια ετήσια φιέστα μαριχουάνας που οργανώνει το αμερικανικό περιοδικό High Times. Η πόλη καυχιέται ότι διαθέτει περισσότερα από 12 coffee shops που προσφέρουν περισσότερες από 150 διαφορετικές ποικιλίες Το εμπόριο των sensimilla είναι σήμερα στο αποκορύφωμά του, όχι μόνο στο Άμστερνταμ αλλά και παντού στον κόσμο. Το «ιερό φυτό» συνεχίζει να συντροφεύει τον άνθρωπο ακόμη και στον τεχνοκρατικό 21ο αιώνα.
Legalize it?

Τελειώνοντας θεωρώ περιττό να υπογραμμίσω πως δεν είμαι υπέρ της χρήσης της κάνναβης ως ευφορικό μέσο. Είμαι ωστόσο υπέρ της χρήσης της στη βιομηχανία, στην παραγωγή ενέργειας, στη φαρμακευτική, στη διατροφή κ.α. –κάτι που θα μας βοηθήσει και στην απεξάρτηση μας από το πετρέλαιο κι από τη χημική βιομηχανία που καταστρέφει το περιβάλλον. Προσωπικά υπερασπίζομαι την αποποινικοποίησή της κάνναβης και συγκεκριμένα την επανα-νομιμοποίηση της (εφόσον ήταν νόμιμη σχεδόν σε όλες τις χώρες μέχρι τη δεκαετία του 1930). Οι λόγοι πολλοί και θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο άρθρο μόνο γι’ αυτό. Αντί γι’ αυτό παραθέτω τις απόψεις του διακεκριμένου Έλληνα ψυχίατρου και συγγραφέα Κλεάνθη Γρίβα, που έχει αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στη μελέτη του απαγορευμένου ζητήματος της Κάνναβης και με του οποίου τις θέσεις συμφωνώ πλήρως: «Δεν υποστηρίζω τη χρήση των ψυχοτρόπων ουσιών, αλλά υπερασπίζομαι τη νομιμοποίησή τους. Πρώτον, για λόγους ηθικούς: Κανένας εκτός από μένα δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποια ουσία θα καταναλώνω και ποια όχι. Δεύτερον, για λόγους πολιτικούς: Η κοινωνία δεν απειλείται από τις ψυχοτρόπες ουσίες. Κινδυνεύει μόνο από την κατασταλτική πολιτική της κρατικής εξουσίας απέναντι σ’ αυτές. Το δικαίωμα να ψηφίζω και το δικαίωμα να εξουσιάζω το κορμί μου αποτελούν βασικά στοιχεία της ελευθερίας μου. Το δικαίωμα να ψηφίζω είναι θεμελιώδες στοιχείο της ελευθερίας μου ως πολίτη. Και το δικαίωμα να εξουσιάζω το κορμί μου είναι κεντρικό στοιχείο της ελευθερίας μου ως ατόμου. Η απαγόρευση της ψήφου αίρει το δικαίωμά μου να ασκώ κάποιο έλεγχο στους διαχειριστές της εξουσίας, και συνεπώς καταργεί την ελευθερία μου ως πολίτη. Και η απαγόρευση ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών αίρει το δικαίωμά μου να εξουσιάζω το κορμί μου και συνεπώς καταργεί την ελευθερία μου ως ατόμου. Υπερασπίζομαι την (επανα)νομιμοποίηση όλων των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών…», Κλεάνθης Γρίβας, Αντίσταση στην Εποχή του Τίποτα, σελ. 141, Ιανός). Ας μην ξεχνάμε τέλος πως οι κάθε λογής απαγορεύσεις γεννούν την επιθυμία για το απαγορευμένο…
Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος και δημιουργός του περιοδικού Ζενίθ.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Γιώργος Οικονομόπουλος, Ψυχεδελικά ή Ψηχοδηλωτικά: LSD, MESCALINE, HASHISH, εκδόσεις Κοινότητα, 1980
Κλεάνθης Γρίβας, Κάνναβη, Μαριχουάνα, Χασίς, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2006
Κλεάνθης Γρίβας, Πλανητική Κυριαρχία και Ναρκωτικά: Τα Ναρκωτικά ως Εργαλείο της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής, Ιανός, 2006
Κλεάνθης Γρίβας, Αντίσταση στην Εποχή του Τίποτα, Ιανός 2006
Γιώργος Στάμκος, Mind Control: O Πόλεμος για τον Έλεγχο του Νου, Άγνωστο, 2005
Ηλίας Πετρόπουλος, Άγιο Χασισάκι, Νεφέλη 1987
Canavaccio: Κείμενα Περί της Ηδονιστικής Δρόγης, Εκδόσεις Heteron, 2009
Nick Jones, Spiffs: Α Celebration of Cannabis Culture, Chrysalis impact, 2003
Ψυχεδέλεια & Ψυχότροπα (ειδική έκδοση), Εκδόσεις ΑΓΝΩΣΤΟ 2010
Σχετικά με την Κάνναβη άρθρα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΖΕΝΙΘ.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες