Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

κάνναβη (cannabis)

Το Απαγορευμένο «Ιερό» Φυτό από την Αρχαιότητα ως σήμερα

ΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ
Φυτρώνει σχεδόν παντού αλλά είναι το υπ’ αριθμόν ένα παράνομο φυτό στον πλανήτη μας! Εδώ και πολλές δεκαετίες οι περισσότερες νομοθεσίες των κρατών της Γης το έχουν θέσει εκτός νόμου –τοποθετώντας το, εντελώς αυθαίρετα και αντιεπιστημονικά, στα λεγόμενα «ναρκωτικά»– κι έχουν απαγορεύσει την καλλιέργεια, ακόμη και την ύπαρξή του. Κι όμως η κάνναβη (cannabis) είναι ένα από τα χρησιμότερα για τον άνθρωπο φυτά, με τα οποία έχει προικίσει η Φύση τον πλανήτη Γη.


Είναι ένα φυτό που, εκτός από τη μη-ναρκωτική ευφορική του ιδιότητα (που οφείλεται στη δραστική ουσία Τετραϋδροκανναβινόλη),, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως κατασκευαστικό υλικό, φωτιστικό λάδι, πηγή ενέργειας και χαρτιού, υλικό για υφάσματα, πανιά και σκοινιά, για χρώματα και βαφές, για φάρμακο και για τροφή για ανθρώπους και για ζώα. Κανένα, απολύτως κανένα, άλλο φυτό δεν έχει τόσες πολλές και χρήσιμες για τον άνθρωπο εφαρμογές, όσο η Κάνναβη. Κι όμως είναι απαγορευμένο. Όχι για λόγους επιστημονικούς ή ιατρικούς, αλλά για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, όπως θα δούμε παρακάτω. «Έχουν καταστήσει παράνομο το υπ’ αριθμόν ένα σημαντικότερο φυτό του πλανήτη», έλεγε αγανακτισμένος ο Timothy Leary από την «ελευθεριάζουσα» δεκαετία του 1960. Πως μπορεί όμως να είναι «παράνομο» ένα φυτό, που δεν είναι καν ναρκωτική ουσία σύμφωνα με τις πιο έγκριτες και ανεξάρτητες επιστημονικές έρευνες που έχουν γίνει ως τώρα; Ένα φυτό από το οποίο δεν έχει αναφερθεί ούτε ένας θάνατος ως σήμερα; (Υπόψιν η «θανατηφόρα δόση» της κάνναβης είναι 150 γραμμάρια, δηλαδή 40.000 μεγαλύτερη τη συνηθισμένη δραστική δόση της! Συγκριτικά, η θανατηφόρα δόση του αλκοόλ είναι μόλις 4-10 φορές μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη του δραστική του δόση. Γι’ αυτό θάνατος από υπερβολική δόση κάνναβης είναι κάτι το πρακτικά άγνωστο).
Η Ιστορία του «Ιερού Χόρτου»
Η σχέση του ανθρώπου με την Κάνναβη χάνεται στα βάθη των χιλιετηρίδων. Από την αρχική της κοιτίδα, που πιθανόν βρισκόταν στην Κεντρική Ασία και στη βόρεια Ινδία, η κάνναβη εξαπλώθηκε με το πέρασμα των αιώνων σ’ ολόκληρο τον ευρασιατικό χώρο, σχεδόν παντού όπου υπήρχαν άνθρωποι. Ο Σουηδός βοτανολόγος του 18ου αιώνα Linnaeus, πίστευε ότι η κάνναβη ήταν ένα είδος φυτού, που ευδοκιμούσε αρχικά στη βόρεια Ινδία. Στη δεκαετία του 1930 όμως, ο Ρώσος βοτανολόγος Nicolai Vavilov κατέδειξε στις μελέτες του ότι το φυτό αυτό προέρχονταν από την περιοχή της Σαμαρκανδής, βόρεια του Αφγανιστάν και του Ινδικού Καύκασου.
Ίχνη κάνναβης με τη μορφή ρούχων, ρητίνης και σπόρων έχουν ανακαλυφθεί σε πολλές αρχαιολογικές περιοχές στην Κεντρική Ασία και στη βόρεια Ινδία, υποδεικνύοντας έτσι ότι η χρήση της, με τη μια ή την άλλη μορφή, ήταν ενδημική σε αυτές τις περιοχές από την αρχαιότητα. Παρ’ όλα αυτά τα παλιότερα αρχαιολογικά ευρήματα με κάνναβη έρχονται από περιοχές της Κίνας και χρονολογούνται αρκετές χιλιάδες χρόνια προ Χριστού. Ίχνη από σχοινί φτιαγμένο από κάνναβη βρέθηκαν σε θραύσματα πήλινων σκευών, ενώ κομμάτια από ρούχα και χαρτί φτιαγμένα από κάνναβη έχουν επίσης δει το φως της αρχαιολογικής σκαπάνης. Ο Ηρόδοτος, το 450 π.Χ., συνέκρινε τα ρούχα από κάνναβη με αυτά από λινάρι, παρατηρώντας ότι μόνο κάποιος έμπειρος θα μπορούσε να αποφανθεί αν είναι φτιαγμένα από κάνναβη ή από λινάρι.
Η ελληνική ονομασία Κάνναβη, με την οποία το φυτό αυτό είναι πλέον γνωστό σε όλο τον κόσμο, προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από τις Ασσυριακές λέξεις «Qunuby» και «Qunabu», που σημαίνουν ένα είδος μεθυστικού καπνού, καθώς οι ψυχοτρόπες και ευφορικές ιδιότητες της κάνναβης ήταν γνωστές από την αρχαιότητα.
Оι Πρώτοι Χασισοπότες
Η αρχαιότερη αναφορά στις θεραπευτικές χρήσεις της βρίσκεται στην κινέζικη σύνοψη των φαρμάκωνΒοτανοθεραπευτική του Κινέζου αυτοκράτορα Shen Nung, που χρονολογείται από το 2737 π.Χ.. Η πρώτη όμως γραπτή αναφορά για την ιατρική χρήση της κάνναβης χρονολογείται γύρω στο 700 π.Χ., όταν ο Πέρσης προφήτης Ζαρατούστρα ανέφερε το φυτό στην πρώτη σειρά μιας λίστας που συνέθεσε από περισσότερα από 10.000 φυτά. Η κάνναβη άρχισε να εμφανίζεται στην κινεζική ιατρική 200 χρόνια μετά. Όλα τα παραπάνω μαρτυρούν την εκπολιτιστική επίδραση που είχε η κάνναβη στην ανθρωπότητα.
Όσον αφορά την ψυχαγωγική χρήση του φυτού, οι Σκύθες είναι οι πιθανότατα οι πρώτοι «χασισοπότες». Αυτοί οι βάρβαροι της στέπας φαίνεται πως καλλιεργούσαν συστηματικά το φυτό στη νότια Σιβηρία από το 700 π.Χ. και πιθανόν αυτοί είναι υπεύθυνοι για την εισαγωγή του στην Ινδία και στην Περσία. Η τελετουργική χρήση του φυτού από τους Σκύθες –αλλά και από άλλες φυλές– καταγράφεται λεπτομερώς και από τον Ηρόδοτο. Ο Έλληνας ιστορικός περιγράφει πώς έστηναν πρόχειρα σκηνές απλώνοντας δέρματα πάνω σε ξύλινες βέργες, μέσα στις οποίες τοποθετούσαν, με τη σειρά, το κεφάλι τους για να εισπνεύσουν τον καπνό που έβγαινε από την κάνναβη που καιγόταν. Αυτή η πρακτική τούς διέγειρε τόσο, ώστε έβγαζαν κραυγές ευχαρίστησης: «Υπήρχεν παρ’ αυτοίς και έτερον δένδρον, το οποίο φέρει περίεργον είδος καρπών. Ούτοι συναθροίζονται καθ’ ομάδας και ανάπτουν πυράν και τοποθετούνται περί αυτήν. Και τότε ρίπτουν εις την πυράν εξ εκείνου του καρπού και όταν οσφραίνονται τον καιόμενον καρπόν μεθύσκονται εκ της οσμής…» (Ηρόδοτος).
Του… Θεού το Χόρτο Η κάνναβη έχει μια πανάρχαιη ιστορία τελετουργικής χρήσης απ’ όλους σχεδόν τους αρχαίους πολιτισμούς. Οι θρησκευτικές τελετές αποδείχτηκαν ένας από τους πρωταρχικούς καταλύτες στη διάδοση του «ευαγγελίου» της μαριχουάνας. Αυτό μάλλον δεν μας εκπλήσσει αν αναλογιστούμε τη στενή σχέση ανάμεσα στις ευφορικές ιδιότητες της κάνναβης και στην έκσταση της θρησκευτικής εμπειρίας.
Από τις μεγάλες θρησκείες μόνο ο Χριστιανισμός αρνείται σταθερά τη «θεϊκότητα» της κάνναβης. Η ισπανική Ιερά Εξέταση κήρυξε μάλιστα παράνομη τη χρήση της κάνναβης τον 12ο αιώνα, με τον ισχυρισμό ότι ήταν ένα «εργαλείο της μαγείας» –μια κίνηση που προσυπέγραψε ο Πάπας Ιννοκέντιος 8ος το 1484, όταν την αποκήρυξε ως «έργο του διαβόλου».
Ο Ινδουισμός, από την άλλη, πάντα αγκάλιαζε ανεπιφύλακτα την κάνναβη, που ονομάζεται στα ινδικά charas. Το φυτό αυτό εμφανίζεται πολύ συχνά στη θρησκευτική μυθολογία της Ινδίας καθώς και στα ιερά κείμενα τις Βέδες, ιδίως σε συνδυασμό με τον Σίβα, τον θεό της καταστροφής.
Σύμφωνα με τον μύθο, ο Σίβα, μια μέρα, είδε τον Κρίσνα να λούζεται στον Γάγγη και τόσο ζήλεψε την ομορφιά του, που του εκτόξευσε ένα βέλος: βρήκε τον στόχο του, μα δεν ήταν θανατηφόρο. Ο πληγωμένος Κρίσνα βγήκε από το ποτάμι, και στο σημείο όπου έπεσε μια σταγόνα από το θείο του αίμα λέγεται ότι βλάστησε το πρώτο φυτό. Ο Σίβα αργότερα ξεκουράστηκε στη σκιά του φυτού και άρχισε να γλύφει τα φύλλα του. Τόσο εντυπωσιάστηκε από τα αποτελέσματά του, που το έκανε φυλαχτό του και έκτοτε έγινε ο άγιος των χασισοποτών.
Η μαριχουάνα και το χασίς συνεχίζουν να θεωρούνται ιερά από τους πιστούς –τους μακρυμάλληδες νομάδες sadhus, που περιπλανιούνται στους προσκυνηματικούς δρόμους σε όλη την Ινδία. Οι sadhus έχουν μαζί τους μόνο τρία πράγματα: μια τρίαινα, μια κούπα ζητιανιάς και μια πίπα. Ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να κάνουν κάθε καλοκαίρι ένα προσκύνημα στην ιερή σπηλιά του Amrinath, ψηλά στα Ιμαλάια του Κασμίρ, εκεί που πιστεύουν ότι είναι ο τόπος γέννησης του Σίβα.
Το χασίς έχει παίξει σημαντικό ρόλο και στον βουδιστικό πολιτισμό. Ο πρίγκιπας Σιντάρτα –ο Βούδας– ζούσε αποκλειστικά με κάνναβη πριν φωτιστεί κάτω από μια μπανανιά τον 5ο αιώνα π.Χ. Η κάνναβη συνεχίζει να θεωρείται ιερή από πολλούς Κινέζους, Θιβετανούς και Νεπαλέζους βουδιστές μέχρι και σήμερα.
Ζωροάστρες, Πρώιμοι Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι «Άγιοι» Χασισοπότες
Οι πρώτοι Χριστιανοί χρησιμοποιούσαν το λάδι της κάνναβης (κανναβέλαιο) για θεραπευτικούς σκοπούς και ως τμήμα της τελετουργίας του βαπτίσματος, για άφεση αμαρτιών και για το «πέρασμα στο Βασίλειο των Ουρανών». Το ίδιο και οι Γνωστικοί που το χρησιμοποιούσαν κατά την τελετουργία του χρίσματος.
Η χρήση του χασίς είχε μεγάλη επιρροή και στην κουλτούρα του Ισλάμ. Μολονότι δεν υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στοΚοράνι, η χρήση της κάνναβης υιοθετήθηκε ως μια καθαγιασμένη πρακτική από τους ισλαμιστές, πρώην ζωροάστρες, ιερείς του 6ου και 7ου αιώνα. Οι οπαδοί του Ζαρατούστρα, οι ζωροάστρες ή Μάγοι (Magi) όπως είναι επίσης γνωστοί, άσκησαν τεράστια επιρροή στον ισλαμικό μυστικισμό στην κεντρική Ασία και πιθανόν είναι υπεύθυνοι για τη στροφή των Περσών σούφι προς τις απολαύσεις της μαριχουάνας.
Η λαϊκή περσική παράδοση δεν αποκρούει αυτή τη θεωρία, αντιθέτως αποδίδει την εύρεση κάνναβης σε έναν σούφι μοναχό, ονόματι Sheik Haidar. Ο Haidar λέγεται ότι έζησε ασκητική ζωή στα απομακρυσμένα βόρεια βουνά της χώρας. Μια μέρα, καθώς περπατούσε, έπεσε πάνω σε ένα σύδεντρο φυτών μαριχουάνας που λικνίζονταν στο θρόισμα του ανέμου. Καθώς τον έλκυσε η έντονη μυρωδιά τους, ο μοναχός άρχισε να μαζεύει και να τσιμπολογάει τα ρητινώδη λουλούδια τους. Το επόμενο πράγμα που θυμόταν ήταν ότι ήταν τόσο ψηλά όσο ένα γεράκι. Και καθώς οι σούφι, όμοια με τους Ζωροάστρες, ταυτίζουν τη θεϊκή αποκάλυψη με το να νιώθει κανείς όμορφα, αυτόματα ο μοναχός έφτασε στο συμπέρασμα ότι αυτός ο βολβός ήταν ένα δώρο από τον ίδιο τον Θεό. Από εκείνη τη μέρα, ο Haidar «προσηλυτίστηκε» εφ’ όρου ζωής στη μαριχουάνα και σύντομα προσέλκυσε μαθητές, οι οποίοι, όταν πέθανε, τίμησαν τη μνήμη του δημιουργώντας έναν κήπο από μαριχουάνα γύρω από τον τάφο του. Ο τάφος του έκτοτε αποτέλεσε ιερό τόπο, παραξενεύοντας όμως τους προσκυνητές που έβλεπαν τα αποτελέσματα που είχε η κάνναβη στους μοναχούς: αντί να είναι μελαγχολικοί, όπως θα περίμενε κανείς, ήταν διαρκώς χαρούμενοι…
Το μάσημα του χασίς από τότε «χαλούσε κόσμο» στην Αίγυπτο. Πράγματι, ο Κήπος του Cafour κοντά στο Κάιρο ξεκίνησε ως ένας χώρος όπου οι χασισοπότες μπορούσαν να χαλαρώνουν και να φουμάρουν μέχρι τον 13ο αιώνα, οπότε και τον κατάστρεψαν φανατικοί ισλαμιστές.
Αφγανοί Λάτρεις του Χασίς
Στο μεταξύ, στο Αφγανιστάν, οι λάτρες του χασίς είχαν τον δικό τους Sheik Haidar που άκουγε στο όνομα Baba Ku. Τόσο έντονες είναι οι ομοιότητες μεταξύ των ιστοριών για τον Sheik Haidar και τον Baba Ku, που είναι πιθανόν να προέρχονται από την ίδια πηγή. Όπως ο Sheik Haidar, έτσι και ο Baba Ku χαρακτηριζόταν ευσεβής σούφι. Θεωρείται ότι αυτός πρώτος εισήγαγε το χασίς στο Αφγανιστάν. Αυτός και οι οπαδοί του κατανάλωναν χασίς σε μεγάλες ποσότητες, θεωρώντας το και θεϊκή ευλογία και φάρμακο. Ο Baba Ku, κατά την παράδοση, φούμαρε έναν τεράστιο ναργιλέ. Στον θάνατό του οι μαθητές του έστησαν έναν βωμό προς τιμήν του δασκάλου τους στην πόλη Balk στο βόρειο Αφγανιστάν όπου συνέχισαν να καλλιεργούν την κάνναβη στη μνήμη του.
Στο Αφγανιστάν υπάρχουν ακόμη και σήμερα πολλοί χασισοπότες που σέβονται τη μνήμη του Baba Ku. Αποφεύγουν σκόπιμα να έχουν άλλα αποκτήματα πέρα από χασίς και ζουν νομαδική ζωή. Παρ’ όλα αυτά, κατά διαστήματα συγκεντρώνονται κατά ομάδες, για να φουμάρουν εις ανάμνηση του μεγάλου Baba Ku. Αυτοί είναι από τους πιο σοβαρούς χασισοπότες στον κόσμο, και είναι γνωστό ότι τραβούν 28 γραμμάρια σε μια τζούρα!
Μια ακόμη ισλαμική χώρα φιλική προς την κάνναβη είναι το Μαρόκο. Μολονότι, με όρους παραγωγής χασίς, πρόκειται για «νεαρή» χώρα, οι Μαροκινοί είναι από παλιά γνωστοί για την αγάπη τους για το κιφ/kief –ένα μίγμα χασίς και καπνού που παραδοσιακά το κάπνιζαν σε πίπα (από αυτό προέρχεται και η ελληνική λέξη κέφι!). Κι αυτοί έχουν τον πατρόνα τους, που ακούει στο όνομα Sidi Hiri. Ήταν ένας σούφι που ήρθε στο Μαρόκο από την Αλγερία φέρνοντας το ιερό βότανο μαζί του. Σύμφωνα με τον θρύλο, έζησε νομαδική ζωή, κοιμώμενος μέσα σε σπηλιές, περιφερόμενος στη χώρα, απαγγέλλοντας το Κοράνι και επιστρέφοντας στις χαρές του χασίς…

Η Φονική Αδελφότητα των «Χασισένιων» (Ασσασίνων)


Όλοι γνωρίζουμε τη γαλλική λέξη Ασσασίν, που σημαίνει δολοφόνος. Όμως η λέξη «assassin» προέρχεται από τη λέξη «hashishin», και σημαίνει αυτός που τρώει χασίς. Αυτό το όνομα δόθηκε στην αίρεση των Ισμαηλιτών (11ος αιώνας), που είχαν επίκεντρό τους τα βουνά του Ιράν. Δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για τους Ισμαηλίτες. Η πρόσφατη ιστορία τους σκεπάζεται από μυστήριο και είναι βαμμένη με αίμα. Ο Γάλλος αραβολόγος Sylvestre de Sacy, δήλωσε γι’ αυτούς: «Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η ονομασία δόθηκε στους Ισμαηλίτες λόγω της χρήσης ενός τοξικού υγρού ή ενός παρασκευάσματος, που ακόμη είναι γνωστό στην Ανατολή με το όνομα χασίς». Η αίρεση ιδρύθηκε και διοικήθηκε από τον Sheikh Hasan ibn al-Sabah, έναν Πέρση Ισμαηλίτη που ισχυριζόταν ότι στις φλέβες του κυλούσε βασιλικό αραβικό αίμα.
Ο κόσμος τού απέδωσε τον χαρακτηρισμό «Ο Γέρος του Βουνού». Τέτοιες ήταν οι ικανότητες του Hasan ως αντάρτη, που το 1090 κατέλαβε με έφοδο το σχεδόν απόρθητο οχυρό του Alamut, που ήταν χτισμένο σε αφιλόξενα βουνά ύψους 3.000 μέτρων και διέθετε μια πανοραμική άποψη του κύριου εμπορικού δρόμου ανάμεσα στις ακτές της Κασπίας και της ορεινής Περσίας.
Ο «Γέρος του Βουνού» χρησιμοποίησε το Alamut για να εκπαιδεύσει μια ομάδα νεαρών πολεμιστών μεταξύ 12 και 20 ετών. Τους στρατολόγησε από τη γύρω περιοχή και απαίτησε ολική αφοσίωση από αυτούς ενόσω τους προετοίμαζε για αυτοκτονικές αποστολές.
Ο Μάρκο Πόλο περιγράφει πώς ο Hasan πρώτα τους έδινε ναρκωτικά και, αφού βυθίζονταν σε έναν βαθύ ύπνο, μυστικά τους μετέφερε σε έναν κήπο επίγειων απολαύσεων μέσα στους τοίχους του Alamut ως μέρος της μύησής τους. Όταν ξυπνούσαν και συνειδητοποιούσαν ότι βρίσκονται σε ένα τόσο μαγικό μέρος, πίστευαν ότι βρίσκονται στον ίδιο τον Παράδεισο.
Με τη γεύση του χασίς ακόμη στα χείλη τους και με τις διδασκαλίες του Hasan, ότι ο θάνατος είναι απλώς μια ψευδαίσθηση, ακόμη να ηχούν στ’ αφτιά τους, οι εκκολαπτόμενοι Ασσασσίνοι άφοβα θα ξεχύνονταν για τις δολοφονικές αποστολές τους. Τους υποσχόταν ότι όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα, εκείνοι θα επέστρεφαν θριαμβευτές στον παράδεισό του χασίς.
Οι ίδιοι οι Ασσασσίνοι θεωρούσαν ότι είναι αγωνιστές της ελευθερίας των Ισμαηλιτών, αλλά οι γειτονικοί πολεμικοί αρχηγοί και οι πολιτικοί τους τούς θεωρούσαν δημόσιο κίνδυνο και τρομοκράτες, έπειτα από μια σειρά πολιτικών πολυσυζητημένων δολοφονιών που συγκλόνισαν τον αραβικό κόσμο.
Όπως οι Σταυροφόροι, έτσι κι αυτοί επανέφεραν στο προσκήνιο τρομακτικές ιστορίες για απίστους άγριους, που δεν γνώριζαν τι θα πει φόβος. Χαρακτηριστικό ήταν ένα περιστατικό που διηγήθηκε ο Γάλλος Κόμης Henry of Champagne, που επισκέφτηκε το Alamut το 1194 και δοκίμασε την ανδρεία τους από πρώτο χέρι. Σύμφωνα μ’ αυτόν, ο Hasan διέταξε δύο από τους άνδρες του να πυρποληθούν στον προμαχώνα του κάστρου ως ένδειξη νομιμοφροσύνης, πράγμα που εκείνοι έκαναν πρόθυμα!
Η αίρεση συνέχισε να υπάρχει και μετά τον θάνατο του ηγέτη της και να αποτελεί τη μάστιγα της Περσίας και των αραβικών κρατών. Τον Hasan διαδέχτηκαν αρκετοί άλλοι αρχηγοί πριν το βουνό-προπύργιο καταληφθεί τελικά από ομάδες μογγολικών ορδών το 1256 κι έτσι αυτή η φονική «χασισένια» αδελφότητα παρήκμασε κι εξαφανίστηκε.
Η Διασπορά της Χασισοποτείας στην Ευρώπη και στο Νέο Κόσμο Η δημοτικότητα της κάνναβης ως ψυχαγωγικής ουσίας ήταν μεγάλη στα τέλη του 14ου αιώνα χάρη στον Μεγάλο Ταμερλάνο. Οι κατακτήσεις του Ταμερλάνου άλλαξαν το γεωπολιτικό σκηνικό της περιοχής και άνοιξαν νέους εμπορικούς δρόμους από τη Μογγολία προς τη Μεσόγειο. Ο Ταμερλάνος ήταν άμεσα υπεύθυνος για την εισαγωγή της κάνναβης σε περιοχές-κλειδιά του Αφγανιστάν, της Ινδίας και του Νεπάλ.
Η κάνναβη, στο μεταξύ, είχε ήδη φτάσει στην Ευρώπη με τη Μαυριτανική μουσουλμανική κατοχή της Ισπανίας τον 8ο αιώνα. Οκτώ αιώνες αργότερα, ο Χριστόφορος Κολόμβος άνοιξε πανιά για τον Νέο Κόσμο όπου έφτασαν και οι Ισπανοί κονκισταδόρες που πρωτοστάτησαν στην καλλιέργεια της κάνναβης.
Η συναλλαγή αυτή δεν ήταν μονόδρομος: Ο Παλιός Κόσμος έδωσε στο Νέο Κόσμο την κάνναβη, κι εκείνος ανταποκρίθηκε παραδίδοντας στην Ευρώπη την καλλιέργεια του καπνού. Από τότε οι δύο αυτοί «κόσμοι» –η ντόπα και ο καπνός– είναι αλληλεξαρτώμενοι. Η καθολική τρέλα για καπνό, που ακολούθησε την ανακάλυψη της Αμερικής από τους Ευρωπαίους, διεύρυνε σημαντικά την ανάγκη για κάνναβη και πυροδότησε την τεράστια αύξηση στο διεθνές εμπόριο που ακολούθησε.
Την ίδια περίοδο η ποντοπόρα ναυτιλία της Ευρώπης άκμασε κι αυξήθηκε η ανάγκη για κάνναβη. Τα προϊόντα από κάνναβη αποδείχτηκαν κατάλληλα για τις ανάγκες των ναυτικών πλοίων: τα πανιά, τα ξάρτια, τα σχοινιά, τα δίχτυα και οι σημαίες μπορούσαν να γίνουν όλα από αυτό το φυτό.
Ήταν τέτοια η σπουδαιότητα της κάνναβης εκείνη την εποχή, που, όταν η πρόσβαση του Βρετανικού Ναυτικού σε αυτό στην Ανατολική Ινδία κόπηκε από τους Ολλανδούς στα τέλη του 16ου αιώνα, ο βασιλιάς James Ι διέταξε τους Βορειοαμερικανούς αποίκους του να αρχίσουν να το καλλιεργούν. Έτσι η κάνναβη δεν άργησε να γίνει κύριο προϊόν καλλιέργειας στην Ανατολική Ακτή της Αμερικής και ειδικά στη Βιρτζίνια, κι όπου οι αγρότες δεν τα κατάφερναν να το καλλιεργούν δέχονταν πρόστιμα.
Πράγματι, όπως έχει τονίσει ο ιστορικός της κάνναβης, Jack Herer, το φυτό αυτό έπαιξε έναν ρόλο-κλειδί στην Αμερικανική Ιστορία. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας τυπώθηκε σε χαρτί από κάνναβη, ενώ οι καουμπόηδες της Άγριας Δύσης ταξίδεψαν σε κομβόι του οποίου τα βαγόνια ήταν καλυμμένα από κάνναβη. Και αργότερα ακόμη, στη μεγάλη ζήτηση χρυσού στην Καλιφόρνια το 1849, οι μεταλλοδίφες φορούσαν τα αυθεντικά Levis, που κατασκευάζονταν από κάνναβη και είχαν ανθεκτικές τσέπες, ώστε να βαστάνε τα σακουλάκια από βαριά σκόνη χρυσού που έλπιζαν να κρύβουν μέσα τους.
Η χρησιμότητα του φυτού δεν σταματά εδώ: σύδεντρα κάνναβης χρησιμοποιούταν συχνά σε αγροτικές καλλιέργειες, για να δράσουν σαν ανεμοφράκτες ή να συγκρατούν τη διάβρωση του εδάφους, ενώ ίνες από κάνναβη χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μονωτικών πλακών, που άντεχαν και στη φωτιά και στον θόρυβο.
Μολονότι τα προϊόντα της κάνναβης καθιερώθηκαν και στις δύο μεριές του Ατλαντικού από την αρχή του 19ου αιώνα, το ενδιαφέρον Ευρωπαίων και Αμερικανών για τις ιατρικές και ψυχαγωγικές δυνατότητες του φυτού άργησε να απογειωθεί.
Οι Γάλλοι στρατιώτες πρωτοσυνάντησαν την ντόπα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Μεγάλου Ναπολέοντα στην Αίγυπτο το 1798. Ο Βοναπάρτης απαγόρευσε τη χρήση της κάνναβης, κάτι όμως που αγνοήθηκε συστηματικά και από τους ντόπιους και από τους δικούς του, οι οποίοι κατέληξαν να πάρουν τη συνήθεια μαζί τους πίσω στη Γαλλία.
Η Λέσχη των Χασισοποτών

Charles Baudelaire: Τα “Άνθη του Κακού”…
Η εμφάνιση της νέας ψυχοτρόπου ουσίας αιχμαλώτισε το ενδιαφέρον της γαλλικής ιατρικής κοινότητας, και από το 1840 ποικίλες εφαρμογές της κάνναβης διατίθονταν ελεύθερα σε πολλά φαρμακεία του Παρισιού. Η ψυχαγωγική της χρήση επίσης διαδόθηκε και έγινε της μόδας με την ίδρυση της Λέσχης των Χασισοποτών –μια λέσχη που προσήλκυε την αφρόκρεμα της γαλλικής κουλτούρας.
Την ίδια στιγμή που οι Γάλλοι ανακάλυπταν τη χαρά του χασίς στην Αφρική, οι Βρετανοί αποικιοκράτες το συναντούσαν στην Ινδία. Οι Ινδοί είχαν ήδη αναπτύξει ένα ιδιαίτερα περίπλοκο δίκτυο διανομής της κάνναβης πολύ πριν φτάσουν οι Βρετανοί. Το εμπόριο χασίς και μαριχουάνας φορολογήθηκε και ρυθμίστηκε αυστηρά, διοχετευόμενο πλέον μέσα από επίσημα κυβερνητικά μαγαζιά. Ο βολβός του χασίς εισαγόταν από το Τουρκεστάν εκείνη την περίοδο, ενώ η μαριχουάνα καλλιεργούταν οικιακά, κυρίως γύρω από τη Βεγγάλη. Η χρήση της κάνναβης στην Αγγλία ήταν πολύ διαδεδομένη, ακόμη και για ιατρικούς σκοπούς: η ίδια η Βασίλισσα Βικτωρία τη χρησιμοποιούσε ως παυσίπονο.
Οι ψυχοδιεγερτικές ιδιότητες του χασίς έγιναν γνωστές στο γαλλικό κοινό από τον Δρ. Jacques Joseph Moreau. Χρησιμοποιώντας ο ίδιος τον εαυτό του ως πειραματόζωο, ερεύνησε και δημοσίευσε, στις αρχές του 1840, δύο σημαντικές μελέτες για τα αποτελέσματα του χασίς. Εκτός από τους παρανοϊκούς φόβους και την αποξένωση, ο Μορώ περιέγραψε τα φαιδρά όνειρα και τις ψευδαισθήσεις που υπέστη υπό την επήρειά του.
Οι ποιητές Μποντλαίρ και Γκοτιέ πήγαν να ακούσουν μια ομιλία του Μορώ. Τους φάνηκε ιδιαίτερα προκλητική. Το χασίς ήταν καινούργιο, εξωτικό και ανατολίτικο –στην πραγματικότητα, ταίριαζε με την παρακμιακή αισθητική που επιχειρούσαν να αναπτύξουν εκείνη την εποχή. Εξασφαλίζοντας την καθοδήγηση και υποστήριξη του Δρ Μορώ, καθιέρωσαν μηνιαίες συναντήσεις της Λέσχης των Χασισοποτών στα μεγαλοπρεπή σαλόνια του μπαρόκ ξενοδοχείου του 17ου αιώνα, του Hotel de Lausan, στην μποέμικη Quarter Latin του Παρισιού. Άλλα διακεκριμένα μέλη της λέσχης ήταν ο ζωγράφος Ευγένιος Ντελακρουά και ο συγγραφέας Αλέξανδρος Δουμάς. Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ και ο Βίκτωρ Ουγκώ ήταν τακτικοί επισκέπτες.

Μια Ευκαιρία στον «Παράδεισο» να Πάω… Υπάρχουν πολλές καταγραφές των όσων διαδραματίζονταν κατά τις συναντήσεις της λέσχης. Ο Γκοτιέ, συγκεκριμένα, μας άφησε μια υπέροχη ατμοσφαιρική διήγηση για την πρώτη συνάντηση της λέσχης: «Το παλιό σκουριασμένο μάνταλο άνοιξε και η πόρτα από ογκώδη μαδέρια στηριζόταν στους μεντεσέδες». Μόλις μπήκε μέσα, ο Γκοτιέ αναφέρει πώς ο Δρ Μορώ τού προσέφερε ένα ασημένιο κουτάλι χασίς, ψιθυρίζοντας συνωμοτικά: «Αυτό θα αφαιρεθεί από το μερίδιό σου στον Παράδεισο». Μετά, καθώς το χασίς άρχισε να κάνει τη γύρα, ο Γκοτιέ σημειώνει πώς ξαφνικά «όλα φαίνονταν μεγαλύτερα, πλουσιότερα, πιο λαμπρά… Το νερό που ήπια έγινε το πιο εξαιρετικό κρασί, το κρέας στο στόμα μου έμοιαζε με φράουλες, οι φράουλες με κρέας. Δεν μπορούσα να διακρίνω ένα ψάρι από ένα κοτολέτα».
Παρατηρεί, επίσης, ότι ένας από τη συντροφιά είχε λιποθυμήσει στην καρέκλα του, «τα μάτια του απλανή και τα χέρια του ακίνητα» και πώς αφέθηκε να βυθιστεί στην άπατη θάλασσα του τίποτα». Εκφράσεις όπως «τι ευτυχία» «κολυμπώ στην έκσταση» και «βυθίζομαι στα βάθη της ευχαρίστησης» ηχούσαν μεταξύ των μακάριων συνδαιτυμόνων.
Καθώς η βραδιά προχωρούσε, ο Γκοτιέ περιγράφει πώς η αρχική προσβολή στις αισθήσεις του υποχωρούσε και έδινε τη θέση της σε μια αίσθηση ευεξίας: «Ο αέρας με χάιδευε σχηματίζοντας άπειρες ηδονικές ρουφήχτρες. Μια ευχάριστη απάθεια με συνεπήρε πάνω στον καναπέ». Ένιωθε το σώμα του να διαλύεται και να γίνεται διαπερατό, με φαντασμαγορικά κύματα ήχων και χρώματος να τον αποπλένουν. Όμως ο καημένος ο ποιητής έχει νανουριστεί σε μια ψευδή αίσθηση ασφάλειας και η ηρεμία του σύντομα θρυμματίζεται από μια σειρά τρομακτικών ψευδαισθήσεων. Κοιτώντας σε έναν καθρέφτη –πάντα μοιραίο για έναν μαστουρωμένο– βλέπει ότι έχει μεταμορφωθεί σε έναν μπλε ελέφαντα. Τα πράγματα πάνε από το κακό στο χειρότερο και η παράνοια αρχίζει. Μόνο όταν ο Γκοτιέ φτάνει στο σπίτι, τελικά συνέρχεται, εξαντλημένος και σοκαρισμένος, από την επήρεια του χασίς.
Ο Μποντλαίρ έγραψε κι αυτός με λεπτομέρειες για τις εμπειρίες του εκεί, παρομοιάζοντας την επήρεια του χασίς με μια προβολή μεγαλοποίησης της πραγματικής ζωής και της καθημερινότητας. Γράφει πώς τα φώτα και τα χρώματα αποκτούν μια επιπρόσθετη ένταση και πώς οι αισθήσεις μπερδεύονται. «Το χασίς πάντα προκαλεί μεγαλοπρέπεια φωτός, λαμπρότητα χρώματος, σειριακές εμφανίσεις ρευστού χρυσού… Οι ήχοι μεταμφιέζονται σε χρώματα, τα χρώματα ανθίζουν μέσα σε μουσική».
Η Λέσχη των Χασισοποτών ήταν ορόσημο στην ιστορία της κάνναβης. Μέσα από τις σημειώσεις και τα αρχεία του Μποντλαίρ, του Γκοτιέ, του Μορώ και άλλων αναγνωρίζουμε την πρώτη ικανοποιητική ανάλυση που επιχειρήθηκε στη Δύση για το ευφορικό φυτό και τις συνέπειές του.
Αμερικανικό Πάθος για Κάνναβη
Η μεγαλύτερη επιρροή της κάνναβης εκείνη την εποχή ήταν στη Βόρεια Αμερική. Μια πληθώρα προϊόντων μαριχουάνας άρχισε να εμφανίζεται σε αμερικάνικα φαρμακεία, συμπεριλαμβανομένων τσιγάρων γαρνιρισμένων με κάνναβη, που λεγόταν ότι κάνουν θαύματα στους ασθματικούς.
Η ψυχαγωγική χρήση της κάνναβης επίσης συνέχισε. Η περιέργεια του συγγραφέα Fitz Huge Ludlow –φίλου και σύγχρονου του Μαρκ Τουέιν– είχε διεγερθεί από τις αναφορές για τη Λέσχη των Χασισοποτών στο Παρίσι, και αποφάσισε να επιχειρήσει ο ίδιος κάποια έρευνα. Κράτησε σημειώσεις από τις δικές του εμπειρίες με κάνναβη, που δημοσίευσε σε μορφή βιβλίου το 1857 –μια φανταστική και κάπως παραφουσκωμένη δουλειά.
Το πάθος της Αμερικής για μαριχουάνα τροφοδοτήθηκε περαιτέρω μέσα από τη Philadelphia’ s Centennial Exposition του 1876. Επρόκειτο για ένα Τουρκικό Περίπτερο Χασίς, οι επισκέπτες του οποίου προσκαλούνταν να γευτούν μια τζούρα ναργιλέ. Το θέαμα είχε τεράστια επιτυχία με πλήθος κόσμου να συρρέει εκεί. Μέσα σε μια δεκαετία κάθε αμερικανική πόλη που «σεβόταν» τον εαυτό της διέθετε κάποιο «άντρο» χασίς. Εκτός από τη Φιλαδέλφεια παρόμοιες αδελφότητες ξεφύτρωναν σε διάφορες πόλεις, όπως το Σικάγο, η Νέα Ορλεάνη, η Νέα Υόρκη και η Βοστόνη. Μέχρι το 1880 υπολογιζόταν ότι υπήρχαν περισσότερες από 500 τέτοιες μόνο στη Νέα Υόρκη.
Ένα άρθρο στο περιοδικό Harper το 1883 περιέγραφε μια από αυτές. Ο τόνος του αρθρογράφου ήταν φτηνή επίδειξη εντυπωσιασμού, καθώς έμενε στο ότι οι καπνιστές φορούσαν παντόφλες, μεταξωτούς μανδύες και καπέλα με φούντες, και ότι έγερναν στις καρέκλες τους σε κωματώδη κατάσταση. Περιγράφονται ως εντελώς τρελοί, χαμένοι σε όνειρα, επιδιδόμενοι σε ζωηρές συζητήσεις με τον εαυτό τους και παραπατώντας ολόγυρα τυφλωμένοι, υποκείμενοι σε παράλογα ξεσπάσματα νευρικού γέλιου και ψευδαισθήσεις…

Η Απαγόρευση της Κάνναβης Η Αμερική, όπου το πάθος για την κάνναβη ήταν μεγαλύτερο, πρωτοστάτησε στην απαγόρευση της. Η πληθώρα των πλεονεκτημάτων και οι πολυποίκιλες εφαρμογές καθιστούσαν την κάνναβη υπολογίσιμο ανταγωνιστή των προϊόντων πολλών βιομηχανικών κλάδων (πετρελαιοειδή, οινόπνευμα, καπνός, χημικά φάρμακα, χαρτοπολτός κ.α.), που συνεργάστηκαν στενά για να πετύχουν την απαγόρευσή της.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η κάνναβη ήταν αδιαμφισβήτητα καθιερωμένη ως αξιόλογο και ακίνδυνο θεραπευτικό μέσο που συγκέντρωνε την επιδοκιμασία και την εκτίμηση του ιατρικού κόσμου: Μέχρι το 1937, το βασικόΕγχειρίδιο Φαρμακοποιίας και το Εθνικό Συνταγολόγιο των ΗΠΑ, αναφέρει την ως ακίνδυνο φάρμακο κατάλληλο για ένα ευρύτατο φάσμα ασθενειών. Αλλά το 1937 θεσπίστηκε ο νόμος Marihuana Tax Act, με τον οποίο ουσιαστικά ποινικοποιήθηκε η καλλιέργεια, η κατοχή, η χρήση και η εμπορία της Ινδικής Κάνναβης και των παραγώγων της.
Τα κρίσιμα χρόνια για την απαγόρευση της κάνναβης ήταν η περίοδος 1930-1937, που σφραγίστηκαν από τα παρακάτω γεγονότα. Το 1930 δημιουργήθηκε το «Ομοσπονδιακό Γραφείο Ναρκωτικών». Μέχρι το 1932 η φαρμακοβιομηχανία είχε τη δυνατότητα να παράγει μαζικά χημικά προϊόντα. Το 1933 έγινε η άρση της Ποτοαπαγόρευση και το αλκοόλ άρχισε και πάλι να πουλιέται ελεύθερα. Έγινε εφικτή η κατασκευή μηχανών για την παραγωγή χαρτιού από δασική ξυλεία. Τέλος την ίδια εποχή έγινε δυνατή η μαζική εισαγωγή στην αγορά των προϊόντων της πετροχημικής βιομηχανίας και του νάιλον. Για όλους αυτούς τους λόγους η κάνναβη έπρεπε να βγει από την μέση κι έτσι απαγορεύτηκε ως «επικίνδυνο ναρκωτικό». Οι Αμερικανοί χρήστες της κάνναβης έπρεπε πλέον να περάσουν στην παρανομία και να κωδικοποιήσουν τη συμπεριφορά και το λεξιλόγιο τους. Έτσι, ο καρτουνίστας Έλζι Σίγκαρ, ο δημιουργός του Ποπάϋ, έβαλε τον διάσημο ναύτη του να τρώει δυναμωτικό «σπανάκι»: «Σπανάκι» (Spinach) ήταν κατά την δεκαετία του 1930 η κωδική ονομασία της μαριχουάνας. Οι απαγορεύσεις όμως δεν εξοβέλησαν την κάνναβη από την αμερικανική κοινωνία, που πήρε την ρεβάνς της κατά τη δεκαετία του 1960 με το κίνημα των «χίπις»…
Το Κίνημα των Χίπης και η Αδελφότητα της Αιώνιας Αγάπης

Η κουλτούρα της κάνναβης άλλαξε για πάντα με τον ερχομό των χίπις. Η κατανάλωση αξιοσημείωτων ποσοτήτων χασίς ταυτίζονταν με τον τρόπο ζωής των χίπις. Και κάθε χασισοπότης που σεβόταν τον εαυτό του κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 έπρεπε να καλύψει τουλάχιστον έναν τμήμα της διαδρομής των χίπις με κατεύθυνση τις μεγαλύτερες χώρες παραγωγής μαριχουάνας της εποχής, όπως ήταν η Ινδία, το Νεπάλ, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, ο Λίβανος και το Μαρόκο.
Οι χίπις έκαναν την εμφάνισή τους στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο αριθμός τους όμως αυξήθηκε σημαντικά μετά το 1968 – τη χρονιά που οι Beatles έκαναν το προσκύνημά τους στην Ινδία, για να καθίσουν στα πόδια του γκουρού τους, του Maharishi. Τυπικά οι χίπις βρίσκονταν στις μεγάλες πόλεις της Δύσης, αργότερα όμως οι πιο περιπετειώδεις απ’ αυτούς ξεκίνησαν να εξερευνούν πιο απομακρυσμένες περιοχές, ανιχνεύοντας συχνά διαδρομές που άνοιξαν αρχικά οι προηγούμενοι χασισοπότες. Και όπου πήγαιναν, αναζητούσαν το καλύτερο ποιοτικά χασίς που μπορούσαν να βρουν.
Η «Αδελφότητα της Αιώνιας Αγάπης», μια ημιθρησκευική ομάδα χίπις από την Καλιφόρνια, δικαιολογεί μια υποσημείωση στην ιστορία του χασίς. Σεβόμενη τον ακαδημαϊκό του Μπέρκλεϊ, Τίμοθυ Λίρυ, –επινοητή του διάσημου μότο «άναψε, ρούφα, φύσα»– ως γκουρού της, θυμόμαστε σήμερα την αδελφότητα κυρίως ως υπέρμαχο του LSD. Παρ’ όλα αυτά, εκτός από αυτές τις δραστηριότητές της –που περιλάμβαναν την κατασκευή, τη διανομή και την ανεπιτυχή προσπάθεια να νοθευτεί με LSD όλο το απόθεμα νερού στην Αμερική– κάποιο άλλο από τα επικερδή της πάρεργα ήταν η λαθρεμπορία τεράστιων ποσοτήτων χασίς από το Αφγανιστάν προς τη Βόρεια Αμερική κατά το τέλος της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές του 1970.
Τα πρώτα φορτία πουλήθηκαν στις αγορές της Kandahar το 1968 έναντι 20 δολαρίων το κιλό. Βαθμηδόν οι αποστολές φορτίων ήταν όλο και μεγαλύτερες και το αφγανικό χασίς άρχισε να κατακλύζει την Αμερική και τον Καναδά, όπου έγινε γνωστό ως «Afghani Primo»…
TD: Το «Τσιγάρο της Αλήθειας» της CIA
Οι αποχαρακτηρισμοί των πρώιμων απόρρητων εγγράφων της CIA, που έλαβαν χώρα έπειτα από προεδρικά διατάγματα το 1977 και το 1995, απεκάλυψαν πως τόσο η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ, όσο και ο προκάτοχός της, το Γραφείο των Στρατηγικών Υπηρεσιών (Office of Strategic Services ή OSS), που ήταν η υπηρεσία πληροφοριών της εμπόλεμης Αμερικής (ιδρύθηκε το 1942), χρησιμοποίησαν όχι μόνον ναρκωτικές ουσίες, όπως π.χ. η μεσκαλίνη, η κοκαΐνη κ.α. αλλά και την ευφορική κάνναβη, στα πλαίσια της αναζήτησης μιας ψυχοτρόπου «ουσίας της αλήθειας», που θα «έλυνε το στόμα» των ανακρινόμενων, αποσπώντας από αυτούς κάθε χρήσιμη πληροφορία.
Την άνοιξη του 1943 η ειδική επιτροπή του OSS αποφάσισε πως η μαριχουάνα (cannabis indica) έδινε τις μεγαλύτερες υποσχέσεις ως «ουσίας της αλήθειας», και ξεκίνησε έτσι ένα πρόγραμμα δοκιμών σε συνεργασία με το Σχέδιο Μανχάταν, το άκρως απόρρητο σχέδιο για την κατασκευή της πρώτης αμερικανικής ατομικής βόμβας. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε μαριχουάνα σε υγρή μορφή, που αποκαλούνταν «TD» και η οποία είχε μια σειρά από δυσάρεστες παρενέργειες σε όσους άθελά τους την κατανάλωσαν. Η συγκεκριμένη ουσία «δεν δούλεψε με τον τρόπο που ήθελαν» και τα «αντικείμενα του πειράματος» αρρώστησαν από τους πολλούς εμετούς και κατέληξαν στο νοσοκομείο.
Τότε ήταν που οι ειδικοί επιστήμονες του OSS αποφάσισαν πως ο καλύτερος τρόπος για να απορροφηθεί η μαριχουάνα ήταν η έγχυση της στον καπνό. Δεν άργησαν λοιπόν να καταλήξουν στο συμπέρασμα πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος διανομής της ουσίας τετραϋδροκαναβινόλη (ΤΗC) ήταν ο ίδιος που χρησιμοποιούσαν εδώ και δεκαετίες οι μουσικοί του περιθωρίου, δηλαδή τα τσιγάρα. Σύμφωνα με έγγραφα του OSS η ανάμειξη καπνού με μαριχουάνα και το κάπνισμα τους προκαλούσε μια «κατάσταση ανευθυνότητας, που δημιουργούσε στο χρήστη μια φλυαρία και μια ελευθεριότητα στην μετάδοση των πληροφοριών που κατείχε».
Η πρώτη πραγματική δοκιμή αυτού του τσιγάρου, που περιείχε μείγμα καπνού και μαριχουάνας, έλαβε χώρα στις 27 Μαΐου του 1943. Αντικείμενο πειραματισμού ήταν ο Άουγκουστ Ντελ Γκράτσιο (August Del Gracio), ένας φημισμένος ιταλικής καταγωγής γκάνγκστερ της Νέας Υόρκης. Τον προσέγγισε ο Τζορτζ Γουάϊτ (George White) ένας αξιωματικός του Στρατού, που αποσπάστηκε στον OSS από το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ναρκωτικών (FBN). Αυτός επισκέφτηκε τον Ντελ Γκράτσιο στο διαμέρισμά του, όπου και του έδωσε να καπνίσει το «ειδικό τσιγάρο». Ήθελε να εκμαιεύσει από τον Ιταλό μαφιόζο πληροφορίες σχετικά με τις διασυνδέσεις της ιταλικής μαφίας της Νέας Υόρκης με πράκτορες του Άξονα (η φασιστική Ιταλία ήταν τότε ακόμη σύμμαχος της Γερμανίας), σε μια περίοδο που οι Αμερικανοί προετοίμαζαν την απόβαση στη Σικελία. Ο Γούαιτ προσέφερε συνεχώς στον Ντελ Γκράτσιο τσιγάρα με μαριχουάνα μέχρι εκείνος να γίνει «υπερβολικά φλύαρος». Έβαλε μέσα σ’ αυτά τόσο πολύ μαριχουάνα, ώστε ο γκάνγκστερ άρχισε να χάνει τους λογικούς του ειρμούς για μια σχεδόν ώρα, και η γλώσσα του «λύθηκε». Κάτω από την επίδραση του «ειδικού τσιγάρου» ο σκληρός Ιταλός μαφιόζος άρχισε να «ξερνάει» όλα όσα ήξερε, αλλά τελικά αποδείχθηκε πως ήταν «καθαρός» καθώς δεν γνώριζε σημαντικές πληροφορίες για τις δραστηριότητες των πρακτόρων του Άξονα. Γνώριζε ωστόσο αρκετά πράγματα για το εμπόριο ναρκωτικών στη Νέα Υόρκη και αποκάλυψε όλα τα μυστικά του στον Αμερικανό αξιωματικό. Μάλιστα οι πληροφορίες που αποκάλυψε σχετικά με το εμπόριο ναρκωτικών ήταν τόσο ευαίσθητες, ώστε αργότερα η CIA αναγκάστηκε να τις κρατήσει διαβαθμισμένες μέχρι το 1977! Αφού τέλειωσε την εξομολόγηση του ο Ντελ Γκράτσιο είπε στον Τζορτζ Γουάϊτ: «Ότι και να κάνεις, μη χρησιμοποιήσεις ποτέ τίποτε από αυτά που σου είπα». Φυσικά ο πράκτορας του OSS έκανε ακριβώς το αντίθετό…
Παρά την επιτυχία του πειράματος στον Ντελ Γκράτσιο οι αξιωματούχοι του OSS δεν πείστηκαν ποτέ πως η μαριχουάνα, σε υψηλές συγκεντρώσεις, θα μπορούσε να ωθήσει ένα άτομο να εξομολογηθεί τα πιο βαθύτερα μυστικά του. Παρ’ όλα αυτά επέτρεψαν στον Τζορτζ Γουάϊτ, μαζί μ’ έναν ακόμη πράκτορα του Σχεδίου Μανχάταν, να χρησιμοποιήσουν για μια ακόμη φορά 18 τσιγάρα με υψηλή περιεκτικότητα σε μαριχουάνα σε στρατιώτες, που υπηρετούσαν στην Ατλάντα, στο Μέμφις και στη Νέα Ορλεάνη και ήταν ύποπτοι για φιλικές προς τον κομμουνισμό στάσεις. Οι δύο άνδρες «περνούσαν καλά» ενόσω εκτελούσαν την αποστολή τους, καθώς έμεναν σε ακριβά ξενοδοχεία του αμερικανικού νότου κι έτρωγαν στα καλύτερα εστιατόρια. Όταν ο Γουάϊτ ρωτήθηκε αργότερα αν ο ίδιος είχε δοκιμάσει αυτά τα ενισχυμένα τσιγάρα μαριχουάνας, παραδέχθηκε ότι το έκανε: «Τα τσιγάρα σου έδιναν την αίσθηση ότι περπατούσες αρκετά εκατοστά πάνω από το πάτωμα…»
«Στης Μαστούρας το Σκοπό»: Η Χασισοποτεία στην Ελλάδα

Η Κάνναβη στην Ελλάδα ήταν γνωστή και διαδεδομένη από την αρχαιότητα. Το νεότερο ελληνικό κράτος, που συστάθηκε μετά την Επανάσταση του 1821, αξιοποίησε την καλλιέργεια της κάνναβης για εμπορικούς σκοπούς. Το 1836 το Βασιλικό Τυπογραφείο δημοσίευσε μια μελέτη του Γρ. Παλαιολόγου «Περί Καλλιέργειας της Κάνναβης», χωρίς να γίνεται λόγος περί της ηδονιστικής χρήσης της. Η Κάνναβη καλλιεργούνταν κυρίως στις πεδιάδες του Αγρινίου, της Καλαμάτας και του Άργους και οι νεαρές κοπέλες, που εργάζονταν στη συλλογή της, ήταν πάντα εύθυμες και όταν έφευγαν από το χωράφι ήταν ιδιαίτερα πειρακτικές, σε σημείο θράσους, απέναντι στους περαστικούς. Η κανναβοκαλλιέργεια στην Ελλάδα, κυρίως για κλωστική κάνναβη, θα συνεχιστεί μέχρι την τελική απαγόρευσή της το 1957, αν και η χασισοποτεία ήταν ήδη απαγορευμένη επί Μεταξά.
Στις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσαν στην Αθήνα, στον Πειραιά και σε άλλες μικρότερες ελληνικές πόλεις, πολλοί «ντεκέδες», δηλαδή καφενεία όπου σύχναζαν οι χασισοπότες. Σ’ αυτά τα στέκια, που σύχναζαν κυρίως άτομα του υποκόσμου (κουτσαβάκια, νταήδες, μαστρωποί, μαχαιροβγάλτες και «κατάστικτοι», δηλαδή άνδρες με τατουάζ), πήγαιναν για να «πιουν» χασίς καθώς ο καφές δεν ήταν τότε ακόμη στην ημερήσια διάταξη: «Προσφέρεται και καφές» έγραφαν σε πινακίδες οι τεκετζήδες, για να προσελκύουν και τους μη χασισοπότες. Σ’ αυτά τα καταγώγια, τα οποία τα επισκέπτονταν κατά καιρούς και διάφοροι καλλιτέχνες και «παρακμιακοί αστοί», υπήρχαν διάφορες ρεμπέτικες κομπανίες ή μοναχικοί τύποι που έπαιζαν μπαγλαμά τραγουδώντας «στης μαστούρας τον σκοπό». Οι αστυνομικοί κατά καιρούς εισέβαλαν στους τεκέδες για να βρουν παρανόμους και να εκφοβίσουν τον υπόκοσμο. Όσους χασισοπότες συλλάμβαναν τους έπαιρναν ένα βράδυ στο κρατητήριο για να «ξεμαστουρώσουν» και στην συνέχεια τους άφηναν ελεύθερους, διότι η χασισοποτεία θεωρούνταν τότε «πταίσμα» και όχι κακούργημα. Κανείς χασισοπότης δεν έμπαινε τότε φυλακή αν «έπινε» χασίς, εκτός αν έκανε κάποια άλλη αξιόποινη πράξη. Η απαγόρευση ήρθε αργότερα κατά τη δικτατορία του Μεταξά.
Επί δικτατορίας του Μεταξά αλλά και αργότερα, κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου και των «πέτρινων χρόνων», η κρατική καταστολή σε βάρος των κομμουνιστών και των Αριστερών γενικότερα στην Ελλάδα ήταν πολύ σκληρή. Οι Αριστεροί, τόσο οι απλοί άνθρωποι όσο και οι διανοούμενοι, οδηγούνταν στις φυλακές και στα ξερονήσια για εξορία. Ήταν πολιτικοί κρατούμενοι αλλά το «εθνικόφρων» κράτος, προκειμένου να τους ταπεινώσει ακόμη περισσότερο, τους έριχνε στη φυλακή μαζί με τους εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Έτσι για πρώτη φορά συγχρωτίστηκαν Αριστεροί διανοούμενοι και καλλιτέχνες με άτομα του υπόκοσμου και λούμπεν μικροεγκληματίες, που είχαν ως χαρακτηριστικό τους τη ρεμπέτικη μουσική και την χασισοποτία. Μ’ αυτό τον τρόπο οι Αριστεροί καλλιτέχνες ήρθαν σε επαφή με τη χασισοποτεία και ο υπόκοσμος με τις ιδέες της Αριστεράς, δημιουργώντας μια μοναδική σύνθεση που επηρεάζει την ελληνική κοινωνία ακόμη και σήμερα.
Πολλοί ήταν οι ρεμπέτες εκείνης της εποχής που φούμαραν τον «καπνό της λησμονιάς». Πιο γνωστός απ’ όλους ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο οποίος την «έπινε» κι έζησε μέχρι τα βαθιά του γεράματα, κάνοντας πέντε παιδιά: «Μας φέρνει μαύρο από την Πόλη και μαστούρια είμαστε όλοι, τουμπεκί απ’ την Περσία πίνει ο μάγκας με ησυχία…», λέει ένα γνωστό τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη. Τα «χασικλίδικα», αν και απαγορευμένα, ήταν εκείνη την εποχή ένα σημαντικό κομμάτι του ρεμπέτικου τραγουδιού. Η δίωξη και η καταστολή του ρεμπέτικου τραγουδιού από το καθεστώς του Μεταξά καθώς και από τις ελληνικές μετα-εμφυλιακές κυβερνήσεις, έστρεψε το λαό στα λεγόμενο «λαϊκά τραγούδια» και στο μπουζούκι που ήταν πλέον αποδεκτό και από την αστική τάξη. Το ίδιο διάστημα οι διώξεις των χασισοποτών εντάθηκαν, τα μέτρα καταστολής αυξήθηκαν με αποκορύφωμα την περίοδο της Χούντας. Ωστόσο η χρήση της κάνναβης, παρά τις τόσες απαγορεύσεις και διώξεις, δεν εξαφανίστηκε ποτέ από την Ελλάδα. Από τη δεκαετία μάλιστα του 1990 άρχισε να επανακάμπτει σε σημείο ώστε να είναι πλέον ευρύτατα διαδεδομένη, όχι μόνον σε περιθωριακούς αλλά και σε άτομα της αστικής και μορφωμένης τάξης. Όπως εκμυστηρεύτηκε στον υπογράφοντα ο γνωστός ψυχίατρος Κλεάνθης Γρίβας: «Κάποτε στην Ελλάδα κάπνιζαν κάνναβη μόνον οι περιθωριακοί. Σήμερα, και λόγω των ανούσιων κατασταλτικών και απαγορευτικών νόμων, κάθε μία στις τρεις ελληνικές οικογένειες έχει κι από έναν καπνιστή κάνναβης». Δεν μιλάμε πλέον για περιθώριο, αλλά για μαζική –πλην όμως απαγορευμένη– χρήση της κάνναβης στην Ελλάδα.
Άμστερνταμ: Η «Μέκκα» της Μαριχουάνας

Coffee Shop στο Άμστερνταμ
Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970 το λαθρεμπόριο κάνναβης πολεμήθηκε ιδιαίτερα σκληρά στην Ευρώπη. Η ενδημική πλεονεξία στην αλυσίδα από τον καλλιεργητή στον λαθρέμπορο και από κει στον πωλητή έγινε ανυπόφορη. Οι τιμές εκτοξεύτηκαν στα ύψη, ενώ η ποιότητα έπεφτε κατακόρυφα. Επιπλέον οι αμερικανικές Αρχές επαγρυπνούσαν διαρκώς και απέκτησαν μεγάλη αποτελεσματικότητα στο να συλλαμβάνουν τους λαθρέμπορους και να καταστρέφουν τις καλλιέργειες.
Τότε, όμως, στα μέσα της δεκαετίας του 1970 όλα άλλαξαν. Ο Jim Richardson δημοσίευσε το πρωτοποριακό του βιβλίο με τίτλο Sensimilla Marijuana Flowers. Ο ερχομός των sensimilla (ισπανική λέξη που κυριολεκτικά σημαίνει χωρίς σπόρους) είναι γεγονός που θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας της κάνναβης.
Από την αρχή της δεκαετίας του 1980 η επιστήμη των sensi έχει μετακινηθεί στο πιο ελεύθερο έδαφος του Άμστερνταμ. Το Άμστερνταμ ήταν η ευρωπαϊκή πύλη για την ανάπτυξη των νέων τεχνικών, καθώς ήταν ήδη το «σπίτι» μιας ακμάζουσας κουλτούρας της κάνναβης.
Μέχρι τον ερχομό των sensi, η κάνναβη στη χώρα ήταν εισαγόμενο προϊόν. Μέσα όμως σε λίγα χρόνια, οι Ολλανδοί εγκαινίασαν τα δικά τους προγράμματα, αναζητώντας σπόρους από την Ασία και τη Μέση Ανατολή, για να αναπτύξουν νέες γενιές υβριδίων, όπως το Holland’s Hope και το Amstel Gold – για να αναφέρουμε μόνο δύο από αυτά.
Το Άμστερνταμ σήμερα είναι η «Μέκκα» της Μαριχουάνας προσελκύοντας τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο και φιλοξενώντας το Cannabis Cup –μια ετήσια φιέστα μαριχουάνας που οργανώνει το αμερικανικό περιοδικό High Times. Η πόλη καυχιέται ότι διαθέτει περισσότερα από 12 coffee shops που προσφέρουν περισσότερες από 150 διαφορετικές ποικιλίες Το εμπόριο των sensimilla είναι σήμερα στο αποκορύφωμά του, όχι μόνο στο Άμστερνταμ αλλά και παντού στον κόσμο. Το «ιερό φυτό» συνεχίζει να συντροφεύει τον άνθρωπο ακόμη και στον τεχνοκρατικό 21ο αιώνα.
Legalize it?

Τελειώνοντας θεωρώ περιττό να υπογραμμίσω πως δεν είμαι υπέρ της χρήσης της κάνναβης ως ευφορικό μέσο. Είμαι ωστόσο υπέρ της χρήσης της στη βιομηχανία, στην παραγωγή ενέργειας, στη φαρμακευτική, στη διατροφή κ.α. –κάτι που θα μας βοηθήσει και στην απεξάρτηση μας από το πετρέλαιο κι από τη χημική βιομηχανία που καταστρέφει το περιβάλλον. Προσωπικά υπερασπίζομαι την αποποινικοποίησή της κάνναβης και συγκεκριμένα την επανα-νομιμοποίηση της (εφόσον ήταν νόμιμη σχεδόν σε όλες τις χώρες μέχρι τη δεκαετία του 1930). Οι λόγοι πολλοί και θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο άρθρο μόνο γι’ αυτό. Αντί γι’ αυτό παραθέτω τις απόψεις του διακεκριμένου Έλληνα ψυχίατρου και συγγραφέα Κλεάνθη Γρίβα, που έχει αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του στη μελέτη του απαγορευμένου ζητήματος της Κάνναβης και με του οποίου τις θέσεις συμφωνώ πλήρως: «Δεν υποστηρίζω τη χρήση των ψυχοτρόπων ουσιών, αλλά υπερασπίζομαι τη νομιμοποίησή τους. Πρώτον, για λόγους ηθικούς: Κανένας εκτός από μένα δεν έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποια ουσία θα καταναλώνω και ποια όχι. Δεύτερον, για λόγους πολιτικούς: Η κοινωνία δεν απειλείται από τις ψυχοτρόπες ουσίες. Κινδυνεύει μόνο από την κατασταλτική πολιτική της κρατικής εξουσίας απέναντι σ’ αυτές. Το δικαίωμα να ψηφίζω και το δικαίωμα να εξουσιάζω το κορμί μου αποτελούν βασικά στοιχεία της ελευθερίας μου. Το δικαίωμα να ψηφίζω είναι θεμελιώδες στοιχείο της ελευθερίας μου ως πολίτη. Και το δικαίωμα να εξουσιάζω το κορμί μου είναι κεντρικό στοιχείο της ελευθερίας μου ως ατόμου. Η απαγόρευση της ψήφου αίρει το δικαίωμά μου να ασκώ κάποιο έλεγχο στους διαχειριστές της εξουσίας, και συνεπώς καταργεί την ελευθερία μου ως πολίτη. Και η απαγόρευση ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών αίρει το δικαίωμά μου να εξουσιάζω το κορμί μου και συνεπώς καταργεί την ελευθερία μου ως ατόμου. Υπερασπίζομαι την (επανα)νομιμοποίηση όλων των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών…», Κλεάνθης Γρίβας, Αντίσταση στην Εποχή του Τίποτα, σελ. 141, Ιανός). Ας μην ξεχνάμε τέλος πως οι κάθε λογής απαγορεύσεις γεννούν την επιθυμία για το απαγορευμένο…
Ο Γιώργος Στάμκος (stamkos@post.com) είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος και δημιουργός του περιοδικού Ζενίθ.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Γιώργος Οικονομόπουλος, Ψυχεδελικά ή Ψηχοδηλωτικά: LSD, MESCALINE, HASHISH, εκδόσεις Κοινότητα, 1980
Κλεάνθης Γρίβας, Κάνναβη, Μαριχουάνα, Χασίς, Εκδοτική Θεσσαλονίκης, 2006
Κλεάνθης Γρίβας, Πλανητική Κυριαρχία και Ναρκωτικά: Τα Ναρκωτικά ως Εργαλείο της Αμερικανικής Εξωτερικής Πολιτικής, Ιανός, 2006
Κλεάνθης Γρίβας, Αντίσταση στην Εποχή του Τίποτα, Ιανός 2006
Γιώργος Στάμκος, Mind Control: O Πόλεμος για τον Έλεγχο του Νου, Άγνωστο, 2005
Ηλίας Πετρόπουλος, Άγιο Χασισάκι, Νεφέλη 1987
Canavaccio: Κείμενα Περί της Ηδονιστικής Δρόγης, Εκδόσεις Heteron, 2009
Nick Jones, Spiffs: Α Celebration of Cannabis Culture, Chrysalis impact, 2003
Ψυχεδέλεια & Ψυχότροπα (ειδική έκδοση), Εκδόσεις ΑΓΝΩΣΤΟ 2010
Σχετικά με την Κάνναβη άρθρα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ΖΕΝΙΘ.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες