Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Γλώσσα και ιδιωματισμοί 2

Η ντοπιολαλιά της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλιας    Ενδεικτικό λεξιλόγιο

Α
αβανιά (η): ζημιά, βλάβη,κακοτυχία
απ’διά (η): αχλαδιά, γκορτσιά
αβασκαίνου (ρ.): ματιάζω
απ’κατούλια (επίρ.): λίγο πιο κάτω
αβγατίζου, αβγαταίνου, αβγατάου (ρ.): αυξάνω, πληθαίνω, μεγαλώνω, προσθέτω
απ’στουμάου (ρ.): γυρίζω δοχείο με το στόμιο προς τα κάτω, γυρίζω ανάποδα
αβέρτα (επίρ.): συνεχώς
απαπκάτ’ ή απ’κάτ’ (επίρ.): από κάτω
αβραϊά (η): βραγιά, πρασιά, το χώρισμα του χωραφιού με αυλακιές
απέδου (επίρ.): από εδώ
άγανο (το): η πριονωτή βελόνα που έχει το στάχυ των σιτηρών
απέκεια (επίρ.): από εκεί
αγανός (επίθ.): αραιά υφασμένος
απ'θώνου (ρ.): τοποθετώ κάτι πρόχειρα
αγάντα (επίρ.): βάστα
απίδ’ (το): αχλάδι
αγγειά (τα): οικιακά σκεύη
απίκου (επίρ.): είμαι σε αναμονή, σε επιφυλακή
άγγονας (ο): εγγονός, εγγόνι
απίστομα (επίρ.): μπρούμυτα
αγγονιά (η): εγγονή
αποκοντριάζομαι (ρ.): αποβλακώνομαι, γίνομαι ακοινώνητος
αγκάρια (επίρ.): ασταθώς, στέκομαι στα νύχια
απόπαιδο (το): αποκληρωμένο παιδί, περιφρονημένο
αγκέλωμα (το): τσίμπημα με αγκάθι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
αποπερούλια (επίρ.): κοντά μας αλλά από την απέναντη μεριά
αγκουνάρ' (το):  πέτρα που τοποθετείται στη γωνία του τοίχου του σπιτιού
απόρ’μα (το): αυτό που γεννήθηκε πριν την ώρα του
αγκουνή (η): γωνία, αλλά και η προνομιούχα το χειμώνα θέση δίπλα από το τζάκι
απορρίχνου (ρ.): γεννώ πρόωρα, αποβάλλω
αγκούσα (η): δύσπνοια, δυσκολία
αποτώραγια (επίρ.): πριν λίγο
αγνάντιο (το): ψηλό μέρος από το οποίο μπορείς να παρατηρείς και να βλέπεις από μακριά
απουδώθι (επίρ.): από την εδώ πλευρά, από εδώ
αγριομούτσουνος (ο): αυτός που έχει άγριο πρόσωπο
απουκείθι (επίρ.): από την εκεί πλευρά, από εκεί
αδαυτού (επίρ.): σ΄αυτό εδώ το σημείο που είναι κοντά σου
απουπέρα (επίρ.): απέναντι
αδειά (η): διαθέσιμος χρόνος
απουπερούλια (επίρ.): απέναντι και κοντινά
αδρασκίλα (η): μέτρο μήκους που ισοδυναμεί με το άνοιγμα των ποδιών κανονικού βηματισμού
απουπούι (επιφ.): α! πω – πω
αδράχτ’ (το): ειδικό ξύλο γύρω από το οποίο τυλίγεται το νήμα, που σχηματίζεται από το γνέσιμο του μαλλιού που τοποθετείται στη ρόκα
απουσταίνου (ρ.): κουράζομαι
αδρύ (το): το τσουχτερό, το δυνατό ποτό
απουτώραϊα (επίρ.): πριν από λίγο
ά-κα (αρν. μόριο): όχι (με έμφαση)
αποχάκ' (επίρ.): ικανοποίηση για τιμωρία
ακαπίστρουτους (ο): χωρίς καπίστρι, ατίθασος
απύτιαγους (ο): αυτός που δεν πήρε πυτιά, δεν τον πιάνει το φαγητό
ακουρμαίνου (ρ.): ακούω με προσοχή
αραλίκ’ (το): ξεγνοιασιά, ανεμελιά, άνεση
αλάνταβος (ο): αυτός που περπατάει απρόσεκτα
αρβάλ' (το): το χερούλι της κατσαρόλας
αλάργα (επίρ.): μακριά
αργάζου (ρ.): επεξεργάζομαι δέρματα, δέρνω κάποιον αλύπητα
αλάρωτος (ο): αυτός που μιλάει συνέχεια
αργανέλλα (η): τριχιά από λινάρι
αλιά (επίρ.): αλίμονο
αρίδα (η): τρυπάνι ξύλου, πόδι
αλίκορδα (επίρ.): ανάποδα, προς το επάνω μέρος
αρμαθιάζου (ρ.): φτιάχνω αρμάθα, περνώ όμοια πράγματα σε κλωστή ή σύρμα
αλλάδερφος (ο): ο ετεροθαλής αδελφός
αρμυροκ’λούρα (η): κουλούρα που έφτιαχναν και έτρωγαν οι ανύπαντρες κοπέλες το βράδυ της Καθαρής Δευτέρας, για να ονειρευτούν τον άντρα που θα παντρευτούν
αλλαξιά (η): δεύτερη φορεσιά
αρούπουτος (ο): αχόρταγος
αλουμανάου (ρ.): χτυπάω αλύπητα
αρταίνομαι (ρ.): δε νηστεύω
αλσίβα (η): βρασμένο σταχτόνερο που χρησίμευε για το πλύσιμο των ρούχων και για λούσιμο
ασαλάητους (ο): απείθαρχος, ανυπάκουος, αυτός που δεν είχε ποτέ έλεγχο από κανένα
αλ'χτάου (ρ.): γαυγίζω
ασιουμπέιαστος (ο): αυτός που δεν τον απασχολούν τα προβλήματα και οι σκέψεις
αμελίστρα (η): γαλάζιο άγονο χώμα, όπου δε φυτρώνει τίποτε
ασπρούδ’ (το): είδος άσπρου σταφυλιού
αμούντ (επίρ.): εξαφάνιση
αστοχάου (ρ.): ξεχνάω
αμπώχνου (ρ.): σπρώχνω
αστρίτ’ς (ο): είδος φιδιού με στίγματα, πανέξυπνος άνθρωπος με σπινθηροβόλο βλέμμα
αμτί (αμέ τι): αμ’ πώς αλλιώς
ατσίδα (η): έξυπνος, καταφερτζής
αναδεχτούδ’ (το): βαπτιστήρι
αφ’σκάδα (η): ασχήμια, αισχρολογία
αναμεράου (ρ.): κάνω στην άκρη
αφαλοκόβου (ρ.): κόβω τον ομφάλιο λώρο, απειλώ με ξυλοδαρμό
αναπιάνου (ρ.): φτιάχνω προζύμι
αφελάου (ρ.): είμαι ωφέλιμος, χρήσιμος
ανάπουτους (επίθ.): κακότροπος, παράξενος, ιδιότροπος
αφίσκα (επίρ.): άσχημα
ανάργια (επίρ.): αργά
αφόντας (χρον. σύνδ.): από τότε που
ανεβατίζου (ρ.): ανακατεύω το ελάχιστο προζύμι με το σύνολο του ζυμαριού που απαιτείται για το ψωμί
αφόριου (το): ρούχο αφόρετο, αμεταχείριστο
αντέτ’ (το): έθιμο, συνήθεια, άγραφος νόμος
αχπάν’ (επίρ.): επάνω
αντράλα (η): ζαλάδα, σκοτούρα, φασαρία
αψ'χάου (ρ.): τσιγκουνεύομαι
αξούρ’γους (ο): αξύριστος

 
Β
β’κέντρα (η): μακρύ αιχμηρό ραβδί για το κέντρισμα των βοδιών κατά το όργωμα
βίτσα (η): λεπτή βέργα
β’νί (το): βουνό
βλάρ’ (το): τόπι υφάσματος, καθένα από τα κομμάτια που υφαίνεται στον αργαλειό, τα οποία στη συνέχεια ράβονται μεταξύ τους και αποτελούν το ολοκληρωμένο ρούχο
β’τσέλα (η): είδος ξύλινης βαρέλας νερού
βλιώρα (η): ζιζάνιο των σπαρτών, σιχαμερός άνθρωπος
βααίνου ή βαϊζου (ρ.): γέρνω από τη μια πλευρά από το πολύ βάρος
βλουγάει (ρ.): υπάρχει, υφίσταται, μετράει
βάβου (η): γιαγιά
βλουγούδ’(το): μικρό πρόσφορο
βαϊζου (ρ.): γέρνω
βολεί (ρ. απρόσ.): βολεύει, μπορεί, είναι εύκολο
βαρβατσέλ’ (το): μικρό τραγάκι, παιδί που παριστάνει τον άντρα
βόμπ’ρας (ο): μικρό ζωύφιο, μικρόσωμο, κινητικό και έξυπνο παιδί
βαρκό (το): χωράφι που έχει συνέχεια νερό
βουζίλα (η): μοχλός
βατσνιά (η): βατομουριά
βουλά (η): φορά
βελάν’ (το):  βελανίδι
βουρλουτύρ’(το): γαλοτύρι, τσιαλαφούτι
βελέντζα (η): χοντρό μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
βρετ’κά (τα): εύρετρα, αμοιβή κάποιου που βρήκε και παρέδωσε κάτι
βερέμ'κα (επίρ.): πλάγια
βρος (ο): λάκκος που κρατάει νερό
βετούλ' (το): κατσίκι ενός έτους
βρουκόλακας (ο): βρικόλακας, φάντασμα
βίγλα (η): παρατηρητήριο
βρυτσούλ’ (το): τόπος που αναβλύζει νερό, υγρότοπος
βιδούρα (η): ξύλινο δοχείο για γαλακτοκομικά προϊόντα
βυζοσάκ’λες (οι): πάνινες σακκουλίτσες που βάζουν στους πολύ μεγάλους μαστούς μερικών γιδιών για να τους προστατεύσουν από τραυματισμούς
βιρβιρίτσα (η): σκίουρος

 
Γ
γαβάθα (η): βαθουλωτό ξύλινο ή πήλινο πιάτο
γκουσομανάου (ρ.): ανασαίνω γρήγορα από την πολλή προσπάθεια
γαλάριος (ο): γαλακτοφόρος, παραγωγικός
γλαβανή (η): καταπακτή
γάνα (η): βρώμα, καπνιά
γλέπου (ρ.): βλέπω
γανώνου (ρ.): κασσιτερώνω, στιλβώνω με καλάι τα χαλκώματα, μαυρίζω κάτι με κάρβουνο, με γάνα
γλίνα (η): λάσπη από χώμα αργιλώδες που κολλάει
γαραφένιος (ο): πεντακάθαρος και όμορφος
γνέμα (το): νήμα
γαρδαβίτσα (η): μικρό εξόγκωμα στο χέρι
γόνα (το): γόνατο
γάστρα (η): είδος μεταλλικού φούρνου σε σχήμα κοίλου ημισφαίριου
γούλ’ (η): στόμιο της μπουκάλας
γατσιάζου (ρ.): μαζεύομαι από το κρύο και μου σηκώνεται η τρίχα
γουμάρ’ (το): γαϊδούρι
γατσούν' (το): γατάκι
γούπατο (το): βαθούλωμα
γέν'μα (το): αγροτική σοδειά
γουρμάζου (ρ.): ωριμάζω
γερεύου (ρ.): μου περνάει η αρρώστια, γίνομαι γερός
γουρνομυτιάζου (ρ.): βάζω κάποιον κάτω μέχρι να ακουμπήσει η μύτη του στο χώμα
γεροκόμ’ (το): καταβεβλημένος γέρος
γουρνουτσάρ’χα (τα): τσαρούχια από δέρμα χοίρου
γιαλάου (ρ.): γελάω, εξαπατώ κάποιον
γούτσ’ (το): το κουκουνάρι του καλαμποκιού
γιατάκ»(το): κρεβάτι, χώρος για ανάπαυση
γράβος (ο): φυλλοβόλο δέντρο με ίσιες, γερές , λεπτές και μακριές βέργες, κατάλληλες για γκλίτσες και ράβδες καρυδιών
γίδ’ (το): άνθρωπος ακοινώνητος
γραδώνου (ρ.): μπαίνω κάπου και δεν μπορώ να βγω
γιδοξούρ’ (το): εργαλείο για τον καθαρισμό των ζώων, κακάσχημος άνθρωπος
γραίνου (ρ.): ξεμπλέκω το πλυμένο μαλλί των προβάτων και το κάνω αφράτο
γιόμα (το): η ώρα του γεύματος, μεσημέρι
γρέκ' (το): καλύβα βοσκού
γιομόζω (ρ): γεμίζω
γρέντζιλου (το): σταφύλι με μικρές και λίγες ρώγες
γιούκος (ο): διπλωμένα κλινοσκεπάσματα τοποθετημένα το ένα πάνω στο άλλο
γρεντιά (η): δοκάρι στέγης σπιτιού
γιούργια (επίρ.): επίθεση
γρίβας (ο): άλογο με γκρίζο τρίχωμα
γκ’σός (ο): κισσός
γρούδα (η): κουβάρι από νήμα, πράγμα μαζεμένο, πολύ τσαλακωμένο ρούχο
γκαβός (ο): τυφλός
γρουμπούλ’(το): στρογγυλό εξόγκωμα του δέρματος, στρογγυλό κομμάτι λάσπης, ζύμης κ.λ.π.
γκαϊδός (ο): αλλήθωρος
γυαλ’κά (τα): γυάλινα σκεύη του σπιτιού
γκαϊδοτ’ράου (ρ.): κοιτάζω αλλήθωρα
γυνί (το): υνί, η σιδερένια μύτη του αλετριού
γκανιάζου (ρ.): κλαίω ασταμάτητα μέχρι που μου κόβεται η αναπνοή
γυροβουλιά (η): στροφή στο χορό, πέρασμα από τα σπίτια για ευχές
γκέσος (ο): τράγος με κοκκινωπή απόχρωση
γύφτος (ο): σιδηρουργός, οργανοπαίχτης, μελαψός, μικροπρεπής
γκισέμ' (το): κριάρι που ηγείται του κοπαδιού
γωνιά (η): τζάκι, ορθογώνιο μεταλλικό τρίγωνο των ξυλουργών και των κτιστών
γκόλφ' (το): φυλαχτό
γωνολίθια (τα): στενόμακρες πέτρες που περικλείουν το τζάκι, για να μη βγαίνουν οι στάχτες και τα κάρβουνα έξω απ’ αυτό
γκουρτσιά (η): άγρια αχλαδιά

 
Δ
δ’λειά (η): εξυπηρέτηση, τακτοποίηση, σεξουαλική πράξη
διάτανος (ο): διάβολος
δάρτ' (το): ξύλο για το αλώνισμα των δημητριακών
διβολίζου (ρ.): οργώνω το χωράφι δεύτερη φορά
δάχ’λο (το): δάχτυλο
δικέλλ’ (το): σκαπτικό εργαλείο με δυο μύτες
δαχλιά (η): αποτύπωμα από δάκτυλο
δικριάνι' (το): διχαλωτό ξύλο για το λίχνισμα του άχυρου
δγιουφύρ’ (το): γεφύρι
διπλάρ’κα (τα): δίδυμα αδέρφια
δείξιος – ποίξιος (ο): ελεεινός, θα του δείξω και θα του κάνω
διπλοπόδ’ (το): κάθισμα στο δάπεδο ή στο στρώμα με διπλωμένα πόδια
δέντρος (ο): δρυς
δίστρατο (το): σημείο διακλάδωσης του δρόμου
δέσ’ (η):  σύνδεση του αυλακιού με το ποτάμι ή την πηγή και τα ενδιάμεσα σημεία σύνδεσης του κεντρικού αρδευτικού αυλακιού
δίφορα (τα): σύκα που γίνονται δυο φορές το χρόνο
διακόβου (ρ.): φτάνω γρηγορότερα από κάποιον άλλον, ξεπερνώ
δοντάγρα (η): ειδική τανάλια για την εξαγωγή δοντιών
διακονιάρης (ο): ζητιάνος
δούγα (η): σανίδα βαρελιού
διαλιούργια (τα): αυτά που απομένουν μετά τη διαλογή
δραγάτ’ς (ο): αγροφύλακας
διάσελο (το): στενή διάβαση, αυχένας μεταξύ βουνών ή λόφων
δροτσίλα (η): ερεθισμός, κοκκινάδα
διασίδ' (το): νήμα της ύφανσης στον αργαλειό
δρουλάπ’ (το): χιονοθύελλα, καταρρακτώδης βροχή
διάτανος (ο): διάβολος

 
Ε
έβελο (το): πελώριο πράγμα
εκειός (ο): εκείνος
εδώια (επίρ.): εδώ, σε τούτο το μέρος
έρ’μος (ο): ξεχασμένος από όλους, μόνος
έζαψα (ρ.): όρμησα
έργος (ο): τμήμα του χωραφιού που αναλαμβάνει κάποιος να σκάψει
είδισμα (το): πράγμα
έχος (το): πλούτος
είνουρο (το): όνειρο
εχούμενος (επίθ.): αυτός που έχει πολλά χρήματα, κτήματα ή ζώα, μεγαλονοικοκύρης
 
Ζ
Ζ΄λάπ' (το): άγριο ζώο
ζεύκ' (το): καλοπέραση
ζ’γός (ο): ζυγός
ζεύλα (η): καμπύλο εξάρτημα του ζυγού που μπαίνει στο λαιμό του ζώου
ζ’γώνου (ρ.): πλησιάζω
ζεύου (ρ.): βρωμάω πολύ
ζάβα (η): πόρπη που κουμπώνουν τα ρούχα
ζιαβζέκ’ (το): ανάποδος, δύστροπος
ζαβός (ο): ανάποδος, άνθρωπος με κακά χούια
ζικατάου (ρ.): ενοχλώ
ζαγάρ’ (το): κυνεγητικό σκυλί, πονηρός άνθρωπος
ζιμπερέκ' (το): σύρτης πόρτας
ζαγκανιέμαι (ρ.): κουνιέμαι ασταμάτητα
ζιουβγάρια (τα): ζευγάρια
ζαλ’κώνομαι (ρ.): φορτώνομαι, δένω με τριχιά φορτίο στους ώμους μου
ζ'μπάου (ρ.): σπρώχνω, πιέζω
ζαντζεύου (ρ.): αγριεύω, αφηνιάζω
ζούδ’ (το): ζωύφιο
ζάπ’ ή ζάφτ’ (άκλ.): το να καταφέρεις κάτι
ζούρα (η): κατακάθι του λαδιού
ζάρκος (ο): γυμνός
ζύ’ι (το): βαρίδι της ζυγαριάς
ζβαρνιέμαι (ρ.): σέρνομαι
ζωντανό (το): ζώο, αγροίκος άνθρωπος
ζερβά (επίρ.): αριστερά
ζώστρα (η): λουρί που περνάει κάτω από την κοιλιά του ζώου και δένει το σαμάρι
 
Η
ήγκαιρο (το): γάλα των αιγοπροβάτων αμέσως μετά τη γέννα, κλώστρα
ημερομήνια (τα): οι δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου των οποίων οι καιρικές συνθήκες αντιστοιχούσαν στον καιρό των επόμενων 12 μηνών
ήλιος ή βροχή: τρόπος επιλογής ομάδας ή «μάνας» σε παιχνίδι

 
Θ
θ’κάρ’ (το): θήκη του μαχαιριού
θιαμαίνου (ρ.): θαυμάζω
θ’μιάμα (το): λιβάνι
θιάτρου (το): θέαμα, ντροπή
θαραπαύομαι (ρ.): ευχαριστιέμαι, ικανοποιούμαι
θρασίμ' (το): ψοφίμι
θειάκου (η): θεία
θρασίμ’ (το): ψοφίμι, θρασύδειλος άνθρωπος
θέρμ' (η): πυρετός
θράψ΄ (η): μεγάλη καταστροφή
θηλ’κώνου (ρ.): κουμπώνω
θυμητ’κό (το): μνήμη
θημωνιά (η): πολλά δεμάτια σιτηρών ή χόρτων το ένα πάνω στο άλλο
θύμωμα (το): πρήξιμο πληγής, ερεθισμός
θηρίος (επίθ.): πολύ μεγάλος τεράστιος

 
Ι
ίδ’σμα (το): φαγώσιμο, χρήσιμο πράγμα
ινάτ' (το): πείσμα
ιδιάζου (ρ.): περνώ τα νήματα για ύφανση
ίσκνα (η): παράσιτο δέντρου που χρησίμευε σαν φυτίλι στο τσακμάκι του καπνιστή
ιδιάστρα (η): σανίδα με πολλές τρύπες από τις οποίες οι υφάντρες περνούν τα νήματα της ύφανσης για να μην μπλέκονται
ιτς κρίσ': καμία απάντηση
 
Κ
κ’λούρα (η): καλαμποκίσιο ψωμί
κλιτσ'νάρ' (το): κνήμη
κ’ρούνα (η): κουρούνα, κακή γυναίκα
κλώστρα (η): πηχτό κίτρινο γάλα που αρμέγεται μόλις γεννήσει η κατσίκα
κ’τάβ’(το): νεογέννητο σκυλί, κουτοπόνηρος άνθρωπος
κόθρος (ο): κόρα του ψωμιού
κ’τσιαύτη (η): κατσίκα με μικρά αυτιά
κοκκορόχιονο (το): στρογγυλοί μικροί κόκκοι χιονιού σαν χαλάζι
κ’τσιούμπ’ (το): τμήμα χοντρού κορμού δέντρου
κοκόσια (η): καρύδι
κ’τσιούρα (η): τμήμα του δέντρου κοντά στη ρίζα που βρίσκεται μέσα στο χώμα
κοκοτσέλ’ (το): μικρός κόκορας
κ’τσό (το): παιδικό παιχνίδι στο οποίο το παιδί στηρίζεται στο ένα πόδι και μετακινείται πηδώντας ανάμεσα σε τετράγωνα ή πλακάκια δαπέδου
κολλ’τσίδα (η): αγριόχορτο που κολάει στα ρούχα,φορτικός άνθρωπος
κ’τσός (επίθ.): κουτσός
κολοκαθ’σιά (η): φιγούρα χορευτή σε θέση ημικαθίσματος
κάβ’ρας (ο): κάβουρας
κομματσιούλ’ (το): μικρό κομμάτι ψωμιού
καβαλ’κεύου (ρ.): μπαίνω καβάλα
κόνξα (η): νάζι
καβαλάρ’ς (ο): οριζόντιο κεντρικό δοκάρι στην κορυφή της στέγης, που ενώνονται τα μικρότερα πλαϊνά μαδέρια της στέγης
κοντογούν’ (το): ημίπαλτο
καβούκ’ (το): όστρακο, κουκουνάρι καλαμποκιάς
κοντρί (το): μεγάλος βράχος
καγκελάρ’ (το): χορός με πολλούς κύκλους
κοπά (επίρ.): ίσια, χωρίς στροφές
καζίκ' (το): πάθημα
κόπανος (ο): ξύλο με το οποίο οι γυναίκες χτυπούσαν τα χοντρά ρούχα στο ποτάμι για να φύγει η βρωμιά
καζμάς (ο): είδος σκαπάνης με μακριά και ατσάλινη μύτη
κοπρίτ’ς (ο): ράτσα σκύλου, τεμπέλης άνθρωπος
καθάριο (επίθ.): σταρένιο ψωμί
κόπ'τσα (η): μικρή πόρπη
κακαράντζα (η): κόπρανα αιγοπροβάτων
κορ’φνό (το): αυτό που είναι στην κορυφή
κακκάβ’ (το): μεγάλη κατσαρόλα
κοργιά (η): κόρα του ψωμιού
κακομούτσουνος (επίθ.): αυτός που έχει άσχημο πρόσωπο
κορφάδα (η): κορυφή, το τρυφερό μέρος του βλαστού
καλ’βώνου (ρ.): πεταλώνω τα άλογα
κορφή (η): υπόξινο γάλα που η πήξη του αρχίζει από την κορυφή, την επιφάνεια του δοχείου
καλάι (το): κασσίτερος με τον οποίον «γανώνουν» τα χάλκινα σκεύη
κόρφος (ο): στήθος του ανθρώπου
καλέμ’ (το): κοπίδι με το οποίο γίνεται το πελέκημα των μαρμάρων και των λίθων
κόσα (η): πλεξίδα των μαλλιών
καλέσια (η): πρόβατο με γαϊτανάκια στο πρόσωπο, άσπρη μύτη και μαύρα χείλη
κοσιά (η): μεγάλο δρεπάνι
καλοπίχειρος (ο): εύκολος
κοσσεύω (ρ.): τρέχω
καλοσκερνάω (ρ.): δοκιμάζω
κοτάω (ρ.): τολμάω
καλούδια (τα): δώρα που δίνουν στα παιδιά
κοτσιανάτος (επίθ.): δυνατός, γερός καλοστεκούμενος
καμπλάφ' (το): καπέλο του ιερέα
κουδαρίτ’κα (τα): συνθηματική γλώσσα των κτιστών
κάναλ’ (η): μακρύ ξύλο πελεκημένο ώστε να δημιουργηθεί αυλάκι για να κυλάει το νερό
κουκόσια (η): καρύδι
κανούτα (η): κατσίκα που έχει σταχτοκίτρινο τρίχωμα
κουκουμέλα (η): μανιτάρι
καντήλα (η): σπυρί
κουλουκ’ρεύου ή κουλουκ’ρίζου (ρ.): κουρεύω τα πρόβατα γύρω από τα πόδια και την κοιλιά
καπίστρ’ (το): χαλινάρι
κουλουφουτιά (η): πυγολαμπίδα
καπούλια (τα): πισινά των αλόγων
κουμπουδιάζου (ρ.): δένω κόμπο
καπτσιάρ’ (το): αυτό που ακολουθεί συνέχεια κάποιον
κουνάκ' (το): μικρό φίδι που δεν βλέπει καλά
καρ’κώνου (ρ.): δένω σφιχτά
κουρελού (η): υφαντό φτιαγμένο από λωρίδες κουρελιών
κάρ’νο (το): κάρβουνο
κουρέλω (η): όνομα κατσίκας με δύο γλωσσίδια (τριχωτά κρεατάκια) στο λαιμό
καραβίσιος (ο): μεγάλος, ακριβός
κουρίτα (η): κορμός δέντρου σκαμμένος για να πίνουν τα ζώα νερό
καραμελωτή (η): υφαντό στον αργαλειό με ρίγες
κουρκουκέφαλο (το): κορυφή του κεφαλιού
κάργα (επίρ.): πολύ γεμάτο, πολύ γερά
κουρκούτ’ (η): χυλός με αλεύρι και νερό
κάργας (ο): ζόρικος
κούρνια (η): κοτέτσι
καρδελάγκος (ο): λάρυγγας
κουροψάλ’δο (το): μεγάλο ψαλίδι για το κούρεμα αιγοπροβάτων
καρέλ’ (το): μικρός τροχός αυλακωτός για διάφορες χρήσεις
κουρτσέλ’ (το): κορμός δέντρου σκαμμένος για την τοποθέτηση ζωοτροφής
καρές (ο): κόμμωση
κουσή (η): τρεχάλα
καρκαλέτσ’ (το): παιδική ασθένεια με πολύ βήχα, κοκκύτης
κουσιά (η): κοπτικό εργαλείο για το τριφύλλι
καρλάφτα (η): κατσίκα ή πρόβατο με μεγάλα κρεμασμένα αυτιά
κουσιεύου (ρ): τρέχω γρήγορα
κασάρ’ (το): κοπτικό εργαλείο για τα βάτα
κουτράου (ρ.): χτυπάω με το κεφάλι
κασέλα (η): ξύλινο μπαούλο
κούτσ’κου (το): μικρό παιδί
κασκαρίκα (η): φάρσα
κουτσαγκέλα (η): τεθλασμένη γραμμή, κόλπο, βρωμοδουλειά
καστραβέτσ' (το): αγγούρι
κουτσιαβέλ’ (το): μικρό παιδί
καταεί (επίρ.): κάτω στη γη
κουτσιουμπλή (η): μύτη κοντή, πλατιά και άσχημη
κατακεφαλιά (η): δυνατό χαστούκι
κουτσοκέρα (η): κατσίκα με σπασμένο κέρατο
καταντίπ (επίρ): καθόλου
κόφτρα (η): μεγάλο πριόνι για το κόψιμο κορμών, σημείο εκτροπής του νερού
καταψιά (η): κατάποση
κραμποκούκ’ (το): μικρή κουλούρα από καλαμποκίσιο αλεύρι
κατιβασιά (η): απότομη αύξηση νερού χειμάρρου λόγω δυνατής βροχής
κρεβάτα (η): μπαλκόνι, εξώστης
κατ'ράου (ρ.): κατουράω
κρεμαστάλω (η): σιδερένια χοντρή αλυσίδα από την οποία κρέμεται η κατσαρόλα στο τζάκι
κατρήθρα (η): ουροδόχος κύστη
κρεματζλιέμαι (ρ.): κρεμιέμαι
κατσιά (η): καθισιά, το φαγητό που τρώει κάποιος σε ένα γεύμα
κρένω (ρ.): μιλάω
κατσιούλα (η): κουκούλα της κάπας
κριγιάς (το): κρέας
καφοκούτ’ (το): κουτί του καφέ
κρικέλα (η): σιδερένιος κρίκος που καταλήγει σε μεγάλο καρφί
καψαλή (η): όνομα κατσίκας με καστανόμαυρο μαλλί
κρινί (το): κυψέλη
κεντρώνου (ρ.): μπολιάζω καρποφόρο δέντρο με «μάτι»
κριτσιανάου (ρ.): τρώω με πάρα πολύ θόρυβο
κιαπέ (επίρ.): κι ύστερα;
κριτσιανοβολάει (ρ.): αστράφτει και βροντάει
κίκαρ' (η): κούπα
κριτσούκ’ (το): αδιαπέραστο δάσος
κιντυνεμένος (επίθ.): ετοιμοθάνατος
κρυότ’ (το): δροσερός καιρός
κιριαρίνα (η): τσίχλα
κυργιαρίνα (η): είδος πουλιού, τσίχλα
 
Λ
λ’σιά (η): πόρτα φράχτη
λαχταράου (ρ.): τρομάζω
λαγαρίζου (ρ.): ξεθολώνω, αφήνω καθαρό υπόλοιπο
λειτουργιά (η): πρόσφορο για τη Θεία Ευχαριστία
λαγγιόλ' (το): πτυχή της φουστανέλας
λιάζου (ρ.): εκθέτω κάτι στον ήλιο
λαήνα (η): στάμνα, πήλινο δοχείο
λιανούρια (τα): μικρά παιδιά
λαιμαργιά (η): στεφάνι (δερμάτινο ή ξύλινο) γύρω από το λαιμό του ζώου που οργώνει ή κουβαλάει κάτι
λιανούρια (τα): μικρά παιδιά
λάιος (επίθ.): μαύρος, γκρίζος
λιανώματα (τα): κέρματα μικρής αξίας
λάκα (η): ομαλή έκταση
λιάτα (η): πλατύ τσεκούρι των ξυλοκόπων
λακάου (ρ.): φεύγω τρέχοντας μέσα από τις λάκες
λίγδα (η): λαδιά, λεκές
λαλ’μένος (επίθ.): σαλεμένος
λιμάζου (ρ.): πεινάω
λαλούμενα (τα): όργανα ορχήστρας
λίμπα (η): βαθουλωτό πιάτο
λαμπίκο (επίρ.): πεντακάθαρα
λινάτσα (η): χοντρό ύφασμα από λινάρι
λαμπόγυαλο (το): γυάλινο κάλυμμα της λάμπας πετρελαίου
λιόκια (τα): όρχεις
λανάρ’ (το): εργαλείο για την επεξεργασία του πλυμένου μαλλιού
λιχνίζου (ρ.): πετάω ψηλά το σιτάρι και με τη βοήθεια του αέρα το καθαρίζω από φλοιούς και άγανα
λαντζοκόβου (ρ.): έχω μεγάλη αγωνία και πηγαινοέρχομαι
λόρδα (η): μεγάλη πείνα
λάπατο(το): φυτό πλατύφυλλο που χρησιμοποιείται για λαχανόπιτες
λούμπρ' (η): λάσπη και θολό νερό
λαρώνου (ρ.): ησυχάζω
λώβα (η): ακαθαρσία
λασπούρα (η): πολλή λάσπη
λωβιάζου (ρ.): μολύνω
 
Μ
μ’σκάρ’ (το): μοσχάρι
μουραμπάς (ο): αστεία ιστορία
μαβλάου (ρ.): φωνάζω τα ζώα
μουστιρής (ο): πελάτης
μαϊδα (η): σύκο λιασμένο
μούτος (ο): αυτός που δεν μιλάει
μακεδονήσι (το): μαϊντανός
μπαΐλντσα (ρ.): κουράστηκα πολύ
μαντανία (η): μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
μπάκακας (ο): βάτραχος
μαξούμ’ (το): μικρό παιδί
μπάλα (η): μέτωπο
μαργώνου (ρ.): κρυώνω
μπιτ (επίρ.): καθόλου
μαρμάγκα (η): δηλητηριώδης αράχνη
μπίτσα (επίρ.): τελείωσα
μάσια (η): μεταλλικό εργαλείο για το σκάλισμα της φωτιάς
μπλάνα (η): όγκος χώματος που δημιουργείται κατά το όργωμα
μαστάρ' (το): βυζί
μπλέτσ' (το): στήθος
μαστραπάς (ο): κανάτα
μπονώρα (επίρ.): πολύ πρωί
ματσιαλάου (ρ.): μασάω
μπότ' (το): πήλινο δοχείο με στενό λαιμό
μεσάλ' (το): τραπεζομάντηλο
μπούγλα (η): τενεκεδένιο δοχείο για λάδι ή πετρέλαιο
μίρλα (η): κλάμα
μπουρμπότσιαλος (ο): μικρό έντομο
μολόημα (το): φήμη
μπουχαρής (ο): καμινάδα
 
Ν
νείρομαι (ρ.): ονειρεύομαι, επιθυμώ
ντζερεμές (ο): άδικο πρόστιμο
νεροφόρος (ο): διανομέας νερού για το πότισμα των χωραφιών
ντζίν' (το): έξυπνος άνθρωπος
νευροκαβαλίκεμα (το): μυική κράμπα
ντζιώρας (ο): ξεροκέφαλος
νιροτρουβιά (η): νεροτριβή, τεχνητή δεξαμενή νερού σχήματος κάδου στην οποία πλένονται τα κλινοσκεπάσματα
ντιπ (επίρ.): καθόλου
νόμ': δώσε μου
ντορός (ο): ίχνη άγριου ζώου
ντάβανος (ο): μεγάλη μύγα που τσιμπάει τα ζώα
ντράβαλο (το): φασαρία, τσακωμός
νταβαντούρ’ (το): φασαρία
ντραμζάνα (η): μεγάλη γυάλινη μπουκάλα για ποτά
νταβάς (ο): μεγάλο ταψί
ντρίλ’ (το): είδος βαμβακερού υφάσματος
νταγλαράς (ο): εύσωμος
ντρόχαλα (τα): πολλές πέτρες μετρίου μεγέθους
νταϊρές (ο): ντέφι
ντχάλα (η): διχάλα
νταραβέρ’ (το): συναλλαγή, δοσοληψία

 
Ξ
ξ’λιά (η): χτύπημα με ξύλο
ξεμπλετσώνου (ρ.): ξεγυμνώνω
ξ’λόκοτα (η): μπεκάτσα
ξεπιτούτο (επίρ.): επίτηδες, σκόπιμα
ξάι (το): βάρος 70 οκάδων
ξεποδαριάζουμαι (ρ.): κουράζομαι πολύ από την πεζοπορία
ξακριάζω (ρ.): σκάβω το χωράφι μέχρι τις άκρες
ξεροσφύρ’ (το): ποτό χωρίς μεζέ
ξαμώνου (ρ.): επιτίθεμαι
ξεροτ’χιά (η): τοίχος χωρίς λάσπη ή τσιμέντο
ξαν’γκρίζου (ρ.): παρακινώ
ξεσιουμπέιαστος (επίρ.): άνθρωπος χωρίς έγνοιες
ξαραθ'μάου (ρ.): ευχαριστιέμαι
ξεσκελίζου (ρ.): ξεματιάζω
ξαρίζου (ρ.): σκουπίζω, σκάβω επιφανειακά
ξεσπ’ράου (ρ.): βγάζω τους σπόρους από το στέλεχός τους
ξαστοχάου (ρ.): ξεχνάω
ξετσιαουλιάζομαι (ρ.): μου φεύγει το σαγόνι (τσιαούλι) από τις φωνές
ξεγιαλάου (ρ.): εξαπατώ, κοροϊδεύω
ξεφόρτωμα (το): απαλλαγή από το μάτιασμα
ξεγραδώνομαι (ρ.): ξεφεύγω από κάτι που με ακινητοποιεί
ξηραγκιανός (επίθ.): αδύνατος, αποστεωμένος
ξεζάρκωτος (επίθ.): γυμνός
ξιγαλάου (ρ.): αποσπώ κλαδί από τον κορμό του δέντρου
ξεθ’λυκώνου (ρ.): ξεκουμπώνω
ξίκ’ (επίρ.): αποστροφή από κάτι ενοχλητικό
ξεκαμπάου (ρ.): εμφανίζομαι στη στροφή
ξουρέξια (τα): ορεκτικά
ξεκαπίστρωτο (επίθ.): άλογο ή μουλάρι χωρίς χαλινάρι, άτομο χωρίς αρχές
ξυλοφάι (το): ειδική λίμα για ξύλα
ξεκλιτσιάζου (ρ.): βγάζω τα πόδια ζώου
ξυνόγαλο (το): αποβουτυρωμένο γάλα με υπόξινη γεύση
ξεκοπή (επίρ.): χωρίς μέτρημα, κατ’ αποκοπή
ξώκαρδα (επίρ.): χωρίς ζήλο
ξεκουμποδιάζου (ρ.): λύνω τον κόμπο, ξεμπλέκω
ξώπετσα (επίρ.): επιδερμικά, επιφανειακά
ξελακκώνου (ρ.): ανοίγω λάκκο, σκάβω βαθιά το χωράφι

 
Ο
οϊδίζου (ρ.): μοιάζω
ουδεκεί (επίρ.): κοντά, δίπλα
ολοσούσουμος (επίθ.): με όλο του το σώμα, ολόκληρος
ούι, ούι (επιφ.): αχ, οχ
όμπυο (το): πύο
ούλος (επίθ.): όλος
οντάς (ο): το επίσημο δωμάτιο
ουρμηνεύου (ρ.): συμβουλεύω
όξου (επίρ.): έξω
ουρμήνια (η): συμβουλή
οργιά (η): μέτρο μήκους ίσο με το άνοιγμα των χεριών στα πλάγια
ουρσίδα (η): νεροφάγωμα εδάφους από ραγδαία βροχή
όρνιο (το): μεγάλο αρπακτικό πουλί, κουτός άνθρωπος
όχτος (ο): τοίχος στο κάτω μέρος των χωραφιών
όρσε (επιφ.): ορίστε, πάρε

 
Π
π’κάρ’ (το): ακατέργαστο μαλλί από το κούρεμα ενός προβάτου
περδίκ’ (το): μικρό της πέρδικας, άρρωστος που έγινε καλά
π’λακίδα (η): μικρή κότα που γεννάει για πρώτη φορά
πέτ’ρο (το): χειροποίητο φύλλο πίτας
π’λί (το): πουλί
πέταυρο (το): μακριά σανίδα της στέγης
π’στρώνομαι (ρ.): πλακώνω το κλινοσκέπασμα ή το φόρεμα με το σώμα μου για να μη φεύγει
πέτρα (τα): φύλλα για πίτα
π’τακώνου (ρ.): πλακώνω κάτι και τα πιέζω ώσπου να γίνει πίτα
πιανούμενος (επίθ.): αρκετά μεγάλος
π’τάρι (το): κερί που λιώνει μέσα σε ταψί και όταν στερεοποιηθεί παίρνει το σχήμα του
πίγκωμα (το): μεγάλη πίεση, στεναχώρια
π’τσαράς (ο): λεβέντης, γενναίος
πιγκώνου (ρ.): πιέζω κάποιον πολύ
π’τσαρίνα (η): αντρογυναίκα
πικάρου (ρ.): θέλω να εκδικηθώ
πααίνου (ρ.): πηγαίνω
πιλικούδ’ (το): κομμάτι ξύλου που προήλθε από πελέκημα
παίνια (η): έπαινος
πιρονιάζου (ρ.): διαπερνώ
παλάντζα (η): ζυγαριά
πίρος (ο): ξύλινη τάπα βαρελιού
παλάντζας (ο.): άστατος, αυτός που δεν κρατά το λόγο του
πιτ’χιά (η): επιτυχία
παλιοκόπρ’ (το): παλιά χωνευμένη κοπριά
πλαϊάζου (ρ.): γυρίζω στο πλάι, κοιμάμαι
παλιορούτ' (το): παλιό σκισμένο ρούχο
πλατσανάου (ρ.): χτυπώ με δύναμη τα νερά
παλιορούτ’ (το): κουρέλι
πλισές (ο): πτυχή υφάσματος
πανουπρίκ’ (το): επιπλέον προίκα που ζητάνε μερικοί γαμπροί
πλουμίδ’ (το): στολίδι
πανουσάκ’ (το): σακί πάνω σε άλλο σακί, συμπληρωματικό φόρτωμα
πλοχέρ' (το): όσο χωράει η χούφτα
πάντα (η): άκρη, πλευρά, εργόχειρο
ποδένου (ρ.): φοράω τα παπούτσια
παντέχου (ρ.): έχω απαντοχή, περιμένω
πολυσπόρια (τα): ανάμεικτοι σπόροι δημητριακών βρασμένοι
πάντοιος (επίθ.): τέτοιου είδους άνθρωπος
πόντζ' (το): βραστό τσίπουρο
παπ’τσάς (ο): τσαγκάρης
ποριά (η): πέρασμα
παπάρα (η): μπαγιάτικο ψωμί μέσα σε βρασμένο νερό
πουντιάζου (ρ.): κρυώνω πολύ και αρρωσταίνω
παπαρδέλας (ο): σαχλαμάρας, φλύαρος
πουσπουρίζου (ρ.): συνομιλώ με κάποιον ψιθυριστά
παραβόλα (η): χέρσο κομμάτι στην άκρη σπαρμένου χωραφιού που λειτουργούσε ως βοσκότοπος
πράματα (τα): αιγοπρόβατα και αγελάδες
παραγκώμ’ (το): παρατσούκλι
πράτα (τα): πρόβατα
παραγκωμιάζου (ρ.): μιμούμαι περιπαικτικά κάποιον
πρατάρ’ς (ο): βοσκός
παραγών’ (το): χώρος γύρω από το τζάκι
πρατίνα (η): προβατίνα
παραδοδ’λειά (η): ακριβοπληρωμένη μικροδουλειά
πρατσάνισμα (το): χαρακτηριστικός ήχος από κάψιμο χλωρών ξύλων
παραδώθε (επίρ.): πιο κοντά
πρέκ’ (το): στήριγμα (πέτρινο, ξύλινο ή τσιμεντένιο) που μπαίνει πάνω από την πόρτα ή το παράθυρο για να στηρίζει τον τοίχο
παρακατούλια (επίρ.): λίγο πιο κάτω
πρέντζα (η): γαλακτοκομικό προϊόν
παρακούμπαρος (ο): βοηθός του κουμπάρου
πριάκονο (το): λίμα για σίδερα
παραμάσκαλα (επίρ.): κάτω από τη μασχάλη
πρίσκαλο (το): άγουρο σύκο
παραπανούλια (επίρ.): λίγο πιο πάνω
πριτσιάλος (ο.): ζευγάρωμα τράγου με κατσίκα
παρασάνταλος (επίθ.): άσχημος, αυτός που δεν κινείται καλά
προγγάου (ρ.): τρομάζω κάποιον και τον διώχνω
παρέκεια (επίρ.): πιο πέρα
προσ’λιάζομαι (ρ.): κάθομαι στον ήλιο για να ζεσταθώ
παρεκούλια (επίρ.): λίγο πιο πέρα
προσάγγονο (το): δισέγγονο
παρμάρα (η): πόνος στα πόδια, παράλυση
προστ’λάζου (ρ.): θηλάζω
πασμάς (ο): σύκα ξεραμένα, ψιλοκομμένα και ζυμωμένα σε σχήμα μικρού πρόσφορου
προσφάι (το): συνοδευτικό του ψωμιού που παλιότερα ήταν το κύριο φαγητό
πασπάλα (η): σκόνη από αλεύρι ή στάχτη, στρώσιμο χιονιού
προσφαϊζου (ρ.): τρώω το ψωμί μαζί με κάτι άλλο
παταγούδ’ (το): πολύ κρύο
π'ρώνομι (ρ.): ζεσταίνουμαι
πατατούκα (η): κοντό και χοντρό παλτό
πρωτοστάλαμα (το): οι πρώτες στάλες του τσίπουρου
πατσιακλός ή πατσιαλός (επίθ.): ασταθής στο βάδισμα
π'στρόφια (τα): η επιστροφή των καλεσμένων την επομένη του γάμου στο σπίτι της νύφης για τη συνέχιση του γλεντιού
πάφλας (ο): τσίγκος και τσίγκινα δοχεία
π'τγιά (η): πυχτός χυμός που βρίσκεται στο στομάχι των νεογνών μηρυκαστικών
πεδίκλωμα (το): μπέρδεμα ποδιών
πυρομάδα (η): φέτα ψωμιού ψημένη (πυρωμένη) στη φωτιά
πεδιλόγα (η): κουβάρι από νήμα που τυλίγεται γύρω από το χέρι
πυροστιά (η): σιδερένιος τρίποδας για το τζάκι
πεζούλ’ (το): χαμηλός τοίχος που συγκρατεί το χώμα επικλινούς χωραφιού

 
Ρ
ράβδα (η): μεγάλη βέργα που ραβδίζουν τις καρυδιές
ριζίλ’ (το): γελοιοποίηση
ραγοβύζ' (το): πιπίλα
ριζό (το): πρόποδες του βουνού
ρακοκάζανο (το): αποστακτήρας τσίπουρου
ριμ-ντιμ (): εδώ κι εκεί
ρακοκανάτας (ο): αυτός που πίνει πολύ τσίπουρο
ριμπάπ’ (το): ξυλοκόπημα
ράμα (το): σκοινί που χρησιμοποιούν οι ξυλοκόποι για τη χάραξη ευθείας
ρ'μάδ' (το): ερείπιο, χάλασμα
ραμαντάν’ς (ο): ασουλούπωτος άνθρωπος
ρογγίζου (ρ.): κόβω δέντρα του δάσους για να δημιουργήσω χωράφια
ραμί (το): παιχνίδι με τράπουλα
ρογκάτσ’κο (το): αρσενικό ζώο στο οποίο δεν πέτυχε ο ευνουχισμός
ρεβά ή ριβά (επίρ.): πλαγιαστά, λοξά
ρόκα (η): καρπός καλαμποκιάς, διχαλωτό ξύλο για το γνέσιμο του μαλλιού
ρέβου (ρ.): αδυνατίζω
ροκιά (η): το φυτό της καλαμποκιάς
ρεκάζου (ρ.): κλαίω σπαράζοντας
ροκόφ’λλο (το): ένα από τα φύλλα που καλύπτουν τον καρπό της καλαμποκιάς
ρεκομανάου (ρ.): κλαίω δυνατά και ασταμάτητα
ρουμπουέλατο (το): κουκουνάρι του έλατου
ρεμπελιάζου (ρ.): τεμπελιάζω
ρουπακιά (η): περιοχή με χαμηλά πουρνάρια
ρεμπεσκές (ο): απεριποίητος, ακατάστατος
ρουπώνου (ρ.): χορταίνω
ρεντζούλ’ (το): κουρέλι
ρούσος (ο): ξανθός
ρ'ζαύτ' (το): κρόταφος
ρουχνάου (ρ.): ροχαλίζω
 
Σ
σάισμα (το): κλινοσκέπασμα ή στρωσίδι φτιαγμένο από μαλλί τράγου
σκέλ'σμα (το): μάτιασμα
σαλαγάου (ρ.): διώχνω με φωνές τα ζώα
σκιόρεμα (το): κακομούτσουνος άνθρωπος
σάματ' (επίρ.): μήπως
σκόπ' (το): ξύλο
σαούρα (η): μεγάλη ησυχία
σκούπρα (τα): σκουπίδια
σαρμανίτσα (η): κούνια μωρού
σ'μπάου (ρ.): συνδαυλίζω τη φωτιά
σγαρλάου (ρ.): ανασκαλεύω
σούμπρο (το): το μέσα μέρος του καρυδιού που τρώγεται
σιάδ' (το): ίσιωμα
σουργούν’ (το): ρεζίλι
σιαμουρλός (ο): παλαβός
σπρούχν' (η): καυτή στάχτη με κάρβουνα
σιγκούν’ (το): μάλλινο υφαντό αμάνικο πανωφόρι, που φορούσαν οι γυναίκες όταν φορτώνονταν
σταφνίζομαι (ρ.): στολίζομαι
σίδερο (το): δόκανο
στούκ’ (το): χαρτοπαίγνιο
σιουράου (ρ.): σφυρίζω
στουμπάου (ρ.): χτυπάω με δάρτι, γουδοχέρι ή πέτρα
σιούτα (η): κατσίκα χωρίς κέρατα
στραβοτσιάουλος (ο): αυτός που έχει στραβό σαγόνι
σκ’λί (το): σκυλί
στραγγ'λάου (ρ.): στραμπουλάω
σκ’λίκ' (το): σκουλίκι
σφαϊό (το): έντονος πόνος
σκαμνιά (η): μουριά
σφάλαγκας (ο): αράχνη
σκαφίδα (η): μεγάλη ξύλινη λεκάνη
σφαλαγκωνιά (η): ιστός αράχνης
 
Τ
τάλαρος (ο): μεγάλο κυλινδρικό ξύλινο δοχείο
τσάρκος (ο): μικρό χώρισμα μέσα στη στάνη για κατσίκια
ταπίστουμα (επίρ.): μπρούμυτα
τσάχαλα (τα): μικρά σκουπίδια
τζαμάλα (η): μεγάλη φωτιά
τσιακτσίρα (η): μάλλινο υφαντό ανδρικό παντελόνι στενό στην κνήμη
τζερεμές (ο): πρόστιμο, ζημιά
τσιαούλ' (το): σαγόνι
τηράου (ρ.): κοιτάζω
τσιάφ' (το): πάχνη
τιλατίν' (το): κατεργασμένο δέρμα μοσχαριού
τσιόκ' (το): σφυρί
τιλεύουμι (ρ.): βασανίζομαι
τσιοκάν' (το): κουδούνι
τραΐ (το): τράγος
τσιοκανάου (ρ.): ευνουχίζω
τρίτσα (η): σκληρό ψαθάκι
τσιόλ' (το): σκέπασμα
τρίψα (η): γάλα με κομμάτια ψωμιού
τσιούπρα (η): κοπέλα
τροβάς (ο): ταγάρι
τσίπρου (το): δυνατό ποτό από απόσταξη σταφυλιών
τσακμάκ’ (το): αναπτήρας
τσιρέπ’ (το): μάλινη χοντρή πλεκτή κάλτσα
τσάκνα (τα): πολύ λεπτά κλαδιά
τσουπουτός (ο): παχουλός
τσαμπνάου (ρ.): φλυαρώ

 
Φ
φαρσί (επίρ.): άπταιστα
φούρκα (η): ξύλο με διχάλα για υποστήλωμα
φελί (το): κομμάτι πίτα
φ'σκί (το): κοπριά
φίσκα (επίρ.): γεμάτο
φ'τ'λιές (οι): συκοφαντίες
φλακαράου (ρ.): φτερουγίζω
φώλ' (το): το αυγό που υπάρχει πάντα στη φωλιά για να γεννάει η κότα
φλισούρ' (το): μεγάλο πλήθος
φωτίκια (τα): ρούχα ή δώρα που δίνει ο νονός στον αναδεχτό
 
Χ
χάβδα (επίρ.): με ανοιχτά τα πόδια
χούι (το): συνήθεια
χαϊρ' (το): προκοπή
χούν' (η): τοποθεσία ανάμεσα σε ράχες σε σχήμα χωνιού
χαλεύου (ρ.): ζητάω
χουχτάου (ρ.): φωνάζω δυνατά
χαμπέρ' (το): είδηση
χτικιό (το): φυματίωση
χλιάρ' (το): κουτάλι

 
Ψ
ψαρονέφρ' (το): ψαχνό κρέας των σφαγίων κοντά στα νεφρά
ψ'μάδ' (το): όψιμο κατσίκι ή αρνί
ψαρός (ο): γκριζομάλλης
ψ'χούδ' (το): το ψωμάκι των μνημοσύνων
ψένου (ρ.): ψήνω

 

Τα βασικά φωνητικά γνωρίσματα του γλωσσικού ιδιώματος των Τζουμέρκων είναι:


1. Η κώφωση των άτονων ο και ω, που ακούγονται σαν ου και των άτονων ε και αι, που ακούγονται σαν ι: Πέτρους (=Πέτρος), κουρίτσι (=κορίτσι), σκάβου (=σκάβω), κρυώνου (=κρυώνω), Διφτέρα (=Δευτέρα), πιδί (=παιδί).


2. Η αποβολή του άτονου τελικού ι, στα ουδέτερα ουσιαστικά και του άτονου τελικού η στα θηλυκά: σπίτ' (=σπίτι), χέρ' (=χέρι), μύτ' (=μύτη), Τρίτ' (=Τρίτη) καθώς και των άτονων φωνηέντων και διψήφων ανάμεσα σε σύμφωνα: σ'κώνουμι (=σηκώνομαι), μ'κρός (=μικρός), π'νάου (=πεινάω), αλ'πού (=αλεπού), κ'τάβι (=κουτάβι), σκ'λί (=σκυλί).


3. Η αποβολή στα ρήματα του άτονου ει του β΄ και γ΄ ενικού προσώπου: γράφ'ς, (=γράφεις), κρέν'ς (=κρένεις).


4. Η αποβολή του αρχικού φωνήεντος κάποιων λέξεων: γελάδα (=αγελάδα).


5. Η εμφάνιση σε μερικές λέξεις του αρχικού φωνήεντος α: απ'δάου (=πηδάω)


6. Η συγκοπή (εξαφάνιση) μερικών συμφώνων: δάχ'λα (=δάχτυλα).


7. Η τροπή του αρχικού ε σε ου: ουρμ'νεύω (=ερμηνεύω) Τα τρία πρώτα γνωρίσματα εμφανίζονται καθολικά, ενώ τα υπόλοιπα σε μερικές περιπτώσεις. Το γλωσσικό ιδίωμα των Τζουμέρκων, χρησιμοποιεί λέξεις της νεοελληνικής κοινής που υπόκεινται στους παραπάνω κανόνες, αλλά και δάνεια από γλώσσες γειτονικών λαών.


Βιβλιογραφία

  • Μπόγκας Ευάγγελος: «Τα γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου», Εκδόσεις Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα, 1964.
  • Παπακίτσος Χρήστος: «Από τη Τζουμερκιώτικη Λαλιά στη Λαϊκή μας Παράδοση», Έκδοση Δήμου Αγνάντων, Αθήνα, 2006.
  • Φίλος Στέφανος: «Τζουμερκοχώρια», Έκδοση Αδελφότητας Αγναντιτών Αθήνας, Αθήνα, 1994.
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες