Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

Γλώσσα και ιδιωματισμοί


Η γλώσσα του λαού  είναι σήμερα γνήσια, καθαρή νεοελληνική δημοτική, με πλούσιο λεξιλόγιο, που υπακούει στην πανελλήνια καθιερωμένη γραμματική και το συντακτικό της δεν παρουσιάζει μεγάλες διαφορές στην προφορά της, ούτε παραλλαγές στο λεξιλόγιο αξιόλογες. Δε συνέβαινε, βέβαια, το ίδιο και στα παλιότερα χρόνια. Έως πριν από μερικές δεκαετίες, με την ακαταστασία στην καθιερωμένη επίσημα γλώσσα, που λίγο την αφομοίωνε ή την κατανοούσε ο ορεσίβιος  μπορούσε κανείς να μιλήσει για την ύπαρξη τοπικού γλωσσικού ιδιώματος ή και διαλέκτου. Οι ξενόφερτες λέξεις ήταν πολλές και μαρτυρούσαν ιστορία περασμένων εποχών και περιπέτειες του λαού κάτω από κατακτήσεις, σκλαβιά, έλλειψη παιδείας και απουσία πνευματικής καλλιέργειας. Οι ξενικές αυτές λέξεις αφομοιώθηκαν γραμματικά και συντακτικά με τον ελληνικό λεκτικό τύπο, κάλυψαν κάποιους τομείς η κάποια πραγματικά σημεία της ζωής και διαιωνίστηκαν. Έτσι έγινε πιο πλούσιο και εκφραστικό το λεξιλόγιο όπως πάντα συμβαίνει, χωρίς όμως ν' αλλοιωθεί ο ελληνικός γλωσσικός τύπος.
Μάρτυρας αδιάψευστος είναι το Δημοτικό Τραγούδι, που σ' όλες του τις μορφές και τις ποικιλίες ευτύχησε ν' αναπτυχθεί και ν’ ανθίσει εδώ, σε τούτη την ορεινή περιοχή. Με τη βιολογική φθορά των ανθρώπων μεγάλης ηλικίας, που ήταν φορείς τοπικών ιδιωματισμών, επικρατεί κι εδώ ο πανελλήνιος τύπος της νεοελληνικής.
Παρατηρώντας όμως στις λεπτομέρειες και σε βάθος τη γλώσσα της περιοχής, επισημαίνουμε μόνο μερικά γλωσσικά φαινόμενα με φανερή ιδιαιτερότητα. Άλλοτε, ως πριν από 50 χρόνια περίπου, κυριαρχούσαν στη γλώσσα των κατοίκων τώρα τα συναντάς σαν μελλοθάνατα απομεινάρια, που αξίζουν όμως να μελετηθούν γλωσσολογικά. Στη σελίδα αυτή, δίνουμε σύντομα και αδρά στοιχεία για το ιδιαίτερο λεξιλόγιο και την προφορά που χαρακτήριζαν τη γλώσσα από μεγάλο κατάλογο των λέξεων που βρίσκονταν ή βρίσκονται στο στόμα των γεροντων


Λεξιλόγιο
Το λεξιλόγιο της νεοελληνικής γλώσσας όπως χρησιμοποιείται στην περιοχή αλλά και γενικά στην Ελλάδα έχει την καταγωγή του στην αρχαία ελληνική γλώσσα, όπως μας παραδόθηκε με τα συγγράμματα των μεγάλων αρχαίων συγγραφέων. Τα συναντούμε επίσης στα χριστιανικά και βυζαντινά κείμενα. Στο λεξιλόγιό μας προστέθηκαν οι ξενόφερτες λέξεις, που έγιναν οργανικά στοιχεία της νεοελληνικής γλώσσας, αφομοιώθηκαν απ' αυτήν και ακολουθούν τους κανόνες του τυπικού, της παραγωγής και της σύνθεσης των άλλων λέξεων.

Ομηρικές λέξεις
Μερικές πανάρχαιες λέξεις που καταγράφαμε κυρίως στα χωριά μας κι έχουν ομηρική καταγωγή:
Αγκωνή, αγριάδα (χόρτο), αδράχνω, αλέθω, αλυχτάω, αμόνι, αναδεύω, ανάρμεγος, άρμεγμα, αρμέγω, αρμάθα, αποκείθε. Βέλασμα, βίος, βυζαίνω, βρε  Γαβάθα, γανώνω, γκρεμός, γλιστράω, γνέθω, γούβα, γούπατο, γρήγορα, γεια, γερός. Δαγκώνω, δαυλί, δρύμες, . Εψές- ψες. Θράκα, θρύμμα.  καρκαρίζω, κατσουφιάζω- κατσούφης,  κλωθογυρίζω, κόρη- κορίτσι, κουβάρι, κουβέλι, καλός, κατασάουρα. Λακάω, , λουφάζω, λαχαίνω,  λιχνίζω, λουλούδι.  μελάς (φυτό). Νόστιμος. Ξαίνω. Πανί, παρδαλός, πασπαλίζω, περονιάζω, πλαντάζω,  Ραΐζω, ρεβύθι, ρεπάνι, ροβολάω. Σκάβω, σκαφίδι, στειλιάρι, στείρος- στέρφος. Τούμπα. Φλησκούνι. Χάφτω, χουγιάζω- χούισμα.

Ιδιωματικές λέξεις
Αγανός= λεπτός, αραιός, Αη-Δημήτρης= ο μήνας Οκτώβριος, αλποτινάζομαι= τινάζομαι ξαφνικά, Αλωνάρης= ο μήνας Ιούλιος, αμποριά= είσοδος, πέρασμα ανάμεσα σε φράχτη, ανεμένω= απομένω, Α Ντριάς= (Αγ. Ανδρέας) ο μήνας Νοέμβριος, απάγκειο = υπήνεμο, απιστομιέμαι= πέφτω, απ' κατούλια= λίγο πιο κάτω, αποκοντριάζομαι = απογοητεύομαι, τα χάνω, αραήλιασμα= ζάλη από τον ήλιο, ηλίαση, αποσταίνω= κουράζομαι (μετοχή: αποσταμένος), αστοχάω = λησμονώ, ξεχνώ, αστραπόβολο= κεραυνός, άτυχα (-νιώθω)= λιποψυχιά, λιποψυχώ. Βαΐζω= γέρνω, βαμπακέλα= τσιμπέρι, μαντήλι κεφαλιού, βάντα= κλαδί δέντρου, βοδώνω= προλαβαίνω, βουλήθηκε (αόρ.)= σκέφθηκε, αποφάσισε,  Γεύομαι= υποφέρω, παιδεύομαι, γκαϊδός= αλλήθωρος, γκανιάζω= κλαίω γοερά, διαμαρτύρομαι έντονα, α γκώνομαι= χορταίνω. Διάτα= συμβουλή, προτροπή, δοκιέμαι= αντιλαμβάνομαι, βλέπω. Ζάρκος= γυμνός, ζοριό= το σημείο αποχέτευσης των νερών του μύλου, ζέχνω= βρωμάω. Ειδίσματα= είδη, αποσκευές, είδωλο= παράλλαμα, ομοίωμα ανθρώπου (ύστερα από εξαντλητική αρρώστια). Θαμαίνομαι= θαυμάζω, παραξενεύομαι, θεριστής= ο μήνας Ιούνιος. Ιλάρι = βαρύ, πολύ φαγητό, (ρήμα: ιλαρώνω). Καθάρσιο= καθαρτικό, κάνε (επιρ.) = τουλάχιστο, καταχόβι= περίοδος, χρονική φορά,  κλαβανή ή γλαβανή = άνοιγμα του πατώματος προς τα κάτω, , κονάκι= βλάχικη καλύβα, κορομούζι = ο κωνικός καρπός του καλαμποκιού, κοτρίδι= άγουρο φρούτο, κρένω= μιλώ (στον αόριστο: έκρινα), κτάρι= ο πλακούντας που περιβάλλει τα έμβρυα, (αλλιώς: ύστερο), κωλοτούμπα= στροφή, τούμπα στον αέρα. ,  Λαμπρόημερα= η εβδομάδα της Λαμπρής (Διακαινησίμου), λάνταβος= αδέξιος, χαζός,  λιθοπάτι= μόλυνση και διαπύηση του πέλματος του ποδιού, λούγκα= απόστημα. Μανιά= η γιαγιά, μαργώνω= κρυώνω, μάσια= τσιμπίδα του τζακιού,  μουντός= σκούρος, σκοτεινός, μούσγα= μούσκεμα, πολύ βρεγμένος, μπαΐρι= ακαλλιέργητη γη, μπάκαι= μπας και, μήπως, μπόλια= μαντήλι κεφαλιού, μπουκουβάλα= πρόχειρο φαγητό από ψωμί και τυρί ανακατεμένα. Νεροτριβιά= μαντάνι, (δηλαδή εργαστήρι κατεργασίας μάλλινων υφαντών σε κάδο με νερό), ντιριέμαι= συγκρατούμαι, διστάζω, ντορός = ίχνος, πατημασιά. Ξάι= αλεστικό δικαίωμα σε είδος, ξεσάρκωτος= γυμνός, ξεστρεμματίζω= σκάβω βαθιά τη γη, το χωράφι, ξοίκι= έλλειμμα, ζημιά, ξοίκικος = λιποβαρής. Οβολιός= λιθοσωρός μέσα ή στην άκρη χωραφιού, οϊδίζω = μοιάζω,  ότοπο= επί τόπου. Παγανά= καλικάτζαροι, παλαμοδέρνω = πληγώνομαι στα πέλματα των ποδιών, καταπονούμαι, παπάρα= πρόχειρο φαγητό με ψωμί μουσκεμένο σε ζεστό νερό και λάδι, παραθύρα = μικρό ντουλάπι στον τοίχο, παρασταίνω= φέρνω την αγελάδα στον ταύρο για οχεία (βάτεμα), παραστιά= η εστία του τζακιού, παράωρα = περασμένη ώρα, αργά, παρμάρα= ασθένεια των αιγοπροβάτων με παράλυση των ποδιών, πατωσιά = το κάτω μέρος ή κάτω πεζούλι χωραφιού, Πέφτη= η Πέμπτη, πεδικλώνω= δένω τα πόδια (παράγωγα: πεδίκλι, πεδίκλωμα), πιδολόγα = πανί συμπιεσμένο, πλαντάζω= ξαφνιάζομαι, συγκλονίζομαι, πλαστήρι= ξύλινο εργαλείο της κουζίνας (παράγωγο : πλάστης = που πλάθονται, ανοίγονται τα φύλλα για πίτα), πλάνο = δόλωμα, πορεύω= περνώ, διάγω, πιστρώνομαι ή απιστρώνομαι= κάθομαι,  προσάναμμα= φρύγανο εύφλεκτο για άναμμα φωτιάς. Ρεκάζω= φωνάζω τρομαγμένος, κραυγάζω, ρέβω= λιώνω, σαπίζω, ρίγλα = ολόγιομος,  Σαγάνι = χαλκωματένιο πιάτο, σάτσι= η γάστρα που ψήνουν το ψωμί, την πίτα κλπ., σάψαλο = ερείπιο (ρήμα: σαψαλιάζω), σβόιρας= δραστήριος, ανήσυχος, σέα= αποσκευές, σιά (πρόθεση)= προς, σημείο= ο σακάτης, σιαπανίσιος= βουνίσιος, σόμπολο= μικρή πέτρα, σπαλέτο=  μάλλινη εσάρπα, σπολλάκι= σπολλάτη, εις πολλά έτη, σπούρνη= ανθρακιά, σταφνίζω = (από το στάφνος: ζυγός) απορυθμίζω (και σύνθετο ρ. ξεσταφνίζω), στούμπος= πέτρα (ρ. στουμπάω: τρίβω), στρέει= στέργει, πέφτει η κατάρα, συμπάω (εννοεί τη φωτιά) = ανασκαλεύω, ανακατεύω, συμπράγκαλα= αποσκευές,  σύφερο= σκεύος. Τάλαρος= βαρέλι ανοιχτό στο ένα μέρος,  ταρναρίζω= κουνάω, τελεύομαι= κουράζομαι, εξαντλούμαι, τέμπλα= λεπτό μακρύ δοκάρι, Τετράδη= η Τετάρτη, τζαμάρα= είδος φλογέρας, σάλπιγγα, Τρυγητής= ο μήνας Σεπτέμβριος, τσάκνο= μικρό ξυλαράκι,  Φλούσι = το φύλλο που περιβάλλει τον κώνο (κορομούζι) του καλαμποκιού. Χαλεύω= ζητώ, ψάχνω, χαλές= αποχωρητήριο, χαμχούγιας= ηλίθιος, χαζός, χεράμι= είδος κουβέρτας υφαντής στον αργαλειό, χλίβομαι= παιδεύομαι, θλίβομαι (παράγωγα: χλιμμένος, χλιβερός, χλιμάρα), χολογιέμαι= στενοχωριέμαι, χτίρι= κατεδαφισμένο σπίτι, οικόπεδο, . Ψάνη= χλωρός σπόρος του σιταριού.

Σλάβικες λέξεις
Αράχοβα
= καρυδότοπος, άσβος ή ασβός= ο τροχός. Βαβά ή βάβω= η γιαγιά, γριά, βαένι ή βαγένι= βαρέλι,  βελέντζα= μάλλινη κουβέρτα με κρόσσια στη μια πλευρά από την κατεργασία σε νεροτριβιά (μαντάνι), βίτσα= βέργα, μαστίγιο, λούρα, βοεβόδας ή βόιβοντας= ηγεμόνας, προεστός, βρυκόλακας ή βρουκόλακας ή βουρκόλακας= νεκρός που βγαίνει από τον τάφο και τρομοκρατεί.  γκλάβα= εγκέφαλος, κεφάλι, γκούσα= ο πρόλοβος των πουλιών, γλίτσα ή αγκλίτσα = τσοπάνικο ραβδί με καμπυλωτή λαβή, γκουστέρα= σαύρα. Δούγα= σανίδα απ' αυτές που αποτελούν το βαρέλι, δραγάτης= αγροφύλακας (παράγωγο: δραγασιά). Ζάβατο = πυκνό δάσος καστανιάς, καστανόλογγος, ζακόνι= έθιμο, συνήθεια, ζαλίγκα= φόρτωμα στην πλάτη της γυναίκας,  ζούζουλο = ζωύφιο, ζουλάπι= άγριο ζώο, λύκος, Καρδίτσα = πόλη, πολίχνη, καρούτα ή κουρίτου= σκάφη, σκαφίδα, κολιάντσα= μολυσματική αρρώστια ζώων, κόρα= κρούστα, άκρη του ψωμιού, κουβέλι= κάδος, ξύλινο κυλινδρικό δοχείο, κυψέλη, κρινί, κουνάβι= ικτίς, ατσίδα, κρινί= κυψέλη, κρούτο= κριάρι με κέρατα μικρά. Λογγά= παραποτάμια στενή λωρίδα χωραφιού. Μόλιτσα= σκόρος, σης, μούρκος ή μούργος= σκουρόχρωμος (για σκυλιά), μόρα= εφιάλτης, κακό όνειρο, μπλάνα= βώλος από χώμα, μπουχός, (-ίζω)= σκόνη, αχνό βρέξιμο, μπράτιμος= στενός φίλος. Νεβρόπολη= οροπέδιο, ντόμπρος= ανοιχτόκαρδος, άδολος. Παγανιά ή παγάνα= ομαδική καταδίωξη ληστών, πλιάτσικα = λάφυρα. Σανό= χόρτο, ξηρονομή, σβάρνα= βωλοκόπος, σύρσιμο,  σέμπρος= σύ­ντροφος, συνεργάτης, στάλος = σύσκιο μέρος όπου καταφεύγουν τα κοπάδια για να προστατευθούν από τον ήλιο του μεσημεριού, στάνη= ποιμνιοστάσιο, στρούγκα. Τσαντήλα= αραχνοΰφαντο ύφασμα για το στράγγισμα του τυριού, τσέλιγκας= μεγάλος κτηνοτρόφος, τσέργα= μάλλινη κουβέρτα, τσούλος= με μικρά αφτιά.

Βλάχικες λέξεις
Βλάχος= ο σκηνίτης, ο κτηνοτρόφος, Σαρακατσάνος, Κουτοόβλαχος. Κανούτος,-α,-ο=
ζώο με τρίχωμα φαιόξανθο, σταχτί, κλαπάτσα= διστομίαση του προβάτου, κλιάστρα= το πρωτόγαλα, Μιλιόρι= αρνί ή κατσίκι δυο χρονών, μούγκρο= μπουμπούκι των δέντρων (κυρίως της δρυός), που μόλις αρχίζει ν' ανοίγει, μούσκρο= γκρίζο, μπουσουλάω (για τα μικρά)= σύρσιμο με τα τέσσερα, μπράσκα= ο φρύνος. Στρούγκα= μαντρί με πρόχειρο φράχτη, όπου αρμέγουν τα πρόβατα ή τα γίδια.

Τούρκικες λέξεις
Μπούζι = πάγος, κρύο
Μπερεκέτης – μπερεκέτης = αφθονία
Αχμάκης = κουτός
Δερβένι = στενό πέρασμα
Ζαμάνης = χρόνια και ζαμάνια
Γιαχνί = γιαχνί
Καούνι = πεπόνι
Καζίκης, καζίκη = παλούκι
Καλέμη = κοπίδι
Καρντάσης = αδελφός
Ντουμάνι = καπνός
Νταβατζής = μαστρωπός
Ντέρτι = καημός
Κατζαμάν = πελώριος
Αδάμος = χρήσιμος
Αλμπάνης = πεταλωτής
Αμανάτι = παρακαταθήκη
Αμπατζής = πωλητής αμπάδων
Αρναούτης = Αλβανός
Ασίκης = αγαπητικός
Ατζέμης = Πέρσης
Μπασλής = κορυφαίος
Μπεκιάρης = άγαμος
Μπερεκέτι = αφθονία
Βουγιούκος = μουστακαλής
Γαϊτάνης = κορδόνι
Γαλλής = ακριβός, δαπανηρός
Γεκενίδης = ανεψιός
Γιολδάσης = σύντροφος
Γιούτσος = ψηλός
Γκιούλη = τριαντάφυλλο
Γκιούλμας = κεφάλας
Ντελής = κοντός
Ντιρέκι = στύλος
Δόλγηρας = μαραγκός
Ζορμπάς = ταραξίας
Καζάκης ή Κοζάκης = κοζάκος
Καλαϊτζής = γανωματής
Καλαμπαλίκη = πλήθος
Καλτάκη = πόρνη
Καραγκιόζης = μαυρομάτης
Καράς = μαύρος
Καρίπης, Καριπίδης = άγνωστος
Κεσκίνης = κοφτερός
Κιούσης = θυμός
Κουτλής = τυχερός
Μουταφίδης = αυτός που κάνει σχοινιά
Μπαμπατζιάνης = ζωηρός
Μπόλης = άφθονος, μπόλικος
Νταμάνης = ποδόγυρος
Μπουνταλός = κουτός
Ντόκος = χορτάτος
Πατάκης = χαστούκι
Ποντακίδι = κλαδί
Σαράτσης = σελοποιός
Σκιτζής = μπαλωματής
Ταζές = νωπός
Ταμπάκης = βυρσοδέψης
Τσιβή = καρφί
Τσολάκης = μονόχειρας
Χουρίδης = φιλελεύθερος
Χουσμεκιάρης = υπηρέτης
Αγιάν= κοτζαμπάσης, άιτε ή άντε= εμπρός, αλάνα= ξέφωτο, αλατζάς= ύφασμα πολύχρωμο, άλικος= κόκκινος, αμανάτι = ενέχυρο, αμάν= ωχ, αμπάρι= κιβώτιο, αποθήκη,  αντερί= μακρύς ανατολίτικος χιτώνας, απτάλης= αφελής, αραλίκι= χάσμα, αρναούτης= αρβανίτης, ασίκης= παλικάρι,  αστάρι= φόδρα, αχμάκης= κοντός, ηλίθιος, αχούρι= στάβλος, ατζιάκ= μόλις, ακριβώς, ατζαμής = αρχάριος, αδέξιος. Βακούφι, βακούφικο= εκκλησιαστικό αφιέρωμα, βαργεστάω (-ίζω)= απογοητεύομαι, βελής= συγγενής, κηδεμόνας, βερεσές= πίστωση, βεζενές= ζυγαριά. Γαϊτάνι= ταινία, γελέκι= επενδύτης, γιαούρτι= οξύγαλα, γιαπί= οικοδομή, γινάτι= θυμός, πείσμα, γιολδάσης= συνοδοιπόρος, γιούκος= στοίβα ρούχων, γιουρούσι= έφοδος, γιούρτι = χωράφι, γιούχα= χλευασμός, γκαλντερίμι= λιθόστρωτο, γκεσέμι= πρωτοπόρος, γκιζεράω= περιδιαβάζω, γκιουβέτσι = φαγητό σε πήλινο σκεύος, γλέντι= διασκέδαση, γρουσούζης= δυσοίωνος. Διαγουμίζω = λεηλατώ, δράμι= το 1/400 της οκάς ή 3,2 γραμμάρια, Εμ= και, εσνάφ, συνάφι= συντεχνία. Ζαγάρι= κυνηγόσκυλο, ζαερές= υλικό, εφόδιο, ζαΐνι= ιδιόχτητο κτήμα, ζαμάνι= καιρός, χρόνος, ζάφτι ή ζάπι= υπόταξη, υποταγή, ζεγκί= αναβολέας, ζεμπίλι= πλεχτό σακούλι, ζόρι= βία, ζορμπάς= αντάρτης, ζλάπι= αγρίμι, ζουρνάς= αυλός. Ιλάτσι= γιατρικό. Καβγάς= φιλονικία, καβούκι= κέλυφος, καβρουμάς= διατηρημένο βραστό κρέας, καζάνι= λέβητας, καζάντι= κέρδος, καζίκι= παλούκι, καϊμάκι= ανθόγαλα, καϊρέτι= κουράγιο, καλαϊτζής= γανωτής, καλαμπόκι= αραβόσιτος, καλέμι= σμίλη, κοπίδι, καλούπι= σχήμα, τύπος, καλπάκι= καπέλο, φέσι -  καλπουζάνης= παραχαράκτης, κάλφας = πρωτοτεχνίτης μαθητευόμενος, καμουτσίκι= μαστίγιο, καντάρι= στατέρι, στατήρας (44 οκάδες), καπάκι= κάλυμμα, συνθήκη, υποτέλεια, διαγραφή παλιών διαφορών, καπαμάς= φαγητό από κρέας με λάχανα, καπλαμάς = επικάλυμμα, καραβάνι= συνοδεία, καραβάνα= δοχείο φαγητού, καράς= μαύρος, καραούλι= παρατηρητήριο, καρπούζι= υδροπέπονο, καρσί= απέναντι, κασαμπάς = κεφαλοχώρι, κωμόπολη, κατιμάς= κρέας δεύτερης ποιότητας, κατσίκα= γίδα, καφάσι= δικτυωτό, κιγκλίδωμα, κελεπούρι= εύρημα, κεμέρι= ζώνη με θήκη για χρήματα, χρηματοσακούλα, κεντέρι = θλίψη, λύπη, κεσάτι= απραξία εμπορική, κιντέρι= παράπονο,  κιλίμι= ψιλό χαλί, κιμάς= λιανισμένο κρέας, κιόσκι= περίπτερο, κιοτής= δειλός, κιτάπι= βιβλίο, κολάι= ευκολία, κουμάσι= ύφασμα, ρετάλι, κόλι= τοπική διοίκηση, κολτσής= τμηματάρχης αρματολικιού, αρματολός, κονάκι= κατάλυμα, σπίτι, κότσαλο= κοτσάνι καλαμποκιού, κουμπές= τρούλος, θόλος, κοτσάνα= ψέμα, κουλές= πύργος (κούλια), κουρκούτι= χυλός, κουσεύω= περιφέρομαι, τρέχω, κουσούρι= ελάττωμα, κουτουράδα= αποκοπή, κουτσόβλαχος= ο καταγόμενος από την κουτσή (μικρή) Βλαχία. Μαγκιώρος= ταγματάρχης, μαγκούφης = έρημος, χωρίς οικογένεια,  μαντζούνι= δυναμωτικό φάρμακο, μαξούλι= σοδειά, συγκομιδή, μασλάτι= βρωμολογα, μασγάλι= πολεμίστρα, μελέτι= έθνος, μπακάλης= παντοπώλης, μπερεκέτι= καλό εισόδημα, ευφορία, μπιτίζω = τελειώνω, μπόι= ανάστημα,  μποστάνι= περιβόλι, λαχανόκηπος, μπρίκι= βραστήρας καφέ, Νε...νε = ούτε, μήτε, νταής= παλικαράς, νταλκάς= μεράκι, πόθος, νταγιαντάω= στηρίζω,  ντελής= τρελός, ντέρτι= καημός, μεράκι, ντερλίκι (ρήμα: ντερλικώνω)= κακό φαγητό, ντιπ= καθόλου, ντουλάπι, -α= ερμάριο, ιματιοθήκη, ντουβάρι = τοίχος, ντουμάνι= πυκνός.
Οντάς
= δωμάτιο υποδοχής, ρεέμι= όμηρος, ρεζίλι (ρήμα: ρεζιλεύω)= ντροπή, σαΐνι= γεράκι, σαμαντάς= θόρυβος, σαστίζω= απογοητεύομαι, χάνω την ψυχραιμία, σεβντάς= επιθυμία, καημός, σεκλέτι= στενοχώρια, σεφέρι= εκστρατεία, σεφτές= έναρξη πώλησης, σοβάς= επίχρισμα, σόι= γενιά, καταγωγή. Ταΐνι (ρήμα: ταΐζω)= τροφή, ταϊφάς= στρατιωτικό σώμα, τέλι= ψιλό σύρμα, χορδή, ταβάνι= οροφή, τεμπέλης = οκνηρός, τουλούμι= ασκί, τομάρι για τυρί, τροβάς= σακκίδιο, τσαμπούνα= καραμούζα, άσκαυλος, τσανάκι= πιάτο, (υβριστικά: κάθαρμα), τσαντήρι= σκηνή, τέντα, τσαρούχι= υπόδημα από ακατέργαστο δέρμα, το παπούτσι των ευζώνων, τσατμάς= τοίχος με ξύλινο σκελετό και λάσπη ή ασβέστη, τσατσάρα = χτένα, τσέπη= θυλάκιο, τσιγκούνης= φιλάργυρος, τσιγκέλι= σιδερένιο άγκιστρο, για το κρέμασμα κρέατος, τσίγκος= ψευδάργυρος, φύλλο ψευδαργύρου, τσιλίκι= ατσάλι, χάλυβας, τσιράκι = μαθητευόμενος, υποτακτικός, τσιφλίκι= μεγάλο ιδιόκτητο αγρόκτημα, τσόλι= κουβέρτα από γίδινο μαλλί, τσολιάς= εύζωνος, βουνίσιος στρατιώτης, τσοπάνης= βοσκός, τσουβάλι= σάκος, τσουλούφι= θύσανος τριχών του κεφαλιού, τσουράπι= κάλτσα, τσόχα= χοντρό ύφασμα. Φουρλίγκα= χορευτική στροφή. Χαβαλές= οχληρό βάρος, χαβάνι= γουδί, χαβάς= αέρας, κλίμα, χαζός = βλάκας, χαϊβάνι= ζώο, άνθρωπος αφελής, καθυστερημένος, χάλι= άθλια κατάσταση, χαντζάρι = ζίφος, μαχαίρι, χαΐρ= ευεργεσία (παραγωγα: χαϊρλής, χαϊρλίδικος), χαραμίζω= ζοδεύω άσκοπα, χαρμάνι= μίγμα, χασάπης= κρεοπώλης, χασνάς= ταμείο, εναποθήκευση, υδρομάστευση, χουβαρδάς= ανοιχτοχέρης, αυτός που ξοδεύει χωρίς φειδώ, χούι= συνήθεια.

Αλβανικές λέξεις
Βάλτος
= έλος, τέλμα. Γκιόσα= γίδα γέρικη, γρέκι= τόπος διανυκτέρευσης των κοπαδιών, γκορτσιά= αγριοαχλαδιά. Ζαγάρι= κυνηγόσκυλο, κατεργάρης. Κάλεσος, -α= πρόβατο λευκό με παρδαλό κεφάλι, καρκαλέτσι = κοκίτης, κατσίκι= ερίφιο, κοπέλι = νόθο, κοπέλα = κορίτσι. Λάιο = μαύρο πρόβατο, Λιάρο= ασπρόμαυρο ζώο, λούτσα= περιοχή με στάσιμο νερό, μούσκεμα, βρέξιμο. Μαγούλα= λοφίσκος, μαρκάλισμα, (-άλος, -ίζω)= Βάτεμα, οχεία των γιδιών και των προβάτων, μπάλιος= παρδαλός, με στίγματα στο τρίχωμα, μπέσα= λόγος τιμής, εμπιστοσύνη, μπουχαρί= καπνοδόχος . Σβέρκος= αυχένας, τράχηλος (παράγωγο: σβερκιά), σιγκούνι, -α = μάλλινο ρούχο, μακριά ζακέτα, σιούτος, -α= χωρίς κέρατα. Τσούπρα = κόρη. Φέρμελη= κοντή ζακέτα χωρίς μανίκι, φλέτουρας= πεταλούδα, φρουμάζω= φυσάω (λέγεται για άλογα).

Λατινογενείς και ιταλικές λέξεις
 
Καρδάρα
= ξύλινος κάδος της στάνης,  Μαντζάτο= δωμάτιο φαγητού, μπαλκόνι= εξώστης, μπομπότα= καλαμποκίσιο ψωμί, μπουγάτσα= είδος ψωμί με τυρί. Νταλαβέρι= δοσοληψία. Πούντα= κρυολόγημα. . Στάβλος= αχούρι.



Η προφορά (ντοπιολαλιά) Η ντόπια παλιά προφορά του λαού είναι κάπως βαριά με μια μουσική χροιά που μοιάζει με την αντήχηση από τους γύρω πολύμορφους βουνίσιους όγκους, τις βαθιές ρεματιές, τα πυκνά δάση και τα κελαρυστά πλούσια νερά. Υποδηλώνει ακόμα τη λιτή και βιαστική διατύπωση, που "τρώει" τους φθόγγους και δεν έχει την άνεση και την ασφάλεια της ελευθερίας . Μέσα στις συγκοπές του λόγου και την ιδιάζουσα παλιά άρθρωση διακρίνεις κάποτε ψυχολογικά στοιχεία της αποφυγής του συγκεκριμένου, απόκρυψης νοημάτων και συνωμοτικής διάθεσης - γεννήματα όλα των δύσκολων ιστορικών συνθηκών μέσα στις οποίες πήρε μορφή η καθομιλούμενη γλώσσα του λαού. Να, μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά ιδιώματα της προφοράς :
Τα άφωνα (άτονα) ο
και ω προφέρονται σαν ου (ου άντρας, άφαντους, όμουρφους, έδουσα= έδωσα, Γκόλφου, αγαπάου).
Τα άφωνα ι (ι, η, ει, υ, οι), ε
και ου παθαίνουν συχνά συγκοπή ή αποβολή (σ'κιά= συκιά, τ'γάν'= τηγάνι, κ'φός= κουφός, τ' Γιώργ'= του Γιώργου, τραγούδ'= τραγούδι, έφ'γα= έφυγα, π'δάει= πηδάει, κάτ'κους= κάτοικος).
Τα άφωνα ε
και αι προφέρονται σαν ι (έρχιτι= έρχεται, πιδί= παιδί, κιφάτους= κεφάτος).
Πολλές λέξεις αποβάλλουν το αρχικό τους άτονο φωνήεν (γελάδα= αγελάδα, γούμενος= ηγούμενος, Λένη= Ελένη).
Σε πάρα πολλές λέξεις αποκόβεται το τελευταίο άτονο φωνήεν (σπίτ', φέρ'το).
Δυο φωνήεντα που μπορεί να χωρίζονται από ένα γ
συνεκφωνούνται σαν ένας φθόγγος, αφού το σύμφωνο γ χάνεται (βάια= βάγια, πλάια= πλάγια, μάια= μάγια).
Όταν ύστερα από το ι (η, υ, ει, οι)
και το ε (ε, αι) ακολουθεί άλλο φωνήεν, τα δυο φωνήεντα προφέρονται μαζί κι ένα γ αναπτύσσεται πριν απ' αυτά (άδγιος= άδειος, σάπγιος= σάπιος).
Τα δυο γειτονικά φωνήεντα μπορεί να οδηγούν σε συναίρεση (δεκάξι= δεκαέξι), (τρώτε= τρώετε, τρώγετε). Στα ρήματα προτιμάται ο ασυναίρετος τύπος στο πρώτο και τρίτο ενικό πρόσωπο (αγαπάω, αγαπάει).
Η έκθλιψη είναι πολύ συχνή (τ'ς ανθρώπ'ς). Αλλού όμως παραλείπεται (του αμπέλ'= το αμπέλι, όχι τ'
αμπέλι, του άσπρου πανί= το άσπρο πανί).
Η κατάληξη -ει
του δεύτερου ενικού προσώπου των ρημάτων στην ενεργητική φωνή αποβάλλεται (γράφ'ς= γράφεις). Κάποτε όμως ο δίφθογγος αυτός διατηρεί μια πολύ αδύνατη και γρήγορη φωνή ι, όπως στα: πίν(ι)ς, θέλ(ι)ς. Σε κάποιους βλάχους-σκηνίτες συναντούσες το τραχύ: θελ'ς, πιν'ς.
Το τρίτο πλη
θυντικό πρόσωπο της ενεργητικής των ρημάτων μετά την αποβολή του ου και της μεταβολής του ε σε ι γίνονται έτσι: έχ'νι= έχουνε, έχουν.
Συχνά αποβάλλονται φωνήεντα από τον κορμό της λέξης (όπως αναφέρεται παραπάνω) αλλά γίνεται και κράση φωνηέντων (πούντος= πού είναι 'τος, σόπαιρνα= σου έπαιρνα).
Με τις αποβολές ή συνιζήσεις, μοιάζει να τονίζονται οι λέξεις πιο πίσω από την προπαραλήγουσα (κάθ'σαμε= καθίσαμε, έπιασαμι= επιάσαμε).
Στα κείμενα της εποχής της Τουρκοκρατίας συναντούμε το δίγραμμα τζ (έτζι, τζοπάνος), στη θέση της γραφής και της προφοράς του τσ (έτσι, τσοπάνος).

φθορά
και η αλλοίωση των γλωσσικών στοιχείων κατά την προφορά σε κάποια απόμερα χωριά  ήταν τόσο μεγάλη σε παλιότερα χρόνια, ώστε ακούγοντας μια συνομιλία γερόντων χωρικών νόμιζες πως άκουες ξένη γλώσσα. Παίζοντας χαρτιά, ρωτούσε ο ένας τον άλλον: "τς έεις τ'ς ασ'; " (=τους έχεις τους άσσους). Κι άλλος ρωτούσε πάλι: "Πραζ αν τ'ράου;" (=πειράζει αν τηράω;)   Αυτά δεν είχαν πάντοτε δικό τους λεξιλόγιο. Οι κοινές όμως λέξεις γίνονταν ακατάληπτες από τους αμύητους ακροατές γιατί παραποιούνταν με την παρεμβολή μεταξύ των συλλαβών τους ενός συμφωνημένου προσθήματος).





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες