Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013

θα κλάνουμε όταν θα είμαστε αθάνατοι;

θα κλάνουμε όταν θα είμαστε αθάνατοι;





φίλες και φίλοι, καλή σας μέρα.http://www.badarts.gr

Ποιος, ποια  δεν θα ήθελε να ήταν αθάνατος, να μην πέθαινε; Όταν ήταν πιτσιρικάς,  ο Ζοζέ Σαμαράγκου είχε ρωτήσει τη γιαγιά του εάν φοβάται που θα πεθάνει. Η γιαγιά του απάντησε: δεν φοβάμαι, λυπάμαι. Ένας φίλος είχε ρωτήσει επίσης την ετοιμοθάνατη ενενηντάχρονη γιαγιά του να του πει τι αισθάνεται τώρα που πεθαίνει, πως είναι να πεθαίνεις; Η γιαγιά του απάντησε: πως είναι όταν πεινάς και θες να φας λίγο ψωμάκι, πως είναι όταν διψάς και θέλεις να πιεις λίγο νεράκι, πως είναι όταν νυστάζεις και θέλεις να κοιμηθείς λιγάκι, έτσι θέλω κι εγώ το θάνατο. Όλοι μας έχουμε επιθυμήσει τον θάνατο, όλοι μας τον φοβόμαστε, όλους μας τρομοκρατεί, όλους μας αγχώνει – αν και δεν το καταλαβαίνουμε, όπως όταν τρέχουμε με μεγάλη ταχύτητα χωρίς λόγο αλλά με μεγάλη ηδονή: φεύγουμε από τον θάνατο και πάμε προς τον θάνατο. Και συχνά τον συναντάμε. . . όχι λόγω υπερβολικής ταχύτητας αλλά λόγω υπερβολικής επιθυμίας – άρα άγχους.

Ναι, δεν θέλουμε να πεθάνουμε, φοβόμαστε, λυπόμαστε. Θα θέλαμε να ήμασταν αθάνατοι. Μπορούμε όμως να γίνουμε αθάνατοι; Στο ερώτημα αυτό έχουν διατυπωθεί δυο απαντήσεις. Κάποιοι υποστηρίζουν, μεταξύ αυτών και ο Κύριος με τους υπηρέτες του, πως μπορούμε – η επιστήμη και η τεχνολογία θα εντοπίσει τον θάνατο και θα τον εκτελέσει με συνοπτικές διαδικασίες. Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι είμαστε μέρος της φύσης, ότι η φύση είναι πιο ισχυρή από μας, ότι δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γίνουμε αθάνατοι.

Ας υποθέσουμε όμως ότι γινόμαστε αθάνατοι. Πως θα ζούμε, πως θα είναι η καθημερινή μας ζωή; Θα κλάνουμε;

Σε προηγούμενο σημείωμα (Σωματική Αθανασία και Δύση, 29/09/10, κατ. Φιλοσοφία της Αθανασίας)  υποστηρίξαμε στην άποψη ότι κατά τις προσεχείς δεκαετίες θα ξεσπάσει μια πολιτισμική διαμάχη με επίδικο αντικείμενο τη σωματική αθανασία. Μπορούμε να γίνουμε αθάνατοι και πως; Τι θα συμβεί εάν γίνουμε; Αργά ή γρήγορα θα κληθούμε να δώσουμε τις δικές μας απαντήσεις, να ταχθούμε με το ένα ή το άλλο στρατόπεδο. Είμαι βέβαιος ότι, λόγω της σοβαρότητας του θέματος, θα έχετε προφανώς συνειδητοποιήσει ότι στο πόλεμο αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ουδετερότητα. Η διαπίστωση αυτή με ενθαρρύνει να συνεχίσω την έρευνα γύρω από την αθανασία και να καταπιαστώ με το άκρως ενδιαφέρον ζήτημα πως θα ζούμε όταν θα γίνουμε αθάνατοι, σαν τους θεούς του Ολύμπου.. .

Είναι βέβαιο ότι δεν θα τρώμε και δεν θα πίνουμε· δεν θα τρώμε φασιανούς και αστακομακαρονάδες ούτε αποφάγια από τα σκουπίδια. Δεν θα πίνουμε ούτε σαμπάνια ούτε βρόμικο νερό. Δεν θα πεθαίνουμε ούτε από το πολύ φαγητό ούτε από τη πείνα, η οποία θα εξαλειφθεί επιτέλους από προσώπου Γης: τρώμε και πίνουμε για να μην πεθάνουμε, ο θάνατος μας κάνει και τρώμε. Στη περίπτωση αυτή, ο θάνατος είναι μια ζωοποιός δύναμη, μια μορφή ενίσχυσης της ζωής. Είμαι της γνώμης ότι δεν έχουμε κατανοήσει αυτή τη πλευρά του θανάτου. Ο θάνατος δεν είναι μόνο καταστροφή και εξουδετέρωση. Τις πρώτες μέρες της ζωής δεν υπήρχε θάνατος, η ζωή τον επινόησε για να μην αυτο-αφανισθεί. Έπρεπε να επινοηθεί ένας τρόπος επιστροφής των υλικών που συγκρατεί κάθε ζωντανός οργανισμός, ειδάλλως μια μέρα όλα θα εξαντλούνταν και η φαινομενικά αθάνατη ζωή θα εξέλιπε. Εάν δεν υπήρχε ο θάνατος, δεν θα υπήρχαν όχι μόνο όσοι και όσες επιθυμούν την αθανασία αλλά ούτε ο  άνθρωπος εν γένει.

Είναι προφανές ότι δεν θα υπήρχε ιδιοκτησία· δεν θα υπήρχε πλούτος και φτώχεια, πλούσιοι και φτωχοί. Εάν κάποιος είχε πολύ χρυσάφι, όπως οι θεοί του Ολύμπου, θα μπορούσαμε να το αρπάξουμε: δεν θα υπήρχαν, επιτέλους, η θανατική ποινή, τα βασανιστήρια. Δεν θα υπήρχε πόνος και φόβος, η δικαιοσύνη, το έλεος και η τιμωρία θα ήταν άγνωστα. Θα ζούσαμε, επιτέλους, σε  μια άκρως εξισωτική κοινωνία, σε μια κοινωνία χωρίς τάξεις, χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση. Δεν θα πολεμούσαμε: τα πυρηνικά όπλα θα ήταν παντελώς άχρηστα.

Είναι βέβαιο ότι δεν θα εργαζόμαστε: εργαζόμαστε για να μην πεθάνουμε, ο θάνατος είναι ο έσχατος εργοδότης μας. Ο θάνατος μας παρακινεί (μας αναγκάζει, εάν το θέλετε) να καλλιεργούμε τη γη, να εκτρέφουμε ζώα, να υφαίνουμε και να ράβουμε ρούχα, να χτίζουμε σπίτια, να κατασκευάζουμε σιδηροδρόμους και αυτοκίνητα, να παρασκευάζουμε φάρμακα, νοσοκομεία και πανεπιστήμια.

Δεν θα πονάμε ούτε θα αρρωσταίνoυμε: ο πόνος και η ασθένεια είναι αγαθοί υπηρέτες του θανάτου. Μόνο οι πεθαμένοι δεν πονούν και δεν αρρωσταίνουν. Η λαϊκή θυμοσοφία το εκφράζει κάπως διαφορετικά: μόνο οι πεθαμένοι δεν κλάνουν. Θα είχαμε απαλλαγεί κι από το διαρκές, καθημερινό αδιόρατο άγχος και αβάσταχτο τρόμο του θανάτου, από το απόλυτο κενό.

Όπως στη κοινωνία του Ολύμπου, και στη δική μας, δεν θα υπάρχουν παιδιά: όποιος και όποια πρόλαβε και γεννήθηκε, καλώς! Γιατί να γεννηθούν παιδιά, αφού και αυτά είναι τέκνα του αγαθοποιού θανάτου – τους ενισχυτή της ζωής. Εάν οι οργανισμοί δεν ανακύκλωναν τα υλικά τους, θα είχαν εξαλειφθεί· με τον ίδιο τρόπο, θα είχαν εξαλειφθεί και εάν δεν αναπαράγονταν. Θάνατος και αναπαραγωγή είναι δυο πλευρές της ίδιας διαδικασίας. Και χωρίς αναπαραγωγή δεν θα υπήρχε έρωτας, καρδιοχτύπι, χαρά, στενοχώρια, κρασί, ξεφάντωμα και νύχτες ηδυπαθείς.

Δεν θα επικοινωνούμε, δεν θα συνάπτουμε σχέσεις, δεν θα ανταλλάσσουμε απόψεις, δεν θα μεταβιβάζουμε τη γνώση, μιας κι όλα αυτά τα κάνουμε για να μην πεθάνουμε: ο αγαθοποιός θάνατος μας εμπνέει. Θα ήμασταν όλοι εργένηδες, απόλυτα αυτάρκεις: δεν θα νοιαζόμασταν ούτε για τον εαυτό μας ούτε για τους άλλους, τους αδύναμους, τους γέρους, τα παιδιά, μιας και δεν θα υπήρχαν.

Δεν θα εργαζόμασταν, δεν θα τρώγαμε, δεν θα πίναμε, δεν θα κοιμόμασταν, δεν θα πονούσαμε, δεν θα αρρωσταίναμε, δεν θα κάναμε έρωτα, δεν θα ανατρέφαμε παιδιά, δεν θα επικοινωνούσαμε: δεν θα υπήρχε καμιά φυσική, προσωπική και κοινωνική ανάγκη να ικανοποιήσουμε. Δεν θα υπήρχε, μιας κι αυτή είναι υπηρέτρια του αγαθοποιού θανάτου. Τι σόι ζωντανά πλάσματα θα ήμασταν; Τι σόι κοινωνία θα ήμασταν; Τι θα κάναμε όλη τη μέρα; Θα τη βγάζαμε όλη τη μέρα στον καναπέ; Εάν ο Θεός υπάρχει, και είναι αθάνατος, θα πρέπει να είναι ολομόναχος. Τι κάνει όλη μέρα; Βαριέται ο αθάνατος; Όχι, κατά τη γνώμη μου. Βαριέται μόνο όποιος ζει: μόνο όποιος δεν ξέρει τι να κάνει μέχρι να αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο.

Είναι βέβαιο ότι η κατάσταση που περιγράφω θα προκαλεί μια  απερίγραπτη αποστροφή στον υπέρμαχο της αθανασίας. Εάν γίνουμε αθάνατοι, θα γίνουμε και πανίσχυροι: οπότε, θα μπορούμε να τρώμε αστακούς και να πίνουνε σαμπάνια, να κάνουμε έρωτα, να κοιμόμαστε: θα κρατήσουμε μόνο την ηδονή, τη λύπη θα την εξορίσουμε. Έλα όμως που ο θάνατος είναι αδιαίρετος: είναι ταυτόχρονα αγαθοποιός και τρομακτική δύναμη.  Η κοινωνία των θεών του Ολύμπου ήταν πιο ορθολογική: ήταν μια κοινωνία αθανάτων με την ηδονή και το λύπη του θνητού. Οι θεοί ήταν και θνητοί και αθάνατοι: έκλαιγαν, πονούσαν, τραυματίζονταν, έτρωγαν, θύμωναν, κοιμόντουσαν, ζήλευαν, έκαναν έρωτα . . .

Πάντως, έρχεται μια στιγμή στη ζωή μας που γινόμαστε αθάνατοι, που καταφέρνουμε να μην τρώμε, να μην πίνουμε, να μην κάνουμε έρωτα, να μην είμαστε πλούσιοι και φτωχοί, να μην αρρωσταίνουμε, να μην έχουμε ανάγκη τους άλλους: όταν είμαστε νεκροί. Μόνο ο νεκρός είναι α-θάνατος, δεν έχει το θάνατο μέσα του. Η υπόσχεση του θανάτου, με την οποία γεννιόμαστε, όπως έλεγε και ο Μπέκετ, μας εγκατέλειψε. Δεν λέμε «ησύχασε» για κάποιον που πεθαίνει; Εάν ο νεκρός είναι αθάνατος, ο αθάνατος είναι νεκρός, ανύπαρκτος, ανυπόστατος. Ισχύει τόσο για τον Ολύμπιους όσο και για τον Γιαχβέ, τον Θεό και Κύριο της Βίβλου. Κατά συνέπεια, εάν δεν μπορεί να υπάρξει μια κοινωνία αθανάτων, δεν θα υπάρξει και κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι δεν φοβούνται, δεν μεγαλώνουν παιδιά, δεν εργάζονται, έχουν καταργήσει την δικαιοσύνη. Δεν θα υπάρξει ποτέ μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι θα είναι απολύτως ξένοιαστοι, δεν θα υπάρξει κοινωνία χωρίς προβλήματα.

Με ποιους τρόπους θα μπορούσε να επιτευχθεί η αθανασία; Τι υποστηρίζουν οι υπέρμαχοι της; Σε ένα προσεχές σημείωμα θα εξετάσουμε τις προτάσεις τους: θα διαπιστώσουνε έκπληκτοι ότι, στη περίπτωση αυτή, η διάκριση μέσων και σκοπών παύει να υφίσταται.

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες