Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

κοινωνικός κανόνας, εννοούμε την κωδικοποιημένη πιθανότητα επανάληψης τυποποιημένης αντίδρασης από συγκεκριμένο ερέθισμα


1. Εισαγωγικά: «κι όμως κινείται!»

Φαντάσου ένα αυτοκίνητο του οποίου η λειτουργία δεν υπακούει στις αρχές της μετατροπής ενέργειας και γενικότερα της μηχανικής. Σκέψου οτι αυτό το όχημα (όχι απαραίτητα αυτοκίνητο) δεν μετατρέπει τη θερμική ενέργεια σε κινητική κι ακόμα περισσότερο έχει τους τροχούς μέσα στην καμπίνα οδήγησης, τα δε αμορτισέρ του ενισχύουν τους κραδασμούς αντί να τους απορροφούν. Θα υπέθετες κάτι διαφορετικό από το προφανές –οτι δηλαδή το συγκεκριμένο όχημα αποκλείεται να κινηθεί; Κι αν σου έλεγαν οτι αυτό το πράγμα κινείται;



Αρκεί στην παραπάνω μεταφορά ν’ αντικαταστήσεις τη λέξη «όχημα» με τη λέξη «κοινωνία» για να στείλεις δεκάδες δομολειτουργιστές στην πλησιέστερη ψυχιατρική κλινική –ευτυχώς λοιπόν που εδώ, στην Ελλάδα, δεν ευδοκίμησε το συγκεκριμένο θεωρητικό ρεύμα. Γιατί, όπως και να το κάνουμε, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία μοιάζει να μην εφαρμόζεται σχεδόν κανένας κανόνας κοινωνικής συμβίωσης αλλά, παρ΄όλα αυτά, η κοινωνία παραμένει ζώσα (με δεδομένο οτι ακόμα και τα παράσιτα είναι ζωντανοί οργανισμοί).

Εγκαταλείποντας τις μεταφορές και τους συμβολισμούς θα πρέπει να παραδεχτούμε οτι οι κανόνες είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη μιας κοινωνίας. Κι όταν λέμε κοινωνικός κανόνας, εννοούμε την κωδικοποιημένη πιθανότητα επανάληψης τυποποιημένης αντίδρασης από συγκεκριμένο ερέθισμα. Ας το απλουστεύσω με κάποια παραδείγματα:
-Αναμένουμε την ανταπόδοση της ευχής για «καλημέρα» από τον γείτονά μας (κανόνας της ευγένειας).
-Αναμένουμε την απόθεση των σκουπιδιών στον ειδικό κάδο και όχι τον διασκορπισμό τους έξω από το σπίτι μας (κανόνας της συμβίωσης).
-Αναμένουμε την τιμωρία του δολοφόνου ο οποίος έχει συλληφθεί από τις αρχές (νομικός κανόνας)
Αν ο γείτονας μάς εύχεται να πάμε στον διάολο κάθε φορά που τον καλημερίζουμε και σκορπίζει τα σκουπίδια του έξω από την πόρτα μας αυτομάτως κατατάσσεται στους «κακούς» γείτονες –πράγμα που σημαίνει οτι δεν εκπληρώνει τον ρόλο του σύμφωνα με τα αναμενόμενα, όπως ακριβώς ο «κακός» ηθοποιός που καλείται να παίξει τον Οιδίποδα επί Κολωνώ, αλλά στην κορύφωση του έργου αναφωνεί «μα τους θεούς, εγώ βλέπω πεντακάθαρα!»
Αν ο δολοφόνος συλλαμβάνεται, αποδεικνύεται η ενοχή του και αθωώνεται, αυτομάτως ο ρόλος του κράτους–εγγυητή της εφαρμογής των νόμων αμφισβητείται κι αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό από την «κακή» απόκριση σε ένα ρόλο σε ατομικό επίπεδο.

Ο προσεκτικός αναγνώστης (πρόσωπο ιδιαιτέρως χρηστικό για τον εκάστοτε γράφοντα, αλλά ουσιαστικά ανύπαρκτο) θα παρατήρησε ήδη την διαφοροποίηση μεταξύ άγραφων και γραπτών κανόνων (νόμων) στο παραπάνω παράδειγμα. Αυτή η διαφοροποίηση είναι σημαντική, όχι μόνο θεωρητικά αλλά και πρακτικά, για τις κοινωνίες. Υπάρχουν λοιπόν:
-Κανόνες οι οποίοι έχουν καθιερωθεί μέσω της διαχρονικής επαναληπτικής εφαρμογής τους (θεσμοθέτηση) και ονομάζονται έθιμα ή πιο γλαφυρά: άγραφοι νόμοι.
-Κανόνες οι οποίοι αντλούν την άμεση ισχύ τους την στιγμή της γραπτής εμφάνισής τους  από τα, έστω και τυπικά, αναγνωρισμένα όργανα του κράτους (θεσμοποίηση) και ονομάζονται νόμοι.
Πολλές φορές ένα έθιμο γίνεται νόμος του κράτους αλλά είναι αδύνατο ένας νόμος να μετακυλήσει σε έθιμο.

Έρχομαι στην αρχική παραδοχή περί κανόνων οι οποίοι είναι αναγκαίοι για την ύπαρξη μιας κοινωνίας για να ξεκαθαρίσω κάποια (λίγο ως πολύ) προφανή:
-Δεν υπάρχει κοινωνική θεωρία η οποία να αρνείται ολοκληρωτικά την εφαρμογή κανόνων κι όποιος πιστεύει οτι (για παράδειγμα) ο αναρχισμός αποσκοπεί στην κατάργηση των υπαρχόντων κανόνων και στη μη αντικατάστασή τους από άλλους, απλώς δεν γνωρίζει τι πρεσβεύει ο αναρχισμός.
ύπαρξη κανόνων αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση συγκεκριμένου κοινωνικού μοντέλου αλλά ταυτόχρονα είναι αναγκαία για την κοινωνική συνύπαρξη –πράγματι, τα μέλη μιας κοινωνίας δεν θα μπορούσαν να κάνουν ούτε βήμα σε μια κοινωνία στην οποία τίποτα δεν θα ήταν σε ισχύ. Απλό παράδειγμα: χωρίς κανόνες οι οποίοι ρυθμίζουν την οδική κυκλοφορία θα ήταν αδύνατη η κίνηση των οχημάτων μέσα στις πόλεις.
-Η τήρηση των κανόνων από τα μέλη μιας κοινωνίας (τόσο του γραπτού όσο και του άγραφου δικαίου) εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από τη λειτουργικότητα του κάθε κανόνα. Αυτό σημαίνει οτι αν ένας κανόνας δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες των πολιτών πέφτει σε αχρηστία ή επιβάλλεται με τη βία (προφανές παράδειγμα οι θρησκευτικοί κανόνες).

Οι κοινωνικοί κανόνες δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν το βασικό μειονέκτημα κάθε είδους κωδικοποίησης το οποίο είναι η έλλειψη αντοχής στο χρόνο. Κι επειδή πρόκειται για φαντασιακά δημιουργήματα (φαντασιακό είναι οποιοδήποτε παράγωγο της ανθρώπινης διάνοιας το οποίο δεν απαντάει αποκλειστικά σε μια άμεση ανάγκη αλλά αποσκοπεί και στη διαχείριση μιας κατάστασης σε βάθος χρόνου) χρειάζονται αδιάκοπη αναπροσαρμογή προκειμένου να ανταποκρίνονται στις συνεχώς εξελισσόμενες κοινωνικές καταστάσεις. Απλό παράδειγμα ο ορισμός του φόνου. Ενώ στις παλαιότερες κοινωνίες ο φόνος αφορούσε την αφαίρεση ζωής με πρόθεση κι εφόσον ο θύτης δεν μπορούσε να προσδώσει νομιμοποίηση στην πράξη του (νόμιμος ήταν ο φόνος για λόγους αυτοάμυνας ας πούμε, ή ακόμα και ο φόνος κάποιου δούλου) στις σύγχρονες κοινωνίες η πρόθεση δεν αποτελεί κριτήριο (φόνος εξ αμελείας) ενώ δεν υπάρχει κανενός είδους νομιμοποίηση της πράξης -το πολύ να συνυπολογιστούν οι ιδιαίτερες συνθήκες τέλεσής της σαν ελαφρυντικά αναφορικά με την επιβαλλόμενη ποινή.

Έγραψα παραπάνω οτι ο άνθρωπος ο οποίος δεν ανταποκρίνεται σύμφωνα με τα αναμενόμενα στον ρόλο που καλείται να εκπληρώσει αντιμετωπίζεται αρνητικά από την κοινωνική του ομάδα –εδώ όμως παρεμβάλλονται δυο ισχυρές και αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές:
1.Η κατανόηση του ρόλου από το υποκείμενό του (τον άνθρωπο δηλαδή).
2.Οι αλληλοσυγκρουόμενοι ρόλοι τους οποίους καλείται να εκπληρώσει ο ίδιος άνθρωπος.
Στο παράδειγμα του ηθοποιού που χρησιμοποίησα παραπάνω, η παρεμβολή των συγκεκριμένων μεταβλητών θα μπορούσε να σημαίνει οτι αναμένουμε από αυτόν, όχι μόνο να παίξει τον ρόλο του Οιδίποδα χωρίς να έχει διαβάσει το κείμενο αλλά να παίζει ταυτοχρόνως και τον ρόλο του Κρέοντα! Κι αν αυτό δεν οδηγήσει στη σχιζοφρένεια έναν ηθοποιό, λόγω του περιορισμένου χρόνου της παράστασης, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για τον άνθρωπο που καλείται να το υποστεί σε καθημερινή βάση.

Ισχυρίζομαι οτι το ποσοστό κατανόησης του ρόλου από το υποκείμενό του εξαρτάται από το ποσοστό της επικρατούσας κοινωνικής ανομίας όσο οι αλληλοσυγκρουόμενοι ρόλοι αποτελούν παθογένεια του εκάστοτε υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος.

Αναφορικά με την κοινωνική ανομία χρήσιμος είναι ο προσδιορισμός της όπως αποδόθηκε από τον Εμίλ Ντυρκάιμ. Σύμφωνα με το Γάλλο κοινωνιολόγο, σε καταστάσεις ανομίας εκλείπουν οι σαφείς ρυθμίσεις, οι κανόνες και τα πρότυπα που καθορίζουν τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Οι πολίτες δυσκολεύονται να συμμορφωθούν με κανόνες τους οποίους κρίνουν ανίσχυρους και ως συνέπεια αυτού αισθάνονται αποπροσανατολισμένοι και διακατέχονται από άγχος. Το φαινόμενο της ανομίας -δηλαδή της μη εφαρμογής των νόμων- αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ενός λαού, εφόσον πιθανόν είναι να επιφέρει τον κοινωνικό κατακερματισμό και τη διάσπαση της συλλογικής συνείδησης. Καταστάσεις ανομίας βιώνει η ανθρωπότητα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, διαπίστωνε ο Ντιρκάιμ. Όμως, φαινόμενα ανομίας παρουσιάζονται και σε εποχές ευδαιμονίας, όταν η επαναστατικότητα τείνει να ταυτιστεί με την καταπάτησή των κανόνων και των νόμων. Ο Ντιρκάιμ συνέδεσε την ανομία με τον καπιταλισμό και είχε, φυσικά, δίκιο. Ως χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, η ανομία που καταλήγει στην περιφρόνηση του κοινωνικού συνόλου και στην πλήρη απορρύθμιση θίγει τελικά τους αδυνάτους.

Το φαινόμενο της ανομίας αιτιολογεί μια χαρά την απαξίωση του κράτους την οποία υπαινίχθηκα παραπάνω αλλά αδυνατεί να εξηγήσει την, παρ΄όλα αυτά, επιβίωση του συγκεκριμένου κοινωνικού μορφώματος. Με απλά λόγια, κατανοούμε την ύπαρξη του οχήματος της πρώτης παραγράφου (αυτού με τους τροχούς μέσα στην καμπίνα οδήγησης και με τα αμορτισέρ που ενισχύουν τους κραδασμούς) αλλά εξακολουθεί να παραμένει ανεξήγητη η δυνατότητα κίνησής του. Πώς τα καταφέρνει το όχημα να κινείται ακόμα; Πώς τα καταφέρνει να επιβιώνει ακόμα αυτό το κοινωνικό καρκίνωμα που ονομάζεται «σύγχρονη ελληνική κοινωνία»; Για μια ακόμα φορά η ίδια η ερώτηση περιέχει την απάντησή της.

«Η κοινωνία δεν μπορεί να ανεχτεί το κενό. Για να μπορέσει η ζωή να συνεχίσει, πρέπει να επιβληθεί μια οποιαδήποτε ‘τάξη’», έλεγε ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσω να δείξω, στη συνέχεια.

Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε από συγκεκριμένες συνθήκες και η τωρινή της μορφή είναι αποτέλεσμα επίδρασης αντίρροπων δυναμικών. Θα γίνει λοιπόν μια προσπάθεια, συνοπτικής έστω, παρουσίασής τους προκειμένου να ορίσω την παράδοξη ύπαρξη ενός κοινωνικού μορφώματος που μισεί τη γενεσιουργό του αιτία –αυτό το μόρφωμα επιλέγω (αυθαίρετα για την ώρα) να το ονομάσω: ανθρωποφοβική κοινωνία.

Νομίζω οτι δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα περισσότερο σ΄αυτόν τον πρόλογο πέρα από την έκκληση για κάθε δυνατή βοήθεια (η ανάδραση μέσω των σχολίων είναι, εδώ, απαραίτητη) την οποία ο αναγνώστης θα ήθελε να προσφέρει.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες