Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

εργάτες 2

Ας ξεμπερδεύουμε λοιπόν με τις επίκτητες και τόσο “αυτονόητες” (;) αυταπάτες μας, που αυτές και μόνον αυτές είναι η αιτία της όποιας δυστυχίας μας.
α) Οι εργάτες μπορεί να είμαστε “φτωχοί” από οικονομική άποψη, αλλά αυτό οφείλεται ΜΟΝΟ στην άγρια υποτίμησή μας, στην άγρια εκμετάλλευσή μας, απ’ όλα τ’ αφεντικά στον καπιταλισμό. Γινόμαστε πραγματικά φτωχοί συναισθηματικά, ηθικά, διανοητικά, όταν ξεμοναχιαζόμαστε, όταν γινόμαστε αντικοινωνικοί μεταξύ μας, όταν κλεινόμαστε στα καβούκια των “ατομικών προοπτικών” - ή των συμμοριών. Αλλιώς η εργατική τάξη ποτέ δεν ήταν φτωχή! Υπάρχουν ακλόνητες αποδείξεις, και μάλιστα στον πιο λαμπρό “ευαίσθητο” τομέα, στον “πολιτισμό”: τα μπλουζ και τα ρεμπέτικα, που είναι η βάση της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας, ήταν μουσικές και τραγούδια εργατών· κι όχι διαφημιστών, στελεχών επιχειρήσεων ή πανεπιστημιακών! Χωράφια έσκαβαν (εργάτες γης) στις φυτείες οι πρώτοι αφρικάνοι / δούλοι που έφτιαχναν τα τραγούδια τους. Όσο για τους ρεμπέτες; Από εκδοροσφαγείς μέχρι λιμενεργάτες... Στην πράξη μάλιστα όλα τα μουσικά και χορευτικά ήδη που εμπορευματοποιήθηκαν στον 20ο αιώνα, απ’ την disco ως το ροκ εν ρολ και το ραπ, ήταν εντυπωσιακή επίδειξη του πνεύματος και του γούστου εργατικών τάξεων και κοινοτήτων. Κι ας μην μιλήσουμε για όλες τις εκδοχές της σύγχρονης “έθνικ” μουσικής...
Ποιοί είναι λοιπόν οι πραγματικά φτωχοί;
β) Το να είναι εκείνη ή η άλλη δουλειά “καθαρή” δεν σημαίνει καθόλου ότι εκείνος ή εκείνη που την κάνει δεν είναι εργάτης. Οι ειδικότητες και τα επιμέρους είδη εργασιών αλλάζουν καθώς αλλάζει το μηχανολογικό υπόβαθρο του καπιταλισμού και οι συνήθειες των καπιταλιστικών κοινωνιών. Όμως άλλο πράγμα η αλλαγή και εντελώς διαφορετικό η “εξαφάνιση των εργατών”. Κάποτε ο τσαγκάρης και η ράφτρα ήταν τεχνικές δουλειές που είχαν κάποιο κύρος, και χρειάζονταν μακρόχρονη μαθητεία στην πράξη ή και σπουδές για να τις κάνει κάποιος. Τώρα αυτές οι δουλειές έχουν απορροφηθεί απ’ την βιομηχανική οργάνωση και γίνονται μαζικά στα κολαστήρια των εργοστασίων παπουτσιών και ρούχων στην Ασία ή σε διάφορα φασονάδικα στα μέρη μας και στα Βαλκάνια. Ο τσαγκάρης και η ράφτρα ήταν και είναι τεχνικοί, δηλαδή ειδικευμένοι εργάτες, όπως ακριβώς (είναι τέτοιοι) οι επισκευαστές και οι προγραμματιστές υπολογιστών ή οι επισκευαστές ρομπότ. Έχει σημασία που οι υπολογιστές και τα ρομπότ είναι “κάτι καινούργιο” ενώ τα ρούχα και τα παπούτσια είναι “κάτι παλιό”; Μόνο για το παραμύθιασμα...
γ) Το “είμαι εργάτης” καθόλου δεν σημαίνει “είμαι φουκαράς” ή “είμαι δυστυχισμένος”! Αντίθετα, το “είμαι κάτι άλλο απ’ αυτό που είμαι, πότε λοιπόν θα γίνω κι εγώ πετυχημένος διάολε;”, αυτή η τόσο κοινή αίσθηση του ξεπεσμού (“δίκαιου” ή “άδικου” δεν έχει καμία σημασία) δημιουργεί ανθρώπους μίζερους, μνησίκακους, εριστικούς, πραγματικά δυστυχισμένους, όσα φάρμακα κι αν καταναλώνουν για να αντέχουν, όσα ψέμματα κι αν πουλάνε σε εαυτούς και άλλους. Το “είμαι εργάτης” σημαίνει αυτό: ανήκω στους πραγματικούς δημιουργούς του κόσμου, και θα κάνω ό,τι περισσότερο και καλύτερο μπορώ για να βρω κι άλλους σαν κι εμένα ώστε να διαλύσουμε αυτό το ανθρωποφάγο βασίλειο που ληστεύει την δουλειά, το μυαλό και την καρδιά μας....
Και μέχρι τότε δεν θα το βάλω κάτω ποτέ!!
Αξίζει να διαβάσει κανείς την προσωπική εκμυστήρευση που ακολουθεί, από ένα blog με ημερομηνία 30 Μάρτη του 2009. (Την πήραμε από μια έκδοση των μητροπολιτικών συμβουλίων αυτόνομων σχετικά με τις “νέες εργατικές φιγούρες”, που έγινε στις αρχές Μάρτη του 2011). Και αξίζει γιατί είναι μια περιγραφή που μπορεί να διαβαστεί με δύο εντελώς αντίθετους τρόπους:
Γειά σας... Δουλεύω από τα 16 μου σε οποιαδήποτε δουλειά έβρισκα και πήγαινα σχολείο και σπούδασα αργότερα. Οι γονείς με βοηθούσανε αλλά όχι πάντα, τη δεύτερη ξένη γλώσσα την πλήρωνα εγώ ή τα νοίκια άλλες φορές εγώ, άλλες οι γονείς μου. Έχω κάνει αρκετές δουλειές σε cafe, delivery, σε μαγαζιά πωλητής, αποθηκάριος, υπάλληλος γραφείου, διαφημιστικά, ό,τι θες, και παράλληλα σπούδαζα.
Όταν τέλειωσα σπουδές γύρισα σπίτι, και έψαχνα πάλι για δουλειά, συνέχιζα να κάνω ό,τι έβρισκα για να παίρνω τουλάχιστον το χαρτζιλίκι μου. Αυτό ήταν το λάθος μου, που γύρισα, αλλά παρόλο που αγωνιζόμουν τόσο, είμαι και λίγο καλοπερασάκιας.

Έχω ακούσει αρκετά βρισίδια στις δουλειές και αλλού έκανα υπομονή, αλλού έφευγα. Προοπτικές ελάχιστες, και λεφτά ίσα ίσα που φτάνανε και αρκετές υπερωρίες, και να σε βρίζουν κιόλας. Αυτά όλα, ξέρετε, επηρεάζουν και άλλους τομείς, όπως σχέσεις, κοινωνικές επαφές. Δε μπορείς εύκολα (γίνεται, αλλά θέλει μεγάλη δύναμη) να ακούς να σε βρίζει άσχημα ο κάθε αγγράμματος που έτυχε να ‘χει τη δουλειά του μπαμπά του, και εσύ μετά να έχεις ήρεμη σχέση με την κοπέλα σου ή τους φίλους σους, κάπου τρελλαίνεσαι κιόλας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά να σου τελειώνουν σε 4 ημέρες τα 150 ευρώ την βδομάδα που παίρνεις. Απογοητεύεσαι τελείως. Για το δημόσιο δεν το συζητάω, έχω κάνει πάρα πολλές φορές χαρτιοά, μέχρι που βαρέθηκα, και σας πω πλέον δεν μ’ ενδιαφέρει να μπω εκεί, και να βαριέμαι τη ζωή μου. Τα ίδια κάθε μέρα, όσο σίγουρος και ‘ναι ο μισθός, εγώ πάντως θα νιώθω ανία.

Το όνειρό μου επαγγελματικά είναι να δημιουργήσω κάτι στο ελεύθερο επάγγελμα. Αλλά όσες φορές το προσπάθησα, τον ένα μήνα έβγαζα ένα ποσό της τάξης των 700 ευρώ, τον άλλο τίποτα, άρα πάλι τα ίδια. Είπα, είμαι και καλοπερασάκιας, γι αυτό και γύρισα σπίτι, αλλά περνούσα χειρότερα με τους γονείς, καυγάδες κάποιες φορές, ένοιωθα εγκλωβισμένος, άνεργος αρκετές φορές, να με συντηρούν οι γονείς μου. Δηλαδή να είμαι 28, να έχω την ανεργία απ’ την μια και τα 600, 700 ευρώ όποτε είχα δουλειά, και να μένω στο πατρικό απ’ την άλλη, αλλά να μην πληρώνω ενοίκιο και κάποια άλλα έξοδα. ΔΕ
ΜΟΥΑΡΕΣΕ, αλλά και πού να πήγαινα; Να κάνω 2 δουλειές πάλι, ό,τι να ‘ναι, την μία είσαι - την άλλη δεν είσαι, να μην έχω προσωπική ζωή, ενδιαφέροντα; Και δεν μιλάω για πολυτέλειες ρε παιδιά, αλλά παρόλο που έχω δουλέψει αρκετά, πολλές φορές δεν είχα για ένα φαΐ, ένα καφέ, ένα ρούχο που το είχα ανάγκη να πάρω.
Αυτή τη στιγμή είμαι άνεργος (ΑΠΟ ΜΟΝΙΜΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΕΝΝΟΩ), έχω φύγει απ’ το σπίτι, και ζω μόνος μου. Πώς τα καταφέρνω; Δουλεύω όπου βρω part time, ασφάλεια δε βάζει κανείς, σταθερό μισθό δεν έχω, και όλα αυτά μέχρι πότε; Είμαστε και άνθρωποι, και έχουμε και άλλες ανάγκες, δεν γίνεται να αναλωνόμαστε όλο στα ίδια και στα ίδια. Όποτε παίρνω εφημερίδα βλέπω ακριβώς τα ίδια που έβλεπα και πέρυσι και πρόπερσι, δηλαδή όσο και όρεξη να’χεις να δουλέψεις, κάπου σε έχει κουράσει όλο αυτό, γιατί ξέρεις τι θα βρεις σε όποια δουλειά μας, και λες ρε γαμώτο, μια ζωή βρισίδια θ’ ακούω, μια ζωή 700 θα παίρνω και θα ζω με το άγχος, μια ζωή θα μου δίνουν οι γονείς μου όταν θα ‘μαι άνεργος;

Δηλαδή ρε παιδιά τι άλλο πρέπει να κάνουμε για να ζήσουμε σα νέοι που είμαστε στη ζωή μας; Να μπούμε στη μαύρη αγορά, να πουλήσουμε το κορμί μας; Να μου πει κάποιος γιατί εγώ όσα πτυχία και αν έχω, όσες δουλειές κι αν έκανα, γιατί να είμαι τώρα 30 και να ζω αυτή την κατάσταση, την ανασφάλεια και την μη οικονομική σταθερότητα;

Αυτήν την εξομολόγηση μπορεί κανείς, θεωρητικά, να την διαβάσει με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι “α, κοίτα τι τραβάει αυτό το παιδί”. Αλλά όποιος είναι τίμιος με τον εαυτό του, θα αναγνωρίσει σ’ αυτά που περιγράφονται πιο πάνω, περιστάσεις που τις έχει ζήσει κι ο ίδιος, και οι περισσότεροι γνωστοί και γνωστές του!!! Δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό, καμία “ατομική κακοτυχία” σ’ όσα λέγονται εδώ... Κι ωστόσο το να εξατομικεύονται τέτοιες καταστάσεις εμφανίζεται πάντα σαν έξοδος κινδύνου (που δεν οδηγεί πουθενά...)
Ο δεύτερος τρόπος είναι να αναγνωρίσει ότι εδώ έχουμε μια κλασσική περιγραφή της ζωής της σύγχρονης εργατικής τάξης! Ο άνθρωπος που μιλάει, με πτυχίο και δύο ξένες γλώσσες, αυτήν ακριβώς την ζωή ζει, την ζωή ενός σύγχρονου εργάτη, ενός ανάμεσα σε χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες, εκατομμύρια στην ευρώπη και στον κόσμο, που έχουν πάνω κάτω την ίδια ηλικία και τις ίδιες εμπειρίες. Όμως, αν διαβάσει κανείς τα πιο πάνω απ’ αυτή την μεριά, κάτι λείπει. Είναι το ίδιο που είπαμε στην αρχή αρχή: αυτός που κάνει αυτήν την εξομολόγηση, ενώ είναι ιδιαίτερα εύστοχος και ακριβής στην περιγραφή, ΔΕΝ εννοεί ακόμα τον εαυτό του “εργάτη”. Μπορεί να είναι ένας απ’ τους πολλούς που φοβάται (ή νομίζει) ότι αν αναγνωρίσει κάτι τέτοιο, θα είναι σα να βάζει ταφόπλακα στις προσωπικές του ελπίδες... Προτιμάει λοιπόν να τελειώνει με ένα αβέβαιο ερώτημα, που μένει μετέωρο και αναπάντητο, και μπορεί να ανακυκλώνεται συνέχεια, σαν κακό μεθύσι.
Διαφορετικά, θα υποψιαζόταν ότι “δεν υπάρχει ατομική λύση”· και πως, το καλύτερο μέλλον που δίκαια επιθυμεί, περνάει μέσα από μαχητικούς, αποφασιστικούς, σκληρούς αγώνες... Αγώνες εργατικούς! Που μπορεί να έχουν εκ των προτέρων αβέβαιη και αμφίβολη έκβαση, όμως τουλάχιστον θα του προσφέρουν όλη εκείνη την χαρά του θυμωμένου δημιουργού του κόσμου που ανακαλύπτει τις συλλογικές δυνατότητες και τον συλλογικό πλούτο της αντιστεκόμενης τάξης του.
Γιατί μπορεί όλα να είναι αβέβαια στις ημέρες μας. Αλλά αυτό μπορεί να ξυπνάει τις συνειδήσεις, και την χαρά του να προσπαθείς να πάρεις πίσω (όχι μόνος σου αλλά με πολλούς και πολλές, με υπομονή, επιμονή και αποφασιστικότητα, με χαρές και πίκρες) αυτό που σου κλέβουν!

Sarajevo - Βιβλιοθήκη

σαν εργάτες μέσα στην (περιβόητη) κρίση:
ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΔΙΚΙΟ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ!!!
Όλα τα προηγούμενα δεν είναι ούτε παιχνίδια του μυαλού ούτε αμπελοφιλοσοφίες. Έχουν πολύ απτά αποτελέσματα. Όχι μόνο σήμερα. Αλλά εδώ και δεκαετίες. Είναι για παράδειγμα σωστό και δίκαιο το να δουλεύει κάποιος 2 και 3 δουλειές, να δουλεύει δηλαδή σαν το σκυλί, για να τα φέρει βόλτα επειδή αποφάσισε να παντρευτεί και να κάνει ένα ή δύο παιδιά; Είναι αυτό σωστό και δίκαιο; Όχι - δεν είναι. Είναι μήπως σωστό και δίκαιο άλλοι να είναι υποχρεωμένοι, αναγκασμένοι, να δουλεύουν 60 και 70 ώρες την βδομάδα και άλλοι να μην βρίσκουν δουλειά; Όχι, ούτε αυτό είναι δίκαιο και σωστό.
Κι όμως αυτά συνέβαιναν σε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες πριν απ’ την κρίση. Πως να τα πολεμούσε κανείς αυτά; Μόνος του; Αδύνατο. Κι αφού κόμματα και συνδικάτα ασχολούνταν εδώ και δεκαετίες μόνο με τα συμφέροντα των στελεχών τους, όλα είχαν γίνει ακόμα πιο δύσκολα. Εμπιστοσύνη; Μηδέν. Προφανώς, αυτό που δεν μπορεί να πολεμήσει ο καθένας μόνος του, πρέπει να το πολεμήσουν πολλοί μαζί....
“Καλάαααα!” θα ήταν το σχόλιο... “Αυτό είναι σαν την Δευτέρα Παρουσία”. Πράγματι. Αφού δεν κάναμε ποτέ την γερή αρχή να φτιάξουμε αυτό που χρειαζόμαστε, τις οργανώσεις των εργατών για τους εργάτες, κάθε ελπίδα για αξιοπρεπή και όχι εξοντωμένη ζωή έφτασε να μοιάζει σαν υπόσχεση α λα “δευτέρα παρουσία”... Όμως η πραγματική κόλαση για εμάς δεν είναι εκεί. ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ. Και άνοιξε ακόμα πιο διάπλατα το στόμα της κάτω απ’ το όνομα “κρίση”.
Στα τρία προηγούμενα τετράδια για εργατική χρήση* προσπαθήσαμε να δώσουμε τις εξηγήσεις που κατά τη γνώμη μας έβαζαν το ζήτημα της κρίσης στη σωστή του βάση: υποτίμηση της εργασίας, κι ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση της εργασίας· δηλαδή της ζωής μας. Άλλοι έδωσαν άλλες εξηγήσεις που (χάρη και στη βοήθεια του συστήματος) έγιναν πιο πιασάρικες:
- Πρώτα πρώτα διάφορες “θεωρίες συνωμοσίας”! Δεν θα πούμε τίποτα γι’ αυτές, εκτός απ’ το: να λοιπόν ένας “χαρούμενος τρόπος” για να σαπίζει το μυαλό! Γιατί αυτό έχουν σα σκοπό οι “θεωρίες συνωμοσίας”:  βρίσκει ο καθένας έναν “συνωμότη”, και απο ‘κει και μετά ασχολείται μόνο να του φορτώνει ό,τι μπορεί. Φυσικά αυτός ο “συνωμότης” είναι κατά βάθος τόσο δυνατός ώστε δεν υπάρχει καμία ελπίδα να νικηθεί...
- Άλλη εξήγηση: οι διαφορές μεταξύ των ευρωπαϊκών καπιταλισμών...
- Άλλη εξήγηση: οι φαταούλες πολιτικοί και η προδοτική κυβέρνηση...
- Άλλη εξήγηση: βάλτε κάτι που ακούσατε...
Μερικά επιμέρους στοιχεία εδώ κι εκεί (ειδικά απ’ τις απόψεις της αριστεράς) έχουν μεν κάποια βάση, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν το κέντρο του ζητήματος. Είναι δευτερεύουσες και τριτεύουσες πλευρές του θέματος “κρίση”, τις οποίες τα κόμματα (μικρά και μεγάλα) της αριστεράς, προωθούν επειδή είναι ακίνδυνες αλλά ελπίζουν να τους αποφέρουν το γνωστό κέρδος: ψήφους. Απ’ την άλλη, ισχύει το εξής: ανάλογα με την εξήγηση που δίνεται για την περιβόητη “κρίση”, βάζει ο καθένας τους στόχους του αν πρόκειται να κάνει κάτι πρακτικό.... ή, ακόμα, κι αν πρόκειται να περιοριστεί σε βρισιές και σε κατάρες...
Λέγοντας (εμείς) λοιπόν ότι στην καρδιά της κρίσης ήταν:
α) πριν αυτή ξεσπάσει, η υποτίμηση της εργασίας (μείωση των πραγματικών μισθών, επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, κοψίματα στις “άχρηστες” δαπάνες των εργοδοτών, όπως η ασφάλιση και οι συντάξεις, κλπ), πράγματα που συνέβαιναν “λίγο λίγο” ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, και
β) αφού ξέσπασε, ακόμα μεγαλύτερη υποτίμηση (δηλαδή ακόμα μεγαλύτερες δόσεις άγριας εκμετάλλευσης), με το πρόσχημα τώρα των κρατικών / εθνικών χρέων, λέγοντας αυτά εννοούσαμε και το που πρέπει να στοχεύσουμε. Σαν εργάτες. Στόχος μας λοιπόν πρέπει να είναι, παρά όλη την δημαγωγία περί “λεφτά γιοκ”, κόντρα στο ρεύμα, η ανατίμηση της εργασίας. Γενικά, καθολικά, για τους πάντες. Τους παλιούς εργάτες / μισθωτούς αλλά και τους νέους. Τους άντρες και τις γυναίκες. Τους ντόπιους και τους μετανάστες.
Όταν λέμε “ανατίμηση της εργασίας” το μυαλό πάει, βέβαια, σε λεφτά. Σωστό - αλλά μόνο εν μέρει. Ανατίμηση της εργασίας και η κοινωνικοποίηση των πρώην δημόσιων συστημάτων υγείας και εκπαίδευσης, με δραστική αλλαγή στα περιεχόμενά τους. Ανατίμηση της εργασίας είναι και η απελευθέρωση του “ελεύθερου χρόνου” μας απ’ τον βούρκο της κατανάλωσης.
Όμως ξέρουμε ότι οι “μεγάλες ιδέες” και τα “παχιά λόγια” περισσεύουν σ’ αυτήν εδώ την κοινωνία. Οπότε δεν θέλουμε να μιλήσουμε για τους σωστούς και δίκαιους στόχους που θα μπορούσαμε να βάλουμε... αλλά για κάτι πριν απ’ αυτούς. Μπορούμε, στα σοβαρά και στα λογικά μας, να επιδιώξουμε ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ την ανατίμησή μας σαν εργάτες, σήμερα που μας πατάνε όλο και δυνατότερα στο σβέρκο; Την απάντηση ας τη δώσει μόνος του κάθε σύγχρονος εργάτης, ΑΦΟΥ ΟΜΩΣ ΣΚΕΦΤΕΙ ΜΕ ΤΡΟΠΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ απ’ ό,τι ως τώρα. Βάζοντας μερικά “αόρατα” κομμάτια του πασλ στη θέση τους. Να τι εννούμε:
Τι περιγράψαμε στις προηγούμενες σελίδες μιλώντας για τους μαγικούς τροπους με τους οποίους “εξαφανίστηκε” η εργατική τάξη στην ελλάδα; Περιγράφαμε μια αλυσίδα με κρίκους ιδεολογημάτων, πεποιθήσεων, βεβαιοτήτων, φαντασιώσεων ατομισμού και εγωκεντρισμού. Που ενώ δεν ήταν οι ίδιοι αυτοί οι κρίκοι “φράγκα”, πριόνιζαν σιγά σιγά και το ύψος του βασικού μισθού· και τα ωράρια· και τις σχέσεις εργασίας· και την ασφάλιση· και όλα... Περιγράφαμε δηλαδή τις προϋποθέσεις (που εμείς οι ίδιοι επιτρέψαμε να υπάρχουν) για την υποτίμησή μας, πριν αυτή πάρει την μορφή όλο και πιο μειωμένων μισθών, ανεργίας, αδέσποτων ωραρίων, κλπ. Τελικά περιγράφαμε την υποτίμηση - πριν - την - υποτίμηση.
Τι πάει να πει αυτό; Πάει να πει ότι υπάρχει πάντα μια συνεχόμενη αυτο-υποτιμητική διαδρομή ΠΡΙΝ η υποτίμηση (μας, σας εργατών) πάρει τις οριστικές, βάρβαρες, σκληρές και ολοκληρωμένες μορφές του γενικού οικονομικού στραγγαλισμού μας!!! Το ότι είναι μια τέτοια μακρόχρονη εξέλιξη που φτιάχνει τις προϋποθέσεις να την φάμε γερά στο κεφάλι και δεν πρόκειται για κάτι στιγμιαίο και “συνωμοτικό” εκ μέρους των αφεντικών, είναι το κρίσιμο, ΙΣΤΟΡΙΚΟ κομμάτι του παζλ, που πρέπει να βάλουμε στη θέση του. Φάγαμε πολλές, και στα μούτρα και στο στομάχι, κάνοντας ότι “δεν τρέχει τίποτα”, μέχρι να βγούμε νοκ άουτ στον 10ο γύρο. Αν δεν κοιτάγαμε την πάρτη μας πριν είκοσι, δέκα ή πέντε χρόνια δεν θα ήμασταν τώρα ξεμοναχιασμένοι. Αν δεν πιστεύαμε σε θαύματα πριν είκοσι, δέκα ή πέντε χρόνια δεν θα ήμασταν τώρα ηττοπαθείς. Αν δεν βάζαμε το κεφάλι στην άμμο πριν είκοσι, δέκα ή πέντε χρόνια δεν θα ήμασταν τώρα φοβισμένοι.
Αφού, λοιπόν, η υποτίμηση της εργασίας ξεκινάει πολύ πριν τις “τελευταίες πράξεις του έργου της”· κι αφού αυτή η μακριά προετοιμασία έχει πολλή ιδεολογία και πολλή πειθαρχία (σε κόμματα, σε εργατοπατέρες, σε παρακρατικούς, σε κατανάλωση, σε μήντια...) προκύπτει το εξής συμπέρασμα: Η ΑΝΑΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ, δεν αρχίζει απ’ τα φράγκα αλλά φτάνει σ’ αυτά, αφού έχουμε εξασφαλίσει την ποιότητα της δράσης μας... Φτάνει σ’ αυτά με μαθηματική ακρίβεια αφού ΠΡΙΝ έχει φτιάξει - εμείς, δηλαδή, έχουμε φτιάξει - τα δικά μας ακλόνητα σκαλοπάτια διανοητικής, συναισθηματικής, ψυχολογικής, τελικά πολιτικής ΑΝΟΡΘΩΣΗΣ. Είναι η ανατίμηση - πριν - την - ανατίμηση!
Το ότι τίποτα δεν σου χαρίζουν το ξέρει κάθε εργάτης, κάθε εργάτρια. Τι σημαίνει αυτό; Ότι προετοιμάζεσαι για να τραβήξεις το σπαθί... Για να μπορείς να το τραβήξεις χωρίς να τρέμουν χέρια, πόδια, μυαλό και καρδιά. Προετοιμάζεσαι σωστά και κατάλληλα σήμερα και αύριο μόνο αν καίγεσαι απ’ την ανάγκη να πολεμήσεις το γρηγορότερο.
Οπότε, η ερώτηση εάν “γίνονται τέτοια πράγματα - όπως η ανατίμησή μας σαν εργατών - τέτοιους ζοφερούς καιρούς” έχει την εξής διπλή απάντηση.
Α: Ασφαλώς και γίνονται, ασφαλώς και μπορούν να ξεκινήσουν ΧΤΕΣ, μέσα στο ζόφο, εάν ΕΜΕΙΣ αρχίσουμε να σκεφτόμαστε εντελώς διαφορετικά απ’ ότι ως τώρα (όχι μίζερα, όχι συμβιβασμένα, όχι με εύκολα κλισέ και έτοιμες “λύσεις”, όχι μικροαστικά, όχι σα “μαγεμένοι βάτραχοι”...) κι αν ΕΜΕΙΣ αρχίσουμε να μιλάμε μόνοι μας, σαν εργάτες, σαν προλετάριοι, άσχετα από δουλειά, ηλικία, φύλο, θρησκεία ή εθνικότητα, και χωρίς κομματικούς, συνδικαλιστικούς ή μηντιακούς “ελευθερωτές” στο σβέρκο μας. Και:
Β: Ασφαλώς και γίνονται, αν ξεφορτωθούμε το δηλητηριώδες παραμύθι που λέει “ή πετυχαίνεις αύριο - ή τέλος”.... “ο σώζων εαυτόν σωθήτω”. Όχι!!! Την αξιοπρέπεια δεν την παραγγέλνεις να στη φέρουν delivery στην πόρτα σου, ούτε την βρίσκεις κάνοντας downloading στο ίντερνετ!!! Όχι!!! Την αξιοπρέπεια δεν την ψωνίζεις με πιστωτική, ούτε την πετάς σαν εξυπνάδα στην παρέα, σε στυλ “πες το κι έγινε” ή “ωραία ατάκα”. Όχι!!! Από ένα σημείο και μετά θα φτύσουμε αίμα για να ανατιμηθούμε σαν εργάτες· και πρέπει να έχουμε φτιάξει λοιπόν όλα τα απαραίτητα εφόδια που εμείς οι ίδιοι μπορούμε να δημιουργήσουμε μεταξύ μας για να στεκόμαστε και να προχωράμε όρθιοι.
ΕΤΣΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ “ΑΥΤΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ”!! Δεν γίνονται ούτε μ’ ευχές, ούτε με προσευχές, ούτε με μαγείες. Γίνονται από ανθρώπους που έχουν κότσια, υπομονή, καθαρό μυαλό, αποφασιστικότητα.
Είναι εύκολο να πει ο καθένας “μπαααα, δεν είμαι για τέτοια... κάντε το εσείς”. Αυτή δεν είναι η πιο εύκολη σκέψη; Αυτή είναι... Μόνο που οι καιροί είναι τόσο σκληροί, και θα γίνουν τόσο σκληρότεροι ακόμα, που κανένας ηττοπαθής ή δειλός δεν θα γλυτώσει!
Όχι ότι δεν έχει ο καθένας μας τους φόβους του. Τους έχει - πως αλλιώς;
Αλλά γι’ αυτό έχουμε (ακόμα!) κεφάλι πάνω στους ώμους μας και καρδιά μέσα στο στήθος... κι όχι μια οθόνη εδώ και μια σακούλα super market εκεί. Γι’ αυτό: για να πολεμάμε τους φόβους μας.
Αν δεν είμαστε άξιοι γι’ αυτό, τότε...
Sarajevo - Βιβλιοθήκη
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες