Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2016

ΚΙΦΤΕΔΕΙΣ ΜΙ ΖΜΙ

ΚΙΦΤΕΔΕΙΣ ΜΙ ΖΜΙ
Σημερα τελειωσε νωρις απο τ’αμπελι, βγηκε στην δημοσια και τραβηξε κατα την πολη κοιταζονταν καπου –καπου προς τα πισω μην περασει κανενας χριστιανος με μεσον και την μεταφερει. Ηταν δεν ηταν κοντα στα τρια χιλιομετρα το αμπελακι της απο τα πρωτα σπιτια της πολης. Καθε μερα χαραυγη ξεκινουσε με τα ποδια και σε ενα καλαθι τα απαραιτητα για να παει στ’αμπελι. Ειχε να θρεψει τεσσερα ανηλικα παιδια. Απο τοτε που ειχε μεινει χηρα ειχε να παλεψει με τ’αμπελι , τα τεσσερα ανηλικα παιδια και τα βλεμματα των περιεργων. Για καλη της τυχη ακουσε πισω της τον χτυπο των ποδιων του αλογου και τον μεταλικο θορυβο απο τις τεραστιες ροδες της σουστας. Εκανε λιγο στην ακρη του δρομου διπλα στο χαντακι και περιμενε την σουστα να πλησιασει . Αναγνωρισε το καλοσυνατο προσωπο του κυρ Φωτη. Τελειωσες χηρα ; ειπε γελωντας ο κυρ Φωτης. Να Θα περασω και απο τον Σπυρο στο παζαρουλι να παρω μια οκα κιμα γι'αυτο ειπα να τελειωσω σημερις νουρις. Δεν εχω τιποτα να φανε τα ερμα , απαντησε η χηρα. Ανεβα πανω χηρα ειπε ο κυρ Φωτης και τραβηξε τα γκεμια. Σηκωσε το φορεμα και εβαλε το ποδι της στην σχαρα ,πιαστηκε απο την σουστα και τραβηχτηκε επανω.καθησε πισω στην σουστα .Δεν ηθελε να καθισει μπροστα με τον κυρ-Φωτη. Ηξερε το τι κουτσομπολιο επεφτε. Ευχαριστησε τον αμαξα και κατεβηκε λιγο μετα απο την γεφυρα, πηρε τον δρομο προς τα αλμπανικα. Περασε κρατοντας σφιχτα το καλαθι και διεσχισε τον δρομο που ηταν γεματος,αχυρα,κοπριες ζωων ,μυρουδιες μεταλου και σταυλου. Δεν κοιταξε ουτε δεξια ουτε αριστερα ηξερε οτι αρκετα ματια την παρακολουθουσαν στο καθε βημα που εκανε. Περασε απο την κεντρικη πλατεια και πηγε προς την πλευρα της πισω μικρης πλατειας που ηταν τα κρεοπωλεια και τα μπακαλικα. Καλησπερα χηρα την χαιρετισε ο Σπυρος. Καλος φιλος του συγχωρεμενου αντρα της. Γεια σου Σπυρο ειπε η χηρα, μια οκα κιμα , βαλε μου και κανενα κοκαλο αν εχει να κανω αυριο μια σουπα. Πηρε το κρεας , εβγαλε το μαντηλι της,ελυσε το κομποδεμα και εψαξε αναμεσα στις δεκαρες , εικοσαρες ,πενηνταρακια και δραχμες να βρει το ποσο που χρειαζονταν. Πληρωσε, χαιρετησε τον Κρεοπωλη και τραβηξε γρηγορα για το σπιτι. Περνοντας απο τον Αη- Γιωργη αναψε ενα κερι για τα πεθαμενα της , χαιρετησε την ομοιοπαθουσα μαναβισα χηρα και πηρε τον δρομο για το σπιτι της. Το σουρουπο ειχε πλεον πεσει πανω στην πολη. Ανοιξε την ξυλινη αυλοπορτα και μπηκε στην αυλη που ηταν στρωμενη με μεγαλες λευκες πετρες. Αφησε γρηγορα τα πραματα,τραβηξε ενα κουβα νερο απο το πηγαδι . Πλυθηκε στα γρηγορα και τραβηξε στο πισω μερος του σπιτιου που ηταν το κουζινακι της. Η νυχτα αρχισε να διαγραφεται ελαφρα ριχνοντας πρωταρχικα το γκριζο της σεντονι. Αναψε την λαμπα πετρελαιου και την κρεμασε διπλα στην γκαζιερα. Εβγαλε τον κιμα και τον εριξε σε μια αλουμινενια θεοστραβη απο τα χτυπηματα αλλα πεντακαθαρη λεκανη . Καθαρισε και ετριψε στον τριφτη δυο κρεμμυδια. Μουσκεψε καλα ενα κομματι παλιο λευκο ψωμι το εστιψε μεσα στις σκληρες χουφτες της . Ηξερε απο την μανα της οτι το αρκετο κρεμμυδι και το λευκο πολυτελειας ψωμι κανουν αφρατους κεφτεδες. Βγηκε στην αυλη εκει αναμεσα στις τριανταφυλιες ειχε φυτεμενο δυοσμο εκοψε δυο ματσο τα επλυνε,τα εκοψε και τα προσθεσε στον κιμα. Ανοιξε το φαναρι που ηταν κρεμασμενο απο την γριντια και εβγαλε δυο αβγα. Τα εριξε και αυτα, αλατοπιπερωσε και αρχισε να ζυμωνει το μιγμα . Επλασε τους κεφτεδες και τους εβαλε στο πιατο με τ’αλευρι .Τους αφησε να τραβηξουν με την υγρασια τους λιγο παραπανω αλευρι μεχρι να αναψει τη γκαζιερα. Εβαλε το τηγανι στην φωτια και εριξε το λαδι. Ανεβασε λιγο το φιτιλι της λαμπας γιατι το σκοταδι αρχισε να γινεται πιο πηχτο. Εριξε τους πρωτους κεφτεδες ,τους μετρησε, επτα ειπε. Γυρισε με την πλατη στο τηγανι για να πλυνει τρεις –τεσσερεις ντοματες,ενα αγγουρι και δυο πιπεριες κατσικια (κερατα) που ειχε φερει απο τ’αμπελι.Το καλο με τ’αμπελι δεν ηταν μονο οτι ειχε φυτεμενη την αμπελο.Ειχε αρκετα οπωροφορα δεντρα και ενα μικρο μπαξε. Απο αυτο ζουσε την οικογενεια της αλλα και απο τα ξενοδουλεματα σε αλλα κτηματα. Γυρισε προς το τηγανι και αλλαξε πλευρο στους κεφτεδες να τηγανιστουν και απο την αλλη πλευρα και ξαναγυρισε στην σαλατα. Οταν θεωρησε οτι ηταν η ωρα να τους βγαλει πλησιασε το τηγανι και με δυο πηρουνια εβγαλε τους κεφτεδες. Εριξε την επομενη τηγανια. Κατι την εκανε να τους ξαναμετρησει γιατι ειδε σαν να ειναι κατι τις λιγοτεροι. Τους εβγαλε εξι. Μα ειπε,εγω ειχα βαλει επτα. Μετρησε και την δευτερη τηγανια, αλλους επτα ειδε να περνουν το καφετι τους χρωμα στο λαδι. Γυριξε να ριξει την τελευταια πινελια στην ντοματοσαλατα , ετριψε λιγη ριγανη ,την εβρεξε με ελαιολαδο,κανα δυο σταγονες κρασοξυδο να δυναμωσει την οξυτητα της ντοματας και μια χουφτα ελιες θασου. Κοκαλωσε οταν ειδε μεσα στο μισοσκοταδο εναν κεφτε να ανεβαινει απο το τηγανι προς τα πανω. Ειχε σχεδον φτασει στο ταβανι. Σταυροκοπηθηκε, Αη Νικολα’μ, ψελισε για βοηθεια στον γειτονα Αγιο κι ενιωσε τα ποδια της να λυγιζουν,βρηκε την δυναμη και φωναζοντας βγηκε τρεχοντας απο το κουζινακι αφηνοντας τους αλλους στο ελεος του λαδιου. Στην εξωπορτα συναντησε την απεναντι γειτονισα που ερχοταν για βιζιτα στην χηρα. Τελικα σωθηκε η τελευταια τηγανια χαρη στην ψυχραιμια της γειτονισσας ,και στα γελια του γυιου της που ηρθε τρεχοντας,μπουκωμενος με το καυτο κεφτε και την εξομολογηση της μεγαλυτερης κορης οτι ναι ηταν αληθεια ο κεφτες δεν πετουσε.Ουτε ηταν φαντασματα ουτε καποιος Αγιος που βρεθηκε στο μικρο κουζινακι της χηρας. Ο μικρος γυιος λοιπον ευρηματικος ειχε ανοιξει μια τρυπα στα τσιγκια (λαμαρινες) της οροφης και ξαπλωμενος με ενα σκληρο ακαμπτο συρμα τρυπουσε τους κεφτεδες και τους τραβουσε στην οροφη. Το κυνηγητο δεν κρατησε πολυ, γελασε και αυτην με το παθημα της, και την εξυπναδα του γυιου της . Με τη λαχαταρα που πηρε της ανοιξε περισσοτερο η ορεξη. Ξαναγυρνοντας στο κουζινακι ετριψε δυο κατακοκινες τοματες να κανει δυο κεφτεδες για τη αφεντια της οπως αρεσαν στο μακαριτη και σ’αυτην . Κιφτεδεις μι ζμι επιασε τον ευατο της να παραμιλα .Τους αλλους του συνοδευσε για τα παιδια με ενα μερος της σαλατας και με γιαουρτακι προβειο .

Η ιστορια ειναι αληθινη.
Με τους κεφετεδες μεγαλωσαν γενιες και γενιες.
Φοριουνται βεβαια σε ολα τα μηκη και πλατη της γης με διαφορες παρασκευες αναλογα στην κουλτουρα , παραδοση, εφευρηματικοτητα των μαγειρων και μαγειρισων. Γινονται με μοσχαρισιο , χοιρινο, αρνισιο,βουβαλισιο κρεας . Κρεας πουλερικων,κυνηγιων αλλα και μικτων κιμαδων. Αρωματιζονται με οτι μπορειτε να φανταστειτε . Η καθε περιοχη εχει και τα δικα του αρωματικα,μπαχαρικα και μυρωδικα πρωτυπα
Με λιγα λογια ο θεος και η ψυχη τους. Εμενα μ’αρεσουν οσο πιο απλοι γινεται. Οπως τους εχω φαει απο την μανα μου και απο τις γιαγιαδες μου. Με μοσχαρισιο κιμα η’ εστω με λιγο ,πολυ λιγο χοιρινο. Με κρεας μοσχαρισιο λοιπον με τα δικα του λιπαρα , αρκετο ξερο φρεσκοτριμμενο κρεμμυδι , λευκο παλιο μουσκεμενο ψωμι, και αυγο. Τους αρωματιζω με φρεσκο δυοσμο. Η αν βρισκω φρεσκια ριγανη πλατυφυλλη (οχι ξερη). Μ’αρεσει να τους συνοδεψω με καλοκαιρινη χωριατικη νταματοσαλατα ελαφρα τονισμενη με σπιτικο κρασοξυδο. Γιαουρτη προβειο η’ αγελαδινο , οχι στραγγιστο (μου θυμιζει ασβεστη) η’ με ενα ποτηρι δροσιστικο ξυνογαλο αραιομενο με νερο,τονισμενο με φυλλαρακια φρεσκου δυοσμου η΄ φρεσκιας μεντας (πρωτοξαδερφα ειναι ετσι κι αλλιως).

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ.

Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες