Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Οι ληστές των Χασίων

H Περίοδος των Ληστών


Λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση του 1912 και μέχρι και το 1925 περίπου, παρουσιάζεται στην περιοχή μια καινούργια δυσάρεστη κατάσταση, που απασχόλησε και ταλαιπώρησε πολύ αυτόν τον ορεινό τόπο. Ήταν η περίοδος των ληστών που τράβηξε περισσότερο από μια 10ετία.
Ο λόγος δε γίνεται για τους ληστές και τις δραστηριότη¬τες τους. Για τους θρύλους ή τα εγκλήματα τους, την ιστορία τους ή τα μυθεύματα που έπλασαν διάφοροι σεναριογράφοι. Ο λόγος γίνεται για την ταυτότητα μιας περιόδου αρκετά μεγάλης διάρκειας που επηρέαζε την προσωπική και την κοινωνική ζωή του κόσμου μιας εκτεταμένης γεωγραφικής περιοχής από τα Χάσια μέχρι και τα Πιερία και απασχόλησε στα σοβαρά ολόκληρη την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος.

http://www.katakali.net


Κατά την περίοδο αυτή είχε καταντήσει το πράγμα, να αποτελούν οι ληστές μια κατάσταση και να ασκούν στους ορεινούς πληθυσμούς μια μορφή εξουσίας, με δικούς τους κανόνες δικαίου. Εξουσίας που έβανε όρους και κανόνες συμπεριφοράς στους κατοίκους και απαιτούσε υπακοή και συμμόρφωση και προέβλεπε αυστηρές ποινές για τους παραβάτες. Μετρημένες ήταν οι ποινές, χωρίς μεγάλη διαβάθμιση. Εξαναγκασμός σε αυτοεξορία ή φόνος. Μικρό ή μεγάλο ήταν το λάθος σου απέναντι τους η ποινή ήταν σκληρή. Και από την ώρα που το αποφάσιζαν τίποτα δεν μπορούσε να σε γλιτώσει. Όσο κι' αν φυλάγονταν ο φταίχτης, όσο κι' αν κρύβονταν, κάπου σε κάποιο μονοπάτι θα τον έβρισκε το κακό.
Από την άλλη μεριά η επίσημη του κράτους εξουσία, που μόλις είχε κάνει την παρουσία της στον τόπο αυτό, απαιτούσε με αυστηρότητα την υποταγή των πληθυσμών στην έννομη τάξη. Μεταξύ άλλων απαγόρευε στους χωρικούς να έρχονται σε επαφή με τους ληστές. Ποιος όμως μπορούσε να εμποδίσει τους ληστές να έρχονται σε επαφή με τους χωρικούς; Κι' ακόμα ζητούσαν από τους χωρικούς να αναφέρουν οτιδήποτε έπεφτε στην αντίληψη τους που αφορά τους ληστές και να το καταδίδουν, ενώ από την πλευρά των ληστών υπήρχε πέρα για πέρα ξεκάθαρη η προει¬δοποίηση, όποιος τολμούσε να καταδώσει το παραμικρό υπέγραφε την καταδίκη του χωρίς καμιά διαδικασία. Κι' εφάρμοζαν απόλυτα αυτή την προειδοποίηση οι ληστές χωρίς κανένα οίκτο και καμιά αναστολή.
Εδώ, η απαίτηση των επισήμων αρχών ήταν παρατραβηγμένη. Ήθελαν από τους χωρικούς πράγματα πολύ δύσκολα και απροσπέραστα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, απαιτούσαν από τους βασανισμένους ξωμάχους, να αγνοήσουν τη σαφή και σίγουρη απειλή των ληστών και στο όνομα της επιδιωκόμενης τάξης να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλον σα σφαχτάρια, για να ευκολύνουν δήθεν το έργο της διοικητικής αρχής η οποία, επί τέλους δεν τους παρείχε την παραμικρή εγγύηση για την ασφάλεια και τη ζωή τους και τη ζωή των παιδιών τους.
Τα αποσπάσματα χωροφυλακής δεν κυνηγούσαν απ' ευθείας τους ληστές, αλλά ήθελαν δια μέσου των χωρικών να απλουστεύσουν το έργο τους. Καθιστούσαν κατά κά¬ποιον τρόπο υπεύθυνους τους χωρικούς για τη δράση των ληστών. Τους εξανάγκαζαν να κυνηγήσουν και να εξοντώσουν αυτοί τους ληστές ή το λιγότερο να βρουν διάφορους δόλιους τρόπους και να τους παραδώσουν έτοιμους αν ήταν δυνατόν στα αποσπάσματα. Και η απαίτηση αυτή και ο εξαναγκασμός στην πρακτική τους εφαρμογή έπαιρναν τη μορφή ασύγγνωστης σκληρότητας.
Η συμπεριφορά των αποσπασμάτων κατά την αναζήτηση των ληστών και οι τρόποι και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν στο ανακριτικό τους έργο ήταν ασυγχώρητης αγριότητας. Το πρώτο και κυρίαρχο μέτρο ήταν ο μέχρις αιμόπτυσης και λιποθυμιάς ξυλοδαρμός. Η μέθοδος της φάλαγγας ήταν η πιο συνήθης. Σφάδαζαν και ούρλιαζαν οι ανακρινόμενοι, αλλά οι ανακριτές χτυπούσαν ανελέητα και άντεχε η ψυχή τους μέχρι να δουν το θύμα τους σε ημιθανή κατάσταση.
Κατά τον ίδιο τρόπο γινόταν και ο λεγόμενος φρονηματισμός των κατοίκων όταν κατηγορούνταν για κάποιο, οποιοδήποτε παράπτωμα ή λάθος τους.
Έτσι οι χωριάτες βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο σκληρούς δυνάστες, που ήξεραν μόνο να δέρνουν και να τιμωρούν. Πνοή φόβου και τρόμου των λιάπηδων κατέβαινε απ' τις βουνοκορφές προς τα χωριά, ίδια πνοή φόβου ανέβαινε από τα Σέρβια στα χωριά κι' αντάμωναν εκεί οι δυο τρομακτικές πνοές κι' άπλωναν και γέμιζαν τα σπίτια και τις ψυχές των χωρικών από τους γέρους ως τα νήπια.

Μέσα σ' αυτό το κλίμα ανασφάλειας και αμφοτέρωθεν κινδύνων έζησαν για χρόνια οι ορεσίβιοι αυτοί πληθυσμοί και η καθημερινή κουβέντα σε κάθε σπίτι ήταν η αναφορά στα ίδια πάντα γεγονότα των κλεφτών και της παγάνας. Ποιόν πήραν σκλάβο και ποιόν χάλασαν οι ληστές, ποιους έδειραν και ποιους πήραν για εξορία τα αποσπάσματα ήταν ή καθημερινή συζήτηση των χωρικών και τα μικρά παιδιά αφουγκράζονταν και γέμιζε η ψυχή τους από αγωνία και φόβο, καθώς μάλιστα δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που σαν όμηροι χρησιμοποιούνταν τα παιδιά.
Για όλη αυτή τη θλιβερή κατάσταση δεν ήταν άμοιρο το κράτος. Δεν είναι σίγουρο αν αυτοί που στάλθηκαν εδώ για να πλαισιώσουν τις τοπικές αρχές κατάλαβαν τι ήρθαν να κάνουν. Δεν ήρθαν σαν ελευθερωτές, αλλά σαν εκπορθητές και εξουσιαστές. Δεν έφερναν μαζί τους κάποια ζεστή πνοή του νότου, που τόσο την περίμεναν οι ως τότε σκλαβωμένοι. Δεν έφεραν μαζί τους κάποια αισθήματα αγάπης και χαράς. Αντί να απλώσουν στους χωρικούς το χέρι για εγκάρδια χειραψία, τους πρόταξαν το πυροβόλο όπλο της απειλής και του τρόμου. Αντί ν' ανοίξουν τα χέρια για να αγκαλιαστούν όπως χαμένοι αδερφοί που ανταμώνουν ύστερα από μεγάλο χωρισμό και να δακρύσουν από συγκίνηση χαράς, άπλωσαν για δαρμό και για πνιγμό τα χέρια τους, κι' έτρεξε δάκρυ πίκρας και θλίψης. Μόλις που πήγαν να σηκώσουν το κεφάλι τους οι μέχρι χθες ραγιάδες και ν' ανασάνουν πια ελεύθερα, πάλι ραγιάδες τους ήθελε η νέα εξουσία και πάλι με σκυμμένο το κεφάλι.
Αλλιώς το περίμεναν το "ελληνικό" οι έρμοι κι' αλλιώς τους ήρθε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι συμβαίνει κι' αναρωτιόνταν μήπως και επρόκειτο για κάποιο λάθος.
Έφερε ο Βενιζέλος (έτσι τόλεγαν) στην περιοχή μας τους Κρητικούς χωροφύλακες, αγράμματους κι' απαίδευτους, τους έζωσε τ' άρματα και τα κουμπούρια και τους ξαμόλυσε στα χωριά και στην ύπαιθρο αδέσποτους να επιβάλουν, λέει, την τάξη και το Νόμο. Κι' άρχισαν το κυνηγητό και τους ξυλοδαρμούς κι' άλλες πολλές ασχήμιες και βιαιότητες.

Στην περιοχή, υπήρχε πράγματι σε κάποια έξαρση η πράξη της ζωοκλοπής. Κτηνοτροφικός ήταν ο τόπος, εκατοντάδες τα κοπάδια, εκατοντάδες χιλιάδες τα γιδοπρόβατα, γινόταν και ζωοκλοπές που ήταν κι' αυτό κατάλοιπο της τουρκοκρατίας. Όχι όμως σε τέτοια έξαρση ώστε να προκαλείται ιδιαίτερη ανησυχία στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Μια κακή συνήθεια μάλλον που έπρεπε να κατασταλεί, αλλά διαλέχτηκε ο χειρότερος τρόπος για την καταστολή. Η βία, η αγριότητα, η απειλή, ο ξυλοδαρμός, η διαπόμπευση με όλες τις δυσάρεστες προεκτάσεις.
Ανατέθηκε από τις Αστυνομικές Αρχές σε ορισμένα άτομα του κάθε χωριού, όπως αγροφύλακες κ.λ.π. η εντολή και υποχρέωση να ειδοποιούν την Αστυνομία αμέσως μόλις γινόταν ή ακουγόταν κάποια ζωοκλοπή ή παράνομη πράξη. Πράγματι στις πρώτες κι' άλας περιπτώσεις ζωοκλοπών ή αταξιών ειδοποιήθηκε η Αστυνομία. Σε κάθε τέτοια περίπτωση όμως έβγαινε στο χωριό το απόσπασμα σε αναζήτηση του ενόχου. Αλίμονο και τρισαλίμονο ο' όποιον τυχόν στρέφονταν οι υπόνοιες της κλοπής. Άρχιζε το ανακριτικό έργο, ή τιμωρία και ο παραδειγματισμός με ανελέητο ξυλοδαρμό και όλες τις σκληρότητες.

Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση, μερικά παιδιά που είχαν την ατυχία να δοκιμάσουν αυτή την ανάκριση, είτε από φόβο μη ξανακατηγορηθούν, είτε από αίσθημα εκδίκησης, είτε από πληγωμένο εγωισμό, δεν άντεξαν και τράβη¬ξαν προς το βουνό, όπως γινόταν και στα χρόνια της τουρκιάς. Αυτό συνέβη σίγουρα με το Γιαγκούλα. Καταγγέλθηκε κάποια ζωοκλοπή που έγινε στο χωριό Πολύρραχο. Ήρθαν οι χωροφύλακες, η υπόνοια έπεσε στι Φώτη και ακολούθησε η γνωστή ανακριτική διαδικασία. Αυτό επαναλήφθηκε για δεύτερη φορά κι' όταν ύστερα από λίγο καιρό ακούστηκε πάλι ότι χάθηκε κάποιο μελίσσι, ο Φώτης δεν περίμενε ξανά τους χωροφύλακες. Άρπαξε ένα γκρα και ανηφόρισε προς το βουνό. Μάταια ο Δημονικόλας, όπου ήταν μπιστικός, παρακαλούσε να γυρίσει. Ο δεκαεξάχρονος τότε Φώτης δεν άκουγε τίποτα. Ηξερε πως σε λίγο θα τον αναζητούσαν οι χωροφύλακες. Και πράγματι ήρθαν και τον αναζήτησαν και θα τον αναζητούσαν από κει και πέρα για 10 περίπου χρόνια σε βουνά και σε λαγκάδια ως πότε σκοτώθηκε στον Όλυμπο. Μέσα σ' αυτά τα 10 χρόνια όμως η περιοχή ολόκληρη συνταρά¬χθηκε. Ληστείες και χαράτσια και φονικά κι' άλλα κακά και τιμωρίες και εκτοπισμοί κι' όλες οι βιαιότητες κρατούσαν την περιοχή σε αναστάτωση. Οι ομηρίες και οι σκοτωμοί όλο και πλήθαιναν. Έδερνε ο αποσπασματάρχης Αποστόλου κι' έβριζε το Γιαγκούλα και φοβέριζε, ώσπου ο δεύτερος τον σκότωσε στην Τσαπουρνιά κι' αφόπλισε τους άντρες του. Κι' όταν ακούστηκε αυτό, ποιος από κει και πέρα να κουβεντιάσει άσχημα για το Γιαγκούλα; Ποιος μπορούσε να κρυφτεί και να γλιτώσει όταν δε γλίτωσε ο γενικός αρχηγός των αστυνομικών αποσπασμάτων που είχαν αναλάβει την φύλαξη του τόπου; Όταν ακούστηκε αυτό η σκιά του λήσταρχου γιγάντωσε και καθυπόταξε ολόκληρο το χώρο. Κι' άλλα πολλά κακά συνέβηκαν κι' οι συγγενείς και οι φίλοι του πήγαν εξορία σε μάκρυνα νησιά και πολύς κόσμος βασανίστηκε, καθώς μάλιστα και η συμπερι¬φορά των αποσπασμάτων σκλήρυνε περισσότερο.
Κάπως έτσι συνέβη μάλλον και με τα άλλα παιδιά και έχουμε στην περίοδο αυτή μια ομάδα ληστών με Γιαγκούλα, Μπαμπάνη, Γκαντάρα, Μπλαντέμη, Κατσέλη, Κάλτσα και άλλους που έδρασαν στην περιοχή αυτή για πολλά χρόνια και έβαλαν τον τόπο σε οδυνηρές περιπέτειες και δοκιμασίες.
Οργανωμένα αποσπάσματα με επικεφαλείς αξιωματικούς βρισκόταν συνέχεια στην ύπαιθρο αναζητώντας τους ληστές και ζητούσαν από τους βοσκούς να τους μαρτυρηθούν που βρισκόταν, λες και είχαν οι ληστές μόνιμη κατοικία. Κι' αφού δε μαρτυρούσαν άρχιζε η ανάκριση και ο εξαναγκασμός με το γνωστό τρόπο.
Ο Βαγγέλης ο Γεωργακόπουλος και ο Θανάσης Μουσαφειρόπουλος, από το Πολύρραχο, δεκαεξάχρονα Παιδιά τότε, από μια τέτοια ανάκριση βγήκαν σακατεμένοι. Για καιρό πέρασαν τυλιγμένοι στις προβιές για να συνέλθουν κι' ακόμα ως τα γεράματα είχαν μια ευαισθησία στις Άλαγες του καιρού.
Οι χωρικοί δεν έβλεπαν καμιά διαφορά στη νοοτροπία, και στους σκοπούς μεταξύ χωροφυλάκων και ληστών. Σκότωναν οι μεν, μισοσκότωναν οι δε. Λεηλατούσαν οι μεν χειρότερα οι άλλοι. Σφαχτά, ψητά και λύτρα οι ληστές, σφαχτά κότες και πίτες και δώρα οι χωροφύλακες. Τα είχαν χάσει και τα είχαν μπερδέψει οι χωριάτες και δε μπορούσαν να διακρίνουν ποιο ήταν το κράτος και ποια η ανταρσία. Είχε καταντήσει να θεωρούν ολόκληροι πληθυσμοί για πιο ενάρετους και πιο συνεπείς τους ληστές από τα όργανα της τάξης.

Και ήταν και το επίσημο κράτος με τα αψυχολόγητα, άδικα και ανήθικα μέτρα της εξορίας και του εξοντωμού. Υποτιθέμενοι φίλοι των ληστών και συγγενείς μέχρι και του 4ου βαθμού, άνδρες και γυναίκες εκτοπίζονταν και στέλνονταν σε μάκρυνα νησιά, για να εξαναγκάσουν τους ληστές να παραδοθούν, λες και οι ληστές ήταν κατηχητόπουλα και θα συγκινούνταν από τις περιπέτειες των συγγενών. Η παπαδιά του Παπαδημήτρη στο Πολύρραχο, πρωταξαδέρφη του Γιαγκούλα, μάνα με 8 παιδιά, ειδοποιήθηκε για εξορία. Ο Παπαδημήτρης τόβαλε στις παρακλήσεις και στις προσευχές και πάνω που έκανε μια παράκληση, λαβώθηκε ο Γιαγκούλας και πιάστηκε και γλίτωσε η παπαδιά. Όταν απέδρασε όμως ο Φώτης κι' έμαθε για τις παρακλήσεις του παπά, δε λογάριασε ούτε παπά ούτε εξαδέρφη. Με την επέμβαση και παρακλήσεις της μάνας του περιορίστηκε στην ελαφρότερη ποινή, τους εξανάγκασε σε οικογενειακή αυτοεξορία. Για μήνες αναγκάστηκαν να βρίσκονται εξόριστοι στα Σέρβια με την πολυμελή οικογένεια ώσπου να του περάσει και να επιτρέψει την επιστροφή.


Κάποτε, ύστερα από επικηρύξεις των ληστών με μεγάλα ποσά και πρόσθετα μέτρα εξοντώθηκαν ο ένας μετά τον άλλον οι ληστές, μερικοί μάλιστα και παραδόθηκαν με μέ¬τρα αμνηστίας και η οδυνηρή αυτή περίοδος τελείωσε και ελεύθερα πλέον τα παιδιά χωρίς φόβο μπορούσαν να παίζουν και οι μεγάλοι να ασχολούνται με τις δουλειές τους στην ύπαιθρο και να κοιμούνται από κει και πέρα στα σπί¬τια τους χωρίς το φόβο του ξαφνικού και όλα τα οδυνηρά και τα δυσάρεστα πέρασαν στο χώρο των αναμνήσεων...

Οι ληστές των Χασίων




Το φαινόμενο της ληστείας, που ταλαιπώρησε την περιοχή μας το πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα, είναι σήμερα σαν διήγηση συναρπαστικό. Η εποχή που έδρασαν οι ληστές, είναι η μεταβατική. H εποχή της παρακμής της Τουρκικής επικράτειας στην περιοχή μας στις αρχές του περασμένου αιώνα, και στη συνέχεια η εποχή που μετά τους πολέμους του 1912-13, το Ελληνικό κράτος προσπαθεί και εδώ να οργανωθεί. Πολλοί οι μελετητές, που προσπάθησαν να καταγράψουν και να αναλύσουν το φαινόμενο αυτό.

«Οι πολιτικές αναταραχές δεν ήταν ο μόνος παράγοντας που καθόρισε το ληστοτροφικό χαρακτήρα της περιοχής μας. Ουσιαστικό ρόλο έπαιξε και η βαθειά ριζωμένη παράδοση του κλεφταρματολισμού, στο πλαίσιο της οποίας η προσφυγή στην άτακτη ένοπλη βία ήταν μια θεμιτή λύση. Οι συνθήκες γενικής ανασφάλειας και η απουσία κρατικών δομών για την υπεράσπιση των συμφερόντων του πληθυσμού ενθάρρυναν την εκδίκηση και την αυτοδικία γενικά ως τρόπο επίλυσης διαφορών. Πολλοί ληστές βγήκαν στο κλαρί με αφορμή κάποια σύγκρουση στην τοπική κοινωνία ή με το κράτος: διάπραξη εγκλήματος, αποφυγή της στρατιωτικής θητείας, μια κατηγορία για ζωοκλοπή ή απειλή από άλλους ληστές.

Στις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα, μια εναλλακτική λύση ήταν η μετανάστευση. Τόσο ο ληστής, όσο και ο μετανάστης υπολόγιζε να αντισταθμίσει τη ζημιά που θα προκαλούσε στην οικογένεια η προσωρινή απουσία του με τους πρόσθετους πόρους που θα έφερνε κατά την επιστροφή. Σε πολλές περιπτώσεις όμως η «μη φρόνιμη» λύση ήταν προτιμότερη, γιατί ο μετανάστης κινδύνευε να χάσει το κομπόδεμά του πάλι από τους ληστές.


Στη δεκαετία του 1920 αυξήθηκε το ειδικό βάρος των καθαρά οικονομικών κινήτρων. Στην περίοδο αυτή η ληστεία ήταν ένας τρόπος αντίδρασης στις ανακατατάξεις που έφερε στην τοπική κοινωνία η ενσωμάτωσή της στο έθνος κράτος, στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, ιδίως των μεταβατικών κτηνοτρόφων και στην υποβάθμιση ενός παραδοσιακού τρόπου ζωής.

Οι ληστές για να επιβιώσουν, είχαν απόλυτη ανάγκη της υποστήριξης της τοπικής κοινωνίας. Αφενός τους προμήθευε τα είδη που είχαν ανάγκη, αφετέρου σχημάτιζε ένα αποτελεσματικό δίκτυο πληροφοριών.
Απέναντι στην τοπική κοινωνία οι ληστές είχαν μια κυριαρχική ικανότητα. Πρόσεχαν όμως να μην υπερβαίνουν τα κοινωνικά αποδεκτά όρια, τουλάχιστον στην περιοχή τους. Χαράτσωναν τον καθένα ανάλογα με αυτά που είχε. Παρά το γεγονός ότι η σχέση των κατοίκων με τους ληστές στηριζόταν κυρίως στο φόβο, βασιζόταν εξίσου σε μια συναίνεση. Οι ληστές ήταν γέννημα και θρέμμα της τοπικής κοινωνίας, της οποίας συμμερίζονταν εν μέρει τις κοινωνικές αξίες, Σημαντική θέση στο σύστημα των αξιών αυτών είχαν τα ηθικά πρότυπα του κλεφταρματολισμού: η προσωπική παλικαριά, η ανδροπρέπεια, η αυτοδικία, η κλοπή και το χαράτσι ως θεμιτές πρακτικές, η περιφρόνηση προς την κρατική εξουσία, η αλληλεγγύη προς το συγγενή, η μπέσα.
Η ληστεία περιορίστηκε με τα κατασταλτικά μέτρα του Βενιζέλου. Ιδιαίτερα αποτελεσματική ήταν η χορήγηση αμνηστίας και αμοιβής στους ληστές που σκότωναν κάποιον σύντροφό τους και τα μέτρα κατά των οικογενειών τους.
Το ληστρικό κύκλωμα όμως διαπότιζε ολόκληρη την τοπική κοινωνία, με την οποία συνδεόταν με ποικίλους τρόπους. Σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες, περιλάμβανε κι άλλες τρεις κατηγορίες. Κατ’ αρχάς οι «μυστικοί» ή «πολιτικάντηδες» κλέφτες, οι οποίοι δεν έκλεβαν οι ίδιοι αλλά προστάτευαν ληστές ή οργάνωναν εκ του ασφαλούς ληστείες ή μεγάλες επιχειρήσεις ζωοκλοπής, παίρνοντας συχνά και μερίδιο της λείας. Συνήθως είχαν σημαντική θέση στο χωριό τους και καλές σχέσεις με την αστυνομία. Κατά δεύτερο λόγο υπήρχε μια πολυπληθής ομάδα περιστασιακών κλεφτών ή «νυκτοληστών», οι οποίοι συμμετείχαν μόνο περιστασιακά σε μεγάλες επιχειρήσεις. Τρίτον, μέρος του κυκλώματος ήταν και οι χωροφύλακες στο διπλό τους ρόλο ως διώκτες και συνεργάτες ληστών.
Σε κοινωνίες στις οποίες η κεντρική εξουσία δεν είναι ισχυρή, οι ένοπλες «παρακοινωνικές ομάδες» αναλαμβάνουν συχνά το ρόλο «πολιτικών διαμεσολαβητών» ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και την τοπική κοινωνία. Ο πολιτικός ρόλος τους στηρίζεται τόσο στην κυριαρχική τους ικανότητα, με βάση την οπλική δύναμη, όσο και στους πολλαπλούς συγγενικούς και πελατειακούς δεσμούς που τους συνδέουν με την τοπική κοινωνία. Οι δεσμοί αυτοί, η αποδοχή των λαϊκών αξιών και η σύγκρουση με την κεντρική εξουσία τους εξασφαλίζει αρχικά μια λαϊκή νομιμότητα.
»1 «Οι ληστές ήταν άνθρωποι αναρχικοί φυγόδικοι και για να αποφύγουν τις συνέπειες του Νόμου έπαιρναν τα όπλα και βγαίνανε στα βουνά όπου στήναν τα λημέρια τους και ζούσαν με ληστείες και χαράτσι , σε βάρος των κατοίκων των ορεινών περιοχών και των κτηνοτρόφων, που αφθονούσαν στα βουνά την εποχή εκείνη.
Απ΄ αυτούς υπήρχαν δύο κατηγορίες ληστές. Αυτοί που φυγοδικούσαν επειδή έπραξαν εγκλήματα για λόγους τιμής, κι απ’ εκείνους που δημιουργούσαν σκοπίμως κάποιο μικρό έγκλημα, να βρούν αφορμή να πιάσουν το κλαρί και να ζήσουν εις βάρος των άλλων, με ληστείες και χαράτσια.
Οι πρώτοι καίτοι αναρχικοί, θεωρούνταν κλέφτες καλοί, διότι το μη χείρον βέλτιστον, οι άλλοι θεωρούνταν κλέφτες κακοί, διότι είχαν καταντήσει η μάστιγα της περιοχής. Ζητούσαν βαρύ χαράτσι, ατίμαζαν γυναίκες και κακοποιούσαν όσους αντιστέκονταν στα παράνομα θελήματά τους. Ενώ οι πρώτοι, οι θεωρούμενοι καλοί κλέφτες έβαζαν κι έπαιρναν λογικό χαράτσι από τους κατοίκους, έδιναν δωρεές σε αναξιοπαθούντες ανθρώπους φτωχούς, στις εκκλησίες, σε ορφανά, στα σχολεία κλπ. Επενέβαιναν και λύναν διαφορές μεταξύ των κατοίκων και έδιναν λύσεις σ’ αυτές. Επίσης έλυναν συνοριακές διαφορές των βοσκοτόπων μεταξύ κτηνοτρόφων, αγόραζαν κανένα ζευγάρι βόδια σε πολύ φτωχούς ανθρώπους, πάντρευαν με έξοδά τους και κανένα φτωχοκόριτσο ορφανό.»2
«Εκτός από την παρουσία πολλών εθνικών ομάδων, που προφανώς θα εμπόδιζαν την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού και των θεσμών του νέου κράτους και συνεπαγωγικά θα αποτελούσαν υποβοηθητικό μοχλό στην εδραίωση της ληστείας, τη δύσκολη κατάσταση επέτεινε η ανυπαρξία σύγχρονων για την εποχή οδικών κόμβων και δρόμων επικοινωνίας.
Τα αίτια της ανάπτυξης ληστρικών κυκλωμάτων σε περιοχές που συγκέντρωναν ορισμένα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και ασκούνταν συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες σχετίζονταν με την εισβολή του εθνικού-σύγχρονου κράτους στην παραδοσιακή-αγροτική κοινωνία και την ανατροπή των ισορροπιών της.
Το κράτος προκειμένου να εδραιώσει και να αναπτύξει τους δικούς του μηχανισμούς και θεσμούς επιτίθεται στις τοπικές και κοινωνικές ιεραρχίες και ενισχύει την αποδιάρθρωση του κοινωνικού παραδοσιακού καταμερισμού ρόλων και αρμοδιοτήτων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι εμβόλιμες μέθοδοι καταστολής και αναγκαστικής μετακένωσης θεσμών και μηχανισμών οδηγούν στην ανάπτυξη κι ισχυροποίηση της ληστοκρατίας, η οποία εγγράφεται στις προσπάθειες της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας να αντιδράσει στις κρατικές μεθοδεύσεις, που στόχευαν στην ένταξη της υπαίθρου στο νέο οικονομικό - πολιτικό σύστημα, συχνά με μεθόδους που προσέβαλαν την αξιοπρέπειά της.

Στο ίδιο κύμα αυταρχικότητας και προσπάθειας επιβολής των νόμων, εντασσόταν η συμπεριφορά των οργάνων της τάξης που γεννούσαν στους κατοίκους εύλογα ερωτηματικά για την αναγκαιότητά τους.
Οι σχέσεις μεταξύ πολιτικών και ληστών ήταν ανεπτυγμένες και εδραιωμένες. Η παράβαση της μπέσας, του εθιμοτυπικού κώδικα τιμής που δίνει πίστη και διάρκεια στις ανθρώπινες σχέσεις, που συνέδεε τον παράνομο ληστή με το ‘φρόνιμο’ κοινωνικά και πολιτικά ηγέτη θεωρείτο σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις προδοσία, και πιθανόν να επέσυρε την τιμωρία του ‘φρόνιμου’ από τον παράνομο ληστή.»

«Δεν βάνω χέρι να ληστέψω πτωχούς ανθρώπους, που δεν έχουν 500 τουλάχιστον λίρες και πάνω, για την οικογένεια τους και τον εαυτόν τους »
Λήσταρχος Καπετάν-Φώτης Γιαγκούλας (Ελλάδα, δεκαετία του '20)

Ομοιότητες μεταξύ των ληστών εκείνης της εποχής και των σημερινών, οιασδήποτε «μορφής», είναι μάταιο να αναζητηθούν. Πολύ δε περισσότερο, είναι αδύνατο να εντοπισθούν αντίστοιχοι κώδικες τιμής, αφού απλώς δεν υπάρχουν.
Ο Φώτης Γιαγκούλας συνήθιζε να λέει : «Οι κλέφτες θα ξοφλήσουν από τα βουνά και θα κατέβουν στις πόλεις». Προφητικά τα λόγια του: Οι πιό επικίνδυνοι λήσταρχοι, κατέβηκαν στις πόλεις, και «ντύθηκαν» πολιτικοί, τραπεζίτες, επιχειρηματίες, χρηματιστές κλπ. Εδώ ζουν, μέχρι και στις μέρες μας. Αυξάνουν τα κεφάλαιά τους, χωρίς μάλιστα να κινδυνεύουν να χάσουν τα κεφάλια τους. Και αντίθετα με τον Γιαγκούλα, αυτοί δε δίνουν φράγκο, ακόμη κι εάν τα θύματά τους είναι "πτωχοί άνθρωποι, που δεν έχουν 500 τουλάχιστον λίρες και πάνω, για την οικογένεια τους και τον εαυτόν τους". Διότι, αυτοί δεν έχουν μπέσα.

Θωμάς Γκαντάρας «Ο μαύρος λήσταρχος»



Ο λήσταρχος Θωμάς Καντάρας ( ή Γκαντάρας ) επικαλούμενος και "Μαύρος Λήσταρχος" καταγόταν από την Άκρη Ελασσόνας και έδρασε κυρίως στα Χάσια. Βγήκε «κλέφτης», στο κλαρί τον Ιούλιο του 1918 μαζί με τον σύντροφό του Γεώργιο Βελώνη, επειδή είχε λιποτακτήσει από τον Στρατό για να σκοτώσει τον τσιφλικά Θ. Μόσιου στην Βαλανίδα Ελασσόνας, επειδή αυτός είχε βιάσει τη σύζυγό του.
Λίγο αργότερα οι Καντάρας και Βελώνης πιάστηκαν και στις 21 Ιουλίου 1919 το στρατοδικείο της Λάρισας τους επέβαλε ποινή κάθειρξης 14 ετών. Στις 21 Νοεμβρίου 1921 ο Θωμάς Καντάρας δραπέτευσε από τις φυλακές της Λάρισας σκάβοντας μια τρύπα στο κελί του και βγήκε στην τουαλέτα, απ' όπου και δραπέτευσε με τον Πέτρο Γκανάτσιο και τον νεαρό Περικλή Παπαγεωργίου από το Λουτρό Ελασσόνας.
Ένα χρόνο αργότερα το κεφάλι του επικηρύχθηκε. Η επικήρυξη για το κεφάλι του Καντάρα ήταν 40.000 δρχ !!! ποσό πάρα πολύ μεγάλο για την εποχή του 1922. Ο Περικλής Παπαγεωργίου έγινε το πρωτοπαλίκαρο του στη συμμορία που συνέστησε. Ένας άλλος λήσταρχος της εποχής εκείνης, ο Φώτης Γιαγκούλας, υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Καντάρα.
Ο Θωμάς Καντάρας είχε έναν αδερφό επίσης ληστή, τον Γεώργιο Καντάρα, που σκοτώθηκε τον Φεβρουάριο του 1920 στην θέση Κουμαριά Ελασσόνας, σε σύγκρουση με καταδιωκτικά αποσπάσματα. Μαζί του χάθηκε και ο ληστής Μανάτσας.
Ο Θωμάς Καντάρας, σκοτώθηκε στην θέση Οξιά της Δεσκάτης Γρεβενών, κοντά στο Μαυρέλι, στις 5 Αυγούστου του 1923, από τον Γεώργιο Σιακαβάρα, ο οποίος συμμετείχε στο απόσπασμα που τον καταδίωκε. Το κεφάλι του Καντάρα κόπηκε, μεταφέρθηκε στο Γερακάρι και κατόπιν εκτέθηκε σε κοινή θέα στην Καλαμπάκα στις 6 Αυγούστου 1923, για παραδειγματισμό. Ύστερα από την εξόντωση του, η συμμορία του σιγά-σιγά διαλύθηκε.
Ο Θωμάς Καντάρας άφησε ορφανά ένα γιο και δυο κόρες, την Βασιλική και την Ελένη. Την Ελένη την έδωσε για υιοθεσία στην Καλαμπάκα όταν ήταν ακόμα νήπιο. Οι δυο αδερφές αντάμωσαν μεταξύ τους για πρώτη φορά, το 1998.
Η φωτογράφιση της ληστοσυμμορίας του Θ. Γκαντάρα από τον Αθανάσιο Μάνθο αποτέλεσε και αντικείμενο της λογοτεχνίας. Ο Χασιώτης ποιητής Χρ. Μπράβος έγραψε το ακόλουθο ποίημα, το οποίο μελοποιήθηκε από τον Λαρισαίο τραγουδοποιό Θανάση Παπακωνσταντίνου.
Ο τοπικός φωτογράφος επιστέφει, με το μυαλό γεμάτο εικόνες που τράβηξε σε όλη του τη ζωή. Ξαφνικά, δέχεται μια επίσκεψη από έναν θρυλικό ληστή. Παρά το γεγονός ότι καταζητείται με αμοιβή, ο ηρωικός παράνομος αφήνει τα βουνά και αποφασίζει να φωτογραφηθεί


 
«Όπου στα 1923 ο επικηρυγμένος Θωμάς Γκαντάρας, ο Ληστής, αποφασίζει να φωτογραφηθεί.

Ο φωτογράφος των Τρικάλων Α. Μάνθος
έπαιρνε νύχτα τα στενά για το Βαρούσι.
Τους γάμους θα σκεφτόταν ως το σπίτι του
και τους θανάτους, που εκράτησε για πάντα.
Μα πιο πολύ στο βράδυ εγυρνούσε του Αυγούστου
που πόρτες έκλεισε βαριά, έλυσε τα σκυλιά
κλέφτης μην έρθει κι έπεσε
για τον δικαίο τον ύπνο.
Δεν άκουσε σκυλί πόρτα να τρίξει
κι απ τον φεγγίτη της σκεπής
τον είδε που γλιστρούσε
άγγελος με τα δόντια στο μαχαίρι».
Και ένα κλέφτικο τραγούδι για τον Θωμά Γκαντάρα
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες