Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

το καινούργιο άλμπουμ του Θανάση Παπακωνσταντίνου

ο-πολύς-και-ανεξάντλητος-ελάχιστος-εαυτός-του-θανάση-παπακωνσταντίνου

Διαδρομή με ταξί, Πειραιάς- Παγκράτι. Δίνω του ταξιτζή το καινούργιο άλμπουμ του Θανάση Παπακωνσταντίνου, που μόλις παρέλαβα από την Χριστιάννα της Inner Ear. Τον παρακαλάω να το παίξει στο cd-player, καθώς η διαδρομή είναι μακρυνή κι έχει και κίνηση. Απέναντι ακριβώς από τις ερειπωμένες ολυμπιακές εγκαταστάσεις του Φαλήρου ενός στοιχειωμένου πλέον 2004, πέφτουν οι νότες του εναρκτήριου Loco-motivo (αφιερωμένο στον Loco). Η κιθάρα της Βάσως Δημητρίου, το πιάνο του Δημήτρη Κακαβούλη σε συνδυασμό με την τρομπέτα του Ανδρέα Πολυζωγόπουλου και τα φωνητικά του Φώτη Σιώτα συντελούν στη δημιουργία ενός cinematic lounge κλίματος. Κάτι όμως με προβληματίζει. Όχι, ο Θανάσης δεν θα έφτιαχνε ποτέ ανώδυνη lounge μουσική, δεν έχει πρόθεση μ' αυτό το νέο έργο του να περάσει καλά ο ακροατής. Να το ακούσει live ή έστω στο σπίτι του, βρε αδερφέ, και μετά να πάει μακάριος για ύπνο. Με τον ακόλουθο Ελάχιστο εαυτό, που έδωσε και τον τίτλο στο cd, κάτι πάει να ξεκαθαρίσει: είναι αυτός ο στίχος που λέει Μια σκέψη ακατάβλητη του γαζώνει τα μυαλά, ο τζουράς, τα μονότονα τύμπανα, το θλιμμένο τσέλο, τα πνευστά, οι λούπες με την ποίηση μέσα τους. Σωστή τοποθέτηση ενός track που δύναται να δώσει στίγμα για όλη την υπόλοιπη ακρόαση. Ο Φώτης Σιώτας τραγουδάει Ποιος θα με θυμάται, όταν θά 'χει γίνει πυρετός, κραυγή, χρόνος που έφυγε, θύμα, παραδόπιστος, αντίλαλος και χαμένο όνειρο του ναύτη της Κροστάνδης. Οι 7 Πληγές του Φαραώ σε ένα τραγούδι- τραγουδένιο με κλασικίζουσα εισαγωγή που οδηγεί σε μιαν ηλεκτρική έκρηξη, πλούσια σε ρυθμό. Το επόμενο κομμάτι, το San Michele, αποτελεί την κορυφαία στιγμή από στιχουργικής άποψης. Η εισαγωγή του Ποιος θα με θυμάται, παρεμβάλλεται και εξελίσσεται, λειτουργώντας αντιστοικτικά με τον ξερό ήχο της κάσας και του ταμπούρου. Κλαρίνο και ακορντεόν μας θυμίζουν πως εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε, όση ώρα ο δημιουργός αναζητεί το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό. Δεν μ' αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό- μας ενημερώνει- ξέρει όμως πως δεν είναι αλήθεια ή άλλο πράγμα θέλει να πει ως λάτρης της εν γένει ποιητικής αλληγορίας. Αν ο παραπάνω στίχος περιέχονταν στην Ανταρκτική, θα λειτουργούσε εντελώς καταδηλωτικά. Και πως αλλιώς, αφού ακούμε ένα εκπληκτικό ντουέτο του Θανάση με τον Ορφέα Περίδη σε ένα ούτως ή άλλως εκπληκτικό rock τραγούδι με ηλεκτρικές κιθάρες, μπάσο, τύμπανα, διακριτικά έγχορδα και την εξίσου διακριτική και οικεία μπουζουκομάνα του δημιουργού. Χωρίς να έχω ακούσει ακόμη το ολοκαίνουργιο άλμπουμ του Περίδη, έχω την αίσθηση πως η συμμετοχή του σ' αυτό το τραγούδι τον ξελασπώνει από το κρέμασμα στα...περίπτερα και του χαρίζει στις αποσκευές του, μιαν ερμηνεία εφάμιλλη μ' αυτήν του Γιάννη Αγγελάκα στο Όταν χαράζει, επίσης του Θανάση. Κρατώ σημειώσεις φτάνοντας στο τέρμα της Συγγρού κι ενώ ο Σιώτας τραγουδά το Σαν παιδί. Ο άνθρωπος κάνει επίκληση στα στοιχεία της φύσης και στα ζώα του δάσους. Ζητά την αγάπη τους κι ο γρήγορος ρυθμός δεν μπορεί να καλύψει το μεγαλείο της μοναξιάς, αλλά και της απελπισίας του. Μια κραυγή απόγνωσης ενός σαλεμένου μυαλού μέσα σ' έναν σαλεμένο, απ' όλες τις όψεις του, κόσμο. Του έρωτα και του θανάτου περιέχει στίχους αγνώστου ποιητή, μουσική σε γνώριμα δημώδη μονοπάτια, τον απρόβλεπτο ήχο ενός μουσικού κουτιού και τη θρηνητική πολίτικη λύρα του Σωκράτη Σινόπουλου. Ο ποιητής είναι τόσο οπτιμιστής που βλέπει τη Νίκη του Έρωτα επί της Σήψης του Θανάτου: Μη με φοβάσαι αγάπη μου λιβάνι κι αν μυρίζω/ μόνο σκουλήκι να γενείς να 'ρθείς να μ' ανταμώσεις/ κρυφά στο σώμα μου να μπεις, γλυκό φιλί να δώσεις...Ανατριχιάζω σύγκορμος με την πρωτοτυπία του στιχουργήματος και την εικόνα, εγώ πού 'χα φάει τα μοιρολόγια με το κουτάλι για πολλά χρόνια. Θαυμάζω την τόλμη του δημιουργού να αξιοποιήσει ένα τόσο πικρό, στα όρια του απωθητικού, νεκρικό καλλιτεχνικό κληροδότημα. Στην ακόλουθη Ομίχλη, ο Ορφέας Περίδης τραγουδά και πάλι ένα πολύ δυνατό τραγούδι. Η χαμηλότονη ερμηνεία του συνομιλεί κυριολεκτικά με την εμπνευσμένη ενορχήστρωση του Σιώτα. Μυρωδιές από κάπαρη, ρίγανη, μέντα και θυμάρι χτυπάνε τα ρουθούνια του φτωχού ακροατή, εμού εν προκειμένω. Η Ομίχλη του Θανάση Παπακωνσταντίνου διά στόματος Ορφέα Περίδη είναι ο ύμνος του νέου αντάρτικου των πόλεων του μέλλοντος και όχι των βουνών του παρελθόντος. Εό! Γαμώ το φασισμό λέει αμέσως μετά ο Θανάσης, απαντώντας στην ίδια του την Ερώτηση κρίσεως, μια απόλυτα υπερρεαλιστική ερώτηση, αφού απευθύνεται στον σκύλο του τον Ρίβα! Σαπίλα ο φασισμός, τον ακούω να τραγουδάει στο τέλος του κομματιού εν μέσω του εμβατηρίου των ενόπλων δυνάμεων, σαπίλα ο φασισμός, κάνω κι εγώ του νεαρού ταξιτζή, δίνοντας του τα 15 ευρώ της κούρσας. Μπαίνω σπίτι, πετάω τα πράγματα δεξιά κι αριστερά και βάζω το cd στο μηχάνημα από 'κει που διακόπηκε αναγκαστικά. Δεν θέλω να παρεμβληθεί τίποτα άλλο στην απότομη σύναψη σχέσης μου με τον Ελάχιστο εαυτό, ίσως τον δικό μου κατά βάθος! Δέκατο κομμάτι, ο Σιμούν. Ταιριαστό το αφρικανικό ξυλόφωνο του Αντώνη Μαράτου σε σύμπλευση με τα έγχορδα του Φώτη Σιώτα και το ακορντεόν του Δημήτρη Τσιολχά. Παραδόξως, από τη μελαγχολία περνάω σε μία δοξαστική διάθεση. Θα ευθύνονται μάλλον η ερμηνεία του Θανάση και οι στίχοι του που μοιάζουν να αποσπάστηκαν από τα ομηρικά έπη. Στον Φέγγαρο, θυμάμαι τη Βροχή από κάτω και τη νοσταλγώ, καθώς στην τελευταία μου μετακόμιση έχασα μια κούτα με τα άπαντα του Θανάση Παπακωνσταντίνου, του Σωκράτη Μάλαμα και των Rolling Stones παρακαλώ! Μέσα από ένα άναρχο ηχητικό σύμπαν που με πηγαίνει στο jazzy soundtrack για το Γυμνό Γεύμα του David Cronenberg, με γυρίζει στον τόπο μου η φωνή του Νίκου Καρούζου. Τον βλέπω ολοζώντανο μπροστά μου να με κοιτάει αυστηρά με το πτι-καρό φθαρμένο σακάκι του. Για το τέλος, ο Θανάσης διαλέγει να μας μιλήσει για Τα τραγούδια που έγραψε: σκυλιά δεμένα, χιλιάδες λέξεις, σαράκια ειν' οι νότες του και συνειδητοποιώ πως έπεσα μέσα, καθώς τον ακούω να λέει Δε θα μ' αντέξεις ανώδυνα! Πόσω μάλλον όταν η σημαδιακή αυτή φράση πέφτει σαν ριπή μέσα στο ίδιο cinematic lounge τοπίο της έναρξης. Λίγη σιωπή και μετά ο δημιουργός πιάνει το μολυβάκι του και γράφει μια παραβολή, ανολοκλήρωτη, αμάσητη και γι' αυτό αρκούντως ποιητική και διόλου δηκτική. Ο ελάχιστος εαυτός είναι ένα αληθινό αριστούργημα, ο καλύτερος δίσκος του Θανάση Παπακωνσταντίνου και ενδεχομένως ο καλύτερος ελληνικός δίσκος της χρονιάς που διανύουμε                                                       !http://bosko-hippydippy.blogspot.com
Δημοσίευση σχολίου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Αναγνώστες